----------------------------------------------------------------------------------------------------
Περί «παραλλήλων ἐπισκόπων» (βελτιωμένη ἔκδοσις, 2025)
Τοῦ Δημητρίου
Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ Παν/μίου Ἰωαννίνων
1. Εἰσαγωγή
Ὡς γνωστόν, αἱ
διάφοροι συκοφαντίαι κατά τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Πατρίου Ἑορτολογίου (π.ἑ.), αἱ
ὁποῖαι ἐκτοξεύονται πανταχόθεν, κυρίως ἐκ μέρους τῶν Οἰκουμενιστῶν,
οὐδέποτε ἔχουν ἐκλείψει ἀπό τό 1924 καί ἐντεῦθεν. «Οἱ Παλαιοημερολογῖται
ἀνήγαγον τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον εἰς δόγμα πίστεως, ἑπομένως εἶναι χρονολάτραι,
σχισματικοί καί αἱρετικοί!», κραυγάζουν ψευδῶς οἱ Οἰκουμενισταί καί οἱ συνήγοροί
των, ὅπως ὁ ἀλήστου μνήμης π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος.
Οἱ νεο-αποτειχισμένοι, ὅπως οἱ πατέρες Ε. Τρικαμηνᾶς (βλ. Ἡ Διαχρονική
Συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιά τό Ὑποχρεωτικό τοῦ 15ου Κανόνος τῆς
Πρωτοδευτέρας Συνόδου περί Διακοπῆς Μνημονεύσεως Ἐπισακόπου Κηρύσσοντος ἐπ’
Ἐκκλησίας Αἵρεσιν, DeGiorgio Ἐκδ., Τρίκαλα, 2012, σελ. 227-258 καί 302-303),
Θ. Ζήσης, Εὐγένιος, Σάββας Λαυριώτης κ.ἄ., υἱοθετοῦν καί διαδίδουν μίαν κακόδοξον ἑρμηνείαν τῆς Ἱ. Παραδόσεως καί τοῦ
Πνεύματος τῶν Ἱ. Κανόνων, ἤτοι ὅτι μέ τήν χειροτονίαν νέων ἐπισκόπων τό 1935,
οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ. ἐδημιούργησαν δῆθεν σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος (βλ.
π.χ. https://www.youtube.com/watch?v=Vn-0OZU7DW4). Μέ τήν ἑρμηνείαν αὐτήν φαίνεται νά συμφωνῇ καί ὁ Καθ. τοῦ Κανονικοῦ
Δικαίου τοῦ Α.Π.Θ. κ. Κ. Κυριαζόπουλος (https://apotixisi.blogspot.com/2025/06/blog-post_85.html). Πρός «ἐπίρρωσίν» της, ἐπικαλοῦνται τούς Ἱ. Κανόνας πού ἀπαγορεύουν τήν
χειροτονίαν ἐπισκόπου εἰς ἐπισκοπήν ὅπου ὑπάρχει ἤδη ἄλλος ἐπίσκοπος, ὅπως τόν
Η' Κανόνα τῆς Α' Οἰκ. Συνόδου καί τόν ΙΣΤ' τῆς
Πρωτοδευτέρας (ΑΒ'). Βεβαίως, οἱ Ἱεροί αὐτοί Κανόνες πρέπει νά τηρῶνται
ἀπαρασαλεύτως ὅταν ὑπάρχῃ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί οἱ ἤδη ὑπάρχοντες
ἐπίσκοποι εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ὅταν, ὅμως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως καί διωγμοῦ τῆς
Ἐκκλησίας, ὁ ἐπίσκοπος μίας ἐπαρχίας εἶναι αἱρετικός, δηλαδή λύκος βαρύς πού
κατασπαράσσει τό ποίμνιόν του (Πρ. 20:29-30), τότε εἶναι αὐτονόητον ὅτι ὄχι
μόνον ἐπιτρέπεται, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται νά τοποθετηθῇ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος εἰς
τήν θέσιν του! Πολλῷ δέ μᾶλλον ὅταν ὁλόκληρος ἡ διοικοῦσα ἱεραρχία εἶναι
αἱρετική ἤ σχισματική, ὁπότε ἡ ἀνάγκη ἐπεμβάσεως καί χειροτονίας Ὀρθοδόξων
Ἐπισκόπων εἶναι προφανής. Ὡς θά ἴδωμεν κατωτέρω, αὐτό εἶναι τό Πνεῦμα τῶν Ἱ. Κανόνων
καί αὐτό ἐφήρμοζον ἀνέκαθεν οἱ Ὀρθόδοξοι. Ἡ ὡς ἄνω κακόδοξος ἑρμηνεία ἔχει ἤδη
ἀναιρεθῆ ἀπό τόν κ. Ν. Μάννην (http://krufo-sxoleio.blogspot.com/2018/12/blog-post_52.html) καί ἄρα τά ὅσα ἀκολουθοῦν ἀποτελοῦν συμπλήρωμα προηγουμένων ἄρθρων καί
ἐπιστολῶν. Ἄς σημειωθῆ εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ὅτι τό παρόν ἄρθρον ἐπικεντρώνεται εἰς τό
θέμα τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1935. Διά τήν δογματικήν διάστασιν τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος,
ὁ ἀναγνώστης παραπέμπεται εἰς εἰδικήν μελέτην μας μέ τίτλον «Τό ἡμερολογιακόν ζήτημα ἐξ ἐπόψεως δογματικῆς».
2. Ἱστορικόν
ὑπόβαθρον
Ἀπό τό 1924
καί ἐντεῦθεν ἡ διοικοῦσα «ἱεραρχία» τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐν δυνάμει σχισματική καί αἱρετική, ἄρα ὑπόδικος ἐνώπιον
Πανορθοδόξου Συνόδου διά καθαίρεσιν καί ἀναθεματισμόν. Διότι, πρῶτον, μέ τήν
εἰσαγωγήν τοῦ καταδικασθέντος ὑπό τριῶν Πανορθοδόξων Συνόδων (1583, 1587 καί
1593) νέου ἑορτολογίου (ν.ἑ.) διέσπασε τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί, δεύτερον,
τό ἔκαμε χάριν τῆς προωθήσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτή εἶναι ἐν συντομίᾳ ἡ
δογματική διάστασις τοῦ ν.ἑ. Προϊόντος δέ τοῦ χρόνου, ἡ «ἱεραρχία» ὑπέπεσε εἰς
πολλάς ἀκόμη αἱρέσεις, ὅπως: (1) Σεργιανισμός (πρβλ. τήν τελείαν σύμπλευσιν τῆς
«ἱεραρχίας» μέ τάς ἀντιχρίστους «κυβερνήσεις»)· (2)
Οὐνιτισμός (ἀπό 7-12-1965, ὅταν ἔγινεν ἐπισήμως «ἄρσις τῆς ἀκοινωνησίας» μέ τόν
«πάπαν»)· (3) Νεο-εικονομαχία (πρβλ. τάς ἀπαγορευτικάς διά τήν προσκύνησιν τῶν
ἱερῶν εἰκόνων κορδέλλας ἐπί «πανδημίας τοῦ κοροναϊοῦ»,
τήν ἀπαγόρευσιν τῆς θείας κοινωνίας κ.λπ.)· (4) Νεο-αρειανισμός (πρβλ. τήν νέαν
αἵρεσιν ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι «πρῶτος ἄνευ ἴσων» εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα)· (5) ἡ
αἵρεσις «ὁ θάνατός σου ἡ ζωή μου» (πρβλ. τά «ἐμβόλια κατά τοῦ κοροναϊοῦ», τά
ὁποῖα παρεσκευάσθησαν μέ κυτταρικάς σειράς φονευθέντων ἐπί τῷ σκοπῷ αὐτῷ
ἐμβρύων, διά τά ὁποῖα ἐκραύγαζον ψευδεπίσκοποί τινες «ἀπ’ ἐδῶ τό ἐμβόλιο ἀπ’
ἐκεῖ ὁ τάφος» καί ὅτι ὅσοι δέν τά δέχονται εἶναι «ναζί», «ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ»,
«ἐκτός Ἐκκλησίας» κ.λπ.)· (6) ἡ νομιμοποίησις τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἐκ μέρους τῶν
«πολιτικῶν», τούς ὁποίους ἡ «ἱεραρχία» δέχεται εἰς κοινωνίαν καί ἄρα ὑπόκειται
εἰς τό ἀνάθεμα τῶν Οἰκ. Συνόδων, κατά τό
γνωστόν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα ἔστω» (Ε' Οἰκ. Σύνοδος)·
κ.λπ. Ἐπιπλέον, ἡ διοικοῦσα «ἱεραρχία» εὑρίσκεται καί
εἰς πολλά σχίσματα, ἤτοι Ἑορτολογικόν, Οὐκρανικόν, «ἐμβολιαστικόν» κ.ἄ.,
σύρουσα εἰς τόν ὄλεθρον καί τόν ἀκατήχητον λαόν. Ἐν ἀγαστῇ δέ συνεργασίᾳ μέ τόν
ἀντίχριστον Καίσαρα, ἐδίωξε καί διώκει τούς Ὀρθοδόξους τοῦ π.ἑ. μέ ἐξορίας,
καταδίκας «ἐπί ἀντιποιήσει ἀρχῆς», ἀποσχηματισμούς, σφράγισμα τῶν ναῶν των,
δημεύσεις τῆς περιουσίας των κ.λπ., φθάσασα εἰς τό ἔσχατον σημεῖον νά τούς
δολοφονῇ, ὅπως τήν νεο-μάρτυρα Ἁγίαν Αἰκατερίνην Ρούτη (+1927). Ἡ δέ ὑπόλοιπος
(μασονοκρατουμένη) «Ὀρθοδοξία» συμπλέει σιωπηρῶς μέ τούς αἱρετικούς διώκτας τῶν
Ὀρθοδόξων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τάς ὡς ἄνω αἱρέσεις καί σχίσματα, διότι αὐτό
ἐπιτάσσει τό μέγα «ἀφεντικόν» των, ἡ Μασονία (βλ. μ. Ἀβερκίου Ἡ Μασονία ἀπό
Αὐθεντικές Πηγές: Παγκόσμια Κυβέρνηση -Παγκόσμια Θρησκεία, Ἐκδ.
«Παλίμψηστον», Θεσ/νίνη, 2024).
Εἰς πρῶτον στάδιον, στόχος των εἶναι ἡ πλήρης ὑποταγή τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς
τόν Παπισμόν. Ὁ στόχος αὐτός κατέστη φανερός μέ τάς πατρ/κάς Ἐγκυκλίους τῶν
ἐτῶν 1902 καί 1920, αἱ ὁποῖαι ὁμιλοῦν διά προσέγγισιν καί ἕνωσιν μέ τάς δύο
μεγάλας «ἀναδενδράδας τοῦ Χριστιανισμοῦ», τόν Παπισμόν καί τόν Προτεσταντισμόν,
διό καί ἡ «ἀνάγκη» συνεορτασμοῦ τῶν ἑορτῶν μέ αὐτάς. Κατέστη ἐπίσης φανερός ἀπό
δηλώσεις, συνέδρια, ἄρθρα, βιβλία καί πράξεις τῶν Οἰκουμενιστῶν. Χάριν
παραδείγματος, ἰδού τί ἔγραψεν τό 1922, δύο ἔτη πρό τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ν.ἑ., ὁ
Βιζύης Ἄνθιμος: «ὅτι διά τοῦ ζητήματος τοῦ
Ἡμερολογίου, ἐπιτυγχανομένης τῆς ἑνοποιήσεως αὐτοῦ, θέλει ἀναμφισβητήτως
ἐπιτελεσθῆ τό πρῶτον σπουδαῖον βῆμα πρός ἐπίτευξιν τῆς μελετωμένης καί ὑπό τῶν
πραγμάτων ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένης Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν» (Τό
Ἡμερολογιακόν Ζήτημα, 1922, σελ. 141, ἡ ἔμφασις προσετέθη). Τά μασονικά
αὐτά σχέδια τῶν Οἰκουμενιστῶν ἦσαν γνωστά τό 1935 εἰς τούς τρεῖς ἀποτειχισθέντας
Ἐπισκόπους, πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον, Δημητριάδος Γερμανόν καί Ζακύνθου
Χρυσόστομον, ὅπως πληροφορούμεθα ἀπό τά κείμενα τοῦ πρώτου ἐξ αὐτῶν, λ.χ.: «Ἀλλ’ Αὕτη [σ.σ. ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία] πάντοτε ἀπέκρουε τό
Γρηγοριανόν ἡμερολόγιον ὡς μίαν καινοτομίαν τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, ἀσυμβίβαστον
πρός τάς παραδόσεις τῶν 7 Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καί ὡς μίαν προσπάθειαν ταύτης,
ὅπως ὑπαγάγῃ ὑπό τήν ἀπολυταρχικήν κυριαρχίαν τοῦ Πάπα καί τήν ὀρθόδοξον
Ἐκκλησίαν» (βλ. πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδου, Ἅπαντα,
Τόμ. 1, σελ. 98, ἡ ἔμφασις ὑπάρχει εἰς τό πρωτότυπον). Τά ὡς ἄνω ἀποδεικνύουν
ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ ν.ἑ. ἦτο αἵρεσις καί ὡς τοιαύτη ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπισθῆ.
Προφανῶς, ἡ ἐπέλασις μίας αἱρέσεως καί ὁ διωγμός τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀντιμετωπίζονται
μέ ὁμιλίας, συλλαλητήρια καί ἀρθρογραφίαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ὠργανωμένη δυναμική
ἀντίδρασις τῶν Ὀρθοδόξων ὑπό τό φῶς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Δέν ἦτο δυνατόν νά
εἰρηνεύσῃ ἡ Ἐκκλησία μετά τήν πραξικοπηματικήν ἐπιβολήν τοῦ ν.ἑ. (1924), ἐφόσον
ἡ παγκόσμιος «ὀρθοδοξία» συνέπραττε σιωπηρῶς μετά τῶν διωκτῶν, κυρίως διά τῆς
ἐκκωφαντικῆς παραλείψεώς της νά συγκαλέσῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον πρός διευθέτησιν
τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως, ἐπεβάλλετο οἱ τρεῖς ἀποτειχισθέντες Ἐπίσκοποι νά
χειροτονήσουν νέους Ἐπισκόπους, τόσον διά τάς ἀνάγκας τοῦ ποιμνίου των, τό
ὁποῖον ἀπετελεῖτο τότε ἀπό 800 περίπου παραρτήματα ἀνά τήν Ἑλλάδα μέ πλέον τοῦ
ἑνός ἑκατομμυρίου πιστούς (Ἅπαντα, ἔ.ἀ., Τόμ. 1, σελ. 135.), ὅσον καί
διά τήν συνέχειαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐνστάσεως (τήν διαδοχήν των). Ἡ πρᾶξις των αὐτή
οὐδόλως ἐσήμαινεν ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ. ἵδρυσαν τήν «ἰδικήν των Ἐκκλησίαν
εἰς τήν Ἑλλάδα», ὅπως ἰσχυρίζονται ἐσφαλμένως οἱ ὡς ἄνω ἐπικριταί, λέγοντες
μάλιστα καί τό ἄτοπον σόφισμα, ὅτι ἡ χειροτονία νέων Ἐπισκόπων τό 1935 ὑπό τῶν
Ὀρθοδόξων τοῦ π.ἑ. ὁμοιάζει δῆθεν μέ τήν ἐγκατάλειψιν τῆς Ἑλλάδος μετά τήν
ἐπέλασιν τῶν κατακτητῶν![1]
Ὁ Ὁμολογητής καί Ἅγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος (1955+) τονίζει εἰς τά κείμενά
του ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι τοῦ π.ἑ. δέν ἀποτελοῦν
ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν εἰς τήν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἶναι ἡ φρουρά, ἥτις θ’ ἀγωνισθῇ διά
νά ἐπαναφέρῃ τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος εἰς τόν θριγκόν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπ’
ὅπου ἐξέκλινε (Ἅπαντα, ἔ.ἀ. Τόμ. 1, σελ.
383, καί Τόμ. 2, σελ. 24).