Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτειο Παπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρωτειο Παπα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Θεόδωρος Στουδίτης και «παπικό πρωτείο»: ανάλυση των επιστολών και του λεξιλογίου που χρησιμοποιούσε

 



Είναι γνωστό πως το ζήτημα αν ο Θεόδωρος Στουδίτης αναγνώριζε το παπικό πρωτείο με το αιρετικό του περιεχόμενο (δηλ. ως πρωτείο εξουσίας και όχι ως πρωτείο τιμής), είναι κάτι που έχει τύχει μακράς συζήτησης και μελέτης, καθώς συχνές είναι οι προσπάθειες δυτικών συγγραφέων να εκμεταλλευτούν επιλεγμένα κείμενα του Θεοδώρου ώστε να προβάλουν δήθεν συμπεράσματα υπέρ του αιρετικού παπικού πρωτείου.

Είναι όμως γνωστό, ότι οι δυτικοί ματαιοπονούν…  Όπως γράφει ο καθηγητής Βλ. Φειδάς:

«Ο κανονικός θεσμός της Πενταρχίας των πατριαρχών, στην οποία συμπεριλαμβανόταν ως πρώτος κατά την τάξη και ο παπικός θρόνος, αποτέλεσε τον συλλογικό τύπο του Πρώτου της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στον κανονικό αυτό θεσμό οι πέντε πατριάρχες συγκροτούν την ανώτατη διοικητική αρχή στην Εκκλησία, το ‘πεντακόρυφον κράτος’ της Εκκλησίας» [39].

Ας προσέξουμε ιδιαίτερα τη φράση «πεντακόρυφον κράτος» που χρησιμοποιεί ο καθηγητής και θεωρείται μία από τις χαρακτηριστικότερες για να περιγράψει τον θεσμό της πενταρχίας της μίας εκκλησίας. Η φράση αυτή, ανήκει ακριβώς στον …Θεόδωρο Στουδίτη, αυτόν που κατηγορούν κάποιοι ως δήθεν υποστηρικτή του παπικού πρωτείου στην αιρετική του μορφή.

Και είναι μια φράση που διατυπώνεται επανειλημμένα από τον Θεόδωρο στα κείμενα του, όπου δεν αφήνει το παραμικρό να παρεξηγηθεί:

«...απόστολοι και οι τούτων διάδοχοι. τίνες δ' ουν οι ΔΙΑΔΟΧΟΙ; ο της Ρωμαίων νυνι πρωτόθρονος, ο της Κωνσταντινουπόλεως δευτερεύων, Αλεξανδρείας τε και Αντιοχείας και ο Ιεροσολύμων. τούτο το πεντακόρυφον κράτος της εκκλησίας, παρά τούτοις το των θείων δογμάτων κριτήριον» [40].

Όχι μόνο ο Θεόδωρος μιλάει στον πληθυντικό για ΔΙΑΔΟΧΟΥΣ των Αποστόλων (και όχι για έναν διάδοχο), επιπλέον όμως θεωρεί ΟΛΟΚΛΗΡΟ το «πεντακόρυφο» αυτό «κράτος» ως κριτήριο των θείων δογμάτων! Από εκεί και πέρα, κάθε «παρεξήγηση» των λεγομένων του είναι εκ του πονηρού. 

Ακόμα και όταν το ζήτημα αφορά «εγκωμιαστικές εκφράσεις του για τον Απόστολο Πέτρο, οι όποιες έχουν εκληφθεί ως μαρτυρίες υπέρ του παπικού πρωτείου», «θα γίνει ευχερεστέρα η σύγκριση και θα διαπιστωθεί η φραστική και νοηματική ομοιότητα» όταν οι φράσεις αυτές «παραλληλισθούν με αντίστοιχες που χρησιμοποιούνται για τους άλλους Αποστόλους» και έτσι θα φανεί «η συνέπεια και η ταυτότητα των θέσεων, τις οποίες εξέφραζε [ο Θεόδωρος] και προς όλες τις άλλες, πλην του πάπα, προσωπικότητες»[41].

Ο Παναγιώτης Χρήστου, αν και θεωρεί ότι μπαίνει ένα ζήτημα από το γεγονός ότι σε επιστολή του ο Θεόδωρος αναφέρεται σε σύγκλιση Οικ. Συνόδου από τον Πάπα ενώ συνηθιζόταν να συγκαλείται επίσημα από τον αυτοκράτορα, εντούτοις γράφει ότι αυτό μπορεί να οφείλεται «εις το γεγονός ότι δεν ανεγνώριζε την αυθεντίαν των εικονοφίλων αυτοκρατόρων, κρυφίων και φανερών, ως και των Μοιχειανών».

Και συμπληρώνει:

«Δεν έχει βεβαίως πολλήν σπουδαιότητα το γεγονός ότι καλεί εις τας επιστολάς του τον πάπαν ισάγγελον και την έδραν της Ρώμης πρωταρχίαν, έναντι της πενταρχίας των πατριαρχείων, και ποιμεναρχίαν, διότι τοιαύται εκφράσεις είναι συνήθεις εις την επιστολογραφίαν των Βυζαντινών [...] αι εκφράσεις αύται δύνανται να ερμηνευθούν, χωρίς προσφυγήν εις το υπό ρωμαϊκήν έννοιαν πρωτείον, διά της αναφοράς εις τας διώξεις τας οποίας αντιμετώπιζον τότε οι ορθόδοξοι εικονόφιλοι» [42].

