Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτεσταντισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προτεσταντισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Πότε γεννήθηκε ο Χριστός. Απάντηση σε προτεσταντικές ανακρίβειες.

 



Το θέμα τών εορτών, είναι ένα ακόμα θέμα που έχει γίνει αντικείμενο επιθέσεων από διάφορες Προτεσταντικές ομάδες. Ειδικά η ημερομηνία τής γεννήσεως τού Κυρίου Ιησού Χριστού, θεωρείται από πολλούς πολέμιους τής Εκκλησίας ως ένα αποδεδειγμένο λάθος τής Εκκλησίας. Έτσι, με τη συνήθη προχειρότητα, ο ένας αντιγράφει τον άλλο, διαιωνίζοντας με ανευθυνότητα τα επιχειρήματά τους, τα οποία στη συνέχεια θα αποδείξουμε εσφαλμένα.

1. H λογική τού επιχειρήματος

H μέθοδος που ακολουθούν οι αρνητές των Χριστουγέννων για να αποδείξουν λάθος την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου ως ημερομηνία γεννήσεως του Κυρίου, είναι έμμεση. Επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία γι' αυτή, στηρίζονται στη γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου, για τον οποίο η Αγία Γραφή μας λέει ότι γεννήθηκε 6 μήνες πριν από τον Κύριο Ιησού (Λουκάς 1/α΄ 24 - 26).

Σ' αυτά τα εδάφια, φαίνεται ότι η Παναγία συνέλαβε τον Ιησού 6 μήνες μετά τη σύλληψη του Ιωάννη από την Ελισάβετ, συνεπώς αυτή ήταν και η διαφορά ηλικίας τους.

Για να υπολογίσουν την ημερομηνία γεννήσεως του Ιωάννη, χρησιμοποιούν το εδάφιο Λουκάς 1/α΄ 23, 24, όπου αναφέρεται ότι η Ελισάβετ έμεινε έγκυος αμέσως "μετά τις ημέρες της λειτουργίας" του ιερέα Ζαχαρία στο Ναό, που ήταν πατέρας του Ιωάννη. Αν λοιπόν βρούμε πότε ήταν οι ημέρες λειτουργίας του Ζαχαρία, μπορούμε να βρούμε τη γέννηση του Ιωάννη, και κατ' επέκτασιν τη γέννηση του Ιησού Χριστού.

Από το Λουκάς 1/α΄ 5, πληροφορούμαστε ότι ο Ζαχαρίας ιεράτευε κατά την "εφημερία Αβιά". Αυτή ήταν μία από τις 24 εφημερίες που είχαν οι Ισραηλίτες για τους ιερείς τους.

Τα ονόματα και η σειρά των 24 εφημεριών, φαίνονται στο Α΄ Χρονικών 24/κδ΄ 7 - 18.

Το κείμενο στο Α΄ Χρονικών 24:7-18 περιγράφει τον καθορισμό των 24 εφημεριών (σειρών υπηρεσίας) των ιερέων στο Ναό, τις οποίες οργάνωσε ο Δαβίδ. Οι ιερείς χωρίστηκαν σε 24 ομάδες και η σειρά τους καθορίστηκε με κλήρο, ώστε κάθε ομάδα να υπηρετεί στο Ναό για μία εβδομάδα, δύο φορές το χρόνο.

Αυτά είναι τα ονόματα των 24 εφημεριών με τη σειρά που κληρώθηκαν:

  1. Ιωιαρίβ
  2. Ιεδαΐας
  3. Χαρίμ
  4. Σεωρίμ
  5. Μαλχίας
  6. Μιαμίν
  7. Ακκώς
  8. Αβιά (Εδώ ανήκε ο Ζαχαρίας, πατέρας του Προδρόμου)
  9. Ιησούς
  10. Σεχανίας
  11. Ελιασίβ
  12. Ιακείμ
  13. Χουππά
  14. Ιεσσεβεάβ
  15. Βιλγά
  16. Ιμμήρ
  17. Χεζείρ
  18. Αφισσής
  19. Πεθαΐας
  20. Ιεζεκιήλ
  21. Ιαχείν
  22. Γαμούλ
  23. Δελαΐας
  24. Μααζίας

 

 

 

 Εκεί, στο εδάφιο 10, φαίνεται ότι η εφημερία του Αβιά ήταν η 8η. Έτσι, διαιρώντας τους 12 μήνες του χρόνου με το 24, βγαίνουν 15 ημέρες για κάθε εφημερία. Η εφημερία του Αβιά λοιπόν, είναι το 8ο δεκαπενθήμερο της κάθε χρονιάς.

Από πότε όμως θα πρέπει να αρχίσουμε να μετράμε; Το Εβραϊκό έτος, δεν άρχιζε τον Ιανουάριο. Αυτό το βλέπουμε στην Έξοδο 12/ιβ΄ 1,2, που λέει για το μήνα Νισσάν ή Αβίβ της Εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο: "Ο μην ούτος θέλει είσθαι εις εσάς αρχή μηνών. Πρώτος των μηνών..." Έτσι λοιπόν, οι Προτεστάντες για να βρουν την εφημερία Αβιά, λογαριάζουν 8 δεκαπενθήμερα, αρχίζοντας από τα μέσα Μαρτίου, στα οποία αντιστοιχεί η αρχή του μηνός Νισσάν ή Αβίβ.(=πρωτος μήνας του Εβραϊκού ημερολογίου).

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Τι πιστεύουν οι Ευαγγελικοί (Προτεστάντες) για την Παναγία;

 


Οι Προτεστάντες, ως άνθρωποι λογικοκρατούμενοι, απορρίπτουν ορισμένες πτυχές του θεομητορικού δόγματος. Και ενώ δέχονται τη σύλληψη του Χριστού εκ παρθένου, περί της οποίας ομιλεί σαφώς η Γραφή86, αρνούνται τη διατήρηση  της παρθενίας κατά τη γέννησή Του, γιατί μια γέννηση καταστρέφει φυσιολογικά την παρθενία της κάθε μητέρας. Αυτό βέβαια είναι αληθινό κατά τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάθε μητέρα που γεννά δεν μπορεί να παραμένει παρθένος. Πέρα από τα στεγανά όρια της φύσεως και της λογικής οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση της μυστηριακής πραγματικότητας, η οποία νικά «φύσεως τάξιν». Κατ’ αυτούς ο τρόπος γεννήσεως του Χριστού δεν έχει μεγάλη σημασία. Δεν  μπορούν να δουν το «καινόν» του τόκου του Υιού του Θεού, που γίνεται η άφθαρτη απαρχή της πνευματικής ανακαίνισης και αναγέννησης των ανθρώπων. Μιας αναγέννησης που σπάει τα δεσμά της φθοράς πού απορρέουν από την παλαιότητα της φύσεως του Αδάμ. Οι Προτεστάντες παραμένουν εγκλωβισμένοι στα όρια του φυσικού. Το υπερφυσικό  δεν τους αγγίζει.

Πολύ λιγότερο δεν μπορούν να δεχτούν το «αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Κατά τους Προτεστάντες μετά τη γέννηση του Ιησού, η Μαρία ήλθε σε σαρκική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποία απέκτησε τέκνα, τους φερομένους ως αδελφούς του Χριστού87. Τις αντιλήψεις τους αυτές, προσπαθούν να τις στηρίξουν στην αγία Γραφή. Έτσι προσάγουν τα χωρία, όπου μνημονεύονται οι αδελφοί του Κυρίου καθώς και το Ματθ. 1,25· «ουκ εγίνωσκεν αυτήν έως ού έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον». Κακώς όμως, γιατί αδελφοί του Ιησού μπορούν να είναι στενοί συγγενείς του είτε από την πλευρά του Ιωσήφ (φυσικά τέκνα του από πρότερο γάμο) είτε από την πλευρά της Θεοτόκου.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Ο Προτεσταντισμός – π. Αθανασίου Μυτιληναίου.

 


Κυριακή 27-5-1979  

Εἴχαμε ἀναφερθῆ τήν περασμένη φορά εἰς τό θέμα γενικά τῆς αἱρέσεως. Ἀλλά τίθεται τό ἐρώτημα: Τί εἶναι αἵρεσις;
   
Αἵρεσις εἶναι ἡ λογική ἑρμηνεία τοῦ δόγματος· δηλαδή εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νά κατανοήση τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Καί ὅταν προσπαθῆ ὁ ἄνθρωπος νά τό κατανοήση, θέλει νά τό κατατάξη μέσα εἰς τά λογικά κατηγορήματα· δηλαδή θέλει νά λογικοποιήση κάτι πού εἶναι πέρα ἀπό τήν λογική. Στήν προσπάθειά του ὅμως νά λογικοποιήση, νά κάνη λογικό δηλαδή, ἐκεῖνο τό ὁποῖον δέν μπαίνει μέσα στά στενά ὅρια τῆς λογικῆς, κατ’ ἀνάγκην θά ξεφύγη· κι ἀφοῦ θά ξεφύγη, αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ὥστε λοιπόν αἵρεσις πάντοτε εἶναι ἡ λογικοποίησις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀποκαλύψεως· ἐπειδή πάντα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀποκάλυψις εἶναι ὑπέρ λόγον, εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν λογική.   

Ὁ Θεός, ἐπί παραδείγματι, λέγει στόν Ἀβραάμ: «Θά γεννήσης παιδί τώρα πού εἶσαι ἑκατό χρονῶν.». Ἄν ὁ Ἀβραάμ βάλη τήν λογική, θά πῆ: «Πῶς εἶναι δυνατόν αὐτό νά γίνη;». Καί ἀπό τή στιγμή πού θά βάλη τήν λογική, θά λογικοποιήση δηλαδή αὐτό πού τοῦ ἀποκαλύπτεται, ἀμέσως θά τό ἀπορρίψη καί θά πῆ: «Δέν εἶναι δυνατόν · εἶμαι ἑκατό χρονῶν ! ». Ὅταν ὅμως πῆ «Ἐγώ μέν δέν τό καταλαβαίνω· ἀλλά, ἀφοῦ τό λέγει ὁ Θεός, τό πιστεύω ὅπως εἶναι, τό ἀφήνω λοιπόν ὅπως εἶναι.», ἀπό τήν στιγμή ἐκείνη καί πέρα μένει στήν ὀρθήν πίστιν. Ὅταν λοιπόν τό λογικοποιήση, τότε θά τό ἀπορρίψη ἤ θά τό διαστρέψη, θά τό ἀλλάξη, θά τό τροποποιήση· ἀπό τή στιγμή ἐκείνη εἶναι εἰς τόν χῶρο τῆς αἱρέσεως.

Διάβολος καί ἀνθρώπινος ἐγωϊσμός: οἱ γεννήτορες τῆς αἱρέσεως    

Ποιός γεννᾶ τήν αἵρεσι; Δυό πράγματα: ὁ Διάβολος καί ὁ ἐγωϊσμός τοῦ ἀνθρώπου.   

Ὁ Διάβολος εἶναι ὁ σπορεύς τῶν ζιζανίων τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων, πού ἐλέγαμε τήν περασμένη φορά. Ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ μέθοδός του, ἡ μέθοδος τῆς νοθείας. Μετά τόν Σταυρόν καί τήν Ἀνάστασιν ὁ Διάβολος πλέον μετέρχεται τήν μέθοδον τῆς νοθείας, δηλαδή τῆς ἀποκλίσεως ἀπό τήν ἀλήθειαν, δηλαδή τήν αἵρεσιν. Ὁ Διάβολος δέν ἀρνεῖται, ἀλλά τροποποιεῖ. Αὐτή εἶναι ἡ μέθοδός του ἡ συστηματική, πού σέ κάθε ἐποχή θά πάρη λεπτάς ἀποχρώσεις· ὡστόσο ὅμως βασικά πάντα θά μένη ἡ ἰδία μέθοδος, ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως μέχρι καί σήμερα. Αὐτή ἡ μέθοδος τῆς νοθείας εἶναι ὁ καρπός αὐτοῦ τοῦ διαβολικοῦ φθόνου καί τῆς διαβολικῆς κακίας.   

Ὁ ἀνθρώπινος ἐγωϊσμός ὁμοίως γεννᾶ τήν αἵρεσιν. Καί γεννᾶται ἡ αἵρεσις εἴτε ὑπό τήν μορφήν τῆς ὑπερηφανείας, ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε ὑπό τήν μορφήν τῆς ἐμμονῆς εἰς τόν διεφθαρμένον βίον. Τόσο τήν ὑπερηφάνεια, ὅσο καί τόν διεφθαρμένον βίον, ὁ Διάβολος τά ἐκμεταλλεύεται, τά καθιστᾶ ὄργανα εἰς τά χέρια του, καί ἔτσι, ἔχοντας ὄργανα τούς διεφθαρμένους καί τούς ὑπερηφάνους ἀνθρώπους, διαδίδει μίαν αἵρεσίν του.                                

Ὁ διεφθαρμένος βίος αἰτία αἱρέσεως    

Διά τήν περίπτωσιν τοῦ διεφθαρμένου βίου. Λέγει ὁ Κύριος: «Ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, δηλαδή τοῦ Θεοῦ, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ’ ἐμαυτοῦ λαλῶ.»[Ιω.7,17]. «Ἐάν», λέγει, «κάποιος θέλη νά κάνη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά τηρήση τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά ἀποφύγη τήν ἁμαρτία καί νά τηρήση ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ», τότε –προσέξτε παρακαλῶ νά δῆτε θαυμάσιον κριτήριον πού θέτει ὁ Κύριος, κριτήριον διακρίσεως– «τότε αὐτομάτως θά παραδεχθῆ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἀληθινός». Καί ὅταν δεχθῆ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινός, δηλαδή Θεάνθρωπος, τότε βεβαίως δέν κινδυνεύει νά πέση σέ καμμίαν ἀπόκλισιν, σέ καμμίαν αἵρεσιν. Πότε; Ὅταν θά τηρήση ἀπολύτως τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ὅταν εἶναι ὁ ἁγνός καί ὁ καθαρός ἄνθρωπος.   

Δέν ἔχει λόγους ἀποκλίσεως, ἀγαπητοί μου, ὁ ἁγνός καί καθαρός ἄνθρωπος· μόνον ὁ διεφθαρμένος ἄνθρωπος ἔχει λόγους νά τροποποιήση τά δόγματα. Τί θά ἐνδιέφερε, ἐπί παραδείγματι, τόν ἀγαθόν ἄνθρωπον, τόν τηροῦντα τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὑπάρχη ἤ δέν ὑπάρχη Κόλασις; Δέν τόν ἐνδιαφέρει· διότι σκέπτεται ὅτι δέν εἶναι ἐργάτης τοῦ σκοταδιοῦ, δέν εἶναι ἐργάτης τῆς γεένης, τῆς Κολάσεως, καί συνεπῶς δέν ἔχει λόγους ν’ ἀρνηθῆ τήν Κόλασι. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά ἀρνηθῆ τήν Κόλασιν; Ὁ διεφθαρμένος ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ διεφθαρμένος ἄνθρωπος εἰσάγει αἵρεσιν· καί σοῦ λέγει: «Καί ποιός τά εἶδε αὐτά… καί ποιός τά ξέρει… Δέν βαριέσαι… Μπά ! γιατί; ὁ Θεός πρέπει νά εἶναι πολύ ἀγαθός · τόσο, πού δέν θά πρέπει νά ὑπάρχη Κόλασις.» καί ἄλλα πολλά. Τά βγάζει μέ τό μυαλό του. Ὅλα αὐτά τά ὑπαγορεύει, ὅπως σᾶς εἶπα, ὁ διεφθαρμένος βίος.                            

Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία αἱρέσεως   

Ἀλλά καί διά τήν ὑπερηφάνειαν. Λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρός τόν Τίτον: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος»[Τιτ.3,10-11] . Ὅταν λέγη ὁ Ἀπόστολος στήν ἐπιστολή του πρός τόν Τίτον «Θά πῆς μία φορά, δυό φορές σ’ ἕναν αἱρετικό νά ἀφήση τήν αἵρεσί του. Μήν ἐπιμείνης περισσότερο· αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει διαστραφῆ.», τί ἐννοεῖ; Ποῦ εἶναι τώρα τό θέμα; Εἶναι στήν ψυχήν· εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Καί ὅταν λέγη ὁ ἀπόστολος Παῦλος μία καί δύο φορές, ὄχι παραπάνω, ἐννοεῖ ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια, ἐάν δέν εἶναι ἀθεράπευτον πάθος, τοὐλάχιστον εἶναι δυσθεράπευτον πάθος. Καί ἡ ὑπερηφάνεια τῶν ἀνθρώπων πολλάκις δημιουργεῖ τήν αἵρεσιν· ἡ φιλοδοξία των δηλαδή, τό πῶς οἱ ἄνθρωποι, γιά νά φανοῦν ὅτι διακρίνονται ἀπό τούς ἄλλους, ἐπιζητοῦν μίαν δόξαν, ἔστω καί ἡροστράτειον .   

Ξέρετε ποιά εἶναι ἡ «ἡροστράτειος δόξα»; Κάποιος ἄσημος ἄνθρωπος, ὀνόματι Ἡρόστρατος, τήν νύχτα πού ἐγεννᾶτο ὁ μέγας Ἀλέξανδρος, ἔβαζε φωτιά εἰς τόν ναόν τῆς Ἀρτέμιδος στήν Ἔφεσο, γιατί μέσα του ἐφλέγετο ἀπό τήν ἐπιθυμία νά μείνη τό ὄνομά του στήν Ἱστορία! Καί τότε μάλιστα, ὅταν τόν συνέλαβαν, θέλησαν νά μή γραφῆ τό ὄνομά του πουθενά, γιά νά μήν πραγματοποιηθῆ αὐτό τό ὁποῖον ἐζητοῦσε. Ἀλλά τελικά ἔμεινε τό ὄνομά του εἰς τήν Ἱστορίαν· ἔμεινε ὡς «ἡροστράτειος δόξα» · δηλαδή θέλησε νά δοξασθῆ μέ τό κακόν.   

Βλέπετε ὅτι μέσα στόν ἄνθρωπο ὑπάρχει αὐτή ἡ τάσι νά θέλη νά δοξασθῆ, ἡ ὑπερηφάνεια, καί δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν εἰσάγη καί αἵρεσιν! Καί γενικά ὁ ἄνθρωπος ὁ ὑπερήφανος θέλει νά μένη σ’ ἐκεῖνο πού καταλαβαίνει, καί ὄχι σ’ ἐκεῖνο τό ὁποῖον λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.                 

Ἡ αἵρεσις διακρίνεται σέ τρεῖς τομεῖς   

Δυνάμεθα, ἀγαπητοί μου, νά διακρίνωμε ἀκόμη τίς αἱρέσεις, ὄχι μόνο περιοριζόμενοι εἰς τόν τομέα τῆς πίστεως, δηλαδή στόν δογματικό τομέα, ἀλλά καί ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι, ἄν θά θέλαμε νά δοῦμε γενικά τήν αἵρεσι, θά μπορούσαμε νά εἰποῦμε ὅτι τήν διακρίνομε σέ τρεῖς μορφές.    

Ἡ πρώτη μορφή εἶναι ἡ δογματική· ὅταν δηλαδή ἡ ἀπόκλισις, ἡ αἵρεσις, ἀναφέρεται εἰς τό δόγμα, εἰς τήν ἀποκεκαλυμμένην ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπέρ νοῦν. Ἀναφέρεται σέ ὅ,τι βεβαίως ὁ Θεός ἀποκαλύπτει· πρωτίστως καί κυρίως ὅμως, κυριώτατα θά ἔλεγα, ἀναφέρεται εἰς τό δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί εἰς τό δόγμα τό Χριστολογικόν, δηλαδή εἰς ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τόν Χριστόν· ἀλλά καί γενικά σέ κάθε δόγμα πού ἡ Ἁγία Γραφή, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀποκαλύπτει.   

Δεύτερον· εἶναι ὁ τομεύς τῆς ἠθικῆς. Εἰς αὐτόν τόν τομέα ἀνήκουν ἀποκλίσεις ὡς πρός τόν ἠθικόν νόμον τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «οὐ κλέψεις», καί λέγει ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτόν του, ἀλλά τό λέγει καί ἔξω, «Δούλεψε νά φᾶς καί κλέψε νά ’χης.», αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ὅταν λέγη ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ «οὐ πορνεύσεις», καί λέγουν οἱ ἄνθρωποι «Ὤ, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος νά ζῆ γενετήσια ἐκτός καί ἐντός τοῦ γάμου.», αὐτό εἶναι αἵρεσις. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν δηλαδή γενετησίους σχέσεις πρό τοῦ γάμου εἶναι αἱρετικοί ὡς πρός τόν ἠθικόν τομέα τοῦ Εὐαγγελίου.   

Καί τρίτον· εἶναι ὁ κοινωνικός τομεύς. Εἰς αὐτόν τόν τομέα, τόν κοινωνικόν, ἀνήκουν οἱ κοινωνικές ἀντιλήψεις τῶν διαφόρων κοινωνιολογικῶν συστημάτων περί κατανομῆς καί ἀπολαύσεως τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ὅταν, ἐπί παραδείγματι, ἰσχυρίζωνται οἱ ἄνθρωποι καί λέγουν «Ὁ Παράδεισος εἶναι ἐδῶ στή γῆ · δέν ὑπάρχει ἄλλος Παράδεισος. Ἤ, ἐπί τέλους, κι ἄν ὑπάρχη ἄλλος Παράδεισος, δέν μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἐδῶ λοιπόν εἶναι ὁ Παράδεισος, μέ τήν ὑλιστική του μορφή· τί θά φᾶς, τί θά πιῆς, τί θά ἀπολαύσης.», αὐτό εἶναι αἵρεσις εἰς τόν κοινωνικόν τομέα.   

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Οικουμενιστικές αντιλήψεις και πλάνες- Η Προτεσταντική θεωρία για την αόρατη Εκκλησία.

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημ.Αθανασίου (χημικού)

Κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, η Εκκλησία νοείται ως ενιαία και αδιαίρετη του Θεανθρώπινου σώματος και δεν πρέπει να διαιρείται σε αόρατη και ορατή.

Οι Προτεστάντες θεολόγοι στα Συμβολικά Βιβλία τους υποστηρί­ζουν ότι η Εκκλησία είναι αόρατη κοινωνία αγίων και απαρτίζεται από τα εκλεκτά μέλη όλων των ορατών Εκκλησιών όλων των εποχών. Η Εκκλησία αυτή δεν είναι διαρθρωμένη ιεραρχικά ως καθίδρυμα, αλλά είναι διασκορπισμένη σ' όλη την Οικουμένη. Τα μέλη της είναι γνωστά μόνο στον Χριστό, με τον οποίο είναι ενωμένοι και συναπαρτί­ζουν το μυστικό σώμα των αγίων. Η αόρατη αυτή Εκκλησία είναι η μόνη αληθινή και αλάθητη. Καμμία εμπειρική-ορατή Εκκλησία δεν μπορεί να είναι αυθεντική, επειδή απαρτίζεται από εκλεκτούς και ασεβείς. Δύο όμως εξωτερικά και ορατά στοιχεία -το σωστό κήρυγμα και η σωστή ιερουργία των μυστηρίων- συνδέουν την ορατή με την αόρατη Εκκλησία.
       Η άποψη των Προτεσταντών για την αόρατη Εκκλησία δεν βρί­σκει την θεμελίωσή της ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην Παράδοση της αρχέγονης Εκκλησίας. Και τούτο, γιατί οι βιβλικές παραβολές της «σαγήνης» και των «ζιζανίων» δείχνουν απερίφραστα ότι η Εκκλη­σία στην ιστορική φανέρωσή της περιλαμβάνει και ευσεβείς και ασε­βείς, δεν είναι δηλαδή αόρατη κοινωνία αγίων. Άλλωστε, οι άγιοι και οι εκλεκτοί, ενόσω ζουν στη γη, είναι ορατά μέλη της ορατής Εκκλη­σίας και έρχονται σε ορατή και αισθητή κοινωνία με τον Χριστό και μεταξύ τους μέσω της ορατής Εκκλησίας. Κατά συνέπεια, η Εκκλησία είναι ταυτόχρονα ορατή και αόρατη. Την αόρατη πλευρά συγκροτούν ο Χριστός, ως κεφαλή της Εκκλησίας, οι άγγελοι και οι κεκοιμημένοι άγιοι. Η αόρατη και η ορατή πλευρά της Εκκλησίας προσδιορίζουν και τον θεανθρώπινο χαρακτήρα της.
       Αλλά οι Προτεστάντες, επηρεασμένοι από την φιλοσοφία του Εγέλου (υπήρξε η σημαντικότερη μορφή του γερμανικού ιδεαλισμού), υποστήριξαν τον προπερασμένο αιώνα και νέα εκκλησιολογική θεωρία, που αναφέρεται στην ιδανική Εκκλησία και τους κλάδους των Εκκλησιών. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή μόνον η ιδανική Εκκλη­σία είναι η μία αληθινή Εκκλησία του Χριστού, που μνημονεύεται στο Σύμβολο της πίστεως. Η Εκκλησία αυτή είναι αόρατη και δεν αντιστοιχεί σε καμμιά ιστορική Εκκλησία, επειδή καμμιά από αυτές δεν έχει το πλήρωμα της αλήθειας αλλά μέρος μόνο της αλήθειας. Οι διάφορες εμπειρικές Εκκλησίες παρά τις δογματικές διαφορές τους κατέχουν ίσα δικαιώματα υπάρξεως, παρέχουν εξίσου την σωτηρία και κινούνται εξελικτικά στην ιδέα της μιας Εκκλησίας.
       Η εκκλησιολογική αυτή άποψη, που αιτιολογεί άριστα την ύπαρ­ξη του Προτεσταντισμού, είναι θεολογικώς απαράδεκτη, επειδή κα­ταστρέφει την έννοια της Εκκλησίας και επειδή στρέφεται κατά της θείας Αποκαλύψεως, η οποία μαρτυρεί ότι ο Χριστός ίδρυσε την ορα­τή Εκκλησία.
      Οι Προτεστάντες -συνεπείς στη διδασκαλία τους για την αόρα­τη Εκκλησία- απέρριψαν την ιεραρχία με την Ορθόδοξη έννοια και την ιερωσύνη ως μυστήριο. Διατήρησαν όμως τους λεγόμενους λει­τουργούς (πρεσβυτέρους και διακόνους) χωρίς χειροτονία, ως απλούς εντολοδόχους της κοινότητας. Κατά τους Προτεστάντες όλοι οι πι­στοί δικαιούνται να τελούν μυστήρια. Για λόγους όμως τάξεως και «ανθρωπίνω δικαίω» η εκκλησιαστική κοινότητα τους ορίζει αντι­προσώπους της γι' αυτό το έργο.
       Η εκκλησιολογική αυτή θεώρηση των Προτεσταντών δεν είναι σύμφωνη ούτε με την Αγία Γραφή, ούτε με την Παράδοση και πρά­ξη της αρχαίας Εκκλησίας, όπου «θείω δικαίω» εμφανίζεται η ιε­ρωσύνη με την αδιάσπαστη τριπλή εξουσία: της διδασκαλίας, της ιε­ρουργίας και της ποιμαντικής ευθύνης.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Ερμηνεία της λέξεως «πρωτότοκος» (Του Δ. Παναγόπουλου)

 

Αναίρεση μίας ακόμα δημοφιλούς Προτεσταντικής παρανόησης για την μητέρα τού Κυρίου μας.


Υπονοεί η λέξη: "πρωτότοκος" και υστερότοκα τέκνα;

 




Οι «Ευαγγελικοί, Διαμαρτυρόμενοι και οι λοιποί αιρετικοί, παρουσιάζουν άλλο επιχείρημα όταν απολέσουν το πρώτον. Εν προκειμένω μας παρουσιάζουν την λέξιν «πρωτότοκος», «έτεκε τον Υιόν Αυτής τον πρωτότοκον» λέγουν, κατά συνέπειαν έτεκε και υστεροτόκους υιούς. 

Αλλά το «πρωτότοκος», δεν σημαίνει εδώ τον πρώτον τόκον, μεθ' ον έπονται και άλλοι, αλλά τον «Μόνον».

Διότι, εάν το «πρωτότοκος» δεν σημαίνει εδώ τον πρώτον και μόνον, αλλά τον πρώτον, μεθ' ον και άλλοι έπονται, τότε παρακαλούμε αυτούς ίνα δείξωσιν εις ημάς, ποίοι είναι οι αδελφοί του Κυρίου, οι όμοιοι Αυτώ εις την ουσίαν και εις ην φύσιν εκ της Παρθένου γεννηθέντες.

Διότι, εάν το «πρωτότοκος» σημαίνει τον πρώτον μεταξύ άλλων υστεροτόκων, κατ' ανάγκην θα πρέπει να είναι και οι υστερότοκοι ούτοι της αυτής ουσίας και φύσεως προς Αυτόν τον πρώτον, του οποίου αυτοί έπονται.

Αλλ' οποία σχέσις τοιαύτη υπάρχει μεταξύ του Θεανθρώπου Ιησού και των λεγομένων αδελφών του Κυρίου, τούς οποίους ούτοι υποθέτουσι ότι εγέννησεν η Παρθένος; 

Ώστε και αν υποθέσω μεν, ότι η Παρθένος έτεκε και άλλα τέκνα μετά του Ιωσήφ, δεν πρέπει να ονομάζει η Γραφή τον Ιησούν «πρωτότοκον», καθ' ότι ουδεμία σχέσις υπάρχει μεταξύ του Ιησού και των δια της φαντασίας αυτών πλασθέντων, δήθεν υιών της Παρθένου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου