Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aποτειχιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aποτειχιση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Ήλθε ἡ ὥρα τοῦ διαχωρισμοῦ τῆς ἥρας ἀπὸ τὸ σιτάρι.



   Ἐστὶν πλέον φανερὸν ὅτι (ἐπιτέλους) οἱ Αἱρετικοὶ Οἰκουμενισταὶ γίνονται ἐπόμενοι τῆς Ἀνιέροις Αἱρετικοῖς λαμβάνοντες ἐπισήμως καὶ δημοσίως πόλεμον κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων ὡς ἐποίησαν ἀνέκαθεν οἱ πνευματικοὶ τῶν πρόγονοι Νεστόριος, Σευήρος, Βέκκος κ.λπ.
Διέγραψαν τὴν λέξιν "αἵρεσις" διὰ τοὺς ὄντως Αἱρετικοὺς ἀλλὰ ἀναγκάσθησαν νὰ τὴν ἐπαναφέρουν διὰ τοὺς ὄντως Ὀρθοδόξους.



Με τὴν ἀπροκάλυπτη καὶ περήφανη διακήρυξιν ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι Αἱρετικοί, δὲν ἔρχονται εἰς δυσκολίαν οὔτε οἱ Αἱρετικοί Ὀικουμενισταί οὔτε οἱ Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι διὰ τῶν λόγων τὴν Αἱρετικὴν ΠΣΕυδοσύνοδον τῆς Κρήτης τοῦ 2016 καὶ τὰ μετὰ ταύτην, πράξι δὲ κοινωνοῦντες μετὰ τῶν Αἱρετικῶν Ὀικουμενιστῶν λέγοντες αὐτοὺς Ὀρθοτομοῦντας τὸν Λόγον τῆς Ἀληθείας.
Δυστυχῶς τὸ βόλεμα στὶς Ἐνοριακὲς καὶ Μοναστηριακὲς δομὲς μετὰ τῆς ἐκούσιας κώφωσης καὶ τύφλωσης Ἀρχιερέων, Ἱερέων, Μοναχῶν καὶ Λαϊκῶν εἰς τοὺς πνευματικοὺς αὐτῶν ὅρκους, ἐν οἷς ἀναφέρουσι σαφῶς ἡ Ἁγία Γραφή, τὸ Consensus Consiliorum (συμφωνία τῶν Συνόδων) καὶ τὸ Consensus Patrum (συμφωνία τῶν Πατέρων) ὅτι:
«καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτῆς ἠθέτησαν νόμον μου καὶ ἐβεβήλουν τὰ ἅγιά μου· ἀναμέσον ἁγίου καὶ βεβήλου οὐ διέστελλον καὶ ἀναμέσον ἀκαθάρτου καὶ τοῦ καθαροῦ οὐ διέστελλον»
 [Ἰεζ. 22,26] 
«Ἐὰν δὲ ἀσεβεῖς κατέχωσιν τὸν τόπον, φευκταῖός σόι ἔστω, διὰ τὸ βεβηλῶσθαι ὑπ’ αὐτῶν· ὡς γὰρ οἱ ὅσιοι ἱερεῖς ἁγιάζουσιν, οὕτως οἱ ἐναγεῖς μιαίνουσιν.» 
[Ἀποστολικὲς Διαταγὲς βιβλ. 8, κεφ. 34]

[Οὐκοῦν ἀνόμημα καὶ βεβήλωσις, καὶ ὑπὸ δίκην αἵματος τὸ τοῖς ἀνοσίοις αἱρετικοῖς συναυλίζεσθαι φιλεῖν καὶ τῆς πρὸς ἐκείνους ἀντέχεσθαι κοινωνίας.»
[Μέγας Αθανάσιος. PG69, 552] 

«Τοῦτο γάρ ἀρχή τῆς λύσεως τοῦ χειμῶνος, τοῦτο ἀσφάλεια τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτο τῶν κακῶν διόρθωσις, ὅταν τούς τοιαῦτα πονηρευσαμένους ὑμεῖς οἱ ὑγιαίνοντες ἀποστρέφησθε και μηδέν κοινόν ἔχητε προς αὐτούς»
[Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. 
Ἐπιστολή 89, Θεοδοσίῳ ἐπισκόπῳ Σκυθουπόλεως PG 52, 655.] 

«γνοὺς ὅτι παρ’ ὅ δεῖ ἐφρόνησεν ὁ Νεστόριος, εὐθέως περιεῖλεν ἐν τῶ ἀποστολείῳ τὸ ὄνομα αὐτοῦ, τοῦ μὴ ἀναφέρεσθαι ἐν τῆ προσφορᾶ. 
Γνούς δε τοῦτο ὁ εὐλαβέστατος Εὐλάλιος δεδοικὼς τὴν ἔκβασιν τοῦ πράγματος, ἦν γὰρ ἐγκρατὴς ἐν τῇ πόλει ὁ Νεστόριος, λέγει τῶ Ὑπατίῳ: Διατί περιεῖλες τὸ ὄνομα αὐτοῦ μὴ γινώσκων τὸ ἀποβησόμενον; 
Ὁ δε Ὑπάτιος ἔφη: Ἐγὼ ἀφ’ οὗ ἔγνων ὅτι ἄδικα λέγει περὶ τοῦ Κυρίου μου, οὐ κοινωνῶ αὐτῷ οὔτε ἀναφέρω το ὄνομα αὐτοῦ. Ἐκεῖνος γάρ οὐκ ἔστιν ἐπίσκοπος. Τότε λέγει ὁ ἐπίσκοπος ἐν ὀργῇ: ὕπαγε, διόρθωσον ὃ ἐποίησας, ἐπεί τι ποιῆσαι ἔχω εἰς σέ. Ὁ δὲ Ὑπάτιος ἀπεκρίθη: ὃ θέλεις ποίησον, ἐγὼ γὰρ πάντα προεθέμην παθεῖν καὶ οὕτω ταῦτα ἐποίησα…» 
[Άγιος Υπάτιος. Αcta Sanctorum, Nov./B, page 267] 

«Χθές ὀκτωκαιδεκάτῃ τοῦ μηνός, ἥτις ἦν ἡ ἁγία Πεντηκοστή, ὁ πατριάρχης ἐδήλωσέ μοι λέγων· 
Ποίας Ἐκκλησίας εἶ; 
Βυζαντίου; 
Ρώμης; 
Ἀντιοχείας; 
Ἀλεξανδρείας; 
Ἱεροσολύμων; 
Ἰδού πᾶσαι μετά τῶν ὑπ’ αὐτάς ἐπαρχιῶν ἡνώθησαν. Εἰ τοίνυν εἶ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἑνώθητι, μήπως, ξένην ὁδόν τῷ βίῳ καινοτομῶν, πάθῃς ὅπερ οὐ προσδοκᾷς.
Προς οὕς εἶπον· 
Καθολικήν Ἐκκλησίαν, την ὀρθήν και σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν, Πέτρον μακαρίσας ἐφ’ οἷς αὐτόν καλῶς ὡμολόγησεν, ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο. Πλήν μάθω την ὁμολογίαν, ἐφ’ ἥν παςῶν τῶν Ἐκκλησιῶν γέγονεν ἡ ἕνωσις, και τοῦ γενομένου καλῶς, οὐκ ἀλλοτριοῦμαι» 
[Ὁσίου Μαξίμου Ὁμολογητὴ. Φιλοκαλία, ΕΠΕ 15Β, 450] 

«ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές, δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσι ὀρθοδόξοις παῤῥησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις, μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων, ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ. καί γε δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως Θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν Θεόν. ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυςόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο.»
[ Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης. Φατ. 39, 113,51 – P.G.99,1048/49] 

«Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί· φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ και ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ· φύγε την κοινωνίαν αὐτοῦ και την προς αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως· ἀγκίστρῳ μέν και δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δε πονηρά και τον αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας και μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε· φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους» 
[Μέγας Φώτιος. ΕΠΕ 12, 400,31] 

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

ΕΥΑΓΡΙΟΣ – ΔΗΜΟΦΙΛΟΣ: ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;

 


 

Αξιότιμε κύριε Χατζηνικολάου

Με σεβασμό προς το πρόσωπό σας και την πρόσφατη συμβολή σας στο ζήτημα των λεγόμενων «παράλληλων επισκόπων», θα μου επιτρέψετε ορισμένες διευκρινίσεις αναφορικά με την περίπτωση του Ευάγριου και του Δημόφιλου, οι οποίοι –κατά τη γνώμη σας– υπήρξαν ταυτόχρονα επίσκοποι Κωνσταντινούπολης. Η εκκλησιαστική και ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, όπως μαρτυρείται από τις πηγές, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει την εν λόγω παραλληλία.

Κατ’ αρχάς, ο Δημόφιλος είχε καθαιρεθεί από τη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το έτος 359 – γεγονός αναμφισβήτητο, όπως και εσείς ομολογείτε. Το 370, με τη στήριξη του τότε αιρετικού αυτοκράτορα, οι αρειανοί, οι οποίοι δεν είχαν αποδεχθεί την καθαίρεσή του γι’ αυτό και τον μετέθεσαν από την επισκοπή της Βέροιας και τον εγκατέστησαν στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης.

Κατά το ίδιο έτος, ο άγιος Ευστάθιος Αντιόχειας χειροτονεί τον Ευάγριο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης, θεωρώντας τον θρόνο κενό· και αμέσως μετά έχουμε την εξορία και των δύο αυτών ανδρών υπό του τότε αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη.  Η πράξη αυτή (της χειροτονίας του Ευάγριου) στηρίζεται στη θεολογική και κανονική θέση ότι η καθαίρεση σημαίνει την αφαίρεση της ιεροσύνης, (είναι γνωστό ότι αυτό λένε οι Οικουμενικές Σύνοδοι). Συνεπώς, η εκκλησιαστική πραγματικότητα του 370 δεν μαρτυρεί ύπαρξη δύο ισότιμων και κανονικών επισκόπων, αλλά έναν κανονικά χειροτονημένο ορθόδοξο επίσκοπο τον Ευάγριο, σε αντίθεση προς έναν ήδη  καθαιρεμένο τον Δημόφιλο.

 

Εύλογα, βέβαια, γεννάται το ερώτημα: εφόσον η καθαίρεση συνεπάγεται – όπως ορθώς σημειώθηκε – την αφαίρεση της ιεροσύνης, πώς είναι δυνατόν ο μέγας Θεοδόσιος να αντιμετωπίζει τον Δημόφιλο ως επίσκοπο λίγο πρίν την δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο; 

Η απάντηση εντοπίζεται εντός της εκκλησιαστικής παράδοσης: η εξήγηση είναι ότι προηγήθηκε αποκατάσταση - κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου από την πλευρά των ορθόδοξων. Η εκκλησιαστική πράξη προβλέπει, όταν πρόκειται για περιπτώσεις καθαιρεμένων και στην περίπτωσή μας για λόγο αίρεσης, ή και εκτός Εκκλησίας αιρετικών προσώπων, ότι προκειμένου να αναλάβει κάποιος εκ νέου επισκοπικά (ή και μη, αλλά πάντως ιερατικά) καθήκοντα· οφείλει προηγουμένως να έχει μετανοήσει και να έχει ομολογήσει την ορθόδοξη πίστη. Εν συνεχεία, απαιτείται η αποδοχή του από την Εκκλησία και η κανονική αποκατάσταση - τακτοποίηση της ιεροσύνης του και στον τόπο στον οποίο θα τοποθετηθεί ως κληρικός. Παρόμοιες περιπτώσεις έχουμε συναντήσει τόσο σε καθαιρεμένους για λόγο αίρεσης κληρικούς όσο και σε πρόσωπα εκτός Εκκλησίας, όπως πρώην παπικούς, οι οποίοι έγιναν δεκτοί  σε κοινωνία ακόμη και άνευ χειροτονίας κατ’ οικονομία. [Βλ. του μεγάλου Βασιλείου επιστολή 263 ¨τοις Δυτικοις¨  όπου αναφέρεται σε μία τέτοιου είδους περίπτωση  του πνευματομάχου Ευστάθιου Σεβάστειας. Η περίπτωση του Ευστάθιου, μάλιστα, παρουσιάζει δομική ομοιότητα με αυτήν του Δημόφιλου· και στους δύο διαπιστώνεται καθαίρεση, στη συνέχεια υποκριτική μετάνοια, και τελικώς η Εκκλησία προβαίνει – για λόγους ενότητας – σε αποδοχή και αποκατάσταση. Κατά συνέπεια, η κατανόηση της μίας περίπτωσης προσφέρει ερμηνευτικό κλειδί και για την άλλη].

Και πρέπει να προστεθεί εδώ, στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή δεν υπάρξει αυτή η κανονική αποκατάσταση – τακτοποίηση του καθαιρεμένου κληρικού· τότε οι ορθόδοξοι οι οποίοι έστω μόνο θα συμπροσευχηθούν μαζί του καθιστούν τους εαυτούς τους ακοινώνητους από τους υπόλοιπους ορθόδοξους και πρέπει να καθαιρεθούν και αυτοί. Είναι γνωστό ότι ισχύει η κανονική αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω και αυτός».  Ο δε 11 Αποστολικός Κανόνας εν προκειμένω είναι σαφής και προστάζει: «Εί τις καθηρημένω, Κληρικός ών, Κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός». 

 

 

Το ουσιώδες, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πότε επήλθε η αποκατάσταση – κανονική τακτοποίηση του Δημόφιλου; Έλαβε χώρα πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου, οπότε πράγματι θα μιλούσαμε για παράλληλους επισκόπους; Ή συνέβη μεταγενέστερα, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια παραλληλία, καθότι η καθαίρεση του Δημόφιλου εξακολουθούσε να ισχύει κατά τη χειροτονία του Ευάγριου;

 

Η απάντηση είναι καθαρή και λογικά αναπόδραστη: δεν δύναται η αποκατάσταση του Δημόφιλου να είχε προηγηθεί της χειροτονίας του Ευάγριου. Διότι, σε μία τέτοια περίπτωση, δεν θα υφίστατο καμία ανάγκη χειροτονίας νέου επισκόπου· ο Δημόφιλος, ήδη μετανοημένος και αποδεκτός από τους ορθόδοξους, θα είχε επανέλθει στη θέση του επισκόπου κανονικώς και σε κοινωνία. Συνεπώς, η ύπαρξη της χειροτονίας του Ευάγριου τεκμηριώνει από μόνη της ότι ο Δημόφιλος κατά το έτος 370 δεν είχε αποκατασταθεί εκ μέρους των ορθόδοξων επισκόπων  στην ιεροσύνη  και  στον τόπο του.

Η αποκατάσταση του Δημόφιλου πραγματοποιήθηκε μετά την εξορία του Ευάγριου. Μόνο τότε ο Δημόφιλος κατέστη «δεκτός» εν τη Εκκλησία, και αυτό υπό την προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδοξης ομολογίας – αν και προσχηματικής (βλ. το απόσπασμα του μεγάλου Βασιλείου παρακάτω) –. Επομένως, δεν νοείται παραλληλία επισκόπων στο κρίσιμο χρονικό σημείο της χειροτονίας του Ευάγριου, αφού τότε ο θρόνος ήταν ουσιαστικά και κανονικά εν χηρεία.

Ακριβώς επ’ αυτού, ο μέγας Βασίλειος, στην επιστολή 48 «Ευσεβείω επισκόπῳ Σαμοσάτων», αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Η δε Κωνσταντινούπολις έχει τον Δημόφιλον πολύν ήδη χρόνον, ως και αυτοί ούτοι  απαγγελούσι και προκεκήρυκται πάντως τη οσιότητί σου. Και τι περί αυτόν πλάσμα [=false appearance (= ψεύτικη εμφάνιση), λεξικὀ Lampe]  ορθότητος και ευλαβείας παρά πάντων συμφώνως των αφικνουμένων θρυλείται, ως και τα διεστώτα της πόλεως μέρη εις ταυτόν συνελθείν και των πλησιοχώρων τινάς των επισκόπων την ένωσιν καταδέξασθαι».

Ο Δημόφιλος, δηλαδή, προσποιήθηκε τον ορθόδοξο, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πεισθούν κάποιοι πιστοί και κάποιοι επίσκοποι των περιχώρων και να ενωθούν μαζί του. Ο άγιος Βασίλειος δεν αναφέρει ρητώς πότε έγινε αυτό· ωστόσο, εκ των συμφραζομένων και των ιστορικών δεδομένων, συνάγεται ότι πρόκειται για γεγονός μεταγενέστερο της εξορίας του Ευάγριου, όπως ήδη τεκμηριώθηκε.

Περαιτέρω, ούτε γίνεται λόγος ρητώς για καθαίρεση ή αποκατάσταση του Δημόφιλου· πλην όμως αυτά εννοούνται, καθώς η καθαίρεσή του είναι αναντίρρητη και δεδομένη. Το αναγνωρίζετε άλλωστε και εσείς, σεβαστέ κύριε Χατζηνικολάου, στο άρθρο σας. Να ο λόγος για τον οποίο ο μέγας Θεοδόσιος, το έτος 379, θεωρεί τον Δημόφιλο ως επίσκοπο Κωνσταντινούπολης· διότι, επαναλαμβάνεται, υπήρξε αποκατάστασή του η οποία έλαβε χώρα μετά την εξορία του Ευάγριου.

 

Επομένως, το συμπέρασμα είναι σαφές: κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δεν υφίσταται καμία παραλληλία επισκόπων στην Κωνσταντινούπολη. Ο θρόνος, από εκκλησιολογικής άποψης, ήταν χηρεύων.

 

 

Και έτσι έχόντων των πραγμάτων ερχόμαστε στους δύο λόγους που αναφέρετε για να αποδείξετε ότι η περίπτωση Δημόφιλου - Ευάγριου αποτελεί περίπτωση παράλληλων επισκόπων.

 

·         «πρώτον δεν δύναται να θεωρηθή άκυρος η χειροτονία του Δημοφίλου το 370 και επομένως ούτε εν χηρεία ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως κατά την περίοδο 370-380, "διότι αρχαίον ην έθος το δέχεσθαι τους από αιρετικών χειροτονηθέντας" και εξής». 

 Εδώ χρειάζεται μία θεμελιώδης διάκριση, την οποία δυστυχώς παραβλέπετε, αγαπητέ κύριε Χατζηνικολάου: Άλλο πράγμα η χειροτονία και άλλο η καθαίρεση. Συγκεκριμένα:

 Η χειροτονία του Δημόφιλου δεν αμφισβητείται· ήταν έγκυρη, ή καλύτερα ενυπόστατη. Κανείς δεν ισχυρίζεται το αντίθετο. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η χειροτονία του ήταν έγκυρη που δι’ αυτής έλαβε την ιεροσύνη ο Δημόφιλος, μπορούσε και να του αφαιρεθεί (η ιεροσύνη) μέσω έγκυρης και νόμιμης καθαίρεσης – η οποία και έγινε στη Σύνοδο της πόλης του Αρίμινου το 359. Η καθαίρεση δεν ακυρώνει τη χειροτονία (δεν σημαίνει ότι δεν έγινε ποτέ), αλλά έχει ακριβώς το νόημα της αφαίρεσης της ιεροσύνης που με τη χειροτονία έλαβε[1].

Το αν «ἀρχαῖον ἦν ἔθος» να γίνονται δεκτοί όσοι χειροτονήθηκαν από αιρετικούς όταν υπάρχει καθαίρεση όπως εν προκειμένω αφορά την αποδοχή μετά από αποκατάσταση – όχι τη χρονική στιγμή πριν από αυτήν.

 Επομένως, η βάση του συλλογισμού σας είναι εσφαλμένη, και όλα τα επόμενα που εξαρτώνται από αυτήν καταλήγουν επίσης εσφαλμένα. Η σωστή θεμελίωση του επιχειρήματος πρέπει να γίνει ως εξής:

 Δεν δύναται να θεωρηθή άκυρη η καθαίρεση του 359 του Δημόφιλου – όπως ἐσφαλμένως γράφετε περί ακυρότητα της χειροτονίας του – και εφόσον δεν υπήρξε αποκατάστασή του από τους ορθόδοξους μέχρι και την εξορία του Ευάγριου το 370, ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης ήταν εν χηρεία κατά την χειροτονία του ορθόδοξου Ευάγριου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξαν παράλληλοι επίσκοποι το έτος 370. Η χειροτονία του Ευάγριου τελέσθηκε επί χηρεύοντος επισκοπικού θρόνου ως προς τους ορθόδοξους.

Αντιθέτως, μετά την εξορία του Ευάγριου και εφόσον υπήρξε αποκατάσταση του Δημόφιλου, έστω και εξαιτίας υποκριτικής μετάνοιας, τότε πράγματι ο θρόνος δεν ήταν εν χηρεία· αλλά αυτό αφορά μεταγενέστερο στάδιο, όχι τη χρονική στιγμή της χειροτονίας του Ευάγριου.

Το ερώτημα, επαναλαμβάνω, δεν είναι αν ήταν έγκυρη η χειροτονία του Δημόφιλου – αυτό είναι δεδομένο. Αλλά αν ισχύει η καθαίρεσή του κατά την χειροτονία του Ευάγριου το 370, δηλαδή αν ο Δημόφιλος είχε αποκατασταθεί μέχρι τότε. Και η απάντηση, όπως αποδείχθηκε, είναι όχι.

Συνεπώς, και η αναφορά σας στον Δοσίθεο – «διότι ἀρχαῖον ἦν ἔθος τὸ δέχεσθαι τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας» – ναι μεν αληθής, αλλά αφορά την μεταγενέστερη αποδοχή του Δημόφιλου μετά την αποκατάστασή του και όχι την κατάσταση πριν από τη χειροτονία του Ευάγριου. Αυτή η αποδοχή, όπως ήδη τεκμηριώθηκε, είχε την αναγκαία προϋπόθεση μετάνοιας και ορθόδόξης ομολογίας, αν και υποκριτικής – όπως και στην περίπτωση του Ευστάθιου Σεβάστειας, για την οποία ο μέγας Βασίλειος γράφει στην επιστολή 263 «τοις Δυτικοίς».

 

·        «Δεύτερον, εάν το 380 ο Δημόφιλος εθεωρείτο όντως καθηρημένος, όπως υποστηρίζει ο πατήρ Ευγένιος, ο Αυτοκράτωρ Άγιος Θεοδόσιος, ο οποίος εξεδίωξε τον Δημόφιλον επειδή ήτο αιρετικός, δεν θα επεκαλείτο την αίρεση του Δημόφιλου δια να τον εκβάλλη του θρόνου, αλλ’ ως πολιτική αρχή και εγγυητής της εννόμου τάξεως εις την Αυτοκρατορίαν, θα επεκαλείτο την καθαίρεσιν του 359 και θα έλεγεν εις αυτόν: "εφόσον είσαι καθηρημένος, φύγε από τον θρόνο". Αντ’ αυτού όμως του είπεν: " ή προσθέσθαι τω ομοουσίω ή της πόλεως εξιέναι όπερ μάλλον εποίησεν "».

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου