Τις πρώτες ημέρες
του Μαΐου με την ανθισμένη φύση, την πλημμυρισμένη από μυρωδιές λουλουδιών και υπέροχων τριαντάφυλλων και υπό το Φως της Αναστάσεως του Κυρίου η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την 9η του μηνός τρεις μεγάλους Αγίους: τον Χριστοφόρο, τον Προφήτη Ησαΐα και τον Άγιο Νικόλαο τον Νέο ή τον εν Βουνένοις.
Εις το κείμενο αυτό θα αναφερθούμε, εν συντομία, εις τον βίο και την παρακαταθήκη του Αγίου Νικολάου του Νέου.
Ο Νικόλαος γεννήθηκε από γονείς ευλαβείς και ενάρετους στα μέρη της Ανατολής. Από μικρός φανέρωσε την κλίση του προς το
αγαθόν, αποφεύγοντας την συναναστροφή με θρασείς συνομηλίκους του και επιδίωκε την συντροφιά ενάρετων ενηλίκων. Η φήμη του ως ενάρετου και αγαθού ανθρώπου έφθασε στα αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος τον διόρισε Δούκα, αφού πρώτα τον
γνώρισε από κοντά. Οι αρμοδιότητες του Νικολάου ήταν να εκπαιδεύει και να διατηρεί τους στρατιώτες του αξιόμαχους. Δεν παρέλειπε να τους μιλάει για τον Χριστό και να διδάσκει την αγάπη και την δικαιοσύνη για όλους τους ανθρώπους.
Η αυτοκρατορία εκτός από τους εξωτερικούς εχθρούς είχε να αντιμετωπίσει και εσωτερικές εξεγέρσεις. Σε μια εξέγερση των Θεσσαλών ο Αυτοκράτορας στέλνει τον Νικόλαο και τους στρατιώτες του. Χύθηκε άδικα ανθρώπινο αίμα για να παταχτεί η εξέγερση. Ακολούθως στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη με άλλους τοπάρχες με τους στρατιώτες των για να καταστείλουν άλλη εξέγερση, πράγμα που πέτυχαν.
Η ευαίσθητη χριστιανική του καρδιά τον οδήγησε στην σκέψη, μήπως χάσει τη ζωή του πρόωρα πριν είναι έτοιμος για το αιώνιο ταξίδι και πήρε την
απόφαση να μονάσει. Με συνοδεία δώδεκα στρατιωτών του αποσύρεται στα Βούνενα της Θεσσαλίας, όπου μόναζαν αρκετοί ενάρετοι μοναχοί, ζώντας με νηστεία, προσευχή και πνευματικές ασκήσεις.
Οι Άβαροι καταφθάνουν στην Θεσσαλία, κυριεύουν την Λάρισα, σφάζουν, λεηλατούν και εξαναγκάζουν χριστιανούς να προσκυνήσουν τα είδωλα. Αρκετοί Χριστιανοί δεν απαρνούνται τον Αληθινό Θεό και Σωτήρα και υπομένουν μύρια βασανιστήρια και, τέλος, τον στέφανο της αιωνίου Ζωής. Όταν συμβαίνουν αυτά ο μακάριος Νικόλαος και οι δώδεκα συμμοναστές του Γρηγόριος, Αρμόδιος, Ιωάννης, Δημήτριος, Μιχαήλ, Ακίνδυνος, Θεόδωρος, Παγκράτιος, Πανταλέων, Αιμιλιανός και Ναούδιος βρίσκονται στην σκήτη της Βουνένης. Φθάνουν στα Βούνενα και συλλαμβάνουν τον Νικόλαο και τους στρατιώτες του.
Ένα βράδυ, την ώρα της προσευχής, εμφανίζεται Άγγελος Κυρίου και τους λέγει: «Ετοιμαστείτε να σταθείτε γενναίοι, διότι εις ολίγας ημέρας μέλλει να μαρτυρήσετε, δια να λάβετε τα βραβεία και τους στεφάνους της αθλήσεως και ούτω να κληρονομήσετε την Ουράνιον Βασιλεία». Ακούγοντας αυτά εχάρησαν και με μεγαλύτερο ζήλο συνέχισαν τον ασκητικό αγώνα.
Μετά από μερικές ημέρες έμαθαν οι βάρβαροι Άβαροι ότι στο βουνό των Βουνένων υπάρχουν ασκητές προσκυνούντες ακατάπαυστα και δοξολογούντες τον Χριστό και έσπευσαν να τους φονεύσουν. Ο μακάριος Νικόλαος συμβούλευε τους αδελφούς και συνασκητές του λέγοντας: «Μη φοβηθώμεν, αδελφοί, τον πρόσκαιρον θάνατον, ούτε να δειλιάσωμεν, διότι, τώρα ήλθεν η ώρα να δείξωμεν την ανδρείαν μας και να κληρονομήσωμεν, με μικράν και ολίγην τιμωρίαν, παντοτεινήν και αιωνίαν ανάπαυσιν».
Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Άγιος προς ενίσχυση
των αδελφών όταν κατέφθαναν ως θηρία ανήμερα οι Άβαροι. Τούς τιμώρησαν ανηλεώς και ασπλάχνως με ραβδισμούς, στρεβλώσεις και με άλλα βασανιστήρια. Οι μακάριοι γενναίως υπέμειναν τα βασανιστήρια και δεν πρόδωσαν την πίστη τους.
Τέλος, τους αποκεφάλισαν. Το Άγιο Νικόλαο βλέποντάς τον νέο, ωραίο και γενναίο δεν τον πείραξαν, αλλά, προσπάθησαν με λόγια και κολακείες να τον αλλαξοπιστήσουν. Δεν υπολογίσανε σωστά,. Ούτε
κατ’ ελάχιστον δείλιασε ο Νικόλαος. Με θάρρος τους απαντούσε: «Εγώ δεν είμαι μωρόν παιδίον, δια να απατηθώ και να αρνηθώ τον αληθή Θεό, όστις με έπλασε και να προσκυνήσω είδωλα κωφά και αναίσθητα. Αλλά καθώς εξ αρχής ήμουν ευσεβής Ορθόδοξος Χριστιανός, ούτω θέλω παραμείνει έως ότου παραδώσω την ψυχή μου εις τας αχράντους χείρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον, ως Θεόν αληθινόν και Σωτήρα μου, προσκυνώ, λατρεύω και σέβομαι και για την αγάπη Του μεγάλη προθυμία αισθάνομαι και πόθο να
χύσω το αίμα μου. Τους δε δικούς σας θεούς καταφρονώ και ατιμάζω, επειδή είναι λίθοι και ξύλα αναίσθητα ή άλλη τις ύλη ευτελής και άχρηστος».




