Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η
ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και
μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και
την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html
Α. Αν ο Ι.Π. και ο
θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να
ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να
αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη
εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.
Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α'
Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη
«απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε
συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη
σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η
Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.
Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά
μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις,
τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως
κανονικότητα:
- Μετά
τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό
κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό
στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την
επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα,
η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
- Σε
περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει
τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό
εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν
αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του
Συνοδικού Δικαστηρίου.
Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και
νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα
και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ»,
δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί
συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.
Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να
δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·.
Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.
Β. Ας αφήσει τις
φτηνές υπεκφυγές ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από
τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο
Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το
ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον
αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και
την οποία ανήκει; (Για άλλους Αγίους
δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).
Γ. Για το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος διάβασα ότι το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο
Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου
ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία)
που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν
στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια
της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη.
Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν
δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην
πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των
Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας
νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους
καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των
Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της
Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός
Εκκλησίας.
Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό
την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της
αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των
Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο
στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η
Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη
διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς
επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη
προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη
και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο
τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας
προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική
δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο
Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν
αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;
Για περισσότερα στα εξής κείμενα:
1,Το Διάγγελμα των
Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935
(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)
2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη
των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της
ΑΒ Συνόδου
(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)
1.
Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης
Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των
ΓΟΧ
(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)
Επίσης μπορεί να
μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε
διακοπή κοινωνίας το 1924. Οἱ
παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους
καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία
(δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το
παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της
κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη
ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις
πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;
Δ. Αναφορικά με το
ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει
ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον
καταδικάζουν.
Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για
να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική
Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα
ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο
Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας
μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα
εσωτερικά και προβλήματα της παράταξής του μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ,
ειλικρινά λυπάμαι για την κατάντια.
Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα
της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη
εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»
Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς
είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι
Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας,
τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής
Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.
Όταν
δημοσιεύετε κείμενα σε ένα ανοιχτό,
δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε μόνο στο στενό οπαδικό σας ακροατήριο
ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις
απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε δημόσιο έλεγχο και κριτική . Το να απαιτείτε τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας,
επειδή προφανώς αδυνατείτε να ψελλίσετε το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να
στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.
Καθίσταται πλέον φανερό ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν
ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης
αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο
με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.
Η αναφορά του
σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της
πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική
απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να
προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας
π.Δ.Α