Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Xριστοϋφαντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Xριστοϋφαντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

«ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, Η ΑΠΟΚΤΕΝΝΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΑΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΒΟΛΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥΣ…» 

(Ματθ. κγ´, 37-38)

  

Θλίψιν καί ἀγανάκτησιν προξενεῖ εἰς τήν ψυχήν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή εἰς τούς κατοίκους τῆς προφητοκτόνου πόλεως. Ἐάν ὅμως ἐξετάσωμε καί δοῦμε γιά ποῖον λόγον ἐλέχθη ἡ φρᾶσις αὐτή, θά διαπιστώσωμε ὅτι κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς σήμερα.
 

 Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι πολύ συγκινητικά καί ἀποκαλύπτουν θλίψι, πόνο, ἀλλά καί τήν εὐαισθησία τοῦ Ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ. Καί τοῦτο διότι ἡ καρδιά τοῦ Θεανθρώπου ξεχείλιζε ἀπό ἀγάπη καί στοργή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός παρομοιάζει τόν ἑαυτόν Του μέ ὄρνιθα «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγεῖν τά τέκνα σου ὅν τρόπον σου ἐπισυνάγει ὄρνις» (Ματθ. κγ´, 37). Ἡ ὄρνις εἶναι πολύ θερμή καί στοργική πρός τά μικρά της. Ὅπως δέ μᾶς διδάσκουν οἱ φυσιοδῖφες, ὅταν ἡ ὄρνις ἀντιλαμβάνεται ἐπερχόμενο κίνδυνο - γεράκι, φίδι, ἤ κάτι παρόμοιο -, ἀναστατώνεται, κράζει τά πουλάκια της καί σπεύδει ἀμέσως νά τά μαζεύσῃ καί νά τά σκεπάσῃ «ὑπό τάς πτέρυγάς» της, κάτω δηλαδή ἀπό τίς φτεροῦγες της. Καί εἶναι τόσο συγκινητικό ὅταν βλέπῃ κάποιος πώς εἶναι ἕτοιμη νά τά προστατεύσῃ καί νά τά σώσῃ μέ κίνδυνο τῆς ἰδικῆς της ζωῆς.
 

  Εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη, καί συγκεκριμένα εἰς τό Δευτερονόμιο, ὁ Θεός παρομοιάζεται μέ ἀετό πού ἀγαπάει περιπαθῶς τούς νεοσσούς του, σκεπάζει τήν φωλιά του καί, ὅταν χρειασθῇ, ἁπλώνει τίς μεγάλες του φτεροῦγες καί τούς βάζει ἐπάνω γιά νά τούς σώσῃ (Δευτ. λβ', 11) [1]. Κάνει δηλαδή ἐκεῖνο πού ἔκανε ὁ Θεός γιά νά σώσῃ, παρά πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἐλπίδα, τούς Ἰσραηλίτας ἀπό τούς ἐχθρούς τους. Παρά τίς τόσες ὅμως ἐπαναλαμβανόμενες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρός τούς Ἰσραηλίτας καί τήν ἀκαταμάχητη προστασία Του κάτω ἀπό τήν Παντοκρατορική Του σκέπη, ὁ ἀχάριστος αὐτός λαός τοῦ Ἰσραήλ, πού μέ τήν ὅλη του στάσι προσωποποιεῖ τήν ἀγνωμοσύνη, δέν ἀνταποκρίθηκε οὔτε εἰς τό ἐλάχιστο εἰς ἐκείνην τήν Θεϊκή ἀγάπη.
 

  Μελετῶντας κανείς τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Βίβλου, θαυμάζει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀφ᾽ ἑνός, καί ἀφ᾽ ἑτέρου μένει ἔκπληκτος γιά τήν περιφρόνησι αὐτῆς τῆς Θείας προστασίας ἡ ὁποία κατήντησε τελικῶς παραφροσύνη. Γι᾽ αὐτό καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι οἱ ἀγνώμονες Ἰουδαῖοι δέν Τόν θέλησαν, ὁ Χριστός ἀπέσυρε τήν εὔνοιά Του καί τούς ἐγκατέλειψε εἰς τίς ἄγριες διαθέσεις τῶν ἐχθρῶν των. Οἱ Ρωμαῖοι μέ τίς "σιδερένιες" τους λεγεῶνες πίπτουν ἐπάνω εἰς αὐτούς ὡς γῦπες καί κόρακες καί τούς κατασπαράσσουν. Ἡ ἱστορία περιγράφει μέ τά μελανώτερα τῶν χρωμάτων τά γεγονότα τά ὁποῖα συνέβησαν εἰς τήν Ἱερουσαλήμ κατά τό 70 μ.Χ.
 

 Ἀλλά, εἴπαμε εἰς τήν ἀρχή, ὅτι τά λόγια αὐτά «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους...» (Ματθ. κγ´, 37-38), ἐάν ἀναλυθοῦν βαθύτερα, δείχνουν πώς ἔχουν νά κάνουν καί μέ τό ἰδικό μας ἔθνος, τό Ἑλληνικόν, ἀφοῦ κι ἐμεῖς δεχώμεθα, ὅπως καί ὁ παλαιός Ἰσραήλ, τήν Χάριν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἁπλῶς δαψιλῶς, ἀλλά κατά κυριολεξίαν σκανδαλωδῶς. Ὅμως, παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον δέν προσπαθοῦμε νά βελτιωθοῦμε εἰς τήν πνευματική ζωή βαδίζοντες τήν εὐλογημένη ὁδό τῶν Eὐαγγελικῶν ἀρετῶν, τῆς Ὀρθοδόξου δηλαδή πνευματικότητος, ἀλλά οὔτε κἄν μία ἐλαχίστη προσπάθεια δέν καταβάλομε γιά νά σταματήσωμε αὐτό τό φοβερό κατρακύλισμα εἰς τήν σκάλα τοῦ κακοῦ. Φαίνεται πώς ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι ἔχομε ἐξαλείψει ἀπό τήν συνείδησίν μας πώς ὑφίστανται καί ἐνεργοῦν καί οἱ «πνευματικοί νόμοι». Φαίνεται πώς κλῆρος καί λαός βαυκαλιζόμεθα θεωροῦντες ὅτι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ πάντοτε θά συγκρατῇ τήν δικαιοσύνην Του. Φαίνεται πώς ἔχομε κι ἐμεῖς ἐν πολλοῖς καλλιεργήσει τήν νοοτροπία τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν «Πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ»  γιά νά λάβουν τήν ἀπάντησι ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅτι «Δύναται ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Λουκ. γ', 8), μήπως καί ἀφυπνισθοῦν ἀπό τήν πνευματική τους ραστώνη καί ἀναισθησία.


Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο ΘΟΥΡΕΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΦΕΡΡΑΙΟΥ

Θούρειος
(Ρήγας Φερραίος)
 
 
Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιάς ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν' να ιδής.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Μή δώσεις τὴν καρδιά σου σὲ γέροντα ή σε πνευματικο, που –σε θέματα Πίστεως– βάζει τη διάκριση και την υπακοή πάνω από το Ευαγγέλιο και τους Αγίους.

 

ΥΠΑΚΟΗ 

ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ 

ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ;

 
 
του π. Θεοδωρου ΖΗΣΗ
 
 
 
ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ
ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ

Τί μάς διδάσκει το εκκλησιαστικό παρελθόν σχετικώς με την υπακοή στον Πνευματικό μας Πατέρα, όταν πρόκειται περί θέματος Πίστεως, δογματικό ή σχετικό με τους ιερούς Κανόνες; Οφείλουμε αδιάκριτη υπακοή όταν ο Πνευματικός αντιτεθεί προς την Παράδοση της Εκκλησίας ή όχι; Παίρνουμε επάνω μας έναντι Θεού την ευθυνη της «ανυπακοής» ή μάς καλύπτει η υπακοή στον Χριστό βάσει της αλαθήτου Παραδόσεως της Εκκλησίας; Σε τούτα τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μερικές απαντήσεις.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

1. Ο Πνευματικός πρέπει να είναι ο καλύτερος δυνατός, από πάσης απόψεως
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις
3. Απαγορεύεται η αδιαφορία η η σιωπή περί των αιρέσεων εκ μέρους του Πνευματικού
4. Τι λέγει η Αγία Γραφή για την αξιέπαινη απείθεια
5. Ο Μοναχός πρέπει να φεύγει από την υπακοή σε αιρετικό Ηγούμενο, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες
6. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά ανυπακοή στους κακοδόξους εκκλησιαστικούς ηγέτες
7. Η «Κλίμαξ» διευκρινίζει ότι ο ταπεινός Μοναχός αντιλέγει στους Προεστώτες, εάν πρόκειται περί Πίστεως.
8. Το έμπρακτο υπόδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
9. Η διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
10. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ υπέρ της προσεκτικής υπακοής

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 
Εισαγωγή

Το θέμα της υπακοής στον Πνευματικό Πατέρα, όσον αφορά στα θέματα Πίστεως, θέμα ιδιαιτέρως λεπτό και άγνωστο, περιλαμβάνεται στο γενικότερο θέμα της υπακοής στον Επίσκοπο, διότι η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού δεν νοείται χωριστά από τη σχέση του χριστιανού με τον Επίσκοπο της Εκκλησιαστικής Κοινότητος· ο Πνευματικός δεν καθοδηγεί ιδίω δικαίω τους πιστούς βάσει της Ιερωσύνης του, αλλά με ενταλτήριο γράμμα του οικείου Επισκόπου, καθώς ορίζουν οι ιεροί Κανόνες και πλέον φανερά ο 50ος (46) της εν Καθαγένη αγίας Τοπικής Συνόδου1. Έτσι, εν πολλοίς ισχύει και περί του Πνευματικού Πατρός, ό,τι ήδη έχουμε ειπή σε αναφορά προς τον Επίσκοπο και την ανάμειξη των λαϊκών στα θέματα Πίστεως σε προηγούμενες ενότητες.
 
Εάν δηλαδή οι πιστοί έχουν το δικαίωμα βάσει του παραδείγματος των Αγίων στην εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και βάσει των ιερών Κανόνων, να απειθούν σε αιρετίζοντες Επισκόπους και να αποχωρίζονται από την κοινωνία (και την κοινότητά) των (όπως ορίζουν κυρίως οι ιεροί Κανόνες, 31ος Αποστολικός και 15ος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου), πολλώ μάλλον πρέπει να διαχωρίζονται από Πνευματικούς οι οποίοι αναπτύσσουν χωρίς μεταμέλεια ετερόδοξα φρονήματα.
 
Αν ο Επίσκοπος, στη θέση του οποίου ενεργεί ο Πνευματικός το Μυστήριον της προς Θεόν καθοδηγήσεως των πιστών, Μυστήριον Μετανοίας και Εξομολογήσεως, δεν είναι "ex officio" («εκ του αξιώματος») αλάθητος, πολύ περισσότερο ο Πνευματικός, ο οποίος μετέχει της χάριτος της Ιερωσύνης σε βαθμό μικρότερο από τον Επίσκοπο, δεν είναι οπωσδήποτε αλάθητος.



1. Ο Πνευματικός μας πρέπει να είναι ο καλύτερος δυνατός, από πάσης απόψεως

Πολύ συχνά οι Προεστώτες της Εκκλησίας υπενθυμίζουν το καθήκον της υπακοής στους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους και στα εντάλματά τους, αλλά στο Ποίμνιο είναι μόνον ολίγο γνωστό τί είδους άνθρωποι οφείλουν να είναι και οι Κληρικοί, οι οποίοι δίνουν κατευθύνσεις.
 
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στο ψυχωφελέστατο έργο του Πνευματικά Γυμνάσματα, γράφει τα εξής, παραπέμποντας και στο Μέγα Βασίλειο: «Εξέτασαι την επιμέλειαν όπου βάνεις εις το να εύρης ένα καλόν πνευματικόν· διότι ποία άλλη μεγαλειτέρα ανάγκη είναι εις εσέ, ωσάν το να εύρης ένα καλόν οδηγόν εις μίαν οδοιπορίαν όπου έχεις να κάμης τόσον κινδυνώδη, καθώς είναι το να πορευθής εις τον ουρανόν; [...] Τώρα στοχάσου αγαπητέ εις ποταπόν κίνδυνον ευρίσκεσαι, ανίσως όχι μόνον δεν γυρεύης τοιούτον πνευματικόν άξιον δια να σε οδηγήση ορθώς εις την σωτηρίαν σου και να σε ιατρεύση καλώς από τα πάθη και τας αμαρτίας σου, αλλά και αποφεύγης αυτόν [...] Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν σκθ΄)2 λέγει· "όπως λοιπόν τα πάθη του σώματος, δεν τα ξεσκεπάζουν οι άνθρωποι σε όλους, ούτε σε τυχαίους, αλλά σε εκείνους που είναι έμπειροι για τη θεραπεία τους· έτσι και η εξαγόρευσις των αμαρτημάτων οφείλει να γίνεται σε αυτούς που μπορούν να τα θεραπεύσουν, κατά το γεγραμμένον, εσείς οι δυνατοί να βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων [Ρωμ. 15, 1], δηλαδή δια της επιμελείας σηκώνετέ τα"»3.
 
Ερμηνεύει σχετικώς ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης· «Βέβαια ο πνευματικός πατήρ οφείλει να ευρίσκεται ήδη στην κατάστασι του φωτισμού, ώστε να μπορή να εισάγη και άλλους σ' αυτήν την κατάστασι του φωτισμού και να τους οδηγή προς το Βάπτισμα και του ύδατος (δηλαδή της αφέσεως των αμαρτιών), αλλά και του Πνεύματος, που είναι η επίσκεψις του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του βαπτιζομένου και η φώτισις της καρδίας του ανθρώπου»4.
 
Αν λοιπόν ο Γέρων - Πνευματικός - Εξομολόγος πρέπει να είναι ο καλύτερος κατά το δυνατόν σε βίο και διδαχή, πόσο περισσότερο πρέπει να έχει το ελάχιστον, την «αλφα-βήτα», δηλαδή ακραιφνή την Ορθοδοξία.

 
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις

 
Το πόση σημασία έχει η αποτροπή και καταπολέμηση της αιρέσεως, συνάγεται από το γεγονός ότι ολόκληρη η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας διαμορφώθηκε όχι ως φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά κατά αντιπαράθεση προς τις αιρέσεις οι οποίες απειλούσαν την οδό της Ορθοδοξίας, που θεραπεύει την ανθρώπινη φύση από την αμαρτία: «Οι Πατέρες άλλαζαν ορολογία από καιρό σε καιρό και έκαναν προσαρμογή της ορολογίας τους, για να βρουν τους σωστούς όρους ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Αυτό το έκαναν, όχι για να κατανοήσουν καλύτερα την διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά για να χτυπήσουν τις αιρέσεις που ανεφύοντο. Διότι η κατανόησις της διδασκαλίας της Εκκλησίας έρχεται από τον φωτισμό και την θέωσι και όχι απο φιλοσοφική ή φιλολογική διεργασία ή από φιλοσοφικό στοχασμό επάνω σε αυτήν την διδασκαλία. Ο σκοπός του δόγματος, που διατυπώνουν οι Πατέρες, δεν είναι η κατανόησίς του, αλλά η δια του δόγματος ένωσις του ανθρώπου με τον Θεό»5.
 
Η αποδοχή λοιπόν της αιρέσεως από τον Κληρικό καταστρέφει την θεραπευτική Ποιμαντική του. «Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπή να θεραπεύη, έτσι και στην Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να επιτραπή σε έναν αιρετικό να θεραπεύη τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύη»6. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για ένα Κληρικό που δεν δύναται ή αδιαφορεί να διακρίνει μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, δηλ. πνευματικής «ιατρικής και κομπογιαννιτισμού», διότι είναι απλώς ζήτημα χρόνου και μεθοδείας των πονηρών πνευμάτων να πέσει σε πλάνη κι αυτός και τα πνευματικο-παίδια του. Λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Μπριαντσιανίνωφ «Με την αποδοχή ψευδοδιδασκαλιών (δηλ. εσφαλμένων σκέψεων για το Θεό), με την παραμόρφωση της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας, που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, συντελείται-χάρις στην επίδραση και παρέμβαση των ψευδοδιδασκαλιών-η φθορά του πνεύματος. Και έτσι ο άνθρωπος καταντάει υιος του διαβόλου»7.
 
Αν λοιπόν η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού, αποσκοπεί στο να εικονίσει πραγματικώς  τη σχέση Χριστού-πιστού, όπως λέγει σχετικώς και η «Κλίμαξ» του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου («Μη το θεωρήσης ανάξιο να εξομολογηθής τις αμαρτίες σου στον βοηθό σου, [στον Γέροντά σου δηλαδή], με ταπείνωση και συντριβή ωσάν στον ίδιον τον Θεόν»)8 , τότε η διάρρηξη της σχέσεως του Πνευματικού με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως του Πνευματικού, υποχρεώνει τον πιστό είτε να βρή άλλον Πνευματικόν, ορθοφρονούντα, είτε - αν νομίζει ο πιστός ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα διορθώσεως του Πνευματικού του - τουλάχιστον να μη υπακούει στις περί Πίστεως εσφαλμένες τοποθετήσεις και συμβουλές του Πνευματικού. Κατά τον Άγιον Γρηγόριον Νύσσης, όποιος «αιρετίζει» (αναπτύσσει αιρετικό φρόνημα) αποκόπτεται από τη μυστική κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό «οπωσδήποτε αυτός που αποκόπηκε από την σώζουσα Πίστη είναι ακέφαλος, όπως ο Γολιάθ με το ίδιο του το ξίφος, το οποίο ακόνησε κατά της αληθείας, χωριζόμενος από την αληθινή Κεφαλή»9. Πως ένας τέτοιος Πνευματικός θα διδάξη σε άλλους τη σωτηρία;
 
Μη λησμονούμε ότι η μετάδοση της Ορθοδοξίας είναι ο πρώτιστος σκοπός ενός Γέροντος, κατά την Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου, καθώς λέγει στις προτροπές του προς τον Ποιμένα: «Την ακεραία πίστη και τα ευσεβή δόγματα ας αφήσης πριν από όλα σαν κληρονομία στα τέκνα σου, ώστε όχι μόνο τα τέκνα σου, αλλά και τους εγγονούς σου να οδηγήσης στον Κύριον δια της οδού της Ορθοδοξίας»10.
 
Αν ο αιρετίζων Πνευματικός αποδιώξει τότε τον ορθοφρονούντα πιστό, είναι εύλογο, ότι η ευθύνη πίπτει στον κακώς φρονούντα Γέροντα και Πνευματικό, διότι η Εκκλησία μάς διδάσκει ότι η υπακοή μας στους Γέροντες πρέπει να αποσκοπεί στον Χριστό.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν. «Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία δέν ἀποκηρύσσει, πατερικῷ τῷ τρόπῳ, τόν ἐπάρατο Οἰκουμενισμό καί εὐκαίρως-ἀκαίρως κηρύσσει δῆθεν «Οἰκολογικήν Θεολογίαν».





«EMIΣΗΣΑ, ΕΜΙΣΗΣΑ, ΕΜΙΣΗΣΑ,



ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ...»







 Γραφει ο Χριστοϋφαντος




πιστός νθρωπος, ρθόδοξος πιστός Χριστιανός, σέ στιγμές πνευματικς περισυλλογς καί δίως κατά τίς ρες τς προσευχς, πού ψυχή νοίγεται στήν πικοινωνία μέ τόν Τριαδικό Θεό, κτός τν λλων, ποιε καρδιακή ναφορά καί γιά τήν λη του συμπεριφορά. πό θετικς πόψεως βλέπει τήν προσπάθεια τήν ποία χει ες τό νά βαδίζ τήν δόν τς Εαγγελικς ρετς, πό τό «κατ εκόνα» δηλαδή ες τό «καθ᾽ ὁμοίωσιν» μέ λες τίς παραμέτρους το θέματος, καί πό ρνητικς πόψεως παρακολουθε τόν κατάπαυστο γνα πού διεξάγει ες τό νά μή συναναμιγνύεται μέ τούς σεβες. Μέ κείνους τούς νθρώπους δηλαδή πού ρνονται τήν γάπη το Θεο καί ποστρέφονται τήν δόν τς δικαιοσύνης πού δηγε ες τήν γιότητα.

μιλομε βεβαίως γιά τούς συνειδητούς πιστούς καί τούς νθρώπους τς κκλησίας, πού, παρά τίς μικρότερες μεγαλύτερες δυναμίες τίς ποες γνωρίζουν τι χουν, πιθυμον νά τίς κατανικήσουν καί νά τίς μεταβάλλουν πό κακίες καί πάθη σέ ρετές. Καί τό τονίζομε ατό, διότι πάρχουν καί κενοι ο ποοι, λως νοήτως, φρονον τι μπορον δθεν νά συνδυάσουν τήν ζωήν τς δικαιοσύνης μέ τήν ζωήν τς δικίας καί τς μαρτίας. Εναι κενοι ο ποοι ρίπτουν στάχτην ες τούς φθαλμούς τς καρδίας των μέ ποτέλεσμα νά μβλύνεται συνείδησίς των καί νά φθάν ως καί τς πωρώσεως. Τελικς δέ, νά φθάνουν ες τό κατάντημα νά τούς γκαταλείπ Χάρις το Θεο, πργμα πού σημαίνει κουσία θεοεγκατάλειψι, δηλαδή ατοθεοεγκατάλειψι, φο Θεός οδέποτε ρνται τό πλάσμα Του.

τσι, γίνονται ν πολλος ποκριταί, λλά καί ο πράξεις των καθίστανται μισητές. μς μως δ μς νδιαφέρει νθρωπος ποος χει θέσει ριον καί μέτρον ριστον ες τίς πράξεις καί νέργειές του καί ασθανόμενος τήν πανταχο παρουσία το Θεο χει τήν παρρησία νά πευθύνεται πρός τόν Κύριον τς Δόξης. κενο δηλαδή πού φήρμοζαν κυρίως ο γιοι καί κενο πού βίωναν ο Δίκαιοι καί ο Προφτες ες τόν χρον τς Παλαις Διαθήκης.

Μέσα σέ να τέτοιο πνεμα κατανυκτικς προσευχς καί δεήσεως καί μέσα σέ μία τμόσφαιρα ξομολογητικς διαθέσεως, Προφητάναξ Δαυΐδ, χοντας πολύτως ρεμη τήν συνείδησί του, καί ζητντας τήν Θεία προστασία ναντίον τν συκοφαντν του, βέβαιος τι Κύριος καί Θεός θά τόν προστατεύση, κφράζει μέ ναν ελικριν καί συγκινητικό τρόπο τήν ποστροφή του ναντίον λων κείνων πού σχεδιάζουν καί μηχανεύονται ργα πονηρά.

λλά, ς πάρωμε ες τά χέρια μας τό ερό κείμενο το Ψαλτηρίου καί θά ασθανθομε τήν διαιτέρα ελογία λλά καί τήν γανάκτησι το Δαυΐδ. Τήν γανάκτησι καί τήν ποστροφή πού νοιωθε ναντίον τν πονηρν ργων, νεκεν τς πλουσίας Χάριτος πού νοικοσε ες τήν παρξί του. Τό ερό κείμενο συγκλονίζει καί δέν εναι καθόλου τυχαο πώς ο Ο (βδομήκοντα) μεταφρασταί μέ τήν «θεόθεν οκονομηθεσαν» μετάφρασίν των, χρησιμοποιον τίς συγκεκριμένες λέξεις πού θά ναλύσωμε.


Ψαλμός ΚΕ´, 5: «μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων καί μετά σεβν ο μή καθίσω».

Δηλαδή, μίσησα μέ λην μου τήν καρδία κάθε σύναξι καί συναγωγή νθρώπων, ο ποοι σχεδιάζουν καί μηχανεύονται ργα πονηρά. Καί δέν θά καθίσω ποτέ μέ σεβες νθρώπους. Δέν θά συναναστραφ καί δέν θά συνεργασθ μέ νθρώπους ατο το συναφιο. Δέν θά γίνω μέλος τς «κλίκας» ες τήν ποίαν πιπολάζει μαρτία.

Ατά λοιπόν λέγει ες τήν καρδιακή του προσευχή καί ατήν τήν γία γανάκτησι κφράζει μέ τήν κινύρα του κατ νθρωπον πρόγονος το Χριστο μας!

Καί ς μήν ερεθ κανείς νά ποστηρίξ τι ατές ο κφράσεις δικαιολογοντο μόνο τ καιρ κείν ες τήν κοινωνία το σραήλ, πρό τς νανθρωπήσεως, ν σήμερα κρίνονται ς παράδεκτες, κραες καί φανατικές. ποιος ποστηρίξει τήν θέσι ατή, τό μόνο πού θά ποδείξη θά εναι τι μέσα ες τήν ψυχή του δέν καλλιεργεται, οτε χνος, οτε μόριο, οτε «λεκτρόνιο» νθέου ζήλου καί αθεντικς ρθοδόξου ζως.

Φυσικά, άν κανείς θέλ νά  χ τό «χρσμα» τν νθρώπων τς νομίας σέ λα τους τά πίπεδα καί σέ λες τίς σφαρες τς κοσμικς τους πιρρος, θά ψάξη καί θά βρ πολλές δικαιολόγητες δικαιολογίες, ο ποες δέν θά εναι παρά «προφάσεις ν μαρτίαις» (Ψαλμ. ΡΜ, 4). σοι δέ χουν χλιαρή πίστι, ντί νά εναι «τ πνεύματι ζέοντες» (Ρωμ. ΙΒ, 11), θά ποδέχωνται τήν «κκλησίαν τν πονηρευομένων» καί θά γωνται καί θά φέρωνται πό ατήν.

Δαυΐδ λοιπόν μίσησε τήν πονηρευομένην κκλησίαν, δηλαδή τήν σύναξι καί συναγωγή τν νθρώπων πού σχεδιάζουν, δρομολογον καί νεργον κρως ντίθετα πό τό θέλημα το Θεο.

μες, λαμβάνοντες τήν φρσι ατή «μίσησα κκλησίαν πονηρευομένων», μεταφέρομε τήν γανάκτησι, τήν πικρία καί τόν πόνο μας γιά σα ντιχριστιανικά, παράλογα καί γκληματικά συμβαίνουν πό πλευρς πολιτείας, λλά καί σα, τό λιγώτερον παράδεκτα, συμβαίνουν πό πλευρς κκλησίας. Δηλαδή, σα στοχα καί ντίθετα πρός τό ερόν Εαγγέλιον καί τήν ρθόδοξη Παράδοσί μας νεργονται, χι μόνον πό κάποιους ποιμένες πού κατέχουν ψηλές θέσεις, λλά καί πό ρισμένους κληρικούς ο μήν λλά καί μοναχούς, μά καί πό λλους, πού νήκουν ες τόν λαό.

πομένως, κκλησία φείλει νά σταθ ες τό ψος Της, ς Νύμφη το σταυρωμένου, μακρόθεν κακοδοξιν καί αρέσεων καί πίσης νά μή καταντ θεραπαινίς το κράτους.

«μίσησα» λοιπόν κκλησίαν πονηρευομένων.

«μίσησα» κκλησίαν, πού συνεργάζεται καί συνδειπνε μέ τόν Καίσαρα καί παρουσιάζεται ες τόν κόσμον ς χθύος φωνοτέρα καί βατράχου πραγοτέρα.

«μίσησα» κκλησίαν, πού ρίπτει δωρ ες τόν ονον της μέ ποτέλεσμα νά κχυδαΐζονται τά σια καί τά ερά.

«μίσησα» κκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν.

«μίσησα» κκλησίαν, ποία δέν ποκηρύσσει, πατερικ τ τρόπ, τόν πάρατο Οκουμενισμό καί εκαίρως-καίρως κηρύσσει δθεν «Οκολογικήν Θεολογίαν».

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Ενα λελυμενο καυτο ζητημα κυριως των ημερων μας

 

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

 

ΕΙΣ ΤΗΝ 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ


Γραφει ο Χριστοϋφαντος
Πολύς λόγος γίνεται τόν τελευταῖον καιρόν εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν χῶρον περί τῆς «Οἰκονομίας». Τῆς ἐκκλησιαστικῆς βεβαίως «Οἰκονομίας», ἡ ὁποία «Οἰκονομία» θά πρέπῃ, ὅπως ἀρκετοί ἰσχυρίζονται, κατά κανόνα νά ἐφαρμόζεται ἀπό τούς ποιμένας εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν. Προβάλλουν δέ αὐτήν τήν πρόφασιν, διότι εἰς τήν ἐποχήν μας, εἰς τήν ὁποίαν τό κακό παρουσιάζει τόσην ἔξαρσιν, λέγουν ὅτι εἶναι δῆθεν ἀδύνατον νά ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐκκλησιαστική «Ἀκρίβεια».  Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις...


Ἐπειδή λοιπόν ἡ ἄποψις αὐτή τείνει νά κυριαρχήσῃ ὡς ἡ μόνη ποιμαντικῶς σωστή, καλόν εἶναι, εἰς τήν συνέχειαν, ἁπλᾶ καί σύντομα, νά σκιαγραφήσωμε τί εἶναι ἡ «Ἀκρίβεια» καί τί εἶναι ἡ «Οἰκονομία». Ἐννοεῖται, ὅτι τό θέμα αὐτό ἀνήκει εἰς τήν ἁρμοδιότητα τῶν εἰδημόνων τῆς εἰδικότητος τοῦ «Κανονικοῦ Δικαίου», ἀπό ἐπιστημονικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεως, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει πώς δέν ἠμποροῦν νά ἀσχοληθοῦν μέ αὐτό καί νά ἔχουν λόγον καί οἱ ἁπλοί πιστοί. Ὅταν μάλιστα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ὀρθή πνευματική μας ζωή, γνωρίζωμε πώς μέσα εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν τά πάντα νά ἐναρμονίζωνται μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, ὅπως μᾶς τούς παρέδωσαν οἱ Πατέρες, καί ὄχι σύμφωνα μέ νεωτεριστικές-νικολαϊτικές διδασκαλίες καί ἑρμηνεῖες, πού θέλουν νά περάσουν κάποιοι, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποκεκομμένες ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι, τότε γίνεται ἀπολύτως κατανοητό πώς εἶναι ὄντως ἀνάγκη νά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς δύο αὐτές ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τόσον δηλαδή τῆς «Ἀκριβείας», ὅσον καί αὐτῆς τῆς «Οἰκονομίας». Ἄς περάσωμε λοιπόν νά δοῦμε τό περιεχόμενο τῶν δύο αὐτῶν ὅρων εἰς τήν ἐκκλησιαστική μας γλῶσσα καί ζωή.


«Ἀκρίβεια» εἶναι ἡ ἀπόλυτος τήρησις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων καί τῶν λειτουργικῶν τυπικῶν, τά ὁποῖα ἰσχύουν σέ μία ἐκκλησιαστική περιφέρεια. Φυσικά, ὁ σκοπός τῆς ἀκριβείας εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἑνότητος καί τῆς τάξεως εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί μέσῳ αὐτῆς ἡ ἐπίτευξις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐν γένει πρόοδος καί προαγωγή τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.


«Οἰκονομία» εἶναι ἡ πρόσκαιρη, περιωρισμένη καί ἔλλογος ἀπόκλισις ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς «Ἀκριβείας» τῶν Ἱερῶν Κανόνων πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν. Ἐννοεῖται δέ, πώς αὐτό δέν εἶναι θέμα τοῦ καθενός, ἀλλά τῶν εἰδικῶν καί ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι ἁρμοδίως χειρίζονται τίς λεπτές αὐτές καταστάσεις.


Κατά τήν «Οἰκονομίαν», λοιπόν, ἔχομε μέν τήν ἀπόκλισιν ἀπό τόν κανόνα, ἀλλά δέν ἐκφεύγομε ἀπό τόν σκοπό του. Ἔτσι, ἐπί τῆς οὐσίας, δέν γίνεται παρέκκλισις ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κανόνος, ἀλλά ἀπό τό γράμμα αὐτοῦ. Εἰς τήν παράγραφον αὐτήν, ἄς προσθέσωμεν καί τόν σοφόν λόγον τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ὁ ὁποῖος, γιά τό θέμα αὐτό, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἔγραφε εἰς τόν «Ὀρθόδοξον Τύπον» (14/6/91) τά ἑξῆς: «Ἀναστολή, δέν σημαίνει κατάργησιν. Μόλις ξεπερνιέται ἡ δυσκολία, ἐφαρμόζεται πάλιν ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων». Ὁ δέ Γέροντας Παΐσιος, μέ τόν ἁπλό καί φωτισμένο λόγο του, σέ κάποια συζήτησι περί οἰκονομίας καί ἀκριβείας καί περί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τοῦ Πηδαλίου, εἶχε τονίσει τά ἑξῆς: «Τό Πηδάλιο κάποιες φορές χρειάζεται νά τό στρίβωμε, ἀρκεῖ αὐτό νά γίνεται γιά λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται ''πηδάλιο''». Ὄντως παράδειγμα ἁπλό καί φωτισμένο. Εἶναι δηλαδή ὅπως τό τιμόνι στό πλοῖο, γιατί χωρίς πηδάλιο τό σκάφος δέν πηγαίνει πουθενά.

Μετά ἀπό τίς ἀναγκαῖες διευκρινήσεις ἐπί τοῦ θέματός μας καί τόν ὁρισμό τῆς «Ἀκριβείας» καί τῆς «Οἰκονομίας» (περισσότερα ἠμπορεῖ νά μελετήσῃ ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος εἰς τά ὑπάρχοντα ἐγχειρίδια καί εἰς τίς εἰδικές μελέτες τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου), ἄς ἔλθωμε νά ἀγγίξωμε κάποιες χαίνουσες πληγές πού καλύπτονται μέ τήν δῆθεν «Ἐκκλησιαστική Οἰκονομία». Διότι, ναί μέν εἴπαμε περί «Οἰκονομίας», ἀλλά ἄς μή καταντᾷ τελικῶς ἡ «Οἰκονομία» ἀνοικονόμητη καί ἰσοπεδωτική, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας καί εἰς τό Ὀρθόδοξον ἦθος, τά ὁποῖα εἶναι οἱ δύο πλευρές τοῦ γνησίου νομίσματος.

«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν»;


Ἄς δοῦμε ἀρχικά τό θέμα τῆς τεκνογονίας τῶν Ὀρθοδόξων ζευγαριῶν. Ἔχει διαμορφωθῆ καί τείνει νά παγιωθῇ, δυστυχῶς, μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἀποσπᾶ τόν γάμο ἀπό τήν τεκνογονία. Ἀποτέλεσμα δέ αὐτοῦ εἶναι τά ζευγάρια (καί δέν ὁμιλοῦμε ἐδῶ περί τῶν ἀθέων) νά σταματοῦν εἰς τό ἕνα ἤ τό πολύ εἰς τά δύο παιδιά καί ταυτοχρόνως νά θέλουν νά ἔχουν τήν συχνή μυστηριακή ζωή, τήν Θεία Κοινωνία. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί οἱ περιπτώσεις πού ὄντως χρειάζεται νά ἀντιμετωπίζεται τό θέμα αὐτό καί κατά περίπτωσιν ἀπό τόν ὑπεύθυνο πνευματικό καί πάντοτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς σωστῆς «Οἰκονομίας».


Ὅταν, ὅμως, ἡ τακτική αὐτή κατευθύνεται ὑπό ὡρισμένων προσώπων πού ἔχουν κάποιο «ὄνομα» εἰς τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο καί τείνῃ νά παγιώνεται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, τότε τά πράγματα ξεφεύγουν μέ ἀποτέλεσμα ἡ «Οἰκονομία» νά καταντᾷ «Ἀκρίβεια» (δηλ. ἀκριβής παρανομία) καί τρόπος «ὀρθῆς χριστιανικῆς ζωῆς». Τό δέ πνευματικό ἐπίπεδο μεταπίπτει, ἀπό ὑψηλό καί ἀγωνιστικό, εἰς τό χαλαρό, εὔκολο, ἐπιπόλαιο, ὡσάν εἰς ἕναν ἄγευστο καί ἄκοπο προστενταστισμό, ὁ ὁποῖος δέν ὁδηγεῖ εἰς νομάς σωτηρίους.


Οἱ ὑπεύθυνοι διά τήν διαμορφουμένην αὐτήν κατάστασιν εἶναι κάποιοι ἐκ τῶν κληρικῶν καί ὡρισμένοι λαϊκοί. Οἱ κληρικοί αὐτοί, ἐνδεχομένως, ἤ δέν ἔχουν μελετήσει σωστά καί ἀπό Ὀρθοδόξου σκοπιᾶς τό ζήτημα τῆς τεκνογονίας, ἤ δέν ἔχουν ἀγωνισθῆ διά νά ἀποβάλουν ἀπό τήν καρδιά τους τό δέλεαρ καί τό φόβητρο τοῦ κόσμου καί ἔτσι διστάζουν νά ὀρθοτομήσουν τόν λόγον τῆς ἀληθείας κηρύσσοντας καί ἐφαρμόζοντας πρακτικές ὅλως ἀπαράδεκτες καί ἀντικανονικές. Οἱ δέ λαϊκοί «θεολόγοι», μᾶλλον κοινωνιολόγοι καί τοῦ κόσμου φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς οὐδέποτε ἐγνώρισαν τήν ζωντανή πίστι καί τήν ἀγωνιστική Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ἔχουν κάποια χαρίσματα, ἔχουν καταφέρει, μέ τίς ποικίλες θεωρίες των, συσχετίζοντας τήν σαρκική πτῶσι μέ τόν ὑψηλό καί ἀγγελικό θεῖον ἔρωτα (ἐάν εἶναι ποτέ δυνατόν!), νά ἐπηρρεάζουν ἀρνητικά τούς ρηχούς περί τήν θεολογίαν καί τούς ἀγεύστους τῆς συνειδητῆς πίστεως ἐγγάμους κληρικούς καί λαϊκούς.

Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἔχῃ ἤδη δημιουργηθῆ «σχολή» μέ ἄκρως ἀρνητικά ἀποτελέσματα («πονηροί δέ ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον πλανῶντες καί πλανώμενοι» (Β´ Τιμοθ. γ´ 13)). Τούς λείπει δηλαδή ἡ ἐμπειρία τῆς θείας ἀγάπης-ἔρωτος καί ἔχουν ὡς ὑποκατάστατα αὐτές τίς νοοτροπίες καί, ἀντί νά χορταίνουν ἀπό τόν ἀκόρεστο κορεσμό τοῦ Θεοῦ, ἔχουν ὑπαρξιακή ἀνεπάρκεια. Εἶναι ἄνθρωποι, δυστυχῶς, πού ἀντί, μέ τά ὅποια τάλαντά τους, νά οἰκοδομοῦν τούς πιστούς βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως, αὐτοί, μέ τήν πεπλανημένη διδασκαλία τους, ἔχουν καταστῇ νεωτεριστές-νικολαΐτες-παρερμηνευτές, «φάροι ἐσβεσμένοι ἀντί τηλαυγεῖς», χλιαροί ἀντί θερμοί, ὄντες «φιλήδονοι μᾶλλον, ἤ φιλόθεοι» (Β´ Τιμόθ. γ´ 4). Δηλαδή, παρερμηνεύουν καί ἀποδομοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου (καί ὄχι μόνον), καί, ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, καταντοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου «ἔννομον παλλακείαν». Φυσικά, ἐδῶ δέν ἠμπορεῖ νά γίνεται λόγος περί «Οἰκονομίας», ἀλλά περί ὀλιγοπιστίας καί περί Νικολαϊτισμοῦ, κλπ., διότι καταστρατηγεῖται παντελῶς ἡ ἔννοια τῆς εὐλογημένης «Οἰκονομίας» καί χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος της ὡς ἐπικάλυμμα τῶν παθῶν καί τῶν ἐγκλημάτων κατά τῆς πίστεως.


Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου