Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Θεόδωρος Στουδίτης και «παπικό πρωτείο»: ανάλυση των επιστολών και του λεξιλογίου που χρησιμοποιούσε

 



Είναι γνωστό πως το ζήτημα αν ο Θεόδωρος Στουδίτης αναγνώριζε το παπικό πρωτείο με το αιρετικό του περιεχόμενο (δηλ. ως πρωτείο εξουσίας και όχι ως πρωτείο τιμής), είναι κάτι που έχει τύχει μακράς συζήτησης και μελέτης, καθώς συχνές είναι οι προσπάθειες δυτικών συγγραφέων να εκμεταλλευτούν επιλεγμένα κείμενα του Θεοδώρου ώστε να προβάλουν δήθεν συμπεράσματα υπέρ του αιρετικού παπικού πρωτείου.

Είναι όμως γνωστό, ότι οι δυτικοί ματαιοπονούν…  Όπως γράφει ο καθηγητής Βλ. Φειδάς:

«Ο κανονικός θεσμός της Πενταρχίας των πατριαρχών, στην οποία συμπεριλαμβανόταν ως πρώτος κατά την τάξη και ο παπικός θρόνος, αποτέλεσε τον συλλογικό τύπο του Πρώτου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στον κανονικό αυτό θεσμό οι πέντε πατριάρχες συγκροτούν την ανώτατη διοικητική αρχή στην Εκκλησία, το ‘πεντακόρυφον κράτος’ της Εκκλησίας» [39].

Ας προσέξουμε ιδιαίτερα τη φράση «πεντακόρυφον κράτος» που χρησιμοποιεί ο καθηγητής και θεωρείται μία από τις χαρακτηριστικότερες για να περιγράψει τον θεσμό της πενταρχίας της μίας εκκλησίας. Η φράση αυτή, ανήκει ακριβώς στον …Θεόδωρο Στουδίτη, αυτόν που κατηγορούν κάποιοι ως δήθεν υποστηρικτή του παπικού πρωτείου στην αιρετική του μορφή.

Και είναι μια φράση που διατυπώνεται επανειλημμένα από τον Θεόδωρο στα κείμενα του, όπου δεν αφήνει το παραμικρό να παρεξηγηθεί:

«...απόστολοι και οι τούτων διάδοχοι. τίνες δ' ουν οι ΔΙΑΔΟΧΟΙ; ο της Ρωμαίων νυνι πρωτόθρονος, ο της Κωνσταντινουπόλεως δευτερεύων, Αλεξανδρείας τε και Αντιοχείας και ο Ιεροσολύμων. τούτο το πεντακόρυφον κράτος της εκκλησίας, παρά τούτοις το των θείων δογμάτων κριτήριον» [40].

Όχι μόνο ο Θεόδωρος μιλάει στον πληθυντικό για ΔΙΑΔΟΧΟΥΣ των Αποστόλων (και όχι για έναν διάδοχο), επιπλέον όμως θεωρεί ΟΛΟΚΛΗΡΟ το «πεντακόρυφο» αυτό «κράτος» ως κριτήριο των θείων δογμάτων! Από εκεί και πέρα, κάθε «παρεξήγηση» των λεγομένων του είναι εκ του πονηρού. 

Ακόμα και όταν το ζήτημα αφορά «εγκωμιαστικές εκφράσεις του για τον Απόστολο Πέτρο, οι όποιες έχουν εκληφθεί ως μαρτυρίες υπέρ του παπικού πρωτείου», «θα γίνει ευχερεστέρα η σύγκριση και θα διαπιστωθεί η φραστική και νοηματική ομοιότητα» όταν οι φράσεις αυτές «παραλληλισθούν με αντίστοιχες που χρησιμοποιούνται για τους άλλους Αποστόλους» και έτσι θα φανεί «η συνέπεια και η ταυτότητα των θέσεων, τις οποίες εξέφραζε [ο Θεόδωρος] και προς όλες τις άλλες, πλην του πάπα, προσωπικότητες»[41].

Ο Παναγιώτης Χρήστου, αν και θεωρεί ότι μπαίνει ένα ζήτημα από το γεγονός ότι σε επιστολή του ο Θεόδωρος αναφέρεται σε σύγκλιση Οικ. Συνόδου από τον Πάπα ενώ συνηθιζόταν να συγκαλείται επίσημα από τον αυτοκράτορα, εντούτοις γράφει ότι αυτό μπορεί να οφείλεται «εις το γεγονός ότι δεν ανεγνώριζε την αυθεντίαν των εικονοφίλων αυτοκρατόρων, κρυφίων και φανερών, ως και των Μοιχειανών».

Και συμπληρώνει:

«Δεν έχει βεβαίως πολλήν σπουδαιότητα το γεγονός ότι καλεί εις τας επιστολάς του τον πάπαν ισάγγελον και την έδραν της Ρώμης πρωταρχίαν, έναντι της πενταρχίας των πατριαρχείων, και ποιμεναρχίαν, διότι τοιαύται εκφράσεις είναι συνήθεις εις την επιστολογραφίαν των Βυζαντινών [...] αι εκφράσεις αύται δύνανται να ερμηνευθούν, χωρίς προσφυγήν εις το υπό ρωμαϊκήν έννοιαν πρωτείον, διά της αναφοράς εις τας διώξεις τας οποίας αντιμετώπιζον τότε οι ορθόδοξοι εικονόφιλοι» [42].

