Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (Ζ)

 

Η τελική πίεση και η σιωπή του Αγίου Μάρκου

Τέλος ο Βασιλιάς, επιθυμώντας να δοθεί ένα τέλος στο ζήτημα αυτό, συγκάλεσε όλους τους δικούς μας και τους δήλωσε ότι οι Λατίνοι ζητούσαν εξηγήσεις στην ομολογία που είχαν στείλει. Αυτός όμως δεν το ενέκρινε καθόλου, γιατί σε τέτοια περίπτωση θα άρχιζαν πάλι μακριές και άσκοπες συζητήσεις. Γι' αυτό και τους πρότρεψε να σκεφτούν αν ήταν δυνατόν να επέλθει η ένωση με άλλον τρόπο, παραδεχόμενων των δικών μας την προσθήκη και «εκ του Υιού».

Αυτό προκάλεσε μακριές συζητήσεις, στις οποίες πάλι πολλά ειπώθηκαν για τη σημασία των προθέσεων «εκ» και «διά», από τον Βησσαρίωνα και τους γύρω του και από τον Άγιο Μάρκο. Αυτή η συνεδρία είχε το ιδιαίτερο ότι από απόφαση του βασιλιά μπήκαν και οι άρχοντες, για να παρακολουθούν τις συνεδρίες και να σχηματίσουν γνώμη για το ποιοι αληθινά ήταν αυτοί που αγαπούσαν την πατρίδα τους και μόχθαγαν για το συμφέρον της.

Σε αυτή τη συνεδρία παρέστη και ο συγκλητικός Ιάγαρις, που ακούγοντας τον Άγιο Μάρκο να μιλά και μόνος να αντιστέκεται στα λεγόμενα των άλλων και με δύναμη να τους ελέγχει, εξεπλάγη τόσο ώστε ρώτησε τους δίπλα του αν νόμιζαν ότι ήταν δυνατόν άνθρωπος παράφρονας να λέει τέτοια και να αγωνίζεται μόνος εναντίον τόσων. Αυτά είπε γιατί οι εχθροί του Αγίου Μάρκου είχαν διαδώσει ότι αυτός είχε παραφρονήσει και δεν ήξερε ούτε τι έλεγε ούτε τι έπραττε.

Αυτή η συνεδρία διαλύθηκε χωρίς να καταλήξει σε κανένα αποτέλεσμα, παρά μόνο στη γνωμοδότηση που εξεδόθη μετά από ερώτηση του βασιλιά, ότι τα χωρία που είχαν παρουσιάσει οι Δυτικοί ήταν γνήσια των αρχαίων πατέρων της Εκκλησίας της Δύσης. Πόση σπουδαιότητα είχε αυτή η γνωμοδότησή τους φαίνεται εύκολα αν σκεφτεί κανείς ότι, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς που γνωμοδότησαν δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν ούτε τα χωρία των Ελλήνων πατέρων παρόλο που ήταν σαφέστατα, τολμούσαν να κηρύξουν ως γνήσια χωρία γραμμένα σε άλλη γλώσσα που δεν ήξεραν, χωρία παρεφθαρμένα και κολοβωμένα, που είχαν ανάγκη διερμηνέων για να τα κατανοήσουν.

 

Η απαγόρευση συμμετοχής στους μη Αρχιερείς

Τρεις μέρες αργότερα συγκροτήθηκε με πρόσκληση του βασιλιά στα δωμάτιά του νέα συνεδρία, στην οποία λήφθηκε το μέτρο να απαγορευθεί σε όλους εκτός από Αρχιερείς και Αρχιμανδρίτες να εκφράζουν γνώμες, όπως γινόταν στις Οικουμενικές Συνόδους. Αυτό το μέτρο λήφθηκε για να αποκλειστούν από το γνωμοδοτείν όλοι οι Εκκλησιαστικοί άρχοντες, όπως ο μέγας Εκκλησιάρχης Συρόπουλος και άλλοι, που ήταν πολλοί και ακολουθούσαν και υποστήριζαν μόνο τις γνώμες του Αγίου Μάρκου, του αληθινού προμάχου της Ορθοδοξίας.

Σε αυτή τη συνεδρία τέθηκε πάλι στο τραπέζι προς συζήτηση το θέμα της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, και με πολλή σφοδρότητα επιδίδοντας όλες τις δυνάμεις τους αγωνίστηκαν οι λατινόφρονες να αποδείξουν το «και εκ του Υιού» και να αναιρέσουν τα λεγόμενα από τον Εφέσου.


Οι ύβρεις και οι απειλές κατά του Αγίου Μάρκου

Οι λατινόφρονες, ασφαλείς πίσω από τις ύβρεις και τις λοιδορίες τους κατά των αντιθέτων, έγιναν πιο θαρραλέοι και νόμιζαν ότι θα τους ανάγκαζαν γρήγορα να υποχωρήσουν. Γι' αυτό άρχισαν πλέον φανερά να επαινούν τα δόγματα των Λατίνων, και τόλμησαν σε κάποια συνεδρία μπροστά στον Πατριάρχη να δηλώσουν ότι η υπάρχουσα διαφορά ήταν μικρή και ανάξια λόγου, και ότι αν οι Ανατολικοί ήθελαν, η ένωση μεταξύ τους και των Λατίνων θα μπορούσε πολύ εύκολα και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να ολοκληρωθεί.

Σύντομα όμως κατάλαβαν την απάτη στην οποία βρίσκονταν, γιατί σηκώθηκε αμέσως ο φλογερός ζηλωτής της ευσέβειας και τους απάντησε ότι, αντίθετα, ήταν πολύ μεγάλη και ιδιαίτερα σημαντική αυτή η διαφορά.

«Δεν είναι αίρεση!» φώναζαν σε αυτόν οι λατινόφρονες. «Ούτε μπορείς εσύ να τους χαρακτηρίσεις ως αιρετικούς, αφού αυτό δεν έκανε κανένας από τους πριν από σένα έλλογους και άγιους άνδρες».

«Είναι αίρεση!» απάντησε ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας. «Και έτσι την χαρακτήριζαν και οι πριν από μας δάσκαλοι της Ορθοδοξίας, οι οποίοι αν δεν αποκαλούσαν τους Δυτικούς αιρετικούς, το έκαναν μόνο γιατί περίμεναν την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία και διαπραγματεύονταν τη φιλία τους». Πρόσθεσε ότι ήταν έτοιμος να αποδείξει αμέσως αυτόν τον ισχυρισμό του.

Μόλις όμως είχε προλάβει να πει αυτά τα λόγια, και αμέσως εξεγερμένοι γεμάτοι οργή, φτάνοντας κοντά του οι αρχιεπίσκοποι Μυτιλήνης και Λακεδαιμονίας, του είπαν: «Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να υβρίζεις τους Λατίνους ως αιρετικούς; Έως πότε θα σε ανεχόμαστε να λες τέτοια;» Και μετά από σωρεία ύβρεων που εξαπέλυσαν κατ' αυτού, παρόντος του Πατριάρχη που σιωπούσε, αφού απείλησαν ότι θα τον καταγγείλουν στον Πάπα ως χαρακτηρίζοντα αυτόν ως αιρετικό για να δώσει ευθύνες της ύβρεως, αποχώρησαν από την αίθουσα σαν να τους κυνηγούσαν δαιμόνια.

Δίκαιο είχε λοιπόν, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα, ο σοφός Σχολάριος που έγραφε με πόνο ψυχής: «ότι εμάς που έπρεπε να μας έχει συμμάχους, αντί για τέτοιους, φεύ! εχρησιμοποίησε ως εχθρούς». Γιατί αυτό το παράδειγμα μίμησαν και άλλοι, και έτσι προς το τέλος σχεδόν όλοι είχαν κηρυχθεί φοβεροί εχθροί του. Αυτό όμως συνετέλεσε στο να αναδείξει πιο λαμπρό τον στερεό και αδαμάντινο χαρακτήρα του Αγίου Μάρκου, που, ομοιάζοντας σύμφωνα με την παραβολή του Σωτήρα στο σπίτι χτισμένο πάνω στον βράχο, περιφρόνησε όλες τις καταιγίδες, και όχι μόνο έμεινε ατραυμάτιστος, αλλά και πιο λαμπρός κατόρθωσε να αναδειχθεί μετά από τόσες επιθέσεις που δέχτηκε από παντού.

 

Η άρνηση συγκατάβασης

Οι αντίθετοι, κατανοώντας ότι με τις ύβρεις και τις απειλές δεν μπορούσαν να κατορθώσουν τίποτα, σκέφτηκαν να αλλάξουν τακτική. Γι' αυτό και στη συνεδρία που συγκροτήθηκε μετά από δύο μέρες, άρχισαν να τον παρακαλούν με ταπεινότητα να συγκαταβεί λίγο, εξοικονομώντας το δύσκολο των πραγμάτων.

«Δεν επιτρέπονται συγκαταβάσεις στα ζητήματα της πίστης» απάντησε ο Άγιος Μάρκος.

Επειδή όμως οι υπόλοιποι αντί να σταματήσουν, άρχισαν αντίθετα πιο θερμά και με περισσότερη επιμονή να τον ικετεύουν να υποχωρήσει λίγο, γιατί η διαφορά ήταν εντελώς ασήμαντη και συνεπώς μια μικρή συγκατάβαση αρκούσε για να ολοκληρωθεί η ένωση, ανάγκασαν τον Άγιο Μάρκο να τους πει ό,τι άλλοτε είπε ο Άγιος Θεόδωρος στον Έπαρχο που τον προέτρεπε να κοινωνήσει μια φορά μαζί του, υποσχόμενος ότι αν το έκανε θα τον άφηνε ελεύθερο.

«Παρόμοια λες», είπε στον Έπαρχο ο Άγιος Θεόδωρος, «σαν να έλεγε κανείς σε κάποιον: επίτρεψέ μου να σου κόψω μια φορά το κεφάλι και μετά πήγαινε όπου θέλεις».

Κάτι τέτοιο είπε και ο Άγιος Μάρκος σε αυτούς, ότι αυτό ζητούσαν κι αυτοί από αυτόν, και αυτή την απάντηση τους έδωσε, προσθέτοντας πάλι ότι δεν επιτρεπόταν συγκατάβαση στα της πίστης.

Η σύγκριση με τον Θεμιστοκλή

Μετά από αυτά τα λόγια του Αγίου Μάρκου, οι αντίθετοι οργίστηκαν πολύ. Αυτοί που ως τότε τον παρακαλούσαν θερμά να θέσει ειρηνικά τέλος στο ζήτημα της ένωσης, σηκώθηκε ο Νικαίας Βησσαρίων με μεγάλη ιταμότητα και αναιδεία και άρχισε να τον σκώπτει και να τον υβρίζει. Και επειδή έβλεπε ότι αυτός μόνος έμεινε μέχρι τέλους ανένδοτος στην ένωση με τον Πάπα, σηκώθηκε και χτύπησε το στερεό και επίμονο της γνώμης του, όπως κάποτε στη Σαλαμίνα ο Ευρυβιάδης χτύπησε τον Θεμιστοκλή, λέγοντας: «Περισσότερο κάνω και φιλονικώ με άνθρωπο δαιμονιασμένο. Αυτός είναι τρελός».

Σε αυτά όμως ο Άγιος Μάρκος, βλέποντας ότι ο κίνδυνος που περιβάλλει το έθνος ήταν μεγαλύτερος από αυτόν επί Θεμιστοκλέους, είπε: «Εσύ είσαι κοπέλι και έκανες σαν κοπέλι».

Μόνο αυτά είπε ο ανεξίκακος και γνήσιος μαθητής του Χριστού. Ο Πατριάρχης, βλέποντας και ακούγοντας τόση αταξία και αναιδεία του Νικαία Βησσαρίωνα, έμεινε πιο άφωνος από ψάρι, όπως βεβαιώνει ο Συρόπουλος.

Η παρεμπόδιση ανάγνωσης χωρίων

Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα, όταν συγκεντρώθηκαν όλοι με εντολή του βασιλιά στον Πατριάρχη, όπου παρίστατο και ο βασιλιάς. Με δριμύτητα και ακοσμία γλώσσας ασυγχώρητη επιτέθηκαν κατά του Αγίου Μάρκου εκ συμφώνου ο Νικαίας Βησσαρίων, ο Ρωσσίας Ισίδωρος, ο Πρωτοσύγκελος Γρηγόριος και ο δάσκαλος Αμηρούτζης.

Ο Άγιος Μάρκος, προσπαθώντας να διαβάσει κάποια μαρτυρία του Καβάσιλα, εμποδίστηκε από τον Ρωσσίας Ισίδωρο, που είπε ότι σκοπός της συνέλευσης ήταν να επιτευχθεί η ένωση και η ειρήνη, και όχι να γίνονται συζητήσεις που παρατείνουν το σχίσμα και τη διάσταση. «Ο Καβάσιλας δεν είναι ενωτικός και συνεπώς δεν θέλουμε να διαβαστούν τα συγγράμματά του».

Μετά από αυτά σηκώθηκε και ο Λακεδαιμονίας και είπε ότι αυτό ήταν περιττό, γιατί ο Καβάσιλας δεν ήταν άγιος, αλλά κάποιος απλός αρχιερέας που δεν ξεχώριζε καθόλου από τους παρόντες.

Σε αυτά όμως απάντησε ο Άγιος Μάρκος ότι επιτρεπόταν να διαβαστούν και οι δικές του γνώμες, αφού είχαν διαβαστεί και αυτές του Βέκκου. «Ο Ηρακλείας, θέλοντας να διαβάσει κάποια χωρία από ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο για να φωτίσει τη συζήτηση, εξυβρίστηκε με τόση ιταμότητα και θρασύτητα από τον Γρηγόριο του πρωτοσυγκέλου, ώστε ο δυστυχής, κατανοώντας το άσκοπο του αγώνα και εκπλαγείς από τέτοια τόλμη, φοβηθείς και για άλλο λόγο (γιατί είδε ότι οι γύρω από τον Γρηγόριο ήταν ιδιαίτερα εξοργισμένοι), αναγκάστηκε να κλείσει το βιβλίο και να σιωπήσει».

Η σιωπή του Αγίου Μάρκου

Αγανακτώντας για την ιταμότητα και το υπερβολικό τους θράσος, και κατανοώντας ότι σχεδόν όλοι είχαν αποφασίσει προδίδοντας τη θρησκεία των πατέρων τους να ασπαστούν τα δόγματα των Λατίνων, και ότι από αυτό δεν επρόκειτο να προκύψει κανένα όφελος από τις συζητήσεις, σιώπησε. Και σε πολλές συνεδρίες, αν και έγιναν πολλές συζητήσεις, ο Άγιος Μάρκος δεν πήρε καθόλου το λόγο, αλλά παρακολουθούσε τα λεγόμενα, θρηνώντας μέσα του για την άθλια κατάσταση της Εκκλησίας μας.

Εκμεταλλευόμενοι την αποχώρηση του Αγίου Μάρκου από τον αγώνα, οι γύρω από τον Νικαία σε κάποια συνεδρία με εντολή του Πατριάρχη, διάβασαν δημόσια τα διαφθαρέντα από τον Βέκκο χωρία των Αγίων Πατέρων, από τα οποία φαινόταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό.

Ο Πατριάρχης, μετά την ανάγνωση, δηλώνοντας ότι αποδεχόταν ως γνήσια αυτά τα χωρία των Αγίων Πατέρων, αποδέχθηκε το δόγμα της εκπορεύσεως και από τον Υιό. Μαζί του συντάχθηκαν και δέκα άλλοι αρχιερείς. Οι περισσότεροι από τους παρόντες όμως αρνήθηκαν να το αποδεχθούν. Οι δε Αντώνιος του Ηρακλείας, Δοσίθεος της Μονεμβασίας και Σωφρόνιος της Αγχιάλου αντέκρουσαν την ένωση με τέτοιους όρους, δηλώνοντας ότι με κανέναν λόγο δεν μπορούσαν να παραδεχθούν τον Υιό ως αιτία του Αγίου Πνεύματος, ούτε το Άγιο Πνεύμα ως εκπορευόμενο από τον Πατέρα και τον Υιό ως από μια αρχή.

Ο Βασιλιάς πάλι πρότεινε να εγκαταλειφθούν οι συζητήσεις, γιατί ο καιρός πίεζε. Στην εικοστή πέμπτη συνεδρία ο βασιλιάς τους πρότρεψε να εκφράσουν γνώμη που να μη ζημιώνει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή τους, αλλά να είναι σύμφωνη προς την ευσέβεια. Τότε όλοι απάντησαν αναθεματίζοντας όσους δεν δέχονταν την ένωση και δεν την ποθούσαν με τέτοιους όρους.

Μετά από αυτά όμως, δυστυχώς, με πολλά δελεαστικά μέσα, οι μεν με απειλές, άλλοι με κολακείες και υποσχέσεις, και άλλοι αλλιώς, πρόδωσαν τα πάτρια, κατακρημνισθέντες στο βάραθρο της κακοδοξίας των Λατίνων.

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (ΣΤ)

 


Η άφιξη στη Φλωρεντία

Στις 10 Ιανουαρίου ο Πάπας έφυγε από το παλάτι του με μεγάλη φαντασμαγορία. Φορούσε τη μίτρα του και πολυτελή μανδύα, ενώ πολλές λαμπάδες φώτιζαν γύρω του. Ο Μαρκήσιος της πόλης κρατούσε τα χαλινά του αλόγου του πεζός. Καρδινάλιοι και επίσκοποι τον ακολούθησαν με τα άλογά τους, ενώ μεγάλο πλήθος στρατού προπορευόταν και ακολουθούσε. Με αυτή την τάξη ο Πάπας βγήκε από τα τείχη της Φερράρας και πήγε στη Μονή του Αγίου Αντωνίου, όπου έμεινε. Την 17η του μηνός ξεκίνησε το ταξίδι για τη Φλωρεντία.

Στις 13 Φεβρουαρίου έφτασε ο Αυτοκράτορας με λαμπρή υποδοχή. Οι άρχοντες πήγαν πεζοί ως τις πύλες της πόλης να τον υποδεχτούν. Ήρθαν όλοι οι Καρδινάλιοι, ο χορός των ευγενών ανδρών και γυναικών. Η πόλη σείστηκε από την πομπή, τα όργανα και τους ήχους των σαλπίγγων. Την επόμενη μέρα τον κάλεσαν σε επίσημο σπίτι να δει θέατρα στο ιπποδρόμιο.

Τρεις μέρες αργότερα, οι Αρχιερείς με τον Πατριάρχη έφτασαν κρυφά τη νύχτα στη Φλωρεντία και έμειναν έξω από την πόλη σε μοναστήρι και πανδοχεία. Την επομένη βγήκαν δύο Καρδινάλιοι, αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι (περίπου τριάντα) μαζί με άλλο πολύ κόσμο να υποδεχτούν τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης πήγε ανάμεσα σε Καρδινάλιους με μεγάλη τιμή, και όλοι ακολούθησαν ως το σπίτι που του είχε ετοιμαστεί. Οι Αρχιερείς πήγε ο καθένας όπου του είχε ετοιμαστεί.

Η ζωή του Πάπα στη Φλωρεντία δεν άλλαξε καθόλου, ώσπου τελικά πέτυχε τον δόλιο σκοπό του που από καιρό μελετούσε και κυνηγούσε.

 

Οι συζητήσεις αρχίζουν

Μετά την άφιξη στη Φλωρεντία και αφού ξεκουράστηκαν για λίγο, συγκεντρώθηκαν στο Παλάτι του Πάπα στις 26 Φεβρουαρίου, Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας των νηστειών, και άρχισαν τις συζητήσεις. Πλέον δεν συζητούσαν αν ήταν σωστή ή λάθος η προσθήκη στο Άγιο Σύμβολο, αλλά το ίδιο το δόγμα που πολύ καιρό πριν οι παπικοί με πολύ ζήλο ζητούσαν: αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή όχι.

Οι Λατίνοι, που είχαν ηττηθεί φανερά στο θέμα της προσθήκης και είχαν καταστεί αναπολόγητοι και αυτοκατάκριτοι από την ανάγνωση των όρων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων (που όριζαν το αμετάβλητο του Ιερού Συμβόλου και καταδίκαζαν με βαρύτατο αναθεματισμό όποιον τολμούσε να προσθέσει έστω και ένα ιώτα), δυσανασχετούσαν βαριά για την ήττα τους. Πολλοί δυτικοί το είχαν παραδεχτεί. Αγωνίστηκαν λοιπόν με μεγάλο ζήλο να υπερισχύσουν τουλάχιστον στον αγώνα για την αλήθεια του δόγματος. Για το σκοπό αυτό δίστασαν να κάνουν παρερμηνείες πολλών χωρίων της Αγίας Γραφής, και να παρουσιάσουν πολλά χωρία δυτικών πατέρων στρεβλωμένα και πλαστογραφημένα, για να αποδείξουν ότι και στην αρχαιότητα πολλοί πατέρες της Δύσης έτσι δίδασκαν.

Στις επτά συνεδρίες που έγιναν στο παλάτι του Πάπα, όπου συζητήθηκε αυτό το θέμα, ο Άγιος Μάρκος, ο διαπρεπής ιεράρχης της Εφέσου, του οποίου η γνώμη είχε μεγάλο κύρος (γιατί ήταν ορισμένος τοποτηρητής των Πατριαρχών της Ανατολής), ανέπτυξε τόσο μεγάλο ζήλο και με τόση δύναμη αγωνίστηκε, που φαινόταν μόνος του να ελέγχει τις παρεξηγήσεις των Δυτικών και να υπερασπίζεται κραταιά τα δόγματα της Ορθόδοξης πίστης. Όπως γράφει και ο σοφός Σχολάριος: «υπεράσπιζε της Πατρίας δόξης εν μέσοις Λατίνοις μόνος, εμάς γαρ τοις οφείλουσι συμμαχείν αντί τοιούτων φεύ! πολεμίοις εκέχρητο».

Ο Αυτοκράτορας, βλέποντας τους αγώνες του Αγίου Μάρκου και του Αντωνίου του Ηρακλείας, που απαντώντας έβαζαν σε δύσκολη θέση τους Λατίνους (οι οποίοι δεν μπορούσαν να απαντήσουν στα λεγόμενά τους), άφησε τις συζητήσεις και άρχισε να σκέφτεται τρόπο για να επιτευχθεί η ποθητή ένωση.

 

Τα μυστικά συμβούλια και οι πιέσεις

Αφού σταμάτησαν οι συζητήσεις, οι Λατίνοι παρουσίασαν τα χωρία εκείνων των Αγίων πατέρων που δεχόταν και οι δύο Εκκλησίες, τα οποία έλεγαν δήθεν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Κατόπιν είπαν στους δικούς μας: «Απαντήστε σε αυτά», και αμέσως έφυγαν στα σπίτια τους περιμένοντας την απολογία τους.

Ο Βασιλιάς είπε αρχικά ότι έπρεπε να συντάξουν την ζητηθείσα απολογία, αλλά αυτό το βάρος το ανέθεσε πάλι στον μεγάλο αυτόν δάσκαλο (τον Άγιο Μάρκο). Εκείνος όμως απάντησε στον Βασιλιά: «Βλέπω ότι τέτοιες συζητήσεις δεν θα έχουν ποτέ τέλος, ούτε θα μας φέρουν κανένα καλό. Γι' αυτό δεν θέλω να λέω μάταια και να μάχομαι επί ματαίω. Αφού και γι' αυτό πήρα άδεια από την Αγία σου Βασιλεία να πω όσα είπα στην τελευταία ομιλία και να σταματήσω. Αν λοιπόν διατάζεις, ας δώσει κάποιος άλλος την απολογία».

Αλλά ποιος ήταν ικανός και άξιός του να πάρει τη θέση του; Ο Αυτοκράτωρ, που όλο κι όλο κοιτούσε προς την ένωση και όχι προς τη διάσταση και το χωρισμό, σκέφτηκε ότι αν ανάγκαζε τον Άγιο Μάρκο να κάνει την απάντηση, αυτός θα έγραφε όπως ήξερε και θα απαντούσε ότι τα χωρία εκείνα η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία δεν τα δέχεται ως ψευδεπίγραφα και διεφθαρμένα. Άλλαξε γνώμη και γι' αυτό δεν επέτρεψε πλέον καμία συζήτηση. Έψαχνε μόνο τρόπο ένωσης, και γι' αυτό άρχισαν να συγκροτούνται μυστικά συμβούλια κάθε μέρα.

Αυτά τα συμβούλια γίνονταν στο κελί του Πατριάρχη. Σε αυτά με κάθε τρόπο ζητούσαν από τον Αυτοκράτορα και τους γύρω του λατινόφρονες τρόπο ένωσης. Σε αυτές τις ιδιωτικές συναντήσεις σημαντικό ρόλο έπαιζαν ο Ισίδωρος της Ρωσσίας, ο Βησσαρίων της Νικαίας (που αργότερα έγιναν Καρδινάλιοι), και ο πνευματικός του βασιλιά Γρηγόριος, που είχε προαχθεί σε πρωτοσύγκελο για να δίνεται μεγαλύτερο κύρος στα λόγια του. Με αυτούς λοιπόν συμβουλευόμενος για να βρει τρόπους ένωσης, τους αγαπούσε και τους τίμα και τους αξίωνε κάθε ευμένειας και αποδοχής.

Ενώ αυτοί που έλεγαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ενωθούμε αλλιώς παρά μόνο αν αφαιρούνταν η προσθήκη από το Ιερό Σύμβολο, ονειδίζονταν, περιφρονούνταν και υβρίζονταν ως απειθείς και μη συνεργαζόμενοι στους ενωτικούς τρόπους, μηδέ το καλό αγαπώντες που θα γινόταν μετά την ένωση από τον Πάπα στο γένος κατά τη γνώμη τους.

Σε μια συγκέντρωση όλων με βασιλική εντολή, ο Βασιλιάς μίλησε λέγοντας τελικά ότι στο εξής, αν κάποιος ήθελε να αντισταθεί στον τρόπο της ένωσης, θα τιμωρούνταν αυστηρά για την απείθειά του.

 

Οι συνεδρίες και οι επιθέσεις κατά του Αγίου Μάρκου

Αμέσως μετά το τέλος αυτής της αυστηρής ομιλίας του, ο Αυτοκράτωρ ρώτησε τους παρόντες αν έκριναν καλό να γίνει η ένωση με τους Λατίνους στη βάση ενός χωρίου του Αγίου Μαξίμου στην επιστολή προς τον Μαρίνο, στην οποία περίπτωση και οι Δυτικοί θα το δέχονταν. Σε αυτή την ερώτηση έσπευσαν αμέσως να απαντήσουν ο Βησσαρίων της Νικαίας, ο Ισίδωρος της Ρωσσίας και ο πρωτοσύγκελος Γρηγόριος, δηλώνοντας ότι το θεωρούσαν καλό και πολύ συμφέρον, και προσπαθούσαν να πείσουν και τους υπόλοιπους γι' αυτό.

Τότε όμως αντέστη πάλι ο Άγιος Μάρκος λέγοντας ότι αυτό δεν ήταν καθόλου ορθό, γιατί οι Δυτικοί θα συνέχιζαν να δοξάζουν αργότερα το αντίθετο και να μένουν στην πλάνη τους που και στην Εκκλησία δίδασκαν. «Εμείς», είπε ο Άγιος Μάρκος, «δεν εκκλίναμε καθόλου από την αρχαία διδασκαλία ούτε καινοτομήσαμε, αλλά κρατάμε αλώβητα όσα μας παρέδωσαν οι πατέρες. Αν λοιπόν οι Δυτικοί επιθυμούν να ενωθούν μαζί μας, οφείλουν να ομολογήσουν σαφώς και άνευ περιστροφών την πίστη τους στα δόγματα της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, και να αποκηρύξουν όλες τις καινοτομίες τους, και ιδίως να αφαιρέσουν από το Ιερό Σύμβολο την προσθήκη. Μόνο έτσι θα ήταν δυνατή μια ακίνδυνη ένωση».

Η παρρησία του Αγίου Μάρκου ερέθισε τόσο τους λατινόφρονες γύρω από τον Αυτοκράτορα, που επιτέθηκαν με τόση δριμύτητα στον Άγιο Μάρκο, ώστε ο Ηρακλείας αναγκάστηκε να τους επιτιμήσει ως λαλούντες λίαν εμπαθώς. Ο Νικαίας όμως από αυτή την παρατήρηση οργίστηκε ακόμα περισσότερο και τον ύβρισε με χυδαιότατες ύβρεις, που εξέφερε υπό την προστασία του Αυτοκράτορα που επέβαλε σιγή στον Ηρακλείας, για να πτοηθούν όλοι με αυτόν τον τρόπο και να επιτευχθεί η ένωση με τις απειλές.

Σε άλλη συνεδρία, θέλοντας ο Γεμιστός να πει κάτι υπέρ του Αγίου Μάρκου, περιγελάστηκε τόσο αναιδώς από τον Τραπεζούντιο Αμηρούτζη, ώστε σιώπησε. Αυτοί οι αυθάδεις γίνονταν κάθε μέρα αυθαδέστεροι, γιατί ούτε ο Αυτοκράτωρ ούτε ο Πατριάρχης τους επέπληξε για τον αναιδή τρόπο τους.

Σε άλλη συνέλευση ο Νικαίας διάβασε κάποια χωρία του Αγίου Κυρίλλου και Επιφανίου, αφαιρώντας τις αρχές από μερικά και περικόπτοντας τα τέλη από άλλα, θέλοντας με αυτά να αποδείξει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό. Μίλησε και ο Βασιλιάς λέγοντας: «Εμείς Άγιοι Πατέρες, ήρθαμε όπως δήποτε στη Φραγκιά. Κι εγώ δεν ξεκίνησα πρώτος μόνος αυτή την υπόθεση, αλλά θυμηθείτε ότι ο πατέρας μου ο Βασιλιάς από τότε που ήταν στο Εξάμιλιο έστειλε τον ευδαίμονα Ιωάννη εκείνον στην Ιταλία και ξεκίνησε αυτό το έργο. Ξέρετε καλά τον πατέρα μου και τη γνώση και την πράξη του. Ήταν όχι μόνο άριστος φιλόσοφος, αλλά και των δογμάτων της Εκκλησίας λεπτότατος εξηγητής. Είχε δε συνήγορο τον Πατριάρχη εκείνον Ευθύμιο, τον όντως ενάρετο και θεολόγο ακρότατο. Τόσοι και τόσοι μεγάλοι υπάρχοντες, δεν σκέφτηκαν μόνο την επιχείρηση αυτού του έργου αλλά και ξεκίνησαν και ήθελαν να το τελειώσουν. Ο καιρός όμως εμπόδισε αυτό. Το έργο έφτασε και σε μας, γιατί έστειλαν τριήρεις και εξόδους, και το ζήτησαν με πολλή ορμή. Αυτά ξέροντας εγώ και ο Πατριάρχης, σας συγκεντρώσαμε όλους και ήρθαμε ως εδώ. Ο καιρός περνάει και δεν κάναμε τίποτα. Θυμηθείτε λοιπόν τον οίκο μας, πως κινδυνεύει ανάμεσα στους ασεβείς, και αν συμβεί κάτι, οίμοι πόσο δεινό! Έχω ότι ο διωγμός θα είναι πολύ χειρότερος από αυτόν επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Γι' αυτό οφείλουμε να αφήσουμε τις συζητήσεις και τις φιλονεικίες και να βρούμε κάποιο μέσο και να προχωρήσουμε σε αυτό».

Με αυτά που είπε ο Βασιλιάς λύθηκε η συγκέντρωση, που έγινε στο κελί του Πατριάρχη.

 

Η 24η συνεδρία και η απομάκρυνση των αντιφρονούντων

Στις 21 Μαρτίου, ημέρα Σάββατο, συγκεντρώθηκαν στο παλάτι του Πάπα οι δικοί μας (αυτή ήταν η 24η συνεδρία στη Φλωρεντία), χωρίς τον Άγιο Μάρκο και τον Αντώνιο του Ηρακλείας, κατ' εντολή του Βασιλιά, γιατί ο Βασιλιάς κυνηγούσε την εύρεση τρόπου ένωσης και όχι τη συνέχιση των συζητήσεων και φιλονεικιών.

Ο Πάπας και οι γύρω του, βλέποντας τη μεγάλη βραδύτητα, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε εκβιαστικά μέτρα κατά των Ανατολικών. Γι' αυτό έκοψαν πάλι το σιτηρέσιο που τους χορηγούνταν κατά τις συμφωνίες, για να αναγκαστούν με τη βία της πείνας και των στερήσεων να σπεύσουν στη λύση του ζητήματος της ένωσης.

Η εφαρμογή αυτού του μέτρου έφερε σε μεγίστη απορία ιδίως τους ακόλουθους του βασιλιά, που αναγκάστηκαν να πουλήσουν ακόμα και τα όπλα τους για να βρουν τα προς το ζην. Από την παράταση αυτής της κατάστασης, οργισμένοι τελικά πήγαν στον μεγάλο πρωτοσύγκελο Γρηγόριο, που ήξεραν καλά ότι είχε στενότερες σχέσεις με τον βασιλιά και μπορούσε να μιλήσει μπροστά του με θάρρος. Τον παρακάλεσαν θερμότατα να μεσιτεύσει στον βασιλιά να διατάξει να τους καταβληθούν τα οφειλόμενα, αφού είχαν περιέλθει σε εσχάτη ένδεια.

Αυτός, αφού παρακάλεσε επανειλημμένα τον Βασιλιά και δεν μπόρεσε να κατορθώσει τίποτα, θέλοντας και να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις, είπε σε αυτούς που τον παρακαλούσαν ότι υπεύθυνοι για αυτή τη συμφορά ήταν ο Άγιος Μάρκος και ο μέγας Σακελλάριος, γιατί αντιστεκόμενοι στην πραγματοποίηση της ένωσης γίνονταν αφορμή να παρατείνεται η διαμονή στη Φλωρεντία, και ίσως θα καθιστούσε αδύνατη και την επιστροφή στα ίδια. Γι' αυτό και τους παρέπεμψε σε εκείνους. Ακούγοντας αυτά τα λόγια εκείνοι με πολύ οργή έσπευσαν να συναντήσουν τον Άγιο Μάρκο και τον Σακελλάριο, και αναμφίβολα θα τους κακοποιούσαν, αν δεν απουσίαζαν κατά θεία πρόνοια εκείνη την ώρα.

 


Η πίεση συνεχίζεται

Πέρασαν πολλές μέρες που δεν έγινε τίποτα, γιατί ούτε στα χωρία που υπέβαλαν οι Λατίνοι δόθηκε καμία απάντηση, ούτε κάποιο μέσο για ένωση κατορθώθηκε να βρεθεί. Ο Βασιλιάς, δυσχεραίνοντας για τη βραδύτητα, συνέχιζε να προτρέπει τους δικούς μας να βρουν μέσο συμβιβασμού, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα έφευγαν χωρίς να τύχουν της προσδοκώμενης βοήθειας, σε βάρος του έθνους. Το ίδιο επανέλαβε συνεχώς και ο Ισίδωρος της Ρωσσίας, προσθέτοντας όμως ότι δεν ήταν δυνατόν να φύγουμε άπρακτοι ελλείψει μέσων: «Το να φύγουμε άπρακτοι είναι εύκολο», έλεγε, «αλλά το πώς και πού και πότε θα φύγουμε δεν το ξέρω».

Οι επαναλαμβανόμενες αυτές προτροπές ανάγκασαν τελικά κάποια μέρα τον Μονεμβασίας να τους ρωτήσει αν νόμιζαν ότι έπρεπε, μόνο για να εξασφαλίσουν τη δαπάνη της επιστροφής του Πάπα, να προδώσουν την πάτριο πίστη, προσθέτοντας ότι αυτός προτιμούσε να πεθάνει παρά να λατινίσει.

Σε άλλη συνεδρία και ο ίδιος ο Πάπας Ευγένιος, δείχνοντάς τους ότι δεν θα κέρδιζαν τίποτα από τη διαίρεση, δήλωσε ρητά ότι η επιστροφή στα ίδια ήταν αδύνατη χωρίς την ένωση. Αν γινόταν αυτή, και αυτός και όλοι οι ηγεμόνες της Δύσης θα τους παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή κατά των εχθρών στην Ανατολή.

Ο Βασιλιάς, που λίγο ένοιαζε για τα δογματικά ζητήματα, ζητούσε όπως και άλλοτε ο πρόπαππος του Μιχαήλ την ένωση με οποιονδήποτε τρόπο. Οι δικοί μας όμως, μη μπορώντας να δεχτούν την ένωση πριν την αφαίρεση της προσθήκης από το Ιερό Σύμβολο, κατανοώντας ότι αυτό ήταν αδύνατο (γιατί οι Λατίνοι δήλωναν ρητά ότι αφού έγινε η προσθήκη, ήταν πλέον αδύνατο να αφαιρεθεί), πήγαν στον Βασιλιά και με θερμά δάκρυα τον παρακάλεσαν να βρει τρόπο επιστροφής στα ίδια.

Μαθαίνοντας αυτό ο Πάπας, ταράχτηκε πολύ, και θέλοντας να προλάβει την πραγματοποίηση τέτοιας απόφασης, έστειλε μια μέρα, καθώς με εντολή του Αυτοκράτορα ήταν συγκεντρωμένοι οι Ανατολικοί παρ' αυτώ, Καρδινάλιους και Επισκόπους. Αυτοί μίλησαν πάνω από δύο ώρες, εκφράζοντας πολλές και αυστηρές κατηγορίες κατά των δικών μας, ελέγχοντάς τους για αχαριστία και απαριθμώντας για να πιστοποιήσουν τα λόγια τους τις θυσίες που είχε κάνει ο Πάπας γι' αυτούς: το ταξίδι που έγινε με δικά του έξοδα και τη διατροφή τους για δύο χρόνια. Τελικά δήλωσαν ότι ήταν ανάγκη ή να δεχτούν τα χωρία που τους είχαν υποβληθεί και έτσι να ενωθούν με τους Λατίνους, ή σε περίπτωση αμφιβολίας να παραμείνουν και να συνεχίσουν τις συζητήσεις μέχρι να πειστούν για την αλήθεια των δογμάτων της Δυτικής Εκκλησίας και έτσι να ολοκληρωθεί η ένωση. Αυτά έλεγαν για να δείξουν στους δικούς μας ότι η επιστροφή ήταν αδύνατη χωρίς την ένωση. Αυτό είχαν γράψει και στους δικούς μας κάποιοι φιλικά διακείμενοι από την Άγκυνα, ενημερώνοντάς τους ότι ήταν εκεί σε περιορισμό.

 

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (Ε)

 


ΜΕΡΟΣ Ε-

Έναρξη των Προπαρασκευαστικών Συζητήσεων

«Μετά το πέρας των ημερών του Πάσχα, οι Λατίνοι ζήτησαν να προχωρήσουν σε συνεδριάσεις με τους Έλληνες, ώστε να εξετάσουν τις δογματικές διαφορές. Οι Έλληνες, όμως, έφεραν αντιρρήσεις, θεωρώντας ότι ήταν άδικο να συζητούν για δόγματα χωρίς να είναι παρόντες οι αρχιερείς που είχαν συγκεντρωθεί στη Σύνοδο της Βασιλείας. Τελικά, δέχτηκαν να συναντώνται ιδιαιτέρως σε έναν ναό για να εξετάσουν τη θεωρία περί καθαρτηρίου πυρός καθώς και κάποιες άλλες διαφορές.

Αφού αυτό έγινε δεκτό, αποφασίστηκε να συνεδριάζουν τρεις φορές την εβδομάδα στον ναό του Αγίου Ανδρέου, με επιτροπές και από τις δύο πλευρές για τη συζήτηση των εν λόγω θεμάτων. Ως συμμετέχοντες από την πλευρά των Ανατολικών ορίστηκαν: ο Αρχιεπίσκοπος Εφέσου Μάρκος, οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας, Νικαίας, Λακεδαιμονίας και Αγχιάλου, ο Μέγας Χαρτοφύλακας, ο Μέγας Εκκλησιάρχης, οι ηγούμενοι των μονών Παντοκράτορος και Καλέως, καθώς και ο ιερομόναχος Μωυσής. Από αυτούς, ο Αυτοκράτορας διέταξε να συζητούν με τους Λατίνους μόνο ο Άγιος Μάρκος και ο Νικαίας...

Έτσι, οι επιμέρους συνελεύσεις άρχισαν στις 4 Ιουνίου, για να μην κάθονται οι Ανατολικοί άπραγοι και να μην καταναλώνουν τα φλωρία του Πάπα χωρίς να εργάζονται, μέχρι να καταφθάσουν οι Λατίνοι επίσκοποι που είχαν κληθεί με τις επιστολές του Πάπα. Διότι, ως γνωστόν, είχε συμφωνηθεί ο Βασιλιάς να λαμβάνει κάθε μήνα 30 φλωρία, ο Πατριάρχης 25, ο αδελφός του Βασιλιά 20, οι συνοδοί του Βασιλιά και του Πατριάρχη από 5, και οι υπηρέτες από 3, ως αντίτιμο για τη διατροφή τους.»

Το Δογματικό Ζήτημα του Καθαρτηρίου Πυρός

«Στην πρώτη συνεδρία αποφασίστηκε να συζητηθούν τα περί του καθαρτηρίου πυρός (purgatorium), την ύπαρξη του οποίου οι Ανατολικοί αρνούνταν κατηγορηματικά. [...] Η Δυτική Εκκλησία δοξάζει ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τόποι στους οποίους μεταβαίνουν οι ψυχές μετά τον θάνατο: Ο Παράδεισος ή η Βασιλεία των Ουρανών, ο Άδης ή η αιώνια κόλαση και το καθαρτήριο πυρ, την ύπαρξη του οποίου ανέκαθεν απέρριπτε, απορρίπτει και θα απορρίπτει και στο μέλλον —ορθώς πράττοντας— η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. [...] Σε αυτό συνίσταται ο μύθος περί καθαρτηρίου πυρός, τον οποίο επινόησαν οι Δυτικοί χάριν αργυρολογίας και πλουτισμού, τον οποίο όμως αργότερα θέλησαν να επιβάλουν ως δόγμα στην Εκκλησία.»

Η Εσωτερική Ρήξη της Ελληνικής Αποστολής

«Από την αρχή των συζητήσεων φάνηκε αμέσως αφενός η πολυμάθεια, η σοφία, το σθένος του χαρακτήρα και ο ζήλος του Ιερού Μάρκου για τα πατροπαράδοτα, ο οποίος δικαίωσε έτσι τις προσδοκίες και τις ελπίδες που στήριζαν σε αυτόν οι της Ανατολικής Εκκλησίας. Αφετέρου φάνηκε η μικροψυχία και τα ταπεινά κίνητρα από τα οποία δυστυχώς οδηγούνταν πολλοί άλλοι, οι οποίοι, ενώ όφειλαν να είναι συναγωνιστές του, ενάντια σε κάθε προσδοκία μετατράπηκαν σε εχθρούς. [...] Ο Βασιλιάς διέταξε τους δικούς μας να συντάξουν απάντηση σε όσα είχαν γραφτεί από εκείνους. Επειδή όμως ο Αυτοκράτορας, λέγοντας αυτά, φαινόταν να απευθύνεται μάλλον στον Ιερό Μάρκο, οργίστηκε ο Νικαίας για αυτή την προτίμηση και έκτοτε άρχισε να τον βλέπει με καχυποψία. [...] Η ρήξη εκδηλώθηκε έμπρακτα και φανερά σε μια συνεδρία, όπου ενώ ο Βασιλιάς θέλησε να εμποδίσει τον Νικαίας να πάρει τον λόγο την ώρα που ο Ιερός Μάρκος ανέπτυσσε τις δοξασίες της Εκκλησίας μας προς τους Λατίνους, εκείνος οργισμένος σηκώθηκε και, περιφρονώντας τη διαταγή του Βασιλιά, είπε ότι ήταν εντελώς ελεύθερος να εκφράσει την προσωπική του γνώμη για το θέμα που συζητούνταν.»

Η Πορεία των Συζητήσεων και οι Δυτικοί Αντίπαλοι

«Στις συζητήσεις που διεξάγονταν προφορικά, ο Ιερός Μάρκος, παίρνοντας τον λόγο, απαντούσε εκτενώς, διαλύοντας τις απορίες των Δυτικών και αντικρούοντας με σθένος τα επιχειρήματά τους. [...] Οι Λατίνοι, μη αρκούμενοι στις προφορικές συζητήσεις, θέλησαν να αναπτύξουν τις απόψεις τους και εγγράφως. [...] Περιελθών σε αδιέξοδο κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για το καθαρτήριο πυρ και μην έχοντας τι να απαντήσει στα λεχθέντα, επιχείρησε να εκτρέψει τη συζήτηση σε εντελώς σοφιστικά ζητήματα, προτείνοντας προς επίλυση, μεταξύ άλλων, τις εξής απορίες: πώς ίπτανται οι άγγελοι; από ποια ύλη θα άναβε το άσβεστο πυρ της Κόλασης; Αυτές οι ανόητες, γελοίες και ασεβείς ερωτήσεις, που παρεμβάλλονταν εντελώς άκαιρα και αταίριαστα στη συζήτηση του κύριου θέματος, εξόργισαν τόσο πολύ τους παρόντες από την πλευρά των Ορθοδόξων, ώστε ένας συγκλητικός, ο Ιάγαρις το όνομα, στρεφόμενος προς τον Ιωάννη την ώρα που απηύθυνε την τελευταία του ερώτηση για τη φωτιά της αιώνιας Κόλασης, είπε με αγανάκτηση: "Θα το μάθει αυτό ο ερωτών, όταν βρεθεί εκεί".»

Η Αδιαφορία του Αυτοκράτορα και η Επίσημη Έναρξη

«Ο ασύνετος αυτοκράτορας, έχοντας διαμηνύσει στον άρχοντα της Φεράρας να μην επιτρέψει σε κανέναν Έλληνα να βγει από την πόλη χωρίς να παρουσιάσει σε αυτόν βασιλική άδεια, έφυγε από την πόλη και έμενε σε ένα μοναστήρι που απείχε από αυτήν περίπου έξι μίλια. Εκεί, ασχολούμενος με διασκεδάσεις και κυνήγι, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τις εκκλησιαστικές υποθέσεις. [...] Μόλις λοιπόν, μετά από πολλές πιέσεις του Πατριάρχη και του Πάπα, ήρθε ο αυτοκράτορας στη Φεράρα, αφήνοντας για λίγο το κυνήγι, συσκέφθηκαν και όρισαν ως ημέρα έναρξης των εργασιών της Συνόδου την 6η Οκτωβρίου.

Επέλεξαν δε, για να συμμετέχουν στις συζητήσεις της Συνόδου, οι μεν Έλληνες τον ιερό Μάρκο Εφέσου, τον Ισίδωρο Ρωσίας, τον Βησσαρίωνα Νικαίας, τον Γεώργιο Γεμιστό, τον Μέγα Χαρτοφύλακα Μιχαήλ Βαλσαμώνα, τον Μέγα Εκκλησιάρχη Συρόπουλο και, αφού αυτός παραιτήθηκε, τον Μέγα Σκευοφύλακα Θεόδωρο Ξανθόπουλο...»

Ο τόπος των συνελεύσεων και η στάση των Λατίνων

 «Οι συνελεύσεις λοιπόν ξεκίνησαν την ορισμένη ημέρα, όχι στον Ναό της επισκοπής, όπου έγινε η ανακήρυξη της Συνόδου, όπως ήταν το σύνηθες, διότι όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκεντρώνονταν σε ιερούς ναούς, αλλά στο παλάτι του Πάπα: "Είναι ασύμβατο και ανάρμοστο", έλεγαν οι Καρδινάλιοι, "για τη μεγαλειότητα και την υπεροχή του Πάπα να πηγαίνει στην επισκοπή και να διέρχεται μέσα από πλήθη ανθρώπων, συνοδευόμενος από τέσσερις ή πέντε Καρδιναλίους και λίγους Επισκόπους". Εκεί λοιπόν που έγινε η συνέλευση, δεν ήρθαν ούτε τοποτηρητές των ηγεμόνων της Ευρώπης, ούτε παρουσιάστηκαν οι Καρδινάλιοι και οι αρχιερείς που συνεδρίαζαν στη Βασιλεία, οι οποίοι μάλιστα είχαν καθαιρέσει τον Πάπα Ευγένιο ως επίορκο, σχισματικό, σιμωνιακό και αιρετικό.»

Η έναρξη των συζητήσεων και οι θέσεις του Μάρκου

 «Στην πρώτη συνέλευση αγόρευσαν ο Νικαίας Βησσαρίων και ο Ρόδου Ανδρέας, ο ένας στα ελληνικά και ο άλλος στα λατινικά, πλέκοντας εγκώμια για τον Πάπα, τον Αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη και τη σύνοδο. Στις επόμενες συνελεύσεις, επειδή το θέμα της συζήτησης ήταν η προσθήκη στο άγιο Σύμβολο της Πίστεως, πρώτος ο ιερός Μάρκος πήρε τον λόγο και είπε τα εξής: "Πρώτον, ότι είναι πολύ αναγκαία η ειρήνη που μας άφησε ο Δεσπότης μας Χριστός· δεύτερον, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία παραμέλησε την αγάπη και διαλύθηκε η ειρήνη· τρίτον, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, ανακαλώντας τώρα την αγάπη που είχε παραμεληθεί τότε, έσπευσε να έλθουμε εδώ και να εξετάσουμε τις διαφορές μεταξύ μας· τέταρτον, ότι είναι αδύνατον να αποκατασταθεί η ειρήνη αν δεν λυθεί η αιτία του σχίσματος· και πέμπτον, να διαβαστούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων, ώστε να φανεί ότι εμείς είμαστε σύμφωνοι με τους Πατέρες εκείνων των συνόδων και ότι η παρούσα σύνοδος ακολουθεί εκείνες". Αυτά είπε ο Άγιος Μάρκος Εφέσου με αναλυτικό και λογικό τρόπο.»

Η προσπάθεια των Λατίνων να αποφύγουν τους όρους

 «Οι Λατίνοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην αναγνωστούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων, διότι η ανάγνωσή τους θα ήλεγχε την προσθήκη που είχαν κάνει στο Άγιο Σύμβολο. [...] "Και τι θα κερδίζατε", έλεγαν προς αυτούς, "αν κηρυττόταν το ανάθεμα εναντίον ημών των Οικουμενικών συνόδων;". [...] Οι δικοί μας, βλέποντας ότι το ζήτημα του θεόσοφου Μάρκου θα συντελούσε τα μέγιστα στην ταπείνωση της λατινικής έπαρσης και αυθάδειας, αντέδρασαν και οι ίδιοι συμμεριζόμενοι τη γνώμη του, δηλώνοντας προκειμένου να τους αναγκάσουν σε υποχώρηση, ότι αν δεν αναγιγνώσκονταν πρώτα οι όροι σε κοινή συνεδρία στο παλάτι του Πάπα, ήταν αδύνατον να γίνει άλλη συνέλευση. [...] Βλέποντας οι Λατίνοι την πολλή επιμονή των δικών μας, υπέκυψαν άκοντες, δεχόμενοι να γίνει δημόσια, σε επήκοο του πλήθους, η ανάγνωσή τους. Αλλά όμως, για να δείξουν πόσο αυτό ήταν λυπηρό και πικρό για αυτούς, επινόησαν τα εξής: Πρώτον βρήκαν τρόπο να μην είναι εκεί όλο εκείνο το πλήθος που προηγουμένως συγκεντρωνόταν. Δεύτερον, το Άγιο Ευαγγέλιο, το οποίο στις άλλες συνελεύσεις βρισκόταν στο μέσο ανοιχτό, τότε βρέθηκε κλειστό. Τρίτον, οι λαμπάδες ήταν σβηστές και όχι αναμμένες όπως πρότερα· και τέταρτον, τα αγάλματα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου δεν είχαν αφεθεί όρθια στο ιερό, όπως πάντοτε, αλλά ήταν ξαπλωμένα.»

Η επίδραση του Μάρκου και η εσωτερική υπονόμευση

 «Και είναι αλήθεια ότι και μόνο η απλή ανάγνωση των όρων αρκούσε για να ανατρέψει όλες τις καινοτομίες των Λατίνων. Αλλά ο Ιερός Μάρκος δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό [...] Τόση ήταν η εντύπωση από τα λόγια του Ιερού Μάρκου, ώστε και πολλοί από τους έγκριτους Λατίνους μοναχούς [...] αναγκάστηκαν να ομολογήσουν [...] ότι οι Έλληνες πίστευαν και δογμάτιζαν πολύ πιο ορθά από τους Λατίνους [...] Ο Νικαίας Βησσαρίων, μετά την εκφώνηση κάποιου λόγου που είχε συνταχθεί από τον Σχολάριο, καθόλου δεν αναμειγνύονταν στις συζητήσεις, δελεασμένος από τις υποσχέσεις του Πάπα [...] Ο δε προαναφερθείς Γρηγόριος, που ήταν μάλλον σατανικός παρά πνευματικός, και κάποιος δάσκαλος Αμηρούτζης, λιώνοντας από φθόνο προς τον ιερό Μάρκο [...] ειρωνεύονταν κρυφά και χλεύαζαν όσα έλεγε εκείνος.»

Η εξαθλίωση και ο λόγος του Μάρκου (8 Δεκεμβρίου)

 «Όταν συνέβαιναν αυτά, προσθέτει ο Συρόπουλος, οι δικοί μας στερούνταν τα αναγκαία· διότι έπρεπε πρώτα να συγκατανεύσουν σε ό,τι ήθελαν οι Λατῖνοι, και τότε να δοθεί το σιτηρέσιο [...] Στη 15η συνέλευση, η οποία έγινε στις 8 Δεκεμβρίου και ήταν η τελευταία των συνελεύσεων στη Φεράρα, λαμβάνοντας τον λόγο με εντολή του Βασιλιά ο ιερός Μάρκος είπε τα ακόλουθα:

«Εγώ, που μεγάλωσα με τη βοήθεια του Θεού και με ευσεβή διδάγματα, και ακολουθώ σε όλα την Αγία Καθολική Εκκλησία, πιστεύω και ομολογώ τον Θεό Πατέρα ως τον μόνο που δεν έχει αρχή και δεν προέρχεται από κάποιον άλλο, πηγή και αιτία του Υιού και του Πνεύματος.

Γιατί ο Υιός γεννήθηκε από Αυτόν και το Πνεύμα εκπορεύεται από Αυτόν, χωρίς να συμβάλλει τίποτα ο Υιός στην εκπόρευση, όπως ούτε το Πνεύμα συμβάλλει στη γέννηση, σύμφωνα με το ότι οι πρόοδοι είναι ταυτόχρονες και αλληλένδετες, όπως διδάσκουν οι θεολόγοι Πατέρες. Γι' αυτό και το Άγιο Πνεύμα λέγεται ότι εκπορεύεται δι' Υιού, δηλαδή μαζί με τον Υιό, και όπως ο Υιός, έστω και αν όχι γεννητώς όπως Εκείνος.

Ο δε Υιός δεν λέγεται ότι γεννιέται διά του Πνεύματος, γιατί σχετικό είναι το όνομα του Υιού, για να μη φανεί ότι είναι υιός του Πνεύματος. Από εδώ και Πνεύμα Υιού λέγεται για το κατά φύση οικείο, και το δι' αυτού φυσιολογικά να δίνεται στους ανθρώπους. Ο δε Υιός του Πατρός λέγεται, του δε Πνεύματος Υιός δεν λέγεται σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Νύσσης.

Αν δε το «δι' Υιού» εκπορεύεσθαι δήλωνε την αιτία, όπως λένε οι νέοι θεολόγοι, και όχι το δι' αυτού να λάμπει και να δίνεται, και εντελώς το να προέρχεται μαζί και να συνοδεύει σύμφωνα με τον θεόπνευστο Δαμασκηνό, δεν θα αφαιρούσαν οι θεολόγοι όλοι ρητά από τον Υιό την αιτία:

Ο μεν Διονύσιος λέγοντας «μόνη πηγή δηλαδή αιτία της υπερουσίου θεότητας ο Πατήρ», και με αυτό διακρίνεται από τον Υιό και το Πνεύμα. Ο δε Αθανάσιος «μόνος αγέννητος και μόνος πηγή θεότητας ο Πατήρ», δηλαδή μόνος αιτία καθώς και μόνος χωρίς αιτία. Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος «όλα όσα ο Πατήρ του Υιού πλην της αιτίας». Ο δε Μάξιμος ότι και οι Ρωμαίοι τον Υιό δεν κάνουν αιτία του Πνεύματος. Ο δε Δαμασκηνός και αλλού «όσα αρμόζει πηγή, αιτία, γεννήτορι, στον Πατέρα μόνο να αποδίδονται», δεν θα ο πιο θεολογικός αυτός Δαμασκηνός θέτοντας τη ΔΙΑ επί του Υιού, απαγόρευε την ΕΚ,

Στο μεν όγδοο των θεολογικών λέγοντας «εκ του Υιού το Πνεύμα δεν λέμε, Πνεύμα δε Υιού ονομάζουμε και δι' Υιού να φαίνεται σε μας ομολογούμε». Στο δε 13ο πάλι ο ίδιος «Πνεύμα Υιού όχι ως από αυτόν, αλλά ως δι' αυτού εκ του Πατρός εκπορευόμενον, μόνος γαρ αίτιος ο Πατήρ». Και στην προς Ιορδάνην επιστολή προς το τέλος «Πνεύμα υποστατικό εκπόρευμα και πρόβλημα, δι' Υιού δέ, και όχι εξ Υιού, ως Πνεύμα στόματος Θεού Λόγου εξαγγελτικόν». Και στον εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου λόγο «Πνεύμα Άγιον του Θεού και Πατρός, ως από αυτού εκπορευόμενον, όπερ και του Υιού λέγεται, ως δι' αυτού φανερούμενον και τη κτίσει μεταδιδόμενον. Αλλ' όχι από αυτόν έχον την ύπαρξιν».

Δηλαδή όπου μεσιτεία αιτιώδη δηλώνει η ΔΙΑ και το άμεσο αίτιο, όπως θέλουν οι Λατίνοι, πάντως ισοδυναμεί τότε με την ΕΚ, και η μία της άλλης παίρνει τη χρήση. Όπως το «απέκτησα άνθρωπο διά του Θεού» ταυτόν με το «εκ του Θεού», και «ο άνδρας διά γυναικός», δηλαδή εκ γυναικός.

Όπου λοιπόν η ΕΚ απαγορεύτηκε, φανερό ότι και η αιτία αυτή συναπαγορεύτηκε. Λείπεται άρα το «εκ του Πατρός δι' Υιού εκπορεύεσθαι» το Πνεύμα το Άγιον έτσι να λέγεται σύμφωνα με τον τρόπο της συμπυκνωμένης θεολογίας, ως εκ Πατρός εκπορευόμενον, δι' ου φανερούσθαι, ή γνωρίζεσθαι, ή εκλάμπειν, ή να δίνεται να νοείται. Αυτό γιατί λέει ο μέγας Βασίλειος ότι το γνωριστικό σημείο της κατά την υπόσταση ιδιότητας είναι το να γνωρίζεται μαζί με τον Υιό και όχι άλλη κάποια προς τον Πατέρα, ή το να υφίσταται από αυτόν. Αυτό άρα και το διά του Υιού θέλει, το να γνωρίζεται μαζί του, και όχι άλλη κάποια προς τον Πατέρα, ή το να υφίσταται από αυτόν. Άρα όχι εκ του Υιού υφέστηκεν, ούτε το είναι έχει το Πνεύμα το Άγιον. Όπως δι' Υιού τα πάντα έγιναν λέγεται. Αλλ' εκείνο μεν λέγεται της ΔΙΑ κειμένης αντί της ΕΚ, αυτό δε καθόλου όχι.

Ούτε αν βρει κανείς πουθενά κείμενο έτσι χωρίς του Πατρός αλλά εκ Πατρός δι' Υιού λέγεται. Αυτό δε την αιτία δεν δίνει εξ ανάγκης στον Υιό. Γι' αυτό και το εξ Υιού και παντελώς δεν βρέθηκε και καθαρά απαγορεύτηκε.

Τις δε των Δυτικών διδασκάλων φωνές, που την αιτία στον Υιό δίνουν, ούτε γνωρίζω, ούτε παραδέχομαι, συμπεραίνοντας ότι είναι διεφθαρμένες και πλασματικές διά τε πολλών άλλων και διά του προχθές προσφερθέντος από αυτούς βιβλίου της Οικουμενικής έβδομης συνόδου τον όρο έχοντος μετά της στο σύμβολο προσθήκης, όπερ διαβασθέν όσην αυτών ντροπή έχυσε, ξέρουν οι τότε παρόντες.

Αλλ' ούτε αν αντίθετα στις Οικουμενικές συνόδους και τα κοινά αυτών δόγματα, ούτε αν εντελώς ασύμφωνα με τους Ανατολικούς διδασκάλους έγραψαν οι πατέρες εκείνοι, ούτε και στον εαυτό τους ασυνεπή, όπως διά άλλων πολλών εκείνων των λόγων αποδεικνύεται.

Γι' αυτό τέτοιες επικίνδυνες φωνές περί της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως αθετώ και συμφωνών με τον άγιο Δαμασκηνό, εκ του Υιού το Πνεύμα δεν λέω, κι όποιος άλλος το λέει. Ούτε λέω τον Υιό αιτία, ούτε προβολέα, για να μην υπάρχει δεύτερος αιτίας στην τριάδα, κι από εδώ δύο αίτιοι και δύο αρχές γνωριστούν. Ούτε γιατί ουσιώδες εδώ το αίτιο κοινό και στα τρία πρόσωπα υπάρχει, και γι' αυτό τις δύο αρχές πουθενά με κανέναν τρόπο οι Λατίνοι δεν θα αποφύγουν όσο τον Υιό λένε αρχή του Πνεύματος. Η δε αρχή προσωπική υπάρχει και διακρίνει τα πρόσωπα.

Κατά πάντα λοιπόν ακολουθών τις άγιες και Οικουμενικές επτά συνόδους και αυτούς που σε αυτές έλαμψαν θεοσόφους πατέρες: «Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα παντοκράτορα...» Και λέγεται όλο αυτό το ιερό της πρώτης συνόδου και της δεύτερης εκτεθέν, από δε των υπολοίπων και επικυρωθέν, όλη ψυχή δεχόμενος και φυλάττων, αποδέχομαι και ασπάζομαι μαζί με τις ειπωμένες επτά συνόδους, και την μετ' αυτούς συγκροτηθείσα επί του ευσεβούς Βασιλείου βασιλέως Ρωμαίων και του Αγιωτάτου Πατριάρχου Φωτίου, την Οικουμενική ογδόη ονομασθείσα, που και των τοποτηρητών παρόντων Ιωάννη του μακαρίου Πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης, Παύλου και Ευγενίου των Επισκόπων και Πέτρου Πρεσβυτέρου και Καρδινάλιου, επικύρωσε μεν και ανακήρυξε την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και να συντάσσεται με τις πριν από αυτήν όρισε.

Αποκατέστησε δε στον οικείο θρόνο τον Αγιώτατο Φώτιο, καταδίκασε δε και αναθεμάτισε, όπως και οι πριν από αυτήν Οικουμενικές Σύνοδοι, αυτούς που τολμούν προσθήκη τινά να καινοτομούν ή αφαίρεση: «Αν κάποιος γαρ, λέει, παρά αυτό το ιερό σύμβολο τολμήσει άλλο να συντάξει, ή να προσθέσει ή να αφαιρέσει και όρο να ονομάσει αποτολμήσει, κατάδικος και κάθε χριστιανικής πολιτείας απόβλητος».

Τα ίδια και ο Πάπας Ιωάννης προς τον Άγιο Φώτιο γράφοντας λέει πιο εκτεταμένα και πιο καθαρά περί της στο σύμβολο αυτής προσθήκης. Αυτή η σύνοδος και κανόνες εξέθεσε αυτούς που σε όλα τα κανονικά βιβλία βρίσκονται.

Σύμφωνα με τους όρους λοιπόν αυτής και των πριν από αυτήν συνόδων, το ιερό της πίστεως σύμβολο ακίνητο πρέπει να φυλάγεται κρίνω, όπως εκδόθηκε και όσους απορρίπτουν συναπορρίπτοντας, ποτέ σε κοινωνία δεν θα δεχτώ, αυτούς που τολμήσαντες στο σύμβολο την καινοτομία να προσθέσουν περί της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, όσο επιμένουν σε τέτοια καινοτομία.

Γιατί αυτός που κοινωνεί με τον ακοινώνητο και ο ίδιος ακοινώνητος ας είναι. Και ο θείος Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το «Αν κάποιος σας ευαγγελίζεται παρ' ο παραλάβετε, ανάθεμα»· δεν είπε, λέει, αν αντίθετα καταγγέλλουν, ή το όλο ανατρέπουν, αλλά, κι αν μικρό τι ευαγγελίζονται, παρ' ο παραλάβετε, κι αν το τυχόν παρακινήσουν, ανάθεμα ας είναι.

Και ο ίδιος πάλι· πρέπει να οικονομούμε εκεί που δεν πρέπει να παρανομούμε. Και ο μέγας Βασίλειος στους ασκητικούς· φανερή έκπτωση πίστεως και υπερηφάνειας κατηγορία, το να αθετεί κανείς κάτι από τα γραμμένα ή να εισάγει κάτι από τα μη γραμμένα, του Κυρίου μας Ιησού που είπε «τα δικά μου πρόβατα της φωνής μου ακούν». Και πριν από αυτό που είπε «σε ξένο όμως δεν θα ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν από αυτόν, γιατί δεν ξέρουν τη φωνή των ξένων». Και στην προς μοναχούς επιστολή· αυτοί που την υγιή πίστη προσποιούνται να ομολογούν, κοινωνούν δε με τους αιρετικούς, τέτοιους, αν μετά την παραγγελία δεν απομακρυνθούν, όχι μόνο ακοινώνητους να έχεις, αλλά ούτε αδελφούς να ονομάζεις.

Και πριν από αυτόν ο Θεοφόρος Ιγνάτιος στην προς τον θείο Πολύκαρπο Σμύρνης επιστολή· κάθε αυτός που λέει, λέει, παρά τα διατεταγμένα, κι αξιόπιστος είναι, κι αν νηστεύει, κι αν σημεία κάνει, κι αν προφητεύει, λύκος ας φαίνεται σε σου σε προβιά προβάτου, προβάτων καταστροφή κατεργαζόμενος.

Και τι πρέπει να λέμε πολλά; Όλοι οι της Εκκλησίας δάσκαλοι, όλες οι σύνοδοι, όλες οι θείες γραφές να φεύγουν τους αιρετικούς συμβουλεύουν, και της αυτών κοινωνίας να απέχουν.

Αυτών λοιπόν εγώ όλων καταφρονήσας, θα ακολουθήσω αυτούς που με πρόσχημα πλασματικής ειρήνης να ενωθούμε διατάζουν, αυτούς που το θείο σύμβολο πλαστογράφησαν, και τον Υιό εισάγουν δεύτερη αιτία του Αγίου Πνεύματος;

Γιατί τα υπόλοιπα των ατοπημάτων από εδώ και στο εξής, που και μόνο ένα ήταν αρκετό να μας χωρίσει από αυτούς, μη πάθω αυτό ποτέ, καλέ μου παράκλητε, μηδ' έτσι εγώ του εαυτού μου και των καθηκόντων λογισμών πέσω. Της δε δικής σου διδασκαλίας και των από σου εμπνευσμένων μακαρίων ανδρών κρατούμενος, να προστεθώ στους δικούς μου πατέρες, αυτό αν μη και τίποτα άλλο από εδώ παίρνοντας την ευσέβεια.»

 

 

 Ο επίλογος του Αγίου Μάρκου

Το ίδιο, επίλογος του λόγου που είπε στη Σύνοδο, συμπεριλαμβάνοντας όλο το ορθόδοξο φρόνημα, μετά τον οποίο σιώπησε.

«Αυτό το Σύμβολο σας ζητούμε, φίλοι, την καλή παρακαταθήκη των Πατέρων μας, που συγκεντρώθηκαν στη βασιλίδα πόλη μας. Επιστρέψτε το λοιπόν, όπως το παραλάβατε από μας. Αν κάποιος σας εμπιστεύτηκε παρακαταθήκη, δεν θα την παρέδιδες όπως την παρέλαβες; Επιστρέψτε λοιπόν και το Σύμβολο των Πατέρων, όπως το πήρατε. Δεν δέχεται προσθήκη, δεν δέχεται μείωση. Κλείστηκε από αυτούς και σφραγίστηκε, και αποπέμπουν όσους τολμούν να το καινοτομήσουν, και υποβάλλουν σε ευθύνες όσους κάνουν άλλο παρά αυτό. Σας φαίνεται μικρή η γενόμενη προσθήκη της λέξης, και λίγος ο λόγος γι' αυτήν; Άρα και αν αφαιρεθεί, μικρό θα βλάψει ή τίποτα, μάλλον δε θα ωφελήσει τα μέγιστα· γιατί θα ενώσει όλους τους Χριστιανούς. Αλλά μεγάλο το γεγονός και πολύς ο λόγος γι' αυτό; Άρα ούτε κι εμείς αμαρτάνουμε κάνοντας πολύν τον λόγο γι' αυτό. Αν για κάποια οικονομία προστέθηκε; Για οικονομία ας αφαιρεθεί πάλι, για να κερδίσετε αδελφούς που σπαράζονται και την αγάπη έτσι πολύτιμη θεωρούν. Σας παρακαλούμε λοιπόν, πατέρες και αδελφοί και κύριοι τιμιώτατοι, όπως και πριν σας παρακαλέσαμε, για τα σπλάγχνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που μας αγάπησε ανάξιους όντας και αμαρτωλούς και απεγνωσμένους, και έβαλε την ψυχή Του υπέρ ημών, ας επιστρέψουμε στην καλή συμφωνία που είχαμε προς εμάς τους ίδιους και τους Αγίους Πατέρες που είχαμε πριν, όταν όλοι λέγαμε το ίδιο και δεν υπήρχε σχίσμα μεταξύ μας· ας αναγνωριστούμε αδελφικά· ας ντραπούμε τους κοινούς Πατέρες μας· ας τιμήσουμε τους όρους τους· ας φοβηθούμε τις απειλές τους· ας φυλάξουμε τις παραδόσεις· για να ομοθυμαδόν με ένα στόμα και μια καρδιά δοξάσουμε το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

 

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού .Η ζωή του Αγίου Μάρκου Ευγενικού, Αρχιεπισκόπου Εφέσου, και όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας (Δ)

 

 


ΜΕΡΟΣ Δ

Οι δεκαέξι συνεδρίες στη Φεράρα, και το υπόμνημα που επέδωσε στον Πάπα ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εφέσου, εκ μέρους των Ορθοδόξων, το οποίο αποτελούσε προτροπή για ένωση, ελέγχοντας την κακοδοξία των Δυτικών και κυρίως τη χρήση των αζύμων· και οι αγώνες του υπέρ των ορθών δογμάτων της Ορθόδοξης Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας.

Μετά την παρέλευση κάποιων ημερών, ο Αυτοκράτορας απαιτούσε να παρευρεθούν στη Σύνοδο όχι μόνο όλοι οι Λατίνοι επίσκοποι, αλλά και οι Βασιλείς και οι Δούκες, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπων (τοποτηρητών)· ο Πάπας όμως έλεγε ότι αυτό ήταν αδύνατο λόγω των διχονοιών και των εσωτερικών συγκρούσεων που υπήρχαν μεταξύ των Λατίνων. Επειδή όμως ο Αυτοκράτορας επέμενε ζητώντας το ως συμφωνημένο, ο Πάπας ζήτησε προθεσμία τεσσάρων μηνών. Αφού δόθηκε η προθεσμία, ο Πάπας έστειλε παντού επιστολές καλώντας όλους τους ηγεμόνες και τους επισκόπους στη Σύνοδο. Ωστόσο, ελάχιστοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του.

Είχε αποφασιστεί οι συνεδρίες της Συνόδου να πραγματοποιηθούν στον ναό της Φεράρας που τιμάται στο όνομα του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ο οποίος είχε διακοσμηθεί καταλλήλως για τον σκοπό αυτό, και στον οποίο είχαν τοποθετηθεί τα καθίσματα που απαιτούνταν για όσους θα συμμετείχαν.

Για τη σειρά των θέσεων έγιναν μεγάλες διαφωνίες μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων. Διότι οι Λατίνοι ζητούσαν να κάθονται οι ίδιοι στη μία πλευρά του ναού, ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι Έλληνες στην άλλη, και στη μέση ο Πάπας σε υπερυψωμένο θρόνο, ως συνδετικός κρίκος και κεφαλή και των δύο πλευρών. Μετά από πολλές συζητήσεις και φιλονικίες, αποφασίστηκε ο Πάπας με τους περί αυτόν να καθίσει στα αριστερά, και στα δεξιά ο Αυτοκράτορας με τους υπόλοιπους Έλληνες.

Έτσι, αφού κάθισαν, κηρύχθηκε η έναρξη των εργασιών της Συνόδου στις 9 Απριλίου του έτους 1438, η οποία συνέπιπτε με τη Μεγάλη Τετάρτη. Το έγγραφο της ανακήρυξης αναγνώστηκε από τον άμβωνα, στα Ελληνικά από τον Δωρόθεο Μυτιλήνης και στα Λατινικά από τον Αρχιεπίσκοπο Γρανδένσης. Οι συζητήσεις διεξάγονταν στα Ελληνικά από τους δικούς μας, που είχαν ως διερμηνέα τον Νικόλαο Σεκουνδινό, άνθρωπο πολύ έμπειρο τόσο στην ελληνική όσο και στη λατινική γλώσσα, και στα Λατινικά από τους δυτικούς επισκόπους, οι οποίοι είχαν ως διερμηνέα τον Λατίνο επίσκοπο Ρόδου, Ανδρέα. Στο μέσο βρισκόταν το ιερό Ευαγγέλιο, βάσει του οποίου όφειλαν να επιλυθούν οι διαφορές Ελλήνων και Λατίνων.

Αφού κάθισαν έτσι, ο Άγιος Μάρκος της Εφέσου, λαμβάνοντας την άδεια από τον Βασιλέα και τον Πατριάρχη, σηκώθηκε και μίλησε ως εξής:

Ο  περίφημος Λόγος του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού προς τον Πάπα Ευγένιο Δ΄ κατά τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.

«μες στε σμα Χριστο κα μέλη κ μέρους»

Σήμερα είναι τα προοίμια της παγκόσμιας χαράς, σήμερα οι νοητές ακτίνες του Ήλιου της Ειρήνης ανατέλλουν προκαταβολικά σε ολόκληρη την οικουμένη. Σήμερα τα μέλη του Σώματος του Δεσπότη Χριστού, που για πολλούς χρόνους πριν ήταν διασκορπισμένα και πληγωμένα, επείγονται προς την ένωση μεταξύ τους. Διότι η κεφαλή των πάντων, ο Χριστός ο Θεός, δεν ανέχεται να βρίσκεται πάνω σε ένα διαιρεμένο σώμα, ούτε η αγάπη θέλει να καταργηθεί εντελώς από εμάς ο δεσμός της αγάπης.

Γι’ αυτό, εξήγειρε εσένα, τον πρώτο ανάμεσα στους Ιερείς Του, προς αυτή τη δική μας κλήση. Ξεσήκωσε τον ευσεβέστατο Βασιλιά μας προς την υπακοή, και τον αγιώτατο Ποιμένα και Πατριάρχη μας τον έκανε να λησμονήσει το γήρας και τη μακρά ασθένεια. Εμάς, τους ποιμαινομένους από αυτόν, μας συγκέντρωσε από παντού και μας έκανε να τολμήσουμε μακρύ ταξίδι, πέλαγα και άλλους κινδύνους, πράγμα που φανερά έγινε με τη δύναμη και την κρίση του Θεού. Και το πόσο καλό και φίλο στον Θεό θα είναι αυτό, προαναγγέλλεται ήδη από τώρα.

Έλα λοιπόν, αγιώτατε Πάτερ, υποδέξου τα τέκνα σου που έρχονται από μακριά από τις ανατολές, αγκάλιασε θερμά αυτούς που για πολύ χρόνο βρίσκονταν μακριά και κατέφυγαν στις αγκάλες σου. Θεράπευσε αυτούς που σκανδαλίστηκαν, και δώσε εντολή να αφαιρεθεί από τη μέση κάθε εμπόδιο και σκάνδαλο που κωλύει την ειρήνη. Πες και εσύ στους αγγέλους, ως μιμητής του Θεού: "Ανοίξτε τον δρόμο για τον λαό μου και απομακρύνετε τις πέτρες από τον δρόμο".

Μέχρι πότε εμείς, που είμαστε του ίδιου Χριστού και της ίδιας πίστεως, θα αλληλοπληγωνόμαστε και θα κατατεμνόμαστε; Μέχρι πότε εμείς, προσκυνητές της ίδιας Τριάδας, θα δαγκώνουμε και θα κατατρώμε ο ένας τον άλλον, μέχρι να αναλωθούμε μεταξύ μας και να παραδοθούμε στους έξωθεν εχθρούς για να εκμηδενιστούμε; Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλιά, να συμβεί αυτό, ούτε να νικήσει την αγαθότητά Σου το πλήθος των αμαρτιών μας. Αλλά όπως στους παλαιότερους χρόνους, όταν είδες την κακία να έχει εξαπλωθεί και να έχει προχωρήσει πολύ, την ανέκοψες με τη δική Σου δύναμη και των Αποστόλων Σου από την ορμητική της φορά και επέστρεψες τους πάντες στη δική Σου επίγνωση, έτσι και τώρα, διά μέσου των υπηρετών Σου, που δεν έθεσαν τίποτα πιο σημαντικό από τη δική Σου αγάπη, σύνδεσε εμάς μεταξύ μας και με Εσένα, και κάνε να ολοκληρωθεί εκείνη η ευχή που έλεγες προσευχόμενος λίγο πριν πας στο Πάθος: "Δώσε τους να είναι ένα, όπως Εμείς ένα είμαστε".

Βλέπεις, Κύριε, τη διασπορά μας πόσο ελεεινή είναι, και πώς οι μεν, συνηθισμένοι στην αυτονομία και την αυθάδεια, καταχραστήκαμε την ελευθερία ως αφορμή για τη σάρκα και γίναμε δούλοι της αμαρτίας και καθαρά σαρκικοί. Οι δε, παραδοθήκαμε στους εχθρούς του Σταυρού Σου για διαρπαγή και δουλεία, και λογιστήκαμε ως πρόβατα σφαγής. Ιλάσθητι, Κύριε, πρόσεξε, Κύριε, αντελάβο, Κύριε.

Αυτό που από παλιά διαλαλούνταν, ότι δηλαδή υπάρχει ανάγκη Οικουμενικής Συνόδου για τα πράγματα, σήμερα εμείς το εκπληρώσαμε και έχουμε εισφέρει όλο το δικό μας μέρος· δώσε λοιπόν και Εσύ τα αναγκαία για την τελείωση αυτών που αρχίσαμε, γιατί μπορείς αν θελήσεις μόνο, και το θέλημά Σου είναι πράξη συντελεσμένη. Πες και σε εμάς, όπως παλαιότερα διά μέσου του Προφήτη Σου: "Ιδού εγώ είμαι μαζί σας και το Πνεύμα μου βρίσκεται ανάμεσά σας". Γιατί αν Εσύ είσαι παρών, όλα πλέον θα γίνουν εύκολα και ομαλά.

Και αυτά μεν ας είναι η ευχή μου για το παρόν. Προς εσένα όμως πλέον, αγιώτατε Πάτερ, θα απευθύνω τον λόγο. Ποια είναι αυτή η τόση φιλονεικία σχετικά με αυτή την καινοτόμο προσθήκη [το Filioque], που κατέκοψε και διέσχισε το σώμα του Χριστού και διίστασε τόσο πολύ τις γνώμες αυτών που καλούνται από Αυτόν; Ποια είναι η μακρά και χρόνια ένσταση, η αφιλάνθρωπη υπεροψία και η αλλοτρίωση των αδελφών που σκανδαλίζονται; Τι κακό βρήκαμε στους Πατέρες, ώστε, παραβαίνοντας τις κοινές τους παραδόσεις, φρονούμε και λέμε άλλα; Θέτουμε τη δική τους πίστη ως ελλιπή και εισάγουμε τη δική μας ως τελειότερη; Γιατί κηρύσσουμε άλλο ευαγγέλιο από αυτό που παραλάβαμε;

Ποιος πονηρός δαίμονας μάς φθόνησε την ομόνοια και την ένωση; Ποιος αφαίρεσε από εμάς την αδελφική αγάπη, εισάγοντας τη διάφορη θυσία [τα άζυμα] που προσφέρεται κατά τρόπο μη ορθό; Είναι άραγε αυτά προϊόντα αποστολικής ψυχής, πατρικής γνώμης και αδελφικής διάθεσης; Ή μήπως το αντίθετο, ενός ανθρώπου σκαιού, διεστραμμένου και αυθαίρετου, που δεν θεωρούσε τίποτα τρομερό ακόμη κι αν χάνονταν όλοι;

Εγώ πιστεύω ότι εκείνος που εισήγαγε αυτή τη διαίρεση και έσχισε τον από πάνω υφαντό χιτώνα του δεσποτικού σώματος, υποφέρει ποινή μεγαλύτερη και από τους σταυρωτές, και μεγαλύτερη από όλους τους ασεβείς και αιρετικούς από καταβολής κόσμου. Αλλά για εσένα, μακαριώτατε Πάτερ, θα είναι το αντίθετο, αν θελήσεις μόνο να ενώσεις τα διεστώτα, να γκρεμίσεις το μεσότοιχο του φραγμού και να εργαστείς ένα έργο της οικονομίας του Θεού. Την αρχή αυτού του έργου εσύ την έθεσες, και με τις λαμπρές σου φιλοτιμίες και τις μεγάλες δωρεές το αύξησες· αξιώσου να το ολοκληρώσεις, γιατί δεν θα βρεις καταλληλότερο καιρό από αυτόν που σου παρείχε σήμερα ο Θεός.

Ύψωσε κυκλικά τα μάτια σου και δες: πολιές αιδέσιμες και ιεροπρεπείς, που γέρνουν πλέον από το βάρος και έχουν ανάγκη αναπαύσεως, ξεσηκώθηκαν από τα οικεία τους όρια και έτρεξαν προς τη δική σου τελειότητα, συνεχόμενες μόνο από την ελπίδα στον Θεό και την αγάπη προς εσάς. Δες το στεφάνι της δόξας που πλέχτηκε και μην αναβάλεις να το φορέσεις. Ένας άλλος κατέτεμε, εσύ θεράπευσε το τραύμα· ένας άλλος διέσχισε και έσπευσε να κάνει το κακό αδιόρθωτο, εσύ φιλοτίμησε να επανορθώσεις το γεγονός, σαν να μην είχε γίνει ποτέ εξ αρχής.

Καλλίστου Βλαστού .Η ζωή του Αγίου Μάρκου Ευγενικού, Αρχιεπισκόπου Εφέσου, και όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας (Γ)

 


ΜΕΡΟΣ -Γ

11. Η θεία λειτουργία και η εντύπωση των Βενετσιάνων

Μετά από αυτά, τους έδωσαν και έναν ιερό ναό και μπήκαν οι δικοί μας να τελέσουν την αναίμακτη θυσία (την Αγία Λειτουργία). Εκείνη τη μέρα μαζεύτηκαν όλοι οι άντρες και οι γυναίκες της πόλης να δουν και να ακούσουν τη θεία και ιερή μυσταγωγία σύμφωνα με το έθος της Ανατολικής Εκκλησίας.

«Βλέποντας και δακρύζοντας και φωνάζοντας από βάθους ψυχής "Κύριε, φύλαξε την Εκκλησία Σου άτρωτη από τα βέλη του πονηρού, εσύ ένωσε σε ένα, εσύ τα σκάνδαλα από μέσα διάλυσε" — εμείς που δεν είχαμε δει ποτέ Έλληνες, ούτε ξέραμε τη τάξη τους, τους ακούγαμε με δυνατή φωνή και τους θεωρούσαμε βαρβάρους. Τώρα όμως ξέρουμε και πιστέψαμε ότι αυτοί είναι τα πρωτότοκα παιδιά της Εκκλησίας, και Πνεύμα Θεού είναι που μιλάει μέσα τους.»

Ο Πατριάρχης πήγε με το κλήρο του και στον μεγαλοπρεπή ναό του Αγίου Μάρκου και είδε τα πολύτιμα κειμήλια. Εκεί είδαν και τις θείες εικόνες του ιερού τέμπλου, που έλαμπαν από τη λάμψη του χρυσού, την ομορφιά των μαργαριταριών, και την τέχνη και ποικιλία που καταπλήσσουν τους θεατές — οι οποίες κατά την άλωση, όταν η πόλη άλωθηκε από τους Λατίνους, πήγαν από εκεί εκεί με το νόμο της λείας και συνετέθησαν σε σχήμα μιας μεγάλης εικόνας.

 

12. Το ταξίδι προς Φερράρα

Στις 28 Φεβρουαρίου φύγαμε από τη Βενετία — ο βασιλιάς, ο Δεσπότης (ο αδελφός του με αυτόν τον τίτλο), όλος ο κλήρος και η συνοδία τους — και πλέαμε προς τη Φερράρα. Ο Πατριάρχης έμεινε στη Βενετία για έλλειψη μικρών πλοίων. Εμείς ήρθαμε στο φρούριο Φραγκολί, όπου αράζουν τα πλοία από τη Βενετία προς τη Φερράρα.

Ήρθαν έφιπποι άρχοντες γύρω στους 50 και προσκύνησαν τον βασιλιά. Ο βασιλιάς διέταξε να φέρουν το πρωί 150 άλογα, για να πάει ξηλός στη Φερράρα, όπου ήταν ο Πάπας που περίμενε. Τα πλοία πήγαν στη Φερράρα από τον ποταμό. Ο βασιλιάς έφτασε στις 4 Μαρτίου, Τρίτη, γύρω στη 6η ώρα της ημέρας, και μπήκε έφιππος στη Φερράρα με μεγάλη τιμή και παρρησία. Ήταν πολλοί άρχοντες μαζί του, Μητροπολίτες και επίσκοποι του Πάπα, και ο αυθέντης της χώρας ο Μαρκήσιος, επίσης ιερείς του βασιλιά και ο πνευματικός του ο μέγας πρωτοσύγκελος Γρηγόριος.

Ο βασιλιάς καθόταν σε άλογο ετοιμασμένο με κόκκινο κάλυμμα και χρυσοΰφαντο χαλί. Κάποιοι άρχοντες πήγαιναν μαζί του κρατώντας ουρανόλευκο κάλυμμα πάνω του. Και ένα άλλο άσπρο άλογο, επίσης ετοιμασμένο με χρυσούς αετούς στο χαλί, πήγαινε μπροστά από τον βασιλιά χωρίς αναβάτη.

Ο Πάπας περίμενε στο παλάτι του με όλο τον κλήρο του — καρδινάλιους, Μητροπολίτες, επισκόπους και ιερείς. Όταν ήρθαν οι μπροστινοί καβαλάρηδες, κάποιοι από τους άρχοντες κατέβηκαν, και ο ίδιος ο Δεσπότης Δημήτριος, και μπήκε από τη μεγάλη πύλη μέσα στο παλάτι όπου ήταν ο Πάπας. Τον βασιλιά τον έβαλαν έφιππο από άλλη πύλη. Ο Πάπας, μαθαίνοντας ότι ο βασιλιάς είναι κοντά στην πύλη, κατέβηκε και τον δέχτηκε στην αγκαλιά του. Καθίσαντες μίλησαν μυστικούς λόγους ειρήνης και χώρισαν. Ο Πάπας έμεινε στο παλάτι του, τον βασιλιά τον πήγαν έφιππο οι ίδιοι καβαλάρηδες με σάλπιγγες σε άλλο πολύ καλά ετοιμασμένο παλάτι, και εκεί ξεκουράστηκε με τους άρχοντες και υπηρέτες του, με βασιλική τάξη, στις 4 Μαρτίου, Τρίτη.

 

13. Η άφιξη του Πατριάρχη και η διαμάχη για τον ασπασμό του ποδιού

Ο Πατριάρχης με τους Αρχιερείς και τον κλήρο του πήγαν στη Φερράρα από τον ποταμό. Ο αυτοκράτορας έστειλε μήνυμα από εκεί μέσω του Καρυστινού στον Πατριάρχη που ακόμα ταξίδευε, ότι ο Πάπας της Ρώμης απαιτεί να ασπαστεί ο Πατριάρχης το πόδι του.

Όταν ο Πατριάρχης πλησίασε στη γέφυρα της πόλης, ο Πάπας έστειλε έξι από τους επισκόπους του που του είπαν να φιλήσει τους πόδες του Πάπα όταν τον συναντήσει.

Σε αυτές τις απαιτήσεις των Δυτικών, ο Πατριάρχης αντιστάθηκε με κάθε θυσία, υπερασπιζόμενος τη δική του τιμή και αξιοπρέπεια, και έμεινε μια μέρα στο πλοίο. Σε αυτό το διάστημα, επανειλημμένα τον επισκέφτηκαν αυτοί που αγωνίζονταν για την παπική μεγαλειότητα, κάνοντας τα πάντα για να μην χαλάσει το σχέδιό τους σε βάρος του Πάπα που τον λάτρευαν σαν ίσο με Θεό. Ελπίζαν ότι θα έφτανε στην κορυφή η δόξα του Πάπα και θα έμενε αξέχαστη η στιγμή που ο Οικουμενικός Πατριάρχης, με όλη την Ανατολική Εκκλησία, θα έπεφταν να ασπαστούν το πόδι του Πάπα.

Αλλά, όπως είπαμε και παραπάνω, σε αυτό αντιστάθηκε με επιμονή ο Πατριάρχης, απαντώντας στους σταλμένους του Πάπα με παρρησία:

«Από πού έχει αυτό ο Πάπας; Ποια Σύνοδος του το έδωσε; Δείξτε μου από πού το έχει και πού είναι γραμμένο; Όμως ο Πάπας λέει ότι είναι διάδοχος του Πέτρου. Αν λοιπόν αυτός είναι διάδοχος του Πέτρου, είμαστε και εμείς διάδοχοι των υπολοίπων αποστόλων. Ασπάστηκαν λοιπόν οι Απόστολοι το πόδι του Αγίου Πέτρου; Ποιος άκουσε αυτό;»

Σε αυτά απάντησαν οι επίσκοποι ότι αυτό ήταν αρχαίο έθος στην αυλή του Πάπα, και όλοι του κάνουν αυτόν τον ασπασμό — επίσκοποι, βασιλιάδες, ο βασιλιάς των Αλαμανών (Γερμανών) και οι καρδινάλιοι.

Ο Πατριάρχης όμως, μη πεισθείς, είπε:

«Αυτό είναι καινοτομία, και δεν το δέχομαι ποτέ. Αλλά αν θέλει ο Πάπας να ασπαστώ αδελφικά σύμφωνα με το δικό μας αρχαίο και εκκλησιαστικό έθος, έτσι θα πάω σε αυτόν. Αν δεν το δέχεται αυτό, παραιτούμαι από όλα και γυρίζω πίσω.»

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού .Η ζωή του Αγίου Μάρκου Ευγενικού, Αρχιεπισκόπου Εφέσου, και όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας (Β)

 


ΜΕΡΟΣ -Β-

6. Οι προειδοποιήσεις του Πατριάρχη Ιωσήφ

Μια μέρα, ο Πατριάρχης Ιωσήφ μιλούσε στο δωμάτιό του με κάποιους εκκλησιαστικούς άρχοντες και είπε τα εξής (όπως τα καταγράφει ο Συρόπουλος):

«Λένε ότι θα γίνει η σύνοδος στην Ιταλία, και ότι θα πάνε οι δικοί μας εκεί, και θα μείνουν στη σύνοδο, και ότι θα έχουν τα έξοδα του ταξιδιού και τη σίτιση από εκείνους. Όταν όμως πάνε έτσι και περιμένουν και τη καθημερινή τροφή από αυτούς, γίνονται ήδη δούλοι και μισθωτοί — εκείνοι όμως είναι αφεντικά. Και ο δούλος πρέπει να κάνει το θέλημα του αφεντικού του, και κάθε μισθωτός κάνει τη δουλειά αυτού που τον πληρώνει. Και αυτός που πληρώνει κάποιον, του δίνει το μισθό για να κάνει ο μισθωτός ό,τι του πει. Αν δεν το κάνει, δεν παίρνει μισθό. Αν λοιπόν κρατήσουν τη σίτιση, τι θα κάνουν οι δικοί μας; Και δεν θα θέλουν να γυρίσουν με δικά τους έξοδα και ναυλα; Τι άραγε θα μπορούν να κάνουν; Γιατί λοιπόν συμφέρει αυτούς τους λίγους, τους ξένους, τους φτωχούς, να πάνε στους πολλούς, τους πλούσιους, τους υπερήφανους, τους ντόπιους, και να δουλωθούν σε αυτούς; Και μετά να συζητούν και να τους διδάσκουν για πίστη και ευσέβεια; Αυτό δεν είναι καλό, δεν μου φαίνεται, γιατί δεν συμφέρει καθόλου σε μας.»

 

7. Η αλλαγή γνώμης του Πατριάρχη

Αλλά μετά από λίγο καιρό, ο Πατριάρχης Ιωσήφ που έλεγε αυτά τα σωστά πράγματα, αφού ο βασιλιάς και οι σταλμένοι από τον Πάπα μίλησαν μαζί του ιδιαίτερα και μυστικά, και του υποσχέθηκαν όλα όσα μπορούν να ευχαριστήσουν μια φιλόδοξη ψυχή, άλλαξε απότομα γνώμη. Και ο ίδιος άρχισε να ετοιμάζεται, και όσους δεν ήθελαν να τον ακολουθήσουν τους πίεζε έντονα και τους ανάγκαζε με κάθε τρόπο, λέγοντάς τους:

«Έχω πολύ θάρρος και βεβαιότητα, και από γράμματα και από λόγια αυτών που έρχονται από εκεί, ότι πηγαίνοντας εκεί με το Θεό, θα μας υποδεχτούν όλους με μεγάλη τιμή και αγάπη, και θα μας περιποιηθούν πολύ. Και θα έχουμε κάθε ελευθερία να λέμε ό,τι θέλουμε, και θα αποδείξουμε τη δική μας πίστη με τη χάρη του Χριστού, καθαρή και λαμπρή. Και όσον αφορά τα δόγματα, οι δικοί μας θα φανούν δάσκαλοί τους· και θα πειστούν και θα αγαπήσουν τη δική μας πίστη, και έτσι θα ενωθούμε και θα γυρίσουμε νικητές, θριαμβευτές.»

Γι' αυτό και όλοι οι υπόλοιποι, σιωπηλά, τον ακολούθησαν.

 

8. Το ταξίδι προς Ιταλία

Ο βασιλιάς, τρεφόμενος από τις μάταιες ελπίδες που είπαμε παραπάνω, βιαζόταν να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν για να πάει στην Ιταλία. Αφού έκανε τις απαραίτητες παρακλήσεις στον ναό της Αγίας Σοφίας, στις 27 Νοεμβρίου 1436 έπλευσε για Βενετία, συνοδευόμενος από τον αδελφό του Δημήτριο, τον γέροντα Πατριάρχη Ιωσήφ με τους υπόλοιπους Αρχιερείς και συγκλητικούς που αναφέραμε.

Όλα τα έξοδα και τη συντήρηση της συνοδίας μέχρι την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη ανέλαβε ο Πάπας Ευγένιος:

  • Στον βασιλιά Ιωάννη: 30 φλωρίνια το μήνα
  • Στον Πατριάρχη Ιωσήφ: 25
  • Στον αδελφό του βασιλιά Δημήτριο: 20
  • Σε κάθε επίσκοπο: 5
  • Σε κάθε υπηρέτη: 3

 

9. Οι θεοσημείες που έδειχναν ότι δεν ήταν θέλημα Θεού

Όταν ήρθαν οι τριήρεις του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, την ώρα που η ναυαρχίδα που επέβαινε ο Κουτλουμέρας αγκυροβόλησε στον βασιλικό ναύσταθμο, έγινε αμέσως μεγάλος σεισμός. Και όταν ο βασιλιάς ανέβηκε στη δική του τριήρη, έγινε μεγάλος κυματισμός στη θάλασσα — αυτό το θεώρησαν δεύτερη θεομηνία.

Αφού έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και περνούσαν την Καλλιούπολη, ο βασιλιάς θέλησε να δείξει μεγαλοπρέπεια πλησιάζοντας πρώτος τη χώρα, αλλά οι Καλλιουπολίτες τον ανταπέδωσαν με πολλά βέλη και πέτρες από πολεμικά όργανα. Έτσι πέρασε στη Μάδυτο.

Αφού σταμάτησε η τριήρης του βασιλιά στη Μάδυτο, λίγη ώρα αργότερα έγινε πάλι μεγάλος σεισμός — ο τρίτος — τόσο που φάνηκε ξεκάθαρα ο κλόνος και στη τριήρη. Αυτό το θεώρησαν τρίτη θεομηνία.

Όμως ο ασύνετος βασιλιάς δεν τα κατάλαβε ούτε τα σκέφτηκε, και έφτασε στο Παρέντζο μετά από πολλούς κινδύνους και ταλαιπωρίες. Στις 7 Φεβρουαρίου 1438, όλες οι τριήρεις έφυγαν από το Παρέντζο μαζί. Η βασιλική τριήρης, που ήταν πιο γρήγορη, προχώρησε πιο μπροστά και έφτασε στον Άγιο Νικόλαο του Λιδό στις 8 του μήνα, γύρω στη 2η ώρα της ημέρας. Οι υπόλοιπες γύρω στη 4η.

---------------------------------------------------------------------------------

10. Η υποδοχή στη Βενετία

Βγήκαν από τη Βενετία αμέτρητα μικρά καράβια να υποδεχτούν τον βασιλιά — τόσα που σχεδόν δεν φαινόταν η θάλασσα από το πλήθος τους. Ήρθε και μήνυμα από την Αυθεντία (την ηγεσία της Βενετίας) να μην βγει ο βασιλιάς μέχρι το πρωί, για να έρθει ο Δόγης με όλη την Αυθεντία και να κάνει την πρέπουσα τιμή. Λίγο αργότερα ήρθε ο Δόγης με τους άρχοντες και προσκύνησαν τον βασιλιά που καθόταν. Έκατσε ο Δόγης στα αριστερά του βασιλιά και μίλησαν φιλικά χαιρετισμούς και άλλα μυστικά. Ο Δόγης είπε ότι το πρωί θα έρθουν να κάνουν την πρέπουσα τιμή και να τον υποδεχτούν με παρρησία, και έτσι θα μπει μέσα στη Βενετία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου