
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο Βασιλεύς και ο Πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια είναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από
την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι οποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με
τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης
της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθηκαν από τον θρόνο της
Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρίζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις
προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους
προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εννοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και
τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη.
Γι’ αυτήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με
την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν
από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ’ αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο
Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ.
50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και
ομαλή και ελεύθερη από κάθε ακανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου
χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή.
Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως
καυχώνται για τα τεθέντα εμπόδια και γι’ αυτούς που τα έβαλαν, δεν υπάρχει
κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς.
ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας;
ΘΕΟΔ.: Μη παίρνης σαν κύριο δόγμα, αυτό που
γίνεται από οικονομία.
Κι ας ιδούμε, μεγάλε κύριε, σε ποιο κακό καταλήγει το θέμα
αυτό, αν το καλό εξετάσουμε. Διότι ο Θεός έβαλε στην Εκκλησία, πρώτον μεν τους
Αποστόλους, δεύτερον Προφήτας, τρίτον Διδασκάλους, για να καταρτίζωνται οι
πιστοί, λέγοντας στο Ευαγγέλιο προς τους Αποστόλους και μέσῳ αυτών προς τους
μεταγενεστέρους «ὅ
λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω», και
πάλι «ὁ
δεχόμενος ὑμᾶς ἐμέ δέχεται, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς, ἐμέ ἀθετεῖ».
Είναι λοιπόν φανερό και αναντίρρητο, ότι αυτός ποὑ δεν δέχεται τους Αποστόλους και
τους Προφήτας και Διδασκάλους και δεν υπολογίζει τα λόγια τους, δεν υπολογίζει
τον ίδιο το Χριστό. Ας εξετάσουμε δε και κάτι άλλο. Ο Θεός διάλεξε και
κατέστησε Αποστόλους, Προφήτας και Διδασκάλους, προς τον καταρτισμό των πιστών.
Αυτός λοιπόν που βάζει τους αγίους μαζί με τους βδελυρούς
και ακαθάρτους αιρετικούς (δεχθήτε τα λόγια μου, λέγω την αλήθεια), προφανώς
βάζει στην ίδια μοίρα τον Θεό μαζί με τον Διάβολο. Αν λοιπόν εξετάζοντας τις
καινοτομίες που έγιναν τώρα στα χρόνια μας, τις βρίσκουμε να έχουν καταντήσει
σ’ αυτό το πιο ακραίο κακό, προσέξτε μήπως, ενώ προφασιζόμαστε την
ειρήνη, βρεθούμε να νοσούμε και να κηρύττουμε την αποστασία, η οποία θα είναι,
κατά τον θείο Απόστολο, πρόδρομος της παρουσίας του Αντιχρίστου.
Αυτά σας τα είπα χωρίς κανένα δισταγμό, κύριοί μου, για να
λυπηθήτε τους εαυτούς σας κι εμάς. Με συμβουλεύετε επίσης να έλθω να
κοινωνήσω με την Εκκλησία στην οποία τέτοια κηρύσσονται, ενώ έχω άλλα γραμμένα
στο βιβλίο της καρδιάς μου, και να γίνω κοινωνός μ’ αυτούς που
νομίζουν ότι στρέφονται εναντίον του διαβόλου με την βοήθεια του Θεού, ενώ στην
πραγματικότητα στρέφονται εναντίον του Θεού; Να μη δώση Ο Θεός, που
γεννήθηκε για μένα χωρίς αμαρτία!
Και αφού τους έβαλε μετάνοια, είπε:
ΜΑΞΙΜΟΣ: Ο,τιδήποτε έχετε διαταγή να κάνετε στο
δούλο σας, σας λέγω κάμετέ το. Εγώ πάντως ουδέποτε θα γίνω συγκοινωνός
μ’ αυτούς που δέχονται αυτές τις καινοτομίες. Μόλις τα άκουσαν εκείνοι
αυτά, πάγωσαν. Έβαλαν κάτω τα κεφάλια τους και εσιώπησαν για αρκετή ώρα. Σήκωσε
κάποια στιγμή το κεφάλι του ο επίσκοπος Θεοδόσιος, κύτταξε προς τον αββά Μάξιμο
και είπε: