Ἰωάννης Κορναράκης-(+13 Ιουλίου 2013)
------------------------------------------------------------------
Ἡ
σύγχρονη Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως ἀπὸ
τὸ 1948 μέχρι σήμερα, εἶναι γραμμένη μὲ πολλὲς σελίδες οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος.
Ὁ ἑκάστοτε οἰκοδεσπότης τοῦ
πατριαρχικοῦ οἴκου ἡγεῖτο
προσπαθειῶν ἑνώσεως τῶν μὴ
δυναμένων νὰ ἑνωθοῦν. Τὸ
μάτι τοῦ Πατριαρχείου,
σταθερὰ στραμμένο πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους
χώρους, ἀπεμπολοῦσε τὶς ἀλήθειες
τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς
χάριν μιᾶς ἐκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης, ἀποξενωμένης ἀπὸ
τὴν ἰκμάδα τῶν
αὐθεντικῶν εὐαγγελικῶν
καὶ πατερικῶν ἀληθειῶν.
Ἰδιαίτερα
ὁ σημερινὸς οἰκοδεσπότης τοῦ
ΦΑΝΑΡΙΟΥ ἔδειξε μεγάλη
κινητικότητα στοὺς ἑτεροδόξους χώρους καὶ συμμετεῖχε σὲ
ἑτερόδοξες λειτουργικὲς πράξεις.
Τὸ
κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως
καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν
Ἱ. Κανόνων ἀπὸ
μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου,
εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ
τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν
30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν
ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ
τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή
τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ
Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν
Παπισμό.
Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ κορυφὴ τῆς
«Ὀρθοδοξίας», μὲ τὰ
πολλὰ καὶ γνωστὰ σὲ
ὅλους οἰκουμενιστικά της ἀνοίγματα, ἔδωσε τὸ θάρρος σὲ
πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς
οἰκουμενιστὲς νὰ προχωροῦν
σὲ πράξεις ἀποδομήσεως καὶ προδοσίας τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας
τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
Ἐπιλεκτικῶς, θὰ ἐπισημανθοῦν μερικὰ ἀκραῖα ἀνοίγματα,
τὰ ὁποῖα
εὐθυγραμμίζονται μὲ
τὴν πατριαρχικὴ πρωτοβουλία –ἀλλὰ
καὶ σκοπιμότητα– νὰ προκύπτουν στὸν ὀρθόδοξο
χῶρο ἀνατρεπτικὲς ἐνέργειες
κατὰ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καὶ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἕνωση τοῦ Πατριαρχείου μὲ
τὸν Παπισμὸ θὰ
γίνει ὁπωσδήποτε. Καί,
κάποια στιγμή, ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ποὺ ἀγνοεῖ τὴν
πραγματικότητα, ἢ ἐκεῖνοι
ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἕνωση
αὐτὴ δὲν
πρόκειται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ ἐκπλαγοῦν.
Τὸ θέμα
τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς
ἔχει ἤδη «κλειδώσει», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, στὸν γνωστὸ διάλογο μεταξὺ
ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν
Ραβέννα τῆς Ἰταλίας. Στὸν διάλογο αὐτόν, οἱ ὀρθόδοξοι
ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν καὶ ἀποδέχθηκαν,
αὐτούσιο, τὸ παπικὸ κείμενο ποὺ
τοὺς παρουσίασαν οἱ παπικοὶ «ἑταῖροι» τους.
Σύμφωνα μὲ
τὸ κείμενο αὐτό, ἡ παπικὴ
ἐξουσία ἐπὶ
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ἀποτυπώνεται μὲ τὴν
εἰκόνα πυραμίδος. Στὴν κορυφὴ τῆς
πυραμίδος, εἶναι ὁ Πάπας. Ὅποιος Ἐπίσκοπος
δὲν θὰ ἀποδέχεται
τὸν Πάπα, θὰ μένει ἐκτὸς
τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας», ποὺ
εἶναι ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη καὶ
ὁριστικῶς διαμορφωμένη μὲ τὴν
ρωμαϊκὴ παράδοση.
Ὁ
Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν
τὴν ἕνωση μὲ
τὴν ἀρωγὴ
τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως
αὐτῆς: τοῦ
Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη
Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος
εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν
διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ
ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ
Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο
τιμῆς.
Ξαφνικά, λοιπόν, θὰ
πληρώσουν τοὺς ναούς μας
παπικοὶ πιστοί, γιὰ τὴν
πραγματοποίηση τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τοῦ Πάσχα τῶν ὀρθοδόξων
μὲ τοὺς παπικούς!
Ι. -Ἤδη,
καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
Χριστόδουλος –ἀκραῖος οἰκουμενιστής– συνέπλευσε μὲ τὸν
Πατριάρχη στὰ ἀνοίγματα πρὸς τοὺς οἰκουμενιστικοὺς χώρους. Ἔφερε καὶ αὐτός,
πρὶν ἀπὸ
τὸν Πατριάρχη, τὸν Πάπα στὴν Ἀθήνα,
καὶ πανηγύρισε τὸ γεγονὸς μὲ
φιέστες καὶ ἐκδηλώσεις μειοδοσίας τῆς Ὀρθοδοξίας.
Λίγο πρὶν
ἔλθει ὁ Πάπας στὴν Ἀθήνα,
καὶ ἀφοῦ
εἶχε ὀργανώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν
ὑποδοχή του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
ἐκάλεσε τέσσερεις ὁμοτίμους καθηγητὲς Πανεπιστημίου –μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν
ὑπογράφοντα τὸ παρόν– γιὰ νὰ
τὸν βοηθήσουν νὰ συντάξει τὰ σχετικὰ κείμενα ποὺ
θὰ διάβαζε ἐνώπιον τοῦ Πάπα, οὕτως
ὥστε αὐτὰ
νὰ ἔχουν ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο
χαρακτῆρα. Ὡστόσο, προσωπικῶς διαπίστωσα ὅτι, τὰ συγκεκριμένα κείμενα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον
τοῦ Πάπα χωρὶς τὶς διορθώσεις μας.
Τὸ 2003,
δύο χρόνια μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα, ὁ
Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος
εἰσηγήθηκε τὸν νεωτερισμὸ τῆς
«Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης» τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο
τῆς Ἀναγεννήσεως ποὺ
εἶχε στὸ μυαλό του, δημοσιεύθηκε τὸ ἴδιο
ἔτος, στὸ περιοδικὸ ΕΚΚΛΗΣΙΑ7, ὡς
συνοδικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ
καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ
Α.Π. Θεσσαλονίκης. Τὸ
κείμενο αὐτὸ ἀποτυπώνει,
μὲ γνώμονα τὴν ἀρχὴ τῆς
μετανεωτερικότητος, τὶς
σαρωτικὲς ἀλλαγές ποὺ ἔπρεπε
νὰ γίνουν γιὰ νὰ
ὁλοκληρωθεῖ ἡ
«Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀπὸ τὶς
προτεινόμενες αὐτὲς ἀλλαγές,
ἀναφέρουμε δύο:
α) Λόγῳ
τῶν προόδων τῶν ἀνθρωπιστικῶν καὶ κοινωνικῶν
ἐπιστημῶν, θὰ πρέπει νὰ
ἐπαναπροσδιορίζεται ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας,
προκειμένου νὰ
συμπορευόμαστε μὲ αὐτὲς
τὶς προόδους καὶ τὶς
πολιτιστικὲς ἐξελίξεις.
β) Γιὰ
τοὺς ἰδίους λόγους, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται
συνεχῶς καὶ τὸ
Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πλατύτερη ἐπαναδιατύπωση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ
–προταθεῖσα καὶ σὲ
ἄλλο κείμενο τοῦ ἰδίου,
σὲ ἐπετηρίδα τῆς
Σχολῆς– ἐξηγεῖ ὅτι,
στὸ μυστήριο αὐτό, δὲν προσερχόμαστε γιὰ
νὰ γίνουμε ἅγιοι, ἀλλὰ
γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε
πνεῦμα ἀλληλεγγύης μεταξύ μας (στὸ πνεῦμα τῆς
παγκοσμιοποιήσεως), γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ἔσχατα!!!
Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ταυτότητα τῆς
Ἐκκλησίας καὶ τὸ
Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ Ἴδιος
ὁ Χριστός, τὸ συνοδικὸ αὐτὸ κείμενο πρότεινε, κατ’ οὐσίαν, τὸν διαρκῆ
ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ Ἰδίου
τοῦ Χριστοῦ!!!
Εἶναι
περίεργο ὅτι, κανεὶς Ἐπίσκοπος
δὲν παρουσιάσθηκε γιὰ νὰ
τὸ στηλιτεύσει. Οὔτε ἡ Διαρκὴς
Ἱ. Σύνοδος ἔδωσε σημασία στὸ ὀκτασέλιδο
Ὑπόμνημα τοῦ ὑπογράφοντος,
τὸ ὁποῖο
παραδόθηκε νομίμως σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς
Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.