Ενδιαφέρον έχουν και τα όσα σημειώνει ο έγκυρος πατρολόγος, σε εκτενή βιβλιοκρισία του για έργο που πραγματεύεται εκκλησιολογικά προβλήματα της μεσοβυζαντινής εποχής:

«επικαλείται [ο συγγραφέας του υπό βιβλιοκρισία έργου] αρκετά χωρία απαντώντα εις συγγράμματα θεολόγων της περιόδου, Μαξίμου, Δαμασκηνού, Νικηφόρου Α΄, Θεοδώρου Στουδίτου, τα οποία μαρτυρούν αναγνώρισιν του πρωτείου υπό την δυτικήν έννοιαν, επισημαίνει δε επίσης αρκετάς ενδεικτικάς ενεργείας. Ότι τα πράγματα δεν είναι τόσον απλά, καθίσταται φανερόν εκ της απουσίας θετικής αναγνωρίσεως του πρωτείου ΠΑΡ' ΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΝΔΡΟΣ. Όλοι οι ανωτέρω θεολόγοι, καθώς και άλλοι, μόνον εις στιγμάς ανταγωνισμού επικαλούνται τον πάπαν της Ρώμης. Η καταφυγή εις αυτόν αποτελεί απλώς επιχείρημα κατ' αντιπάλων, αιρετικών ή διωκτών. Ό,τι λέγεται εις τοιαύτας περιστάσεις, δεν είναι σταθερόν περιεχόμενον διδασκαλίας, είναι όπλον. Ό,τι λέγεται νηφαλίως και άνευ εξωτερικής πιέσεως, είναι προϊόν σταθεράς πεποιθήσεως. Εις την δευτέραν ταύτην περίστασιν το μόνον το οποίον λέγεται είναι ότι η έδρα της Ρώμης έχει πρωτείον τιμής και όχι εξουσίας, είναι το πρώτον τη τάξει εις την πενταρχίαν πατριαρχείον»[43].

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ο Μυροβλύτης Μία επικαιροποιημένη πρόσκληση Αγιότητας και Μαρτυρίου

 



                                             Αναδημοσίευση απο 26-10-2023

 Γράφει ο Δημήτριος Νικ. Δασκαλάκης, Δικηγόρος Αθηνών


Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος κατέχει ξεχωριστή θέση μέσα στο πάνθεον των Αγίων της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, καθώς υμνήθηκε και αγαπήθηκε όσο λίγοι, ενώ τα πολλά θαύματα που επιτελούνται μέχρι σήμερα σε όσους με πίστη καταφεύγουν στην θερμή του μεσιτεία τον έχουν καταστήσει ιδιαίτερα λαοφιλή στον Ελληνικό λαό.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης, η «νύμφη του Θερμαϊκού», όπως είναι γνωστή η συμπρωτεύουσα έχει την ιδιαίτερη τιμή και ευλογία να τιμά ως πολιούχο και προστάτη Άγιο της, τον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, καθόσον η ζωή, η διδασκαλία, η δράση και η εν γένει προσωπικότητα του Αγίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πόλη στην οποία γεννήθηκε, δίδαξε και μαρτύρησε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τον 14o αιώνα, τόσο στην Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη όσο και στην Βυζαντινή Συμβασιλεύουσα Θεσσαλονίκη, συντάσσονται θερμοί εγκωμιαστικοί λόγοι προς τιμήν του Αθλοφόρου Αγίου από τους διαπρεπέστερους διανοούμενους της εποχής, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (σπουδαίος Ορθόδοξος Θεολόγος), ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (και συμπολιούχος) και ο Άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως που διετέλεσε μαθητής και συνεργάτης του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Αναφέρουμε με ιδιαίτερη έμφαση ότι κατά την βυζαντινή εγκωμιαστική παράδοση ο Άγιος Δημήτριος επαινείται ως «Μιμητής του Χριστού», στοιχείο που μαρτυρά την βαθύτερη επιθυμία των υμνογράφων να παρουσιάσουν στον πιστό λαό τον Άγιο, ως ιδανικό πρότυπο και υπόδειγμα πολιτικού και στρατιωτικού ηγεμόνα που διακρίνεται για το ορθόδοξο χριστιανικό του φρόνημα, την ηθική του ακεραιότητα, την ψυχική του ευγένεια, την καλοσύνη και την δικαιοσύνη του.

Κατά την περίοδο της βυζαντινής μεγαλοπρέπειας και της θρησκευτικής ευλάβειας του Ελληνικού λαού, η μνήμη του Αγίου εορταζόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα στον ελληνικό χώρο και ειδικά για την Θεσσαλονίκη αποτελούσε το κορυφαίο θρησκευτικό, εκκλησιαστικό, εμπορικό και πολιτιστικό γεγονός της χρονιάς.

Οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του Αγίου άρχιζαν έξι ημέρες πριν από την επίσημη ημέρα της μνήμης του (26η Οκτωβρίου) και ολοκληρώνονταν δύο ημέρες αργότερα με αποτέλεσμα να καθιερωθούν συν τω χρόνω τα λεγόμενα «Δημήτρια», κατά την διάρκεια των οποίων συνέρρεε στην συμπρωτεύουσα πλήθος προσκυνητών, εμπόρων, φιλοσόφων, καλλιτεχνών, λογίων από κάθε γωνιά της ελληνικής βυζαντινής αυτοκρατορίας, γεγονός που συντέλεσε στην εμπορική, πολιτισμική και πνευματική άνθηση της πόλης.

Ενώ στους περισσοτέρους είναι μάλλον γνωστός ο βίος και το μαρτύριο του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ίσως πολλοί να αγνοούν ότι ο Άγιος παράλληλα με την άσκηση των υψηλών καθηκόντων του που απέρρεαν από το υπεύθυνο αξίωμα του ανθύπατου (στην κλίμακα της Ρωμαϊκής ιεραρχίας ανθύπατος ήταν ο κυβερνήτης κάποιας επαρχίας της αυτοκρατορίας που όφειλε να διαθέτει στρατιωτική εμπειρία και ικανότητα), παρουσίασε πλούσιο και αξιόλογο διδακτικό και κατηχητικό έργο, προσφέροντας μέγιστες υπηρεσίες στην διάδοση του Χριστιανισμού.

Σε συνθήκες ανηλεούς διωγμού που είχαν εξαπολύσει οι συναυτοκράτορες της Ρώμης, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός Ερκούλιος, υπό την καθοδήγηση του σκοταδιστικού και εμπαθούς ειδωλολατρικού ιερατείου (το οποίο έβλεπε τα έσοδά του να μειώνονται καθώς ολοένα και περισσότεροι εθνικοί ασπάζονταν την χριστιανική πίστη), ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Δημήτριος επιδόθηκε με ιερό ζήλο και θέρμη στην διάδοση του Λόγου του Ευαγγελίου.

Η διδασκαλία του γινόταν σε μια υπόγεια στοά που ονομαζόταν «Καταφυγή», όπου εκεί πράγματι στην «Χαλκευτική Στοά» στις υπόγειες καμάρες, ο Άγιος συγκέντρωνε τους πιστούς που επιθυμούσαν να ξεδιψάσουν την πνευματική τους δίψα, ακούγοντας Λόγο Θεού από τα χείλη του Δημητρίου.

Μάλιστα η διδασκαλία του είχε πρωτοφανή επιτυχία και απήχηση μεταξύ των εθνικών, με αποτέλεσμα η φήμη του Αγίου να εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Έτσι, πολλοί άνθρωποι για χάρη του Δημητρίου αποτάσσονταν την δαιμονική πλάνη των ειδώλων και βαπτίζονταν Χριστιανοί.

Ο Άγιος Δημήτριος αμφισβήτησε την νομιμότητα των αυτοκρατορικών διαταγμάτων του Μαξιμιανού και του Διοκλητιανού που επέβαλαν στους πολίτες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας –επί ποινή βασανιστικής θανατώσεως– την προσφορά δημόσιας λατρείας στους ειδωλολατρικούς βωμούς της αρχαίας θρησκείας, ζητώντας από τους πιστούς να εναντιωθούν με κάθε τίμημα στην εφαρμογή τους και να παραμείνουν μέχρι τέλους ακλόνητοι στην ομολογία της πίστεώς τους.

Δηλαδή ο Άγιος Δημήτριος παρότρυνε τους μαθητές του να διαφυλάξουν ως «κόρην οφθαλμού» την Χριστιανική Ορθόδοξη Πίστη και να επιδείξουν στάση πολιτικής ανυπακοής, απορρίπτοντας τα αντίθεα διατάγματα της ειδωλολατρικής Ρωμαϊκής Αρχής (δηλαδή τους σημερινούς νόμους του κράτους), στο μέτρο που παραβίαζαν την θρησκευτική τους ελευθερία και συνείδηση.


Στα χρόνια που έζησε ο Άγιος δεν είχε εφευρευθεί ακόμη ο όρος της «εξαναγκασμένης συμμόρφωσης» –σκεφτείτε μόνο ότι, εάν μόλις το 20% των μαθητών δεν συμμορφωνόταν στο μέτρο της απάνθρωπης και υποχρεωτικής μασκοφορίας, αυτό θα οδηγούσε στην αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθετικής διάταξης στο κοινωνικό πεδίο και στην κατάρρευση του αφηγήματος της πανδημίας εν τη γενέσει του–, αλλ’ ούτε οι πιστοί διακατέχονταν από την αγωνιώδη μέριμνα για την κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών, αφήνοντας ένα περιθώριο στον Θεό να μιλήσει στην ψυχή τους.

Τότε οι άνθρωποι ζούσαν ήρεμα και ευτυχισμένα σε μικρές χριστιανικές κοινότητες με κοινή προσευχητική και λατρευτική ζωή, ανταλλάσσοντας τις βιωματικές, πνευματικές τους εμπειρίες.

Μολονότι ο Δημήτριος δέχθηκε ισχυρή πίεση από τους ειδωλολατρικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης να εγκαταλείψει την πίστη του Χριστού, εντούτοις δεν πτοήθηκε από τις φοβέρες και τις απειλές, αλλά εξακολούθησε με περισσότερο θάρρος και αποφασιστικότητα το κηρυκτικό και ομολογιακό του έργο.

Βλέπουμε, δηλαδή, ότι ο προστάτης Άγιος της Θεσσαλονίκης δεν κρύφτηκε πίσω από την κοινωνικά αξιοζήλευτη πολιτική και στρατιωτική του θέση, αλλά βρήκε την ευκαιρία να διακηρύξει δημόσια και φανερά την χριστιανική του πίστη, γνωρίζοντας ότι η αταλάντευτη στάση του θα τον οδηγούσε στον μαρτυρικό θάνατο.

Μια όχι τόσο πολύ γνωστή λεπτομέρεια από τον βίο του Αγίου Δημητρίου αναφέρει ότι, όταν ο Άγιος οδηγήθηκε στην σκοτεινότερη και ειδεχθέστερη φυλακή της πόλης, αντίκρισε ένα τεράστιο σκορπιό που πλησίασε τον Μάρτυρα με απειλητικές διαθέσεις.

Η αιφνίδια εμφάνιση του σκορπιού ενεργοποίησε τα πνευματικά αντανακλαστικά του Αγίου, καθώς αντιλήφθηκε «με πνευματικό τρόπο» ότι ο συγκεκριμένος σκορπιός «εργαλειοποιείται από τον διάβολο» με σκοπό να θανατώσει τον ίδιο και, ως εκ τούτου, αντιμετώπισε τον πονηρό εισβολέα με το ακατανίκητο όπλο του Σταυρού, λέγοντας τα εξής:


«Στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού που μας δίδαξε ότι όποιος πιστεύει σε Αυτόν μπορεί να πατά επάνω σε φίδια και σκορπιούς και σε όλα τα τεχνάσματα του διαβόλου (“επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού”) και να μην βλάπτεται».

Αφού σφράγισε τον εαυτό του με το σημείο του Σταυρού, πάτησε αποφασιστικά και άφοβα τον σκορπιό (τουτέστιν τον διάβολο), τον οποίο θανάτωσε, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να αγωνισθεί και να νικήσει με την βοήθεια του Σταυρού του Κυρίου. Δυστυχώς, οι σημερινοί πολίτες που δέχονται επιθέσεις από πάσης φύσεως «αόρατους εχθρούς», αντί να στραφούν στον Σταυρό, δέχονται να «σταυρώνονται» από τα εκάστοτε αυστηρά μέτρα που σκαρφίζονται οι πατερναλιστές κυβερνήτες τους, κρατώντας τους καθηλωμένους στην νηπιακή κούνια τους.

Σύμφωνα με το συναξάρι, αμέσως μετά, εμφανίστηκε Άγγελος σταλμένος από τον Θεό, προκειμένου να τον ενισχύσει και να τον ενθαρρύνει στο επικείμενο μαρτύριο και αφού τον στεφάνωσε με το χρυσό στεφάνι της Νίκης, στην συνέχεια εξαφανίστηκε.

Σχετικά με την μυροβλυσία του Αγίου Δημητρίου, ο έτερος συμπολιούχος της συμπρωτεύουσας, δηλ. ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και Θεολόγος του Ακτίστου Φωτός, ανέφερε στους ευλαβείς κατοίκους της πόλης ότι το μύρο ανέβλυζε από την λογχευθείσα πλευρά του σώματος του Αγίου, ως ακένωτος πηγή παρηγοριάς, ενισχύσεως και ιάσεως παντός νοσήματος, ψυχικού και σωματικού.


Ένας άλλος λόγιος κληρικός, Θεολόγος και φιλόσοφος του 15ου αιώνα, ο Δημήτριος Χρυσολωράς εξηγούσε στους πιστούς ότι το αναβλύζον μύρο από το σώμα του Αγίου δεν έχει καμία σχέση με το νερό, επειδή είναι παχύτερο από αυτό, και δεν ομοιάζει με κανένα άλλο υγρό που πηγάζει από την γη, ούτε με τα αρώματα μπορεί να συγκριθεί, αλλά είναι θαυμασιότερο από όλα. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές η μυροβλυσία του Αγίου έπαυσε μετά την μετατροπή του Ιερού Ναού σε Οθωμανικό Τέμενος, περίπου τα έτη 1492-1493.

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος απεικονίζεται σε διάφορες παραστάσεις, είτε πεζός, είτε καβαλάρης, ενδεδυμένος με την στρατιωτική στολή.

Κατά την προσωπική αίσθηση του γράφοντος, η απεικόνιση του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου έφιππου σε κόκκινο άλογο είναι αυτή που κατανύσσει περισσότερο την ψυχή του πιστού, ίσως επειδή αποτυπώνει (ή μήπως αποτύπωνε;) τα ευγενικά ιδανικά της Ελληνικής φυλής, δηλαδή την γενναιότητα, την λεβεντιά, την καλοσύνη της ψυχής.

Στην εικόνα αυτή, ο Άγιος απεικονίζεται ως καβαλάρης, φορώντας την στρατιωτική του στολή, με γενναίο και ευγενικό παρουσιαστικό να φονεύει με το δόρυ του τον τσάρο των Βουλγάρων Σκυλογιάννη.

Σύμφωνα με την ιστορική και θρησκευτική παράδοση πρόκειται για θαύμα που έγινε τον Οκτώβριο του 1207, κατά την πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους. Εξάλλου είναι γνωστό στην συνείδηση των πιστών και ευλαβών κατοίκων της Θεσσαλονίκης, ότι ο Άγιος Δημήτριος έχει συνδεθεί με τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της πόλης, αλλά και με κάθε άλλη δύσκολη στιγμή της.

Αν ζούσε σήμερα ο Άγιος, θα μας ήλεγχε όλους και τον καθέναν χωριστά για την ολιγοπιστία μας και την έλλειψη θάρρους, αφού μολονότι βρίσκεται σε υπαρξιακό κίνδυνο τόσο η ορθόδοξη πίστη και διδασκαλία όσο και η εθνική υπόσταση της πατρίδας, εντούτοις εμείς επιμένουμε να είμαστε κλεισμένοι στον μικρόκοσμό μας και να αναρωτιόμαστε με φιλοσοφικό οίστρο «τι πάει στραβά;», αφήνοντας τους διεφθαρμένους και ασύδοτους πολιτικούς και τους εκκλησιαστικούς «λυκοποιμένες» να κακοποιούν εξακολουθητικώς την Ορθοδοξία και την πατρίδα.


Η πνευματική μας οκνηρία, η παθητική και αδιάφορη στάση μας για τα εθνικά και θρησκευτικά πράγματα έχουν ως συνέπεια, το μεν όνομα της Ελλάδας να βυθίζεται στα τάρταρα της παγκόσμιας ανυποληψίας, τα δε Άγια της Πίστης να εμπαίζονται και να κακολογούνται σε οικουμενιστικούς διαλόγους της συμφοράς και σε ιεροκανονικώς καταδικαστέες συμπροσευχές και συλλείτουργα.


Όμως εμείς οι ίδιοι πολίτες φέρουμε την μεγαλύτερη ευθύνη για την σημερινή επικρατούσα κακοδαιμονία και φαυλότητα, αφού προτάσσουμε το προσωπικό μας βόλεμα έναντι του μείζονος εθνικού και θρησκευτικού συμφέροντος, καθώς προτού αναλάβουμε την οποιαδήποτε (μικρή ή μεγάλη) δημόσια δράση, ζυγίζουμε το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό κόστος και, αντί να ρίχνουμε το τελευταίο ικετήριο και προσευχητικό βλέμμα στην εικόνα της Παναγίας, εμείς ρίχνουμε (ένα ακόμη) αγωνιώδες βλέμμα στο πορτοφόλι μας.


Υπό το πρίσμα αυτό, κάθε προσπάθεια υπεράσπισης της πίστης και της πατρίδας καθίσταται εκ προοιμίου ατελέσφορη, δεδομένου ότι ο αφυπνισμένος πολίτης θα κληθεί να αντιμετωπίσει, εκτός από τις αντίθετες φωνές του οικογενειακού και κοινωνικού του περιγύρου, και έναν άλλο πιο ύπουλο και μοχθηρό εχθρό, δηλαδή τις σειρήνες του συμβιβασμού και της νόθευσης της αλήθειας –που έχουν πληθυνθεί στις ημέρες μας–, οι οποίες θα τον αποκοιμίζουν γλυκά, σιγοψιθυρίζοντας «μην ανησυχείς, δεν συμβαίνει τίποτα, αφού βλέπεις ότι κανείς δεν μιλάει, επειδή όλα βαίνουν καλώς».

Όμως ο σημερινός άνθρωπος ενδίδοντας σε μια πρόταση επιδερμικής πνευματικότητας και αναβάλλοντας και αποκρούοντας συνεχώς την πρόσκληση (και πρόκληση) του μαρτυρίου και της θυσίας, όχι μόνο δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων, αλλά θα τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η πνευματική του υπόσταση και ελευθερία, καθώς ο συσχηματισμός του με τον κόσμο της συμμόρφωσης και της εξουθενωτικής χλιαρότητας θα αμβλύνει τα αγιοπνευματικά κριτήρια της ορθόδοξης ζωής του.

Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια ιστορική φάση ασύλληπτης πνευματικής σύγχυσης, εκκλησιαστικής αταξίας και καταρράκωσης των ηθικών αξιών, όπου τα μίσθαρνα όργανα των δαιμονικών δυνάμεων έχουν λάβει την απαίσια μορφή του «σκορπιού» και ετοιμάζονται να εξαπολύσουν την τελική τους επίθεση, χύνοντας το σατανικό τους δηλητήριο στις ψυχές των Ορθοδόξων πιστών, καλούμαστε να διαφυλάξουμε με ηρωικό και ομολογιακό φρόνημα και χωρίς εκπτώσεις την ακεραιότητα της πίστης, αλλά και της πατρίδας, την προσωπική μας αξιοπρέπεια και ελευθερία, αναμένοντας να πανηγυρίσουμε την –διά των πρεσβειών του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου– μεγαλειώδη Νίκη του Εσφαγμένου Αρνίου επί των δυνάμεων του σκότους.

πηγη.https://kvathiotis.substack.com/

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2024

Όσιος Χριστόφορος Παπουλάκος: Τ’ άθεα γράμματα υφαίνουν το σάβανο του Γένους

 

Από το εξαιρετικό βιβλίο «Παπουλάκος, ο Άγιος της Πελοποννήσου» (ό.π, σελ. 38, 39, 40 και 41) αξίζει να μεταφέρουμε τα κυριότερα αποσπάσματα της πολύ ενδιαφέρουσας διδαχής του Οσίου Χριστοφόρου «περί των αθέων γραμμάτων»σκοπός της οποίας ήταν η προστασία της Ορθόδοξης Πίστης και διδασκαλίας από τις αθεϊστικές αντιλήψεις των μορφωμένων της εποχής του.

Παραθέτουμε τα σημαντικότερα σημεία της θεοφώτιστης διδαχής του Παπουλάκου, παρακαλώντας τον αγαθό γέροντα, και πλέον Άγιο της Εκκλησίας μας, να καθαρίσει τις τσίμπλες από «τα μάτια της ψυχής μας», προκειμένου να αντιληφθούμε, έστω και την ύστατη ώρα, ότι το Νεοελληνικό Κράτος οικοδομήθηκε εξαρχής επί σαθρών πνευματικών θεμελίων, και όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε (όμως μυστικά το ομολογούμε) πρέπει να το γκρεμίσουμε και να το ξανακτίσουμε από την αρχή (build back better), αλλά αυτή τη φορά θεμελιωμένο πάνω στην στέρεη βάση της Ελληνορθόδοξης Παιδείας και Παράδοσηςπου διαπλάθει Αγίους και Ήρωες.

«Χριστιανοί, είμαι το ίδιο αμαρτωλός σαν και εσάς και κανένας δεν είναι άγιος. Τα κρίματά μας ξεπερνάνε και την άμμο της θάλασσας και ούτε καν υποψιαζόμαστε κάθε φορά που κολασθούμε. Για τούτο ένας δρόμος μας μένει προς τη σωτηρία: Ο Λόγος του Χριστού.Τα Ευαγγέλια, οι ψαλμοί το οχτωήχι. Σε ετούτα τα βιβλία είναι μαζεμένη όλη η σοφία του κόσμου, όλη η αλάθευτη γνώση, και αυτά μονάχα μπορούν να αποκριθούν στον άνθρωπο που ρωτά και που διψά να μάθει. Έξω από αυτά, γνώση και αλήθεια δεν υπάρχουν. Να τα μάθετε λοιπόν γράμματα τα παιδιά σας, αλλά να τα μάθετε γράμματα του Θεού και όχι γράμματα του διαβόλουΥπάρχουν δύο λογιών γράμματα αδέλφια μου τα θεοτικά γράμματα και τα άθεα γράμματα.Τ’ άθεα γράμματα παραμέρισαν τους αγίους και τους αγωνιστές και βάλανε στο κεφάλι του έθνους ξένους και άπιστους γραμματισμένουςπου πάνε να νοθέψουν την ζωή μας.

Τ’ άθεα γράμματα είναι η ρίζα κάθε συμφοράς, χριστιανοί μου... Σε αυτά έχουν θεμελιωθεί όλου του κόσμου οι συμφορές... Αυτά πασχίζουν να σβήσουν από τα μάτια μας την άγια όψη του Χριστού μας και αυτά μας μαθαίνουνε πως χρεία μας είναι το μίσος και ο φθόνος και όχι η αγάπη και η ελεημοσύνη. Μιλούνια άνθρωποι πλανήθηκαν απ’ αυτήν την ξεγελάστρα μάθηση, και ακούμπησαν επάνω της  για να κοιμηθούν ξέγνοιαστοι. Δεν τα κατάφεραν όμως. Τους ξύπνησαν τα ουρλιάσματα του πολέμου και του αφανισμού. Το τέλος και το δικό τους και των παιδιών τους και των παιδιών των παιδιών τους στάθηκε πιο φοβερό. Τέτοια γνώση είναι καρπός της περηφάνειας που είναι το πιο θανάσιμο κρίμα, είναι το ψήλωμα του νου, είναι κατάρα Θεού,  που στέλνει ολόισια στην κόλαση και θα μεταλλάξει και τούτη τη γη σε κόλαση.

Τ’ άθεα  γράμματα κόψανε το δρόμο του έθνους και το εμποδίζουν να χαρεί τη λευτεριά του. Είναι ντροπή μας ένα γένος που με το αίμα του πύργωσε την λευτεριά, που περπάτησε την δύσκολη ανηφοριά, να παραδεχθεί πως δεν μπορεί να περπατήσει στον ίσιο δρόμο και ότι δεν ξέρουμε εμείς να συγυρίσουμε το σπίτι που με το αίμα μας λευτερώσαμε, αλλά ξέρουν να το συγυρίσουν εκείνοι που δεν πολέμησαν, εκείνοι που δεν πίστεψαν στον αγώνα, εκείνοι  που πάνε να μας αποκόψουν από το Χριστό και πασχίζουν να μας ρίξουν στην σκλαβιά άλλων  αφεντάδων,που είναι πιο δαιμονισμένοι από τους ΤούρκουςΓιατί και εκείνα που σεβάστηκε ο Τούρκος, τ’ άθεα γράμματα τα πετάνε και πάνε να τα ξεριζώσουν. Αφανίζουν Μοναστήρια, πομπεύουν  τους καλόγερους και τις καλόγριες, κλέβουν τ’ άγια δισκοπότηρα και τα πουλάνε για ασήμι που θα στολίσει τις βρωμογυναίκες. Αρπάζουν τ’ άγια των αγίων και τα βάζουν κάτω από το πόδια της εξουσίας τους. Τ’ άθεα γράμματα υφαίνουν το σάβανο του γένους.

Σφαλίστε το στόμα του αντίχριστου και σπρώξτε τα παιδιά σας στη μάθηση του λόγου του Θεού.Μάθετέ τους τα αγιοτικά γράμματα, για να δει ο τόπος την αληθινή προκοπή και να χαρεί τη λευτεριά του. Διαφορετικά μαύρες μέρες θα ξημερώσουν και δρολάπια και αρρώστιες και συμφορές και το χυμένο αίμα θα βάψει πάλι τις πολιτείες και τα χωριά,τα βουνά και τους κάμπους και τα πέλαγα».

Συμπληρώνοντας την πιο πάνω σκέψη μου, οφείλω να επισημάνω ότι η ιδέα της εκθεμελίωσης του σημερινού ανθελληνικού κράτους δεν πρέπει να προκαλεί τρόμο, επειδή ένα τέτοιο κράτος, αν συνεχίσει να υφίσταται για άλλα δέκα χρόνια, θα μετασχηματίσει με μαθηματική ακρίβεια τον ελληνικό λαό σε ένα αδρανοποιημένο χυλό ιδιωτών-καταναλωτών, που θα έχει απολέσει οριστικά και αμετάκλητα την εθνική του ιδιοπροσωπία και την ορθόδοξη ταυτότητά του. Αν επαληθευτεί η πιο πάνω δυσοίωνη (αλλά απολύτως εύλογη) πρόβλεψη, θα σηματοδοτήσει την εξαφάνιση του Έθνους των Ελλήνων ως ενεργού ιστορικού υποκειμένου, γεγονός που οφείλει να προκαλεί τρόμο και ανησυχία σε κάθε νουνεχή πολίτη αυτής της χώρας.

Ο φωτισμένος Ιεράρχης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (1880-1956) Επίσκοπος Αχρίδος, επιχειρώντας να παρηγορήσει τους ομοεθνείς του για την καταστροφή του δικού τους κράτους, συμβούλευε τον σερβικό λαό με τα ακόλουθα λόγια, που «ταιριάζουν γάντι» και στην ελληνική περίπτωση:

«Καταστροφή του κράτους ή καταστροφή του λαού; Ο Θεός χάλασε αυτό που άξιζε λιγότερο. Χάθηκε το κράτος, έμεινε ο λαός. Γιατί όσο υπάρχει ο νοικοκύρης θα υπάρχει και το σπίτι. Αν χαθεί ο νοικοκύρης, ποιος θα ξανακτίσει το χαλασμένο σπίτι;» (Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επισκόπου Αχρίδος, «Μέσα από το Παράθυρο της Φυλακής. Μηνύματα στον λαό», Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 27).

Η κρατική εξουσία μισεί θανάσιμα την αποκάλυψη της αλήθειας και κάνει τα πάντα για να την κρατήσει στο σκοτάδι, και ως εκ τούτου κάθε ελεύθερη και αδέσμευτη φωνή που ξεσκεπάζει τις ραδιουργίες, τις πλεκτάνες, τα ψεύδη και τις αυθαιρεσίες της συγκεντρώνει μοιραία τους απαξιωτικούς και περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς των εκπροσώπων του φαύλου πολιτικού συστήματος. Αν ζούσε σήμερα ο Παπουλάκος, δεν θα γλύτωνε από τα δηλητηριώδη βέλη της κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη, που θα τον στόλιζε με τα κοσμητικά επίθετα του ψεκασμένου, του συνωμοσιολόγου, του ακροδεξιού και του αμόρφωτου, ενώ στην εποχή του ο ταπεινός καλόγερος της Πελοποννήσου ήταν ο «ρασοφόρος αγύρτης» και ο «πλέον επικίνδυνος οχλαγωγός, εις βάρος του οποίου πρέπει να ληφθούν τα ενδεδειγμένα μέτρα».

Συνεπώς, βλέπουμε ότι, όσα χρόνια και αν περάσουν, το πρόσωπο της ανάλγητης και διεφθαρμένης εξουσίας παραμένει πάντοτε το ίδιο, σκοτεινό και αποκρουστικό, αφού μεταχειρίζεται αιώνες τώρα την προσφιλή της μέθοδο για την εξουδετέρωση των αντιπάλων της, δηλαδή την απαξίωση, την κοινωνική και επαγγελματική περιθωριοποίηση, και τέλος την απειλή λήψης ποινικών και διοικητικών μέτρων εναντίον τους.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024

Ο γεροκαλόγερος Παπουλάκος

 



Ο γεροκαλόγερος δεν μασούσε τα λόγια του απέναντι στην εξουσία στην ξενοκρατία. Τα έβαζε με τους ισχυρούς κι όχι όπου τον έπαιρνε. Μπρόγκαγε το Παλάτι. Κατηγορούσε το βασιλιά ότι είναι αβάπτιστος και ήθελε τον αποχριστιανισμό της χώρας ( ότι κάνουν και οι σημερινοί δυνάστες) ονόμαζε τους Βαυαρούς ”διαβολοτραγιά” χαρακτηρισμός που πάει γάντι στους Ευρωενωσιακούς. Κατηγορούσε τους δασκάλους ότι δίδασκαν ” άθεα γράμματα” ενώ σήμερα τα πήξανε στο Θεό , έλεγε ότι οι Άγγλοι είναι Εβραίοι, ονόμαζε τα δικαστήρια ”γυφτόσπιτα” και κατηγορούσε την Ιερά Σύνοδο ότι αποτελείται από άθεους ενώ σήμερα δεν είναι άθεοι απλά οι περισσότεροι δουλεύουν για 2 Κυρίους έχουν 2 αφεντικά.. Τον ποιο πουλάνε από τους 2 είναι προφανές.....

Υπάρχει κι αυτή η αγιοσύνη .. η λεβέντικη η απροσκύνητη η αδούλωτη η παλικαρίσια.. που προτάσεις το κοινό καλό από τη συμφεροντολογική ατομικιστικού τύπου σωτηρία..Αλλά δεν θέλουν αγίους λεύτερους ούτε πιστούς λεύτερους θέλουν πιστούς πρόβατα άβουλα κι άλογα κι αυτοί αφεντάδες και χειραγωγοί τους..κι ας μιλούν για αυτεξούσιο.
ΠΗΓΗ.dimpnews

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

Αγία Υπομονή (η κατά κόσμον Ελένη Δραγάση-Παλαιολογίνα, τελευταία Βασιλομήτωρ Αυτοκράτειρα του Βυζαντίου) [13 Μαρτίου και 29 Μαΐου]




ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ

Η μνήμη της Οσίας και Θεοφόρου μητρός ημών Υπομονής, τελείται τη 13η Μαρτίου και 29η Μαΐου.

Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες – κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (=βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική και ευλογημένη γενιά. Στους προγόνους της συγκαταλέγονται άνθρωποι που αγίασαν (π.χ. ο Στέφανος Νεμάνια, σέρβος βασιλέας και κτίτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους = όσιος Συμεών ο Μυροβλύτης). Ο Κωνσταντίνος Δραγάσης ανέλαβε την ηγεμονία του σημερινού βουλγαρικού τμήματος της βορειο – ανατολικής Μακεδονίας, στην περιοχή μεταξύ των ποταμών Αξιού και Στρυμώνος.

Η γέννησή της τοποθετείται στα αμέσως μετά τον θάνατο το Δουσάν χρόνια. Η ανατροφή, η μόρφωση, η αγωγή της, ήταν διαποτισμένα με ό,τι ανώτερο υπαγόρευε το βυζαντινό ιδεώδες, διότι οι Σέρβοι είχαν επηρεαστεί πολύ από τον βυζαντινό πολιτισμό. Ένοιωθε τον εαυτό της περισσότερο ταυτισμένο με τον πολιτισμό και κυρίως με την εθνική συνείδηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Συναισθηματικά και ουσιαστικά έρρεπε μάλλον προς το Βυζάντιο, του οποίου επέπρωτο να γίνει Αυγούστα και Αυτοκρατόρισσα, περά προς την γενέθλιο σερβική πατρίδα.

Κοντά σ’ αυτά και πάνω απ’ αυτά, γαλουχήθηκε με την πατροπαράδοτη στην οικογένειά της, ακράδαντη ορθόδοξη πίστη στο Θεό. Αυτή η πίστη είναι που θα την οδηγεί, θα την φωτίζει, και θα την εμπνέει στην πολυτάραχη γεμάτη θλίψεις και δοκιμασίες ζωή της. 

Υπολογίζεται νάταν 19 περίπου χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη του 1390), λίγους μήνες πριν γίνει Αυτοκράτορας.

Η καινούργια ζωή της Ελένης – αγίας Υπομονής, από την αρχή της έδειξε ότι θα ήταν Γολγοθάς. Πολλές ήταν οι φορές που χρειάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από τα κατ’ όνομα χριστιανικά κράτη της Δύσεως, στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να βρει τρόπους σωτηρίας της ετοιμοθάνατης Αυτοκρατορίας.

Η Ελένη – αγία Υπομονή απεδείχθη εξαιρετικός άνθρωπος που συγκέντρωνε πολλές και μεγάλες αρετές, και ψυχική δύναμη. Έδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση τόσο της θέσης της και των περιστάσεων, όσο και του ρόλου που αυτές της υπαγόρευαν, σε όλα τα επίπεδα.

Αγαπούσε το λαό. Ήταν η μεγάλη μάννα που ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και ανησυχίες του ενώπιον των φοβερών εθνικών κινδύνων και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, με την πραότητά της και με γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει. Είναι πολύ χαρακτηριστικά και εύγλωττα μέσα στην λακωνικότητά της τα όσα γράφει για την Αυτοκρατόρισσα, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της. Την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου