Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενο Αλεξάνδρειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενο Αλεξάνδρειας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023)-Θ2 (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)


Δημοσιεύουμε σήμερα την δεύτερη  ενότητα από το τελευταίο μέρος  των άρθρων που αναφέρονται στο Κείμενο της Αλεξάνδρειας

Ελπίζω  η προσπάθεια παρουσίασης  εκλαϊκευμένων εννέα μικρών  σχετικών άρθρων  να βοήθησε στην ενημέρωση των ενδιαφερομένων για το τι ετοιμάζεται καθώς και το μοντέλο της Ένωσης Ορθοδόξων-Παπικών. Υπάρχουν  όμως και άλλα πολλά που θα μπορούσαν να γραφτούν για το κείμενο αυτό. Αυτό όμως απαιτεί ειδικές γνώσεις και ξεπερνά τα όρια της εκλαϊκευμένης κατήχησης.



ΜΕΡΟΣ ENNATO ( Θ2 δεύτερη ενότητα)

Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)

Συνέχεια από το προηγούμενο Θ1

 

Γ. Οι ιδιαίτερες αναφορές που γίνονται στο κείμενο της Αλεξάνδρειας στο κείμενο  του Chieti (Κέϊτι) επιβάλλει να αποκρυπτογραφήσουμε τα γραφόμενα.

Υπενθυμίζουμε ότι το κείμενο  του Chieti (Κέϊτι) είχε ως θέμα.«Συνοδικότητα καί Πρωτεῖο κατά τήν πρώτη χιλιετία : καθ’ὁδόν πρός μιά κοινή κατανόηση στήν ὑπηρεσία τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας»


1.Κειμενο Κέϊτι παράγραφος 2

2. Από αρχαιοτάτων χρόνων, η μία Εκκλησία εκφραζόταν σε πολλές τοπικές εκκλησίες. Η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος (βλ. Β’ Κορ. 13,13), βιώνονταν τόσο σε κάθε τοπική εκκλησία όσο και στις σχέσεις μεταξύ τους ως ενότητα στην ποικιλομορφία. Με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ιω. 16,13), η Εκκλησία ανέπτυξε πρότυπα της τάξεως και διάφορες πρακτικές, σύμφωνα με την φύση της ως “ενός λαού που βίωνε στην ενότητα του σύμφωνα με την ενότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αρχή της ενότητος μέσα στην διαφορετικότητα ή την ποικιλομορφία (unity in diversity) είναι μία από τις βασικές προτεσταντικές εκκλησιολογικές αρχές. Πιο συγκεκριμένα, είναι μία από τις εννέα αρχές της λεγομένης «Κοινότητας του Χριστού», μιάς παραφυάδας των Μορμόνων. Σύμφωνα μ’αυτήν, ο Χριστιανισμός παρέχει ένα πλαίσιο, βάσει του οποίου οι διάφορες κοινότητες και κοινωνίες μπορούν να είναι ενωμένες με μια κοινή κατανόηση του εαυτού τους, του σκοπού τους και της έννοιας της ζωής, των προσπαθειών και δράσεών τους και να ανακαλύψουν σημεία συμφωνίας και σύγκλισης. Στο «Παγκόσμιο Συνέδριο των Εθνικών Θρησκειών» (World Congress of Ethnic Religions) τον Ιούνιο του 1998 στο Vilnius της Λιθουανίας, η ιδρυτική Διακήρυξη του Συνεδρίου αυτού τελειώνει με το «Ενότητα μέσω της Πολυμορφίας». Το σύνθημα αυτό προχωράει και σε διαθρησκειακό επίπεδο, λέγοντας ότι όλες οι θρησκείες έχουν την ίδια πηγή, αρχές και στόχους και δίνεται έμφαση στην «ενότητα» και στην «παγκόσμια ενοποίηση». Ένας από τους σκοπούς της «Νέας Τάξεως Πραγμάτων» είναι η ενότητα στην ποικιλομορφία».

Οι οικουμενιστές, παρερμηνεύοντας το εδάφιο Α’ Κορ. 12,7, ισχυρίζονται ότι η Εκκλησία καλείται να φανερώνει την μοναδικότητά της μέσα σε ευρεία διαφορετικότητα. Όμως, το εδάφιο κάνει λόγο για ποικιλία χαρισμάτων και διακονιών μέσα στην Εκκλησία. Οι διαιρέσεις των χαρισμάτων, των διακονιών και των ενεργημάτων αποτελούν δωρεές του Αγίου Πνεύματος, προσφερόμενες στα μέλη της Εκκλησίας. Όπως λέγει ο ίδιος ο Απ. Παύλος, πραγματευόμενος το ίδιο θέμα στην επιστολή του προς Εφεσίους, η διαφορά των χαρισμάτων δίδεται «προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Δεν πρέπει οι «διαιρέσεις των χαρισμάτων» να εννοούνται ως δογματικές διαφοροποιήσεις, αντιευαγγελικές ηθικές επιλογές και ματαιόφρονες ανθρώπινες πρακτικές, διότι από αυτές ακριβώς ο Απ. Παύλος θέλει να προφύλαξει τα μέλη της Εκκλησίας, λέγοντας στη συνέχεια του εδαφίου : «ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί ανέμω της διδασκαλίας εν τη κυβεία των ανθρώπων εν πανουργία προς την μεθοδείαν της πλάνης». Πηγή της αρχής της ενότητος στην διαφορετικότητα ή την ποικιλομορφία είναι η προτεσταντική θεωρία των κλάδων.

 

2.Κείμενο Κέϊτι παράγραφος 4 και 5

4. Ο όρος πρωτείο αναφέρεται σε αυτόν που είναι πρώτος (primus, πρώτος). Στην Εκκλησία, το πρωτείο ανήκει στην Κεφαλή της – τον Ιησού Χριστό, «ς στιν ρχή, πρωτότοκος κ τν νεκρν, να γένηται ν πσιν ατς πρωτεύων» (Κολ 1:18). Η χριστιανική παράδοση διευκρινίζει σαφέστερα ότι κατά την διάρκεια της συνοδικής ζωής της Εκκλησίας σε διάφορα επίπεδα, ο επίσκοπος αναγνωρίζεται ως ο “πρώτος”. Ο Ιησούς Χριστός συνδυάζει το «πρωτείο» με την «διακονία»: «ε τις θέλει πρτος εναι, σται πάντων σχατος κα πάντων διάκονος» (Μκ 9:35).

 

 

5. Στην δεύτερη χιλιετία διασπάστηκε η κοινωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει για την αποκατάσταση της κοινωνίας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, χωρίς όμως αποτελέσματα. Η Μικτή Διεθνής Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στο πλαίσιο των εργασιών της προσπαθεί να ξεπεράσει τις θεολογικές αποκλίσεις μελετώντας τη σχέση συνοδικότητας και πρωτείου στην ζωή της Εκκλησίας. Διαφορετικές κατανοήσεις αυτής της πραγματικότητας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην διαίρεση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Είναι, ως εκ τούτου, απαραίτητο να επιδιώξουμε να καταλήξουμε σε μια κοινή κατανόηση αυτών των αλληλένδετων, συμπληρωματικών και αδιαχώριστων πραγματικοτήτων.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το χωρίο από την προς Κολασσαείς επιστολή παρερμηνεύεται και εμφανίζεται ο Χριστός να έχει πρωτείο εξουσίας, σαν του Πάπα. Όμως, στο εν λόγω χωρίο ο Χριστός λέγεται αρχή και πρώτος όχι μόνο κατά την άνω εκ του Πατρός γέννηση και κατά την κάτω εκ της Παρθένου, αλλά και κατά την εκ νεκρών ανάσταση. Γι’ αυτό και δικαίως λέγεται ότι είναι και πρωτότοκος εκ νεκρών. Ο Χριστός αναστήθηκε πρώτος από τους νεκρούς ως απαρχή τους, για να γίνει πρώτος σε όλα τα περί αυτόν δημιουργικώς θεωρούμενα, γι’αυτό και πριν απ’ όλα τα κτίσματα γεννήθηκε από τον Πατέρα κατά την Θεότητα. Είναι πρώτος όλων των ανθρώπων κατά την ανθρωπότητα, ως κεφαλή της Εκκλησίας. Και πρώτος όλων αναστήθηκε και πλέον δεν πέθανε, χαρίζοντας σε όλους τους ανθρώπους την ανάσταση και την αφθαρσία ως απαρχή της αναστάσεως[

Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν νοείται «Πρώτος» γενικά και αόριστα χωρίς την παρουσία της συγκεκριμένης συνόδου μιάς επαρχίας. Ο θεσμός των πρεσβείων τιμής (αυτός είναι ο όρος, που χρησιμοποιεί η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση σε αντίθεση με τον μεταγενέστερο όρο «πρωτείον», που χρησιμοποιούν οι παπικοί) εκφράζει και διασφαλίζει την ενότητα και την συνοδικότητα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας.

 Η πενταρχία των πατριαρχικών θρόνων είναι η μορφή, την οποία η Εκκλησία έδωσε στον θεσμό των πρεσβείων τιμής κατά την πρώτη χιλιετία. Η εξουσία του «πρώτου», η οποία απορρέει από τα πρεσβεία τιμής, είναι καρπός της συνοδικότητος, ενώ η εξουσία, που άρχισε να οικειοποιείται ο επίσκοπος της Ρώμης ήδη από την πρώτη χιλιετία είναι αποτέλεσμα της καταλύσεως του συνοδικού πολιτεύματος της Εκκλησίας.

Στην Εκκλησία της α΄ χιλιετίας δεν υφίστατο «θείω δικαίω» παπικό πρωτείο δικαιοδοσίας και εξουσίας εφ’ όλης της Εκκλησίας, αλλά η Εκκλησία είχε το δικαίωμα να αποφασίζει τα της διοικήσεώς της και χωρίς τον πάπα και ακόμα περισσότερο και παρά τη δική του έντονη αντίθεση και οι αποφάσεις της αυτές είχαν καθολική ισχύ. Επίσης, στις ανωτέρω παραγράφους το θέμα του πρωτείου τίθεται με τη μάσκα και το προσωπείο

Η θέση ότι ο Διάλογος «προσπαθεί να ξεπεράσει τις θεολογικές αποκλίσεις», επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν εξετάζει θεολογικώς και εις βάθος τα θέματα, που χωρίζουν τις δύο πλευρές, αλλά προσπαθεί να επιτύχει μία άμικτη μίξη μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος. Προτεραιότητα έχουν και προβάλλονται μόνο τα κοινά και ενούντα σημεία.

Δ. Στην παράγραφο 5.5 γίνεται οικουμενιστική ερμηνεία των λόγων του Χριστού «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω 17:21).(υπάρχει παλιότερο σχετικό κείμενο δημοσιευμένο με αναλυτικό σχολιασμό).

Τελικά συμπεράσματα

Με βάση όσα αναφέρθηκαν και στα προηγούμενα άρθρα διαπιστώνουμε ότι το τελικό κείμενο της Αλεξάνδρειας ,  κυριαρχεί μια συμβιβαστική νοοτροπία, σε  ό,τι αφορά το θέμα: Συνοδικότης και Πρωτείο. Μεθοδεύεται μια προσπάθεια εναρμονίσεως των δύο αυτών μεγεθών, ώστε να φθάσουμε τελικά σε μια «ενότητα εν τη διαφορετικότητι» και εν τέλει σε μια ουνιτικού τύπου ένωση με τη Ρώμη. Σύμφωνα μ’ αυτήν οι Ορθόδοξοι θα αναγνωρίσουμε στον πάπα τον απολυταρχικό του ρόλο στη Δύση, όπως του τον εξασφάλισαν οι παπικές ψευδοσύνοδοι, οι δε Ρωμαιοκαθολικοί θα αναγνωρίσουν στους Ορθοδόξους το δικαίωμα να διοικούνται συνοδικά, όπως ορίζει το Κανονικό Δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Θα αναγνωρίσουν επίσης οι Ορθοδόξοι στον πάπα, ένα «ρόλο συντονισμού» επί της παγκόσμιας «ενωμένης» Χριστιανοσύνης. Παράλληλα αμφότεροι, Ορθόδοξοι και παπικοί, θα κρατήσουν τα δόγματά τους αμετακίνητα.

 Ολόκληρες Σύνοδοι, όπως η Η΄επί Μ. Φωτίου (879-880), οι Ησυχαστικές Σύνοδοι τού 1341, 1347, 1451 (Θ΄Οικουμενική), οι νεότερες πατριαρχικές Σύνοδοι τής ΚΠόλεως (1722, 1727, 1838 κ.ά), αλλά καί οι θεοφώτιστοι άγιοι Πατέρες άγιος Μάρκος Εφέσου, άγιος Αθανάσιος Πάριος, άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως μέ ευαγγελική, πατερική καί αγιοσυνοδική θεολογική τεκμηρίωση καταδικάζουν απερίφραστα ως αιρετικούς τούς Λατίνους ή τούς Λατινόφρονες. Κατά κανόνα μάλιστα αι Σύνοδοι και αι Πατριαρχικές Εγκύκλιοι από ποιμαντική επιταγή περιφρουρήσεως τού λαού από τίς προπαγάνδες τών Φραγκολατίνων, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς εντονότατα οξείς, όχι όμως αναληθείς ή εμπαθείς. Τό αυτό παρατηρούμε καί στό “Συνοδικό τής Ορθοδοξίας”, τό οποίο περιελήφθη στό Τριώδιο . Βάσει τοιούτων Ορθοδόξων Συνοδικών καί Πατερικών κριτηρίων, σέ πρόσφατο άρθρο ο Σεβ. Ναυπάκτου, τονίζει ότι δέν υπάρχει αποστολική διαδοχή (παράδοσις Χάριτος καί αληθείας) ούτε Μυστήρια ούτε κυριολεκτουμένη Εκκλησία στόν Παπισμό. Διαφορετικά, άν η ιστορική διαδοχή αποτελούσε τό εχέγγυο τής αποστολικότητος ερήμην τής αληθείας (ορθοδοξίας), τότε θά έπρεπε νά τήν αναγνωρίζουμε καί στούς λοιπούς αιρετικούς καί αιρεσιάρχες,

  Δεν αποκλείεται όλα αυτά να πραγματοποιηθούν το 2025, την επέτειο της συμπληρώσεως 1700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, πράγμα το οποίο και απευχόμεθα, ικετεύοντας τον Κύριο της Εκκλησίας να μην επιτρέψει τέτοιο τρομακτικό πειρασμό.

Βιβλιογραφικές πηγές.

1,Όσες αναφέρθηκαν στα προηγούμενα σχετικά άρθρα.

2. http://www.imconstantias.org.cy/2954.html

3. αγίου Μαξίμου τοῦ Ομολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 663D.

 4. 9-7-2016 ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ : Λίγο μετά την «Αγία καί Μεγάλη Σύνοδο»,http://aktines.blogspot.gr/2016/07/blog-post_14.html
5.
ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ Ι­ΕΡΟΘΕΟΣ, «Ο  Οἰικου­με­νι­σμὸς στην πρά­ξη, ήτοι τὴν θε­ο­λο­γί­α και  την ἄ­σκη­ση»,στὸ Οι­κου­με­νι­σμός, Γέ­νε­ση-Προσ­δο­κί­ες-Δι­α­ψεύ­σεις, εκδ. Θε­ο­δρο­μί­α, τ. Β, σελ. 787,
6.
ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ,ανακοινωθέν γιά τήν ημερίδα για τήν Β΄ Βατικανή Σύνοδο, 5-11-2013, http://www.impantokratoros.gr/BC5632ED.el.aspx.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2024

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023) -Θ1

 



ΜΕΡΟΣ  ENNATO (Θ1 πρώτη ενότητα)

Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)

Εισαγωγικά.

Δημοσιεύουμε σήμερα την πρώτη ενότητα από το τελευταίο μέρος  των άρθρων που αναφέρονται στο Κείμενο της Αλεξάνδρειας και συγκεκριμένα τα συμπεράσματα που υπάρχουν στο τέλος του κειμένου. Aκολουθεί σχετικός σχολιασμός. 

Υπενθυμίζω ότι  το κείμενο αυτό  συνέταξε η Μικτή Θεολογική επιτροπή διαλόγου Ορθοδόξων και Παπικών στην τελευταία συνεδρίασή της στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Ιούνιο του 2023.΄

Στο κείμενο αυτό   μέσα από ασυνάρτητους συλλογισμούς και επιλεκτικά ιστορικά στοιχεία  παρουσιάζεται το πρωτείο και η λειτουργία της Συνοδικότητας που θα εφαρμοστεί μετά την Ένωση.

 

Συμπεράσματα  του Κειμένου της Αλεξάνδρειας

 

5.1. Μείζονα ζητήματα περιπλέκουν την αυθεντική κατανόηση της συνοδικότητας και του πρωτείου στην Εκκλησία. Δεν είναι ορθή η κατανόηση της Εκκλησίας ως πυραμίδας με έναν προκαθήμενο να διοικεί από την κορυφή, ούτε όμως και η κατανόησή της ως μιας ομοσπονδίας από αυτάρκεις Εκκλησίες. Η ιστορική μελέτη μας για τη συνοδικότητα και το πρωτείο κατά τη δεύτερη χιλιετία έδειξε την ανεπάρκεια και των δύο αυτών θεωρήσεων. Παρομοίως, είναι σαφές ότι για τους Ρωμαιοκαθολικούς η συνοδικότητα δεν είναι απλώς γνωμοδοτική, και για τους Ορθοδόξους το πρωτείο δεν είναι απλώς τιμητικό.

Το 1979, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος δήλωσαν: «Ο διάλογος της αγάπης … έχει ανοίξει τον δρόμο για καλύτερη κατανόηση των αντίστοιχων θεολογικών μας θέσεων και ως εκ τούτου για νέες προσεγγίσεις στο θεολογικό έργο και σε μια νέα στάση απέναντι στο κοινό παρελθόν των Εκκλησιών μας. Αυτή η κάθαρση της συλλογικής μνήμης των Εκκλησιών μας είναι ένα σημαντικό αποτέλεσμα του διαλόγου της αγάπης και μια απαραίτητη προϋπόθεση για μελλοντική πρόοδο» (Κοινή Διακήρυξη, 30 Νοεμβρίου 1979). Οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Ορθόδοξοι χρειάζεται να συνεχίσουν σ’ αυτήν την οδό, ώστε να ενστερνισθούν μια αυθεντική κατανόηση της συνοδικότητας και του πρωτείου στο φως των «θεολογικών αρχών, των κανονικών διατάξεω και των λειτουργικών πρακτικών» (Chieti, 21) της αδιαίρετης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας.

 

5.2. Η Β´ Βατικανή Σύνοδος άνοιξε νέες προοπτικές, ερμηνεύοντας ουσιωδώς το μυστήριο της Εκκλησίας ως μυστήριο κοινωνίας. Σήμερα, όλο και αυξάνονται οι εντατικές προσπάθειες να προωθηθεί η συνοδικότητα σε όλα τα επίπεδα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Υπάρχει, επίσης, προθυμία να γίνει διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που μπορεί να ονομαστεί πατριαρχικο αξίωμα του πάπα, εντός της Δυτικής η Λατινικής Εκκλησίας, και στη διακονία του ως «πρώτου» στην κοινωνία όλων των Εκκλησιών, γεγονός που παρέχει νέες ευκαιρίες για το μέλλον. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η συνοδικότητα και το πρωτείο ασκούνται σε πανορθόδοξο επίπεδο, σύμφωνα με την κανονική παράδοση, μέσω της σύγκλησης αγίων και μεγάλων Συνόδων.

 

5.3. Η συνοδικότητα και το πρωτείο πρέπει να ιδωθούν ως «αλληλένδετες, συμπληρωματικές και αδιαχώριστες πραγματικότητες» (Chieti, 5) από θεολογικής απόψεως (Chieti, 4, 17). Αμιγώς ιστορικές συζητήσεις δεν είναι αρκετές. Η Εκκλησία έχει βαθιές ρίζες στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος και μια ευχαριστιακή εκκλησιολογία της κοινωνίας είναι το κλειδί για τη διατύπωση μιάς υγιούς θεολογίας της συνοδικότητας και του πρωτείου.

 

5.4. Η αλληλεξάρτηση της συνοδικότητας και του πρωτείου είναι θεμελιώδης αρχή στη ζωή της Εκκλησίας. Συνδέεται άρρηκτα με την λειτουργία της ενότητας της Εκκλησίας σε τοπικό, περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο. Εντούτοις, οι αρχές πρέπει να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και η πρώτη χιλιετία παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της προαναφερθείσας αρχής (Chieti, 2). Αυτό που απαιτείται σε νέες συνθήκες είναι μια νέα και κατάλληλη εφαρμογή της ίδιας διοικητικής αρχής.

 

5.5. Ο Κύριός μας προσευχήθηκε για τους μαθητές του «ίνα πάντες εν ώσι» (Ιω 17:21). Η αρχή της συνοδικότητας-πρωτείου στην υπηρεσία της ενότητας, που επικαλούμαστε, καλείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής μας. Οι Ορθόδοξοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί δεσμεύονται να βρούν τρόπους για να ξεπεραστεί η αποξένωση και ο χωρισμός που συνέβη κατά τη δεύτερη χιλιετία.

 

5.6. Έχοντας μελετήσει μαζί την ιστορία της δεύτερης χιλιετίας, αναγνωρίζουμε ότι μια από κοινού ανάγνωση των πηγών μπορεί να εμπνεύσει την πρακτική της συνοδικότητας και του πρωτείου στο μέλλον. Τηρώντας την εντολή του Κυρίου μας να αγαπούμε ο ένας τον άλλον, όπως Εκείνος μας έχει αγαπήσει (Ιω 13:14), είναι χριστιανικό μας καθήκον να παλαίψουμε για την ενότητα στην πίστη και τη ζωή

 

 

Σχόλια

Α. Στην παράγραφο 5.1 υπάρχει μια  διπλωματική διατύπωση για να φτάσουν οι οικουμενιστές στο συμπέρασμα  που επιθυμούν.. Απο την μία ομολογείται η διαφορά της αντίληψης πρωτείου και συνοδικότητας Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών αφετέρου όμως προτείνουν να οδηγηθούν οι διαφωνούντες σε συμφωνία με τον λεγόμενο διάλογο  της αγάπης ο οποίος θα οδηγήσει στην κάθαρση της συλλογικής μνήμης των Εκκλησιών. Δηλαδή με άλλα λόγια θα πρέπει να διαγράψουμε οι Ορθόδοξοι όλη την Εκκλησιαστική ιστορία και να ξεχάσουμε τους αγώνες των ομολογητών Αγίων. Εντύπωση επίσης παρουσιάζει η διατύπωση στο κείμενο ««Ο διάλογος της αγάπης … έχει ανοίξει τον δρόμο για καλύτερη κατανόηση των αντίστοιχων θεολογικών μας θέσεων και ως εκ τούτου για νέες προσεγγίσεις στο θεολογικό έργο και σε μια νέα στάση απέναντι στο κοινό παρελθόν των Εκκλησιών μας». Το κοινό παρελθόν Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων ήταν μέχρι το 1054. Απο εκεί και μετά οι δρόμοι χώρισαν. Άρα εμμέσως πλην σαφώς το κείμενο υπονοεί το ότι  πρέπει να ξεχάσουμε ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ που μας χωρίζουν με τους Παπικούς.

Β. Στην παράγραφο 5.2 γίνεται αναφορά στην Β Βατικανή Σύνοδο, η οποία κατοχύρωσε το ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ.Ο τρόπος γραφής του κειμένου μας δείχνει ότι ΔΕΝ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΥΤΗ ΤΗΣ Β ΒΑΤΙΚΑΝΗΣ αλλά καλούνται οι Ορθόδοξοι να την κατανοήσουν, με βάση την εκκλησιολογική αρχή ότι η Εκκλησία είναι ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. Ποια είναι επί τού προκειμένου η πεποίθηση τού Παπισμού;

α) Η τελευταία σχετική Βατικανή Εγκύκλιος­-Διακήρυξη «Dominus Jesus» (Κύριος Ιησούς), πού εκδόθηκε στίς 6.8.2000 με έγκριση τού Πάπα τονίζει: «Οι Εκκλησίες οι οποίες, ενώ δεν βρίσκονται σε τέλεια κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία, εν τούτοις παραμένουν ενωμένες με αυτήν μέσω δυνατών δεσμών, ήτοι της αποστολικής διαδοχής και της έγκυρης Ευχαριστίας, αποτελούν αληθινές ιδιαίτερες Εκκλησίες. Συνεπώς, η Εκκλησία του Χριστού είναι παρούσα και ενεργής και σε αυτές τις Εκκλησίες, παρά το γεγονός ότι υπολείπονται πλήρους κοινωνίας με την Καθολική Εκκλησία, μια και δεν αποδέχονται το καθολικό δόγμα του Πρωτείου, το οποίο, σύμφωνα με τη θεία βούληση, ο επίσκοπος της Ρώμης αντικειμενικά κατέχει και ασκεί πάνω στο σύνολο του πληρώματος της Εκκλησίας».

β) Αυτό υπογραμμίζει και η «Παρατήρηση πάνω στην έκφραση “Αδελφές Εκκλησίες”» τής Επιτροπής για τη Διδασκαλία τής Πίστεως με έγκριση τού Πάπα 9.6.2000: «Στην πραγματικότητα, με τη σωστή έννοια “Αδελφές Εκκλησίες” εννοούμε αποκλειστικά τις συγκεκριμένες Εκκλησίες ή ομάδες συγκεκριμένων Εκκλησιών (για παράδειγμα τα Πατριαρχεία των μητροπολιτικών επαρχιών) μεταξύ τους. Θα πρέπει πάντως να καθίσταται σαφές, όταν χρησιμοποείται η έκφραση “Αδελφές Εκκλησίες” με τη σωστή αυτή έννοια, ότι η μία αγία, καθολική και αποστολική παγκόσμια Εκκλησία δεν είναι αδελφή, αλλά μητέρα όλων των συγκεκριμένων Εκκλησιών». Μέ τόν όρο “παγκόσμια”, σύμφωνα μέ τήν Εγκύκλιο-­Διακήρυξη Dominus Jesus εννοούν τήν παγκόσμια ιστορική εξάπλωση τής Καθολικής Εκκλησίας, μετά προφανώς τήν αναγνώριση τού παπικού πρωτείου από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία!!!

Πέμπτη 9 Μαΐου 2024

Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 2023.

 



ΜΕΡΟΣ Η (ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)

Μία άλλη ενότητα  του κειμένου της Αλεξάνδρειας που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι η παράγραφος 4.4 που αναφέρεται στην αίρεση της Ευχαριστιακης Εκκλησιολογίας, που κατοχυρώθηκε ΣΥΝΟΔΙΚΑ από την Κολυμπάριο Σύνοδο το 2016. Την ιδέα της Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας την εισηγήθηκε πρώτος ο Ρώσος θεολόγος πρεσβύτερος Νικόλαος Αφανάσιεφ και την συμπλήρωσε ο Περγάμου Ι.Ζηζιούλας.

Το κείμενο της παραγράφου 4.4 είναι το παρακάτω.

4.4. Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της ressourcement (επιστροφής στις πηγές) του 20ου αι. είναι η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», η οποία βλέπει την τοπική Εκκλησία, που συγκεντρώνεται γύρω από τον επίσκοπό της για την τέλεση της Ευχαριστίας, ως φανέρωση της όλης Εκκλησίας (πβ. Ιγνάτιος, Προς Σμυρν. 8), και ως το σημείο αφετηρίας και το επίκεντρο της εκκλησιολογικής σκέψης.

 Η Β´ Βατικανή Σύνοδος (1962-1965) δίδαξε ότι μια τέτοια σύναξη είναι η «κύρια φανέρωση της Εκκλησίας» (Sacrosanctum Concilium, 41) και ότι η ευχαριστιακή θυσία είναι «η πηγή και η κορυφή της συ-νολης Χριστιανικής ζωής» (Lumen Gentium, 11· πβ. Sacrosanctum Concilium, 10). Τόνισε περαιτέρω τη σημασία της τοπικής Εκκλησίας, όταν είπε ότι «ένας επίσκοπος σφραγισμένος με την πληρότητα του μυστηρίου της χειροτονίας», είναι «ο φορέας της χάριτος της ύψιστης ιερωσύνης», ιδιαίτερα στην Ευχαριστία που προσφέρει η επιτρέπει να προσφερθεί, και μέσω της οποίας η Εκκλησία διαρκώς ζει και αναπτύσσεται» (Lumen Gentium, 26).

 Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (2016) δήλωσε ότι «η παράδοση των Αποστόλων και των Πατέρων» πάντοτε τόνιζε την «άρρηκτον σχέσιν τόσον του όλου μυστηρίου της εν Χριστώ θείας Οικονομίας προς το μυστήριον της Εκκλησίας, όσον και του μυστηρίου της Εκκλησίας προς το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας, η οποία βεβαιούται συνεχώς εις την μυστηριακήν ζωήν της Εκκλησίας διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος» (Εγκύκλιος,Ι,2). Επίσης δηλώνεται ότι: «Κάθε τοπική Εκκλησία, προσφέρουσα την θεία Ευχαριστία, είναι η εν τόπω παρουσία και φανέρωση της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» (Μήνυμα, 1). Αυτές οι δύο μεγάλες σύνοδοι χρειάζονται πιο προσεκτική εξέταση.

 

Βασικά σημεία της αίρεσης της Ευχαριστηριακής Εκκλησιολογίας

Α. Η  Εκκλησία είναι πλήρης και καθολική οπουδήποτε τελείται το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας υπό την προεδρία του επισκόπου.

Β. Μια τοπική Εκκλησία, όταν συνέρχεται σε ευχαριστιακή σύναξη και έχει αποστολική διαδοχή, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, διότι ο Χριστός είναι όλος παρών στο Μυστήριο της Ευχαριστίας της.

Γ. Η  Θεία Λειτουργία τελείται στο όνομα του επισκόπου».

Δ. Το κατεξοχήν έργον του Επισκόπου είναι η προεδρία της Θ. Ευχαριστίας. Από αυτήν πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνον η αγιαστική αλλά και η ποιμαντική και η λεγομένη διοικητική. Ευχαριστία χωρίς Επίσκοπον δεν υπάρχει. Ο Επίσκοπος, λοιπόν, έχει ως κύριον έργον του και πρωταρχικόν το να ηγείται της Θ. Ευχαριστίας. Όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα γιατί όλα τα άλλα νοηματίζονται από τη σχέση τους με τη Θεία Ευχαριστία.

Ε. Ο Επίσκοπος στην ουσία δεν είναι διοικητής, είναι λειτουργός, είναι εικών Χριστού, …δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα και να φθάσουμε απευθείας στο πρωτότυπο. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε να προσευχόμεθα απευθείας στο Χριστό, αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του, ο Επίσκοπος». Διαφορετικά «η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο και πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας. Το σημείο  αυτό αποδεικνύει ότι χωρίς το μνημόσυνο  του Επισκόπου η Ευχαριστία είναι ουσιαστικά ανύπαρκτος. Πρόκειται για το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει την Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας. Το γεγονός ότι ο ιερεύς όταν πρόκειται να τελέσει τη Θ. Ευχαριστία λαμβάνει καιρόν… και από τον θρόνον του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θ.Ευχαριστίας».

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

H ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΦΕΡΡΑΡΑΣ-ΦΛΩΡΕΝΤΙΑΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023)

 


ΜΕΡΟΣ Ζ-

Έρευνα:  πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)




Απαραίτητα ιστορικά στοιχεία

Η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας(1438-1439)είναι πιθανόν και η τελευταία σοβαρή προσπάθεια για την ένωση  των Ρωμαιοκαθολικών με ην Ορθόδοξη Εκκλησία με πρωτοβουλία συνήθως είτε του αιρεσιάρχη πάπα από την μια είτε του Βυζαντινού Αυτοκράτορα από την άλλη. Ο καθένας είχε τα δικά του κίνητρα και λόγους. Ο πάπας για να συγκεντρώσει όλη την εξουσία στο πρόσωπο του χωρίς φυσικά την παραμικρή υποχώρηση σε δογματικά θέματα από μέρους του και ο εκάστοτε Βυζαντινός Αυτοκράτορας από την άλλη ο οποίος για να αποκρούσει τους κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία του ήθελε την στήριξη των Λατίνων.  Φυσικά οι αντιδράσεις του πληρώματος της Εκκλησίας ήταν πάντα έντονες οπού κλήρος και λαός της πίστεως φρουρός.
Μια τέτοια προσπάθεια αποφασίστηκε από τον πάπα Ευγένιο Δ' και τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο. Έτσι τον Απρίλιο του 1438 ξεκίνησαν οι προκαταρκτικές συζητήσεις της ενωτικής αυτής συνόδου.
Μαζί με τον αυτοκράτορα ήταν ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Ιωσήφ οι εκπρόσωποι των πατριαρχείων της Ανατολής μητροπολίτες Εφέσου Μάρκος ο Ευγενικός,Ηρακλείας Αντώνιος και Σάρδεων Διονύσιος. Επίσης ο Νίκαιας Βησσαρίων,ο μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος,ο Μονεμβασιάς Δωρόθεος και πολλοί μοναχοί και ιερομόναχοι. Επίσης ο αδελφός του αυτοκράτορα Δημήτριος.
Από την αρχή φάνηκε το μάταιο των προσπαθειών. Τα επιχειρήματα του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού σχετικά με την προσθήκη του Filioque ήταν αποστωμοτικά. Αρκούσε η απαγόρευση της Γ' Οικουμενικής Συνόδου κάθε προσθήκης ή μεταβολής στο σύμβολο της Πίστεως.
Και τότε άρχισαν οι πονηριές από πλευράς των παπικών.Αρνούμενοι να εξαλείψουν την παράνομη προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως μετέφεραν τις θεολογικές συζητήσεις στην πόλη της Φλωρεντίας αφου δελέασαν τον αυτοκράτορα με παροχή πλοίων και χρημάτων.Επίσης οι διαρροές υπέρ της ενώσεως από τους Νίκαιας Βησσαρίων και Ρωσίας Ισίδωρο ευνόησε τους παπικούς ετσί ώστε να παρακάμψουν τις συζητήσεις σχετικά με την προσθήκη του Filioque και αφου ο αυτοκράτορας απομόνωσε τον Εφέσου Μάρκο και τον Ηρακλείας Αντώνιο έδωσε τα ηνία των διαλόγων στον Βησσαρίων και στον Ισίδωρο.
Ο πάπας ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει την ορθόδοξη αντιπροσωπία να επιστρέψει εάν δεν γινότανε η ένωση. Έτσι μετά από πολλές υποχωρήσεις οι ορθόδοξοι ενέδωσαν στο filioque,στα άζυμα στο καθαρτήριο πυρ και στο παπικό πρωτείο. Τον όρο της ενώσεως τον υπέγραψαν δεκαοχτώ Έλληνες αρχιερείς και έντεκα κληρικοί.Δεν υπέγραψαν ο Άγιος Μάρκος καθώς και οι επίσκοποι Σταυρουπόλεως και Ιβηρίας.

 

Η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας στο Κείμενο της Αλεξάνδρειας

 

1.17.  σύνοδος τς Φερράρας-Φλωρεντίας (1438–1439) συγκλήθηκε, ν συνεδρίαζε κόμη κονσιλιαριστικ σύνοδος τς Βασιλείας (1431–1449), πο εχε πορριφθε π τν Πάπα Εγένιο Δ΄ (1431–1447). Κα ο δύο ντιμαχόμενες δυτικς πλευρές εχαν προσκαλέσει τν ατοκράτορα κα τν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, λλ, κολουθώντας τν ρχ τς πενταρχίας, ατοκράτορας κα Πατριάρχης ποφάσισαν ν μν πνε στ Σύνοδο τς Βασιλείας λλ στ Φερράρα, κα μετ στ Φλωρεντία, που βρισκόταν πάπας. Εναι, πίσης, λήθεια τι, π τν πίεση τν θωμανν κα τν νάγκη στρατιωτικς νίσχυσης, ατοκράτορας κα Πατριάρχης ναγνώριζαν τι πάπας ταν σ θέση ν ξασφαλίσει δυτικ βοήθεια πρ τς Κωνσταντινούπολης.

σύνοδος σχολήθηκε μέ τά θέματα διαφωνίας πο εχαν νακύψει νάμεσα στς δύο κκλησίες, εδικότερα: τ Filioque, τ χρήση ζύμων στν Εχαριστία, τ καθαρτήριο, τν μετ θάνατον θεωρία το Θεο, κα τ παπικ πρωτεο. βούλλα τς νωσης, Laetentur coeli (1439), μ μι σημαντική βιβλικ εσαγωγή, μνοσε τν Χριστ ς τν κεφαλ κα τν κρογωνιαο λίθο τς πανενωμένης κκλησίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟΥ.Η Σύνοδος της Βασιλείας (1431- 14377) ευνόησε τις προσπάθειες αναμόρφωσης της Καθολικής Εκκλησίας, και εξέδωσε μια σειρά διαταγμάτων που περιόριζαν την παπική εξουσία και προσπαθούσαν να αναβιώσουν τις συνοδικές λειτουργίες της πρώτης δυτικής εκκλησίας. Σφοδρός αντίπαλος αυτών των προσπαθειών ήταν ο Πάπας Ευγένιος Δ΄. Όταν η Σύνοδος της Βασιλείας κατέστη άκαρπη εξαιτίας των αντιμαχιών, και οι δυο πλευρές, Πάπας και Συμβούλιο της Συνόδου αναζήτησαν νέους τρόπους υπεροχής. Ο Πάπας, αποκήρυξε τη Σύνοδο της Βασιλείας, (η Σύνοδος αυτή δεν αναγνωρίζεται από την Καθολική Εκκλησία μέχρι σήμερα) και διακήρυξε νέα σύνοδο στη Φερράρα, με τους Επισκόπους που του έμειναν πιστοί.

Οι διαφωνούντες επίσκοποι αναζήτησαν την προστασία του Γάλλου βασιλιά, ο οποίος συγκάλεσε για αυτό τον σκοπό ένα Εθνικό συμβούλιο που διέταξε να συνέλθει στη Μπουρζ τον Μάιο του 1438. Στις 7 Ιουλίου 1438, ο βασιλιάς εξέδωσε το διάταγμα, Caroli Septimi Frankorum Regis Pragmatica Sanctio, στην οποίο αποδέχτηκε τις αποφάσεις του Εθνικού συμβουλίου της Γαλλίας και διέταξε την τήρησή τους. Ουσιαστικά περιέχει τις αρχές της υπεροχής μιας οικουμενικής συνόδου έναντι του Πάπα, της τακτικής διεξαγωγής γενικών συνόδων και του περιορισμού των παπικών επιφυλάξεων και απαιτήσεων φόρου.

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023)-ΣΧΟΛΙΑ

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023)-ΣΧΟΛΙΑ


ΜΕΡΟΣ ΣΤ2 -Σχόλια

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Σημείωση. Για να μην κουράσουμε τους αναγνώστες αναλύοντας κάθε άρθρο του Κειμένου της Αλεξάνδρειας θα κάνουμε μια γενική αξιολόγηση του κειμένου για το  Πρωτείο  και το Αλάθητο του Πάπα, ΄ώστε να παρουσιάσουμε τις ορθόδοξες θέσεις.



--------------------------------------------------------------------------------------------

 Μελετώντας το κείμενο για το πρωτείο και το αλάθητο του Πάπα στην δεύτερη χιλιετία διαπιστώνουμε τα εξής.

Α. Γίνεται μια ιστορική παράθεση της εμφάνισης και της εξέλιξης του Πρωτείου με απόκρυψη σημαντικών εκκλησιαστικών γεγονότων. Στη ν δεύτερη χιλιετία υπήρξε το Σχίσμα των Εκκλησιών και οι Ρωμαικαθολικοί πλέον είναι ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ. Το 1009 και το 1014 κατελήφθη ο θρόνος της Πρεσβυτέρας Ρώμης από τους Φράγκους και εισήχθη το filioque για πρώτη φορά στο Σύμβολο της Πίστεως, τότε ο Πατριάρχης της Νέας Ρώμης διέγραψε από τα δίπτυχα τον Επίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης και από τότε υπάρχει ακοινωνησία, η οποία δεν ήρθη μέχρι τώρα, έστω και αν έγινε to 1965  η άρση των αναθεμάτων του 1054.Επίσης όλες οι αιρέσεις, που ξεκινούν από την διδασκαλία των Λατίνων  ότι  στον Θεό ταυτίζεται η άκτιση ουσία με την άκτιστη ενέργεια και επομένως ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση δια κτιστών ενεργειών, είναι αιρέσεις που εισήχθησαν στην Πρεσβυτέρα Ρώμη κατά την Β' χιλιετία.

Β. Κατά την Β χιλιετία παρατηρείται πιο έντονα και η αλλαγή της εκκλησιολογίας, γιατί τα πρεσβεία τιμής που είχαν δοθεί στον Επίσκοπο της Πρεσβυτέρας Ρώμης μετατράπηκαν σε πρωτείο διακονίας όλης της Εκκλησίας. Και εδώ βέβαια παρατηρείται το σοβαρότερο πρόβλημα. Λόγω δε των αιρέσεων που εισήχθησαν στους Λατίνους κατά την Β χιλιετία δεν είναι δυνατόν να ισχύουν τα πρεσβεία τιμής της Α χιλιετίας

Γ. Στην Α χιλιετία θεσπίσθηκαν πρεσβεία τιμής και όχι διακονίας στον Επίσκοπο της Πρεσβυτέρας Ρώμης, όπως και ίσα πρεσβεία τιμής στον Επίσκοπο της Νέας Ρώμης, εν τούτοις μετά την εισαγωγή αιρετικών δοξασιών ο κατέχων τον θρόνο της Πρεσβυτέρας Ρώμης δεν έχει τα πρεσβεία τιμής στο συνοδικό σύστημα των Πατριαρχών της Ανατολής. Επομένως, όχι μόνον δεν υφίσταται πρωτείο εξουσίας-διακονίας του Πάπα σε όλη την Εκκλησία, αλλά ούτε και πρεσβεία τιμής στο συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας, μετά την εισαγωγή ετεροδοξασιών.

Δ. Στην Α Βατικάνεια Σύνοδο (1870) θεσπίσθηκε το αλάθητο του Πάπα, ενώ στην Β Βατικάνεια Σύνοδο (1962-1965) καθορίσθηκε η έννοια του πρωτείου του Πάπα σε όλη την Εκκλησία.

Ε. Στο βιβλίο που εκδόθηκε από το Βατικανό με τίτλο «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας» –η οποία Κατήχηση συγκροτήθηκε από Επιτροπή δώδεκα Καρδιναλίων και Επισκόπων υπό την προεδρία του Καρδιναλίου Ιωσήφ Ράτσινγκερ, που αργότερα έγινε Πάπας Βενέδικτος , βάσει όλων των συνοδικών αποφάσεων του Βατικανού και κυρίως της Β Συνόδου του Βατικανού– υπάρχει και ενότητα με τίτλο «Ο σύλλογος των Επισκόπων και ο αρχηγός του, ο Πάπας».

Στο κείμενο αυτό γράφονται τα  εξής:

- Ο Χριστός "συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσα τους". "Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο Αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο Επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι Επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο".

-Ο Κύριος; μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ' αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά, τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου. "Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης, χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους". Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της Εκκλησίας και συνετίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (ΙΟΥΝΙΟΣ 2023)-Πρώτο μέρος


ΜΕΡΟΣ ΣΤ-1 (πρώτο μέρος )

Έρευνα  πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου  Αθανασίου (χημικού)




Εισαγωγικά

Από τις 47 παραγράφους του κειμένου της Αλεξάνδρειας (ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ), που υπογράφτηκε από την Μικτή Θεολογική Επιτροπή  Διαλόγου Ορθοδόξων και Παπικών στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Ιούνιο του 2023,  οι  27 αναφέρονται στο πρωτείο του Πάπα και στο Αλάθητο.

Στην συνέχεια παραθέτουμε τις ενότητες αυτές για μελέτη και ενημέρωση και στην συνέχεια θα ακολουθήσει ο σχολιασμός. Όπως παρατηρούμε γίνεται μια ιστορική παρουσίαση της καθιέρωσης του Πρωτείου κατά την δεύτερη χιλιετία .

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθούν στα γραφόμενα   στις παραγράφους 1.2-1.12 -3.5-3.6-3.10-4.7-5.2-5.3-5.4 και 5.5.

 ------------------------------------------------------------------------------------------

 

1. Ἀπὸ τὸ 1054 στὴ Σύνοδο τῆς Φεράρας-Φλωρεντίας

1.2. Ἡ λεγόμενη Γρηγοριανὴ Μεταρρύθμιση, ποὺ ἔλαβε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν Πάπα Γρηγόριο Ζ´ (1073–1085), κατόρθωσε νὰ θέσει τέλος στὸν συστηματικὸ διορισμὸ ἐπισκόπων καὶ ἡγουμένων ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Ἀποκαταστάθηκαν οἱ κανονικὲς ἐκλογές ἔτσι ὥστε, τὸ σῶμα τῶν κληρικῶν ἑνὸς καθεδρικοῦ ναοῦ μποροῦσε νὰ ἐκλέγει τὸν ἐπίσκοπό τους καὶ οἱ μονὲς μποροῦσαν νὰ ἐκλέγουν τοὺς ἡγουμένους τους. Συγχρόνως, ἡ μεταρρύθμιση ἀποσκοποῦσε νὰ καταπολεμήσει τὶς ἠθικὲς παρεκτροπὲς στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κοινωνία τῆς Δύσης. Σ’ αὐτὴν τὴν διαδικασία τῆς μεταρρύθμισης ἡγήθηκε ὁ πάπας μέσῳ τῶν παραδοσιακῶν ρωμαϊκῶν τοπικῶν συνόδων. Στὸ μεταξύ, ἡ ἐξουσία τοῦ πάπα ἐπεκτεινόταν ὅλο καί περισσότερο στὸ κοσμικὸ ἤ πολιτικό πεδίο, καθὼς ὁ Γρηγόριος πέτυχε ἀκόμη καὶ νὰ ἐκθρονίσει τὸν αὐτοκράτορα Ἑρρῖκο Δ΄ (1050-1106). Δόθηκε ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν εὐθύνη τῆς Ρωμαϊκῆς Ἕδρας νὰ προφυλάξει τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ ἐξωτερικὲς παρεμβάσεις καὶ ἐσωτερικὲς καταχρήσεις.

 

1.3. Κατὰ συνέπεια, ἀναπτύχθηκε μιὰ ἐκκλησιολογία περισσότερο νομική. Οἱ Ψευδοισιδώρειες Διατάξεις (9ος αἰῶνα) καὶ ἡ ψευδοκωνσταντίνεια Δωρεά (πιθ. 8ος αἰῶνα), κείμενα ποὺ ἐσφαλμένως θεωρήθηκαν ὡς αὐθεντικά, ἔδωσαν ἔμφαση στὸν κεντρικὸ ρόλο τοῦ πάπα στὴ Λατινικὴ Ἐκκλησία. Τὰ νέα ἐπαιτικὰ τάγματα τοῦ 13ου αἰ., ὅπως οἱ Φραγκισκανοὶ καὶ οἱ Δομηνικανοί, τὰ ὁποῖα ἐξαιρέθηκαν ἀπό κανονικὴ ὑπαγωγή τους στὴν κατά τόπους ἐπισκοπικὴ ἐξουσία, προώθησαν τὴν ἀντίληψη ὅτι στὴν παποσύνη εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ποιμαντικὴ φροντίδα σύνολης τῆς Ἐκκλησίας.

 

1.4. Μετὰ τὴν περί Περιβολῆς Ἔριδα στὰ τέλη τοῦ 11ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 12ου αἰ., ἡ Ἐκκλησία ἐνεπλάκη σὲ μιὰ ἄλλη μεγάλη διαμάχη μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, μέ διακύβευμα τόν ἡγετικό ρόλο στὸν δυτικὸ χριστιανικὸ κόσμο. Ὁ Ἰννοκέντιος Γ΄ (1198–1216) ἑδραίωσε τὴν θεώρηση ὅτι ὁ πάπας εἶναι ἡ κεφαλὴ ποὺ διοικεῖ ὅλο τὸ ἐκκλησιακὸ σῶμα. Ὡς διάδοχος τοῦ Πέτρου, ὁ πάπας εἶχε τὴν πλήρη ἐξουσία (plenitudo potestatis) καὶ τὴ μέριμνα ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν (sollicitudo omnium ecclesiarum). Οἱ ἐπιμέρους ἐπίσκοποι ἐκαλοῦντο νὰ συμμετέχουν σ’ αὐτὴ τὴ μέριμνα (in partem sollicitudinis), διαμέσου τῆς ποιμαντικῆς φροντίδας γιὰ τὴν ἐπισκοπή τους.

 

1.5. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, παρὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς διδασκαλίας περί τοῦ ρωμαϊκοῦ πρωτείου, ἡ συνοδικότητα ἦταν ἀκόμη ἐμφανής. Οἱ πάπες ξακολουθοσαν ν διοικον τ Λατινικ κκλησία μ τ ρωμαϊκ σύνοδο, ποία ποτελονταν π τος πισκόπους τς ρωμαϊκς περιφέρειας κα κείνους πο ταν παρόντες στ Ρώμη. σύνοδος κανονικ συνερχόταν δύο φορς τν χρόνο. Προβλήματα ξετάζονταν κα συζητιονταν λεύθερα π λους τος συμμετέχοντες. πάπας ς πρτος (primus) λάμβανε τς τελικς ποφάσεις. Δν πάρχει καμμία νδειξη τι πάπας δεσμευόταν π τν ψηφοφορία, λλ, πίσης, δν πάρχει καμμία νδειξη τι πάπας λαβε ποιαδήποτε τελικ πόφαση ντίθετα π τν γνώμη τς συνόδου του.

 ..............................................................................

1.7. Στὴ Δύση, ὑπῆρχαν ἐπαρχιακὲς σύνοδοι, ἀλλὰ οἱ πάπες συγκαλοῦσαν, ἐπίσης, γενικὲς συνόδους, ὅπως οἱ τέσσερις τοῦ Λατερανοῦ (1123, 1139, 1179, 1215), ποὺ συνέχισαν τὴ μεταρρύθμιση τῆς Ἐκκλησίας στὴ Δύση. Ὁ κανόνας 5 τῆς Δ´ Λατερανῆς Συνόδου (1215) δήλωσε ὅτι «ἡ ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία … μέσῳ παραχώρησης τοῦ Κυρίου ἔχει τὸ πρωτεῖο τῆς κανονικῆς (τακτικῆς) ἐξουσίας πάνω σέ ὅλες τὶς ἄλλες ἐκκλησίες, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ μητέρα καὶ διδάσκαλος (mater et magistra) ὅλωντῶν πιστῶν τοῦ Χριστοῦ». Ἡ ἴδια Σύνοδος κάλεσε τοὺς Ἕλληνες «νὰ συμμορφωθοῦν σὰν ὑπάκουοι υἱοὶ στὴν ἁγία Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, τὴ μητέρα τους, ὥστε νὰ γίνει ἕνα ποίμνιο καὶ ἕνας ποιμήν» (Καν. 4). Ἡ πρόσκληση αὐτὴ δὲν ἔγινε δεκτή.

………………………………………………………………………………………………………………………

1.12. Μετὰ τὴν ἀνασύσταση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1261, ἦταν ἐκ νέου δυνατό νὰ οἰκοδομηθοῦν ἀμοιβαῖες σχέσεις. Πράγματι, ἡ Δεύτερη Σύνοδος τῆς Λυών (1274) διακήρυξε μιὰ ἕνωση, ἡ ὁποία περιεῖχε τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ εἶχε ἀξιώσει παλαιότερα ὁ Πάπας Κλήμης Δ΄ (1267) καὶ εἶχε ὑπογράψει ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγος (τὸν Φεβρουάριο 1274), καὶ μέ τήν ὁποία ἀποδεχόταν τοὺς Λατινικοὺς ἰσχυρισμοὺς γιὰ τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ παπικὸ πρωτεῖο, καὶ ἄλλα διαφιλονικούμενα ζητήματα (π.χ., τὸ καθαρτήριο, τὰ ἄζυμα). Δεχόνταν ὅτι ἡ Ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία εἶχε “summum plenumque principatum” (τὸ ὑψηλότερο καὶ πληρέστερο πρωτεῖο) ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι ὁ διάδοχος τοῦ Πέτρου εἶχε λάβει “plenam potestatem” (τὴν πλήρη ἐξουσία) νὰ τὴ διοικεῖ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι καλοῦνταν ἁπλὰ νὰ συμμετέχουν στήν δικὴ του μέριμνα. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἀπορρίφθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1285.

………………………………………………………………………………………………

1.14. Μιὰ ριζικὴ ἀλλαγὴ στὸ πολιτικὸ πεδίο, ποὺ συντελέστηκε τὸν 14ο καὶ τὸν 15ο αἰ., ἔθεσε τέρμα στὴν παπικὴ κοσμικὴ κυριαρχία. Ἡ προσπάθεια τοῦ Πάπα Βονιφάτιου Η΄ (1294-1303) νὰ ἐπαναβεβαιώσει τὸ παπικὸ πρωτεῖο στὸ κοσμικὸ ἐπίπεδο μὲ τὴ βούλλα Unam Sanctam (1302) προκάλεσε τὴ βίαιη ἀντίθεση τοῦ βασιλιὰ τῆς Γαλλίας, βάζοντας ἔτσι τέλος στὴν παπικὴ ἀξίωση νὰ κυβερνᾶ τὸν κόσμο πολιτικά. Τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ ἀκολούθησε, μερικὰ χρόνια ἀργότερα, ἡ ἐξορία τῆς παπικῆς ἕδρας στὴ γαλλικὴ πόλη τῆς Ἀβινιόν, ὅπου οἱ πάπες ἔζησαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς γαλλικῆς μοναρχίας γιὰ ἑβδομήντα χρόνια.

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΧΙΛΙΕΤΙΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ (κειμενο της Αλεξάνδρειας)-Aπαραίτητα ιστορικά στοιχεία

 

Aπαραίτητα ιστορικά στοιχεία

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος δημήτριος Αθανασίου

Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση και τον σχολιασμό του κειμένου της Αλεξάνδρειας(  Ιούνιος 2023)  του 1923, κάνουμε μια παρένθεση προκειμένου να παρουσιάσουμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία, για τα τεκταινόμενα τον Ιούνιο 2023 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, απαραίτητα για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων.

----------------------------------------------------------------------------------------

     Το πρωί της 1ης Ιουνίου 2023 έλαβε χώρα στην Αίθουσα του Θρόνου του Πατριαρχικού Μεγάρου Αλεξανδρείας η επίσημη τελετή έναρξης των εργασιών της διεθνούς Μικτής Θεολογικής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

     Υποδεχόμενος τους 24 Ορθοδόξους και 18 Ρ/Καθολικούς μετέχοντες, Καρδιναλίους, Μητροπολίτες, Πρεσβυτέρους και λαϊκούς θεολόγους, ο Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ.Θεόδωρος Β’, ανέφερε: «Με ιερή συγκίνηση και ιδιαίτερη χαρά υποδεχόμεθα εν βαθεία αγάπη και τιμή τους Σεβασμιωτάτους Συμπροέδρους και τα μέλη της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Καθέδρα του Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου, στον ιστορικό χώρο του Δευτεροθρόνου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, με την δισχιλιοστή Αποστολική παρακατάθηκη, την πολυκύμαντη ιστορία και το ελπιδοφόρο μέλλον και σας απευθύνουμε τον εγκάρδιο αδελφικό χαιρετισμό «καλώς ήλθατε».

 


     Ανασκοπούντες τις μέχρι τούδε εξελίξεις στις σχέσεις μεταξύ των δύο αδελφών Εκκλησιών, ενθυμούμενοι τις άριστες σχέσεις των δύο παλαίφατων Θρόνων, Αλεξανδρείας και Ρώμης και ιδία του κοινού μας αγίου προκατόχου ημών Ευλογίου, ο οποίος αντήλλαξε πλήθος επιστολών με τον Πάπα Ρώμης Γρηγόριο Α΄ τον Διάλογο προς καταπολέμηση των αιρέσεων της εποχής, ευλογούμε το όνομα του Αρχιποίμενος Κυρίου μας και θερμή ευχαριστία προσάγουμε προς τον εν Τριάδι Θεό, ο οποίος μας καταξίωσε να διανύσουμε από κοινού σημαντική απόσταση στην οδό του θελήματος Αυτού και να υπηρετήσουμε το πνεύμα της καταλλαγής, της ειρήνης, της αγάπης και της ειλικρινούς αδελφικής συνεργασίας.

Η Ορθόδοξη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, πορευόμενες εν διαλόγω αγάπης συνέστησαν δύο τεχνικές εκ θεολόγων Επιτροπές για την προπαρασκευή του θεολογικού διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών.

Οι δύο αυτές επιτροπές συνέστησαν, από κοινού, μία μικτή συντονιστική ομάδα, η οποία συνήλθε στη Ρώμη τον Μάρτιο του έτους 1978, υπό την συμπροεδρία του αοιδίμου Προκατόχου και Πνευματικού Πατέρος μας, Μητροπολίτου Καρθαγένης Παρθενίου, μετέπειτα Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και του επιφανούς Επισκόπου Ραμόν Τορρέλα.

Το επιτελεσθέν έργο της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής αποτελεί αναμφισβήτητα ορόσημο στην ιστορία και πολύτιμο κεφάλαιο για τη ζωή και περαιτέρω πορεία των δύο ημών Εκκλησιών. Και το κεφάλαιο αυτό βρίσκεται ήδη στη διάθεσή μας και αναμένει την από μέρους μας αξιοποίησή του, βρίσκεται δε γενικά στη διάθεση της Χριστιανοσύνης προς εξυπηρέτηση του ιδεώδους της ενότητος.

Είναι πανθομολογούμενο ότι ο θεολογικός διάλογος χρειάζεται να καλλιεργηθεί, να προχωρήσει και να καρποφορήσει σε όλα τα επίπεδα με ειλικρίνεια, εντιμότητα και αμοιβαίο σεβασμό.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία οι επαφές, οι συνομιλίες, οι συνεννοήσεις και με μια λέξη ο διάλογος, είναι πράξεις συνυφασμένες με το είναι Της.

Η μέχρι σήμερα πορεία του θεολογικού διαλόγου των δύο Εκκλησιών μας απέδειξε ότι για να αναπτυχθεί ένας Διάλογος, πρέπει να δημιουργούνται συνθήκες αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής θελήσεως.

Συνθήκες ελευθερίας και αγάπης. Δύο μεγέθη πολύ σημαντικά.

Επίσης, τα μέχρι τώρα συντελεσθέντα, μάς υπενθυμίζουν ασφαλώς το καθήκον και την ευθύνη να συνεχίσουμε να προάγουμε το έργο της ενότητος, ενισχύουν δε την ελπίδα ότι ο Κύριος θα ευλογήσει και εφεξής τις προσπάθειές μας.

Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε, ότι έχουμε να διανύσουμε μακρά και επίπονη οδό, να καλύψουμε διά συστηματικής εργασίας μεγάλες αποστάσεις, να διαλύσουμε προκαταλήψεις και να διδαχθούμε από τα σφάλματα του παρελθόντος.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως «πρώτοθρονο μεταξύ ίσων», την περίοδο του διαλόγου της αγάπης είχε υποστηρίξει πολύ ορθά ότι « το θέμα της ενώσεως είναι μέγα και ιερώτατο, ότι δεν είναι υπόθεση προσώπων, αλλά αυτής ταύτης της Ορθοδοξίας, και ότι επιβάλλεται η μετά δέους και του προσήκοντος σεβασμού μελέτη αυτού, εν συνεργασία πάντοτε μετά πασών των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, απεφευγομένης πάσης βεβιασμένης ενεργείας».

Αγαπητοί μου,

Οφείλουμε να γίνουμε διάκονοι της ενότητος της Εκκλησίας με την αγάπη της Αληθείας του Χριστού, χωρίς εκπτώσεις στα της Πίστεως, με την αλήθεια της αγάπης Του, με τόλμη, υπομονή και θάρρος.

Περαίνοντες τον χαιρετισμό μας, σας ευχαριστούμε σεβάσμιοι και προσφιλέστατοι εν Χριστώ αδελφοί, διά την τιμή της ευλογητής ταύτης συναντήσεως και επικοινωνίας μεθ΄ ημών, ευχόμενοι όπως ο Κύριος ευλογεί τις κοινές μας προσπάθειες προς εκπλήρωση του Αγίου θελήματός και προς δόξαν του αγίου ονόματος Αυτού.

Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

H Δ Σταυροφορία (13 Απριλίου 1204) στο κείμενο της Αλεξάνδρειας 2023 και τα ιστορικά γεγονότα που αποσιωπούνται.

 


Επιμέλεια: πρωτοπρεσβύτερος Δημ.Αθανασίου (χημικός)


Η Τέταρτη Σταυροφορία στο κείμενο της Αλεξάνδρειας

1.9. Η τέταρτη σταυροφορία (1204) κατέληξε στη λεηλασία της Κωνσταντινουπόλεως και την ίδρυση παράλληλων λατινικών ιεραρχιών στις εναπομείνασες αρχαίες έδρες της Ελληνικής Εκκλησίας. Παρ’ όλο που αποθάρρυνε τους Βενετούς να κυριεύσουν την Κωνσταντινούπολη, ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ ακολούθως διόρισε Λατίνο Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη και στην Αλεξάνδρεια.

 

 Σύντομα ιστορικά στοιχεία

Στις 13 Απριλίου 1204, η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους σταυροφόρους. Είχαν προηγηθεί μια σειρά από ολέθρια και προδοτικά λάθη των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Ο Ισαάκιος Β' Άγγελος ανατράπηκε από τον μεγαλύτερο αδελφό του Αλέξιο Γ', ο οποίος τον τύφλωσε (1195). Ο γιος του Ισαάκιου, Αλέξιος Άγγελος, δραπέτευσε από τη φυλακή και ζήτησε τη βοήθεια των σταυροφόρων για την ανακατάληψη του θρόνου από τον πατέρα του, υποσχόμενος να τους ανταμείψει με υπέρογκα ποσά. Επρόκειτο για τους σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας που ξεκίνησε το 1201 με πρωτοβουλία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ', με σκοπό την κατάληψη των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους. Καθώς οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, λόγω της αδυναμίας τους να συγκεντρώσουν τα χρήματα που απαιτούνταν για τη μεταφορά των στρατευμάτων, δέχτηκαν την πρόταση του Αλέξιου και υπόγραψαν σχετική συμφωνία με την Κέρκυρα.
Επικεφαλής των σταυροφόρων, που υπολογίζονται σε 10.000, ήταν ο Βενετός Δάνδαλος, που παρά την ηλικία του (ήταν περίπου 80 χρονών τότε), είχε απίστευτη ενεργητικότητα και σπουδαίες στρατιωτικές αρετές. Ο σταυροφορικός στόλος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1203. Ο Αλέξιος Γ' κυβερνούσε οχτώ χρόνια. Η διαφθορά και η ανικανότητά του είχαν περιορίσει τον άλλοτε κραταιό βυζαντινό στόλο σε λίγα σκάφη. Η προσπάθειά του να διαπραγματευτεί με τους Λατίνους, απέτυχε.
Οι σταυροφόροι κατέλαβαν με έφοδο τον πύργο του Γαλατά στις 6 Ιουλίου, έκοψαν την αλυσίδα που ήταν τοποθετημένη κάθετα στον Κεράτιο Κόλπο και κατέστρεψαν τα λίγα βυζαντινά πολεμικά πλοία που βρήκαν εκεί. Ο Δάνδολος, έδωσε εντολή για γενική έφοδο (9 Απριλίου 1204) κατά μήκος του τείχους που έβλεπε προς την ανατολική όχθη του Κεράτιου Κόλπου. Για τρεις μέρες, οι Δυτικοί δεν μπορούσαν να πετύχουν κάτι ουσιαστικό. Όταν όμως φύσηξε ούριος άνεμος, τα βενετικά αποβατικά σκάφη βρέθηκαν κάτω από τα τείχη, οι Φράγκοι και οι Βενετοί κατέλαβαν δύο πύργους και άνοιξαν τρεις πύλες απ' όπου μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Ορισμένα στοιχεία που η Μικτή Θεολογική Επιτροπή διαλόγου θέλουν να ξεχάσουμε

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ 1054 ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 2023.(Ε)

 

ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ 1054  ΚΑΙ  ΤΑ  ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ.

ΜΕΡΟΣ-Ε



πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)

Πριν συνεχίσουμε την παρουσίαση του πρωτείου και της Συνοδικότητας στο κείμενο της Αλεξάνδρειας 2023 (Κ.Α-2023) αξίζει να δούμε  πώς παρουσιάζει το συγκεκριμένο κείμενο το ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ 1054  και τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ γιατί τα συγκεκριμένα γεγονότα έχουν  άμεση σχέση και με το πρωτείο του Πάπα. Στις παραγράφους  1.1 και στην 4.8  του κυρίου μέρους του κειμένου (Κ.Α-2023)  γράφονται τα εξής:

1.1.     1.1       Στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας, δυσκολίες και διαφωνίες ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση οξύνθηκαν από πολιτισμικούς και πολιτικούς παράγοντες. Οι πράξεις των αναθεμάτων το 1054 επιδείνωσαν την αποξένωση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Η ανατολική και η δυτική Εκκλησία κατέβαλαν προσπάθειες να αποκαταστήσουν την ενότητά τους. Εντούτοις, ως αποτέλεσμα των σταυροφοριών, και ιδιαίτερα της άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως κατά την τέταρτη σταυροφορία (1204), το σχίσμα του 1054 δυστυχώς έγινε βαθύτερο.

4.8. Τον Ιανουάριο του 1964, ο Πάπας Παύλος Στ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συναντήθηκαν στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ. Στις 7 Δεκεμβρίου 1965, την προτελευταία ημέρα της Β΄ Βατικανής Συνόδου, οι ίδιοι προχώρησαν στην άρση των αμοιβαίων αναθεμάτων του 1054 σε ταυτόχρονη τελετή στο Βατικανό και στο Φανάρι. Στην επικοινωνία τους κατά τη δεκαετία του 1960, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος Στ΄ άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο «αδελφές Εκκλησίες» σε αναφορά με την Εκκλησία της Ρώμης και την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Η Β΄ Βατικανή αναγνώρισε ότι οι Ανατολικές Εκκλησίες «κατέχουν αληθινά μυστήρια, κυρίως, μέσω της αποστολικής διαδοχής, την ιερωσύνη και τη θεία Ευχαριστία» (Unitatis Redintegratio, 15) και παρακίνησε σε διάλογο με αυτές τις Εκκλησίες, επικεντρώνοντας την προσοχή στις σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα σ’ αυτές και τη Ρωμαική Έδρα «πριν από τον χωρισμό» (Unitatis Redintegratio, 14).

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

1.Οι παράγραφοι 1.1 και 4.8 του Κ.Α-2023  είναι οι μοναδικές που αναφέρονται στα  γεγονότα του 1054.

2.Ο τρόπος παρουσίασης των γεγονότων είναι αποπροσανατολιστικός  αφού αποκρύπτονται όλα τα ιστορικά στοιχεία.

3.Δεν χρησιμοποιείται σε καμία παράγραφο η λέξη ΣΧΙΣΜΑ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ.

4.Δεν αναφέρονται πουθενά οι εκκλησιαστικοί λόγοι που δημιούργησαν τα γεγονότα του 1054 αλλά αφήνουν να εννοηθούν ότι αυτά οφείλονται σε πολιτισμικούς και πολιτικούς λόγους.

5.Δεν εξηγείται  πουθενά τι ήταν τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ και γιατί διατυπώθηκαν.

6..Θεωρείται λήξαν το ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ 1054 με την ΑΡΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ με τη  καθιέρωση του όρου -ΑΔΕΛΦΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων και την αναγνώριση της  εκκλησιαστικότητας των Ανατολικών Εκκλησιών από την Β Βατικανή Σύνοδο.

7. Το Σχίσμα του 1054, ήταν το γεγονός που διαίρεσε τον Χαλκηδόνιο Χριστιανισμό σε Δυτικό ΡΚαθολικισμό και Ανατολική Ορθοδοξία. Αν και εντοπίζεται χρονολογικά στο έτος 1054, όταν ο Πάπας Λέων Θ΄ και ο Πατριάρχης Μιχαήλ Α΄ Κηρουλάριος αντάλλαξαν μεταξύ τους Αναθέματα, το Σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα μιας εκτεταμένης περιόδου αποξένωσης μεταξύ των δύο εκκλησιών. Οι αρχικές αιτίες του σχίσματος ήταν οι διαφωνίες σχετικά με την παπική αρχή — ο Πάπας απαιτούσε να έχει εξουσία ανώτερη των τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής και να ασκεί δικαιοδοσία πάνω τους, ενώ οι τέσσερις Πατριάρχες υποστήριζαν, ότι η πρωτοκαθεδρία του Πατριάρχη Ρώμης ήταν μόνο τιμητική, και έτσι είχε εξουσία μόνο πάνω στους Χριστιανούς της Δύσης — καθώς και η εισαγωγή του όρου filioque στο Σύμβολο της Νικαίας. 

Υπήρχαν και άλλοι, λιγότερο σημαντικοί καταλύτες για το Σχίσμα, συμπεριλαμβανομένης της διαφοράς στη λειτουργική πρακτική και των συγκρουόμενων αξιώσεων περί της αρμοδιότητας.

Η διάσπαση των Εκκλησιών έγινε με βάση δογματικά, θεολογικά, γλωσσικά, πολιτικά και γεωγραφικά σύνορα και το θεμελιώδες ρήγμα δεν θεραπεύτηκε ποτέ.

 

Η Άρση των Αναθεμάτων

Επειδή η άρση των Αναθεμάτων το 1965 γίνεται επιχείρημα στην παραχάραξη της Ιστορίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται και στο κείμενο της Αλεξάνδρειας (Κ.Α 2023) γι΄αυτό  από βιβλίο του π.Σπυρίδωνος Μπιλάλη  -«ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ  ΠΑΠΙΣΜΟΣ»  μεταφέρουμε τα παρακάτω ιστορικά στοιχεία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου