Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κληρικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κληρικαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Η εκκλησιολογική αίρεση του Κληρικαλισμού.(Γ)-Επισκοποκεντρισμός

 



Σημείωση

Επειδή σε κάποιο σημείο του παρακάτω κειμένου υπάρχει μία ερμηνεία της φράσης «ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ: ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ, ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΗΜΩΝ», προκειμένου να μην δημιουργηθεί σύγχυση για τις θέσεις του ιστολογίου, διευκρινίζουμε τα εξής:

 ΄Όταν οι ιερείς μνημονεύουν το “ Εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, του Αρχιεπισκόπου ημών (το όνομα του οικείου Επισκόπου) ον χάρισαι ταίς αγίαις σου Εκκλησίαις εν ειρήνη, σώον, έντιμον, υγιά μακροημερεύοντα και ορθοτομούντα τον λόγον της σης αληθείας”

πράγματι προσεύχονται ώστε ο Αρχιερεύς να είναι έντιμος, υγιής, μακροημερεύων και ΟΡΘΟΤΟΜΩΝ ΤΟΝ λόγο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Όμως στην εκφώνηση αυτή υπάρχει κάτι βασικό. Η ομολογία ότι το μνημονευόμενο πρόσωπο είναι ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ. 

Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι αποδέχομαι ότι το μνημονευόμενο πρόσωπο, ως Ορθόδοξος επίσκοπος
1. Φυλάει σκοπιά και προστατεύει το ποίμνιο από τις αιρέσεις και την αλλοίωση της Ορθόδοξης πίστης, δηλ.είναι εγγυητής της Ορθοδοξίας, σύμφωνα με την ΟΜΟΛΟΓΙΑ που έδωσε κατά την χειροτονία του.
2. Aποτελεί την εγγύηση της παρουσίας του Χριστού, γιατί ανάγει την ιερωσύνη του στον ίδιο τον Χριστό μέσω της αποστολικής διαδοχής, που αποτελεί αδιάσπαστη αλυσίδα ενότητας με τους Αποστόλους.
Και επειδή η Αποστολική διαδοχή έχει άμεση σχέση με την Ορθόδοξη πίστη ομολογούμε ότι το μνημονευόμενο πρόσωπο ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟ «εις τόπον και τύπον Χριστού» και επομένως έχουμε την ίδια πίστη, την οποία ομολογήσαμε προηγουμένως στην θεία λειτουργία με το ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.
Επίσης ομολογούμε ότι το μνημονευόμενο πρόσωπο το αποδεχόμαστε ως αρχηγό των τοπικών επισκόπων (που αρχικά ονομαζόταν οι πρεσβύτεροι).

π.Δ.Α

Ο Επισκοποκεντρισμός.

Ευχαριστία και θέση του Επισκόπου.

Γεώργιος Η. Μπόρας

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας κατευθυνόμενος «πρός τάς πηγάς τῆς ἀρχαίας ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας» μας προτρέπει να υιοθετήσουμε μία νέα ομολογιακή νοοτροπία. «Ανάγκη, λοιπόν, να καταστεί η ορθόδοξη θεολογία όχι μια θεολογία έκφραση της Μίας Ορθόδοξης Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, αλλά θεολογία της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», άποψη η οποία μας αναγκάζει να υποθέσουμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι η Εκκλησία του Κυρίου. Αυτό αποδεικνύει η σύγκριση της με την αρχαία και ΄΄αδιαίρετη΄΄ Εκκλησία. Στη συνέχεια ανατρέχει στην πρωτοχριστιανική περίοδο για να μπορέσει να συλλέξει εκείνα τα στοιχειά που δομούν την μια κοινή και ΄΄αδιαίρετη΄΄ Εκκλησία. Προφανώς η αναφορά στην αρχέγονη Εκκλησία αλλά και η συλλογή των στοιχείων και του τρόπου εκείνης της περιόδου δεν δίνει μεγαλύτερη εγκυρότητα στο εγχείρημα. Η Εκκλησία των τριών πρώτων αιώνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία των Αποστόλων και των Πατέρων δεν έπαψε να είναι η Εκκλησία του Κυρίου. Ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι το προέχον στην εκκλησιολογία δεν είναι αυτή ή η άλλη διδασκαλία, ή ιδέα, ή αξία τις οποίες αποκάλυψε ο Κύριος αλλά αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού και η μετ’ Αυτού ένωση του ανθρώπου131. Έτσι, τονίζει, νοείται μια εκκλησιολογία χριστολογική. Η ενότητα της Εκκλησίας εκφράζεται δια της αισθητής συσσωματώσεως των πιστών εν τω Χριστώ, γεγονός που λαμβάνει χώρα κατά τρόπο μοναδικό στην Ευχαριστία.

Αν η Ευχαριστία είναι η ορατή και ιστορική αποκάλυψη της ενώσεως των πιστών με τον Χριστό τότε σημαίνον είναι το πρόσωπο του Επισκόπου, του και προεστώτος. Η ευχαριστιακή λατρεία δεν αποτελεί πραγματικότητα παράλληλη της επουρανίου αλλά είναι αυτή η ίδια η επουράνιος λατρεία. Σημαίνει δε αυτό ότι όπως ο Χριστός λατρεύεται στην επουράνια Θεία Ευχαριστία, ομοίως μυστικώς λατρεύεται και στην επί γης. Έχουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο μια μετάθεση της εξουσίας του Χριστού στους λειτουργούς της «επί γής» Θειας Ευχαριστίας. Τα λειτουργήματα δεν στερούνται εξουσίας αλλά είναι δέκτες της εξουσίας του Χριστού. Έτσι ο Επίσκοπος είναι «εἰς τόπον» Θεού. Κατά τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, τον οποίο ο Μητροπολίτης Περγάμου επικαλείται, η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, διότι το σώμα του Χριστού είναι ο αυτός ιστορικός Χριστός. Ο δε ιστορικός Χριστός είναι η σαρξ της Θείας Ευχαριστίας.

Ο ίδιος ο Χριστός είναι Επίσκοπος και ό,τι γίνεται στον ορατό Επίσκοπο της Εκκλησίας μεταβιβάζεται στον Χριστό. Είναι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εικόνα του Χριστού ο Επίσκοπος πραγματικά και όχι συμβολικά. Συνεπώς η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι απλά ευχαριστιακή αλλά ιεραρχική και προφανώς επισκοπική. Συνεχίζοντας, ο Μητροπολίτης Περγάμου ερμηνεύει τον Άγιο Ιγνάτιο και τονίζει ότι η ενότητα περί τον Επίσκοπο είναι θέλημα Θεού και όχι ανθρώπου, οδηγώντας έτσι το πρόσωπο του επισκόπου στην απόλυτη έξαρση .

Β. Επισκοπικό Μανιφέστο

 Στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση»139 δημοσιεύθηκε άρθρο του Μητροπολίτη Περγάμου με θέμα «Ο επίσκοπος ως προεστώς της Θείας Ευχαριστίας». Κατά την ταπεινή μας άποψη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ΄΄Επισκοπικό Μανιφέστο΄΄ και πεμπτουσία του κληρικαλισμού. Σύμφωνα με τα εκεί γραφόμενα η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι, ΄΄επισκοποκεντρική΄΄.

Επιγραμματικά, τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε στους ως άνω χαρακτηρισμούς αλιεύονται από τα παρακάτω:

Η εκκλησιολογική αίρεση του κληρικαλισμού (B)

                                               


                                                Κληρικαλισμός και Οικουμενισμός

ΜΕΡΟΣ -Β-

Γεώργιος Η. Μπόρας


Αξιομνημόμευτη είναι και η στάση αυτών οι οποίοι αντιτάσσονται στην αίρεση του Οικουμενισμού. Στην προσπαθειά τους να πολεμήσουν την ολετήρια πορεία της αιρέσεως, αντί να αποσαφηνίσουν πλήρως και ευκρινώς τα χαρακτηριστικά (διδασκαλία, σκοπός, τρόπος) της αιρέσεως αναλίσκονται σε μία αδιέξοδη αντιπαράθεση. Συστατικό στοιχείο αυτής της αντιπαράθεσης είναι η αδιάκοπη επίκληση της καταστρατήγησης των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Εύλογα όμως θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε: η καταστρατήγηση των Ιερών Κανόνων ή μέρους τους (διότι παρατηρειται μια επιλεκτική τήρησή τους από τους εμφορούμενους με το πνεύμα του Οικουμενισμού) είναι αίρεση; Διαφορετικά: το γεγονός ότι καταπατούνται κατ’ εξακολούθηση και με προκλητικό τρόπο οι Ιεροί Κανόνες από την πλειοψηφία των Ορθοδόξων Επισκόπων συνιστά αίρεση; Σαφώς και η καταπάτηση των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας είναι δείγμα ότι έχουμε παρέκκλιση, τουλάχιστον εκκλησιολογική, καθώς κατά τον Άγιο Νικόδημο οι Ιεροί Κανόνες «εθες καί σοι ποβάλλουσι μέν πό τούς ερωμένους, κληρικούς τέ καί λαϊκούς, κάθε ταξίαν καί στρεβλότητα, τν θν προξενοσι δέ ες ατούς κάθε εταξίαν καί σότητα κκλησιαστικς, καί χριστιανικς καταστάσεως καί ρετς». Αν και οι Ιεροί Κανόνες διαφέρουν των όρων της πίστεως78, εν τούτοις ορίζεται να αναθεματίζονται ακόμη και μετά θάνατο αυτοί οι οποίοι έσφαλαν είτε στην πίστη είτε στους Κανόνες . Επιπρόσθετα τα επιτίμια τα οποία ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες στην ουσία προστάζουν την σύνοδο ζώντων Επισκόπων να τα εφαρμόσει. Σε περίπτωση δε που η σύνοδος δεν ενεργήσει εμπράκτως τότε τα επιτίμια δεν εφαρμόζονται, παραμένουν όμως δυνάμει υπόδικοι οι παραβαίνοντες τους Ιερούς Κανόνες.

 Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι για το ζήτημα των Ιερών Κανόνων ο Άγιος Νικόδημος μας πληροφορεί ότι προχώρησαν στην σύνταξη βιβλίου για τους παρακάτω λόγους

 α) εξαιτίας των πολλών ψευδεπίγραφων κανόνων στα τότε νομοκανονικά χειρόγραφα, 

β) για λόγους που άπτονται της διοίκησης της Εκκλησίας και 

γ) προς πνευματική οικοδομή του λαού του Θεού. 

Η εκκλησιολογική αίρεση του κληρικαλισμού (Α)

 


Επιμέλεια κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός)

Εισαγωγικά

Μία ΑΙΡΕΣΗ , που δολίως καλλιεργείται σήμερα είναι η αίρεση του Κληρικαλισμού.

Ως κληρικαλισμός, κληρικισμός, κληρικοκρατία ή κληροκρατία περιγράφεται η τάση του εκκλησιαστικού κλήρου να ασκεί επιρροή και να υπεισέρχεται καταχρηστικώς σε θέματα του δημοσίου, πολιτικού, κοινωνικού, πολιτιστικού ή ιδιωτικού βίου, επιβάλλοντας με την επιρροή του συγκεκριμένους χειρισμούς. Μία έκφραση της αίρεσης αυτής είναι ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ.Ο καθηγητής Ι.Καρμίρης γράφει τα εξής για το θέμα του κληρικαλισμού.

«Όπως είναι γνωστό, από τον Δ΄ αιώνα, με την αναγνώριση της Χριστιανικής Εκκλησίας και με την ανακήρυξη του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του Κράτους, έγινε η αρχή του κληρικαλισμού, που αναπτύχθηκε τους επόμενους αιώνες στο Βυζάντιο και αργότερα πολύ περισσότερο στη Ρωμαϊκή εκκλησία και της νοθεύσεως του εκκλησιαστικού πολιτεύματος των πρώτων χριστιανικών αιώνων με τον παραγκωνισμό του λαϊκού στοιχείου στο περιθώριο μόνο της ζωής της Εκκλησίας. Έτσι, ενώ κατά την αποστολική και τη μεταποστολική εποχή και οι κληρικοί και οι λαϊκοί κατείχαν εξίσου υπεύθυνη και ενεργό θέση στην Εκκλησία και τίποτα το σοβαρό δεν γινόταν ούτε εκ μέρους του κλήρου χωρίς το λαό, ούτε εκ μέρους του λαού χωρίς τον κλήρο, αντίθετα από τον Δ΄ αιώνα και πέρα υπερτονίσθηκε η θέση και η αποστολή στην Εκκλησία μόνον των κληρικών εις βάρος των λαϊκών, που παραθεωρήθηκαν, υποτιμήθηκαν και αποστερήθηκαν των δικαιωμάτων τους και της υπεύθυνης διακονίας τους μέσα στην Εκκλησία. Θεωρήθηκαν σαν να αποτελούν μια αμελητέα και ποιμενόμενη μόνον ποσότητα της Εκκλησίας ή σαν να είναι ο κοινός και ταπεινός λαός και όχλος ή σαν χριστιανοί δεύτερης κατηγορίας κ.τ.λ. Με την πάροδο δε του χρόνου, άλλα μεν δικαιώματα των λαϊκών στην Εκκλησία σφετερίσθηκαν καταχρηστικά οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες, αντιπροσωπεύοντας δήθεν τους λαϊκούς, άλλα δε οι κληρικοί, και μάλιστα οι επίσκοποι. Αυτό συνέβηκε ιδιαίτερα σε μας, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως στα χρόνια της εκκλησιαστικής παρακμής και της καταπτώσεως του υποδούλου λαού.

Δυστυχώς, η κατάσταση αυτή συνεχίζεται και στη σύγχρονη εποχή, μέχρι του σημείου όταν μιλάμε σήμερα για την εκκλησία να εννοούμε συνήθως τη λεγόμενη «διοικούσα» Εκκλησία, δηλαδή μερικές δεκάδες επισκόπων, που ασκούν όλες τις εκκλησιαστικές εξουσίες, με τη βοήθεια των κακώς ονομαζομένων κατωτέρων κληρικών, που κι αυτοί, υποτιμήθηκαν από τους επισκόπους. Έτσι, έγινε μεγάλη η διάκριση και η απόσταση μεταξύ της ιεραρχίας από τη μια μεριά και των λαϊκών από την άλλη, που έχουν καταδικασθεί σε αδράνεια και αχρηστία χωρίς να μπορούν να ασκούν τα δικαιώματά τους ούτε να εκτελούν κι αυτά ακόμα τα καθήκοντά τους στην Εκκλησία και εξαιτίας αυτού να αδιαφορούν γι' αυτήν, να απομακρύνονται από την Εκκλησία ή και να γίνονται εχθροί της και άπιστοι. [...]".

Τα άρθρα που θα δημοσιευτούν έχουν ως σκοπό να παρουσιάσουν την αίρεση αυτή και την σχέση της με τον Οικουμενισμό. 


π.Δ.Α

Κληρικαλισμός και Οικουμενισμός

ΜΕΡΟΣ -Α

Γεώργιος Η. Μπόρας

Ο κληρικαλισμός ως έκφραση εξουσίας του κλήρου και ταύτισης του κλήρου με την Εκκλησία είναι μία από τις ισχυρότερες συνιστώσες του Οικουμενισμού. Εν πρώτοις διαφαίνεται μια ισχυρή σχέση αν όχι ταύτιση του κληρικαλιστικού πνεύματος με αυτό του οικουμενιστικού. Θα έλεγε κανείς ότι ο ΄΄ζών κληρικαλισμός΄΄, με όση τραγικότητα κρύβει αυτή η διατύπωση, μετασχηματίζεται και επαναπροσδιορίζει την εξουσιαστική του φύση εντός του Οικουμενισμού.

Ο Οικουμενισμός εμφανίζεται ως ο φυσικός διάδοχος του κληρικαλιστικού εξουσιαστικού μοντέλου ή αλλιώς υιοθετών και εξελίσσων μια ιεραρχκή δομή. Αυτό επ’ ουδενί δεν σηματοδοτεί απόρριψη. Παρακρατεί αυτό το οποίο ευνοεί την εξελιξή του και απορρίπτει αυτό το οποίο είναι πρόσκομμα. Ο Οικουμενισμός αξιώνει τον τρόπο του και τον χώρο του εντός της Εκκλησίας του Κυρίου απροκάλυπτα. Ο κληρικαλισμός είναι το παλαιό το οποίο εξελλίσεται σε νέο και λαμβάνει χώρο εντός του οικουμενιστικού συστήματος. Οι βασικές δομές του κληρικαλισμού:

 α) ο επισκοποκεντρισμός,

β) η εξουσία της Θείας Κοινωνίας,

 γ) η εξουσία του «δεσμείν και λυείν»,

δ) η πίστη ότι ο ιερέας αγιάζει τα Μυστήρια και τα Δώρα της Ευχαριστίας,

 ε) η πίστη ότι με τήν χειροτονία κληρονομείται η χάρις,

στ) η ταύτιση εξομολόγου καί πνευματικού,

ζ) η πολεμική εναντίον τού ησυχασμού,

 η) η ερμηνεία του διακονήματος ως εξουσία και κατ’ επέκταση της εξουσίας ως κύριο χαρακτηριστικό του προφητικού χαρίσματος, υιοθετούνται από τον δογματικά ελαστικό Οικουμενισμό. Αυτό το οποίο ερμηνεύθηκε ως παραδοσιακή εκκλησία, (η εκκλησία του κλήρου, η εκκλησία των Ιερών Κανόνων) προσφέρεται ως γόνιμο έδαφος και μετασχηματίζεται πλέον από τον Οικουμενισμό. Η ηθικολογία του κληρικαλισμού δεν εξυπηρετεί την φιλελεύθερη πορεία του Οικουμενισμού, ο οποίος εμφανίζει ένα ΄΄χαρισματικό΄΄ προσωπείο ένεκα της απύλωτης πνευματοκρατίας του ενώ έχει ανάγει την πρόσληψη των πάντων άνευ προυποθέσεων σε κεντρικό του δόγμα—από τη στιγμή που η αντικειμενικότητα χάθηκε από την αυτονομημένη επέλαση του υποκειμένου—ένεκα της ένωσης των χριστιανικών ή και άλλων θρησκευτικών ομολογιών, ακόμη και των πιο εκφυλισμένων. Και επ’ αυτού δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αποδείξεις αρκεί να δει κανείς τα τεκταινόμενα στις περιοδικές συνελεύσεις του Π.Σ.Ε.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου