ΥΠΑΚΟΗ
ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ
ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ;
του π. Θεοδωρου ΖΗΣΗ
ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ
ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ
Τί μάς διδάσκει το εκκλησιαστικό παρελθόν
σχετικώς με την υπακοή στον Πνευματικό μας Πατέρα, όταν πρόκειται περί θέματος
Πίστεως, δογματικό ή σχετικό με τους ιερούς Κανόνες; Οφείλουμε αδιάκριτη υπακοή
όταν ο Πνευματικός αντιτεθεί προς την Παράδοση της Εκκλησίας ή όχι; Παίρνουμε
επάνω μας έναντι Θεού την ευθυνη της «ανυπακοής» ή μάς καλύπτει η υπακοή στον
Χριστό βάσει της αλαθήτου Παραδόσεως της Εκκλησίας; Σε τούτα τα ερωτήματα θα
προσπαθήσουμε να δώσουμε μερικές απαντήσεις.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή
1. Ο Πνευματικός πρέπει να είναι ο καλύτερος
δυνατός, από πάσης απόψεως
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον
Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις
3. Απαγορεύεται η αδιαφορία η η σιωπή περί των
αιρέσεων εκ μέρους του Πνευματικού
4. Τι λέγει η Αγία Γραφή για την αξιέπαινη απείθεια
5. Ο Μοναχός πρέπει να φεύγει από την υπακοή σε
αιρετικό Ηγούμενο, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες
6. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά ανυπακοή
στους κακοδόξους εκκλησιαστικούς ηγέτες
7. Η «Κλίμαξ» διευκρινίζει ότι ο ταπεινός Μοναχός
αντιλέγει στους Προεστώτες, εάν πρόκειται περί Πίστεως.
8. Το έμπρακτο υπόδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του
Δεκαπολίτου
9. Η διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
10. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ υπέρ της
προσεκτικής υπακοής
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Εισαγωγή
Το θέμα της υπακοής στον Πνευματικό Πατέρα, όσον αφορά στα θέματα Πίστεως, θέμα
ιδιαιτέρως λεπτό και άγνωστο, περιλαμβάνεται στο γενικότερο θέμα της υπακοής
στον Επίσκοπο, διότι η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού δεν νοείται
χωριστά από τη σχέση του χριστιανού με τον Επίσκοπο της Εκκλησιαστικής
Κοινότητος· ο Πνευματικός δεν καθοδηγεί ιδίω δικαίω τους πιστούς βάσει της
Ιερωσύνης του, αλλά με ενταλτήριο γράμμα του οικείου Επισκόπου, καθώς ορίζουν
οι ιεροί Κανόνες και πλέον φανερά ο 50ος (46) της εν Καθαγένη αγίας Τοπικής
Συνόδου1. Έτσι, εν πολλοίς ισχύει και περί του Πνευματικού Πατρός, ό,τι ήδη
έχουμε ειπή σε αναφορά προς τον Επίσκοπο και την ανάμειξη των λαϊκών στα θέματα
Πίστεως σε προηγούμενες ενότητες.
Εάν δηλαδή οι πιστοί έχουν το δικαίωμα βάσει του παραδείγματος των Αγίων
στην εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και βάσει των ιερών Κανόνων, να απειθούν σε
αιρετίζοντες Επισκόπους και να αποχωρίζονται από την κοινωνία (και την
κοινότητά) των (όπως ορίζουν κυρίως οι ιεροί Κανόνες, 31ος Αποστολικός και 15ος
της Πρωτοδευτέρας Συνόδου), πολλώ μάλλον πρέπει να διαχωρίζονται από
Πνευματικούς οι οποίοι αναπτύσσουν χωρίς μεταμέλεια ετερόδοξα φρονήματα.
Αν ο Επίσκοπος, στη θέση του οποίου ενεργεί ο Πνευματικός το Μυστήριον
της προς Θεόν καθοδηγήσεως των πιστών, Μυστήριον Μετανοίας και Εξομολογήσεως,
δεν είναι "ex officio" («εκ του αξιώματος») αλάθητος, πολύ
περισσότερο ο Πνευματικός, ο οποίος μετέχει της χάριτος της Ιερωσύνης σε βαθμό
μικρότερο από τον Επίσκοπο, δεν είναι οπωσδήποτε αλάθητος.
1. Ο Πνευματικός μας πρέπει να είναι ο καλύτερος
δυνατός, από πάσης απόψεως
Πολύ συχνά οι Προεστώτες της Εκκλησίας υπενθυμίζουν το καθήκον της υπακοής
στους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους και στα εντάλματά τους, αλλά στο Ποίμνιο
είναι μόνον ολίγο γνωστό τί είδους άνθρωποι οφείλουν να είναι και οι Κληρικοί,
οι οποίοι δίνουν κατευθύνσεις.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στο ψυχωφελέστατο έργο του Πνευματικά
Γυμνάσματα, γράφει τα εξής, παραπέμποντας και στο Μέγα Βασίλειο: «Εξέτασαι την
επιμέλειαν όπου βάνεις εις το να εύρης ένα καλόν πνευματικόν· διότι ποία άλλη
μεγαλειτέρα ανάγκη είναι εις εσέ, ωσάν το να εύρης ένα καλόν οδηγόν εις μίαν
οδοιπορίαν όπου έχεις να κάμης τόσον κινδυνώδη, καθώς είναι το να πορευθής εις
τον ουρανόν; [...] Τώρα στοχάσου αγαπητέ εις ποταπόν κίνδυνον ευρίσκεσαι,
ανίσως όχι μόνον δεν γυρεύης τοιούτον πνευματικόν άξιον δια να σε οδηγήση ορθώς
εις την σωτηρίαν σου και να σε ιατρεύση καλώς από τα πάθη και τας αμαρτίας σου,
αλλά και αποφεύγης αυτόν [...] Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν
σκθ΄)2 λέγει· "όπως λοιπόν τα πάθη του σώματος, δεν τα ξεσκεπάζουν οι
άνθρωποι σε όλους, ούτε σε τυχαίους, αλλά σε εκείνους που είναι έμπειροι για τη
θεραπεία τους· έτσι και η εξαγόρευσις των αμαρτημάτων οφείλει να γίνεται σε
αυτούς που μπορούν να τα θεραπεύσουν, κατά το γεγραμμένον, εσείς οι δυνατοί να
βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων [Ρωμ. 15, 1], δηλαδή δια της επιμελείας
σηκώνετέ τα"»3.
Ερμηνεύει σχετικώς ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης· «Βέβαια ο πνευματικός πατήρ
οφείλει να ευρίσκεται ήδη στην κατάστασι του φωτισμού, ώστε να μπορή να εισάγη
και άλλους σ' αυτήν την κατάστασι του φωτισμού και να τους οδηγή προς το
Βάπτισμα και του ύδατος (δηλαδή της αφέσεως των αμαρτιών), αλλά και του Πνεύματος,
που είναι η επίσκεψις του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του βαπτιζομένου και η
φώτισις της καρδίας του ανθρώπου»4.
Αν λοιπόν ο Γέρων - Πνευματικός - Εξομολόγος πρέπει να είναι ο καλύτερος
κατά το δυνατόν σε βίο και διδαχή, πόσο περισσότερο πρέπει να έχει το
ελάχιστον, την «αλφα-βήτα», δηλαδή ακραιφνή την Ορθοδοξία.
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον
Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις
Το πόση σημασία έχει η αποτροπή και καταπολέμηση της αιρέσεως, συνάγεται
από το γεγονός ότι ολόκληρη η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας διαμορφώθηκε
όχι ως φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά κατά αντιπαράθεση προς τις αιρέσεις οι
οποίες απειλούσαν την οδό της Ορθοδοξίας, που θεραπεύει την ανθρώπινη φύση από
την αμαρτία: «Οι Πατέρες άλλαζαν ορολογία από καιρό σε καιρό και έκαναν
προσαρμογή της ορολογίας τους, για να βρουν τους σωστούς όρους ανάλογα με τις
ανάγκες της εποχής. Αυτό το έκαναν, όχι για να κατανοήσουν καλύτερα την
διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά για να χτυπήσουν τις αιρέσεις που ανεφύοντο.
Διότι η κατανόησις της διδασκαλίας της Εκκλησίας έρχεται από τον φωτισμό και
την θέωσι και όχι απο φιλοσοφική ή φιλολογική διεργασία ή από φιλοσοφικό
στοχασμό επάνω σε αυτήν την διδασκαλία. Ο σκοπός του δόγματος, που διατυπώνουν
οι Πατέρες, δεν είναι η κατανόησίς του, αλλά η δια του δόγματος ένωσις του
ανθρώπου με τον Θεό»5.
Η αποδοχή λοιπόν της αιρέσεως από τον Κληρικό καταστρέφει την
θεραπευτική Ποιμαντική του. «Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη
(ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπή να θεραπεύη, έτσι και στην
Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να επιτραπή σε έναν αιρετικό να θεραπεύη τις ψυχές
των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να
θεραπεύη»6. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για ένα Κληρικό που δεν δύναται ή
αδιαφορεί να διακρίνει μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, δηλ. πνευματικής
«ιατρικής και κομπογιαννιτισμού», διότι είναι απλώς ζήτημα χρόνου και μεθοδείας
των πονηρών πνευμάτων να πέσει σε πλάνη κι αυτός και τα πνευματικο-παίδια του.
Λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Μπριαντσιανίνωφ «Με την αποδοχή ψευδοδιδασκαλιών (δηλ.
εσφαλμένων σκέψεων για το Θεό), με την παραμόρφωση της δογματικής και ηθικής
διδασκαλίας, που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, συντελείται-χάρις στην επίδραση
και παρέμβαση των ψευδοδιδασκαλιών-η φθορά του πνεύματος. Και έτσι ο άνθρωπος
καταντάει υιος του διαβόλου»7.
Αν λοιπόν η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού, αποσκοπεί στο να
εικονίσει πραγματικώς τη σχέση Χριστού-πιστού, όπως λέγει σχετικώς και η
«Κλίμαξ» του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου («Μη το θεωρήσης ανάξιο να εξομολογηθής
τις αμαρτίες σου στον βοηθό σου, [στον Γέροντά σου δηλαδή], με ταπείνωση και
συντριβή ωσάν στον ίδιον τον Θεόν»)8 , τότε η διάρρηξη της σχέσεως του
Πνευματικού με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως του Πνευματικού, υποχρεώνει τον
πιστό είτε να βρή άλλον Πνευματικόν, ορθοφρονούντα, είτε - αν νομίζει ο πιστός
ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα διορθώσεως του Πνευματικού του - τουλάχιστον να μη
υπακούει στις περί Πίστεως εσφαλμένες τοποθετήσεις και συμβουλές του
Πνευματικού. Κατά τον Άγιον Γρηγόριον Νύσσης, όποιος «αιρετίζει» (αναπτύσσει
αιρετικό φρόνημα) αποκόπτεται από τη μυστική κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό
«οπωσδήποτε αυτός που αποκόπηκε από την σώζουσα Πίστη είναι ακέφαλος, όπως ο
Γολιάθ με το ίδιο του το ξίφος, το οποίο ακόνησε κατά της αληθείας, χωριζόμενος
από την αληθινή Κεφαλή»9. Πως ένας τέτοιος Πνευματικός θα διδάξη σε άλλους τη
σωτηρία;
Μη λησμονούμε ότι η μετάδοση της Ορθοδοξίας είναι ο πρώτιστος σκοπός
ενός Γέροντος, κατά την Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου, καθώς λέγει στις προτροπές
του προς τον Ποιμένα: «Την ακεραία πίστη και τα ευσεβή δόγματα ας αφήσης πριν
από όλα σαν κληρονομία στα τέκνα σου, ώστε όχι μόνο τα τέκνα σου, αλλά και τους
εγγονούς σου να οδηγήσης στον Κύριον δια της οδού της Ορθοδοξίας»10.
Αν ο αιρετίζων Πνευματικός αποδιώξει τότε τον ορθοφρονούντα πιστό, είναι
εύλογο, ότι η ευθύνη πίπτει στον κακώς φρονούντα Γέροντα και Πνευματικό, διότι
η Εκκλησία μάς διδάσκει ότι η υπακοή μας στους Γέροντες πρέπει να αποσκοπεί
στον Χριστό.