Ενδιαφέρον έχουν και τα όσα σημειώνει ο έγκυρος πατρολόγος, σε εκτενή βιβλιοκρισία του για έργο που πραγματεύεται εκκλησιολογικά προβλήματα της μεσοβυζαντινής εποχής:

«επικαλείται [ο συγγραφέας του υπό βιβλιοκρισία έργου] αρκετά χωρία απαντώντα εις συγγράμματα θεολόγων της περιόδου, Μαξίμου, Δαμασκηνού, Νικηφόρου Α΄, Θεοδώρου Στουδίτου, τα οποία μαρτυρούν αναγνώρισιν του πρωτείου υπό την δυτικήν έννοιαν, επισημαίνει δε επίσης αρκετάς ενδεικτικάς ενεργείας. Ότι τα πράγματα δεν είναι τόσον απλά, καθίσταται φανερόν εκ της απουσίας θετικής αναγνωρίσεως του πρωτείου ΠΑΡ' ΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΝΔΡΟΣ. Όλοι οι ανωτέρω θεολόγοι, καθώς και άλλοι, μόνον εις στιγμάς ανταγωνισμού επικαλούνται τον πάπαν της Ρώμης. Η καταφυγή εις αυτόν αποτελεί απλώς επιχείρημα κατ' αντιπάλων, αιρετικών ή διωκτών. Ό,τι λέγεται εις τοιαύτας περιστάσεις, δεν είναι σταθερόν περιεχόμενον διδασκαλίας, είναι όπλον. Ό,τι λέγεται νηφαλίως και άνευ εξωτερικής πιέσεως, είναι προϊόν σταθεράς πεποιθήσεως. Εις την δευτέραν ταύτην περίστασιν το μόνον το οποίον λέγεται είναι ότι η έδρα της Ρώμης έχει πρωτείον τιμής και όχι εξουσίας, είναι το πρώτον τη τάξει εις την πενταρχίαν πατριαρχείον»[43].

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

Επί ματαίω η προσπάθεια εξουδετερώσεως της συναινέσεως δια το Αυτοκέφαλον

 ÎŸ Πατριάρχης Βαρθολομαίος και ο Επιφάνιος της Ουκρανίας

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Δεν αποτελούν υποδείγματα οι περιπτώσεις προσπαθειών εξουσιαστικής επέμβασης Παπών στα ζητήματα άλλων Εκκλησιών πριν το 1054μ.Χ.  Οι περιπτώσεις εκείνες όπου ο Παπισμός εκτρέπετο και η  ‘’η Εκκλησία ηνείχετο τον Παπισμόν’’*, δεν αποτελούν ‘’προηγούμενο’’.   ‘’Ηνείχετο η Εκκλησία τον Παπισμόν’’*,  αναφέρει ο Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ‘’και θα τον ηνείχετο και άλλο ακόμη, εάν ο Παπισμός δεν απέκοπτε μόνος του τον εαυτόν του από την Εκκλησία’’*.  Το ‘’ηνείχετο’’, σαφέστατα δεν αφήνει περιθώρια για ιστορικοκανονικό ‘’προηγούμενο’’.

 Δεν είναι σωστό λοιπόν να προβάλλονται οι περιπτώσεις εκείνες, όπου ‘’η Εκκλησία ηνείχετο τον Παπισμόν’’, για να δικαιολογήσουν ένα άλλου είδος πρωτείο και να ‘’πιστώνονται’’ παράλληλα ως προνόμια στον Οικουμενικό Θρόνο, αφού τώρα δεν έχομε Πάπα.  Δυστυχώς η προσπάθεια να εξουδετερωθεί η συναίνεση των υπολοίπων Ορθοδόξων Εκκλησιών στην περίπτωση της εκχώρησης Αυτοκεφαλίας, έγινε αφορμή πρωτειακών παρερμηνειών. 

 Η ευκολία με την οποία αποδίδονται αυτά ως προνόμια στον Οικουμενικό Θρόνο, αφού τώρα δεν έχομε Πάπα, δημιουργούν ιδιαίτερο πρόβλημα, καθότι μετακυλίονται κατά το διάλογο με τους Παπικούς ως προνόμια του Πάπα και φυσικά αποτελούν άλλοθι για τον Παπισμό.

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021

Το προνόμιον εκχωρήσεως Αυτοκεφάλου, το πρώτον δώρον εις τον Πάπαν


Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ‘’vimaorthodoxias’’ (21/2/2021), το οποίο τιτλοφορείται ‘’Ιεράρχης του Φαναρίου : Οι Ορθόδοξοι δεν έχουν πρόβλημα να αναγνωρίσουν το πρωτείο της Ρώμης’’, σημειώνονται μεταξύ άλλων τα εξής : ‘’Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωβ Γέτσα στο συνέδριο, που ήταν αφιερωμένο στο διάλογο Ορθοδόξων, δήλωσε ότι το πρόβλημα δεν είναι το πρωτείο του Πάπα, αλλά το πώς θα εφαρμόζεται αυτό το πρωτείο’’.

Τρίτη 9 Ιουλίου 2019

Η «θρονική εορτή» της «Εκκλησίας της Ρώμης» και οι πραγματικές της παράμετροι (Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς)

Αποτέλεσμα εικόνας για Holy Mass with Blessing of Pallia 2019-06-29
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 8η Ιουλίου 2019
          Κατέστη πλέον  θεσμός ο εορτασμός των λεγομένων «θρονικών εορτών», τόσο στο Φανάρι (30/11), όσο και στη Ρώμη (29/7) και η αποστολή εκατέρωθεν επισήμων αντιπροσωπειών. 

Πρόκειται αναμφίβολα για καινοφανείς εορτές, εντελώς αμάρτυρες στην ιστορία της Εκκλησίας, παπικής εμπνεύσεως, με προφανή σκοπό να προβάλλει εισέτι το αντίχριστο δόγμα περί της «Πετρείου Εξουσίας», το γνωστό μας «πρωτείο εξουσίας»του «πάπα» εφ’ όλης της Εκκλησίας και κατ’ επέκταση όλου του κόσμου, αφού αυτός, σύμφωνα με την επίσημη διδασκαλία της παπικής «εκκλησίας» είναι ο «αντιπρόσωπος του  Χριστού στη γη» (Vicarious Christi) και ως εκ τούτου, από αυτόν πηγάζουν όλες οι εξουσίες. Θυμίζουμε εδώ απλά τον διαβόητο «περί περιβολής αγώνα» (1076-1123), όπου οι Φράγκοι καταληψίες του Πατριαρχείου της Δύσης «περιβλήθηκαν» όλες τις εξουσίες του κόσμου και καταστάθηκαν οι «διαχειριστές» των, τόσο τις πνευματικές (θρησκευτικές), όσο και τις πολιτικές. Υπενθυμίζουμε επίσης το γεγονός, ότι όλοι οι ηγεμόνες της Δύσης, για πέντε σχεδόν αιώνες, έπαιρναν την εξουσία από τα χέρια του «πάπα» και όποιος δεν πειθαρχούσε έχανε την εξουσία του και υφίστατο τρομερές συνέπειες!  
       Το «πρωτείο εξουσίας» του «πάπα» δεν είναι τίποτε διαφορετικό από την φραγκική φεουδαρχική αντίληψη περί εξουσίας, ότι η εξουσία πρέπει να βρίσκεται συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ανδρός (του αυτοκράτορα), θείω δικαίω, ως και να ασκείται, κατά παραχώρηση, από τους υποτελείς του (ευγενείς και τιτλούχους). Ο «πάπας» πήρε τη θέση του Καρλομάγνου (του θεμελιωτή του φραγκισμού) και οι καρδινάλιοί του τη θέση των ευγενών τιτλούχων! Για να γίνει αποδεκτός αυτός ο τρόπος έπρεπε να «ντυθεί» με «θεολογικό μανδύα». Οι αιρετικοί Φράγκοι θεολόγοι βρήκαν τη λύση, εφεύραν το μύθο περί του«πετρείου πρωτείου», ότι δηλαδή ο Απόστολος Πέτρος, δεν ήταν ίσος με τους άλλους Αποστόλους, αλλά κατείχε το «πρωτείο» σ’ αυτούς, διαστρέφοντας με απίστευτη ασέβεια βιβλικά χωρία, προκειμένου να στηρίξουν αυτή την αλλόκοτη και βαθειά αντιχριστιανική διδασκαλία. Επίσης πλαστογράφησαν οικτρά και την ιστορία, με απίστευτα χαλκευμένα κείμενα κατά το μεσαίωνα, ώστε να «αποδείξουν» πως ο «πρώτος των Αποστόλων» Πέτρος, μετέβη στη Ρώμη, όπου ίδρυσε την εκεί τοπική εκκλησία, να είναι η «Αγία Έδρα» της παγκόσμιας εκκλησίας και να θεμελιώσει την εξουσία του σ’ αυτή! Η εξουσία αυτή επί της παγκόσμιας εκκλησίας, «μεταβιβάστηκε» στους «διαδόχους του Πέτρου», επισκόπους Ρώμης, οι οποίοι, και αυτοί, θείω δικαίω, έλκουν αυτή την εξουσία από τον «πρώτο των Αποστόλων», και την ασκούν ως «πρώτοι» σε όλη την εκκλησία!
     Δεν χρειάζεται βεβαίως να κάνουμε ανατροπή αυτής της αλλόκοτης διδασκαλίας, η οποία βρίσκεται στον απόλυτο αντίποδα της βιβλικής και πατερικής διδασκαλίας, για τον απλούστατο λόγο, ότι στην Εκκλησία δεν υπάρχει εξουσία, αλλά διακονία και συναγωνισμός στην υπηρεσία του λαού του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι σαφέστατος: «Εί τις θέλει πρώτος είναι, έσται πάντων έσχατος και πάντων διάκονος» (Μαρκ.9,35) και «Ος εάν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ός αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος. Και γαρ ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ.10,43-45). Φυσικά θα ήταν αστείο να ισχυριστούμε ότι η παπική εξουσία έχει σχέση με αυτή τον κυριακό λόγο, αφού μέχρι πρότινος ο εκάστοτε «πάπας» δεν καταδέχονταν να πατήσει στη γη και τον μετέφεραν στους ώμους τους οι καρδινάλιοί του!
         Η καθιέρωση λοιπόν «θρονικής εορτής» δεν αποσκοπεί να τιμηθεί ο υποτιθέμενος «πρίγκιπας του κολλεγίου των αποστόλων», όπως ασεβέστατα αποκαλούν τον άγιο Απόστολο Πέτρο, αλλά να προβληθεί το «πρωτείο εξουσίας» του «πάπα», ο οποίος δεν έχει την παραμικρή διάθεση να αποβάλλει. Είναι γνωστό πως ο μεγάλος σκόπελος στον (βαλτωμένο) εδώ και τέσσερις δεκαετίες θεολογικό διάλογο δεν είναι τόσο οι χαώδεις δογματικές διαφορές Ορθοδοξίας και Παπισμού, όσο η ανυποχώρητη στάση των παπικών στο «πρωτείο» του «πάπα»! Αρνούνται με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο να συζητήσουν έστω το ενδεχόμενο κατάργησής του και το μόνο περιθώριο που δίνουν στους ορθοδόξους είναι η «κατανόησή» του!
       Το φραγκικό κατάλοιπο του «παγκόσμιου πρωτείου» έφερε και μια άλλη σοβαρή κακοδοξία, το «αλάθητο» του «πάπα», το οποίο καθιερώθηκε ως «δόγμα πίστεως της καθολικής εκκλησία» από την Α΄ Βατικανή «Σύνοδο» (1870), για να πνίξει κάθε άλλη γνώμη και φωνή, να γίνει ο κυρίαρχος, όχι μόνο του σώματος, αλλά και του πνεύματος!
       Διαβάσαμε, χωρίς καμιά έκπληξη, αυτά που ειπώθηκαν στις συναντήσεις της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον κ. Φραγκίσκο και τους «αξιωματούχους» του. Διαπιστώσαμε, από τα λεγόμενα του «πάπα» δύο πράγματα: πρώτον την απουσία σοβαρού θεολογικού λόγου από μέρους του, ο οποίος αγγίζει τα όρια της ρηχότητας και δεύτερον την απόλυτη προσήλωσή του στις κακοδοξίες που συσσώρευσε η «εκκλησία» του, μετά την απόσχισή της από την μία και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού. Δεν μπορεί, όχι να αποδεχτεί, αλλά ούτε να διανοηθεί ότι οι δεκάδες παπικές πλάνες καθιστούν τον Παπισμό αιρετική θρησκευτική κοινότητα και ως εκ τούτου απαιτείται επιστροφή στην κοινή πίστη της Εκκλησίας, πριν το σχίσμα του 1054. Δεν του επιτρέπει η έπαρση να δει πως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, παραμένει απόλυτα πιστή στην διδασκαλία της αρχέγονης Εκκλησίας και στις αποφάσεις και τους όρους των Αγίων Συνόδων, πριν το σχίσμα.
       Προσφωνώντας την ορθόδοξη αντιπροσωπεία, δήλωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, πως βλέπει την «ένωση των εκκλησιών»: ως συγκόλληση με τις «επιτρεπόμενες διαφορές»! Αλλά ποιες είναι οι «επιτρεπόμενες διαφορές»; Οι χαώδεις δογματικές και εκκλησιολογικές πλάνες που συσσώρευσε στην θρησκευτική του κοινότητα τους δέκα τελευταίους αιώνες! Τι είδους «ένωση» θα είναι αυτή; Τίποτε το διαφορετικό από την Ουνία!  «Ως Επίσκοπος της Ρώμης, είπε, θα ήθελα να τονίσω για μια ακόμη φορά ότι για τους καθολικούς μας, ο σκοπός του διαλόγου είναι πλήρης ενότητα στις επιτρεπόμενες διαφορές, όχι ενοποιητική ευθυγράμμιση, πολύ λιγότερο απορρόφηση». Και σημείωσε πως η «ενότητα» που οραματίζεται θα πραγματοποιηθεί, όχι με την πλήρη αποδοχή της σώζουσας αλήθειας, αλλά μέσω του «σεβασμού των ειδικών χαρακτηριστικών και της αρμονικής συνύπαρξης σε νόμιμες μορφές διαφορετικότητας»! Αλλά «νόμιμες μορφές διαφορετικότητας» δε υπάρχουν στην Ορθοδοξία, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε ούτε στο ελάχιστο από την αρχέγονη βιβλική και πατερική διδασκαλία. Οι «νόμιμες μορφές διαφορετικότητας» υπάρχουν μόνο στην «εκκλησία» του και είναι σαφέστατα οι δεκάδες πλάνες, και κακοδοξίες, οι οποίες την ορίζουν ως αιρετική! Αυτές, τις δικές του δηλαδή «νόμιμες μορφές διαφορετικότητας», θέλει να μας τις επιβάλλει και εφ’ όσον βλέπει ότι δεν θα τις υιοθετήσουμε, μας ζητά να τις αναγνωρίσουμε στην «εκκλησία» του, να τις ανεχτούμε και ουνιτικώ τω τρόπω, να «ενωθούμε», με την προϋπόθεση να αναγνωρίσουμε το «πρωτείο» του σε όλη την Εκκλησία!

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011


ΤΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ


ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ


— ΠΡΟΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΚΟΥ


ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΥΠΡΙΑΝΟ

ΕΙΝΑΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ ΠΡΩΤΕΙΟ



Περὶ παπικοῦ Πρωτείου εἶπαν:

Παπικὸς Ἀρχιεπίσκοπος Koch:

«Γιὰ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία φυσικά, ἡ ἑνότητα χωρὶς τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης εἶναι ἀδιανόητη».

Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας):

«Μελετᾶμε ἀκόμα τὴν πρώτη χιλιετία (περὶ Πρωτείου), δὲν ἔχουμε φθάσει σὲ ἕνα συμπέρασμα ἀκόμα».



Εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπιδίωξη τοῦ Βατικανοῦ, ἀδυνατοῦντος νὰ περάσει τὸ Πρωτεῖο τοῦ Πάπα ὡς ἔχει, νὰ τὸ μετασχηματίσει χρησιμοποιώντας προκρούστειες μεθόδους· νὰ κάνει δηλαδὴ μιὰ σύνθεση τῶν δύο μεγεθῶν, τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Συνοδικότητος ποὺ ἰσχύει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀφ’ ἑτέρου.


Σ’ αὐτὸ δυστυχῶς, συμπαραστέκονται καὶ ὑποβοηθοῦν οἱ Οἰκουμενιστὲς τοῦ Φαναρίου καὶ οἱ δορυφόροι τους, ἀντὶ νὰ παρουσιάσουν τὴν ἀλήθεια ποὺ πεντακάθαρα καταγράφεται στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ εἶναι κοινὴ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὸν Παπισμὸ κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία. Καμώνονται, λοιπόν, πὼς τώρα, τάχα, θὰ ψάξουν διὰ τῶν Διαλόγων νὰ βροῦν τὴν ἀλήθεια, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ καὶ ἀπαραχάρακτη, ἀλλὰ οἱ Παπικοὶ θέλουν νὰ τὴν συσκοτίσουν καὶ νὰ τὴν παραχαράξουν, χρησιμοποιώντας πρὸς τοῦτο ὡς «δούρειο ἵππο» τοὺς ἡμέτερους οἰκουμενιστές.


Θὰ συνεχίσουμε γι’ αὐτὸ τὸ περὶ Πρωτείου θέμα, μετὰ τὴν παρουσίαση (σὲ προηγούμενο Δελτίο μας) τῆς θέσεως ὅτι, ἐπὶ ἐποχῆς τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, δὲν ἀναγνωρίζεται κανένα Πρωτεῖο ἐξουσίας στὸν Πάπα (οὔτε κἂν ὁ τότε Πάπας Κελεστῖνος τὸ ἐπιζητοῦσε), ἀντίθετα ἀναγνωριζόταν ἕνα ἄλλο πρωτεῖο, τὸ πρωτεῖο ἀληθείας, τοῦ ὁποίου μάλιστα κάτοχος ἦταν τὴν χρονικὴ ἐκείνη στιγμὴ, ὄχι ὁ Πάπας, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Κύριλλος. Κι ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅλοι, πὼς στοὺς σημερινοὺς Διαλόγους, ἔχουμε διαγράψει το πρωτεῖο ἀληθείας· οὔτε κἂν γίνεται λόγος γι’ αὐτό. Καὶ πῶς νὰ γίνει, ὅταν οἱ συνομιλητὲς στοὺς Διαλόγους δὲν ἀφίστανται οὔτε σπιθαμὴ ἀπὸ τὶς κακοδοξίες καὶ τὶς αἱρέσεις τους; Ζητοῦν νὰ ἐπιβάλλουν τὸ Πρωτεῖο κακοδοξίας!


Ἐδῶ, θὰ ἐκθέσουμε κάποιες ἀπὸ τὶς θέσεις τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ, ἐπισκόπου Καρχηδόνος (210-258), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μεγάλος Θεολόγος καὶ μάρτυρας Χριστοῦ. Πρόκειται γιὰ τὴν ὀξεία ἀντιπαράθεση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Πάπα Στέφανο, ὡς πρὸς τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, κατὰ τὴν ὁποία ἀμφισβήτησε στὴ ρίζα του τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο, ποὺ τόσο πρώιμα εἶχαν ἀρχίσει κάποιοι Πάπες νὰ ἐπιδιώκουν γιὰ τὸ θρόνο τῆς Ρώμης, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κατορθώσουν νὰ τὸ ἐπιβάλουν, ἀφοῦ αὐτὸ ἀντέκειτο στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.


Ὁ Ρώμης Στέφανος (253-257) ἐνεργώντας ἀντίθετα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δέχονταν τοὺς πιστοὺς σὲ κοινωνία, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λάβει τὸ ἅγ. Βάπτισμα ἀπὸ αἱρετικοὺς ἢ σχισματικοὺς κληρικούς. Ὑποστήριζε, ὅτι τὸ Βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἔγκυρο. Προκειμένου, μάλιστα, νὰ ἐπιβάλει ὁ Στέφανος τὴν ἄποψη αὐτή, ὑποστήριξε τὴν αὐθεντία τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης ἐπικαλούμενος ἀθεολόγητα, τὸ εὐαγγελικὸ χωρίο «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν».


Οἱ ἀκολουθοῦντες, ὅμως, τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσκοποι τῆς Ἀνατολῆς δὲν δέχονταν τὶς θέσεις αὐτὲς τοῦ Πάπα Στεφάνου. Συγκάλεσε μάλιστα τρεῖς τοπικὲς Συνόδους μεταξὺ τῶν ἐτῶν 255 καὶ 258 μ.Χ., στὶς ὁποῖες καὶ προήδρευσε. Αὐτὲς ἀποφάνθηκαν (ἀντίθετα μὲ τὴν κακόδοξη θέση τοῦ Πάπα) πὼς τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρο καὶ οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν αἱρετικῶν πρέπει νὰ ἀναβαπτίζονται. Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς ἀποτελοῦν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.


Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, νὰ μὴν ἀναγνωρίσει στὸν Πάπα ἁρμοδιότητα νὰ καθορίζει ὡς ὑπέρτατη ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία τὰ τῆς Πίστεως, δείχνει ξεκάθαρα ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανένα Πρωτεῖο καὶ ἀλάθητο τοῦ Πάπα στὴν πρώτη Ἐκκλησία, οὔτε ἦταν ἀποδεκτὸς ὡς παγκόσμιος ἐπίσκοπος ὁ Πάπας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος δὲν διστάζει νὰ ἐλέγξει τὸν Πάπα Στέφανο γιὰ «τὸ σκληρὸ πεῖσμα του».


Τὶς πληροφορίες γιὰ τὸ θέμα ἀντλοῦμε ἀπὸ ἀπὸ τὴν «Δωδεκάβιβλο» τοῦ πατριάρχη Ἱεροσολύμων Δοσίθεου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ ἔργα καὶ ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ, τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τοῦ ἁγίου Φιρμιλιανοῦ, γιὰ νὰ κατοχυρώσει τὴ θέση ὅτι —τὴν ἐποχὴ ἐκείνη— ἦταν ἄγνωστο τὸ Παπικὸ Πρωτεῖο, παρὰ τὶς ὅποιες ἐπιθυμίες καὶ ἐπιδιώξεις τοῦ Πάπα. Εἶναι ἐνδιαφέρον, ἀσφαλῶς, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπικαλεῖται καὶ τὴ γνώμη τοῦ ἱ. Αὐγουστίνου, ἡ μαρτυρία τοῦ ὁποίου εἶναι σημαντικότατη, ἀφοῦ τὸν ἐκτιμοῦν ἰδιαίτερα οἱ Παπικοὶ καὶ γενικὰ οἱ Δυτικοὶ χριστιανοί.


Ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος (κατὰ τὸν Δοσίθεο), ἐρωτᾶ: ἐὰν ὁ Πάπας Στέφανος «εἶχε τὴν ἀναμαρτησίαν, πῶς ὁ Κυπριανὸς οὐκ ἐπείσθη τῷ Πάπᾳ Στεφάνῳ, ἀλλ’ ἀντέλεγεν αὐτῷ καὶ μάλιστα μετὰ περιφρονήσεως» καὶ τὸν κατηγοροῦσε, μάλιστα, ὡς αἱρετικὸ καὶ ἀσεβῆ; (Δωδεκάβιβλος, βιβλ. Α΄, σελ. 180). Καὶ συνεχίζει ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος λέγοντας, πὼς ὁ ἅγιος Κυπριανὸς ἀσφαλῶς καὶ θὰ ἀποδεχόταν κάποια ἄλλη τοποθέτηση στὸ θέμα, μόνον ἐὰν μιὰ Σύνοδος συγκροτημένη σύμφωνα μὲ τοὺς ἰσχύοντες κανόνες στὴν Ἐκκλησία, ἀποφάσιζε διαφορετικά.


Συμπερασματικά, ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος πίστευε ὅτι τὰ ζητήματα τῆς Πίστεως δὲν λύνονται μόνο μὲ τὴν διατύπωση τῆς γνώμης τοῦ Πάπα, οὔτε πίστευε ὅτι εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ συγκρίνουμε τὶς ἀποφάσεις τοῦ Πάπα (δηλαδὴ ἑνὸς μεμονωμένου ἐπισκόπου) μὲ τὶς ἀποφάσεις μιᾶς κανονικὰ συγκροτημένης Συνόδου. Ἐπίσης, (ὅπως λέγει ὁ Δοσίθεος) οὐδέποτε ἰσχυρίστηκε ὁ ἱ. Αὐγουστῖνος ὅτι ὁ Πάπας τῆς Ρώμης ἔχει ἰδικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναμαρτησία «ἐπεὶ τοιαύτην ἐξουσίαν καὶ ἀναμαρτησίαν οὔτε ἤκουσεν οὔτε εἶδεν ἐν τοῖς καιροῖς αὐτοῦ» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Α΄, σελ. 181).


Λίγο παρακάτω στὸ ἴδιο βιβλίο, ὁ ἱ. Δοσίθεος σημειώνει: ὁ ἅγ. Κυπριανὸς παρουσιάζει τὶς συνέπειες τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ Πάπας Στέφανος ἐδέχετο τὸ βάπτισμα κάθε αἱρετικοῦ ὡς γνήσιο. Γράφει λοιπόν: Ἐπειδὴ κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς αἱρέσεις ἔχει δικό της αἱρετικὸ βάπτισμα, ἑπόμενον εἶναι πὼς μὴ δεχόμενοι (οἱ αἱρετικοὶ) τὸ ὀρθόδοξο βάπτισμα, ἔχουν καὶ τὴν ἀναλογοῦσα στὴν παράβαση αὐτὴ ἁμαρτία. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Πάπας, ἀφοῦ ἀποδέχεται ὅλων τῶν αἱρετικῶν τὸ βάπτισμα, κοινωνεῖ, μετέχει στὴν αἵρεση, καὶ ἄρα παίρνει πάνω του, συσσωρεύει ἐπάνω του «πάντων (τῶν αἱρετικῶν) τὰ πλημμελήματα».


Ὅμως, ὄχι μόνον ὁ ἅγιος Κυπριανός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Φιρμιλιανὸς (ἐπίσκοπος Καισαρείας), θεωροῦν ὅτι αὐτοὶ ποὺ ἀποδέχονται τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀναπολόγητοι. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν, ποὺ θεωροῦν ἀναπολόγητους, περιλαμβάνουν καὶ τὸν Πάπα «Στέφανον στέργοντα τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν τούτων» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Δωδεκάβιβλος, βιβλ. Α΄, σελ. 183).


Ἰδιαίτερα ὁ ἅγ. Φιρμιλιανός, (Βασιλείου Τατάκη, «Ἡ Συμβολὴ τῆς Καππαδοκίας στὴ Χριστιανικὴ Σκέψη») καταλογίζει στὸν Πάπα «θράσος καὶ αὐθάδεια, καὶ σωστὴ τρέλα. Περήφανος, λέει, γιὰ τὴ θέση τῆς ἐπισκοπῆς του, διεκδικεῖ τὴν τιμὴ νὰ εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, ἀλλά πέφτει σὲ τεράστια καὶ ὀλέθρια γιὰ τὴν Ἐκκλησία λάθη: “διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως εἰσάγοντας πολλὲς ἄλλες πέτρες”. “Νομίζεις, προσθέτει, ὅτι μπορεῖς νὰ ἀποσχίζεις ὅλους ἀπὸ σένα· στὴν πραγματικότητα, σὺ χωρίστηκες ἀπ' ὅλους”».


[Ἂς τὰ ξαναδιαβάσουν αὐτά, ὅσοι Ἀρχιερεῖς καὶ θεολόγοι κάνουν πλάτες στὸν Πάπα, γιὰ νὰ περάσει τὸ Πρωτεῖο ἐξουσίας, ποὺ αἰῶνες τώρα ἐπιδιώκει, κι ἂς ἀναλογισθοῦν ἂν βρίσκονται σὲ ὀρθόδοξο ἔδαφος, ἢ σὲ αἱρετικό].


Εἶναι φανερὸν λοιπόν, ὅτι ἐκείνους τοὺς χρόνους οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀνατολῆς (διὰ τοῦ Κυπριανοῦ καὶ τοῦ Φιρμιλιανοῦ) δὲν θεωροῦσαν «εἶναι τὸν Πάπαν ἀναμάρτητον», ἢ ὅτι εἶναι ὑπεράνω «τῶν Συνόδων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ πταίσαντα ἰσχυρῶς, ὅθεν καὶ μύρια πάντολμα ἀτοπήματα αὐτῷ ἐνεκάλουν» (Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 185-186).


Ἀκόμα (συνεχίζει), ἰσχυρίζονται οἱ παπισταί, ὅτι «ὁ Πάπας καθόλου ἐστὶν ἐπίσκοπος (=ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ Πρῶτος, ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐπίσκοπος), ἐπειδὴ» τάχα ὅλοι τὸν ἐπικαλοῦνται γιὰ νὰ δικάσει τὶς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν: «καὶ παρὰ πάντων ἐπικαλεῖται εἰς τὸ κρίνειν τὸ δίκαιον». Ἀλλά, σημειώνει, ἐξ ὅσων μέχρι τώρα εἴδαμε, ὁ Κυπριανὸς στὸ πρόβλημα περὶ τοῦ βαπτίσματος, δὲν δέχτηκε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀποφαση τοῦ Πάπα, ἀλλὰ «ἀντεῖπε τῷ Πάπᾳ Στεφάνῳ, καὶ κατέκρινεν αὐτὸν ὡς κοινωνοῦντα καὶ βοηθοῦντα τοῖς αἱρετικοῖς». Ἔπειτα, ὁ Κυπριανὸς εἶναι ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Πάπας ἐπεδίωξε νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ ἀποφασίσει αὐτὸς ἀντὶ τοῦ τοπικοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἀφρική, τοῦ εἶπε ὅτι κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε ἐπίσκοποι, δὲν μποροῦμε νὰ τοποθετήσουμε τὸν ἑαυτό μας ὑπεράνω τῶν ἄλλων ἐπισκόπων καὶ διὰ τῆς βίας νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς πείσουμε: «οὐδεὶς ἡμῶν Ἐπίσκοπον εἶναι Ἐπισκόπων ἑαυτὸν καθίστησιν, ἢ τυραννικῷ φόβῳ εἰς τὴν τοῦ πείθεσθαι ἀνάγκην τοὺς ἀδελφοὺς βιάζεται» (Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 186).


Ὅταν δέ, ὁ Ρώμης Στέφανος ἔβγαλε ἀπόφαση («κρίσιν ἐποίησεν») ὅτι δὲν κοινωνεῖ μὲ τὶς Ἀνατολικὲς Ἐκκλησίες ἐξ αἰτίας τοῦ θέματος τοῦ ἀναβαπτισμοῦ τῶν αἱρετικῶν, «ἀντικειμένην (=ἀντίθετη) κρίσιν ἐποίησαν οἱ Ἀνατολικοί· δεύτερον, τοῦ Στεφάνου ἀκοινωνησίαν ἐπιστέλλοντος, οὐδὲν ἔμελλεν αὐτοῖς· ἐγίνωσκον γὰρ αὐτὸν Ἐπίσκοπον Ρώμης ἰσότιμον αὐτοῖς, καὶ οὐδὲν πλέον· τρίτον ὁ (Ἀλεξανδρείας) Διονύσιος λέγει, ἐν τοῖς μεγίσταις Ἐκκλησίαις καὶ Συνόδοις ὡρίσθη ὁ ἀναβαπτισμός· καὶ λοιπὸν ποῦ ἡ μοναρχία τοῦ Πάπα Ρώμης; Ποῦ τὸ μὴ ἀθροίζεσθαι Σύνοδον ἄνευ τῆς αὐτοῦ γνώμης; Ποῦ τὸ κριτὴν εἶναι τῶν Συνόδων; Ποῦ τὸ μόνην τὴν Ρωμαίων Ἐκκλησίαν εἶναι μεγίστην;» (Δοσιθέου, ὅπ. παρ., σελ. 191).


Ὁ Πάπας Στέφανος ἀντέδρασε αὐταρχικότατα καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι «προχώρησε στὴν ἀπόσχιση τῆς βορειοαφρικανικῆς Ἐκκλησίας» ἐπέβαλε καὶ ἀφορισμὸ στὸν ἅγιο Κυπριανό. Ἄλλος ἕνας παράνομος ἀφορισμὸς δεσποτικοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἐκκλησίας, «ἀθεολόγητου καὶ ἰσχυρογνώμωνος». Ὅλα αὐτὰ φυσικά, δὲν ἔκαμψαν τὸν ἅγιο Κυπριανό, οὔτε τὸν ἔκαναν νὰ ὑποχωρήσει ἀφοῦ «πίστευε ὅτι ἐκφράζει τὴν ἀλήθεια» τῆς Ἐκκλησίας (Στ. Παπαδοπούλου: Πατρολογία, τόμ. Α', σελ. 433)· καὶ ἡ Ἐκκλησία τὸν δικαίωσε.


Ἡ στάση, λοιπόν, τοῦ ἁγ. Κυπριανοῦ «ὑπῆρξε ἀρνητικὴ γιὰ τὴ θεμελίωση καὶ ἐπιβολὴ τοῦ παπικοῦ πρωτείου στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, γιατὶ ὁ ἴδιος ὡς φορέας τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως πίστευε στὴ διοικητικὴ αὐτονομία κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας… Καμμιὰ τοπικὴ Ἐκκλησία, ὅσο σημαντικὴ καὶ ἂν εἶναι, δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει ἡγετικὸ ρόλο ἐπὶ τῶν ἄλλων τοπικῶν ἐκκλησιῶν. Ἂν κάποια τοπικὴ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκεῖ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἴδιο καὶ κανένας Ἐπίσκοπος δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὸν ἅγ. Κυπριανό, εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ὁ ρόλος του τεράστιος, (ἐὰν ὀρθοδοξεῖ) μόνο γιὰ τὴν ἐπισκοπή του, “τὸ τοῦ ἐπισκοποῦ ἀξίωμα, οὕτως ἐστὶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀναγκαῖον, ὥστε χωρὶς αὐτοῦ μὴ δύνασθαι μήτε Ἐκκλησίαν μήτε Χριστιανόν τινα ἢ εἶναι ἢ ὅλως λέγεσθαι…” (Epist. 66).


»Ἡ ἀξίωση, ἑπομένως, τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης νὰ ἐπιβάλει τὸ πρωτεῖο ἐξουσίας στὴν Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀπ. Πέτρου, εἶναι πράξη ἀντικανονική, ἀντιπαραδοσιακὴ καὶ ἀπαράδεκτη γιὰ τὸν ἅγ. Κυπριανό. Τὸ χωρίο Ματθ. ΙΣΤ' 18 τὸ ἑρμηνεύει (ὁ ἅγ. Κυπριανὸς) σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας: “Ὁ Κύριος ἀπευθύνθηκε μόνο στὸν Πέτρο καὶ εἶπε ὅτι θὰ ἵδρυε τὴν Ἐκκλησία μόνο στὸν Πέτρο, γιὰ νὰ δείξει ἔτσι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, ut Ecclesia Christi una monstretur”, “καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι ἦσαν ὅ,τι ὑπῆρξε καὶ ὁ Πέτρος, κεκτημένοι τὰ ἴσα δικαιώματα καὶ τιμῆς καὶ ἐξουσίας” (De unit Eccl. 4)» (Σκόντζου Λ., Ὁ ἅγ. Κυπριανὸς κατὰ τοῦ Παπικοῦ Πρωτείου).


Καὶ ἐπειδὴ ἡ δημοσίευση τοῦ ἄρθρου συμπίπτει μὲ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἄτλαντα τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, παραθέτουμε τὸ Δοξαστικὸν τῆς Λιτῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι διαχρονικὰ οἱ Ἅγιοί μας (καὶ κατὰ τὴν Α΄ χιλιετία καὶ κατὰ τὴν Β΄) τὴν ἴδια στάση ἐτήρησαν ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις καὶ τὶς δεσποτικὲς ἐπιδιώξεις τοῦ ἑκάστοτε Πάπα.


«Τὴν πανοπλίαν τῆς Πίστεως, ἐνδεδυμένος Πάτερ, αἱρετικῶν συνασπισμὸν διέλυσας, ἐν τῇ δοθείσῃ σοι χάριτι, ὡς Ἱεράρχης θεόληπτος· τῆς γὰρ πάλαι Ρώμης τὸν πρόεδρον, κατεπαιρόμενον δεινῶς τῆς τῶν Πατέρων γνώσεως, καὶ τῶν ἁγίων Συνόδων, εἰς τέλος κατέβαλες, τῇ ἀτρέπτῳ ἐνστάσει σου· Οὐδὲν γὰρ ἐποιήσαμεν, ὁ ἄνους ἐβόησεν, ὁμολογῶν τὴν ἧτταν· καὶ διεστώτων σύναψις, καὶ κλονουμένων στηριγμὸς γενόμενος, ἀξίως ἐδοξάσθης, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεού, Μᾶρκε παμμακάριστε».

Θεσσαλονίκη, 19 Ἰανουαρίου 2011


Γιὰ τὴν «Φιλορθόδοξο Ἕνωσι “Κοσµᾶς Φλαµιᾶτος”»

Ὁ Πρόεδρος Λαυρέντιος Ντετζιόρτζιο

Ὁ Γραµµατέας Παναγιώτης Σηµάτης

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου