Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρθολομαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαρθολομαίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Επίσκεψη Βαρθολομαιου στη Βουλγαρία -Μνημόνευση του σχισματικού Επιφανίου.

Φωτογραφία αρχείου

Επίσκεψη Βαρθολομαιου στη Βουλγαρία -Μνημόνευση του σχισματικού Επιφανίου

Μετά από πρόσκληση της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος τέλεσε τη Θεία Λειτουργία στη φημισμένη Μονή της Ρίλας για την εορτή του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας, του πιο αγαπημένου αγίου της Βουλγαρίας.

Συλλείτουργησε ο Πατριάρχης Δανιήλ και πλήθος Βούλγαρων ιεραρχών.

Κατά τη Μεγάλη Είσοδο, όταν οι προκαθήμενοι των Τοπικών Εκκλησιών μνημονεύουν τους άλλους προκαθήμενους με τους οποίους βρίσκονται σε κοινωνία, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μνημόνευσε τον επικεφαλής της σχισματικής «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας», Επιφάνιο Ντουμένκο, όπως φαίνεται στο 1:11:25 στην ζωντανή μετάδοση που δημοσίευσε η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία:

Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει την κανονικότητα της σχισματικής OCU και ως εκ τούτου δεν έχει έλθει σε κοινωνία μαζί της. Παρά το γεγονός ότι ήταν φιλοξενούμενος της Βουλγαρικής Εκκλησίας, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επέλεξε να μην σεβαστεί αυτή τη στάση, αλλά μνημόνευσε τον Ντουμένκο.

Η τελετή μνήμης του Ντουμένκο αντιμετωπίστηκε με μερικές φωνές «Ανάθεμα!».

Σύμφωνα με πηγές που ήταν παρούσες στη Λειτουργία, όσοι φώναζαν απομακρύνθηκαν από την ομάδα ασφαλείας του Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

Όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έφτασε στο Συνοδικό Μέγαρο στη Σόφια το Σάββατο, τον συνάντησε μια μικρή ομάδα διαδηλωτών που φώναζαν επανειλημμένα «ανάξιος!» 

Πριν από την επίσκεψή του, περισσότεροι από 2.000 κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπέγραψαν μια αίτηση ζητώντας την ανάκληση της πρόσκλησης προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, επικαλούμενοι την οικουμενιστική του στάση και την αντικανονική του παρέμβαση σε ζητήματα της Ουκρανικής Εκκλησίας.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έκανε το ίδιο στο Βουκουρέστι τον περασμένο Οκτώβριο , τιμώντας τη μνήμη του Ντουμένκο, παρά το γεγονός ότι ήταν προσκεκλημένος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία επίσης δεν έχει αναγνωρίσει την OCU. Αυτό αντιμετωπίστηκε επίσης με φωνές «ανάθεμα!».

orthochristian.com

 ΜΑΣ ..ΕΒΑΛΑΝ ΓΥΛΙΑ, ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ.

ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΤΗΚΕ ΑΓΡΙΑ Ο ΟΥΝΙΤΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για τα δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (Γ).

 


MEΡΟΣ-Γ-ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Ἐν τῷ πνεύματι τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νά εἶναι μαρτυρία ἐλευθερίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἐλευθερωτής καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι κίνημα καί τόπος «βιωμένης ἐλευθερίας». Ὅλη ἡ ἀλήθεια περί τῆς ἐλευθερίας συμπυκνώνεται εἰς τήν ἀξονικήν φράσιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Τῇ ἐλευθερίᾳ […] Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. ε’, 1).

Αὐτή βιοῦται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς συνελευθερία, ὡς κοινωνία τῶν προσώπων καί ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ». Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης δίδει ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τήν ἀλήθειαν ὡς ἐλευθερίαν καί εἰς τήν ἐλευθερίαν ὡς ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός. «Ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. η’, 31-32). 

Εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας τό μυστήριον τῆς ἐλευθερίας ἀποκαλύπτεται εἰς ὅλον του τό ὑπαρξιακόν καί κοινωνικόν βάθος. Ἡ ὑψίστη ἐλευθερία τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι τό «τέλος τοῦ δικαιώματος», ἐφ᾿ ὅσον αὐτό ταυτίζεται μέ τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ». Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι, ὅπως ἔχει γραφῆ, «ὄχι μόνον θυσία τοῦ ἔχειν, ἀλλά προπαντός τοῦ εἶναι μας». Ὁ Χριστός ἀπορρίπτει τό «θησαυρίζειν ἐν ἑαυτῷ» τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. ιβ’, 16-21), ἀλλά καί τήν αὐτοδικαιωτικήν κενοδοξίαν τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη’, 9-14). Ἡ χριστοδώρητος ἐλευθερία εἶναι ὁ «νέος οἶνος», ὁ ὁποῖος διαρρηγνύει τούς «παλαιούς ἀσκούς» (Ματθ. θ’, 17). Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐποχήν τῶν πολλῶν ἐλευθεριῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι φανέρωσις ἐκείνης τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἀνθρώπινον κατόρθωμα, ἀλλά δωρεά τῆς Θείας Χάριτος, gratia gratis data, εἶναι ὄχι «κτῆσις, ἀλλά σχέσις». Μιᾶς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀναπτερώνει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, διευρύνει καί ἐνισχύει τήν καλήν μαρτυρίαν του ἐν τῷ κόσμῳ, ἀπαλλάσσει τήν ζωήν καί τά ἔργα του ἀπό τό στίγμα τῆς ματαιότητος.  

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η επίκληση της «ελευθερίας» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να αλλοιωθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Παρουσιάζουν την Εκκλησία σαν ένα χαλαρό «κίνημα» που προσαρμόζεται στα μέτρα του σύγχρονου κόσμου, χάνοντας τον χαρακτήρα της ως αποκλειστικού θεματοφύλακα της Αλήθειας. Η αληθινή εν Χριστώ ελευθερία δεν είναι μια κοσμική «ελευθερία» ούτε μια θεωρία χωρίς δεσμεύσεις. Είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την τήρηση της Παράδοσης και την ακέραια ομολογία της Ορθόδοξης Αλήθειας. Όταν οι οικουμενιστές μιλούν για «σχέσεις» και «διάλογο» χωρίς δογματικά όρια, καταργούν τα όρια της Εκκλησίας και μετατρέπουν τη θεία χάρη σε μια κοσμική ιδεολογία. Η εν Χριστώ ελευθερία δεν σημαίνει άρνηση των δογμάτων ούτε συμβιβασμό με τις αιρέσεις χάριν μιας ψεύτικης αγάπης. Αντιθέτως, η γνήσια ελευθερία του Πνεύματος προστατεύει το «σώμα» της Εκκλησίας από τον συγκρητισμό και δεν υποτάσσεται στα σχέδια εκείνων που θέλουν να διαλύσουν την ιερή Παράδοση.

Εἰς τό κέντρον τῆς παρακαταθήκης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀνήκει ἡ μέριμνα διά τήν νεότητα. Οἱ νέοι καί αἱ νέαι καλοῦνται νά ἐνταχθοῦν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν της, μέ πυρῆνα τήν πίστιν εἰς τόν Θεόν καί τήν ἀγάπην πρός τόν πλησίον, τόν συνάνθρωπον, τόν ἀδελφόν. Τό εἶναι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι συνεῖναι, κοινωνία σχέσεων. Τό «καινόν» εἶναι τό «κοινόν», «κοινή ἐλευθερία», κοινή ἐλπίς τῆς «κοινῆς βασιλείας». Εἶναι συμπόρευσις μετά τῶν ἀδελφῶν καί συνοδοιπορία μετά τοῦ Κυρίου, κατά τόν λόγον Αὐτοῦ: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’, 20). Ὁ Χριστός, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος […] τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῇς, ΣΤ΄, PG 150, 680). Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ νέα γενεά ἀποκτᾷ τήν ὀρθήν ὀπτικήν διά τά κοινωνικά δρώμενα καί τάς πολιτισμικάς ἐξελίξεις, διά τό νόημα τῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς προόδου, καί δύναται νά κτίσῃ ἐπί σταθερόν θεμέλιον τό μέλλον της. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν νέων, ὁ δυναμισμός καί ἡ ροπή των πρός δρᾶσιν ἐμπλουτίζονται μέ νέα κίνητρα διά τῆς συμμετοχῆς των εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί ἀποκτοῦν νέαν κατεύθυνσιν καί προοπτικήν. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει εἰς τούς νέους «ὄχι ἁπλῶς “βοήθειαν”, ἀλλά τήν “ἀλήθειαν” τῆς θεανθρωπίνης καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς». Οἱ συνοδικοί Πατέρες τῆς Κρήτης καλοῦν τούς νέους «νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταὐτοχρόνως δέ καί συνεχισταί αὐτῆς», «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας» ὡς «ἡ ἐνεργός ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ παρόντι» (Ἐγκύκλιος, § 8). 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά των οικουμενιστών στη νεότητα και στον δήθεν «δυναμισμό» της, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται για να αποσπάσει τους νέους από την πατερική παράδοση και να τους εντάξει σε μια χαλαρή, κοσμική αντίληψη της Εκκλησίας. Παρουσιάζουν την εκκλησιαστική ζωή σαν μια κοινωνική ομάδα ή ένα απλό «κίνημα» σχέσεων, παραλείποντας την αποκλειστική αλήθεια της πίστης. Η αληθινή ένταξη των νέων στην Εκκλησία δεν γίνεται με βάση τα σύγχρονα κοσμικά πρότυπα ούτε με συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η Παράδοση της Ορθοδοξίας δεν είναι ένα τυπικό στοιχείο που απλώς το κληρονομούμε για να το προσαρμόζουμε στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά η αμετάθετη αλήθεια που φυλάσσεται ακέραια. Όταν οι οικουμενιστές καλούν τους νέους σε μια «κοινή πορεία» με ετεροδόξους υπό το πρόσχημα της δήθεν αγάπης, τους απομακρύνουν από τη σωτηρία. Η γνήσια διαφύλαξη των αιώνιων αξιών της Ορθοδοξίας δεν επιτυγχάνεται με τη νεωτεριστική προσαρμογή, αλλά με τη γενναία ομολογία και την άρνηση κάθε συγκρητιστικού συμβιβασμού. Η Εκκλησία δεν προσφέρει στους νέους μια κοινωνική ιδεολογία, αλλά την αποκλειστική οδό της εν Χριστώ ζωής, η οποία μένει σταθερή στους αιώνες.

Πολύτιμον παρακαταθήκην τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ ἔμπρακτος ἀναγνώρισις τοῦ ρόλου τῆς θεολογίας εἰς τήν κατάρτισιν τῶν κειμένων, εἰς τήν λειτουργίαν τῆς Συνόδου καί εὐρύτερον εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπεκάλυψε τήν δύναμιν τῆς θεολογίας ὡς τοῦ σιδηροῦ βραχίονος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς «διαλεγομένης θεολογίας», ἡ ὁποία ἑρμηνεύει τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν καί δίδει τήν χριστιανικήν μαρτυρίαν ἐντός ἑνός συνεχῶς ἐξελισσομένου, σήμερον δέ ταχύτατα μεταβαλλομένου κόσμου. Θεολογία ἐν διαλόγῳ μέ τόν πολιτισμόν οὐδόλως σημαίνει προσαρμογήν εἰς τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί συσχηματισμόν μέ τόν κόσμον. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ ἄποψις, μέ κριτικήν διάθεσιν, ὅτι τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν σύγχρονον κόσμον, ὅπως διαφαίνεται διά τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἕν «ἐλεγχόμενον ἄνοιγμα», ἐκφράζει σαφέστατα τάς προθέσεις τῶν Συνοδικῶν Πατέρων περί τῆς ὄχι ἀπροϋποθέτου στάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ συνάντησις μέ τόν κόσμον, πάντοτε ἐν ἀμετακινήτῳ πιστότητι πρός τήν παράδοσιν τῆς Ἀληθείας, περιλαμβάνει τήν μελέτην τοῦ πνεύματος, ἐπίγνωσιν τῶν ἀδιεξόδων καί τῶν θετικῶν προοπτικῶν τῆς ἐποχῆς, γνῶσιν τοῦ πολιτισμικοῦ πλαισίου, ἐντός τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία ἐξαγγέλλει τό Εὐαγγέλιον καί ἡ θεολογία της ἑρμηνεύει ἐπικαίρως τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά σε μια «διαλεγόμενη θεολογία» και σε ένα δήθεν «ελεγχόμενο άνοιγμα» προς τον σύγχρονο κόσμο, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά συγκαλύπτει τη σταδιακή υποχώρηση της Ορθόδοξης δογματικής ακρίβειας. Παρουσιάζουν τη θεολογία όχι ως φύλακα της αμετάθετης Αλήθειας, αλλά ως ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμογής στα αιτήματα της εποχής. Η αληθινή θεολογία της Εκκλησίας δεν βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με τις κοσμικές ιδεολογίες ούτε επιδιώκει συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η συνάντηση με τον πολιτισμό, όταν επιχειρείται από τους οικουμενιστές χωρίς δογματικά σύνορα, καταλήγει σε συγκρητιστικές θεωρίες και σε αλλοίωση του ευαγγελικού μηνύματος. Η Παράδοση δεν ερμηνεύεται με βάση τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κόσμου, αλλά μένει σταθερή και ανέπαφη. Η γνήσια θεολογική  ομολογία δεν αποδέχεται τα «ανοίγματα» εκείνα που υποτάσσουν την Εκκλησία στις κοσμικές μεθοδεύσεις. Η Ορθόδοξα θεολογία φυλάττει την ακεραιότητα της Πίστης, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης και κάθε ψεύτικη συνάντηση που θυσιάζει την πατερική ακρίβεια χάριν μιας κοσμικής αποδοχής.

 

Στοιχοῦσα εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία ὀφείλει νά ἀνθίσταται σθεναρῶς εἰς τόν φονταμενταλισμόν, αὐτήν τήν «ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος» (Ἐγκύκλιος, § 17), ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τήν μισαλλοδοξίαν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ» καί δίδει εὐπρόσδεκτα ἐπιχειρήματα εἰς τούς ἀρνητάς Του. Ἀπάντησιν εἰς τάς φονταμενταλιστικάς στάσεις δίδει ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος, ὁ ὁποῖος, ὅπως σημειώνεται εἰς τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλη Συνόδου, «συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων» (§ 4). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η προσπάθεια των οικουμενιστικών κύκλων να ταυτίσουν την πατερική ακρίβεια και την αδιαπραγμάτευτη ομολογία της Πίστης με τον λεγόμενο «φονταμενταλισμό» αποτελεί μια μεθοδευμένη αλλοίωση του ορθόδοξου ήθους. 

Με το πρόσχημα της καταδίκης της νοσηρής θρησκευτικότητας και της βίας, επιχειρείται η αποδυνάμωση του δογματικού φρονήματος και η επιβολή μιας πνευματικής ουδετερότητας, η οποία ανοίγει την πόρτα στον θρησκευτικό συγκρητισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η μοναδική κιβωτός της Σωτηρίας και φύλακας της Αλήθειας, ούτε ασπάζεται ούτε ανέχεται τη θρησκευτική βία, διότι ο Θεός μας «αγάπη εστί» και η αλήθεια μαρτυρείται δια του Σταυρού και της θυσίας, και όχι δια της επιβολής. Πλην όμως, η αληθινή αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την Αλήθεια. Οι διαθρησκειακοί διάλογοι, καθώς διεξάγονται υπό την αιγίδα του σύγχρονου οικουμενισμού, τείνουν να εξισώσουν το φως με το σκοτάδι και την Αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσοντας την ιερή Παράδοση στις κοσμικές σκοπιμότητες μιας ψεύτικης παγκόσμιας ειρήνης. Η γνήσια θεολογική μαρτυρία αρνείται να θυσιάσει τον δογματικό πλούτο και την αποκλειστικότητα της εν Χριστώ αποκαλύψεως στον βωμό ενός ανώδυνου συγκρητιστικού ανθρωπισμού. Η πραγματική ειρήνη και καταλλαγή του κόσμου δεν επιτυγχάνονται δια της αισθητικής ή διοικητικής συγχωνεύσεως των θρησκειών, αλλά δια της αδιαπραγμάτευτης κηρύξεως του Ιησού Χριστού ως της «μιιας οδού, της αληθείας και της ζωής», χωρίς εκπτώσεις, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις στα πνεύματα του αιώνος τούτου.

 

Σημαντικήν ἔκκλησιν πρός τήν θεολογίαν ἐμπερικλείει καί τό κείμενον «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε μόνον σημαντικός παράγων τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἀλλά ἕν ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν της. Ἠχεῖ καί σήμερον ὁ λόγος τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ἡ τραγῳδία τῆς διαιρέσεως εἶναι τό μεγαλύτερο καί κρισιμώτερο πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση, ἐκδ. Ἀλτιντζῆ, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 34). Παρά τάς άλλοτριώσεις καί τάς ἰδιομορφίας, χριστιανική Ἀνατολή καί Δύση ἀνήκουν ὀργανικά, μαζί, στήν ἑνότητα τῆς Χριστιανοσύνης» (ὅ.π., σ. 33). Ὅπως τονίζει καί ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἔχει ἰδιαιτέραν ἁρμοδιότητα καί ἀποστολήν, ὡς μία ζωντανή παρουσία μιᾶς ἀδιάσπαστης παραδόσεως στή θεολογική σκέψη καί στή λατρεία. Ἀντιπροσωπεύει, ὅπως προσθέτει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὄχι μιά ὁρισμένη, “ἰδιαίτερη” παράδοση, ἀλλά τήν παράδοση τῶν αἰώνων, τήν παράδοση τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας (ὅ.π. σ. 34).

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το επίσημο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» συνιστά μια βαθύτατα προβληματική εκκλησιολογική υποχώρηση, η οποία επιχειρεί να νομιμοποιήσει συνοδικώς τον σύγχρονο οικουμενισμό. Ο χαρακτηρισμός των ετεροδόξων κοινοτήτων ως «εκκλησιών» μέσα από τα κείμενα αυτά καταργεί τα αμετάθετα δογματικά όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να συναινέσει στον συγκρητιστικό αποχρωματισμό της Αλήθειας. Η αναγνώριση «ιστορικών ονομάτων» και η συμμετοχή σε διαλόγους χωρίς προϋπόθεση την επιστροφή των αιρετικών στη Μία Εκκλησία, μετατρέπει την αδιαπραγμάτευτη Ορθόδοξη Αυτοσυνειδησία σε μια απλή «συμβολική» παρουσία μέσα σε μια παν-χριστιανική ομοσπονδία. Η σκληρή και ασυμβίβαστη πατερική αλήθεια απαιτεί την απόρριψη κάθε τέτοιας συνοδικῆς κατοχυρώσεως του οικουμενισμού. Η Εκκλησία του Χριστού δεν διαπραγματεύεται την ενότητά Της, διότι η ενότητα είναι ιδιότητα της Αλήθειας και όχι προϊόν διοικητικών συμβιβασμών ή εκκλησιολογικών εκπτώσεων.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τον οποίο επικαλούνται παραπλανητικά οι οικουμενιστές, υπήρξε ο σθεναρότερος πολέμιος της «θεωρίας των κλάδων» και ποτέ δεν εννόησε τη Δύση ως «οργανικό τμήμα» μιας διαιρεμένης χριστιανικότητας υπό την έννοια της ισοτιμίας των αιρέσεων. Η «τραγῳδία της διαιρέσεως» δεν αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία μιας ψεύτικης υπερ-εκκλησίας ούτε με την υποχώρηση της δογματικής ακρίβειας στον βωμό μιας ασαφούς «κοινής συμπόρευσης». Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένας ιστοριστικός «παράγων» διαλόγων, αλλά η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η οποία ποτέ δεν έχασε την ενότητά Της. Οποιαδήποτε απόπειρα να παρουσιαστεί η Εκκλησία ως συνιστώσα ενός ευρύτερου χριστιανικού κόσμου διαστρεβλώνει την πατερική παράδοση και οδηγεί κατευθείαν στον εκκλησιολογικό συγκρητισμό.

Καί εἰς τό θέμα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων ἡ θεολογική ἐργασία ἀπαιτεῖ ἀκαταπόνητον πνευματικόν μόχθον, μελέτην, ἀλλά καί ἐσωτερικήν δέσμευσιν, ἐφ᾿ ὅσον ποτέ δέν εἶναι ἀμέτοχος πληροφόρησις περί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἡ ὁποία δέν περιέχει, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας «ἀρχαιολογικούς θησαυρούς πού άνήκουν εἰς ἀρχεῖον ἤ μουσεῖον» (Ἰ. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Τρίτη χιλιετία», εἰς τό ἔργον: Στ. Φωτίου (ἐπιμ.), Ἡ ὑποδοχή τοῦ ἄλλου. Ὀρθόδοξες πνευματικές ἀξίες καί Νεωτερικότητα, ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 2009, σ. 121). Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου προσθέτει ὅτι «δέν ὑπάρχει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν ἔχει κάτι νά πεῖ γιά τά πραγματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (ὅ.π.). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η επίκληση της θεολογικής εργασίας και των θέσεων  Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα από τους υποστηρικτές των διαχριστιανικών διαλόγων, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, επιχειρεί να νομιμοποιήσει μια νεωτεριστική εκκλησιολογία.

Η  θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα εντοπίζεται σε τέσσερα βασικά προβληματικά σημεία: Η  ευχαριστιακή του εκκλησιολογία δημιουργεί σύγχυση για τα όρια της Εκκλησίας και διευκολύνει την αναγνώριση των μυστηρίων των ετεροδόξων.  Οι θέσεις του γύρω από το παπικό πρωτείο και τους διαλόγους θεωρούνται προετοιμασία για απαράδεκτους εκκλησιολογικούς συμβιβασμούς.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι απλώς μια «ζώσα πραγματικότητα» που προσαρμόζεται διαρκώς στα αιτήματα της εποχής, ούτε τα δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν απλές απαντήσεις σε κοσμικά προβλήματα προς διαπραγμάτευση με τους ετεροδόξους. Ο ισχυρισμός ότι η Παράδοση δεν είναι «μουσειακός θησαυρός» χρησιμοποιείται συχνά από τους οικουμενιστές ως πρόσχημα για να υποβαθμιστεί η δογματική ακρίβεια και να εισαχθούν αλλοιώσεις στην πίστη, στο όνομα ενός δήθεν «ποιμαντικού ανοίγματος». Η αληθινή Παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι φύλαξη απαραχάρακτη της Αλήθειας και όχι ένα ευέλικτο εργαλείο για την επίτευξη μιας ψεύτικης εκκλησιολογικής συνθέσεως με τους αιρετικούς. Η σκληρή πατερική πραγματικότητα απαιτεί την απόρριψη κάθε διαλόγου που αντιμετωπίζει τα δόγματα ως ανοιχτά ζητήματα προς συζήτηση. Η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει την πλήρη και αναλλοίωτη Αλήθεια· δεν την αναζητά μέσα από τα σχήματα και τις συμβιβαστικές φόρμουλες του σύγχρονου οικουμενισμού.

Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για τα δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (Β).

 


MΕΡΟΣ Β

Κατά τήν ὁμιλίαν μας εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου Παύλου Χανίων, τήν 26ην Ἰουνίου 2016, τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, εἴπομεν τά ἑξῆς: «Αἱ συνοδικαί ἀποφάσεις πρέπει νά ἐνταχθοῦν εἰς τήν ζωήν τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, νά κοινοποιηθοῦν εἰς τάς ἐνορίας, τάς Ἱεράς Ἀρχιεπισκοπάς καί Μητροπόλεις, εἰς τάς Ἱεράς Μονάς, νά συζητηθοῦν εἰς τάς Θεολογικάς καί Ἐκκλησιαστικάς Σχολάς, νά εἰσαχθοῦν εἰς τήν κατήχησιν καί τήν παιδείαν τῆς νεότητος, νά καρποφορήσουν εἰς τήν ποιμαντικήν διακονίαν καί εἰς τάς ἐν τῷ κόσμῳ δράσεις τῆς Ἐκκλησίας.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αξίωση να εισαχθούν οι αποφάσεις αυτές στις ενορίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία επιχειρεί να επιβάλει δια της βίας μια οικουμενιστική νοοτροπία στον ορθόδοξο λαό. Αντί για «καρποφορία στην ποιμαντική διακονία», η προσπάθεια αυτή επιφέρει διχασμό και πνευματική σύγχυση, καθώς οι πιστοί καλούνται να ασπαστούν κείμενα που αποκλίνουν από την πατερική παράδοση. Η απαιτούμενη «ένταξη στη ζωή της Εκκλησίας» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή όταν αφορά αποφάσεις που θολώνουν τα δογματικά όρια και υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η προτροπή για διάχυση των αποφάσεων στα σπλάχνα της Εκκλησίας αποτελεί προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης μιας πλάνης που το υγιές εκκλησιαστικό σώμα απορρίπτει συνειδητά.

Ἡ διαδικασία προσλήψεως καί ἐφαρμογῆς τῶν θεσπισμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν ἔκφρασιν τῆς συνοδικῆς αὐτῆς ταυτότητος, τρόπον τινά, “σύνοδον μετά τήν Σύνοδον”». 

Ποίαν ὄψιν εἶχε κατά τήν πρώτην δεκαετίαν μετά τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης αὐτή ἡ διαδικασία προσλήψεως καί θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς ἀξιοποιήσεως τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων; Τά κείμενα τῆς Συνόδου μετεφράσθησαν εἰς διαφόρους γλώσσας ἀπό τάς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι συμμετέσχον καί ἀπό ἄλλους θεολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς φορεῖς.

Ὠργανώθησαν πολλά συνέδρια διά τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης, μέ μεγαλύτερον ἐκεῖνο τῆς Θεσσαλονίκης ( 21-25 Μαΐου 2018). Εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς τῆς Ἑλλάδος ἐνετάχθησαν εἰς τό Πρόγραμμα Σπουδῶν μαθήματα περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τό αὐτό συνέβη καί εἰς τό ἡμέτερον Ἰνστιτοῦτον Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν Ὀρθοδόξου Θεολογίας ἐν Chambésy Γενεύης.

Ἐγράφησαν εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς πολλαί διπλωματικαί μεταπτυχιακαί ἐργασίαι μέ θέμα τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης, καθώς καί διδακτορικαί διατριβαί. Ἐκυκλοφορήθησαν, ἐπίσης, ἀξιόλογοι μονογραφίαι περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου.

Τά συνέδρια, αἱ ἡμερίδες, τά πολλά δημοσιεύματα, τά ἀφιερωματικά τεύχη ἐπιστημονικῶν περιοδικῶν καί αἱ σχετικαί συζητήσεις ἀνέδειξαν τάς θεολογικάς, τάς ἐκκλησιολογικάς καί τάς άνθρωπολογικάς ἀρχάς ἐπί τῶν ὁποίων ἐστηρίχθησαν τά κείμενα τῆς Συνόδου. Προεβλήθη ἡ θεοστήρικτος μαρτυρία τῆς Συνόδου καί ἡ ἀξία της ὡς προτάσεως ζωῆς ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν, ὡς μηνύματος ἐκκλησιοτραφοῦς ἐλευθερίας. 

Αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης ἐλειτούργησαν ὡς ἔμπνευσις διά τήν σύνταξιν τοῦ κειμένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου «”Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς”. Τό κοινωνικόν ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», συνταχθέντος ὑπό ὁρισθείσης ὑπό τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιτροπῆς Θεολόγων, μέ ἐπί κεφαλῆς τόν καθηγητήν Ἱερολογιώτατον Ἀρχιδιάκονον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου κ. Ἰωάννην Χρυσαυγῆν. Ὅπως γνωρίζετε, εἰς τό παρόν Συνέδριον ἀφιερώνεται εἰδική συνεδρία εἰς τό κείμενον αὐτό.     

 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η πραγματικότητα είναι ότι η προσπάθεια επιβολής και «θεολογικής αξιοποίησης» των κειμένων αυτών συνάντησε τη σθεναρή και αδιάλλακτη αντίσταση του υγιούς, παραδοσιακού εκκλησιαστικού σώματος. Ο πανεπιστημιακός οδοστρωτήρας, τα συνέδρια, οι μεταπτυχιακές εργασίες και τα ειδικά μαθήματα στις Θεολογικές Σχολές δεν αποδεικνύουν καμία «ζωτική έκφραση της συνοδικότητας», αλλά φανερώνουν την αγωνία των εμπνευστών της Συνόδου να επιβάλουν άνωθεν μια οικουμενιστική νοοτροπία και να θεσμοθετήσουν ακαδημαϊκά μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία.

Η δε επίκληση κειμένων όπως «Υπέρ της του κόσμου ζωής» δεν συνιστά μαρτυρία πίστης, αλλά περαιτέρω διολίσθηση σε ένα κοινωνικό ήθος αποκομμένο από τα αυστηρά ορθόδοξα δογματικά όρια. Το κείμενο συντάχθηκε από μια επιτροπή θεολόγων με επικεφαλής τον Χρυσαυγή και εγκρίθηκε από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δηλαδή μια τοπική Σύνοδος παρουσιάζει ως «το κοινωνικόν ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» ένα κείμενο που δεν είδε καμία πανορθόδοξη διαδικασία, κανένα άλλο Πατριαρχείο, κανένας δεν το ψήφισε, κανείς δεν το υπέγραψε. Είναι ακριβώς η λογική της Κρήτης: μία Εκκλησία αυτοανακηρύσσεται φωνή όλων, και μετά ονομάζει «σκανδαλοποιούς» όσους διαφωνούν. Διαβάζεις εκατό σελίδες «κοινωνικού ήθους» και δεν βλέπεις: αίρεση, σχίσμα, κόλαση, κρίση, μετάνοια ως κρίσιμη προϋπόθεση. Η αμαρτία αναφέρεται σποραδικά, η κόλαση σχεδόν ποτέ, η ανάγκη μετάνοιας εξαφανίζεται. Μια Ορθοδοξία χωρίς κόλαση και χωρίς αίρεση δεν είναι ανανεωμένη Ορθοδοξία — είναι προτεσταντικός κοινωνικός ευαγγελισμός με βυζαντινό ένδυμα. Το κείμενο περιγράφει πώς η Εκκλησία «συμμετέχει στον διάλογο για το μέλλον του πλανήτη» — η γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, όχι των Πατέρων. Στα θέματα της σεξουαλικότητας το κείμενο είναι σκόπιμα θολό: «όσοι έχουν ομοφυλοφιλική έλξη δεν πρέπει να απορρίπτονται» — κανείς ορθόδοξος δεν ζήτησε απόρριψη προσώπων· η Εκκλησία απορρίπτει την πράξη και θεραπεύει το πάθος. Το κείμενο αποφεύγει να πει καθαρά ότι η πράξη είναι αμαρτία, μιλά για «ταμπου» και «κοινωνικό στιγματισμό». Η πατερική γλώσσα θα ήταν μία: θεραπεία μέσω μετανοίας και ασκήσεως. Η γλώσσα του κειμένου είναι γλώσσα μη κυβερνητικής οργάνωσης που ετοιμάζει έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το κείμενο αποδέχεται τους δυτικούς θεσμούς ως δεδομένους και αγαθούς, χωρίς να θέτει το βασικό: ποια είναι η σχέση της βασιλείας του Θεού με τη δημοκρατία του κόσμου; Οι Πατέρες απαντούσαν με σαφήνεια. Το κείμενο αρνείται να απαντήσει, γιατί η απάντηση θα ενοχλούσε τους χρηματοδότες των συνεδρίων. Η αποδοχή της παγκοσμιοποίησης είναι η σιωπηρή ομολογία πίστεως του κειμένου — και αυτή η πίστη δεν είναι η ορθόδοξη. Μοναχισμός: σχεδόν απουσία. Ασκητική ζωή: εξαφανισμένη. Νηστεία ως πνευματικός αγώνας: καμία. Το κείμενο που υποτίθεται ότι περιγράφει το κοινωνικό ήθος της Ορθοδοξίας παραλείπει ακριβώς εκείνο που έχτισε αυτό το ήθος — την άσκηση. Δεν είναι τυχαίο: η άσκηση ενοχλεί τη σύγχρονη κουλτούρα, και το κείμενο προτιμά να μην ενοχλεί κανέναν. Ο «διάλογος» έγινε είδωλο· το κήρυγμα θυσιάστηκε στη «μάρτυρα».

Η Σύνοδος δεν κάνει «προτάσεις». Οι σύνοδοι ορίζουν, δογματίζουν, αναθεματίζουν. Η γλώσσα του κειμένου — «μήνυμα», «πρόταση ζωής», «εκκλησιοτραφής ελευθερία» — είναι γλώσσα ΜΚΟ και ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Εκκλησία δεν είναι πάροχος «προτάσεων ζωής»· είναι το σώμα του Χριστού. Όταν συνοδικό κείμενο ομιλεί έτσι, έχει ήδη αλλάξει πίστη χωρίς να το ομολογήσει.

 

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για τα δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (2016).(Α)

 



Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016–2026): Αποτίμησις καί Προοπτικαί» οργανώθηκε  με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου από  Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου, μέχρι και την Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου, στην πόλη Chantilly, στα περίχωρα του Παρισίου. Την έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου κήρυξε ο  Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος. Ολόκληρο  το κείμενο της ομιλίας  βρίσκεται στο link. https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/79054-parisi-omilia-oikoumenikoy-patriarxi-sto-epeteiako-synedrio.

Σε πλαίσιο υπάρχουν τα αποσπάσματα που σχολιάζονται.

 

 

ΜΕΡΟΣ-Α

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ὠργανώθη κοινῇ συμβολῇ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρίαν, τήν συντονιστικήν εὐθύνην καί τήν ἀνύστακτον φροντίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Αὐτό τοῦτο τό γεγονός τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καί αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἀποτελοῦν σημαντικόν κεφάλαιον τῆς συνοδικῆς ταυτότητος καί ἱστορίας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, βεβαίαν δέ καί τιμαλφεστάτην παρακαταθήκην διά τάς ἐπερχομένας γενεάς τῶν Ὀρθοδόξων. 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Είναι ανακριβές  να χαρακτηρίζεται η Σύνοδος της Κρήτης ως «τιμαλφεστάτη παρακαταθήκη» της Εκκλησίας. Η εν λόγω Σύνοδος στερούταν πανορθόδοξης νομιμοποίησης λόγω των κρίσιμων απουσιών. Αντί για κορυφαίο κεφάλαιο, υπήρξε μια σύνοδος εκκοσμίκευσης. Νομιμοποίησε τον οικουμενισμό και αναγνώρισε «ετεροδόξες εκκλησίες». Έτσι, θόλωσε τα σωτήρια όρια της Ορθοδοξίας. Οι διαδικασίες της αποξένωσαν τον πιστό λαό από τη συνοδική συνείδηση. Επομένως, οι αποφάσεις της συνιστούν πνευματικό ναυάγιο. Η μόνη γνήσια παρακαταθήκη για το μέλλον είναι η ακράδαντη τήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως.

Κατά τήν μακράν πορείαν πρός τήν Σύνοδον, αἱ Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, αἱ Εἰδικαί Προπαρασκευαστικαί Ἐπιτροπαί, αἱ Προσυνοδικαί Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, ἀλλά καί αἱ Συνάξεις τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων,  τάς ὁποίας ἐνεκαινίασεν ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἅμα τῇ ἀναρρήσει αὐτῆς εἰς τόν Οἰκουμενικόν Θρόνον, ἀπετέλεσαν ζωτικήν ἔκφρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τήν ἐποχήν μας, τό κάτοπτρον τῆς συνεργασίας καί τῶν ἐντάσεων εἰς τάς διορθοδόξους σχέσεις, τῶν θεολογικῶν συζητήσεων καί ἀντιπαραθέσεων, ὡς καί τῶν περιπετειῶν τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις και οι Συνάξεις των Προκαθημένων λειτούργησαν ως μηχανισμοί επιβολής μιας συγκρητιστικής γραμμής. Αντί για γνήσιο κάτοπτρο της Ορθοδοξίας, αποτέλεσαν πεδία υποχώρησης στην Οικουμενιστική Κίνηση. Οι «εντάσεις» και οι «αντιπαραθέσεις» που αποσιωπώνται αποκαλύπτουν την τεχνητή προώθηση του οικουμενισμού. Οι διαδικασίες αυτές αγνόησαν επιδεικτικά τη φωνή της πατερικής παράδοσης. Έτσι, η προετοιμασία της Συνόδου οδήγησε σε προγραμματισμένη απομάκρυνση από την αλήθεια. Συνεπώς, η πορεία αυτή δεν εκφράζει την Ορθοδοξία, αλλά τη σταδιακή υποταγή της στις πιέσεις των ετεροδόξων.

Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος δικαίως ἔτρεφον προσδοκίας, ὅτι ἡ ἀναμενομένη Σύνοδος δέν θά ἦτο μία ἐσωστρεφής σύναξις, ἀλλά μία πειστική μαρτυρία περί τῆς ζώσης χριστιανικῆς παρουσίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Οι Ορθόδοξοι πιστοί περίμεναν την ακράδαντη ομολογία της αληθινής πίστης και όχι έναν συμβιβασμό με τον σύγχρονο κόσμο. Η προσδοκία για μια ανοιχτή σύναξη μετατράπηκε σε απογοήτευση λόγω της οικουμενιστικής στροφής. Αντί για μαρτυρία Ορθοδοξίας, η Σύνοδος πρόσφερε άνοιγμα προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Έτσι, οι ελπίδες του λαού προδόθηκαν από τις αποφάσεις της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η επιθυμία για σύγχρονη παρουσία κατέληξε σε υποχώρηση έναντι των πιέσεων της εποχής.

Ἡ ληφθεῖσα ἐπί τῇ βάσει ἐξωεκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί ἀνακοινωθεῖσα τήν δωδεκάτην ὥραν ἀπόφασις τεσσάρων Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἤτοι τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας, νά μή συμμετάσχουν εἰς τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου προεκάλεσε θλῖψιν πολλήν, ἐδοκίμασε τήν λειτουργίαν τῆς συνοδικότητος εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, οὐδόλως ὅμως ἔθιξε τήν συνοδικήν ταυτότητά της.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η Σύνοδος  στερήθηκε κάθε πανορθόδοξης νομιμοποίησης. Ο ισχυρισμός ότι οι απουσίες αυτές «οὐδόλως ἔθιξαν τήν συνοδικήν ταυτότητα» αποτελεί εμπαιγμό. Μια σύναξη που ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ολόκληρες τοπικές Εκκλησίες δεν μπορεί να ομιλεί εξ ονόματος της Ορθοδοξίας. Συνεπώς, το πλήγμα στη συνοδικότητα υπήρξε ανεπανόρθωτο και βαθύτατο.

Ὄντως, οὐδείς θεολογικός ἤ ἐκκλησιολογικός λόγος ὑφίστατο διά τήν μή πραγματοποίησιν τῆς Συνόδου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀναβολή τῆς συγκλήσεώς της θά ἐσήμαινεν ὁριστικήν ματαίωσίν της -καί ἴσως αὐτό ἐπεθύμουν καί ἐπεδίωκόν τινες. 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Εκκλησίες ζήτησαν επανειλημμένα την αναβολή της Συνόδου, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν ακόμη πολλά ανοιχτά ζητήματα, ότι τα κείμενα δεν είχαν τύχει ευρείας αποδοχής από το σύνολο του πληρώματος και ότι μια πανορθόδοξα αποδεκτή Σύνοδος απαιτεί 100% ομοφωνία και συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών σε κάθε στάδιο.

Υπήρξαν διαφωνίες σχετικά με τον κανονισμό λειτουργίας της Συνόδου, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τη διαδικασία τυχόν τροποποίησης των κειμένων επί τόπου, καθώς και ζητήματα σχετικά με το ποιος θα προήδρευε και πώς θα κάθονταν οι αντιπροσωπείες.

Το Πατριαρχείο Αντιοχείας απείχε κυρίως λόγω της ανεπίλυτης κανονικής του διαφοράς με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων σχετικά με τη δικαιοδοσία στο Κατάρ (το λεγόμενο "ζήτημα του Κατάρ"), καθώς το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έκανε δεκτό το αίτημα να συζητηθεί και να λυθεί προηγουμένως αυτή η διαφορά. Αναλυτές επισημαίνουν ότι υπερίσχυσαν και ευρύτεροι γεωπολιτικοί ή διπλωματικοί προσανατολισμοί (ιδίως γύρω από τον σφαίρα επιρροής και τις σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως), οι οποίοι λειτούργησαν αποτρεπτικά για την τελική κάθοδο των αντιπροσωπειών. Επομένως υπήρχαν σοβαροί θεολογικοί και εκκλησιολογικοί λόγοι.

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας συνῆλθε καί ἐπραγματοποίησε τό ἔργον της ἐν ἀδελφικῇ συνεργασίᾳ. Τά κείμενα τῆς Συνόδου ἐκφράζουν αὐθεντικῶς καί μετά θεολογικῆς ἀρτιότητος τήν πιστότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀδιαλείπτως βιωθεῖσαν καί βιουμένην ἐν αὐτῇ Παράδοσιν τῆς Ἀληθείας καί ἀποτελοῦν πολύτιμον πνευματικόν θησαυρόν διά τήν ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθοδοξίαν.

 

ΣΧΟΛΙΑ: Είναι ανακριβές  να ισχυρίζεται κανείς ότι η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε σε «αδελφική συνεργασία» και ότι τα κείμενά της διαθέτουν «θεολογική αρτιότητα». Η πραγματικότητα είναι ότι η εν λόγω σύναξη, απαλλαγμένη από την παρουσία ολόκληρων τοπικών Εκκλησιών, αγνόησε επιδεικτικά τη φωνή της πατερικής παράδοσης. Τα κείμενα που παρήγαγε δεν αποτελούν κανέναν «πολύτιμο θησαυρό», αλλά αντίθετα εισάγουν αμφίβολες οικουμενιστικές διατυπώσεις που θολώνουν τα καθαρά όρια της πίστης. Η επίκληση μιας δήθεν «αδιάλειπτης Παράδοσης» πέφτει στο κενό, καθώς οι αποφάσεις αυτές απομακρύνονται από το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων και υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η παρουσίαση της Συνόδου ως επιτυχίας επιχειρεί να συγκαλυφθεί η βαθιά εσωτερική κρίση και η απομάκρυνση από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

Ὑπόδειγμα καί πηγή ἐμπνεύσεως εἰς τό συνοδικόν ἔργον καί εἰς τήν ἀξιολόγησιν τῶν κειμένων ἦτο ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μία θεολογία ὑπαρξιακή εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις της, πάντοτε ἐμπειρική καί συγκεκριμένη, ποτέ ἄσαρκος καί ἀφῃρημένη.

Θεολογία ἡ ὁποία συνέδεε τήν πίστιν μέ τήν ζωήν, τήν θεωρίαν μέ τήν πρᾶξιν, ἀπόκρισις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τάς ἀγωνίας, τούς φόβους, τάς ἀπορίας τῆς ἐλευθερίας καί τάς ἐλπίδας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, τά κείμενα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου εἶναι ἐπίκαιρος διατύπωσις τῆς «βιωμένης παραδόσεως» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραμένει ἀναλλοίωτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρουσιάζεται διά τῶν ἀποφάσεών της εἰς τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης ὡς Ἐκκλησία ἀκλονήτου πιστότητος εἰς τήν παράδοσιν τῆς συνοδικότητος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἁπτήν ἔκφρασιν τῆς καθολικότητός της καί πηγήν τῆς ἐγκοσμίου μαρτυρίας της. 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Ο ισχυρισμός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν «επίκαιρη διατύπωση της βιωμένης παραδόσεως» αποτελεί ωμή αντιστροφή της πραγματικότητας, καθώς η προσαρμογή στο πνεύμα της εποχής και η αναγνώριση των ετεροδόξων συνιστούν ρήξη και όχι συνέχεια της παράδοσης των Αγίων. Η επίκληση της «συνοδικότητας» πέφτει στο κενό όταν πραγματοποιείται μια σύναξη χωρίς πανορθόδοξη συναίνεση και ερήμην του πληρώματος της Εκκλησίας. Συνεπώς, η απόπειρα να παρουσιαστεί η Σύνοδος ως πηγή «εγκοσμίου μαρτυρίας» αποκαλύπτει την αγωνία των εμπνευστών της να νομιμοποιήσουν μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία που απομακρύνεται από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Η πατερική θεολογία ήταν πάντοτε ομολογιακή, αδιάλλακτη απέναντι στην πλάνη και απολύτως ξεκάθαρη στα δογματικά όρια, στοιχεία που απουσιάζουν από τις αμφίσημες και οικουμενιστικές διατυπώσεις της Συνόδου.

Διακηρύσσεται η συνοδικότης ως «ἁπτή ἔκφρασις καθολικότητος», αλλά η Σύνοδος συνεκλήθη με προγεγραμμένα κείμενα, με χρηματοδότηση κρατών, με χρονοδιάγραμμα τύπου διεθνούς συνεδρίου, με διαγραφή θεμάτων επειδή «δεν προλαβαίνουμε». Αυτό δεν είναι συνοδικότης· είναι διοικητικό συνέδριο. Οι Πατέρες συνήρχοντο ελεύθερα για να κρίνουν· στην Κρήτη κλήθηκαν να επικυρώσουν.

 

Το Πανεπιστήμιο του Τσίτσεστερ τιμάει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

εικόνα άρθρου: Το Πανεπιστήμιο του Τσίτσεστερ τιμάει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο
Άρθρο της “Ιουστίνης”

Η αναγόρευση του Πατριάρχη ως επίτιμου διδάκτορα Θεολογίας αποτελεί βεβαίωση πόσο αρεστός είναι στους αιρετικούς


Στον Αγγλικανικό «ναό» του Τσίτσεστερ ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας Θεολογίας ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος από το (αγγλικανικού χαρακτήρα) Πανεπιστήμιο της πόλεως, στις 16 Σεπτεμβρίου [1][2]. 

Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα: «Τον Παναγιώτατο προσφώνησε ο ελληνικής καταγωγής Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Ελλογιμ. κ. Συμεών Δάγκας, ενώ στην τελετή παρέστη και ο τοποτηρητής της χηρεύουσας Αγγλικανικής Επισκοπής Chichester Θεοφιλ. (σ.σ. αιρετικός Αγγλικανός) Επίσκοπος William Hazlewood.

[…] Το μεσημέρι, ο Παναγιώτατος ευλόγησε την τράπεζα που παρέθεσαν προς τιμήν του ο (σ.σ. αιρετικός Αγγλικανός Επίσκοπος) Τοποτηρητής της Επισκοπής και η ηγεσία του Πανεπιστημίου, στο παρακείμενο Επισκοπείο του Chichester. Τον Πατριάρχη προσφώνησαν με θερμούς λόγους καλωσορισμού και τιμής ο Επίσκοπος William Hazlewood και ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου Δρ Tim Fooks, ενώ ο Παναγιώτατος αντιφώνησε καταλλήλως».

Άραγε στην τράπεζα προηγήθηκε κοινή προσευχή με τους αιρετικούς; 

Η αναγόρευση του Ορθόδοξου Πατριάρχη ως επίτιμου διδάκτορα Θεολογίας μέσα σε Αγγλικανικό ναό, από ένα Πανεπιστήμιο αγγλικανικού χαρακτήρα, καθώς και οι τιμές από τον αιρετικό Αγγλικανό «Επίσκοπο» στο παρακείμενο Επισκοπείο δημιουργούν πολλά ερωτηματικά. 

Ωστόσο στην περίπτωση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου έρχεται ως μια ακόμη επισφράγιση πως το έργο που επιτελεί από τον Οικουμενικό Θρόνο ειναι συγκρητιστικό, φιλοενωτικό και αρεστό στους αιρετικούς.

Στον λόγο που εκφώνησε αναφέρθηκε στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα με οικουμενιστική οπτική, χρησιμοποιώντας τεκμήρια πλήθους αιρετικών θεολόγων αλλά και φιλοσόφων [3].

Ο λόγος του έμοιαζε περισσότερο με εισήγηση σε μάθημα φιλοσοφίας προς τους νεαρούς φοιτητές σαν να ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας φιλοσοφίας ο κ. Βαρθολομαίος… Η ομιλία του, στείρα από τα νάματα της Ορθοδοξίας, ήταν προσαρμοσμένη στο αιρετικό περιβάλλον. 

Μετά από πολύωρα φιλοσοφικά και κοινωνιολογικά φληναφήματα δεν έχασε ευκαιρία να αντλήσει κοινωνικές κατευθύνσεις από το δικό του προσωπικό «επίτευγμα», τη ψευδοσύνοδο της Κρήτης.

Όλα αυτά βέβαια αποτελούν όνειδος για τον Ορθόδοξο Πατριάρχη και η προδοσία της πίστης τον καθιστά αναπολόγητο ενώπιον του Θεού και απέναντι στους Αγίους προκατόχους του, Πατριάρχες και Αρχιεπισκόπους Κωνσταντινουπόλεως, που κατά τα παλαιότερα χρόνια αγίασαν τον Οικουμενικό θρόνο.

Ο πιστός λαός του Θεού δεν πρέπει να θεωρεί ως εμπόδιο τα αξιώματα για να ασκεί έλεγχο. Όταν βλέπει τον Επίσκοπο ή τον Πατριάρχη να πράττει ανορθόδοξα και να καταπατά την παραδοθείσα πίστη των Αγίων Πατέρων οφείλει να αντιδρά!

Η Ιεροκανονική και Αγιοπατερική Αποτείχιση αποτελεί την δέουσα απάντηση σε κάθε οικουμενιστικό έκτροπο. 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

ΙΔΟΥ 

ΟΙ "ΑΞΙΟΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ" 

ΤΟΥ ΠΑΓΚΑΚΙΣΤΟΥ.

ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΝ.

Νέος δεινός σκανδαλισμός από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο: Τέλεση Αγιασμού σε ναό των Αγγλικανων.

Στον αγγλικανικό πανεπιστημιακό ναό της Παναγίας στην Οξφόρδη (University Church of St Mary the Virgin) μετέβει ο πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαίος την 17η Σεπτεμβρίου 2026 [1].

Μέσα στον κατάμεστο από Αγγλικανούς ναό εκφώνησε ομιλία με τίτλο «Η θρησκευτική ελευθερία σε αμφισβητούμενα οικοσυστήματα. Δίκαιο, Θρησκεία και Εξωτερική Πολιτική σε μια Νέα Διεθνή Τάξη» (φωτογραφία 1, φωτογραφία 2).

Λίγο αργότερα ο Κων/πόλεως Βαρθολομαίος τέλεσε μικρό Αγιασμό μέσα στο ναό των αιρετικών καταπατώντας πλήθος Ιερών Κανόνων (φωτογραφία 1, φωτογραφία 2, φωτογραφία 3, φωτογραφία 4, φωτογραφία 5).

Το επίσημο Δελτίου Τύπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέρει σχετικά [2]:

“Αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος τέλεσε τον μικρό Αγιασμό με την ευκαιρία της ενάρξεως του νέου Ακαδημαϊκού έτους”.

Λίγες ημέρες νωρίτερα ο πανεπιστημιακός ναός των Αγγλικανών είχε προαναγγείλει με σχετική ανακοίνωση στο διαδίκτυο ότι ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Βαρθολομαίος θα εκφωνήσει ομιλία στο πλαίσιο μίας “λειτουργικής τελετής” (as part of a liturgical service) [3].

Στον ναό των αιρετικών παρέστη η πατριαρχική συνοδεία την οποία αποτελούσαν οι Μητροπολίτες Πριγκηποννήσων Δημήτριος, Σηλυβρίας Μάξιμος και Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων Ιωακείμ, καθώς και ο Μέγας Εκκλησιάρχης Αέτιος και ο Διάκονος Ευλόγιος Τσάτσας, κωδικογράφος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου (φωτογραφία).

Μαζί τους παρέστη και ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Νικήτας (φωτογραφία).

Εκκλησιαστικό όργανο, χορωδία, πλήθος Αγγλικανών και η ακολουθία του Αγιασμού από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο (Βίντεο)

Η τελετή του μικρού Αγιασμού μεταδόθηκε σε ζωντανή σύνδεση από το διαδικτυακό κανάλι του πανεπιστημιακού αγγλικανικού ναού. Στο σχετικό βίντεο [4] παρατηρούμε ανάμεσα στα υπόλοιπα:

[10:40] Είσοδος των Αγγλικανών στον ναό υπό την μορφή πομπής. Ήχοι από εκκλησιαστικό όργανο και χορωδία.

[12:02] Στο τέλος της πομπής ακολουθεί ένας Μονοφυσίτης. Η πομπή ολοκληρώνεται με τον Πατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίο Αρχοντώνη μετά της συνοδείας του.

[16:45] Αγγλικανός “ιερέας” και το ποίμνιο των Αγγλικανών εκφωνούν την Κυριακή Προσευχή.

[22:08] Χορωδία των Αγγλικανών ψάλλει ύμνους.

[24:39] Έναρξη ομιλίας του Κων/πόλεως Βαρθολομαίου.

[01:12:46] Έναρξη της ακολουθίας του Αγιασμού στον ναό των Αγγλικανών από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

[01:22:00] Ανάγνωση Ευαγγελίου από τον πατριάρχη Βαρθολομαίο.

[01:29:21] Ραντισμός από τον πατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίο κατά τη διάρκεια της τελετής του Αγιασμού.

Πώς νομιμοποιείται βάσει των Ιερών Κανόνων ένας ορθόδοξος Ιεράρχης να τελεί την ακολουθία του Αγιασμού σε αιρετικό ναό, συμπροσευχόμενος μάλιστα με πλήθος αιρετικών;

Ανεξαρτήτως βαθμού Ιερωσύνης, οι ενέργειες αυτές απαγορεύονται ρητώς από τους Ιερούς Κανόνες, αποτελούν σοβαρότατη εκτροπή και τιμωρούνται με ποινή καθαιρέσεως.

Η κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας είναι πάγια, σαφής και κατηγορηματική: «ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι».

Ενδεικτικά σημειώνονται μερικοί μόνο από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με οικουμενικό κύρος, οι οποίοι αναφέρονται στην απαγόρευση συμπροσευχής με αιρετικούς:

Κανών ΜΕ’ των Αγ. Αποστόλων: «Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως Κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω».

Κανών ΞΔ’ των Αγ. Αποστόλων: «Ει τις Κληρικός, ή Λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω».

Κανών ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ου δεί αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι».

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου