Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΜΙΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.(ΠΡΟΣΟΧΗ.....)




Στην αναδημοσίευση του άρθρου  « Διαστρέβλωση του Προφήτου Ηλία του Θεσβίτου από τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου» στο ιστοόγιο ΟΜΟΛΟΓΙΑ  (https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/blog-post_437.html)

υπάρχουν σχόλια, που πιθανόν να δημιουργήσουν στους αναγνώστες λάθος εντυπώσεις για την ερμηνευτική που δίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον ζηλωτή προφήτη Ηλία και την φιλανθρωπία του Θεού. Μάλιστα ο πρώτος σχολιαστής γράφει χαρακτηριστικά τα εξής: “Μάλλον μερικοί δεν έχουν διαβάσει τον ιερό Χρυσόστομο.....(με παραπομπή)   https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_24.html..”

Διαβάσαμε τον σχετικό λόγο στo παραπάνω link και ψάξαμε τα σχετικά με την παραπομπή που αναγράφεται. ως πηγή του λόγου 

(Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ P.G. 56, ΣΕΛ. 584-586). Διαπιστώσαμε μέσα από έρευνα στις παρακάτω βιβλιογραφικές πηγές ότι η  συγκεκριμένη ομιλία για τον Προφήτη Ηλία κατατάσσεται από τους σύγχρονους πατρολόγους και κριτικούς εκδότες στα ψευδο-χρυσοστομικά κείμενα (Pseudo-Chrysostomica).

Ο 56ος τόμος της Ελληνικής Πατρολογίας (Patrologia Graeca - Migne), στον οποίο παραπέμπει το ιστολογιο ¨ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ", περιέχει κατά κύριο λόγο «Spuria» (νόθα έργα), δηλαδή ομιλίες που αποδόθηκαν εκ των υστέρων στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο από μεταγενέστερους συγγραφείς ή αντιγραφείς λόγω της φήμης του. Στην έρευνά μας χρησιμοποιήσαμε δε τις εξής βιβλιογραφικές πηγές:

1.       Παπαδόπουλος, Στυλιανός Γ., Πατρολογία, Τόμος Β΄ (4ος αιώνας: Ανατολή και Δύση), Αθήνα 1990 .  Ο συγγραφέας αναλύει εκτενώς το γνήσιο έργο του Ιωάννου Χρυσοστόμου και κάνει ειδική μνεία στο πρόβλημα των νοθευμένων λόγων (Spuria) που διεισέδυσαν στη χρυσοστομική παράδοση. Σελίδες: 711–715 (Ενότητα: «Έργα – Αυθεντικότητα και Νόθα») & σελ. 720 (αναφορά στις συλλογές νοθων εργων

9, Τα Ψευδο-Χρυσοστομικά έργα: Συμβολή στην έρευνα των Spuria του Ιωάννου Χρυσοστόμου, Θεσσαλονίκη 2005.Εξειδικευμένη μονογραφία πάνω στους λόγους της PG 55-56 και στη μεθοδολογία αναγνώρισης των νόθων κειμένων. Σελίδες: 45–52 (Μεθοδολογία ταξινόμησης των Spuria) & σελ. 118–122 (Ειδικός κατάλογος ομιλιών της PG 56 με αναφορά στον λόγο «Εἰς τὸν Προφήτην Ἠλίαν»).

3.     Η χειρόγραφη παράδοση των έργων του Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001. Εξετάζει πώς οι μεταγενέστεροι αντιγραφείς πρόσθεταν το όνομα του Χρυσοστόμου σε ανώνυμες ομιλίες.  (Ενότητα: «Η διείσδυση ανωνύμων ομιλιών στη χρυσοστομική παράδοση») . Στη γενική σειρά 37 τόμων του Χρυσοστόμου στην ΕΠΕ, ο τόμος PG 56 παραλείπεται στο σύνολό του).

4.      ΕΠΕ (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), Ιωάννου Χρυσοστόμου Έργα, Εκδόσεις «Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη.ν Στη συγκεκριμένη πολυτελή σειρά, η εκδοτική ομάδα παραλείπει ή επισημαίνει ως νόθα τα κείμενα του 56ου τόμου της PG, περιλαμβάνοντας αποκλειστικά τα επιστημονικά διακριβωμένα γνήσια έργα του Αγίου.

5.       Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), Τόμος 6, Λήμμα «Ιωάννης ο Χρυσόστομος» (Ενότητα: Νόθα Έργα / Spuria), Αθήνα 1965. Σελίδες: Στήλες 1152–1154 (στο λήμμα «Ιωάννης ο Χρυσόστομος», ειδική υπο-ενότητα «Νόθα και Αμφισβητούμενα»).

Αξιομνημόνευτα είναι και τα παρακάτω που βρήκαμε.

Ο Γάλλος εκδότης Jacques-Paul Migne, όταν συγκέντρωσε την Ελληνική Πατρολογία τον 19ο αιώνα, βασίστηκε στην παλαιότερη σπουδαία έκδοση του Βενεδικτίνου μοναχού Bernard de Montfaucon (1718–1738). Οι γνήσιοι λόγοι του Χρυσοστόμου καταλαμβάνουν τους τόμους 47 έως 55. Ο 56ος τόμος (PG 56) φέρει τον τίτλο «Spuria» (Νόθα) ή «Homiliae Variae». Ο ίδιος ο Montfaucon, ήδη από τον 18ο αιώνα, διαχώρισε αυτά τα κείμενα επειδή τα χειρόγραφα παρουσίαζαν υφολογικές, γλωσσικές και δογματικές αποκλίσεις από το ύφος του Χρυσοστόμου. Το εγκυρότερο εργαλείο της παγκόσμιας Πατρολογίας για την αυθεντικότητα των πατερικών κειμένων είναι το πολύτομο έργο Clavis Patrum Graecorum (CPG), που εκδίδεται στο Βέλγιο (Brepols / Corpus Christianorum). Η CPG καταγράφει εξαντλητικά όλα τα σωζόμενα έργα των Ελλήνων Πατέρων. Τα έργα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου αριθμούνται από το CPG 4305 έως 4525 (ως Γνήσια).

 Πέρα από τους καταλόγους, οι ειδικοί πατρολόγοι διαπιστώνουν τη νοθεία μέσω της κριτικής των κειμένων. Ο γνήσιος Ιωάννης Χρυσόστομος διακρίνεται για την αττικίζουσα χριστιανική ρητορεία του, την αμεσότητα και την ποιμαντική του ισορροπία. Η παρουσίαση του Προφήτη Ηλία ως σχεδόν «εκδικητικού» που πιέζει τον Θεό, καθώς και οι ακραίες ανθρωποπαθείς εκφράσεις για τον Θεό, απαντούν συχνά σε λαϊκότροπες ή μεταγενέστερες ρητορικές δραματοποιήσεις και όχι στην ερμηνευτική γραμμή της Σχολής της Αντιοχείας.

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τον Απόστολο Παύλο

 


Η Ευγενής Φύση του Ανθρώπου και ο Απόστολος Παύλος

Τι είναι ο άνθρωπος, και τι ευγενής φύση είναι η δική μας φύση, και ποιες αρετές είναι ικανή αυτή η ύπαρξη, έχει αποδειχθεί καλύτερα από όλους τους ανθρώπους από τον Απόστολο Παύλο. Από τότε που έγινε απόστολος, και μέχρι σήμερα, έχει δικαιώσει τον Κύριο με δυνατή φωνή ενώπιον όλων όσων Τον κατηγορούν για αυτή τη σύσταση του ανθρώπινου όντος. Μας προτρέπει στην αρετή, κλείνει τα στόματα των αναίσχυντων βλασφημιστών και δείχνει ότι δεν υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ αγγέλων και ανθρώπων, αν είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε μεγάλη προσοχή στον εαυτό μας. Ο Απόστολος Παύλος δεν έλαβε διαφορετική φύση (φύσιν), ούτε είχε διαφορετική ψυχή, ούτε έζησε σε άλλο κόσμο, αλλά, ανατραφείς στην ίδια γη και στον ίδιο χώρο και σύμφωνα με τους ίδιους νόμους και έθιμα, ξεπέρασε όλους τους ανθρώπους που υπάρχουν από την αρχή του κόσμου. Πού είναι λοιπόν εκείνοι που λένε ότι η αρετή είναι δύσκολη και η κακία εύκολη; Ο Παύλος δεν τους δίνει το δικαίωμα, λέγοντας: Η ελαφριά μας θλίψη, που είναι μόνο για μια στιγμή, εργάζεται για εμάς ένα αιώνιο βάρος δόξας που υπερτερεί κατά πολύ όλων των άλλων (Β' Κορινθίους 4:17). Και όταν οι θλίψεις είναι ελαφριές, είναι ακόμη περισσότερο – οι εσωτερικές απολαύσεις.

 

Ο Ζήλος του Αποστόλου Παύλου και η Αγάπη του για την Αρετή

Και δεν είναι μόνο αυτό που είναι άξιο θαυμασμού στον Απόστολο Παύλο ότι, από μεγάλο ζήλο, δεν ένιωθε καν τις προσπάθειες που κατέβαλε για χάρη της αρετής, αλλά ότι ήταν αφοσιωμένος στην αρετή όχι για χάρη της ανταμοιβής. Δεν υπομένουμε προσπάθειες για χάρη της αρετής ακόμη και όταν η ανταμοιβή είναι προφανής, αλλά την αγαπούσε και την αγαπούσε ακόμη και χωρίς ανταμοιβή και πολύ εύκολα ξεπερνούσε τα εμπόδια σε αυτήν, χωρίς να παραπονιέται ούτε για την αδυναμία του σώματος ούτε για το πλήθος των εργασιών ούτε για τη βία της φύσης ούτε για οτιδήποτε άλλο. Αν και ήταν επιβαρυμένος με μεγαλύτερες φροντίδες από όλους τους στρατηγούς και τους βασιλιάδες της γης, παρόλα αυτά προόδευε κάθε μέρα και με την αύξηση του κινδύνου αποκτούσε νέο ζήλο, τον οποίο εκφράζει λέγοντας: Ξεχνώντας τα πίσω μου και προσπαθώντας να φθάσω στα μπροστά μου (Φιλ. 3:13). Και όταν περίμενε τον θάνατο, καλούσε σε συμμετοχή σε αυτή τη χαρά, λέγοντας: Χαίρετε και χαρείτε μαζί μου (Φιλ. 2:18). Και όταν τον έβρισκαν κίνδυνοι, προσβολές και κάθε είδους κακοποίηση, εξακολουθούσε να χαιράται, και γράφοντας προς τους Κορινθίους έλεγε: «Γι' αυτό ευαρεστούμαι στις αδυναμίες, στις προσβολές, στους διωγμούς» (Β' Κορινθίους 12:10). Όλα αυτά τα ονόμασε όπλο της δικαιοσύνης, δείχνοντας ότι αποκόμιζε το μεγαλύτερο όφελος από αυτό, και οι εχθροί του δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν από καμία πλευρά. Χτυπημένος, προσβεβλημένος και ταπεινωμένος από παντού, στόλιζε τον εαυτό του, σαν να βρισκόταν σε θριαμβευτική πορεία και να στήνει μνημεία νίκης σε όλη τη χώρα, και έτσι προσέφερε ευχαριστίες στον Θεό, λέγοντας: «Δόξα τω Θεώ, ο οποίος πάντοτε μας δίνει τη νίκη» (Β' Κορινθίους 2:14).

 

Η Ανατροπή των Κοσμικών Αξιών

Για χάρη του κηρύγματος του Ευαγγελίου, επιδίωκε τις ύβρεις και τις προσβολές περισσότερο από εμάς για τιμές· για τον θάνατο περισσότερο από τη ζωή· για τη φτώχεια περισσότερο από τον πλούτο· για προσπάθειες περισσότερο από άλλους για ανάπαυση, και όχι μόνο περισσότερο, αλλά πολύ περισσότερο· για τη λύπη περισσότερο από άλλους για χαρά· για προσευχή για τους εχθρούς περισσότερο από άλλους για προσευχή εναντίον των εχθρών. Έτσι φρόντισε για την τάξη των πραγμάτων, ή, μάλλον, την ανατρέψαμε, και την διατήρησε όπως την είχε καθιερώσει ο Θεός. Διότι όλα είναι πρωτότυπα - φυσικά (χατά φύσιν), και το δεύτερο είναι - το αντίθετο. Ποιος είναι η απόδειξη αυτού; Ο Παύλος, ο οποίος, καθώς έγινε άνθρωπος, επιδίωξε το πρωτότυπο περισσότερο από το δεύτερο.

 

Η Υπέρτατη Αγάπη του Παύλου για τον Χριστό

Για αυτόν, υπήρχε μόνο ένα πράγμα τρομερό και επικίνδυνο: να προσβάλλει τον Θεό, και τίποτα άλλο. Ομοίως, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήθελε: να ευαρεστήσει τον Θεό. Δεν λέω ότι το αγαπούσε περισσότερο από οτιδήποτε σε αυτόν τον κόσμο, αλλά περισσότερο από οτιδήποτε στον επόμενο κόσμο. Μη μου μιλάς για πόλεις, έθνη, βασιλιάδες, στρατούς, όπλα, πλούτο, δύναμη, εξουσία, γιατί δεν τα θεωρούσε όλα αυτά σαν ιστό αράχνης, αλλά φανταστείτε τι υπάρχει στον ουρανό, και τότε θα δείτε τη δύναμη της αγάπης του για τον Χριστό. Μεθυσμένος από αυτή την αγάπη, δεν θαύμαζε την αξιοπρέπεια των αγγέλων, των αρχαγγέλων ή οτιδήποτε παρόμοιο, επειδή είχε κάτι μεγαλύτερο από όλα αυτά μέσα του: την αγάπη του Χριστού, και με αυτήν θεωρούσε τον εαυτό του πιο ευλογημένο από όλους, και χωρίς αυτήν δεν ήθελε να είναι με αρχές, αρχές ή εξουσίες. Με αυτήν την αγάπη προτιμούσε να είναι μεταξύ των τελευταίων και τιμωρημένος, παρά χωρίς αυτήν μεταξύ των υψηλότερων και δοξασμένων. Για αυτόν, η μόνη τιμωρία είναι: να στερηθεί αυτή την αγάπη. Για αυτόν αυτό ήταν η κόλαση, αυτό ήταν το μαρτύριο, αυτό ήταν το αποκορύφωμα του κακού· όπως ακριβώς για αυτόν ήταν ηδονή να αποκτήσει αυτή την αγάπη. Για αυτόν αυτή ήταν η ζωή, αυτό ήταν το αποκορύφωμα του καλού. Όλα τα άλλα που δεν αφορούσαν αυτό δεν τα θεωρούσε ούτε λυπηρά ούτε ευχάριστα, αλλά περιφρονούσε εμφανώς τα πάντα ως σάπιο χόρτο.

 

Η Χαρά εν μέσω Δοκιμασιών

Οι ηγεμόνες και οι λαοί που ανέπνεαν οργή του φάνηκαν σαν κουνούπια, και ο θάνατος, οι τιμωρίες και τα αμέτρητα βάσανα - σαν παιδικά παιχνίδια, όταν τα υπέμεινε για χάρη του Χριστού. Τότε τα χαιρόταν και καυχιόταν για τις αλυσίδες του με τρόπο που ο Νέρωνας δεν καυχιόταν με το στέμμα στο κεφάλι του. Στη φυλακή ζούσε σαν στον ίδιο τον παράδεισο, και δεχόταν πληγές και χτυπήματα με μεγαλύτερη χαρά από τους άλλους. Αγαπούσε τις προσπάθειες όχι λιγότερο από τις ανταμοιβές, θεωρώντας τις ίδιες τις προσπάθειες και τους κόπους ως ανταμοιβές, γι' αυτό και τις ονόμασε χάρη (χάρις). Κοιτάξτε: γι' αυτόν ήταν ανταμοιβή να είναι ελεύθερος από το σώμα και να είναι με τον Χριστό, και αγώνας να παραμείνει στο σώμα. Κι όμως επιλέγει το δεύτερο αντί του πρώτου, και λέει ότι είναι πιο απαραίτητο γι' αυτόν. Το να είναι αποφασισμένος για τον Χριστό ήταν γι' αυτόν μια προσπάθεια και ένα μαρτύριο, ή μάλλον, περισσότερο από μια προσπάθεια και ένα μαρτύριο, και το να είναι με τον Χριστό είναι μια ανταμοιβή. Κι όμως, για χάρη του Χριστού, επιλέγει το πρώτο αντί του δεύτερου. Αλλά ίσως κάποιος πει ότι του είναι ευχάριστο για χάρη του Χριστού. Αυτό λέω κι εγώ, ότι αυτό που μας προκαλεί λύπη του έφερε μεγάλη ευχαρίστηση.

 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου)

 Πάσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,

Δὲ οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.


Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος. Ομιλία "Εἰς τὴν Καινὴν Κυριακὴν καὶ εἰς τὸν Ἀπόστολον Θωμᾶν"


 


Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Περίληψη της Ομιλίας

 

Εισαγωγή (§1)

Ο Χρυσόστομος αρχίζει με ρητορικό τόνο: έρχεται να εκπληρώσει την υπόσχεσή του να εξηγήσει την απιστία του Θωμά. Ζητά από το ακροατήριο να συνεργαστεί και να «ικετεύσει» τον Απόστολο Θωμά να «νευρώσει τη γλώσσα του» — δηλαδή να του δώσει έμπνευση για την ερμηνεία.

 

Η Οικονομία της Απουσίας (§2-3)

Ο Θωμάς απουσίαζε όταν ο Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους μαθητές με κλεισμένες τις πόρτες. Αυτή η απουσία δεν ήταν τυχαία, αλλά θεία οικονομία:

«Ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ μαθητοῦ νὰ προξενήσῃ περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα»

Αν ήταν παρών, δεν θα είχε αμφιβολίες → δεν θα ζητούσε να ψηλαφήσει → δεν θα ομολογούσε «Κύριος καὶ Θεός» → δεν θα είχαμε διδαχθεί να δοξολογούμε έτσι τον Χριστό.

 

Η Μεθοδολογία της Έρευνας του Θωμά

Ο Θωμάς δεν αρνείται την αλήθεια από πείσμα, αλλά θέτει τις βάσεις μιας εμπειρικής επαλήθευσης. Το αίτημά του κινείται σε τρία κλιμακούμενα επίπεδα:

Πρώτον, ζητά να δει τα ίχνη των καρφιών στις παλάμες, επιζητώντας την οπτική επιβεβαίωση της πραγματικότητας της Σταύρωσης. Δεύτερον, προχωρά στην απαίτηση να θέσει το δάχτυλό του επί τον τύπον των ήλων, ώστε να βεβαιωθεί μέσω της αφής ότι η Ανάσταση δεν είναι μια φανταστική ή πνευματική οπτασία, αλλά ένα γεγονός με υλική υπόσταση. Τέλος, ζητά να βάλει το χέρι του στην πλευρά του Χριστού, επιδιώκοντας την απόλυτη ταύτιση: ο αναστημένος Διδάσκαλος πρέπει να φέρει το ανεξίτηλο σημάδι από τη λόγχη, αποδεικνύοντας πως είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο που μαρτύρησε.

Η Παιδαγωγική Αξία της Αμφιβολίας

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με την οξυδερκή του ματιά, δεν επιπλήττει τον Θωμά. Αντιθέτως, εγκωμιάζει την επιμονή του. Χρησιμοποιεί τη φράση «Ἀγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, γιατί κόβει κάθε διχασμό», θέλοντας να δείξει πως η προσωρινή αμφιβολία ενός ανθρώπου γίνεται το φάρμακο για την αμφιβολία όλων των υπολοίπων.

Σημείωση: Ο Θωμάς λειτουργεί ως ο εκπρόσωπος του ορθολογισμού μέσα στον κύκλο των Μαθητών. Η δική του «απιστία» είναι στην πραγματικότητα μια φιλότιμη αναζήτηση βεβαιότητας.

Η Απιστία ως Θεμέλιο Πίστης

Η στάση αυτή μετατρέπεται σε «παιδαγωγικό εργαλείο» για την Εκκλησία και την ιστορία. Η λεπτομερής εξέταση των σημαδιών του Χριστού από τον Θωμά αφαιρεί από κάθε μεταγενέστερο σκεπτικιστή το επιχείρημα ότι οι Μαθητές υπήρξαν θύματα ψευδαίσθησης ή εύπιστοι ακόλουθοι.

Με αυτόν τον τρόπο, η ερευνητική διάθεση του Θωμά δεν γκρεμίζει την πίστη, αλλά την οικοδομεί πάνω σε ακλόνητα, «ψηλαφητά» θεμέλια, καθιστώντας την εμπειρία του μια παγκόσμια κληρονομιά βεβαιότητας.

Η Δεύτερη Εμφάνιση του Χριστού (§9-13)

Μετά από οκτώ ημέρες, ο Χριστός εμφανίζεται πάλι με κλεισμένες τις πόρτες. Απευθύνεται απευθείας στον Θωμά, επαναλαμβάνοντας ακριβώς τα λόγια που είχε πει ο μαθητής:

«Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου»

Ο Χρυσόστομος εκπλήσσεται από την ταπείνωση του Θεού: δεν περιμένει ο Θωμάς να πλησιάσει — ο Χριστός τραβάει ο ίδιος το χέρι του μαθητή στις πληγές Του.

 

Η Θεολογία των Πληγών (§14-17)

Οι πληγές του Χριστού έχουν πολλαπλή λειτουργία:

  1. Αποδεικτική: κατά των Ιουδαίων που θα αρνηθούν τη σταύρωση
  2. Θεραπευτική: «γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν»
  3. Εγγυητική: «ὁμήρους γιὰ τὸν ξαναγεννημό σας», «ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας»
  4. Προστατευτική: «ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη»

 

Η Ομολογία της Πίστεως (§18-20)

Αφού ψηλάφησε, ο Θωμάς ξεσπά σε ύμνο:

«Κύριέ μου καὶ Θεέ μου»

Ο Χρυσόστομος αναλύει αυτή την ομολογία:

  • Κύριος: ως άνθρωπος και φιλάνθρωπος
  • Θεός: ως Θεός και Δημιουργός

Ο Θωμάς πλέον αποκηρύσσει την περιέργεια και ασπάζεται την πίστη χωρίς εξέταση:

«Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο. Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ»

 

Επίλογος (§21)

Η ομιλία κλείνει με δοξολογία: «Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.»

Στην συνέχεια δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του λόγου.

---------------------------------------------------------------------------------------

¨…Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγουμένως; Δὲν εἶπες, ἂν δὲ δῶ μέσα στὰ χέρια τοῦ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲ ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι κοντὰ σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ἦρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω. Μὴ διστάσῃς λοιπὸν νὰ μάθῃς ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιτάξῃς καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγῃς νὰ βάλῃς τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά. 

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Λόγος στην πόρνη με το μύρο.(Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου )

 


Διαμόρφωση κειμένου σε μορφή διαλόγου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Ο Διάλογος της Μετάνοιας: Η Πόρνη και ο Αρωματοπώλης

Αφηγητής: Σήμερα, ο Φαρισαίος κάλεσε τον Δεσπότη σε δείπνο, μπερδεύοντας την τιμή με την ατιμία. Όμως μια γυναίκα, η πόρνη της πόλης –εκείνη που ήταν το «σιδερένιο βέλος» και η «παγίδα των νέων»– πήρε μια απόφαση ζωής. Χωρίς φόβο για τους υπηρέτες ή την κατακραυγή, αποφάσισε να γίνει «σιδερένια» για να σωθεί.

(Η Πόρνη στέκεται μόνη, ψιθυρίζοντας στον εαυτό της)

Πόρνη: Τώρα είναι ο καιρός! Πρέπει να νικήσω αυτόν που με πολεμούσε τόσο καιρό. Τόσο καιρό άρεσα στους ανθρώπους για την αμαρτία· τώρα πρέπει να αρέσω στον Θεό για τη μετάνοιά μου. Αλλά πώς θα πάω; Τι θα κρατάω; Θα πάρω ένα δώρο, ένα μύρο πολύτιμο. Αν με διώξει, θα ξέρω πως δεν αξίζω συγχώρεση. Αλλά αν με δεχτεί...

(Τρέχει στο μαγαζί του Αρωματοπώλη. Μπαίνει λαχανιασμένη)

Πόρνη: Δώσε μου μύρο! Το πιο εκλεκτό, το βασιλικό, το πιο τίμιο που έχεις. Δώσ' το μου γρήγορα, γιατί Εκείνος που θα το προσφέρω είναι ο μεγαλύτερος από όλους!

Αρωματοπώλης (με απορία και ειρωνεία): Μα τι λες, γυναίκα; Ποιος σε αυτή τη χώρα δεν σε ξέρει; Όλοι γνωρίζουν τους εραστές σου. Σε ποιον, λοιπόν, θέλεις να πας το βασιλικό μύρο; Τι αντάλλαγμα μπορεί να σου δώσει αυτός για κάτι τόσο ακριβό; Γνωρίζω όλους τους αγαπητικούς σου, αλλά κανείς τους δεν έχει τη δύναμη να σου ανταποδώσει τέτοιο δώρο.

Πόρνη (ανυπόμονη): Μη με καθυστερείς!

Αρωματοπώλης: Θέλω να το πουλήσω, αλλά θέλω και να μάθω: Γιατί τόσος ζήλος; Γιατί τέτοια ταραχή; Μήπως είναι γιος βασιλιά; Μήπως είναι μεγαλύτερος κι από τον Δαβίδ; Ποιος είναι αυτός ο «αγαπητικός» σου;

Πόρνη (με ιερή οργή): Φοβήσου τον Θεό, άνθρωπε! Σε ορκίζω στον Θεό του Μωυσή, που έσκισε την Ερυθρά Θάλασσα! Σε ορκίζω στα ιερά λείψανα του Ιωσήφ! Πάρε όσα χρήματα θέλεις, αλλά δώσ' μου το μύρο. Πρέπει να δω τον αγαπητικό μου, τον Αμόλυντο!

Αρωματοπώλης (σαστισμένος): Βλέπω την αξία του μύρου και απορώ... Με έκανες να θέλω κι εγώ να τον δω. Πες μου, γιατί τόση αγάπη; Ποιος είναι;

Πόρνη: Γιατί με πιέζεις να σου πω κάτι που δεν μπορείς να καταλάβεις; Δεν βλέπεις ότι η καρδιά μου καίγεται; Φοβάμαι μήπως περάσει η ώρα και χάσω τον μόνο Γιατρό που μπορεί να με σώσει! Ήρθα να αγοράσω, όχι να πολυλογώ. Δώσε μου το αγγείο να φύγω!

Αρωματοπώλης: Μα πες μου...

Πόρνη (με δάκρυα στα μάτια): Άκου, λοιπόν. Όλοι ξέρουν τα αίσχη μου. Ξέρουν πόσους παρέσυρα στην αμαρτία. Αλλά όταν είδα αυτόν τον Άγιο Γιατρό, η ψυχή μου έγινε δούλη Του. Είδα με τα μάτια μου θαύματα! Δέχεται αμαρτωλούς, κάθεται με τελώνες, αγκαλιάζει λεπρούς και δεν θυμώνει. Ανασταίνει νεκρούς μόνο με τον λόγο Του!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου:

Επιστολή προς τον Ιννοκέντιο Επίσκοπο Ρώμης.



Ἡ βίαιη ἐπέμβαση στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ Πάσχα τοῦ 404 μ.Χ. ἀποτέλεσε τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς βαθιᾶς πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία εἶχε ἤδη κλονίσει τὴ ζωὴ τῆς πρωτευούσης.
Στὸ ἐπίκεντρο τῶν γεγονότων βρέθηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τοῦ ὁποίου ὁ ποιμαντικὸς καὶ ἐλεγκτικὸς λόγος συγκρούσθηκε μὲ τὴν αὐλικὴ νοοτροπία καὶ τὴν κατάχρηση τῆς ἐξουσίας. Ἡ ρήξη μὲ τὴν Αὐτοκράτειρα Εὐδοξία*, ἡ ὁποία ἐξέλαβε τὰ κηρύγματά του ὡς ἔμμεση προσβολὴ τοῦ προσώπου της, συνδυάσθηκε μὲ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας. Μέσω τῆς παρανόμου Συνόδου τῆς Δρυὸς ἐπεβλήθη ἡ ἀντικανονικὴ καθαίρεση τοῦ Ἁγίου, χωρὶς δίκαιη ἀκρόαση καὶ κατὰ παράβαση τῶν ἱερῶν κανόνων. Ὅμως ἡ ἀπόφαση αὐτὴ συνάντησε τὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ παρέμενε πιστὸς στὸν ποιμενάρχη του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ κρατικὴ ἐξουσία κατέφυγε στὴ βία, ἐπιστρατεύοντας στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ποὺ εἰσέβαλαν στοὺς ναοὺς κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πασχαλινῶν βαπτίσεων, προκαλώντας σκηνὲς βαναυσότητος καὶ βεβηλώσεως. Ἡ παροῦσα Α’ ἐπιστολὴ** πρὸς τὸν Ἰννοκέντιο, Ἐπίσκοπο Ῥώμης, δὲν γράφεται ἐκ τῆς ἐξορίας, ἀλλὰ ἐνῶ τὰ γεγονότα βρίσκονται ἀκόμη σὲ ἐξέλιξη. Ὁ Χρυσόστομος καταγγέλλει τὶς παρανομίες καὶ ζητεῖ ἐκκλησιαστικὴ δικαιοσύνη, ἀποκαλύπτοντας τὴν ἐπικίνδυνη σύμπραξη πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας ποὺ ὁδήγησε στὴ βαθιὰ πληγὴ τῆς Ἐκκλησίας.


Στὸν δεσπότη μου, τὸν αἰδεσιμώτατο καὶ θεοφιλέστατο ἐπίσκοπο Ἰννοκέντιο, ὁ Ἰωάννης χαίρει ἐν Κυρίῳ.
α΄. Πιστεύω ὅτι καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν δική μας ἐπιστολή, ἡ εὐσέβειά σας θὰ ἔχει πληροφορηθεῖ τὴν παρανομία ποὺ διαπράχθηκε ἐδῶ. Διότι τὸ μέγεθος τῶν δεινῶν δὲν ἄφησε σχεδὸν κανένα μέρος τῆς οἰκουμένης ποὺ νὰ μὴν ἀκούσει γι’ αὐτὴ τὴν χαλεπὴ τραγωδία· καθὼς ἡ φήμη, μεταφέροντας τὰ γεγονότα ἕως καὶ τὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς, προκάλεσε παντοῦ μεγάλο θρῆνο καὶ ὀδυρμό. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν πρέπει μόνο νὰ θρηνοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰ διορθώνουμε καὶ νὰ φροντίζουμε ὥστε νὰ σταματήσει αὐτὸς ὁ βαρύτατος χειμώνας τῆς Ἐκκλησίας, θεωρήσαμε ἀναγκαῖο νὰ πείσουμε τοὺς κυρίους μου, τοὺς τιμιώτατους καὶ εὐλαβέστατους ἐπισκόπους Δημήτριο, Πανσόφιο, Πάππο καὶ Εὐγένιο, νὰ ἀφήσουν τὶς δικές τους ἐκκλησίες καὶ νὰ τολμήσουν νὰ διασχίσουν τόσο πέλαγος καὶ νὰ ξεκινήσουν μία μακρινὴ ἀποδημία, ὥστε νὰ τρέξουν πρὸς τὴν ἀγάπη σας καί, ἀφοῦ σᾶς ἐνημερώσουν για ὅλα μὲ σαφήνεια, νὰ μεριμνήσουν ὥστε νὰ γίνει ἡ διόρθωση τὸ συντομότερο δυνατό. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς στείλαμε καὶ τοὺς τιμιώτατους καὶ ἀγαπητοὺς διακόνους Παῦλο καὶ Κυριακό· ὅμως καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μὲ τὴ μορφὴ ἐπιστολῆς, θὰ ἐνημερώσουμε ἐν συντομίᾳ τὴν ἀγάπη σας γιὰ ὅσα συνέβησαν.
Ὁ Θεόφιλος, στὸν ὁποῖον ἔχει ἐμπιστευθεῖ ἡ προεδρία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἐπειδὴ κάποιοι κατέφυγαν στὸν εὐσεβέστατο βασιλιά ἐναντίον του, διατάχθηκε νὰ προσέλθει μόνος του. Ἐκεῖνος ὅμως, ἀφοῦ συγκέντρωσε μαζί του πλῆθος Αἰγυπτίων ἐπισκόπων, ὄχι λίγων, καταφθάνει, θέλοντας σὰν ἀπὸ προοίμιο νὰ δείξει ὅτι ἦρθε γιὰ πόλεμο καὶ παράταξη μάχης. Ἔπειτα, ἀφοῦ πάτησε τὸ πόδι του στὴ μεγάλη καὶ θεοφιλή Κωνσταντινούπολη, δὲν εἰσῆλθε στὴν Ἐκκλησία σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια καὶ τὸν θεσμὸ ποὺ ἐπικρατεῖ ἀπὸ παλιά, δὲν συναντήθηκε μαζί μας, δὲν μᾶς μετέδωσε λόγο, οὔτε προσευχή, οὔτε κοινωνία, ἀλλὰ ἀφοῦ ἀποβιβάστηκε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ προσπέρασε τὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, ἔφυγε καὶ ἐγκαταστάθηκε κάπου ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη. Καὶ παρόλο ποὺ ἐμεῖς παρακαλέσαμε πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἴδιο καὶ ὅσους εἶχαν ἔρθει μαζί του νὰ φιλοξενηθοῦν σὲ ἐμᾶς (διότι ὅλα εἶχαν προετοιμαστεῖ, καὶ τὰ καταλύματα καὶ ὅσα ἦταν πρέπον), οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε αὐτὸς τὸ δέχτηκαν.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

ΤOΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΠΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΑΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ.

Επισκοποι: Βασιλευ, μη γινου πρεσβυτερων πραοτερος και επισκοπων οσιωτερος. ειπομεν σοι επι παντων: επι την κεφαλην ημων η Ιωαννου καθαιρεσις. Μη τοινυν φειση ενος ανθρωπου, αφειδησας παντων ημων. Παλλαδιου, σελ. 148

Τοτε οι γενναδες και περισσοψυχοι ειπον τω βασιλει:Βασιλευ, επι την κεφαλην ημων η Ιωαννου καθαιρεσις. Σελ. 140.

Του μακαριστού επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτη

«Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς…» (Ἑβρ. 7,26)

27 Ἰανουαρίου
Ἀνακ. λειψ. Ἰω. Χρυσοστόμου (Ἑβρ. 7,26–8,2)

Θὰ­ ποῦμε, ἀγαπητοί μου, λίγα λόγια ὄχι ἐ­πάνω στὸ εὐαγγέλιο ἀλλὰ ἐπάνω στὸν ἀ­πόστολο τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξετε.

Ὁ ἀπόστολος σήμερα ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἀρχι­ερέα. Σ᾽ ἐμᾶς εἶνε ἀδύνατον νὰ τὸν περιγράψουμε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως ζω­γραφίζει μπροστά μας τὸ μεγαλεῖο του. Ὁ ἀρ­χιερεὺς αὐ­τός, λέει, δὲν ἔχει καμμιά ὁμοιότη­τα μὲ τοὺς ἀρχι­ερεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν εἶνε σὰν τοὺς κακοὺς ποιμένες τοῦ Ἰσρα­ήλ.

Ὁ ἀρ­χιερεὺς αὐτὸς δὲν εἶχε πλούτη, δὲν κατοικοῦ­σε σὲ παλάτια. Ὅταν κάποιος τὸν ρώτησε «Ποῦ μένεις;» (Ἰω. 1,38), ἀ­πήντησε, ὅ­τι τὰ που­λιὰ κ᾽ οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φω­λιές, μὰ αὐτὸς δὲν ἔχει «ποῦ τὴν κεφα­λὴν κλί­νῃ» (Ματθ. 8,20, Λουκ. 9,58). Ὑλικὸ πλοῦ­το δὲν εἶχε, εἶχε ὅμως πνευματικὸ πλοῦτο, εἶχε τὶς ἀρετές, ποὺ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα· καὶ οἱ ἀρχαῖοι προγονοί μας ἔλεγαν, ὅτι «πᾶς ὁ ἐπὶ γῆς καὶ ὑπὸ γῆν χρυ­­σὸς ἀρετῆς οὐκ ἀν­τάξι­ος» (Πλά­τωνος, Νόμ. 5,728Α· παρὰ Μιχ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 70)· ὅλο τὸ χρυσά­φι τῆς γῆς δὲν ἀξίζει τόσο ὅσο ἡ ἀρετή.

Ποιές ἦταν οἱ ἀρετὲς τοῦ ἀρχιερέως αὐτοῦ;

⃝     Ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶνε πρῶτον «ὅσιος» (Ἑβρ. 7,26). Τί θὰ πῇ ὅ­σιος; Ὅσιος λέγεται ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶνε μόνο ἐξωτερικὰ καθαρὸς ἀπὸ ἁ­μαρτήματα, δὲν φαίνεται μόνο στὰ μάτια τῆς κοινωνίας ἅγιος, ἀλλὰ εἶνε καὶ ἐσωτερικὰ καθαρός· ἡ σκέψι του εἶνε σὰν τὸ κρύσταλλο, δὲν πηγαίνει στὰ ἁμαρτωλά, φτερουγίζει στὸ Θεό.

⃝    Ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶ­νε ἀκόμα «ἄκακος» (ἔ.ἀ.). Τί θὰ πῇ ἄκακος; δὲν ἔχει κακία, δι­­άθεσι νὰ βλάψῃ, δὲν κρατάει μῖσος. Ἄλλοι τοῦ φέρθηκαν ἄδικα, μύρια κακὰ τοῦ ἔ­καναν· ἐκεῖνος ὅ­μως δὲν ζήτησε ἐκδίκησι. Καὶ δὲν ἦ­ταν καθόλου ἀ­δύνατος. Ἐνῷ ἔχει δύναμι ὅσο κανείς ἄλ­λος καὶ μποροῦσε νὰ κάψῃ τοὺς ἐ­χθρούς του, δὲν τοὺς ἔκαψε, τοὐναντίον προσευχόταν γι᾽ αὐτούς.

⃝    Εἶνε λοιπὸν ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς ὅσιος, εἶνε ἄκακος· εἶνε ἀκόμα, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «ἀμίαντος» (ἔ.ἀ.). Ὁ ἀμίαν­τος εἶνε μιὰ οὐσία, ἕνα ὀρυκτό, ποὺ ἅ­μα τὸ βάλῃς στὴ φωτιὰ λάμπει ἀλλὰ δὲν καίγεται. Τὸ «ἀμίαντος» λοιπὸν θὰ πῇ ὅτι ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς δὲν μιάνθηκε, ἔμεινε ἀν­έγγιχτος ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς ἁμαρτίας.

⃝    Ἀκόμη, ὁ ἀρχιερεὺς αὐτὸς εἶνε «κεχωρισμέ­νος ἀπὸ τῶν ἁμαρτω­λῶν» (ἔ.ἀ.). Δὲν ἔζησε σὲ μιὰ ἔρημο· ἔζησε στὴν κοινωνία, ἀνάμεσα στοὺς ἀτελεῖς ἀνθρώπους. Συναναστράφηκε τοὺς ἁμαρτωλούς, πῆγε στὰ σπίτια τους, ἔφαγε μαζί τους, καὶ ὅ­μως δὲν μολύνθηκε ἀπὸ τὴ συναναστροφή τους· τοὐναντίον κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ πολλοὺς ἀπὸ αὐτούς. Ἔ­μεινε καθαρὸς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

⃝    Τέλος ἡ ἀρετή του ξεπέρασε τὰ ἀν­θρώ­πινα μέτρα. Ὁ ἀπόστολος λέει, ὅτι τὸν εἶ­δε νὰ ὑψώ­νεται πάνω ἀπὸ τὴ γῆ, πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα, νὰ γίνεται «ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν» (ἔ.ἀ.), βρίσκεται δηλαδὴ στὸ θρόνο τῆς Θεότητος. Ἔγι­νε, λέει, «ὑψηλότερος τῶν οὐ­­ρανῶν». Προσέξατε; δὲν λέει «τοῦ οὐρανοῦ», ἀλλὰ λέει «τῶν οὐρανῶν». Γιατὶ δὲν ὑ­πάρχει μόνο ὁ οὐ­ρανὸς ποὺ βλέπουμε· ὑπάρχει καὶ ἄλλος οὐρανός. Ἕνας οὐρανὸς εἶνε ἡ ἀτμόσφαιρα, δεύτερος οὐρα­νὸς εἶνε τὰ ἄστρα, καὶ ὁ τρίτος οὐρανὸς εἶνε ὑπεράνω ὅλων τῶν ὑ­λικῶν οὐρανῶν, εἶ­νε ὁ πνευματι­κὸς οὐρανός. Ὁ ἀρ­χιερεὺς λοι­πὸν αὐτὸς ἔ­­στησε τὸ θρό­νο του πάνω ἀπὸ τὰ ἄ­στρα, ἐκεῖ κάθεται αἰωνί­ως, ἀπὸ ᾽κεῖ δέεται ὑπὲρ τοῦ κόσμου, καὶ ἐκεῖ οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησι­άζουν, προσ­κυνοῦν, παρακα­λοῦν καὶ λαμβάνουν συγγνώμη καὶ ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν.

Ποιός εἶνε ὁ ἀρχιερεὺς αὐ­τός; Τὸ καταλαβαίνουμε ὅλοι· δὲν εἶνε κάποιος ἀ­τελὴς ἀρχιερεύς – ἕνας συ­νηθισμένος ἄνθρωπος, εἶνε ὁ Κύ­ριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τέτοιον ἀρχιερέα εἴχαμε ἀνάγκη γιὰ νὰ σωθοῦ­με, «τοιοῦ­τος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς» (ἔ.ἀ.).

* * *

Ἀλλὰ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, εἶ­νε ὑπόδειγμα γιὰ ὅλους. Εἶνε ὅσιος ὁ Χριστός; κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ὅσιοι· εἶνε ἄκακος ὁ Χριστός; κ᾽ ἐμεῖς νὰ εἴ­μα­στε ἄκακοι· εἶνε ὁ Χριστὸς ἀμίαντος; κ᾽ ἐ­μεῖς νὰ εἴμαστε ἀμίαν­τοι. Καὶ οἱ λαϊκοί, κατ᾽ ἐ­ξο­χὴν ὅμως οἱ κληρικοί. Κ᾽ ἐρωτῶ· εἴμαστε ὅπως μᾶς θέλει ὁ Χριστός; Ὄ­χι δυστυ­χῶς. Ἐ­κεῖ­νος μᾶς θέλει ψηλά, κ᾽ ἐμεῖς ἔχουμε πέσει χαμη­λά. Σπάνιο πρᾶ­γμα νὰ βρῇς ἄνθρωπο «ὅ­σιο», «ἄκακο», «ἀμίαν­το», «κεχω­ρισμένο ἀπὸ τῶν ἁ­μαρτωλῶν». Ἂς κοσκινίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὰ λό­για αὐτὰ ὅλοι.

⃝    Τὸ πρῶτο κόσκινο. Εἶνε δύσκολο νὰ βρῇς ἄν­θρωπο Ἕλληνα καὶ νὰ ἔχῃ τὰ χέρια καθαρὰ ἀ­πὸ κλοπὴ ἢ ψεύτικο ὅρκο στὸ Εὐαγγέλιο κ.τ.λ.. Παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν στὴ φτωχὴ πατρίδα μας καὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐργάτες καὶ οἰκογενειάρχες, ποὺ προτιμοῦν νὰ τρῶνε τὸ ψωμί τους μὲ τιμιότητα. Δὲν ἔχουν λερωμένα τὰ χέρια τους, κ᾽ ἔτσι περνοῦν τὸ πρῶτο κόσκινο.

⃝    «Ἐγώ, παπούλη, δὲν ἔκλεψα», λένε στὴν ἐξ­ομολόγησι. Ἔχεις λοιπὸν καθαρὰ τὰ χέρια, ἀλλ᾽ ἂς προχωρήσωμε στὸ δεύτερο κόσκινο· ἔχεις ἆραγε καὶ τὸ κορμὶ καθαρό; Τὸ κορμὶ εἶνε μιὰ λαμ­πάδα, ποὺ πρέπει νὰ καίῃ μπρὸς στὸ Θεὸ σὰν καθαρὸ κερί. Δὲν εἶ­νε δι­κό σου, δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ κά­νῃς τὰ κέφια σου, νὰ πέφτῃς σὲ πορνεία καὶ μοιχεία. Ἂν κοσκινι­στοῦμε ἐδῶ, πό­σοι ἄντρες καὶ πό­­­σες γυ­ναῖκες βρίσκονται καθαροί; Δόξα τῷ Θεῷ ὅμως ὑπάρχουν κάποιοι ποὺ μένουν ἁγνοί· περνοῦν καὶ τὸ δεύτερο κόσκι­­νο. Πᾶμε τώρα βαθύτερα, στὸ τρίτο κόσκινο.

⃝    «Ἐγώ, παπούλη, δὲν πόρνευσα οὔτε μοίχευ­σα», λένε. Ἀληθινὰ σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς νέο ἢ νέα «ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν» (Ἆσμ. 2,2)· σπανιώτερο ὅμως εἶνε – ποιό; νὰ βρῇς καρδιὰ ἄκακη, ἄνθρωπο μὲ ἀκακία· νὰ σοῦ κάνουν κα­κὸ κ᾽ ἐ­σὺ νὰ κάνῃς καλό. Μπορεῖτε νὰ βρῆτε ἄν­θρωπο ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ μέσα του ἐκδίκησι;

⃝    Καὶ τὸ τελευταῖο κόσκινο ποιό εἶνε; Πές μου τί σκέπτεσαι, νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Εἶνε ἡ σκέψι μας καθαρή; Ποῦ τρέχει τὸ μυαλό σου; στὸ Θεό, στὸ Χριστό, στὴν Παναγιά, στοὺς ἀγ­γέλους; τί σκέπτεσαι τὴ νύχτα, ποῦ πετάει ὁ λο­γισμός σου, ποῦ εἶνε τὰ ὄνειρά σου; Ἀπὸ αὐτὸ τὸ κόσκινο δὲν περνᾶμε εὔκολα. Ἡ σκέψι μας εἶνε στὴν κακία, τὴ βρωμιὰ καὶ ἀ­κα­θαρσία. Μόνο ὅσιοι καὶ ἀσκηταὶ στὶς σπηλιὲς καὶ στὰ ὅρη κρατοῦν καθαρὴ τὴ σκέψι. Δὲν ὠφελεῖ νὰ ἔ­χῃς χέρια καὶ κορμὶ καθαρά· πρέπει καὶ ἡ σκέψι νά ᾽νε κρύσταλλο. Ἂν σοῦ σερβίρουν τὸ κα­λύτε­ρο φαγητὸ ἀλλὰ κάποιος ἔχῃ ῥίξει μέσα μιὰ σταγόνα πετρέλαιο, τὸ τρῶς; Ἤ, θὰ πιῇς νερὸ ἂν ἀκούσῃς ὅτι κάποιος ἔρριξε φαρμάκι στὴν Οὖλεν; Ὄχι. Ἔτσι καὶ στὸ μυαλό μας πέφτουν σταλαγματιὲς ἀκαθαρσίας ἀπὸ τὰ ἔν­τυπα, τὸ ῥά­διο, τὸν κινηματογράφο. Θέλουμε καθαρὸ τὸ νερό, καθαρὸ τὸ φαγητό, καθαρὸ τὸ ῥοῦχο μας, καθαρὰ ὅλα· πῶς λοιπὸν ἀνεχόμαστε τὸ μυαλὸ – ἡ σκέψι μας νὰ εἶνε ἀκάθαρτη ἀπὸ λογισμούς; Πῶς θὰ πλησιάσουμε τὸ Θεό; Ἐλᾶτε νὰ ζυγιστοῦμε, καὶ τότε θὰ ποῦ­με μαζὶ μὲ τὸ Δαυΐδ· «Σῶσόν με, Κύριε, ὅτι ἐκ­λέλοιπεν ὅσιος, ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 11,2).

* * *

Ἀλλὰ μὴ νομίσετε, ἀδελφοί μου, ὅτι χάθηκε κάθε ἴχνος ἁγιότητος. Ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία μας προβάλλει μπροστά μας ἁγίους ἀνθρώπους, ὅπως σήμερα τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο.

Ἦταν ἐλεήμων, πρᾶος, ταπεινός, ἀλλὰ καὶ μαχητὴς φλογερός. Δὲν προσωποληπτοῦσε. Ἀνέβηκε στὰ παλάτια, καὶ ἤλεγξε βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες. Καὶ ἐξωρίσθηκε. Τὸν ἔστει­λαν πέρα ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα, στὴν Ἀρμενία. Ἐκεῖ ἔ­μεινε ἐξόριστος, ἐκεῖ ἀπέθανε, ἐκεῖ ἐτάφη.

Ἀλλὰ καὶ ἡ βασίλισσα Εὐδο­ξία, ποὺ τὸν ἐξ­ώρισε, πέθανε καὶ σάπισε. Καὶ μόνο σάπισε; Ὁ τάφος της ἔτρεμε, δὲν εἶχε ἀναύπασι. Καὶ πότε σταμάτησε νὰ τρέμῃ; Τὸ λέει ἡ ἱστορία· ὕστερα ἀπὸ τριάντα χρόνια τὸ παιδί της πῆγε μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους στὴν Ἀρμενία, ἔ­σκαψαν, βρῆκαν τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τό ᾽φεραν στὴν Πόλι. Κι ὅταν πλησίασαν στὸν τάφο τῆς βασίλισσας, τότε σταμάτησε νὰ σείεται τὸ μνῆμα. Καὶ ὁ λαὸς πῆρε τὰ ἱερά του λείψανα μὲ θυμιάματα καὶ δάκρυα, τὰ ἀνέβασαν ἐπάνω στὸ θρόνο του καὶ εἶπαν· «Ἀπόλα­βε τὸν θρόνον σου, ἅγιε». Καὶ ἀκούστηκε ἡ φω­νή του «Εἰρήνη πᾶσι» δίδοντας συγχώρησι.

Αὐτὸ ἑορτάζουμε σήμερα, τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του. Καὶ μετὰ τρεῖς μέρες, στὶς 30 Ἰανουαρίου, πάλι τὸν τιμοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους ἱεράρχας.

* * *

Τέτοιους ἄν­δρες γέννη­σε ἡ Ἐκκλησία μας. Καὶ μιὰ Ἐκ­κλη­σία ποὺ γέννησε πατέρες καὶ μάρ­τυ­ρες, δὲν θὰ καταλυθῇ ποτέ. Θὰ προχωρῇ, θὰ νικᾷ ὁ Χριστός, θὰ θριαμβεύῃ ἡ πίστι μας.

Μα­κάριοι ὅσοι κρατοῦμε τὰ ἅγια κόσκινα. Ἂς κοσκινίσουμε τὴν καρ­διά μας, τὸ σπίτι μας, τὴν πα­τρίδα μας. Μιὰ μέ­ρα θά ᾽ρθῃ ὁ Χριστὸς καὶ θὰ κο­σκινίσῃ τὸν κόσμο μὲ κόσκινο τὸ Εὐ­αγγέλιο. Ὁ πι­στεύων στὸν Χριστὸν καὶ ἐδῶ θὰ ζήσῃ μὲ ἀ­γάπη καὶ εἰρήνη, καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν θ᾽ ἀ­ξιωθῇ, τῆς ὁποίας εἴθε ὅλοι ν᾽ ἀξιωθοῦμε.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀναργύρων Ἀττικῆς τὴν Κυριακὴ 27-1-1963. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 13-12-2014.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: 

Για μια καλή χρονιά


Ἄναρχε Τρισήλιε Βασιλεύ, 

ὁ καιρὼν καἱ χρόνων, τὰς ἑλίξεις περισκοπῶν,

εὐλόγησον τὸν κύκλον, τῆς νέας περιόδου, 

τὰς ἀγαθὰς Σου δόσεις , πᾶσι δωρούμενος.

( Μεγαλυνάριον της Ινδίκτου )



 Θα σου πάει καλά όλη η χρονιά του 2026, όχι αν μεθάς την πρώτη του μηνός, αλλά αν και την πρώτη του μηνός και κάθε μέρα κάνεις αυτά που αρέσουν στον Θεό. Διότι η ημέρα γίνεται κακή ή καλή όχι από τη δική της φύση, αφού δεν διαφέρει η μια μέρα από την άλλη, αλλά από τη δική μας επιμέλεια ή ραθυμία.

Αν κάνεις την αρετή, σου έγινε καλή η μέρα. Αν κάνεις την αμαρτία, έγινε κακή και γεμάτη κόλαση. Αν εμβαθύνεις σ’ αυτά κι έχεις αυτές τις διαθέσεις, θα ‘χεις καλή όλη τη χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ελεημοσύνες. Αν όμως αμελείς την προσωπική σου αρετή κι εμπιστεύεσαι την ευφροσύνη της ψυχής σου στις αρχές των μηνών και στους αριθμούς των ημερών, θα ερημωθείς απ’ όλα τα αγαθά σου.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Γιατί ο Χριστός ονομάστηκε Ιησούς και όχι Εμμανουήλ;;(Απόσπασμα απο λόγο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου)

 


(Από τον λόγο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στη  Κυριακή πρό της Χριστού Γεννήσεως)

Τίθεται όμως το ερώτημα: Γιατί λοιπόν δεν ονομάστηκε Εμμανουήλ, αλλά Ιησούς Χριστός; Διότι δεν είπε θα ονομάσεις, αλλά θα ονομάσουν, οι απλοί άνθρωποι, δηλαδή και η απλή πραγματικότητα. Εδώ δηλαδή δίνει ως όνομα το αποτέλεσμα. Η Αγία Γραφή έχει αυτή τη συνήθεια, να δίνει ως όνομα εκείνα που θα συμβούν στην πραγματικότητα. Το «καλέσουσιν Ἐμμανουήλ» δεν σημαίνει λοιπόν τίποτε άλλο παρά ότι θα δουν τον Θεό μεταξύ των ανθρώπων. Πάντοτε βέβαια βρισκόταν μεταξύ των ανθρώπων, ουδέποτε όμως τόσο φανερά.

     Αν αυθαδιάζουν οι Ιουδαίοι, θα τους ερωτήσουμε: «Πότε ονομάστηκε το παιδί ‘’Ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον(:ταχέως λαφυραγώγησε, πλήρως και τελείως λεηλάτησε’’»; [Ησ.8,3].Και ασφαλώς δεν θα μπορέσουν να δώσουν απάντηση. Αλλά τότε γιατί ο προφήτης έλεγε «κάλεσον τὸν ὄνομα αὐτοῦ ‘’Ταχέως σκύλευσον, ὀξέως προνόμευσον’’»Διότι η γέννησή Του προκάλεσε αρπαγή και διανομή λαφύρων. Για τούτο του δίνει ως όνομα εκείνο που συνέβη στην πραγματικότητα[ο Θεός δικαιολογεί το όνομα ως εξής: «διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον καλεῖν πατέρα ἢ μητέρα, λήψεται δύναμιν Δαμασκοῦ καὶ τὰ σκῦλα Σαμαρείας ἔναντι βασιλέως Ἀσσυρίων(:διότι πριν ακόμη το παιδί μάθει να λέγει την λέξη “πατέρα” και “μητέρα”, θα κυριεύσει ενώπιον του βασιλέως των Ασσυρίων τον στρατό της Δαμασκού και θα πάρει τα λάφυρα της Σαμάρειας)»Ησ.8,3].

   «Καὶ μετὰ ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών(:και έτσι εσύ θα ονομαστείς πόλη δικαιοσύνης, η Σιών η πρωτεύουσα του ισραηλιτικού λαού, η πιστή στον Θεό)», λέγει ο Θεός μέσω του προφήτη Ησαΐα [Ησ.1,26]. Δεν βρίσκουμε όμως πουθενά ότι η πόλη ονομάστηκε «δικαιοσύνη», αλλά εξακολούθησε να λέγεται Ιεροσόλυμα. Αλλά επειδή ήταν αυτό το αποτέλεσμα, διότι βελτιώθηκε πράγματι ηθικώς η πόλη αυτή, για τον λόγο αυτόν είπε ότι θα της δοθεί αυτό το όνομα· διότι, όταν συμβεί πράγματι κάτι, το οποίο κάνει σαφέστερα γνωστό εκείνο που το έκανε ή που το απόλαυσε, από όσο τον κάνει το σύνηθες όνομά του, τότε λέγει ότι αυτός έχει ως όνομα εκείνο που συμβαίνει στην πραγματικότητα.

ΣΧΟΛΙΑ

1. Η σημασία του ονόματος "Εμμανουήλ"

  • Η λέξη Εμμανουήλ σημαίνει «ο Θεός μεθ’ ημών» (Ησαΐας 7:14).
  • Το όνομα αυτό δεν δόθηκε ως προσωπικό όνομα του Χριστού, αλλά είναι προφητικό και περιγραφικό, δηλώνοντας το γεγονός της παρουσίας του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους.
  • Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι το όνομα «Εμμανουήλ» δείχνει το μυστήριο και τη φύση Του, αλλά δεν ήταν απαραίτητο ως καθημερινό όνομα.

2. Η επιλογή του ονόματος «Ιησούς»

  • Ο άγγελος στον Ιωσήφ λέει:

«Θα τον καλέσεις Ιησού· αυτός θα σώσει τον λαό Του από τις αμαρτίες τους» (Ματθαίος 1:21)

  • Το όνομα Ιησούς σημαίνει «Σωτήρας» ή «Ο Κύριος σώζει».
  • Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι αυτό το όνομα αντιστοιχεί στον ρόλο Του: όχι μόνο να είναι Θεός με τους ανθρώπους (Εμμανουήλ), αλλά να πραγματοποιήσει τη σωτηρία τουςΤο όνομα «Ιησούς» συνδέει άμεσα τη Θεότητα με τη σωτηρία και την αποστολή Του στον κόσμο.

3. Η σχέση μεταξύ Εμμανουήλ και Ιησού Χριστού

  • Εμμανουήλ: δηλώνει τη φύση Του — Θεός μεθ’ ημών, η ενανθρώπιση του Λόγου.
  • Ιησούς: δηλώνει την αποστολή Του — Σωτήρας και Λυτρωτής του ανθρώπου από την αμαρτία.
  • Ο Χρυσόστομος σημειώνει ότι η χρήση του ονόματος «Ιησούς» ήταν απαραίτητη για την πλήρη εκπλήρωση της σωτηρίας, ενώ το «Εμμανουήλ» παραμένει θεολογική δήλωση της ταυτότητάς Του.

4. Συμπέρασμα

  • Ο Χριστός θα μπορούσε να ονομαστεί Εμμανουήλ, αλλά το όνομα αυτό περιγράφει τη Θεότητά Του, όχι την αποστολή Του.
  • Το όνομα Ιησούς Χριστός ενσωματώνει και τη Θεότητά Του (Χριστός = Μεσσίας, ο Χριστός) και τη σωτηριακή Του αποστολή (Ιησούς = Σωτήρας).
  • Ο Χρυσόστομος σχολιάζει ότι έτσι οι άνθρωποι βλέπουν όχι μόνο ποιος είναι ο Θεός μεθ’ ημών, αλλά και τι κάνει για την ανθρωπότητα.

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

«Καλύτερα στα χέρια των Ισαύρων παρά στα χέρια του Επισκόπου Φαρέτριου…»

 



Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος περιγράφει στην Διακόνισσα Ολυμπιάδα τα όσα υπέστη στην Καισάρεια από τον Επίσκοπο Φαρέτριο:

(Οι Ίσαυροι ήταν ανεξάρτητοι ορεσίβιοι άνθρωποι που δημιουργούσαν χάος σε γειτονικές περιοχές υπό μακεδονική και ρωμαϊκή κατοχή. Ο κύριος πυρήνας της Ισαυρίας ήταν η περιοχή βόρεια της οροσειράς του Ταύρου που βρίσκεται ακριβώς στα νότια του Ικονίου και των Λύστρων).

«Ἐπρόκειτο νά μποῦμε στήν Καππαδοκία, ἀφοῦ εἴχαμε πλέον γλυτώσει ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου τῆς Γαλατίας, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶχε ἀπειλήσει μέ θάνατο. Τότε μᾶς συνάντησαν πολλοί ἄνθρωποι, λέγοντας: “Ὁ Φαρέτριος σέ περιμένει μέ ἀγωνία καί πηγαινοέρχεται ἀνησυχώντας μήπως προσπεράσετε καί δέν καταφέρει νά σέ συναντήσει. Ἔχει ξεσηκώσει μάλιστα γιά τήν ὑποδοχή σου καί ὅλα τά μοναστήρια, ἀνδρικά καί γυναικεῖα καί κάνει τά πάντα, ὥστε νά σέ δεῖ, νά σέ ἀσπασθεῖ καί νά σοῦ δείξει ὅλη τήν ἀγάπη του”. Ἐγώ βέβαια, τά ἄκουγα ὅλα αὐτά, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν πίστευα τίποτα ἀπό τά λεγόμενά τους. Τό μόνο πού σκεπτόμουν ἦταν ὅτι ἀσφαλῶς μέ περίμεναν ἀκριβῶς τά ἀντίθετα. Δέν ἔλεγα ὅμως τίποτα ἀπ’ αὐτά πού εἶχα μέσα μου σ’ ἐκείνους πού μοῦ τά μετέφεραν.

Ὅταν τελικά φθάσαμε στήν Καισάρεια, ἀναμμένος ἀπό τή φλόγα τοῦ πολύ ὑψηλοῦ πυρετοῦ, ἀποκαμωμένος καί ὑποφέροντας μέχρι θανάτου, βρῆκα ἐπιτέλους ἕνα κατάλυμμα στήν ἄκρη τῆς πόλης. Ἀμέσως μετά, φρόντισα νά βρῶ κανένα γιατρό γιά νά μέ βοηθήσει νά σβήσω τό καμίνι τοῦ πυρετοῦ πού μέ κατέκαιε. Ἦταν τό κορύφωμα τοῦ τριταίου πυρετοῦ, τόν ὁποῖο ἐπιβάρυνε ἡ ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας, ἡ κόπωση, ἡ συντριβή, ἡ ἀπουσία ἀνθρώπων πού νά μέ διακονοῦν, ἡ ἔλλειψη τῶν ἀναγκαίων, ἡ ἔλλειψη ἰατρικῆς παρακολούθησης, ἡ καταπόνηση ἀπό τή ζέστη καί τίς ἀγρυπνίες.

Ἔτσι, ἔφθασα στήν πόλη σχεδόν νεκρός. Τότε ὅμως ἦλθαν κοντά μου ὅλος ὁ κλῆρος, ὁ λαός, οἱ μοναχοί, οἱ μοναχές καί οἱ γιατροί. Ὅλοι αὐτοί μέ περιποιήθηκαν πολύ καί μέ διακόνησαν ὑποδειγματικά, μέ πολλή ἐπιμέλεια καί σεβασμό. Ὁ ὑψηλός πυρετός μέ εἶχε βέβαια τελείως ἐξαντλήσει, ἀλλά λίγο‒λίγο ἡ ἀρρώστια σταμάτησε καί λούφαξε.

Ὁ Φαρέτριος ὅμως δέν φαινόταν πουθενά, ἀλλά σιωποῦσε ‒–δέν ξέρω μέ ποιά σκέψη περιμένοντας νά φύγουμε ἀπό τήν πόλη.

Ὅταν τελικά διεπίστωσα ὅτι τό κακό ὑποχώρησε ἤρεμα, σκεπτόμουν νά ἀναχωρήσω καί νά πορευθῶ πρός τήν Κουκουσό, ὥστε νά ἀναπαυθῶ λίγο ἀπό τίς συμφορές πού μέ εἶχαν βρεῖ κατά τή διάρκεια τῆς ὁδοιπορίας. Ἐνῶ λοιπόν βρισκόμουν σ’ αὐτή τήν κατάσταση, μᾶς εἶπαν ὅτι ξαφνικά, εἶχε ἐμφανισθεῖ πλῆθος Ἰσαύρων πού εἶχαν κυριεύσει ὅλη τήν περιοχή τῆς Καισάρειας. Εἶχαν πυρπολήσει ἤδη ἕνα χωριό καί προχωροῦσαν καταστρέφοντας ὅ,τι εὕρισκαν μπροστά τους. Ὁ ὑπεύθυνος ἀξιωματικός πού ἦταν ἐπικεφαλῆς μιᾶς ἰσχυρῆς στρατιωτικῆς μονάδας τῆς περιοχῆς, ἀποφάσισε ἀμέσως νά βγοῦν γιά νά τούς ἀναχαιτήσουν. Ἀνησυχοῦσαν τόσο, μήπως αὐτοί ἐπιτεθοῦν καί στήν πόλη καί γι’ αὐτό ἦταν φοβισμένοι καί ἀγωνιοῦσαν γιά τή ζωή καί τόν τόπο τους, ὤστε ἐπιστρατεύθηκαν γιά τή φύλαξη τῶν τειχῶν ἀκόμα καί οἱ γέροντες.

‘Ενῶ βρισκόμαστασταν σ’ αὐτή τήν κατάσταση ξαφνικά, τά ξημερώματα ὅρμησε στό κατάλυμμά μου μιά μανιασμένη ὁμάδα μοναχῶν, ἀπειλώντας μας καί λέγοντας ὅτι ἄν δέν ἔβγαινα ἔξω, θά ἔκαιγαν κι ἐμᾶς καί τό σπίτι πού μέναμε. Δέν μποροῦσε νά τούς ἠμερέψει τίποτα, οὔτε ὁ φόβος τῶν Ἰσαύρων, οὔτε ἡ κατάστασή μου ἀπό τήν ἀρρώστια πού τόσο πολύ μέ ταλαιπωροῦσε, οὔτε τίποτε ἄλλο. Ἀντίθετα, ἐπέμεναν μέ τόση ὀργή στήν ἀπειλή τους. ὥστε φοβήθηκαν κι αὐτοί ἀκόμα οἱ ντόπιοι φρουροί μας. Γιατί κι αὐτούς ἀκόμα τούς ἀπειλοῦσαν λέγοντας, ὅτι εἶχαν ἤδη κτυπήσει θανάσιμα πολλούς τοπικούς φρουρούς.

Ὅταν οἱ φρουροί ἄκουσαν ὅλα αὐτά, ἄρχισαν νά μέ παρακαλοῦν ἐπίμονα λέγοντας: “Προτιμοῦμε νά πέσουμε στά χέρια τῶν Ἰσαύρων, παρά σ’ αὐτά τά θηρία”. Ὁ τοπικός διοικητής ἄκουσε τά συμβάντα καί ἀμέσως ἔτρεξε νά μᾶς βρεῖ, ἐπειδή ἀγωνιοῦσε γιά μᾶς καί τή ζωή μας καί ἤθελε πολύ νά μᾶς βοηθήσει. Οἱ μοναχοί ὅμως δέν δέχθηκαν οὔτε ἐκείνου τίς παρακλήσεις καί ἔτσι ἀποδείχθηκε κι αὐτός ἀνίσχυρος ὑπερασπιστής μας. Βλέποντας λοιπόν ὁ διοικητής ὅτι τά πράγματα βρίσκονταν σέ πλῆρες ἀδιέξοδο -καί μή μπορώντας νά μᾶς συμβουλεύσει νά φύγουμε καί ἔτσι νά ἐκτεθοῦμε σέ βέβαιο θάνατο, ἀλλά οὔτε καί νά παραμείνουμε στήν πόλη κάτω ἀπό τέτοια ἀπειλή- ἔστειλε ἀνθρώπους καί παρακάλεσε τό Φαρέτριο νά μᾶς ἐπιτρέψει νά μείνουμε λίγο ἀκόμη στήν πόλη λόγῳ τῆς ἀπειλῆς τῶν Ἰσαύρων. Δέν κατάφερε ὅμως καί πάλι τίποτα. Ἔτσι τήν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ ἴδιοι μοναχοί ὅρμησαν κατεπάνω μας πιό ὀργισμένοι, ὥστε φοβήθηκαν ὅλοι καί κανένας ἀπό τούς πρεσβυτέρους δέν τολμοῦσε νά μᾶς παρασταθεῖ καί νά μᾶς βοηθήσει. Κι αὐτό γιατί ἐκεῖνοι ντρέπονταν, ἐπειδή πίστευαν ὅτι ὅλα αὐτά γίνονταν κατ’ ἐντολήν τοῦ Φαρέτριου, καί γι’αὐτό κρύβονταν ἀπό μᾶς καί ὅταν τούς καλούσαμε σέ συμπαράσταση, δέν ὑπάκουαν.

Τί χρειάζεται νά πῶ περισσότερα ἐπάνω σ’ αὐτό τό θέμα; Κάτω ἀπό τή σοβαρή αὐτή ἀπειλή τῆς ζωῆς μας καί ἀπό τήν τυραννία τοῦ πυρετοῦ, πού δέν μέ εἶχε ἀκόμα ἀφήσει, ἀποφάσισα καί ἔπεσα στό φορεῖο καί τό μεσημέρι μέ ἔβγαλαν ἀπό τό σπίτι, ἐνῶ ὁ λαός γόγγυζε, κραύγαζε καί καταριόταν αὐτόν πού προκάλεσε τά τόσα δεινά καί ὅλοι μᾶς ἀποχαιρετοῦσαν, κλαίγοντας καί θρηνώντας.

Ὅταν βγήκαμε πιά ἀπό τήν πόλη ἐμφανίστηκαν ἀθόρυβα μερικοί κληρικοί καί μᾶς προέπεμψαν κλαίγοντας. Ἄκουσα κάποιους νά λένε:

“Ποῦ τόν πᾶτε; Τόν ὁδηγεῖτε σέ σίγουρο θάνατο”. Κάποιος ἄλλος ἀπό ἐκείνους πού ἰδιαίτερα μέ σέβονται καί μέ ἀγαποῦν μοῦ ἔλεγε: “Πήγαινε, νά γλυτώσεις ἀπό μᾶς. Εἶναι καλύτερα νά πέσεις στά χέρια τῶν Ἰσαύρων παρά νά μείνεις κοντά μας. Ὅπου κι ἄν πέσεις θά εἶσαι πιό ἀσφαλής ἀπό τά δικά μας χέρια”.

Ἀκούγοντας καί βλέποντας ὅλα αὐτά ἡ καλή Σελευκεία, ἡ σύζυγος τοῦ Ρουφίνου -ὁ ὁποῖος πολύ μᾶς συμπαραστάθηκε- ἔστειλε ἀνθρώπους καί μέ παρακέλεσε ἱκετεύοντας, νά καταλύσω στό ἀγρόκτημά τους, πού βρισκόταν λίγο μακρύτερα ἀπό τήν ἔξοδο τῆς πόλης. Δέχθηκα τήν πρόσκληση καί πήραμε τό δρόμο γιά ἐκεῖ.

Οὔτε ὅμως ἐκεῖ μ’ ἄφησαν οἱ διῶκτες μου ἥσυχο. Μόλις ἔμαθε ὁ Φαρέτριος ὅτι εἶχα καταλύσει ἐκεῖ, τούς ἀπείλησε πολύ ἄγρια, ὅπως ἔλεγε ἡ Σελεύκεια. Ὅταν βέβαια, ἐγώ εἶχα ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκλησή τους, δέν γνώριζα τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Ἡ Σελευκεία τά εἶχε κρατήσει ὅλα μυστικά καί μόνον στόν ἐπιστάτη τους εἶχε δώσει ἐντολή νά μᾶς προσφέρει κάθε ἀνάπαυση. Τόν εἶχε ἐπιπλέον προειδοποιήσει λέγοντάς του, ὅτι ἄν ἔλθουν οἱ μοναχοί καί θελήσουν νά μᾶς προσβάλουν ἤ νά μᾶς κάνουν κακό νά συγκεντρώσει τούς ἐργάτες καί ἀπό τά ἄλλα κτήματά τους καί νά τούς ἀποκρούσουν. Μέ παρακάλεσε ἐπίσης, ἄν βρεθῶ σέ δυσκολία, νά μή δυσκολευθῶ νά καταφύγω στό σπίτι τους πού εἶχε ἀπόρθητο πύργο, καί ἔτσι νά γλιτώσω ἀπό τά χέρια τοῦ ἐπισκόπου καί τῶν μοναχῶν.

Δέν δέχθηκα βέβαια, αὐτή τήν πρόταση καί ἔμεινα στό κτῆμα, χωρίς νά ὑποψιάζομαι τίποτα ἀπό ἐκεῖνα πού μέ περίμεναν. Ὁ Φαρέτριος τήν ἀπειλοῦσε συνεχῶς καί τήν πίεζε νά μέ διώξει ἀπό τό κτῆμα τους. Ἡ Σελευκεία, μή ὑποφέροντας αὐτές τίς πιέσεις καί ἀπό τό φόβο πού τῆς εἶχε ἐμπνεύσει ὁ Φαρέτριος, -ἐνῶ ἐγώ τά ἀγνοοῦσα ὅλα αὐτά- μέ εἰδοποίησε τά μεσάνυχτα ὅτι εἶχαν ἐμφανισθεῖ στήν περιοχή βάρβαροι. Τό εἶπε βέβαια αὐτό, ἐπειδή ντρεπόταν νά μοῦ πεῖ τό τί περνοῦσε ἀπό τό Φαρέτριο, γιά τή φιλοξενία πού μοῦ παρεῖχε στό ἀγρόκτημά τους.

Ἦρθε λοιπόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς νύκτας ὁ πρεσβύτερος Εὐήθιος καί σχεδόν φωνάζοντας μοῦ εἶπε νά σηκωθῶ γιά νά φύγουμε, ἐπειδή εἶχαν φθάσει οἱ βάρβαροι.

Σκέψου σέ ποιά κατάσταση βρέθηκα, ἀκούγοντας αὐτά. Στήν πόλη, καθώς μοῦ εἶπε ὁ πρεσβύτερος, δέν μπορούσαμε νά καταφύγουμε, μήπως παθαίναμε ἀπό τούς διῶκτες μας χειρότερα, ἀπό ἐκεῖνα πού θά μᾶς ἔκαναν οἱ Ἴσαυροι. Ἔτσι σηκωθήκαμε καί φύγαμε.

Ἦταν μεσάνυκτα. Ἡ νύκτα ἦταν χωρίς φεγγάρι, μαύρη καί σκοτεινή καί γι’ αὐτό δυσκολευόμαστε πιό πολύ. Δέν μᾶς παράστεκε κανείς ὡς βοηθός καί συνοδός στήν πορεία. Ὅλοι μᾶς εἶχαν ἐγκαταλείψει. Ἤμουν σχεδόν σίγουρος ὅτι τό τέλος μου πλησίαζε. Τούς εἶπα κάποια στιγμή νά ἀνάψουν λαμπάδες γιά νά βλέπουμε, ἀλλά ὁ πρεσβύτερος εἶπε ὄχι, γιατί φοβόταν ὅτι ἔτσι θά μᾶς ἐντόπιζαν οἱ βάρβαροι πιό εὔκολα. Ἔτσι προχωρούσαμε ὅσπου ὁ ἡμίονος πού μετέφερε τό φορεῖο μου, γονάτισε ἀπότομα ‒ἐπειδή ὁ δρόμος ἦταν κακοτράχαλος καί ἀνηφορικός- καί μέ πέταξε κάτω. Λίγο ἀκόμα καί θά μέ σκότωνε. Ἔβαλα ἔπειτα ὅσες δυνάμεις μοῦ εἶχαν ἀπομείνει, καί μέ τή βοήθεια τοῦ πρεσβυτέρου Εὐηθίου βάδιζα ἤ καλύτερα συρόμουν, γιατί πῶς μποροῦσε κανείς νά περπατήσει σέ τόσο δύσβατη καί ὀρεινή περιοχή καί μέσα στήν ἀσέληνη νύκτα.

Σκέψου τί θά μποροῦσα νά πάθω, ἀφοῦ τόσο ὑπέφερα καί ἐνῶ ὁ πυρετός ἐξακολουθοῦσε νά μέ κατακαίει. Ἀπό ὅλες αὐτές τίς σκευωρίες δέν γνώριζα τίποτα, ἀλλά εἶχα στρέψει τήν προσοχή μου στούς βαρβάρους καί φοβόμουν ὅτι θά ἔπεφτα τελικά στά χέρια τους. Πῶς τό βλέπεις; Δέν θά ἀρκοῦσαν καί μόνο αὐτά τά παθήματα νά ἐξαλείψουν τίς ἁμαρτίες μου καί νά μοῦ χαρίσουν πνευματική προκοπή;

Αὐτά ὅλα τά ἔπαθα, καθώς νομίζω, ἐξαιτίας τῆς ζήλειας τοῦ Φαρέτριου. Γιατί, ὅταν ἐκεῖνος εἶδε ὅτι μέ τό πού ἔφθασα στήν Καισάρεια δέχθηκα τόσες τιμές καί περιποιήσεις ἀπό τούς τοπικούς παράγοντες, ἀπό τούς λογίους καί ἀπό σύσσωμο τό λαό τῆς περιοχῆς πού μέ φρόντιζε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, μέ φθόνησε. Δέν τό λέω βέβαια αὐτό μέ ἀπόλυτη βεβαιότητα, ἀλλά ἔτσι ἔδειξαν τά πράγματα. Τί ἄλλο θά μποροῦσε κανείς νά προσθέσει γιά τίς τόσες περιπέτειες κατά τό διάστημα τῆς πορείας, γιά τούς φόβους καί τούς κινδύνους πού περάσαμε;»

(Προς την Διακόνισσα Ολυμπιάδα - Επιστολή 9η)

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ( Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου )

 



 

Από 21 Ιουνίου μέχρι 4 Ιουλίου του 406 ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρέμεινε σε κάποιο χωριό μεταξύ Βοσπόρου και Νικαίας και στην ίδια την Νίκαια. Η Επιστολή του 221, της 4ης Ioυλίoυ, αφήνει περιθώριο για ολιγοήμερη ακόμα παραμονή στην Νίκαια («μέλλων ... διεξορμάν»). Ως τόπος εξορίας ορίστηκε η μικρή πόλη Κουκουσός της Αρμενίας, στην σημερινή τουρκική πόλη Goksun, εκατόν εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα από τα Άδανα, στους πρόποδες των βουνών της Ισαυρίας. Προτιμούσε την περιοχή αυτή, από εκείνες που ψιθυρίζονταν ως πιθανοί τόποι εξορίας του, όπως η Σκυθία και η Σεβάστεια (Επιστ. 13: PG 52, 611).

 

 

Ταξίδι θριάμβου, πόνου, απογοητεύσεων και διωγμών εβδομήντα ημερών


Ο,τι γνωρίζουμε για το ταξίδι του από την Νίκαια (Isnik) έως την Κουκουσό (Goksun) οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις Επιστoλες του της περιόδου αυτής και δη στις 17, που έστειλε στην διακόνισσα Ολυμπιάδα (PG 52, 549-623). Αυτές γρα- φηκαν από το τέλος Ιουνίου του 404 ως τις αρχές του 407.

Στην Νίκαια ο Χρυσόστομος συνήλθε από τις έντονες συγκινήσεις, ανέκτησε κάπως τις δυνάμεις του, που είχαν μειωθεί πολύ από την υπερένταση των δραματικών στην ΚΠολη γεγονότων, ηρέμησε και μάλιστα βρήκε χρόνο να ενδιαφερθεί για την ιεραποστολή (στην Φοινίκη, την Αραβία και την Κύπρο), την οποία ενίσχυσε με χρη- ματα και περισσότερο με δοκιμασμένους ιερομονάχους (Επιστ. 221· 53 και 123). Αργότερα, θα ενδιαφερθεί και γι᾽ άλλες ιεραποστολές, όπως της μακρυνής Περσίας, ενώ θα εντείνει τις προσπάθειές του για τον εκχριστιανισμό των Γότθων η της επι- στροφής τους στην Ορθόδοξη πίστη (Επιστ. 14: PG 52, 618).

Το πολύπλευρο αυτό έργο είχε αρχίσει ενωρίτερα και τώρα το προωθούσε με ιεραποστόλους και χρήματα. Η δραστηριότητα αυτή προϋποθέτει κάποια ελευθερία του δέσμιου Χρυσοστόμου να δέχεται επισκέψεις ακόμα και δώρα.

Ο δέσμιος Χρυσόστομος θ᾽ ακολουθούσε τον επίσημο ελληνορωμαικό δρόμο (Ο. Cuntz, Itineraria Τomana: Itinerarium Antonianum, Leipzig 1929). Από τα δυτικά, την Νίκαια, θα βάδιζε ανατολικά, θα διέσχιζε όλη την κεντρική και σκληροτράχηλη Μι- κρασία. Θα περνούσε από την Άγκυρα και θα συνέχιζε ως την Καισάρεια. Μετά θα κατέβαινε προς τα βουνά της Ισαυρίας, για να σταματήσει στην Κουκουσό.


Το ταξίδι τoυτo είχε στιγμές θριάμβου και στιγμές πόνου, εξαντλήσεως και περιφρονήσεων. 

Σε πολλά σημεία της πορείας κληρικοί και λαικοί υποδέχονταν τον Ιερό δέσμιο με τιμές ήρωα, μάρτυρα και αγίου. Προσφέρονταν με πολλούς τρόπους να τον ανακουφίσουν και το γεγονός αποτελούσε υψίστη παρηγορία για τον Χρυσό- στομο. Πολλές φορές, γράφοντας προς την Ολυμπιάδα, μιλάει για εξαιρετική ευεξία του. Νομίζουμε όμως ότι ως ένα βαθμό τούτο συνιστά προσποίηση και υπερβολή, για να παρηγορεί την Ολυμπιάδα, που είχε περιπέσει ένεκα των γεγονότων και δη του εναντίον της διωγμού σε μελαγχολία («αθυμία» ).

Όσο απομακρυνόταν από τα παράλια - και αυτό έγινε πολύ σύντομα- το ταξίδι γινόταν δυσκολότερο. Εναλλαγές έντονες κλιματολογικών συνθηκών κι έλλειψη των αναγκαίων. Πονοκέφαλοι, προβλήματα στομάχου, άλλοτε καύσωνας και άλλοτε — τις νυκτερινές ώρες— πολύ ψύχος και υπερβολική κούραση από την πεζοπορία.

Φθάνοντας στην Άγκυρα δοκίμασε απέραντη πικρία, διότι ο επίσκοπός της Λεόντιος του συμπεριφέρθηκε πολύ εχθρικά. Μέχρι την Καισάρεια (έφθασε στις αρχές Αυγούστου) έζησε τις πιο ποικίλες κι έντονες απογοητεύσεις, ένεκα των δυσκολιών του ταξιδιού και των ασθενειών, ιδίως του υψηλού πυρετού. 

Πριν ακόμα φθάσει διαδιδόταν ότι ο εκεί επίσκοπος Φαρέτριος ανέμενε με χαρά τον Χρυσοστομο. Συνέβη το αντίθετο. Ο Φαρέτριος δεν εμφανίσθηκε στην άφιξη του αγίου στην Καισάρεια, όπου έφθασε σχεδόν ημιθανής (Επιστ. 9 και 12). Ευτυχώς όμως, παρουσιάστηκαν κληρικοί και λαικοί, επισημοι και απλοί, που τον υποδέχθηκαν με πολύ σεβασμό και μεγάλη αγάπη. Η συμπεριφορά του Φαρετρίου ανάγκασε τον Χρυσόστομο να καταλύσει, στο άκρο της πόλεως, σε σπίτι που του προσέφεραν. Στην Επιστoλη του 14 (προς Ολυμπιάδα) διηγείται λεπτομερώς τα σχετικά γεγονότα (ΡG 52, 612-615). Τον φρόντισαν σπουδαίοι γιατροί και ανέλαβε κάπως δυνάμεις (PG 52, 609).

Παρά ταύτα δεν έπαυε να είναι κλινήρης. Στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενος εντάθηκαν οι επιθέσεις ληστοσυμμοριών άξεστων ισαύρων, που λυμαίνονταν την περιοχή και την ίδια την Καισάρεια. Έτσι, ο κίνδυνος για την ζωή του Χρυσοστόμου ήταν μεγάλος κι έγινε μεγαλύτερος, διότι ομάδα φανατικών μοναχών εισέβαλε στο κατάλυμα του αγίου και τον εξεβίαζαν με απειλές να εγκαταλείψει την περιοχή. Αυτοί υποκινούνταν από τον επίσκοπο Φαρέτριο, που απειλούσε και όσους κληρικούς επισκέπτονταν τον άγιο. Γι᾽αυτό, στο τέλος της σύντομης εκεί παραμονής του δεν έβλεπε κληρικούς και σκεπτόταν τι να επιλέξει. Την αναχώρηση, που είχε τον κίνδυνο να τον προλάβουν οι απειλητικοί ίσαυροι, η την παραμονή, κατά την οποία θα τοv κακοποιούσαν οι μοναχοί. Προτίμησε τον κίνδυνο των ισαύρων.

Τον έβαλαν στο φορείο («λεκτίκιον»), γιατί δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, και αναχώρησαν από την Καισάρεια. Πείσθηκε όμως να μείνει για λίγο σ᾽ ένα οικισμό, σε απόσταση «πέντε μιλίων» από την πόλη. Εκεί, θαυμαστές του έκαμαν ο,τι μπο- ρούσανε να τον ασφαλίσουν από τους ισαύρους. Δεν ησύχασε όμως ο Φαρέτριος. Έστειλε ανθρώπους και δη τον άξεστο πρεσβύτερο Ευήθιο, που νύχτα μπήκε στο κατάλυμα του Χρυσοστόμου και τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την περιοχή την ίδια ώρα, μεσάνυχτα, χωρίς σελήνη, δήθεν ένεκα επικειμένης επιθέσεως των ισαύρων. Ο άγιος κατάλαβε τον απειλητικό εκβιασμό του Φαρετρίου. Αv και δεν υπήρχαν δίπλα του άνθρωποι να βοηθήσουν, αποφάσισε την άμεση αναχώρηση, μολονότι κιν- δύνευε κυριολεκτικά να πεθάνει —σε τέτοιο χάλι βρισκόταν ο οργανισμός του.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου