Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Διδασκαλία της Εκκλησίας για τα μυστήρια των αιρετικών Μελετίου (Καλαμαρᾶ), Μητροπ. Νικοπόλεως,.(+2012)

 

Παρουσιάζουμε στη  συνέχεια απόσπασμα από θεολογική μελέτη του  μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κυρού Μελετίου , περί των μυστηρίων ,που τελούν αιρετικοί ιερείς, από το βιβλίο του Η Ε ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ.

Τα βασικά σημεία του κειμένου είναι

Α. Η Εκκλησία δεν είναι διοικητικό σωματείο, αλλά ενότητα Πίστης και Αγίου Πνεύματος. Μόνο η αίρεση τη διασπά.

Β. Ο ιερέας παραμένει «πατέρας» και «ποιμένας» μόνο όσο ορθοτομεί την αλήθεια. Αν παρεκκλίνει, θεωρείται «λύκος» και χάνει την πνευματική του ιδιότητα.

Γ.Η ετεροδοξία του ιερέα «μιαίνει» (μολύνει) τα μυστήρια. Η συμμετοχή σε αυτά δεν αγιάζει τον πιστό, αλλά τον καθιστά συνένοχο στην πλάνη.

Δ. Οφείλουν οι πιστοί  να διακόπτουν την κοινωνία ακόμη και με υπόπτους για αίρεση (παράδειγμα: η 35ετής αποχή των Ορθοδόξων στο Ακακιανό σχίσμα).

Ε. Η μνημόνευση είναι η σφραγίδα της ταύτισης στην πίστη. Η διαγραφή (π.χ. Πάπας Βιγίλιος) είναι αναγκαία για να παραμείνει η Εκκλησία καθαρή από την «ασέβεια»

Συμπερασματικά αυτό που καθιστά ορθόδοξο  έναν ιερέα  και έγκυρα τα μυστήρια τα οποία τελεί , είναι ΟΤΑΝ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ & ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΙΣΤΗ . 

Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

------------------------------------------------

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Κατ διαμφισβήτητον κκλησ. ρχν νότης τς κκλησίας δν εναι διοικητικς-θεσμικς μορφς. κκλησία εναι ν Πνεύματι μία· εναι νωμένη ν τ νόματι το Χριστο. “Ες Κύριος· μία Πίστις· ν Βάπτισμ· ες Θες κα Πατρ πάντων, π πάντων κα δι πάντων κα ν πσιν μν”. 

νότης ατ παρασαλεύεται μόνον π τς τεροδοξίας. τέρως, παρ’ παρέλαβε, φρονν, παύει ν χ τν νότητα τς πίστεως κα τν κοινωνίαν το γίου Πνεύματος. Δι τοτο κατ τν Ε΄ Σύνοδον (Πρξ. Α΄ §3, 17) πέρτατο χρέος τν ερέων, φυλάκων τς κκλησίας, εναι περιφρούρησις τς πίστεως. κπτωσις ερέων π τν νότητα τς πίστεως μιαίνει τ π’ ατν τελούμενα μυστήρια κα αρει π ατος τ χάρισμα τς πνευματικς πατρότητος. ντ ποιμένων ποβαίνουν λύκοι, κατατρώγοντες τ ποίμνιόν τους (βλ. Πρξ. ΣΤ΄ §15, 10 κα Πρξ. Α΄ 3, 14). 

ΟΗΕ και Διεθνής Αμνηστία για απαγόρευση της Εκκλησίας στην Ουκρανία.


Του Γιώργου Λειμωνίδη στη Romfea.gr

Στο επίκεντρο της διεθνούς κριτικής βρίσκεται η διαχείριση της ουκρανικής κυβέρνησης απέναντι στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπό του Μητροπολίτη Ονουφρίου με τη Διεθνή Αμνηστία και εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ να εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για τις μεθοδεύσεις απαγόρευσής της.
Η ένταση κλιμακώθηκε όταν οι κρατικές ρυθμιστικές αρχές απαίτησαν από την Ουκρανική Εκκλησία να διακόψει οριστικά τους δεσμούς της με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Παρόλο που η ηγεσία της Ουκρανικής Εκκλησίας διεμήνυσε ότι έχει ήδη προχωρήσει σε αυτή τη ρήξη, η πολιτεία προχώρησε σε περαιτέρω βήματα για τη διάλυσή της.
Η δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο σχετικά με την Επισκοπή του Κιέβου παρέμεινε σε εκκρεμότητα έως το τέλος του έτους, δημιουργώντας ένα κλίμα νομικής αβεβαιότητας.
Τον Οκτώβριο, ειδικοί του ΟΗΕ άσκησαν δριμεία κριτική στη νομοθεσία που στηρίζει αυτές τις διαδικασίες, επισημαίνοντας δύο κύριους κινδύνους:
Έλλειψη Νομικής Σαφήνειας: Η νομοθεσία θεωρείται ασαφής, επιτρέποντας αυθαίρετες ερμηνείες.
Στοχοποίηση Θρησκευτικής Ταυτότητας: Καταγγέλθηκε η λανθασμένη «εξίσωση της θρησκευτικής υπαγωγής με απειλή για την εθνική ασφάλεια».
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η προειδοποίηση για διωγμό κατά της Ουκρανικής Εκκλησίας.
Οι ειδικοί επέκριναν τις ποινικές διώξεις εναντίον κληρικών, ενός δημοσιογράφου και ενός δικηγόρου υπεράσπισης, χαρακτηρίζοντάς τις ως μορφή «συλλογικής τιμωρίας».
«Η θρησκευτική πίστη δεν μπορεί να ποινικοποιείται στο όνομα της ασφάλειας χωρίς αδιάσειστα στοιχεία», τονίζουν οι εκθέσεις, καλώντας την Ουκρανία να σταματήσει τις δίκες αυτές και να επανεξετάσει τους περιοριστικούς νόμους.
Ενώ η Ουκρανία αντιμετωπίζει υπαρξιακές προκλήσεις λόγω του πολέμου, η Διεθνής Αμνηστία υπενθυμίζει ότι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και η αποφυγή διακρίσεων εις βάρος θρησκευτικών ομάδων παραμένουν θεμέλιοι λίθοι μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Η διεθνής κοινότητα καλεί πλέον το Κίεβο να ευθυγραμμίσει τις ενέργειές του με τα διεθνή πρότυπα προστασίας των ελευθεριών.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

 Θεσσαλονίκη 20/7/2016

Πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Ἰ. Γενναδίου 14  4115 21 Ἀθήνα
    
Κοινοποίηση: σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος


ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ»
ΣΤΟ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (19-26/7/2016)

Μακαριώτατε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Σᾶς ἀποστέλλω, εὐλαβῶς, μιά περιεκτική ἀποτίμηση γιά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» καί Σᾶς παρακαλῶ, νά κάνετε τόν κόπο νά τήν μελετήσετε, ἐπειδή πιστεύω, ὅτι θά μποροῦσε νά βοηθήσει, κάπως, στήν ὑπεύθυνη συζήτηση πού θά γίνει στή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν αὐτή συνέλθει.

Ἡ ἀποτίμησή μας θά κινηθεῖ σέ δύο ἐπίπεδα. Τό πρῶτο ἐπίπεδο θά ἀφορᾶ τήν ἀποτίμηση ὡς πρός τό τυπικό καί Κανονικό μέρος τῆς Συνόδου, ἐνῶ τό δεύτερο ἐπίπεδο θά ἀφορᾶ τήν ἀποτίμηση ὡς πρός τό οὐσιαστικό μέρος της.
Ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική τυπικότητα καί Κανονικότητά της, ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» -θεολογικά κρινόμενη- δέν εἶναι «Ἁγία», κατά κυριολεξία. Καί τοῦτο, ἐπειδή δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι», οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς, ὅπως θά γίνει φανερό μέ ὅσα θά ποῦμε στή συνέχεια. Δέν εἶναι ὅμως καί «Μεγάλη», ὄχι μόνον ἐπειδή δέν ἦταν παροῦσες ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀλλά κυρίως, γιατί ἦταν σέ αὐτήν πολύ μικρή καί ἐπιλεγμένη ἡ ἀντιπροσώπευσή τους ἀπό τούς κατά τόπους Ἀρχιερεῖς. Τό σημαντικότερο, ὅμως, ἐν προκειμένῳ εἶναι, ὅτι ἡ «Σύναξη» αὐτή τῶν Ἀρχιερέων δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ -μέ αὐστηρά θεολογικά κριτήρια- οὔτε κἄν ὡς μία Τοπική Σύνοδος. Πρόκειται, μᾶλλον, γιά μιά ἰδιότυπη, διηυρυμένη, «Προσυνοδική Διάσκεψη Ἀρχιερέων» μέ δέκα Προκαθημένους, ἤ γιά ἕνα «Συνέδριο» δέκα συγκεκριμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀντιπροσωπεύτηκαν ἀπό τούς Προκαθημένους τους καί τό πολύ ἀπό 24 κατ’ ἐπιλογήν Ἀρχιερεῖς. 
Εἴπαμε, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ «Διάσκεψη» ἤ τό «Συνέδριο» αὐτό δέν εἶναι κἄν μία Τοπική Σύνοδος, γιατί στήν Τοπική Σύνοδο συνέρχονται καί ψηφίζουν ὅλοι οἱ μετέχοντες σ’ αὐτήν Ἀρχιερεῖς. Στήν παροῦσα ὅμως «Διάσκεψη-Συνέδριο», σύμφωνα μέ τόν Κανονισμό Λειτουργίας της, ψῆφο εἶχαν μόνο οἱ παρόντες δέκα Προκαθήμενοι. Ἡ πράξη αὐτή εἶναι πρωτοφανής στήν Ἐκκλησιαστική μας Ἱστορία καί αὐθαίρετη καί δέν συνάδει καθόλου μέ τήν ἐκκλησιολογικοῦ χαρακτῆρα πρακτική τῶν ἕως σήμερα Ὀρθοδόξων Συνόδων, οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν τήν ἁγιοπνευματική ἰσότητα ὅλων τῶν Ἀρχιερέων, πρᾶγμα πού ἐμφαίνεται στήν ἰσότιμη ψῆφο τους. Κανείς ἀπολύτως Ἐπίσκοπος –μηδέ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου ἐξαιρουμένου– δέν εἶναι «ἄνευ ἴσων» συνεπισκόπων του. Αὐτό πού ἴσχυσε στήν παροῦσα «Διάσκεψη» παραπέμπει ἐμμέσως σέ μία σαφῆ μορφή Παπισμοῦ, ἔστω κι ἄν ἡ ψῆφος τῶν Προκαθημένων ἔχει συλλογικό χαρακτῆρα.

Ισπανία: «Καταστροφική αίρεση» οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Απόφαση-σταθμός της Δικαιοσύνης


Δικαστήριο στη Μαδρίτη έκρινε ότι είναι απολύτως νόμιμο, στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης, να χαρακτηρίζει κανείς τους Μάρτυρες του Ιεχωβά ως «καταστροφική αίρεση» ή να δηλώνει «θύμα» της οργάνωσης. Η απόφαση, που εκδόθηκε στις 16 Απριλίου, ενισχύει το δικαίωμα δημόσιας κριτικής απέναντι σε θρησκευτικές οργανώσεις και προκαλεί διεθνές ενδιαφέρον.

Αναλυτικότερα, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι τίποτα δεν εμποδίζει κάποιον να αυτοαποκαλείται «θύμα» των Μαρτύρων του Ιεχωβά ή ακόμα και να χαρακτηρίζει αυτή την οργάνωση «καταστροφική αίρεση».

 Μια σπάνια απόφαση που επηρεάζει ένα ισχυρό θρησκευτικό κίνημα που υποβάλλει συχνά καταγγελίες εναντίον επικριτών του. 

Το δικαστήριο επικύρωσε κατόπιν έφεσης, απόφαση κατώτερου δικαστηρίου υπέρ της Ισπανικής Ένωσης Θυμάτων των Μαρτύρων του Ιεχωβά (AEAVTJ), κρίνοντας ότι η ονομασία αυτής της Ένωσης και οι επικρίσεις που διατυπώνει δεν συνιστούν παράνομη προσβολή στην τιμή της θρησκευτικής οργάνωσης, σύμφωνα με την απόφαση που περιήλθε σε γνώση του Γαλλικού Πρακτορείου.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Το ζήτημα της συμμετοχής των γυναικών στο ιερό αναλόγιο υπό το πρίσμα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας (Γυναίκα και Ψαλτική)

 



------------------------------------------------------------------

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Ο  προβληματισμός  περί της συμμετοχής των γυναικών στο ιερό αναλόγιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο εκκλησιολογικό πλαίσιο, το οποίο αφορά τη σχέση μεταξύ χαρίσματος, διακονίας και κανονικής τάξεως εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν πρόκειται απλώς για ένα πρακτικό ή λειτουργικό ζήτημα, αλλά για θέμα που άπτεται της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού, εντός του οποίου η ενότητα δεν αναιρεί τη διάκριση, ούτε η διάκριση υπονομεύει την ενότητα.

Η αναφορά στα παύλεια χωρία αποτελεί αναπόφευκτο σημείο εκκινήσεως. Ο Απόστολος Παύλος θέτει όρια ως προς τη διδασκαλία και το δημόσιο λόγο των γυναικών εντός της ευχαριστιακής συνάξεως. Ωστόσο, η ερμηνεία των χωρίων αυτών απαιτεί διάκριση μεταξύ λόγου αυθεντίας και λόγου προσευχής. Η ψαλμωδία, ως λειτουργική πράξη, δεν συγκροτείται ως ιδιωτικός λόγος διδασκαλίας, αλλά ως εκφώνηση της προσευχής της Εκκλησίας· δεν αποτελεί πρωτοβουλία ατομικού υποκειμένου, αλλά συμμετοχή στη φωνή του εκκλησιαστικού σώματος, το οποίο «εν ενί στόματι και μιά καρδία» δοξολογεί τον Θεό.

Η πατερική παράδοση, αν και υπογραμμίζει με έμφαση την ανάγκη της εκκλησιαστικής ευταξίας, δεν προσφέρει μια ενιαία και ρητώς διατυπωμένη απαγόρευση της γυναικείας ψαλμωδίας. 

Πατέρες όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος προσεγγίζουν τα σχετικά χωρία με γνώμονα την αποφυγή συγχύσεως και αταξίας εντός της συνάξεως, χωρίς να προβαίνουν σε συστηματική θεμελίωση αποκλεισμού από κάθε μορφή λειτουργικής εκφράσεως. Παράλληλα, η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας λειτουργεί ως αυθεντικός ερμηνευτής της παραδόσεως: η αδιάλειπτη ψαλμωδική διακονία των γυναικών στις μοναστικές κοινότητες μαρτυρεί ότι η γυναικεία συμμετοχή στη λατρεία δεν προσλαμβάνεται ως ασυμβίβαστη προς την ιεροπρέπεια.

Στο σημείο αυτό, καθίσταται αναγκαίο να ληφθεί υπόψη η σύγχρονη θεολογική ερμηνεία, η οποία, σε συνδυασμό με την εκκλησιαστική πράξη, επισημαίνει ότι οι παύλειες διατάξεις συχνά είχαν τοπικό και συγκυριακό χαρακτήρα, αποβλέποντας στην αποκατάσταση της ευταξίας συγκεκριμένων κοινοτήτων και όχι στη θέσπιση ενός καθολικού και διαχρονικού αποκλεισμού της γυναίκας από κάθε μορφή λατρευτικής συμμετοχής. Υπό το πρίσμα αυτό, τρία στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα:

Πρώτον, η μαρτυρία της μοναστικής παραδόσεως. Η μακραίωνη λειτουργική ζωή των γυναικείων μοναστηριών, εντός των οποίων οι μοναχές αναγιγνώσκουν και ψάλλουν με πλήρη εκκλησιαστική ευλογία, συνιστά ισχυρό τεκμήριο ότι η γυναικεία ψαλμωδία δεν αντιμετωπίσθηκε ποτέ ως οντολογικά ή δογματικά ασύμβατη με τη λατρεία της Εκκλησίας.

Δεύτερον, η θεολογική διάκριση μεταξύ κηρύγματος και ψαλμωδίας. Το κήρυγμα συνδέεται με τη διακονία της διδασκαλίας και ανήκει στο πλαίσιο της ειδικής ιερωσύνης, ενώ η ψαλμωδία συγκροτεί μορφή κοινής προσευχής. Η συμμετοχή της γυναίκας σε αυτήν δεν συνιστά άσκηση διοικητικής ή δογματικής εξουσίας, αλλά ένταξη στη δοξολογική κίνηση της Εκκλησίας, όπου η ενότητα εν Χριστώ υπερβαίνει τις φυσικές διακρίσεις.

Τρίτον, η ποιμαντική διάσταση της εκκλησιαστικής οικονομίας. Η σύγχρονη ενοριακή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται συχνά από έλλειψη επαρκώς καταρτισμένων ιεροψαλτών, γεγονός που καθιστά τη συμβολή των γυναικών όχι απλώς δυνατή, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αναγκαία για τη διατήρηση της λειτουργικής ζωής. Η παρουσία τους, όταν συνοδεύεται από επάρκεια και εκκλησιαστικό ήθος, υπηρετεί την οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας.

Εν προκειμένω, καθίσταται επίσης αναγκαία η διάκριση μεταξύ ειδικής ιερωσύνης και της καθολικής ιερατικής ιδιότητας των πιστών. Η συμμετοχή των λαϊκών στη λατρεία, συμπεριλαμβανομένης της ψαλμωδίας, συνδέεται με την κοινή κλήση όλων των βαπτισμένων να προσφέρουν «θυσίαν αινέσεως» και να μετέχουν ενεργά στη δοξολογία του Θεού. Υπό αυτό το πρίσμα, η υποστήριξη της συμμετοχής της γυναίκας στο ψαλτήριο δεν ταυτίζεται με αίτημα εισόδου στην ειδική ιερωσύνη, αλλά αφορά τη μετοχή στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας ως έκφραση της γενικής ιερατικής ιδιότητας των πιστών. Η ψαλτική δεν συνιστά πεδίο ασκήσεως εξουσίας, αλλά μορφή διακονίας εντός του σώματος του Χριστού.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο να υπογραμμισθεί ότι η εκκλησιαστική μουσική δεν αποτελεί καλλιτεχνική δραστηριότητα αποκομμένη από το λειτουργικό της πλαίσιο. Πρόκειται κατεξοχήν για μουσική της λατρείας, η οποία εντάσσεται οργανικά στο μυστήριο της Εκκλησίας και υπηρετεί τη δοξολογία του Θεού, και όχι για μέσο αισθητικής επιδείξεως. Ως εκ τούτου, το κριτήριο συμμετοχής στο αναλόγιο οφείλει να είναι η ευσέβεια, η ιεροπρέπεια και η ικανότητα ουσιαστικής προσφοράς στο σώμα του Χριστού.

Η θεολογική αρχή της εν Χριστώ ενότητας («ουκ ένι άρσεν και θήλυ», Γαλ. 3,28) δεν αναιρεί την ποικιλία των διακονιών, αλλά αποκλείει κάθε αντίληψη οντολογικής υποτιμήσεως. Η διαφοροποίηση των ρόλων δεν δύναται να μετατρέπεται σε απόλυτο αποκλεισμό από τη λειτουργική ζωή, όταν αυτή νοείται ως κοινή προσευχή και όχι ως άσκηση εξουσίας.

Η ιστορική εμπειρία της Εκκλησίας επιβεβαιώνει τα ανωτέρω. Η παρουσία υμνογράφων όπως η Κασσιανή καταδεικνύει ότι η γυναικεία συμβολή στη διαμόρφωση της λατρευτικής ζωής υπήρξε ουσιώδης και θεσμικά αποδεκτή.

Τέλος, η κανονική παράδοση θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη διακονία στο αναλόγιο, όπως η χειροθεσία των αναγνωστών. Η επιλεκτική εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών εγείρει ζητήματα εκκλησιολογικής συνέπειας και καλεί σε συνολικότερη επανεξέταση της σχέσεως μεταξύ κανονικού ιδεώδους και εκκλησιαστικής πράξεως.

Εν κατακλείδι, το ζήτημα της γυναικείας παρουσίας στο ιερό αναλόγιο απαιτεί θεολογική διάκριση, εκκλησιολογική συνέπεια και ποιμαντική ευαισθησία. Η Εκκλησία καλείται να διαφυλάξει την ενότητα της πίστεως και την ιερότητα της λατρείας, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε κάθε μέλος του σώματος να συμβάλλει, κατά το χάρισμα και τη διακονία του, στη δοξολογία του Τριαδικού Θεού.

--------------------------------------------------------------------

Στην συνέχεια θα παρουσιάσουμε τα βασικά σημεία της έρευνας της κ.Ε.ΣΠΥΡΑΚΟΥ με τίτλο: «Η γυναικεία παρουσία στην Ψαλτική Τέχνη: η περίπτωση των αστικών ναών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Η Ευαγγελία (Ευγενία) Σπυράκου, μέλος Ε.Ε.Π. του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, υπήρξε η πρώτη που ανέλυσε συστηματικά τη λειτουργία των βυζαντινών χορών (χορωδιών), αποδεικνύοντας ότι η γυναίκα ψάλτρια αποτελούσε θεσμικό και οργανικό μέλος του λειτουργικού συστήματος.

Ολόκληρη την μελέτη μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να την βρουν στο διαδίκτυο.

 Πρώτη ἡ Θεοτόκος

εἶδε τὸν Ἀναστάντα

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς



Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Κύριο μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατὰ τὴν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καὶ φρόντισαν νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδὴ ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι\’ ἔλαβαν ἀπὸ τὸ Πιλᾶτο τὸ δεσποτικὸ σῶμα, τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸ περιέβαλαν σὲ σινδόνια μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ ἀρώματα, τὸ τοποθέτησαν σὲ λαξευτὸ μνημεῖο κι\’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στὴ θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατὰ τὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τὴ Θεομήτορα. Δὲν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἀναφέρει καὶ ὁ Λουκᾶς.
Ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἀνάπλαση καὶ ἐπάνοδος πρὸς τὴν ἀθάνατη ζωὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ ποὺ καταβροχθίσθηκε... ἀπὸ τὸ θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καὶ διὰ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθε πρὸς τὴ γῆ ἀπὸ τὴν ὁποία πλάσθηκε.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνον στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν εἶδε κανεὶς ἄνθρωπος νὰ πλάττεται καὶ νὰ παίρνει ζωή, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἄνθρωπος ἐκείνη τὴν ὥρα, μετὰ δὲ τὴ λήψη τῆς πνοῆς ζωῆς μὲ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν εἶδε μιά γυναίκα, γιατί μετὰ ἀπὸ αὐτὸν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα. Ἔτσι τὸν δεύτερο Ἀδάμ, δηλαδὴ τὸ Κύριο, ὅταν ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, κανεὶς ἄνθρωπος δὲν τὸν εἶδε, ἀφοῦ δὲν παρευρισκόταν κανεὶς δικός του καὶ οἱ στρατιῶτες ποὺ φύλαγαν τὸ μνῆμα ταραγμένοι ἀπὸ τὸ φόβο, εἶχαν γίνει σὰν νεκροί, μετὰ δὲ τὴν ἀνάσταση πρώτη ἀπ\’ ὅλους τὸν εἶδε μία γυναίκα.
Ὑπάρχει κάτι συνεσκιασμένο ἀπὸ τοὺς εὐαγγελιστές, τὸ ὁποῖο θὰ ἀποκαλύψω στὴν ἀγάπη σας. Πραγματικὰ πρώτη ἀπ\’ ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστὸ καὶ δίκαιο, εἶδε τὸν ἀναστάντα καὶ ἀπόλαυσε τὴν ὁμιλία του καὶ ἄγγισε τὰ ἄχραντα πόδια του, ἔστω καὶ ἂν οἱ εὐαγγελιστὲς δὲν τὰ λέγουν φανερά, μὴ θέλοντας νὰ φέρουν ὡς μάρτυρες τὴ μητέρα, γιὰ νὰ μὴ δώσουν ἀφορμὴ ὑποψίας στοὺς ἀπίστους. Ἐπειδὴ τώρα ὁμιλῶ πρὸς πιστοὺς θὰ διευκρινήσω τὰ σχετικά.
Ἀφοῦ λοιπὸν οἱ μυροφόρες ἑτοίμασαν τὰ μύρα καὶ τὰ ἀρώματα, κατὰ τὴν ἐντολή, τὸ Σάββατο ἡσύχασαν. Ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει: «Τὴ πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ, ἦρθαν στὸ μνῆμα, ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ τοῦ Ἰακώβου, ἡ Ἰωάννα καὶ ἄλλες μαζί τους.» Ὁ Ματθαῖος λέγει: «ἀργὰ τὸ Σάββατο, ξημερώνοντας τὴν πρώτη τῆς ἑβδομάδος καὶ δυὸ μυροφόρες προσῆλθαν.» Ὁ Ἰωάννης λέγει: «Τὸ πρωϊ, ἐνῶ ἦταν σκοτεινὰ καὶ ἦταν μόνο ἡ Μαρία Μαγδαληνή». Ἐνῶ ὁ Μᾶρκος ἀναφέρει: «Πολὺ πρωϊ τῆς πρώτης ἑβδομάδος καὶ ἦταν τρεῖς οἱ προσερχόμενες μυροφόρες.»
Πρώτη τῆς ἑβδομάδος ποὺ ἀναφέρουν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστὲς εἶναι ἡ Κυριακή. Ἀργὰ τὸ βράδυ, ὄρθρο βαθύ, πολὺ πρωϊ καὶ πρωϊ σκοτεινὰ ἀκόμη, ὀνομάζουν τὸ χρόνο γύρω ἀπὸ τὸν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπὸ φῶς καὶ σκοτάδι. Φαίνονται βέβαια νὰ διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελιστὲς μεταξὺ τους τόσο γιὰ τὴν ὥρα, ὅσο καὶ γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν γυναικῶν.
Οἱ μυροφόρες ἦταν πολλὲς καὶ ἦλθαν στὸν τάφο ὄχι μία φορά, ἀλλὰ καὶ δυὸ καὶ τρεῖς φορές, συντροφιὰ μέν, ἀλλ\’ ὄχι οἱ ἴδιες. Κατὰ τὸν ὄρθρο μὲν ὅλες, ἀλλ\’ ὄχι τὸν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς.
Ὅπως ἐγὼ ὑπολογίζω καὶ συνάγω ἀπὸ ὅλους τούς εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ\’ ὅλους ἦλθε στὸν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί της τή Μαγδαληνὴ Μαρία. Τὸ συμπεραίνω ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Γιατί λέγει, «ἦλθε ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ ἡ ἄλλη Μαρία», ποὺ ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο. Καὶ ἔγινε μεγάλος σεισμός, γιατί ἄγγελος Κυρίου ἦλθε, σήκωσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὸ μνημεῖο καὶ κάθησε πάνω της. Ἦταν ἡ μορφή του σὰν ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμά του λευκὸ σὰν χιόνι καὶ ἀπὸ τὸ φόβο τους ταράχθηκαν οἱ φύλακες καὶ ἔγιναν σὰν νεκροί».
Νομίζω ὅτι γιὰ τὴ Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος τάφος (γιατί γι\’ αὐτὴ πρώτη καὶ μέσω αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθεῖ σ\’ ἐμᾶς ὅλα, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ) γι\’ αὐτὴν ἄστραψε ὁ ἄγγελος νὰ δεῖ τὸν ἄδειο τάφο καὶ τὸ μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων χωρὶς τὸν ἀναστάντα Κύριο. Καὶ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστὴς αὐτὸς ἄγγελος ἦταν ὁ Γαβριήλ, ποὺ ἀνάφερε τὴν ἀνάσταση δείχνοντας τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ λέγοντας στὶς μυροφόρες νὰ τὴν ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές. Καὶ τότε «ἐξῆλθαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη».
Ἐγὼ νομίζω καὶ πάλι ὅτι τὸν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ καὶ οἱ ἄλλες γυναῖκες, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τὴ μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τὰ χαρμόσυνα λόγια τοῦ ἀρχαγγέλου τὰ ὁποῖα πίστευσε καὶ ἀπὸ τὰ τόσα ἀξιόπιστα γεγονότα, τοῦ σεισμοῦ, τῆς μετάθεσης τοῦ λίθου, τοῦ ἄδειου τάφου, τῶν ἄλυτων ἐνταφίων, ἀδειανῶν ἀπὸ τὸ σῶμα.
Καὶ τέλος πρώτη ἡ Θεοτόκος ἀναγνώρισε τὸν ἀναστάντα καὶ προσέπεσε στὰ πόδια του καὶ ἔγινε ἀπόστολος πρὸς τοὺς Ἀποστόλους, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἐμφανίσθηκε ὁ Ἰησοῦς στὶς μυροφόρες, λέγοντας τό: «Χαίρετε».
(Ἀπόσπασμα ὁμιλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ)

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου