Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλη Συνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγαλη Συνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.«Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω σύγχρονω κόσμω».Θεολογικός σχολιασμός.

 



Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Προβληματικά άρθρα με σχολιασμό

1. Διαχριστιανική συνεργασία & κοινή βάση (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφος 4)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

 

«Ἐπ' αὐτῆς τῆς βάσεως εἶναι ἀπαραίτητον νά ἀναπτυχθῇ πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις ἡ διαχριστιανική συνεργασία διά τήν προστασίαν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, αὐτονοήτως δέ καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης, οὕτως ὥστε αἱ εἰρηνευτικαί προσπάθειαι ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Χριστιανῶν νά ἀποκτοῦν μεγαλύτερον βάρος καί δύναμιν. Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.»

 

  • Σχολιασμός: Η προτροπή για «διαχριστιανική συνεργασία προς όλες τις κατευθύνσεις» θεωρείται από τους επικριτές ότι αμβλύνει τα όρια μεταξύ της Ορθοδοξίας και των αιρετικών/ετερόδοξων ομολογιών. Υποστηρίζεται ότι η θεμελίωση συνεργασίας πάνω σε μια αόριστη «κοινή αποδοχή της αξίας του ανθρώπου» παράγει ανθρωπιστικό συγκρητισμό και παραμερίζει την ανάγκη για ορθή δογματική πίστη (Ορθοδοξία).

2. Διαθρησκειακή συνεννόηση & «Θεο συνεργοί» (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφοι 5 & 6)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι εἶναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν. Ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ὡς «Θεοῦ συνεργοί» (Α' Κορ. γ', 9), δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἀπό κοινοῦ μεθ' ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και εισάγεται η επιφύλαξη «χωρίς να συνεπάγεται συγκρητισμό», η χρήση του παύλειου όρου «Θεού συνεργοί» για κοινή δράση με αλλόθρησκους ή αθέους («μεθ' όλων των ανθρώπων») θεωρείται θεολογικά καταχρηστική. Οι αντι-οικουμενιστές υποστηρίζουν ότι ο όρος αυτός στην Καινή Διαθήκη αφορά αποκλειστικά τα μέλη του Σώματος του Χριστού και όχι μια διαθρησκειακή σύμπραξη.

3. Η έννοια της ειρήνης ως αφηρημένο ανθρωπιστικό αγαθό (Κεφάλαιο Γ΄, παράγραφοι 1 & 4)

«Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καταδικάζει γενικῶς τόν πόλεμον, θεωροῦσα τοῦτον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας... Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστικός καρπός τῆς ἐν αὐτῷ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων... Παράλληλα, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ χρέος της νά ἐνισχύσῃ πᾶν ὅτι συμβάλλει πράγματι εἰς τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ', 19) καί ἀνοίγει τόν δρόμον πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν, τῶν ἀποτελούντων τήν μίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν.»

 

 

  • Σχολιασμός :Η αναφορά σε «μία ανθρώπινη οικογένεια» με «ένα ουράνιο Πατέρα» χωρίς τη σαφή προϋπόθεση της διά του Βαπτίσματος υιοθεσίας εν Χριστώ θεωρείται ότι εισάγει μια οικουμενιστική/παγκοσμιοποιημένη θεολογία. Επίσης, κατακρίνεται η ταύτιση της εσχατολογικής «ειρήνης του Χριστού» με την πολιτική/κοσμική ειρήνη που προωθούν διεθνείς οργανισμοί.

4. Η προσέγγιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κεφάλαιο Ε΄, παράγραφοι 1 & 3)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι τό ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι ὑπερωκεάνειον ἀγαθόν... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται πρός τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ τά δικαιώματά του, διά νά ὑπομνήσῃ ὅτι τά δικαιώματα ταῦτα ἀποκτοῦν τό πλήρες αὐτῶν νόημα καί τήν ἀληθῆ θεμελίωσιν μόνον ἐν τῇ προοπτικῇ τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας...»

 

 

  • Σχολιασμός: Παραδοσιακοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι το κείμενο επιχειρεί να «βαπτίσει» θεολογικά τη νεωτερική ιδεολογία των «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Κατ' αυτούς, η εκλησιαστική παράδοση εστιάζει στην άσκηση, τη μετάνοια, την ταπείνωση και τις εντολές του Θεού (καθήκοντα) και όχι στη δικαιωματική/ατομικιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του εκπεσκότος ανθρώπου.

5. Εκκοσμικευμένος λόγος & Οικολογική/Κοινωνική ηθική (Κεφάλαιο ΣΤ΄, παράγραφος 5)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίσις συνδέεται μέ τάς κοινωνικάς, οικονομικάς καί πολιτικάς αἰτίας... Η Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία προτείνει μίαν εγκράτειαν, μίαν ασκητικήν στάσιν απέναντι εις την κτίσιν, η οποία περιλαμβάνει την υπεύθυνον διαχείρισιν των φυσικών πόρων...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και η ασκητική στάση είναι πατεριακή, η κριτική εστιάζει στο ότι το κείμενο υιοθετεί την ατζέντα και την ορολογία της κοσμικής «οικολογικής ευαισθητοποίησης». Θεωρείται ότι η αμαρτία επαναορίζεται κυρίως ως «οικολογικό έγκλημα» ή «κοινωνική αδικία», υποβαθμίζοντας την πνευματική και σωτηριολογική της διάσταση (απομάκρυνση από τον Θεό).
  • Συνοπτικά

Η Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους, η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Γεωργίας, της Ρωσίας και μεμονωμένοι Ιεράρχες  υποστήριξαν ότι τα παραπάνω άρθρα:

  1. Χρησιμοποιούν αμφίσημη (διφορούμενη) γλώσσα που επιτρέπει οικουμενιστικές ερμηνείες.
  2. Εξισώνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία με άλλες ομολογίες ή θρησκείες στο πεδίο της κοινωνικής δράσης.
  3. Υποκαθιστούν τη σωτηριολογία (μετάνοια, θέωση) με μια κοινωνική και ανθρωπιστική ηθική (ειρήνη, οικολογία, ατομικά δικαιώματα).

 

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο με τίτλο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον»(Θεολογικός σχολιαμός)

 



Τα προβληματικά σημεία του κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία και θεολογικός σχολιασμός

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

 αν και εμφανίζεται ως πατερικό και παραδοσιακό, περιέχει σοβαρές αποκλίσεις από την αυστηρότητα των ιερών κανόνων και την ασκητική παράδοση της Ορθοδοξίας. Παρακάτω εντοπίζουμε τα πλέον προβληματικά σημεία του.


Πρώτο πρόβλημα: Η δικαιολόγηση της χαλάρωσης μέσω της «οικονομίας»-αρθρο 7.

Το κείμενο αναφέρει:

κκλησία μως θετο μα, κατά ποιμαντικήν διάκρισιν, καί ρια φιλανθρώπου οκονομίας το καθεσττος τς νηστείας. Διό καί προέβλεψε τήν δι’ σθένειαν το σώματος δι’ δήριτον νάγκην καί διά τήν χαλεπότητα τν καιρν νάλογον φαρμογήν τς ρχς τς κκλησιαστικς οκονομίας κατά τήν πεύθυνον κρίσιν καί ποιμαντικήν μέριμναν το σώματος τν πισκόπων τν κατά τόπους κκλησιν.

 

Σχόλιο: Η οικονομία είναι θεσμός της Εκκλησίας, όταν εφαρμόζεται όμως με τόσο ευρεία και αόριστη βάση, καταλήγει να νομιμοποιεί την αμέλεια. Το κείμενο ανοίγει την πόρτα σε κάθε είδους δικαιολογία: ασθένεια, ανάγκη, «χαλεπότητα καιρών». Πού σταματάει αυτό; Σήμερα ο καθένας βρίσκει μια δικαιολογία για να μη νηστεύει. Το κείμενο δεν οριοθετεί σαφώς πότε η οικονομία γίνεται προφάσεις ευσεβείας.


Δεύτερο πρόβλημα: Η παραχώρηση εξουσίας στις τοπικές Εκκλησίες-Άρθρο 8

«..παφίεται ες τήν διάκρισιν τν κατ τόπους ρθοδόξων κκλησιν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οκονομίαν καί πιείκειαν, παλύνουσαι, κατά τάς εδικς ταύτας περιπτώσεις, τ τυχν «στυφόν» τν ερν νηστειν

 

Σχόλιο: Αυτό είναι σοβαρότατο. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι ενιαία. Οι νηστείες δεν είναι τοπικό έθιμο που αλλάζει ανάλογα με τη χώρα. Όταν η κάθε τοπική Εκκλησία αποφασίζει μόνη της πόσο «στυφή» ή «γλυκειά» θα είναι η νηστεία, καταλύεται η ενότητα της παραδόσεως. Αυτό οδηγεί στο φαινόμενο οι μεν να νηστεύουν αυστηρά και οι δε να τρώνε κρέας «λόγω κλίματος». Πού είναι η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας;


Τρίτο πρόβλημα: Η κοσμικοποίηση της νηστείας-Άρθρο 8

Το κείμενο αναφέρει:

θεν διά τούς χοντας δυσκολίαν ες τήν τήρησιν τν σχυουσν περί νηστείας διατάξεων ετε κ λόγων τομικν (σθένεια, στράτευσις, συνθκαι ργασίας κ.λπ.) ετε γενικωτέρων (εδικαί συνθκαι πικρατοσαι ες τινας χώρας πό πλευρς κλίματος, καθώς καί κοινωνικο-οκονομικαί διαιτερότητες τινν χωρν λ.χ. δυναμία ερέσεως νηστησίμων τροφν) παφίεται ες τήν διάκρισιν τν κατ τόπους ρθοδόξων κκλησιν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οκονομίαν καί πιείκειαν, παλύνουσαι, κατά τάς εδικς ταύτας περιπτώσεις, τ τυχν «στυφόν» τν ερν νηστειν. Πάντα δέ τατα ντός τν πλαισίων τν ς νω λεχθέντων καί πί τ σκοπ νά μή τονήσ ποσς ερός θεσμός τς νηστείας.

 

Σχόλιο: Εδώ το κείμενο υιοθετεί πλήρως κοσμικά κριτήρια. «Κοινωνικοοικονομικές ιδιαιτερότητες» και «αδυναμία εύρεσης νηστίσιμων τροφών» παρουσιάζονται ως νόμιμοι λόγοι χαλάρωσης. Αυτό είναι απαράδεκτο. Οι Άγιοι Πατέρες νήστευαν σε ερήμους και σε πόλεις πολιορκημένες. Σήμερα υπάρχουν σούπερ μάρκετ σε κάθε γωνία. Η έλλειψη νηστίσιμων τροφών είναι πρόφαση. Το κείμενο νομιμοποιεί την τεμπελιά και την προσκόλληση στον κόσμο.


Τέταρτο πρόβλημα: Η απουσία σαφούς καταδίκης της παραβάσεως

Το κείμενο λέει:

 

«Εναι γεγονός, τι σήμερον πολλο πιστο δν τηρον πάσας τς περ νηστείας διατάξεις, ετε ξ λιγωρίας ετε λόγ τν παρχουσν συνθηκν ζως, οαιδήποτε κν σιν αται. πασαι μως α περιπτώσεις αται τς χαλαρώσεως τν περ νηστείας ερν διατάξεων, ετε εναι γενικώτεραι, ετε τομικαί, δέον πως τυγχάνουν τς ποιμαντικς μερίμνης κ μέρους τς κκλησίας».

 

Σχόλιο: Το κείμενο αναγνωρίζει ότι «πολλο πιστο δν τηρον» τη νηστεία, αλλά δεν τους ελέγχει. Μιλά για «ποιμαντική μέριμνα» αντί για μετάνοια και επανόρθωση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θα έλεγαν ότι όποιος περιφρονεί τη νηστεία περιφρονεί και τον Θεό. Εδώ όμως η παραβίαση παρουσιάζεται ως πρόβλημα που χρειάζεται «μέριμνα», σαν να είναι θέμα ψυχολογίας και όχι παρακοής θείας εντολής.



Το κείμενο παραθέτει:

 

«Καλν τ νηστεύειν πσαν μέραν, λλ' μ σθίων τν σθίοντα μ κρινέτω. ν τος τοιούτοις ο νομοθετεν, ο βιάζεσθαι, οκ ναγκαστικς γειν τ γχειρισθν προσήκει ποίμνιον, πειθο δ μλλον, κα πιότητι, κα λόγ λατι ρτυμέν».

 

Σχόλιο: Από την αυστηρή ορθόδοξη σκοπιά, το κείμενο θεωρείται πολύ χαλαρό. Η νηστεία και οι κανόνες της Εκκλησίας δεν είναι απλώς προσωπικές επιλογές για να κάνει καθένας ό,τι θέλει, αλλά βασικοί νόμοι της πνευματικής ζωής. Η προτροπή να μην κρίνουμε όσους δεν νηστεύουν φαίνεται εδώ σαν μια προσπάθεια να αγνοηθούν οι παραδόσεις χάριν μιας εύκολης ειρήνης. Η υπερβολική έμφαση στην καλοσύνη, την πειθώ και την «ηπιότητα» κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία από χώρο πνευματικού αγώνα σε έναν τόπο όπου όλα επιτρέπονται. Οι πολέμιοι αυτής της στάσης πιστεύουν ότι χωρίς αυστηρούς κανόνες και πειθαρχία, ο πιστός χάνει τον προσανατολισμό του και συμβιβάζεται με τις αδυναμίες του κόσμου.


Η σιωπή για τις αιρέσεις και τον οικουμενισμό

Το κείμενο μιλά για νηστεία αλλά σιωπά για τον λόγο που σήμερα χαλαρώνουν οι πιστοί: την πνευματική νωθρότητα που προκαλεί ο οικουμενισμός. Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζει τους αιρετικούς ως «αδελφούς εν Χριστ» και συμπροσεύχεται μαζί τους, γιατί οι πιστοί να κοπιάσουν με τη νηστεία; Η νηστεία είναι όπλο κατά των παθών και των δαιμόνων. Όταν όμως η Εκκλησία αποδυναμώνεται θεολογικά μέσω του οικουμενισμού, η νηστεία φαίνεται «περιττή» στους πιστούς. Το κείμενο δεν τολμά να συνδέσει τη χαλάρωση της νηστείας με τη χαλάρωση της ορθοδόξου ομολογίας.

Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία, αντί να αφυπνίσει τους πιστούς, τους ναρκοθετεί. Αντί να επαναφέρει την αυστηρότητα των ιερών κανόνων, νομιμοποιεί την οικονομία ως κανόνα. Αντί να καταδικάσει τη χαλάρωση, την παρουσιάζει ως αναγκαιότητα. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του οικουμενιστικού πνεύματος: η αλήθεια δεν κηρύσσεται με παρρησία, αλλά «αλαφιάζεται» για να μην ενοχληθούν οι αμελείς.

Οι πιστοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι η νηστεία δεν είναι προαιρετική άσκηση, αλλά θεία εντολή. Και η θεία εντολή δεν προσαρμόζεται στα κλιματικά δεδομένα ούτε στα σούπερ μάρκετ. Η παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι μία και αδιαίρετη. Όποιος την παραβιάζει, όποιο κείμενο και αν υπογράφει, δεν εκφράζει την αλήθεια της Ορθοδοξίας.

 

Το κείμενο "Το Μυστήριον του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού» της Συνόδου της Κρήτης

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο Θεολογικός σχολιασμός επικεντρώνεται κυρίως στη θεολογική νομιμοποίηση των «Μικτών Γάμων» (Άρθρο ΙΙ.5.α) και στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας/βαπτίσματος σε ετεροδόξους (Άρθρο ΙΙ.5.β). Από παραδοσιακή  και αυστηρά Ορθόδοξη σκοπιά, αυτά τα άρθρα θεωρούνται ως υποχώρηση στον «οικουμενιστικό συγκρητισμό».

1. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (α)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος Ορθοδόξων μετά ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Σχόλια :

  • Υποβάθμιση του 72ου Κανόνα της Πενθέκτης:

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.

Κανὼν ΟΒ´. Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον εἶναι τὸ παράνομον συνοικέσιον, καὶ τὸν παράνομον γάμον διαλύεσθαι. Οὐ χρὴ γὰρ μίγνυσθαι τὰ ἀμίκτοις, οὐδὲ συνωδεύειν τῷ λύκῳ τὸ πρόβατον, καὶ τῷ Χριστοῦ κλήρῳ τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν μερίδα. Εἰ δὲ παρά τινες τῶν παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντων παραβήσονται, ἀφοριζέσθωσαν. Εἰ μέντοι τινὲς προأ τῆς ἐν ὀρθοδοξίᾳ αὐτῶν γενήσεως, ἀπιστοῦντες ἔτυχαν, εἶθ᾿ οὕτως ὁ ἕτερος μὲν εἵλετο ἐπὶ τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἐλθεῖν, ὁ δὲ ἕτερος τῷ τῆς ἀγνοίας σκότει συνείχετο, ὡς βούλεσθαι τὴν ἀσύμφωνον αὐτῷ συνοίκησιν, μὴ ἀπολλυμένων τῶν τῆς ἀγνοίας συζύγων διὰ τὴν τοῦ φωτὸς ἐπίφανειαν, εἴπερ αὐτῷ εὐδοκεῖ συνοικεῖν ὁ πιστός (φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅτι ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί), ὁ μὲν ἀπιστῶν διὰ τοῦτο σῳζέσθω· οἱ δὲ συνοικοῦντες τοῖς πιστοῖς ἐξέρχέσθωσαν, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον παραιτούμενοι

Δεν επιτρέπεται ο Ορθόδοξος άνδρας να παντρεύεται γυναίκα αιρετική, ούτε όμως και η Ορθόδοξη γυναίκα να συνάπτει γάμο με άνδρα αιρετικό.

Αν δε φανεί ότι κάποιος από όλους τους χριστιανούς κάνει κάτι τέτοιο, ο παράνομος αυτός συνοικισμός να θεωρείται άκυρος και ο γάμος να διαλύεται. Διότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται τα ασύμμεικτα, ούτε να συμπορεύεται ο λύκος με το πρόβατο και η μερίδα των αμαρτωλών με τον κλήρο του Χριστού.

Όσοι δε από τους πιστούς παραβούν αυτά που έχουν ορισθεί από εμάς, να αφορίζονται.

Αν όμως μερικοί, προτού ενταχθούν στην Ορθοδοξία (ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πλάνη της απιστίας/αίρεσης), παντρεύτηκαν, και στη συνέχεια ο ένας από τους δύο αξιώθηκε να έρθει στο φως της αλήθειας (της Ορθοδοξίας), ενώ ο άλλος παρέμεινε στο σκοτάδι της άγνοιας, και ο άπιστος/αιρετικός σύζυγος επιθυμεί να συνεχίσουν τη συζυγία τους, να μη χωρίζονται, εφόσον ο άπιστος συναινεί να ζει μαζί με τον πιστό (καθώς λέει ο θεῖος Απόστολος: «Διότι αγιάζεται ο άπιστος άνδρας από τη γυναίκα και αγιάζεται η άπιστη γυναίκα από τον άνδρα» – Α΄ Κοδ. 7, 14). Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν άπιστος σύζυγος ας σωθεί χάρη στον πιστό, εκείνοι δε που παντρεύονται εν γνώσει τους αιρετικούς μετά την ορθόδοξη πίστη τους, ας χωρίζουν, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο.

 

 

 Ο 72ος Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου δεν θέτει απλώς έναν «παιδαγωγικό» ή «διακριτικό» κανόνα, αλλά ακυρώνει εντελώς το έγκυρο του γάμου μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου («Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι·»). Θεωρεί τέτοιες ενώσεις «άκυρες» και «πορνεία».Eπομένως ΔΕΝ ΚΩΛΥΕΤΑΙ μόνο ο γάμος  αλλά ΑΚΥΡΩΝΕΤΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ.

Ο Γάμος είναι Μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Η τέλεση Μυστηρίου με μέλος που ανήκει σε αιρετική/ετερόδοξη κοινότητα διασπά την ενότητα της Πίστεως στο ίδιο το ποτήριο της Ευχαριστίας και στην οικογενειακή εστία («κατ' οίκον Εκκλησία»).

2. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (β)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ:

Εδώ έχουμε παραποίηση της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας»: Η «Οικονομία» στην Παράδοση της Εκκλησίας εφαρμόζεται για τη θεραπεία και την επιστροφή των αιρετικών στην αλήθεια (όπως το να δεχτείς κάποιον με μετανοημένο βάπτισμα/χρίσμα), όχι για τη νομιμοποίηση της ετεροδοξίας εντός της θείας Λατρείας. Η ευλογία ενός γάμου με ετερόδοξο συνιστά κατάχρηση της οικονομίας, η οποία ακυρώνει την «ακρίβεια» και καθιστά την εξαίρεση κανόνα. Η  διατύπωση  «Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υποχώρησης από τα δογματικά όρια.

 Η  αποδοχή της συνύπαρξης διαφορετικών ομολογιών εντός της οικογένειας προάγει στην πράξη τον συγκρητισμό, αποδυναμώνοντας την αίσθηση της αποκλειστικότητας της αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητα από τη νομική δέσμευση για τη βάπτιση των τέκνων.

Η επίσημη ποιμαντική πρακτική της φιλανθρωπίας και της οικονομίας ερμηνεύεται όχι ως αναγκαία λύση ποιμαντικής μέριμνας, αλλά ως υποχώρηση στις πιέσεις μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας που υπονομεύει την πατερική ακρίβεια.

3.  ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (γ) [Συνέχεια παραγράφου]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος μεταξύ Ορθοδόξων και μη Χριστιανών κωλύεται απολύτως, κατά κανονικήν ακρίβειαν. Η δε εφαρμογή οικονομίας ως προς τας τοιαύτας περιπτώσεις εναπόκειται εις την τοπικήν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν, αναλόγως της ποιμαντικής ανάγκης.»

 

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Γ)

 

 


ΜΕΡΟΣ Γ

8. Η απουσία  ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ και η χρήση «γλώσσας της εποχής»

Στο  κείμενο απουσιάζουν  πλήρως από αναθέματα κατά συγκεκριμένων αιρέσεων. Οι Πατέρες των Συνόδων (π.χ. Ζ΄ Οικουμενική) δεν αρκούνταν σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά κατονόμαζαν: παπικό filioque, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό κ.λπ. Εδώ, η μόνη έμμεση αναφορά σε αίρεση είναι στο §3 (Φλωρεντία, Παλαμάς, εθνοφυλετισμός). Αλλά για τους σύγχρονους αιρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) επικρατεί σιωπή ή «διπλωματική» γλώσσα. Η Σύνοδος δεν τολμά να πει: «Ο Πάπας είναι αιρετικός» ή «Οι προτεστάντες δεν είναι Εκκλησία».


9. Η οικολογία ως αντικατάσταση της σωτηριολογίας (§14)

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
Η εκτενής αναφορά στην «ο
κολογικήν κρίσιν» και η χρήση όρων όπως «βιώσιμον περιβάλλον», «κλιματική λλαγή».

Το απόσπασμα  θίγει έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με τα όρια και τον χαρακτήρα της παρέμβασης της Εκκλησίας στα σύγχρονα περιβαλλοντικά ζητήματα, αντιπαραβάλλοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη ανθρωπολογία με τις σύγχρονες κοσμικές προσεγγίσεις.

 Η φροντίδα της κτίσης διαθέτει ισχυρά ερείσματα στην ορθόδοξη διδασκαλία, όπου ο κόσμος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα τεχνοκρατικό οικοσύστημα προς διαχείριση, αλλά ως έργο των θείων χειρών και δώρο εμπιστευμένο στον άνθρωπο προς καλλιέργεια και φύλαξη. Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, αναδεικνύουν τη βαθιά πνευματική ενότητα του ανθρώπου με τη δημιουργία, υπογραμμίζοντας ότι η αλόγιστη εκμετάλλευση πηγάζει από την εγωιστική αποκοπή του ανθρώπου από τον Δημιουργό.

Παρά τη θεμελιώδη αυτή μέριμνα, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις όταν η συνοδική διδασκαλία δείχνει να ευθυγραμμίζεται με την κοσμική και πολιτική ατζέντα διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ. Ο φόβος μετατόπισης του κέντρου βάρους από τη μυστηριακή ζωή, την εν Χριστώ αναγέννηση και την εσχατολογική προοπτική σε έναν ακτιβιστικό ρόλο, που κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία σε έναν κοσμικό οργανισμό οικολογικού ενδιαφέροντος ή σε ΜΚΟ.

Στην ασκητική παράδοση, η αμαρτία και η μετάνοια έχουν καθαρά προσωπικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, συνδεδεμένες με την ελεύθερη βούληση και την αποκατάσταση της σχέσης με τον Θεό. Η μεταφορά τους σε συλλογικά, κοσμικά ή οικοδομικά σχήματα, όπως η «αμαρτία της εκμετάλλευσης» στα πρότυπα της θεολογίας της απελευθέρωσης, θεωρείται από πολλούς θεολόγους ως ξένη προς το ορθόδοξο πνεύμα.

Το κρίσιμο ζήτημα που αναδύεται είναι πώς η Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο και πράξη για τη διάσωση της δημιουργίας, παραμένοντας πιστή στην πνευματική της αποστολή χωρίς να εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά σχήματα της εποχής

 

Η απουσία του μοναχισμού από την εκκλησιολογία
Σε ένα κείμενο 20 άρθρων για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται μόνο περιθωριακά στο §13 («δέν
φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον»).
Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ασκητικούς Πατέρες, ο μοναχισμός δεν είναι «επάγγελμα», αλλά η καρδιά της Εκκλησίας. Η απουσία του από την εκκλησιολογία της Συνόδου δείχνει μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία, όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με τη διοικητική δομή (14 Αυτοκέφαλες) και όχι με τη μυστηριακή ζωή. Η Σύνοδος μιλάει για «
κκλησία» ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως και ασκητικής πάλης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου