H AΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΙ ΚΑΙ Η ΔΙΟΙΚΗΣΙ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Θά παρουσιάσουµε µιά θεολογική ἄποψη, ἡ ὁποία ἐπιδιώκει νά καταστεῖ κυρίαρχη στίς ἡµέρες µας καί ἡ ὁποία αὐτοπαρουσιάζεται ὡς τό κατ’ ἐξοχήν δεῖγµα «νέο-πατερικῆς σύνθεσης».
Κατόπιν, θά ἀντιπαραβάλλουµε σέ αὐτήν ἕνα «κλασσικό» Πατερικό κείµενο, ὅπως αὐτό ἔχει ἀκριβῶς διατυπωθεῖ κατά «τό γράµµα» του.
Ὑποστηρικτής τῆς θεολογικῆς ἄποψης, στήν ὁποία ἀναφερθήκαµε, εἶναι ὁ πιό προβεβληµένος σύγχρονος Ἕλληνας θεολόγος, ὁ Ἐπίσκοπος Περγάµου Ἰωάννης. Ἡ ἄποψή του δέ αὐτή, ἀφορᾶ κατά πρῶτον στήν Ἁγία Τριάδα καί εἰδικότερα τίς σχέσεις τοῦ Πατρός µέ τόν Υἱό. Ἀπό τή συγκεκριµένη δέ παρουσίαση τῶν σχέσεων τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, καί µέ τήν περαιτέρῳ ὑπόρρητη παραδοχή ὅτι ἡ «δοµή» τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἐκείνη τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι ὁµόλογες, ὁ ὡς ἄνω Ἐπίσκοπος ἐπιχειρεῖ νά συνάγει συµπεράσµατα, σχετικά µέ τήν ὀργάνωση καί τή διοίκηση τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας.
Σύµφωνα, λοιπόν, µέ ἕνα πρόσφατο δηµοσίευµα στήν ἐφηµερίδα « Ὀρθόδοξος Τύπος» (βλ. φύλλο τῆς 5ης Ἰουλίου 2019), ὁ ἐπίσκοπος Ἰωάννης ἔχει ὑποστηρίξει τά ἑξῆς: «Ἔχουµε νά κάνουµε µέ θεολογικό ζήτηµα. Ἡ ἔννοια τῆς ἱεραρχίας ὑποδηλώνει µιά διαβάθµιση. Δηλαδή δέν ἔχουµε αὐτόµατα συνύπαρξη, ἀλλά ὕπαρξη πού µεταφέρεται ἀπό ἕναν σέ ἄλλον. Ὀντολογικά ἱεραρχία αὐτό σηµαίνει. Καί στήν Ἁγία Τριάδα ἡ πηγή, ἡ ἀρχή εἶναι ὁ Πατήρ. Ἀπό ἐκεῖ πηγάζουν καί ἐµφανίζονται τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄν ποῦµε ὅτι τά πρόσωπα ἐµφανίζονται ξαφνικά καί τά τρία µαζί … τότε καταργοῦµε ὅλη τήν ἔννοια τῆς αἰτιότητας πού ὑπεστήριξαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες…Ἀπό τήν στιγµή, ὅµως, πού εἰσάγουµε αὐτή τήν αἰτιότητα, εἰσάγουµε ἱεραρχία. Δέν εἶναι δυνατόν νά λές ὅτι ὁ Υἱός προέρχεται ἀπό τόν Πατέρα, εἶναι ἐκ τοῦ Πατρός καί συγχρόνως νά βάλεις τόν Υἱόν πάνω ἀπό τόν Πατέρα –πῶς θά Τόν βάλεις– ἤ δίπλα Του; Λοιπόν ἄν µέσα στήν Ἁγία Τριάδα, τό γνησιότερο εἶναι πού εἶναι ὁ Θεός, ἄν ἐκεῖ µέσα ὑπάρχει ἱεραρχία, πῶς εἶναι δυνατόν ἡ Ἐκκλησία, πού εἰκονίζει τήν Ἁγία Τριάδα, νά µήν ἀντανακλᾶ αὐτήν τήν κατάσταση;…».
Στό παραπάνω ἀπόσπασµα µπορεῖ κανείς νά παρατηρήσει δύο κρίσιµα στοιχεῖα τῆς ἐν λόγῳ ἄποψης: ὅτι ὁ Πατήρ, ὡς πηγή τοῦ Υἱοῦ, ὑπερέχει ἱεραρχικῶς Αὐτοῦ καί εἶναι ὁ Πρῶτος µεταξύ τῆς Τριάδος τῶν Προσώπων. Ἑποµένως, πρέπει καί στήν Ἐκκλησία νά ἀναγνωρισθεῖ κάποιος (βλ. ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως), ὁ ὁποῖος, ἔχοντας θέση ὁµόλογη µέ ἐκείνη τοῦ Πατρός, θά ὑπερέχει ὡς Πρῶτος, ὡς φέρων τό Πρωτεῖο τῆς Τιµῆς, σέ ὅλο τό Ἐκκλησιαστικό Σῶµα. Εἶναι, βέβαια, γνωστή ἡ ἀναστάτωση πού ἤδη ἔχει προκληθεῖ στήν Ἐκκλησία καί ὑπάρχει κίνδυνος νά ἐνταθεῖ ἔτι περαιτέρῳ ἀπό τήν θεολογική καί ἐκκλησιολογική αὐτή ἄποψη, ὥστε νά µή χρειάζεται νά ποῦµε κάτι περισσότερο ἐπ’ αὐτοῦ.
Τό Πατερικό κείµενο, περικοπές τοῦ ὁποίου θά παραθέσουµε, γράφηκε ἀπό ἕναν κάπως ξεχασµένο σήµερα Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, τόν Ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας καί ἀφορᾶ στήν Εὐαγγελική ρήση: «Καθώς ἀπέστειλέ µε ὁ ζῶν Πατήρ, κἀγώ ζῶ διά τόν Πατέρα καί ὁ τρώγων µε, κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐµέ» (βλ. «Ἑρµηνεία εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον», Πατρολογία Migne, τόµος 73, σελ. 585 κ.ε.). Ἡ βασική θέση στήν ὁποία στηρίζεται ἐδῶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος εἶναι ὅτι ὁ Υἱός εἶναι ὁ «ἀκριβής χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Πατρός».
Βέβαια, ὁ Ἅγιος ἔχει ἐπισηµάνει τόν κίνδυνο πού συνεπάγεται ἡ περιέργεια στά θέµατα τῆς Πίστης: «Καί περιεργάζεσθαι µέν τό πίστει παραδεκτόν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον οὐκ ἀσφαλές…» (Τό νά περιεργάζεται κανείς ἐκεῖνο πού εἶναι παραδεκτό µέ τήν Πίστη, τίς περισσότερες φορές ἐγκυµονεῖ κινδύνους σφάλµατος). Ταὐτοχρόνως, ὅµως, ἔχει ὑποδείξει τήν ἀνάγκη νά ὑποβάλλονται οἱ ἀπόψεις, πού τυχόν ὑποστηρίζονται, σέ ἔρευνα καί ἐξέταση («βασανιστέον»), οὕτως ὥστε νά µήν ὑψηλοφρονοῦν οἱ ἑκάστοτε ἀντίπαλοι («ἵνα µή µέγα φρονεῖεν ἐφ’ ἑαυτοῖς οἱ δι’ ἐναντίας»).