Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποτείχιση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποτείχιση.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Η φύση της αποτείχισης και η ενότητα της Εκκλησίας

 


Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. 

Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την μνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου. Η αποτείχισις έχει την έννοια της παρεμβολής τείχους μεταξύ του Επισκόπου που έχει διακόψει την διαμνημόνευση του αιρετικού Πατριάρχου μ’ αυτόν τον Πατριάρχη που του διακόπηκε η διαμνημόνευση. Δηλαδή, δι’ αυτής της διακοπής κοινωνίας αυτοπροστατεύεται ο Επίσκοπος από το σχίσμα του Πατριάρχου ώστε να μη συμμετέχει και ο ίδιος.

Επαναλαμβάνουμε λοιπόν δεν αποκόπτεται της Εκκλησίας ούτε ο ίδιος ο Επίσκοπος, ούτε όσοι πιστοί τον ακολουθούν. Και ούτε οι αποτειχισθέντες γίνονται η Εκκλησία όπως λέγεται υπό της ενστάσεως, αποτελούν όμως το υγιές τμήμα της Εκκλησίας κατά τον Μ. Βασίλειο,.

Η αποτείχιση πατερικώς εξεταζομένη, κυρίως έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα, δια τούτο και είναι υποχρεωτική. Για να ισχύει ο άκρατος αυτός επισκοποκεντρισμός που υποστηρίζεται υπό της ενστάσεως, πρέπει να μην υπάρχει συμμολυσμός στον ορθόδοξο εκ της κοινωνίας του ακατακρίτου αιρετικού. Το «consensus Patrum» όμως λέγει, ότι υπάρχει αυτός ο συμμολυσμός. Άρα τα όσα λέγονται υπό της ενστάσεως έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την διδασκαλία της Εκκλησίας, (βλ. υποσ. 850).

Η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και ο Επισκοποκεντρισμός

Ενδιαφέρουσα είναι η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και για το σχίσμα, το οποίο θεωρεί ότι είναι εξ ίσου μεγάλο κακό, όσο και η αίρεση: "Του εις αίρεσιν εμπεσεν το την Εκκλησίαν σχίσαι ουκ έλαττόν εστι κακόν" (Εις την Προς Εφεσίους Ομιλ. 11, 5, ΕΠΕ20, 712). 

Η γνώμη του αυτή χρησιμοποιείται συχνά και στις ημέρες μας,... (όταν κάποιοι) φθάνουν μέχρι του σημείου να σκέπτονται διακοπή της κοινωνίας με τους οικουμενιστάς επισκόπους. Τότε τους επισημαίνεται ο κίνδυνος του σχίσματος με την επίκληση και αυτής της γνώμης του Αγίου Χρυσοστόμου, όχι πάντως ορθώς, διότι η συνάφεια στην οποίαν διατύπωσε ο Άγιος Ιωάννης αυτήν την θέση είναι τελείως διαφορετική. 

Ο ίδιος δε δεν δίστασε να διακόψει την κοινωνία με άλλους επισκόπους και να επαινέσει στα κείμενά του, ιδιαίτερα στις επιστολές του που στέλνει από την εξορία, όσους κληρικούς και λαϊκούς ηρνούντο να δεχθούν ως νόμιμη εκκλησιαστική κατάσταση τους διώκτες και διαδόχους του. 

Η συνολική έρευνα των κειμένων του δίδει διαφορετική εικόνα της στάσεως του Χρυσοστόμου προς τους διαδόχους του, διαφορετική από εκείνη που συνήθως προβάλλεται με βάση σύσταση και συμβουλή του Χρυσοστόμου προς τους οργισμένους για την εξορία του κληρικούς και λαϊκούς να κάνουν υπακοή στον διάδοχό του και να τον αναγνωρίσουν, διότι δεν μπορεί η Εκκλησία να μείνει χωρίς επίσκοπο, να είναι "ανεπίσκοπος". Αντίθετα, από την διδασκαλία και την ζωή του προκύπτει ότι διακοπή της κοινωνίας προς τον επίσκοπο δικαιολογείται όχι μόνο σε περίπτωση που κηρύσσει αίρεση, όπως τελικώς καθόρισε η Εκκλησία με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, γιατί αυτό είναι αυτονόητο και προφανές, αλλά ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία προσβάλλονται οι θεσμοί της Εκκλησίας, προσβάλλονται γενικώς οι αρχές της αποστολικής πίστεως και ζωής. Η διδασκαλία του Ευαγγελίου για την πίστη και την ζωή είναι ενιαία, ο δε απόστολος Παύλος απέκοψε από την εκκλησιαστική κοινωνία τον αιμομίκτη της Κορίνθου για ηθικό παράπτωμα και όχι για αιρετική διδασκαλία. Αυτή την χρυσοστομική γραμμή ακολούθησε μετά από τέσσερις αιώνες άλλη μεγάλη πατερική μορφή, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης (759-826), ο οποίος διέκοψε την κοινωνία για το ηθικό θέμα της "μοιχοζευξίας", για το ότι δηλαδή ο ιερομόναχος Ιωσήφ, τη ανοχή του πατριάρχου, ευλόγησε τον δεύτερο γάμο του αυτοκράτορος Κων/νου ΣΤ’ (780-797), ενώ ζούσε ακόμη η προηγουμένη του σύζυγος».

Πατερικές μαρτυρίες και η στάση απέναντι στους παρανομοούντες.

Στη συνέχεια, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινεί τους επισκόπους που διέκοψαν κάθε εκκλησιαστική επικοινωνία με τη διεφθαρμένη εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής του και τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν αυτή τη στάση, ακόμα κι αν οι περισσότεροι υποχώρησαν στις πιέσεις των ισχυρών. Θεωρεί ότι αυτή η αποχή είναι η μόνη ελπίδα για να διορθωθούν τα κακά, τονίζοντας πως η απομάκρυνση των υγιών πιστών από όσους πράττουν πονηρά έργα αποτελεί την αρχή για να περάσει η καταιγίδα, την ασφάλεια της Εκκλησίας και τη θεραπεία των κακών (Επιστολή 89, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως PG 52, 655). Δεν σταματά όμως μόνο στη δική τους απομάκρυνση, αλλά τους συμβουλεύει να παρακινήσουν και όλους τους πιστούς να πράξουν το ίδιο (Επιστολή 90, Μωϋσή επισκόπω PG 52, 655). Μάλιστα, θεωρεί ότι όσοι αγωνίζονται υπερασπιζόμενοι τους πατρικούς νόμους και τους θεσμούς της Εκκλησίας, δείχνοντας θάρρος με λόγια και έργα και πεθαίνοντας καθημερινά —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— είναι δίκαιο να καταταγούν χιλιάδες φορές στη χορεία των Μαρτύρων (Προς σκανδαλισθέντας 18, ΕΠΕ 33, 608).

Για να μη μείνει όμως η Εκκλησία τελείως χωρίς καλούς επισκόπους, ο Χρυσόστομος συνιστά στους επισκόπους που τον ακολουθούσαν να παραμείνουν προσωρινά στις θέσεις τους, διατηρώντας μια τυπική επικοινωνία με όσους παρανομούσαν, ώστε να μην παραδοθεί εντελώς το σκάφος της Εκκλησίας σε ακατάλληλους ανθρώπους. Αυτό ήταν ένα μέτρο προσωρινής υπομονής και υποχωρητικότητας, όπως φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς εποχή ο ίδιος αποκαλεί αυτούς τους παρανομοούντες επισκόπους «λύκους» και «μοιχούς», εκφράζοντας την πραγματική και αυστηρή γνώμη του. Την ίδια γραμμή ακολουθεί και στις οδηγίες προς τις διακόνισσες, προετοιμάζοντας το έδαφος για να απορριφθούν εντελώς αυτοί που θα τον διαδεχθούν. Για τον σκοπό αυτό θέτει δύο πολύ αυστηρούς όρους: να μην επιδιώξει ο ίδιος ο νέος επίσκοπος τη θέση αλλά να εκλεγεί παρά τη θέλησή του, και η εκλογή του να γίνει με τη συναίνεση ολόκληρου του πληρώματος της Εκκλησίας.

Αυτοί οι όροι όμως δεν τηρήθηκαν, καθώς οι διάδοχοί του, όπως ο Αρσάκιος και ο Αττικός, ανέλαβαν τη θέση αντικανονικά. Όταν ένας επίσκοπος παραβιάζει τους κανόνες και οι υπόλοιποι Πατέρες σταματούν να τον μνημονεύουν, ο επίσκοπος αυτός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Βάζοντας τον εαυτό του πάνω από την Εκκλησία προκαλεί σχίσμα, το οποίο αποτελεί βαρύτατο αμάρτημα που, σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, δεν ξεπλένεται ούτε με το αίμα του μαρτυρίου

Ανακεφαλαίωση και Ιστορικά Παραδείγματα Αγίων

Η απάντηση: Η αποτείχιση δεν είναι αποκήρυξη, ως ισχυρίζεται η ένσταση. Δηλαδή, δεν καθαιρεί ο αποτειχισμένος τον Πατριάρχη διότι δεν έχει την αρμοδιότητα να το κάνει. Αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου, κατά το «consensus consiliorum» (=συμφωνία Συνόδων). Και ούτε αποκηρύττουν αυτούς που κοινωνούν με τον Πατριάρχη όσοι τηρούν την αρχή «ο κοινωνών ακοινωνήτω ακοινώνητος έστω». Ούτε δηλαδή καθαιρούν αυτούς τους κληρικούς οι οποίοι κοινωνούν με τον ακοινώνητο. Και αυτό επιτελείται μόνο υπό συνόδου. Η δε ενότητα της Εκκλησίας, πράγματι εκφράζεται και εκδηλώνεται, δια του μνημοσύνου από τους μεν προς τους δε, αλυσιδωτά κατά ιεραρχία. Δεν εδράζεται όμως αυτή η ενότητα σ’ αυτήν την διαμνημόνευση, ως θέλει η ένσταση. 

Η Εκκλησία είναι Χριστοκεντρική δεν είναι επισκοποκεντρική, ο Χριστός είναι ο συνδετικός κρίκος και η κεφαλή της Εκκλησίας, Αυτός είναι η ενότητα της Εκκλησίας. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο Πατριάρχης – και κάθε Επίσκοπος και κάθε πιστός – πρέπει να είναι ορθόδοξος. Όταν ο Πατριάρχης αιρετίζει τότε το σχίσμα το δημιουργεί αυτός στην ενότητα της Εκκλησίας, διασπά δηλαδή την ένωση με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως. Κατά συνέπεια όποιος Επίσκοπος διακόψει την διαμνημόνευση αυτού του αιρετικού Πατριάρχου προ της καθαιρέσεώς του και χωρίς να συμφωνήσουν οι υπόλοιποι Επίσκοποι, αυτός ο Επίσκοπος δεν δημιουργεί σχίσμα (και ούτε τον καθαιρεί). Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει, ελευθερώνει την Εκκλησία από το σχίσμα που εισήγαγε ο αιρετικός Πατριάρχης, κατά τον 15ο ιερό Κανόνα της ΑΒ’ Συνόδου ως υποκριτάς κέρδους χάριν και κενοδοξίας τούτο εργαζομένους...

 Πάντας μεν ον τους τοιούτους δει αποστρέφεσθαι, κολλάσθαι δε τοις και την από των αποστόλων, καθώς προέφαμεν, διαδοχήν τηρούσι και συν τη πρεσβυτερική τάξει λόγον υγιή και αναστροφήν ακατάγνωστον παρεχομένοις εις μόρφωσιν και κατόρθωσιν των λοιπών»451. «Βαδίζοντες δε την απλανή και ζωηφόρον οδόν, οφθαλμόν μεν εκκόψωμεν σκανδαλίζοντα· μη τον αισθητόν, αλλά τον νοητόν· οίον εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, οι όντες οφθαλμοί της Εκκλησίας, κακώς αναστρέφωνται και σκανδαλίζωσι τον λαόν, χρή αυτούς εκβάλλεσθαι. Συμφέρον γαρ άνευ αυτών συναθροίζεσθαι εις ευκτήριον οίκον, ή μετ’ αυτών εμβληθναι, ως μετά Άννα και Καϊάφα, εις την γέεναν του πυρός. Ομοίως και η χείρ ο διάκονος, εάν ανάξιόν τι πράττη, χωριζέσθω του θυσιαστηρίου»452. Και κλείνουμε την απάντηση αυτής της ενστάσεως με τα εξής: «Υποστήριξαν ότι η διακοπή μνημόνευσης των επισκόπων, δηλαδή η αποτείχιση, προκαλεί σχίσμα, σε θέτει εκτός Εκκλησίας, ωσάν να είναι τόσο αμαθείς και αθεολόγητοι, ώστε να μη σκεφθούν ότι τόσοι Άγιοι και σύγχρονοι Επίσκοποι και Γέροντες που διέκοψαν την μνημόνευση αιρετικών και αιρετιζόντων δεν ήσαν ασφαλώς σχισματικοί, ούτε βρέθηκαν εκτός Εκκλησίας. 

Ήσαν λοιπόν σχισματικοί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι επιφανείς Πατέρες που αγωνίσθηκαν εναντίον των αιρέσεων και δεν είχαν κοινωνία με τους αιρετικούς, ο Μ. Αθανάσιος, ο Μ. Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός, ο Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης και το σύνολο των ομολογητών Αγίων; Ήταν ποτέ δυνατόν μία αναγνωρισμένη και έγκυρη Σύνοδος, όπως η Πρωτοδευτέρα του Μ. Φωτίου που μνημονεύσαμε του 861, να συμβουλεύει (το ορθό είναι εντέλλεται σ.σ., βλ. σχετικώς στην οικεία ενότητα των διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή αποτείχιση και να σε καθιστά σχισματικό και εκτός Εκκλησίας; Ήσαν λοιπόν σχισματικοί και εκτός Εκκλησίας οι τρεις επίσκοποι των καιρών μας που, μαζί τους όλο το Άγιον Όρος και ο Άγιος Παΐσιος επειδή διέκοψαν την μνημόνευση του ονόματος του πατριάρχη Αθηναγόρα;

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ

 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟΤΗΤΑ Η ΔΥΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 15ΟΥ ΚΑΝΟΝΑ;

 



(Ερωτήσεις-Απαντήσεις)

ΕΡΩΤΗΣΗ. Διαβάστε τον Κανόνα με προσοχή και θα δείτε ότι δεν επιβάλλει κάποια υποχρέωση, αλλά απλώς δίνει ένα δικαίωμα. Πουθενά δεν λέει ότι οι Κληρικοί οφείλουν να απομακρύνονται από έναν τέτοιον Επίσκοπο πριν καταδικαστεί, ούτε μιλάει για κάποια τιμωρία ή έστω απλή επίπληξη γι' αυτούς που δεν απομακρύνονται. Κι αυτό παρόλο που στους ιερούς Κανόνες είναι σύνηθες να χρησιμοποιείται η φράση "να καθαιρείται", όταν πρόκειται για Κληρικούς που δεν εκπληρώνουν στο ακέραιο τις υποχρεώσεις τους»

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Αν όμως υποστηριχθεί ότι, επειδή δεν περιλαμβάνεται ποινή (επιτίμιο) στο δεύτερο μέρος του Κανόνα, αυτός είναι προαιρετικός, τότε αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει «μολυσμός» (πνευματική ακαθαρσία από την επικοινωνία με την αίρεση). Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με την παράδοση της Εκκλησίας, που δέχεται ότι αυτός ο μολυσμός υπάρχει.

Άλλωστε, ούτε ο 33ος Αποστολικός κανόνας, ούτε ο 9ος του Τιμοθέου, ούτε ο 5ος του Μεγάλου Βασιλείου περιέχουν ποινές για το ίδιο θέμα (δηλαδή για την επικοινωνία με αμετάκλητους/μη καταδικασμένους ακόμα αιρετικούς), κι όμως είναι υποχρεωτικοί. Επίσης, στην επιστολή του Μεγάλου Αθανασίου «προς Μονάζοντας», δεν περιέχεται ποινή, αλλά η απομάκρυνση θεωρείται υποχρεωτική («πρέπει να φεύγετε»), φράση που εκφράζει την κοινή γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας.

Παράλληλα, υπάρχουν ποινές για τους Ορθοδόξους που κοινωνούν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, όπως ορίζει η κανονική αρχή «όποιος επικοινωνεί με κάποιον που είναι εκτός κοινωνίας, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας», αλλά και οι διακηρύξεις του Αγίου Σωφρονίου, Πατριάρχη Ιεροσολύμων: «Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό στην εκκλησία ή στο σπίτι, να τίθεται και ο ίδιος εκτός κοινωνίας».

ΕΡΩΤΗΣΗ. Το ότι αυτό είναι αλήθεια φαίνεται και από το γεγονός ότι, ενώ στη μακρά ιστορία της Εκκλησίας καθαιρέθηκαν αμέτρητοι Επίσκοποι λόγω αίρεσης, ποτέ δεν τιμωρήθηκε Κληρικός (ή έστω να του γίνει απλή επίπληξη) επειδή δεν βιάστηκε να αποσχιστεί αμέσως από τον αιρετικό Επίσκοπο, αλλά περίμενε την καταδίκη του από Σύνοδο. Αν ο κανόνας ήταν υποχρεωτικός, θα είχε ερμηνευτεί έτσι στην πράξη από την Εκκλησία και θα είχαμε πλήθος παραδειγμάτων τιμωρίας Κληρικών οι οποίοι, χωρίς να υιοθετούν τις ιδέες του αιρετικού Επισκόπου τους, συνέχιζαν να τον μνημονεύουν μέχρι τη συνοδική καταδίκη του. Τέτοιο παράδειγμα όμως δεν υπάρχει».

Η απάντηση: Από τη στιγμή που υπάρχει πνευματικός μολυσμός και προβλέπονται ποινές, ακόμα κι αν δεν είχε τιμωρηθεί ποτέ κανείς, αυτό θα οφειλόταν στη φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία των Αγίων Πατέρων. Άλλωστε, ούτε όσοι προσήλθαν στην Ορθοδοξία από τον Παπισμό, από άλλες αιρέσεις ή ακόμα και από άλλες θρησκείες τιμωρήθηκαν, παρόλο που υπάρχει μολυσμός και ποινές.

Επιπλέον, υπήρξαν τιμωρίες:

  • Λαϊκοί και Κληρικοί: Σύμφωνα με την ερμηνεία του σπουδαίου κανονολόγου Ματθαίου Βλαστάρεως στον κανόνα της επιστολής προς «Ρουφινιανό», οι λαϊκοί που κοινώνησαν με τους Αρειανούς (είτε από εξαπάτηση είτε από βία — που σημαίνει ότι παρέμειναν Ορθόδοξοι στην πίστη), όταν επέστρεψαν με μετάνοια στους Ορθοδόξους, δέχθηκαν ποινές. Το ίδιο ίσχυε και για τους Ορθόδοξους κληρικούς που κοινώνησαν με τους Αρειανούς από βία ή για καλό σκοπό: ήταν κανονικά υπεύθυνοι και έπρεπε να τους επιβληθούν ποινές.
  • Μοναχοί: Ο Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επέβαλε ποινή στους μοναχούς που συμπροσευχήθηκαν με μη καταδικασμένους αιρετικούς, παρόλο που είχαν σταματήσει αυτή την αμαρτωλή συνήθεια.
  • Κληρικοί: Ποινές για το ίδιο θέμα σε κληρικούς επέβαλλε και ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

(Και αν τιμωρήθηκαν ακόμα και οι λαϊκοί και μοναχοί, πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για τους κληρικούς που συνεχίζουν να μνημονεύουν αιρετικούς;)

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

 

Επιστολή π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου υπέρ της διακοπής κοινωνίας με Αθηναγόρα και λοιπούς Οικουμενιστές.εικόνα άρθρου: Επιστολή π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου υπέρ της διακοπής κοινωνίας με Αθηναγόρα και λοιπούς Οικουμενιστές

«Ἡ διακοπή της μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κατέστη πλέον ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος»

Επιστολή π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου, 4/2/1971.

«Ἐδημοσιεύθη χθὲς ἡ εἴδησις ὅτι δύο ἀκόμη Ἀρχιερεῖς, οἱ Σιατίστης Πολύκαρπος καὶ Μηθύμνης Ἰάκωβος, ἔπαυσαν νὰ μνημονεύουν τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ὡς εἶχον πράξει ἐνωρίτερον οἱ Μητροπολῖται Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος, Φλωρίνης Αὐγουστῖνος καὶ Παραμυθίας Παῦλος. Περιττὸν νὰ τονίσωμεν ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν πέντε θαραλλέων Ἱεραρχῶν εἶναι ἀπολύτως κανονική. Ὁ ΛΑ’ Ἀποσολικὸς Κανῶν ἐπιτρέπει εἰς Κληρικοὺς νὰ παύουν τὸ μνημόσυνον τοῦ Προϊσταμένου των Ἐπισκόπου, ἂν εἰς τοῦτον διακρίνουν σφάλμα περὶ τὴν «εὐσέβειαν», ἤτοι περὶ τὴν Ὀρθόδοξον Πίστιν. Ὁ δὲ ΙΕ’ Κανῶν τῆς Πρωτοδευτέρας λεγομένης Συνόδου ὄχι μόνον δὲν τιμωρεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀξίους «τῆς πρεπούσης τιμῆς» θεωρεῖ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπαυον αὐτοβούλως καὶ «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως» τὸ μνημόσυνον Πατριάρχου κηρύσσοντος «γυμνὴ τὴ κεφαλή», δηλαδὴ ἀπροκαλύπτως, «αἵρεσιν τινὰ παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην».

Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ Παπισμὸς καὶ τὰ αἱρετικὰ δόγματά του κατεδικάσθησαν ὡς αἵρεσις ὄχι μόνον ὑπὸ ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας Πατέρων, ὡς ὁ Μ. Φώτιος, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς, ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, κ.α., ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μεγάλων Συνόδων, συνελθουσῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπὶ Φωτίου καὶ Μιχαὴλ Κηρουλαρίου, καθὼς καὶ ὑπὸ ἄλλων μεταγενεστέρων Συνόδων (ἐν Μόσχᾳ τὸ 1441, ἐν Ἱεροσολύμοις τὸ 1443, ἐν Κων/πόλει τὸ 1484 κλπ.). Εἶναι ἐξ ἴσου πάλιν γνωστὸν ὅτι ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὅλα αὐτὰ τὰ γράφει εἰς τὰ παλαιά του ὑποδήματα καὶ διὰ δημοσίων δηλώσεών του, ἄλλοτε λέγει ὅτι «τίποτε δὲν μᾶς χωρίζει» ἀπὸ τὰς ποικίλας αἱρέσεις τῆς Δύσεως καὶ ἄλλοτε χαρακτιρίζει ὡς ἁπλᾶ «τοπικά ἔθιμα» τὰ αἱρετικὰ Φιλιόκβε καὶ τὰ Ἀλάθητα καὶ τὰ Πρωτεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ὀρθοδοξία ἀναθεμάτισε τὸν Παπισμόν. Καλῶς λοιπὸν καὶ δικαίως καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς Ι. Κανόνας ἔπαυσαν νὰ τὸν μνημονεύουν οἱ πέντε Ἱεράρχαι. Καὶ τὸ καθῆκον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι ὄχι νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τοὺς τηρητὰς τῶν Ἐπισκοπικῶν των ὅρκων Ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ μὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς εἶναι ὁ Πατριάρχης, ὁ Ἰάκωβος Ἀμερικῆς, ὁ Θυατείρων Ἀθηναγόρας, ὁ περιβόητος Μελίτων καὶ τινες ἄλλοι. Καὶ ναὶ μὲν ἐνδέχεται νὰ προβληθῇ ἡ δικαιολογία τῆς ἀναρμοδιότητος διὰ περίπτωσιν εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τῶν ἀνωτέρω, οὐδεμία ὅμως δικαιολογία ὑπάρχει διὰ τὴν συνέχισιν τῶν μετ’ αὐτῶν σχέσεων τῆς ἰδικῆς μας Ἐκκλησίας. Ἡ διακοπή της μετ’ αὐτῶν ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας κατέστη πλέον ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἴσως, ἄλλωστε, τὸ μέτρον αὐτό τους συνετίση καὶ τοὺς φέρη εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. 

Ἐστάλη τὴ 4η/2/1971 καὶ ἐδημοσιεύθη ὡς ἐπιστολὴ (οὐχὶ ὁλόκληρος) τὴ ἐπαύριον»

Πηγή: Αγωνιστικά Μηνύματα, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, 2018, κεφ. “Το καθήκον της Ι. Συνόδου”, σελ. 9-10. Από: Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Θεοδωρόπουλου, Άρθρα – Μελέται – Επιστολαί, τόμος Γ’, εκδ. Ι.Μ. Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού, Αθήνα, 2017.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Αποτείχιση, Σχίσμα και Κληρικαλισμός: Το Τρίπτυχο της Σύγχρονης Εκκλησιαστικής Κρίσης

 


Εισαγωγή

Αναδημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο απο το ιστολόγιο-ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ, με σκοπό να αποτελέσει αυτό αφορμή εποικοδομητικής συζήτησης. 

 Θα παρακαλέσω τα σχόλια και οι τεκμηριωμένες απόψεις να σταλούν στο ιστολόγιο «ΨΗΦΙΔΕΣ» για καλύτερη οργάνωση της συζήτησης.

https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/05/blog-post_13.html

 Σημειώνουμε ότι η αναδημοσίευση του άρθρου  δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τη συμφωνία του ιστολογίου ΟΜΟΛΟΓΙΑ με τα γραφόμενα. (Αυτό συμβαίνει και σε κάθε δημοσίευση στο συγκεκριμένο ιστολόγιο. Είναι καιρός να το κατανοήσουν αυτό, όσοι διαφωνούν με το περιεχόμενο των αναδημοσιεύσεων. Καλό θα είναι αυτοί ή να μην διαβάζουν τα αναδημοσιευμένα άρθρα (ως ακατάλληλα για το επίπεδό τους)  ή να μάθουν να κάνουν διάλογο  και να μην αρκούνται μόνο στα δικά τους μη τεκμηριωμένα και αυθαίρετα συμπεράσματα ή σε  υβριστικά σχόλια.)

Εννοείται ότι για τα σχόλια ισχύουν ο,τι έχουμε γράψει μέχρι τώρα.

π.Δ.Α

---------------------------------------------------------------------------------

Η Αποτείχιση ως Μέσο Δημιουργίας Συνόδου για την Καταδίκη των Αιρέσεων

Η αποτείχιση, όπως έχει θεσμοθετηθεί από τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861 μ.Χ.), δεν αποτελεί απλώς προσωπική ή ομαδική διαμαρτυρία απέναντι σε επίσκοπο που κηρύττει αίρεση. Ένας βασικός της σκοπός είναι η πίεση προς τη σύγκληση συνοδικού σώματος, ώστε να επιβεβαιωθεί η ορθόδοξη διδασκαλία και να καταδικαστούν οι αιρέσεις και οι αιρετικοί. Με άλλα λόγια, η αποτείχιση λειτουργεί ως θεραπευτικό και κανονικό μέσο για τη διασφάλιση της πίστης και της συνοδικότητας της Εκκλησίας: οι πιστοί διακόπτουν την κοινωνία με τον επίσκοπο που εκτρέπεται, όχι για να δημιουργήσουν σχίσμα, αλλά για να υποχρεώσουν την Εκκλησία να ενεργοποιήσει τα σωστικά της μέσα.

Ο ΙΕ΄ Κανόνας ως ρυθμιστικό εργαλείο.

Ο κανόνας προβλέπει ότι οι πιστοί έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να αποτειχίζονται όταν ο επίσκοπος κηρύττει αίρεση ανοιχτά («δημοσία και γυμνή τη κεφαλή»), ακόμη και προ της συνοδικής καταδίκης, ώστε να ασκηθεί πίεση για τη σύγκληση συνόδου που θα αποκαταστήσει την κανονικότητα και θα καταδικάσει την αίρεση.

Η Αποτείχιση ως «Εργαλείο Πίεσης» και όχι ως σχισματική κατάσταση

Είναι κρίσιμο να διαχωριστεί η αποτείχιση ως μέσο υπεράσπισης της πίστης από τη σχισματική στάση.

Σωστή χρήση: Οι πιστοί αποτείχονται προσωρινά και με σεβασμό στην Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, με στόχο τη σύγκληση συνόδου. Η διακοπή κοινωνίας λειτουργεί ως κανονικό «σήμα κινδύνου» προς την Εκκλησία, υπενθυμίζοντας ότι η αίρεση δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη.

Λανθασμένη χρήση: Όταν η αποτείχιση μετατρέπεται σε εκκλησιολογική ταυτότητα, σε άρνηση συνοδικής θεραπείας ή σε μονομερή καταδίκη των άλλων, τότε δεν πιέζει για σύνοδο αλλά δημιουργεί σχισματική κατάσταση. Η ταυτότητα του «αποτειχισμένου» υπερισχύει της πίστης και της συνοδικότητας.

Όταν η Αποτείχιση Οδηγεί σε Σχίσμα

Η αποτείχιση μπορεί να εξελιχθεί σε σχίσμα όταν παύει να είναι εργαλείο υπεράσπισης της πίστεως και μετατρέπεται σε ταυτότητα. Σημάδια σχισματικής εκτροπής είναι η ιδιότητα του «αποτειχισμένου» να γίνεται αυτοσκοπός, όχι απλώς ένα μέσο για την υπεράσπιση της πίστης. Η προσωπική ή ομαδική ταυτότητα αντικαθιστά την πίστη στην Εκκλησία ως Σώμα Χριστού. Με άλλα λόγια, η αποτείχιση χάνει τον χαρακτήρα της «προστασίας της πίστης».

Επίσης, η αντίληψη ότι «η Εκκλησία χάθηκε», ή η μονομερής απόφαση για το ποιοι είναι εντός και ποιοι εκτός της Εκκλησίας, αποτελεί ένδειξη σχισματικής εκτροπής. Η εξαφάνιση της προσδοκίας θεραπείας και η ανάπτυξη κλειστού και αυτοτελούς πνεύματος, καθώς και ο ζηλωτισμός, η πνευματική έπαρση, η υπερτίμηση προσωπικής «καθαρότητας» και η καταδίκη των άλλων, αποτελούν περαιτέρω σημάδια.

Η έλλειψη κοινών αρχών καθιστά αδύνατη την ενότητα και την κανονική λειτουργία, ενώ η υπερβολική αυστηρότητα και η κριτική καθιστούν την αποτείχιση ένα εργαλείο καταδίκης αντί για προστασίας.

Αντίθετα, υγιές εκκλησιαστικό φρόνημα χαρακτηρίζεται από προσευχή, ταπείνωση και προσωπική αφοσίωση, στενή σύνδεση με το εκκλησιαστικό πνεύμα των Αγίων και Ομολογητών και πόνο για τυχόν σφάλματα, καθώς και προσδοκία συνοδικής θεραπείας, χωρίς υποκατάσταση της Εκκλησίας με ομάδες ή πρεσβυτεριακή εκκλησία.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Σύντομη απάντηση στον ΑΔΙΑΒΑΣΤΟ π. Χερουβείμ Τσίνογλου

 

 


Ο π. Χερουβείμ Τσινόγλου, ενεργώντας χωρίς σύνεση, πέφτει στην πολύ σοβαρή πλάνη μιας αντιπατερικής ταύτισης της Εκκλησίας με τη διοικητική της δομή και τη μηχανική υποταγή στην ιεραρχία. Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, ο Επίσκοπος δεν έχει δική του εξουσία πάνω από την Πίστη, αλλά στέκεται «εις τύπον και τόπον Χριστού» αυστηρά και μόνο εφόσον διδάσκει σωστά τον λόγο της αλήθειας. Η αυθεντία του πηγάζει από την ταύτισή του με την Παράδοση των Αγίων· όταν αυτή η ταύτιση διακόπτεται από την αίρεση, η κανονική του εξουσία γίνεται πνευματικά νεκρή και ανενεργή.

Όταν ένας Επίσκοπος παρασύρεται στην αίρεση —είτε πρόκειται για τον Οικουμενισμό είτε για άλλη κακοδοξία— παύει αυτόματα να είναι εγγυητής της ενότητας και μετατρέπεται, κατά τους Πατέρες, σε «βαρύ λύκο» που απειλεί το ποίμνιο του Χριστού. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι οργανωτική ή γραφειοκρατική, αλλά ενότητα «μέσα στην Αλήθεια». Επομένως, σε μια τέτοια κρίσιμη εκτροπή, η τυφλή και άκριτη υπακοή που κηρύττει ο π. Χερουβείμ δεν είναι χριστιανική αρετή ή ταπείνωση, αλλά εγκληματική συνέργεια στην προδοσία της Πίστης και συμμετοχή στην αλλοίωση του Ευαγγελίου.

Η επιμονή του π. Χερουβείμ να επιβάλλει υποταγή ακόμη και μπροστά στην παναίρεση του Οικουμενισμού, δείχνει «σκοτισμένο νου» που έχει χάσει τα πνευματικά αισθητήρια της διάκρισης. Πρόκειται για βαριά πνευματική ασθένεια που ταιριάζει στον «κατά φαντασίαν Χριστιανό»· σε εκείνον δηλαδή που επαναπαύεται στους τύπους και στις νομικές δομές, ενώ η ουσία της Πίστης αδειάζει. Η «υπακοή» του π. Χερουβείμ μετατρέπεται έτσι σε είδωλο που θυσιάζει την Αλήθεια στον βωμό της διοικητικής τάξης, αγνοώντας ότι η Εκκλησία επιβιώνει στην ιστορία όχι μέσω των συμβιβασμένων διοικήσεων, αλλά μέσω των ομολογητών που αρνήθηκαν να έχουν κοινωνία με την πλάνη.

Η θέση του π. Χερουβείμ ακυρώνει το συνοδικό και δημοκρατικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, μετατρέποντας τον Επίσκοπο σε «αλάθητο» ηγεμόνα τύπου Πάπα. Η Αλήθεια όμως προηγείται του Επισκόπου. Όταν ο Επίσκοπος προδίδει την Αλήθεια, ο πιστός λαός και ο κλήρος έχουν χρέος, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να μην ακολουθούν «κακούς οδηγούς» στον γκρεμό της απώλειας.

Ο π. Χερουβείμ σφάλλει βαριά και κανονικά όταν χαρακτηρίζει την Αποτείχιση ως «σχίσμα». Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861 μ.Χ.) παραμένει ακλόνητος: όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο Επισκόπου που κηρύττει δημόσια μια καταδικασμένη αίρεση, όχι μόνο δεν χωρίζουν την Εκκλησία, αλλά τη φυλάσσουν από το σχίσμα. Η λέξη «αποτειχίζομαι» σημαίνει ότι ο πιστός υψώνει τείχος απέναντι στον ψευδοεπίσκοπο και όχι απέναντι στο Σώμα του Χριστού. Η προσπάθεια του π. Χερουβείμ να παρουσιάσει την ομολογία ως «ανταρσία» αποτελεί διαστρέβλωση των Κανόνων με σκοπό την προστασία μιας ιεραρχικής πυραμίδας που θυμίζει «Ορθόδοξο Παπισμό».

Αν ίσχυε η λογική της «αλάθητης» διοίκησης που προβάλλει ο π. Χερουβείμ, τότε οι Άγιοι Μάξιμος ο Ομολογητής και Μάρκος ο Ευγενικός θα έπρεπε να είχαν υποταχθεί στις αιρετικές συνόδους και στους Πατριάρχες της εποχής τους. Όμως η ιστορία της Εκκλησίας γράφτηκε από εκείνους που «απείθησαν» στη γραφειοκρατία της διοίκησης για να μείνουν πιστοί στην Παράδοση. Στην Ορθοδοξία, ο τελικός φύλακας της Πίστης είναι ο λαός του Θεού, και η θεωρία ότι ο Επίσκοπος είναι πάνω από κάθε κρίση ακόμη και όταν αλλοιώνει το Δόγμα, αποτελεί εκκλησιολογική αίρεση που ακυρώνει το συνοδικό πολίτευμα.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Δηλητηριώδης τροφή 

από τον (μακαριστο ηδη)

π. Β. Βολουδάκη!

 

Του Παναγιώτη Σημάτη

 «Λυπεῖ δὲ ἡμᾶς καὶ ταράσσει τὰ παρὰ τῶν ὁμοψύχων καὶ ὁμοδόξων γινόμενα»! (*)



«Λυπεῖ δὲ ἡμᾶς καὶ ταράσσει», γράφει ὁ Μ. Βασίλειος, ὄχι τὰ παρὰ τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ «τὰ παρὰ τῶν ὁμοψύχων καὶ ὁμοδόξων γινόμενα»! Καὶ στὴν πρὸς «Δυτικοῖς» ἐπιστολή του γράφει ὅτι, ζητοῦμεν ἀπὸ σας, νὰ γνωστοποιηθοῦν δημοσίως καὶ ὀνομαστικῶς εἰς ὅλους οἱ διαστρέφοντες τὴν ἐκκλησιαστικήν μας Παράδοση, ὥστε νὰ διατηροῦν μεταξύ των μόνον τὴν βλάβην καὶ νὰ μὴν τὴν μεταδίδουν εἰς ὅσους τοὺς πλησιάζουν. Καὶ ἐπίσης νὰ γνωρίσετε ὅτι γιὰ τὴν ἀλήθεια κι ὄχι γιὰ προσωπικὲς διαφορὲς γράφουμε αὐτά.

Αὐτὰ τὰ παράδοξα καὶ λυπηρὰ ἀντιμετωπίζουμε καὶ σήμερα, ὅταν ὀρθόδοξοι καὶ ἀγωνιστὲς κατὰ τὰ ἄλλα ἱερωμένοι, ὄχι μόνον ἐκφράζουν ἀντιπατερικὲς κακοδοξίες, ἀλλά, ἐνῶ τοὺς ὑπεδείχθησαν τὰ λάθη τους, τὰ ἐπαναλαμβάνουν, δηλητηριάζοντες ψυχές. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ κατὰ τὰ ἄλλα ὀρθόδοξος διδάσκαλος καὶ ἀγωνιστὴς π. Βασίλειος Βολουδάκης.

Ὁ π. Βασίλειος καυχιέται ὅτι εἶναι πνευματικὸ παιδὶ τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου σὲ τόσο μεγάλο βαθμό, ὥστε νὰ τὸν ὀνομάζει ἅγιο(!) καὶ νὰ ἀκολουθεῖ τὸν π. Ἐπιφάνιο ὡς πατέρα, ποὺ ἔδειξε το δρόμο στὰ σύγχρονα προβλήματα, παρακάμπτοντας παράλληλα τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἄλλων ἐποχῶν. Ἐπίσης καυχιέται ὅτι εἶναι γνώστης τῶν ἔργων του, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα τὸν διαστρέφει καὶ τὸν χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἀναδείξει τίς θέσεις του.

Τὸ ὅτι ὁ π. Βασίλειος διαστρέφει τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας θὰ φανεῖ παρακάτω. Ἐδῶ θὰ δοῦμε ὅτι ὁ π. Βασίλειος διαστρέφει συνειδητὰ καὶ τὴ θέση τοῦ π. Ἐπιφανίου, ἐνῶ τὴν γνωρίζει ἄριστα!

Λέει ὁ π. Βασίλειος (3/9/2014, δεῖτε ἐδῶ): «Ὁ ὅρος "Ἀποτείχιση" εἶναι ἀπορριπτέος, διότι ὅταν ἀποτειχίζεται κάποιος, βγαίνει ἀπὸ τὰ τείχη τῆς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ἐκτὸς τῶν τειχῶν, εἶσαι ἐξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Τί θὰ πεῖ "ἀποτειχίζομαι"; Μόνος σου, δηλαδή ὁμολογεῖς ὅτι εἶσαι ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Ἄρα, τί ἐπιδιώκεις; Ἡ λέξη αὐτὴ εἶναι ἀδόκιμη». 

Καὶ τί ἔχει γράψει ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος;  Ὁ π. Ἐπιφάνιος εἶχε ἀποφανθεῖ περὶ ἀποτειχίσεως ξεκάθαρα, πριν από δεκαετίες, τότε μάλιστα ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς ἦταν στὰ σπάργανα: ἡ ἀποτείχιση εἶναι κανονικὴ πράξη ποὺ προβλέπεται ἀπὸ τοὺς Ἱ. Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας! Εἶχε συγκεκριμένα γράψει:

 «Ἂν δὲ ἡ συνείδησίς τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύῃ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνόν του, συμφώνως τῶ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶνε τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῆ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας" (Τὰ Δύο Ἄκρα, σελ. 89).

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Η εγκυρότητα των Ορθόδοξων Μυστηρίων και η πνευματική μόλυνση μέσω της Μνημόνευσης αιρετικού Επισκόπου.




Για να διερευνήσουμε το θέμα, που σχετίζεται με ορθόδοξους βαπτισμένους χριστιανούς, θα πρέπει να εξετάσουμε τα εξής:

Α. Ποιο Μυστήριο είναι ΕΓΚΥΡΟ και ποιες είναι οι  προϋποθέσεις συμμετοχής σε ΕΓΚΥΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ορθοδόξων βαπτισμένων χριστιανών.

Β. Πότε το Μυστήριο έχει σωτηριολογικές διαστάσεις.

Γ. Τι σημαίνει πνευματικός μολυσμός και πως προκύπτει.

------------------------------------------

Α. Η βασική θεολογική αρχή είναι ότι ο πραγματικός τελετουργός των μυστηρίων είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσω του Αγίου Πνεύματος. Ο ιερέας δανείζει απλώς τα χέρια και τη φωνή του («Ο προσφέρων και προσφερόμενος...»).

Ένα μυστήριο θεωρείται έγκυρο, αν πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

1.      Ο λειτουργός κληρικός έχει ΚΑΝΟΝΙΚΗ χειροτονία.

2.      Τηρείται το τυπικό  που έχει καθιερώσει η Εκκλησία

3.     Η πνευματική καθαρότητα του εκτελεστή και του συμμετέχοντος.   Οι Πατέρες τονίζουν ότι η έγκυρη τέλεση των μυστηρίων συνδέεται όχι μόνο με την τελετουργική ορθότητα, αλλά και με την πνευματική καθαρότητα του εκτελεστή (ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΩΛΥΜΜΑΤΑ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ)  και του συμμετέχοντος. Για παράδειγμα, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι η Θεία Κοινωνία είναι ένωση με τον Χριστό και κανείς δεν πρέπει να κοινωνεί αμαρτωλός ή αιρετικός χωρίς μετάνοια.

-----------------------------------------------------------

Β.  Στην Ορθόδοξη θεολογία, το Μυστήριο αποκτά  σωτηριολογικές διαστάσεις (δηλαδή συμβάλλει στη σωτηρία και τη θέωση του ανθρώπου) όταν δεν αποτελεί μια απλή τελετή, αλλά μια πραγματική συνάντηση Θεού και ανθρώπου που μεταμορφώνει την ύπαρξη. 

Οι βασικές προϋποθέσεις για να έχει ένα μυστήριο σωτηριολογικό χαρακτήρα είναι οι εξής:

1. Η Συνέργεια (Θεία Χάρη και Ανθρώπινη Θέληση)

Το μυστήριο δεν ενεργεί «μαγικά». Απαιτείται η συνέργεια δηλ. η προσφορά της άκτιστης Θείας Χάρης από τον Θεό και η ελεύθερη αποδοχή και ΟΡΘΟΔΟΞΗ πίστη από τον άνθρωπο. Χωρίς τη μετάνοια και την ειλικρινή διάθεση του πιστού, το μυστήριο παραμένει ανενεργό για τη σωτηρία του. 

2. Η Πίστη ως Δεσμός με το Μυστήριο

Η Ορθόδοξη πίστη δεν είναι απλώς μια διανοητική παραδοχή, αλλά η ομολογία που εντάσσει τον άνθρωπο στην Εκκλησία. Χωρίς η συμμετοχή στα μυστήρια —ειδικά στη Θεία Ευχαριστία— δεν επιτρέπεται, καθώς το μυστήριο είναι η επισφράγιση της ήδη υπάρχουσας ΟΡΘΟΔΟΞΗ  πίστης και όχι ένα μέσο για την επίτευξή της. 

3.Ενεργός Πνευματική Ζωή: Η πίστη πρέπει να συνοδεύεται από έργα και μετάνοια για να είναι «σωτήρια»

4. Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η μνημόνευση του ορθόδοξου επισκόπου από τον ιερέα κατά την τέλεση των μυστηρίων δεν είναι μια απλή τυπική διαδικασία, αλλά θεμελιώδης προϋπόθεση για την εγκυρότητα και τη σωτηριολογική τους διάσταση.

Γ. Το μυστήριο θεωρείται «μολυσμένο» όταν τελείται εκτός των ορίων της Αλήθειας (Αίρεση) ή εκτός των ορίων της Τάξης (Σχίσμα/Καθαίρεση), καθώς και όταν ο πιστός συμμετέχει σε αυτό με συνείδηση που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού.

Η  μνημόνευση ενός επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» (δημόσια και απροκάλυπτα) θεωρείται από πολλούς Πατέρες ως κοινωνία με την πλάνη.  Ο πιστός που ακολουθεί συνειδητά έναν αιρετικό επίσκοπο κινδυνεύει να αλλοιώσει το ορθόδοξο φρόνημά του. Η μνημόνευση δηλώνει ενότητα πίστης. Αν ο επίσκοπος είναι αιρετικός, η μνημόνευση δημιουργεί μια εκκλησιολογική ψευδαίσθηση. Εμφανίζει την αίρεση ως τμήμα της Εκκλησίας. Αυτό, κατά τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, συνιστά «κοινωνία με το σκότος», διότι η Θεία Ευχαριστία δεν μπορεί να καλύπτει τη δογματική απόκλιση.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

 

Γέροντας Γαβριήλ: Αιρετικός αυτός που ισχυρίζεται ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας»

εικόνα άρθρου: Γέροντας Γαβριήλ: Αιρετικός αυτός που ισχυρίζεται ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας»

«Όσοι λένε ότι δεν επιτρέπεται ο έλεγχος στην Εκκλησία είναι αιρετικοί, γιατί η Εκκλησία θέσπισε τον έλεγχο» (Γέροντας Γαβριήλ)

Σχόλιο: Αναδημοσίευση άρθρου. Τη στιγμή που η Ορθοδοξία πολεμείται με μανία και η Αγιοπατερική Αποτείχιση συκοφαντείται ποικιλοτρόπως, ο ορθόδοξος λόγος και η ομολογιακή παρουσία του φωτισμένου Γέροντα Γαβριήλ αποτελούν στήριγμα και οδοδείκτη για κάθε Ορθόδοξο χριστιανό.

Μετά τη Ψευδοσύνοδο της Κρήτης (Ιούνιος 2016), ο Γέροντας Γαβριήλ του Ι. Κουτλουμουσιανού Κελλίου Οσίου Χριστοδούλου της Πάτμου υπερασπιζόμενος την Ορθόδοξη Πίστη και Πατερική Παράδοση, διέκοψε μαζί με άλλους Κελλιώτες τη μνημόνευση του αιρετίζοντος οικείου ΕπισκόπουΠατριάρχη Κων/πόλεως Βαρθολομαίου (άρθρο «2016-2020: Άγιο Όρος και η αλλοίωση της Ορθοδόξου Πίστεως (Μέρος Γ΄): Κεφάλαιο 4. Διακοπή Μνημόνευσης (Ιεροκανονική Αποτείχιση)»).

Λόγω της Θεοπαράδοτης, Αγιοπατερικής και Ιεροκανονικής Αποτείχισης που ακολούθησε, έγινε αποδέκτης αφόρητων πιέσεων, διώξεων και απειλών (άρθρο «2016-2020: Άγιο Όρος και η αλλοίωση της Ορθοδόξου Πίστεως (Μέρος Δ΄): Κεφάλαιο 5. Δίωξη Γέροντος Γαβριήλ και Ομολογητών Πατέρων»).

Τις πολύτιμες συμβουλές και νουθεσίες του Γέροντα Γαβριήλ αναζήτησε και ένας προσκυνητής που τον επισκέφθηκε στο Κελί του στο Άγιο Όρος, τον Ιούνιο του 2021.

Ο Γέροντας στηριζόμενος στην Αγία Γραφή, την Αγιοπατερική Παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες, απάντησε σε ερωτήσεις περί ελέγχου στην Εκκλησία.

Επιπρόσθετα, τόνισε ότι είναι αιρετικός αυτός που ισχυρίζεται ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας», καθώς ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Μεγάλου Φωτίου (861) θέσπισε τη διακοπή του Μνημοσύνου (Αποτείχιση).

Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τη συνομιλία αυτή, ζητώντας ταπεινά την ευχή του αγαπημένου και χαριτωμένου Γέροντα.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Η ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ -- Ἡ μόνη πατερική ὁδός ἀντιδράσεως εἰς τήν ἀποστασίαν ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξίαν (Για να μη τα ξεχνάμε)

 


 Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι ὁ μόνος τρόπος ἀντιδράσεως πρέπει νά εἶναι ἡ διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ ὀνόματός των καί ἡ ἐκκλησιαστική κοινωνία μετ᾿ αὐτῶν. Μόνον μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐνδέχεται νά συνετισθοῦν καί νά ἀλλάξουν πορείαν. ῾Ο Καθηγητής κ. Παναγιώτης ῾Ηλιόπουλος εἰς πρόσφατον ὁμιλία του ἀνέφερε σχετικά παραδείγματα ἀπό τήν ἱστορίαν τῆς ᾿Εκκλησίας.Ὅταν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες συναντοῦσαν κληρικό πού δέν ὀρθοτομοῦσε τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ἦταν δηλαδή αἱρετικός, δέν συμπροσεύχονταν καί δέν συλλειτουργοῦσαν μαζί του,ἔπαυαν δέ νά ἀναφέρουν τό ὄνομά του στίς ἱερές ἀκολουθίες (διακοπή μνημοσύνου) ἄν ἦταν ποιμένας τους.

 Στή συνέχεια θά ναφέρω πό τήν στορία τς ᾿Εκκλησίας μερικά περιστατικά διακοπς μνημοσύνου, Πατριαρχν Κων/πόλεως κυρίως, πό κορυφαίους πατέρες τς κκλησίας, πού καναν μάλιστα πρό Συνοδικς ποφάσεως, μερικές δέ φορές μετά πό αρετικές ψευδοσυνόδους.

 1- Μέ πόφαση τς ν ᾿Αντιοχεί Συνόδου 379, στάλη στήν Κων/πολη, πρός νίσχυση τν κε ᾿Ορθοδόξων, Αγιος Γρηγόριος Ναζιανζινός. Οταν φτασε στή Βασιλεύουσα Αγιος Γρηγόριος δέν μνημόνευε τόν Πατριάρχη Δημόφιλο, καθότι ρειανός. Οταν μετά δύο χρόνια συνλθε Β´ Οκουμενική Σύνοδος (381), ὄχι μόνο δέν ἐτιμώρησε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο, ἀλλά καί τόν ἐξέλεξε πρόεδρο τῆς Συνόδου.

2- ῞Οταν τό 428 ἔγινε Πατριάρχης Κων/πόλεως ὁ αἱρετικός Νεστόριος, οἱ ᾿Ορθόδοξοι κληρικοί ἔπαυαν ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον νά τόν μνημονεύουν στίς ἱερές ἀκολουθίες, ἐνῶ ὁ λαός ἔβγαινε ἀπό τίς ἐκκλησίες πού μνημόνευαν τό ὄνομά του κραυγάζοντας «βασιλέα ἔχομεν,ἐπίσκοπον οὐκ ἔχομεν».

Ο τότε πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας ῞Αγιος Κύριλλος, σέ ἐπιστολές του πρός τόν κλῆρο καί τόν λαό τῆς Κων/πόλεως παρότρυνε σέ ἀγῶνα καί στή διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ Νεστορίου. Πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὅλα αὐτά ἔγιναν 3 χρόνια περίπου πρίν συνέλθει ἡ Γ´ Οἰκουμενική Σύνοδος (431), ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Νεστόριο καί δικαίωσε τή στάση τῶν ᾿Ορθοδόξων, πού εἶχαν διακόψει κάθε κοινωνία μαζί του.

 3- ῞Εβδομος αἰῶνας Κων/πολη. ᾿Εμφανίζεται τότε ἡ αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ.῞Ολοι οἱ πατριάρχες εἶχαν δεχτεῖ τήν αἵρεση αὐτή. Τή σημαία τῆς ὀρθῆς πίστεως κράτησαν δύο μοναχοί· ὁ ῞Αγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής καί ὁ Σωφρόνιος, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης ῾Ιεροσολύμων.

 ῾Ο ῞Αγιος Μάξιμος διέκοψε τό μνημόσυνον τῶν αἱρετικῶν Πατριαρχῶν Κων/πόλεως, γι' αὐτό καί διώχτηκε σκληρά. Τόν ἀναθεμάτισαν, τοῦ ἔκοψαν τό δεξί του χέρι, τοῦ ἔκοψαν τή γλῶσσα καί τόν ἐξόρισαν στόν Καύκασο σέ ἡλικία 80 ἐτῶν. ῞Ολα αὐτά συνέβησαν εἴκοσι χρόνια τουλάχιστον πρίν συνέλθει ἡ ΣΤ´ Οἰκουμενική Σύνοδος (680), δεκαοχτώ χρόνια μετά τόν θάνατο τοῦ ῾Αγίου Μαξίμου (662) ἡ ὁποία ἐδικαίωσε τόν ἀγῶνα τοῦ ῾Αγ. Μαξίμου καί καταδίκασε πέντε Πατριάρχες.

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Ομολογία Πίστεως και αποτείχιση του αδελφού μας Παναγιώτη Μακρή

 




Παλιότερο αλλά ιστορικό και πάντα επίκαιρο κείμενο.

Σεβασμιότατε Καισαριανής Βύρωνος και Υμηττού κ Δανιήλ.

 Στην εποχή που ζούμε (που σύμφωνα με πολλούς σύγχρονους Άγιους Πατέρες είναι η εποχή των εσχάτων), διακρίνουμε μια επίθεση των αντίθεων δυνάμεων κατά της Ορθοδόξου πίστεως μας. 

Βλέπουμε πολλές αιρέσεις να αναφύονται και οι εχθροί εναντίον της Εκκλησίας μας να πολλαπλασιάζονται. Ένας από αυτούς, ο χειρότερος μάλιστα σύμφωνα με την κοινή ομολογία των σύγχρονων Αγίων, είναι η Παναίρεση του Οικουμενισμού. 

Ο Οικουμενισμός όμως δεν είναι μια αίρεση που πολέμα από έξω την Εκκλησία όπως οι υπόλοιπες (μάρτυρες του Ιεχωβά, Εαεπ, παπισμός, προτεστάντες, κλπ), αλλά έσωθεν μέσω των ποιμένων της, αυτών δηλαδή οι οποίοι, υποτίθεται, είναι οι πιστοί φύλακες και προστάτες της. Μέσω αυτών των σύγχρονων ποιμένων πολεμάει ο Οικουμενισμός την Εκκλησία του Χριστού μας.

 Θα έχετε βεβαίως και εσείς παρατηρήσει τα ατοπήματα τόσο παλαιότερων (Μελέτιος Μεταξάκης, Αθηναγόρας κλπ), όσο και νεότερων ιεραρχών (βλ. Βαρθολομαίος, Αυγουστίνος Γερμανίας, Εμμανουήλ Γαλλίας κλπ), τα οποία αφορούν την πίστη της Εκκλησίας μας. 

Είμαι σίγουρος ότι και εσείς όπως και αρκετοί άλλοι Μητροπολίτες της Εκκλησίας μας, απορούν με την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στην εποχή μας και η οποία χαρακτηρίζεται από την αποστασία του κόσμου από την Ορθόδοξη πίστη μας. Αυτή η αποστασία γίνεται φανερή τόσο σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο μέσο του τρόπου ζωής των σημερινών ανθρώπων όσο και μέσω της ψηφίσεως αντιχριστιανικών νόμων από πλευράς του Κράτους. Ωστόσο, πιο φανερή γίνεται σε θρησκευτικό επίπεδο μέσο της εξαπλώσεως της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

Θα απορείτε βεβαίως έως τώρα για ποιο λόγο σας τα γράφω αυτά καθώς και ποιος είναι ο λόγος που σας γράφω την επιστολή αυτή. Μετά από πολλή σκέψη και έρευνα αποφάσισα να σας γνωστοποιήσω την αποτειχισή μου από την Παναίρεση του Οικουμενισμού. 

Βεβαίως σαν ποιμενάρχης της περιοχής στην οποία ανήκω, θεώρησα σωστό να σας το γνωστοποιήσω καθώς μια αποτείχιση από μια αίρεση, σημαίνει και ταυτόχρονη διακοπή κοινωνίας με όσους βρίσκονται σε κοινωνία με την αίρεση. Αυτό μας το γνωστοποιεί ο Μέγας Αθανάσιος στην επιστολή «Προς Μοναχούς, PG τ. 26, στλ. 1185-1188», όπου είναι γραμμένο το εξής: «Οταν γάρ τινες ύμας τους έν Χριστώ πιστούς θεωρήσαντες μετ' αύτών συνερχομένους και κοινωνούντας, πάντως ύπονοήσαντες ΑΔΙΑΦΟΡΟΝ ΕΙΝΑΙ το τοιούτον, εις τον της άσεβείας έμπεσούνται βόρβορον. Ίν' ούν μη τούτο γένηται, θελήσατε, άγαπητοί, τους μεν φανερώς φρονούντας τά της άσεβείας άποστρέφεσθαι, τους δέ νομίζοντας τά Αρείου μη φρονείν, κοινωνούντας δέ μετά τών άσεβών, φυλάττεσθαι· και μάλιστα ών το φρόνημα άποστρεφόμεθα, τούτους άπο της κοινωνίας προσήκει φεύγειν. Εί δέ τις προσποιείται μέν όμολογείν όρθην Πίστιν, φαίνεται δέ κοινωνών έκείνοις, τον τοιούτον προτρέψασθε απέχεσθαι της τοιαύτης συνηθείας· και εάν μεν έπαγγέληται, έχετε τον τοιούτον ώς αδελφόν, εάν δέ φιλονείκως επιμένη, τον τοιούτον παραιτείσθε».

Το κομμάτι αυτό της επιστολής του Μέγα Αθανάσιου μιλάει από μόνο του σεβασμιότατε, αυτών των οποίων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, την κοινωνία μαζί τους πρέπει να αποφεύγουμε. 

Δυστυχώς όμως δεν βλέπουμε από τους σύγχρονους ποιμένες να κάνουν όσα επιτάσσει ο Άγιος Αθανάσιος. Παρόλο που η προδοσία των Οικουμενιστών είναι ολοφάνερη, εσείς οι Ορθόδοξοι ποιμένες δείχνετε μια πλήρη αδιαφορία όσον αφορά τα ιερά και τα όσια της πίστεως μας. 

Θα σας δώσω ορισμένα παραδείγματα, για να καταλάβετε τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτήν την ενέργεια της αποτειχίσεως μου. Αφήνοντας εκτός τους παλαιότερους Οικουμενιστές (Πατριάρχης Αθηναγόρας, Δημήτριος κλπ), θα σας φέρω στην εποχή του σήμερα για να σας γνωστοποιήσω τις προδοσίες που συμβαίνουν τώρα!!

Στις 29.06.1995, συνέβη κάτι το ανήκουστο συλλειτουργία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, με τον πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β', μέσα στο Βατικανό. Ουδείς σεβασμιότατε διαμαρτυρήθηκε περί αυτού του γεγονότος, πως είναι δυνατόν Ορθόδοξος επίσκοπος και δη Πατριάρχης να λαμβάνει μέρος σε λειτουργία αιρετικών.

 Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν έλαβε μέρος, τότε προς τι οι συνευλογίες που έδινε μετά του πάπα Παύλου του Β'. Κρατώντας και οι δύο Ευαγγέλιο Ορθόδοξος Πατριάρχης και αιρεσιάρχης πάπας Ρώμης συνευλογούσαν τους πιστούς αν είναι δυνατόν. Για να μη μιλήσω για το πλήθος των συμπροσευχών που έχει τελέσει έως τώρα ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και κανείς ο αντιδρών τη στιγμή που ό ΞΕ Κανόνας τών Άγ. Αποστόλων επιτάσσει: «Ει τις κληρικός, η λαϊκός εισέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων, η αιρετικών προσεύξασθαι, καί καθαιρείσθω, καί άφοριζέσθω». Γιατί λοιπόν δεν υπάρχει καμία αντίδραση; Ο Πατριάρχης όμως δεν σταμάτησε εκεί και με τον προηγούμενο πάπα Βενέδικτο και συμπροσευχήθηκε, και συλλειτούργησαν. Μάλιστα στης 30/11/2006 αντάλλαξαν και λειτουργικό ασπασμό, ενώ ο πάπας έφερε και επισκοπικόν ωμοφόριον. Ξεχνάει ο Πατριάρχης ότι ο λειτουργικός ασπασμός γίνεται μόνο μεταξύ ιερέων; τι ιεροσύνη έχει ο αιρεσιάρχης του Βατικανού; Γιατί δεν αντέδρασε κανείς; Ο ΛΖ' της έν Λαοδικεία: «ότι ού δει παρά τών Ιουδαίων η αιρετικών τά πεμπόμενα έορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αύτοίς». Είναι πρόδηλο οτι στό «συνεορτάζειν» έμπερικλείεται κάθε λατρευτική άκολουθία καί τελετή - άσφαλώς καί ή Θ. Λειτουργία, άλλά όχι μόνο αύτή - πρός τιμήν προσώπου η γεγονότος τό όποιο έορτάζεται άπό τούς 'Ιουδαίους η αιρετικούς. Γιατί λοιπόν δεν υπήρχε αντίδρασης έναντι του Πατριάρχου; 

Στις 02.12.2006 ξανά είχαμε συλλειτουργία στο φανάρι μεταξύ των Βαρθολομαίου και Βενεδίκτου, και όχι μόνο. Στις 29 Νοεμβρίου 2006 με την επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι ακούστηκε για πρώτη φορά η αντικανονική μνημόνευση του Πάπα ως Ορθοδόξου επισκόπου «Ετι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου επισκόπου και Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου και του Αρχιεπισκόπου και Πατριάρχου ημών Βαρθολομαίου και υπέρ του κατευθυνθήναι τα διαβήματα αυτών εις πάν έργον αγαθόν». Η μνημόνευση αιρετικού είναι ξεκάθαρη κήρυξη αιρέσεως αν όχι απόδειξη ενώσεως μαζί τους, καθώς σύμφωνα με τον Άγιο Γεννάδιο Σχολάριο «..η τέλεια υποταγή προς τους γνήσιους ποιμένας εκφράζεται με το μνημόσυνο...». Η συγκεκριμένη πράξη μνημόνευση που συνέβη στον Φανάρι δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως προδοσία της πίστεως από τους Ορθόδοξους ποιμένες και να διακόψουν το μνημόσυνο του υποτακτικού του αντίχριστου (σύμφωνα με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό) πάπα, δηλαδή να διακόψουν το μνημόσυνο του Βαρθολομαίου; Ή μήπως οι σχετικές δηλώσεις του Πατριάρχη: «Ή μετάνοια ήμών διά το παρελθόν είναι άπαραίτητος. Δέν πρέπει νά σπαταλήσωμεν τον χρόνον είς άναζήτησιν εύθυνών. Οι κληροδοτήσαντες είς ήμας την διάσπασιν προπάτορες ήμών ύπηρξαν άτυχη θύματα τού άρχεκάκου όφεως καί εύρίσκονται ηδη είς χείρας τού δικαιοκρίτου Θεού. Αίτούμεθα ύπέρ αύτών το έλεος τού Θεού, άλλά όφείλομεν ένώπιον αύτού, οπως έπανορθώσωμεν τά σφάλματα έκείνων», που ανέφερε στην θρονική εορτή του 1998, δεν ήταν λόγος να διακόψουν την κοινωνία μαζί του σύμφωνα με τους 15ος ΑΒ Συνόδου και 31ος αποστολικός κανόνες; Μήπως οι δηλώσεις περί αδελφών Εκκλησιών δεν είναι λόγος διακοπής της κοινωνίας;

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Γιατί δεν αποτειχίστηκαν οι σύγχρονοι όσιοι γέροντες;;;

 



Του αδελφού μας Παναγιώτη Μακρή


Ως γνωστόν οι υπέρμαχοι της δυνητικής ερμηνείας του ΙΕ Κανόνος τη ΑΒ Συνόδου, συχνά χρησιμοποιούν το επιχείρημα της μη αποτειχίσεως των σύγχρονων γερόντων (Παϊσίου, Πορφυρίου, Ιακώβου κ.α) από την αίρεση του Οικουμενισμού και κατ’ επέκταση από τους εκάστοτε Πατριάρχες. Το αυτό επιχείρημα προτάθηκε και από έναν εισηγητή της εν λόγω ημερίδας τον π. Ιωάννη Φωτόπουλο. Με αυτό το κείμενο ευελπιστούμε να δώσουμε ικανοποιητικές απαντήσεις όσον αφορά το ζήτημα αυτό και να αποδείξουμε για άλλη μια φορά το υποχρεωτικό της αποτειχίσεως από την σύγχρονη αίρεση του Οικουμενισμού.

Ο πρώτος που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτό το επιχείρημα ήταν ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος στο γνωστό βιβλίο του «Τα Δύο Άκρα». Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την μη αποτείχισή του στην μη αποτείχιση του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Ποιο συγκεκριμένα η δικαιολογία την οποία χρησιμοποίησε ο π. Επιφάνιος και χρησιμοποιούνε και όλοι οι σύγχρονοι υπέρμαχοι της μη αποτειχίσεως έχει να κάνει με τις αρετές και τα χαρίσματα των σύγχρονων γερόντων. Πως γίνεται αυτοί οι χαρισματούχοι και ενάρετοι γέροντες να πλανήθηκαν μας λένε.

Πρέπει αρχικά να κατανοήσουμε ότι για το εάν ακολουθήσουμε την οδό την αποτειχίσεως ή όχι, πρέπει να το στηρίξουμε στην διαχρονική πίστη-παράδοση της Εκκλησίας μας. Η στάση οποιουδήποτε προσώπου όσο ενάρετο και αν είναι, δεν πρέπει να αποτελεί τον οδοδείκτη μας αλλά αυτό πρέπει να το κάνει η διαχρονική πίστη και παράδοση της Εκκλησίας μας. Δεν μπορούμε να βασίσουμε την απόφαση μας στο τι έκανε ο α ή β γέροντας, εφόσον εμάς δεν μας αφορά αυτό αλλά μας αφορά το τι θα κάνουμε εμείς. Δεν θα δώσουμε λόγω στον Θεό για τη στάση που τήρησε ο α ή ο β γέροντας, αλλά για την στάση που τηρήσαμε εμείς.

Εάν οι γέροντες δεν ακολούθησαν την διαχρονική πίστη-παράδοση της Εκκλησίας μας όσον αφορά στο θέμα της αποτειχίσεως είναι δικό τους θέμα, εμάς δεν πρέπει να μας αφορά, εφόσον εμείς θα δώσουμε λόγο μόνο για τις δικές μας πράξεις όχι αυτές των άλλων. Εμείς θα δώσουμε λόγο για το εάν ακολουθήσαμε τα όσα μας δίδαξαν οι πατέρες, το γιατί δεν το έκαναν αυτό σύγχρονα ενάρετα πρόσωπα είναι δικό τους θέμα όχι δικό μας.

Κάποιοι προβάλλουν την ένσταση ότι οι σύγχρονοι πατέρες δεν άφησαν σαν παρακαταθήκη την αποτείχιση.

Σε αυτό το επιχείρημα έχουμε να απαντήσουμε ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε τον τελευταίο αιώνα, για να κρίνουμε με βάση αυτό το κριτήριο. Η Εκκλησία απέκτησε ορατή ύπαρξη (καθότι ως άκτιστη υπήρχε από πάντοτε)  την ημέρα της Πεντηκοστής, συνεπώς εάν κάποιος θέλει να βρει τη θέση της Εκκλησίας για το συγκεκριμένο ζήτημα, οφείλει να ασχοληθεί και να ψάξει τη θέση κράτησε η Εκκλησία σχετικά με το ζήτημα αυτό ήδη από την ημέρα της εμφάνισής Της ως ορατού οργανισμού. Για να μην ισχυρισθούμε ότι πρέπει να ψάξει και ακόμα ποιο πίσω στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Εκεί θα βρει τον Θεό να δίνει εντολή στους Ισραηλίτες να εξαφανίσουν από προσώπου της γης «πάσας τας βασιλείας Χαναάν», ακριβώς ώστε να μην έχει οποιαδήποτε επαφή με αλλοθρήσκους ο περιούσιος λαός Του. Πράγμα το οποίο δεν τήρησαν οι Ισραηλίτες και κατέληξαν στο τέλος να απομακρύνονται από τον Θεό, λόγο του επηρεασμού που δέχθηκαν από αυτούς τους λαούς. 

Το εάν λοιπόν οι σύγχρονοι γέροντες αποτειχίστηκαν ή όχι είναι δικό τους θέμα, εμείς πρέπει να ακολουθήσουμε την παρακαταθήκη που μας άφησαν οι Άγιοι ανά μέσω των αιώνων και όχι μόνο να κρίνουμε βάση της στάσης των σύγχρονων γερόντων. Αν εξετάσουμε και βρούμε ότι οι σύγχρονοι γέροντες διαφέρουν από τους παλαιότερους Αγίους όσον αφορά το θέμα αυτό τότε θα πρέπει να απορρίψουμε την στάση τους για το ζήτημα αυτό ως λανθασμένη και να μην την ακολουθήσουμε. Δέν πρέπει εἰς τό σημεῖο αὐτό νά λησμονήσουμε επίσης ὅτι μέ βάσι τήν ἁγ. Γραφή, ὄχι αὐτοί οἱ χαρισματοῦχοι γέροντες, ἀλλά καί ὅλοι οἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό νά κατέβουν καί νά μᾶς διδάξουν μέ λόγια καί ἔργα ὅτι οἔχοντες αἱρετικά φρονήματα καί ὅλοι αὐτοί πού δημοσίως καί συνοδικῶς ἀθετοῦν μία ἤ περισσότερες εὐαγγελικές ἐντολές, ἀντιμετωπίζονται διαφορετικά ἀπό τήν διδασκαλία τοἀποστόλου Παύλου καί τοῦ εὐαγγελιστοἸωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐμεῖς δέν θά πρέπει να πεισθοῦμε, ἀλλά νά θεωρήσωμε ὅτι ἡ «ἅπαξ παραδοθεῖσα πίστις τοῖς Ἁγίοις» (Ἰούδα 3) δέν δέχεται οὔτε πρόσθεσι, οὔτε ἀφαίρεσι, οὔτε κατά ἕνα γιῶτα ἤ μία κεραία (Ματθ. 5, 18). Άθελά τους κάποιοι επομένως μειώνουν τούς χαρισματούχους αὐτούς γέροντες καί τούς παρουσιάζουν νά ἀντιστρατεύωνται στήν ἁγ. Γραφή καί σέ ὁλόκληρη τήν ὀρθόδοξη Παράδοσι.

Συχνά προβάλλετε το επιχείρημα εφόσον οι γέροντες ήταν λάθος, τότε πως αναπαυόταν το Πνεύμα επάνω τους και απέκτησαν τα χαρίσματα που απέκτησαν;

Κυριακή 20 Ιουλίου 2025

Εξι ερωτήματα προς τον π.Θεόδωρο Ζήση

 



(απόσπασμα από το παλιότερο άρθρο του Ιω.Ρίζου –αριστοκρατικός Πρεσβυτεριανισμός (της Γατζέας)

 

Ερώτημα 1ο.

 Δήλωσε ο π. Θεόδωρος ότι :«Υπάρχουν κι επίσκοποι Ορθόδοξοι στο φρόνημα αν και δεν έχουν καταδικάσει την σύνοδο της Κρήτης».

 Επί πολλά χρόνια μας ξεγελούσαν με την δήθεν ύπαρξη έξι «Ορθόδοξων» επισκόπων προεξάρχοντος του Σεραφείμ Πειραιώς ο οποίος από τους αναθεματισμούς του Οικουμενισμού, τώρα δωρίζει στον Βαρθολομαίο ψηφιδωτό με την προσωπογραφία του και συλλειτουργεί με όλους τους αρχι-οικουμενιστές επισκόπους, που  άλλοτε καταδίκαζε. Το καινούριο λοιπόν παραμύθι είναι ότι : «Υπάρχουν κι επίσκοποι Ορθόδοξοι στο φρόνημα αν και δεν έχουν καταδικάσει την σύνοδο της Κρήτης». Γιατί αν δεν είναι παραμύθι, γιατί δεν μας ονόμασε έναν  από αυτούς τους επισκόπους να τρέξουμε κι εμείς να του φιλήσουμε τα πόδια; 

Κι έπειτα, υπάρχει κάποιο παράδειγμα στην Εκκλησιαστική ιστορία ή την Διδασκαλία της Εκκλησίας σύμφωνα με το οποίο ένας επίσκοπος  θεωρείται ότι έχει Ορθόδοξο φρόνημα όταν δεν καταδικάζει μια αιρετική σύνοδο π. Θεόδωρε Ζήση ; 

 

 Ερώτημα 2ο.

 Ο Μητροπολίτης Φλωρίνης κ. Θεόκλητος έχει δηλώσει δημοσίως ότι οι παπικοί δεν είναι εκκλησία. Ο κ. Θεόκλητος δεν πήγε συνειδητά στη σύνοδο του Κολυμπαρίου και  το δήλωσε στο ποίμνιο του το καλοκαίρι του 2016. 

Βεβαίως μνημονεύει  και υπερασπίζεται τον Βαρθολομαίο με άφθονους τεμενάδες και εγκώμια, και φυσικά δεν έχει καταδικάσει την σύνοδο του Κολυμπαρίου. 

Σύμφωνα όμως με την  δήλωση  του π.Θεοδώρου, (του ερωτήματος 1.) ο κ. Θεόκλητος είναι «Ορθόδοξος στο φρόνημα». 

Αφού λοιπόν είναι έτσι  γιατί ο Ηγούμενος Γέρων Μάξιμος και ο Αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος της Ι.Μ.Αγ.Παρασκευής Μηλοχωρίου - στενοί  συνεργάτες και υποστηρικτές του π.Θεοδώρου-διέκοψαν το μνημόσυνο του κ.Θεόκλητου ;  Δέν έκαναν ένα τραγικό λάθος που δικαίως τους οδηγεί στην ποινή της καθαίρεσης  βάση τον ΙΓ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου; 

Και τότε ο π. Θεόδωρος ως αυθεντία στην πατρολογία γιατί δεν προστάτεψε από τον θανάσιμο κίνδυνο τους στενούς του συνεργάτες;  

Ερώτημα 3ο.

 Λέει ο π. Θεόδωρος ότι αφού δεν καταδικάστηκε συνοδικά η αίρεση, οι οικουμενιστές τελούν έγκυρα Μυστήρια και έχουν την Θεία Χάρη, όπως και πράγματι έτσι είναι. 

Με  την προτροπή αυτή λοιπόν στέλνει τα ποίμνια να εκκλησιάζονται στους ναούς που λειτουργούν οι τάχα ευσεβείς ιερείς που όμως παράλληλα υπερασπίζονται  και μνημονεύουν τους δεσποτάδες τους, που είναι πιστοί  πραιτοριανοί του Βαρθολομαίου και της αίρεσης.

Άλλα και πριν το Κολυμπάρι εκεί δεν εκκλησιάζονταν αυτοί οι άνθρωποι; Τίποτα δεν άλλαξε μετά το Κολυμπάρι; Κι αν δεν άλλαξε τίποτα, ο π. Θεόδωρος γιατί αποτειχίστηκε; Το έκανε λόγω της πνευματικής βλάβης της μνημόνευσης ενός αιρετικού επισκόπου ή για άλλους προσωπικούς του λόγους; Αν δε, αυτός αποτειχίστηκε για να αποφύγει την αμαρτία και πνευματική βλάβη, πώς λέει στον κόσμο να πάει εκεί που αυτός αρνείται να πάει;


Ερώτημα 4ο.

 Αν δεν βλάπτεται ο κόσμος συμμετέχοντας σε ακολουθίες και Μυστήρια που μνημονεύονται επίσκοποι που δεν καταδίκασαν την ψευδοσύνοδο του Κολυμβαρίου γιατι ο όσιος Αντίοχος ο Πανδέκτης λέει: «Ούτε για λίγη ώρα δεν δεχόμαστε σχέση με αυτοὺς που κουτσαίνουν στην πίστη» … «ακόμα  κι άν αυτοί μας φαίνονται πολ γνήσιοι κα επίσημοι, εμείς πρέπει να τους σιχαινόμαστε όσοι αγαπάμε τον Κύριο»;   Πόσο μάλλον αν πρόκειται για ιερείς και επισκόπους;

Γιατί ο ὁ ἅγιος Συμεὼν ο Νέος θεολόγος λέει: 

«Κάθε κληρικό –– του οποίου η πίστις, οι λόγοι και τα έργα δεν συμφωνούν με τις διδασκαλίες των αγίων πατέρων να μην τον δεχόμαστε στὴν οικία μας. Αλλὰ να τον αποστρεφόμεθα και να τον μισούμε ώς δαίμονα, έστω κι άν ανασταίνει νεκροὺς και κάνει άλλα μύρια θαύματα»; 

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου