Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

 άγιος Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος:






«Ευχαίς και δάκρυσι τον Θεόν καθικέτευσον
πέμψαι σοι οδηγόν απαθή τε και άγιον.
Ερεύνα δε και αυτός τας Θείας Γραφάς,
και μάλιστα τας των Αγίων Πατέρων πρακτικάς συγγραφάς,
ίνα ταύταις αντιπαρατιθείς τα παρά του διδασκάλου και προεστώτος σοι διδασκόμενα και πραττόμενα, ως εν κατόπτρω δύνασαι βλέπειν ταύτα και καταμανθάνειν και τα μεν συνάδοντα ταις Γραφαίς, εγκολπούσθαι κατέχειν τη διανοία.
Τα δε νόθα και αλλότρια, διακρίνειν και αποπέμπεσθαι, ίνα μη πλανηθής.
Πολλοί γαρ, ίσθι, πλάνοι και ψευτοδιδάσκαλοι, εν ταις ημέραις ταύταις γεγόνασιν»


(Ρ.G. 120, 617).


H Επετειακή Εκδήλωση της Ι.Μ.Περιστερίου για τη Σύνοδο της Κρήτης-Aπόψεις και σχόλια.

 


Με αφορμή τη συμπλήρωση μίας δεκαετίας από τη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης (Ιούνιος 2016), διοργανώνεται επετειακή επιστημονική εκδήλωση με θέμα: «10 Χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης. Συντελεστές και Προοπτικές της».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026 και ώρα 18:30, στο Επισκοπείο της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου.

Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν το Εργαστήριο Κανονικού Δικαίου του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου (ΕΙΚΕΔ).

Η συγκεκριμένη εκδήλωση δεν θεωρείται μια απλή επιστημονική συζήτηση. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως μια εσκεμμένη προσπάθεια να επιβληθούν οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης στο ορθόδοξο κοινό. Η Συντονιστική Επιτροπή Πιστών της Μητρόπολης Περιστερίου καταγγέλλει ότι ο βασικός στόχος της διοργάνωσης είναι να ξεπεραστούν οι έντονες αντιδράσεις που προκάλεσαν τα αμφισβητούμενα κείμενα. Έτσι, επιχειρείται να δημιουργηθεί μια ψευδής εικόνα «ορθόδοξας κανονικότητας» γύρω από μια Σύνοδο, η οποία νομιμοποίησε την αίρεση του Οικουμενισμού.

Η εκδήλωση συνδέει την ακαδημαϊκή θεολογία με φορείς που προωθούν την ανάμειξη των χριστιανικών δογμάτων. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται  εκκλησιαστικοί  χώροι  για την εξυπηρέτηση του ακαδημαϊκού οικουμενισμού. Η συμμετοχή των βασικών ομιλητών —του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου, της Καθηγήτριας Ειρήνης Χριστινάκη, του Δρ. Χρήστου Μπαλόγλου και του Δρ. Ιωάννη Φούγια— δείχνει τη δυναμική παρουσία αυτής της οικουμενιστικής τάσης. Έτσι, εκπροσωπείται ενεργά η λεγόμενη «μεταπατερική» γραμμή τόσο μέσα στην Εκκλησία όσο και στο πανεπιστήμιο.

Ο συντονιστής της εκδήλωσης, Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος (Παπαθωμάς), Καθηγητής Κανονικού Δικαίου του ΕΚΠΑ, ηγείται παράλληλα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου (ΕΙΚΕΔ. Το Ινστιτούτο αυτό δεν είναι ένας αμιγώς επιστημονικός  φορέας, αλλά αποτελεί  έναν εξειδικευμένο μηχανισμό εισαγωγής και επιβολής της οικουμενιστικής ατζέντας στο σώμα της Εκκλησίας με  το κάλυμμα της  επιστήμης του Κανονικού δικαίου.

Όπως επισημαίνεται στον εκκλησιαστικό τύπο το ΕΙΚΕΔ λειτουργεί ως «γέφυρα» διοχέτευσης θέσεων που διαμορφώνονται σε εξωεκκλησιαστικούς ή διαχριστιανικούς οργανισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ενεργός συμμετοχή του Διευθυντή του Ινστιτούτου στο 27ο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών (SLEC) στη Βουδαπέστη (Σεπτέμβριος 2026), το οποίο διεξήχθη σε Ρωμααιοκαθολικό Πανεπιστήμιο με κεντρικό θέμα τη θέση του «Επισκόπου Ρώμης» και την επανερμηνεία του Πρωτείου και της Συνοδικότητας.

Η προσπάθεια ενδύσεως των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης με «κανονικό μανδύα» υποβαθμίζει τα δογματικά ατοπήματα των κειμένων της και παρουσιάζει τις εκκλησιολογικές υποχωρήσεις ως κανονική κανονικότητα.

 

Πνιγμένοι στὰ πελάγη τῆς ἀγάπης.


Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων.

Στὸ πρόβλημα ποὺ ἐξελίσσεται γιὰ τὴν Μονὴ Σινᾶ ἡ μὲν λύσις εἶναι μία, τὰ δὲ  ἐρωτήματα γιὰ τὴν στάσι πολλῶν, πάμπολλα.

Τὴν ἀπάντησι γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ γίνῃ τὴν δίδουν οἱ αἰῶνες καὶ ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς. Καθεστῶς τὸ ὁποῖο ἐσεβάστηκαν 1500 χρόνια ὅλοι ὅσοι πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἀποδεικνύει τὴν διαχρονικὴ ἀντοχή του, ἄρα δὲν χρειάζεται καμμία ἀλλαγὴ καὶ βελτίωσι, οὔτε ἔχει κάποιο κενὸ, ὥστε νὰ ἀγωνιοῦν νὰ τὸ καλύψουν, μὲ τὶς ἐνέργειές τους, οἱ σημερινοί ἄρχοντες. Τὰ ἴδια φρονοῦν καὶ οἱ μοναχοὶ ποὺ διαβιοῦν στὴν Μονὴ Σινᾶ -πλὴν τοῦ νέου ἡγουμένου- ἀλλὰ καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ εἶναι τὸ δεύτερο ἀπ᾿ αἰώνων μοναστικὸ κέντρο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθῇ νὰ λειτουργῇ ἀδιαλείπτως. Σὲ ἀνακοίνωσί τῆς  Ἱ. Κοινότητος (20/9/26) τονίζεται ὅ,τι «Τὸ ἱστορικόν, μοναστικόν, θεσμικόν, νομικὸν καὶ περιουσιακὸν καθεστὼς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀναλλοίωτον ὡς ἔχει, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς.» ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 20/9/26 [1]    

Ἀναμφιβόλως οἱ ἀσκούμενοι μοναχοὶ στὸ Ὄρος Σινᾶ, ὅπως καὶ οἱ ἀσκούμενοι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀγαποῦν τὸν τόπο τους καὶ θέλουν νὰ διατηρήσῃ ὅλα ἐκείνα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ βοηθοῦν τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Αὐτοὶ γνωρίζουν, περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον, τί χρειάζεται γιὰ νὰ ἀνθήσῃ ὁ ἀληθὴς μοναχισμὸς, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἀλλοιώνει καὶ τὸν ὑποβιβάζει σὲ ἄνευρο θεσμὸ, ἀπλὸ συντηρητὴ μνημείων καὶ ἐπίκουρο καὶ διακοσμητὴ τῆς κάθε δυναστείας καὶ ἐξουσίας.

Προφανῶς εἶναι διαφορετικὴ ἡ «ἀγάπη» τῶν ἀρχόντων, ποὺ θέλουν νὰ ἀξιοποιήσουν, νὰ ἐκσυγχρονίσουν, νὰ θωρακίσουν νομικῶς, νὰ προστατεύσουν καὶ νὰ διασώσουν, κατὰ τὴν γνώμη τους, τὸν ἱερὸ τόπο.... Ἁπὸ τὰ ἔργα τους καταλαβαίνει κανεὶς τὸ πνεῦμα τους, ὁπότε δὲν χρειάζονται πολλά.

Τὶ γίνεται ὅμως μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα; Πῶς κατανοεῖται ἡ στάσι ποὺ κρατοῦν;

Πρῶτα-πρῶτα ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ. Πῶς ἐνήργησε ἐνάντια σὲ κάθε ἔννοια μοναχισμοῦ καὶ πνευματικῆς πατρότητος, ὥστε νὰ περιφρονήσῃ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς καὶ νὰ ἀποφασίσῃ -μόνος του- γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς «συμφωνίας»; Ὡς ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ, ἡ πρώτη του ἔννοια ἔπρεπε νὰ ἦταν ἡ ἀδελφότης, οἱ μοναχοὶ δηλαδή, καὶ ἡ Μονή. Τὸ πρῶτο μέλημα, ἡ διαρκὴς ἔγνοια εἶναι οἱ ψυχὲς ποὺ ἔχει ἀναλάβει τὴν διαποίμανσί τους. Νὰ εἶναι δίπλα τους ὅσο μπορεῖ περισσότερο. Νὰ ἀκούει συνεχῶς τὸν κάθε ἕνα. Νὰ μεριμνᾶ, νὰ φροντίζῃ, νὰ οἰκονομῇ, νὰ θεραπέυῃ. Γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι δίπλα στοὺς μοναχούς. Δὲν γίνονται αὐτὰ ἐξ ἀποστάσεως, οὔτε μέσῳ τρίτων, οὔτε μέσῳ... δορυφόρου. Κατασκοπεῖες καὶ ρουφιανιλίκια καὶ συνωμοσίες γίνονται μὲ τέτοια μέσα, καὶ δὲν τὰ κάνουν ποιμένες τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Ἐλπίζω οὔτε καὶ ὁ νῦν Σιναίου.

 Καμμία ἄλλη σκοπιμότης καὶ πρωτεραιότης δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἡγούμενο, τὸν γνήσιο ποιμένα, στὴν Ὀρθόδοξη πίστι μας. Ἀναγκαία καὶ ἰκανὴ συνθήκη ἡ κατὰ Χριστὸν ἀγάπη καὶ ἀκολουθῇ ἡ ἀγάπη πρὸς τὰ πρόβατα τοῦ Κυρίου. Τρεῖς φορὲς ρώτησε ὁ Κύριος τὸν Πέτρο ἄν τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ἀφοῦ ἐπιβεβαίωνε τὴν ἀγάπη του, τὸν προέτρεπε νὰ βόσκῃ τὰ πρόβατά Του. Ἄν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, δὲν ὑπάρχει ποιμὴν. Διότι ὁ ποιμὴν «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησι ὑπὲρ τῶν προβάτων». Θυσιάζεται γιὰ τὰ πρόβατα, δὲν θυσιάζει τὰ πρόβατα.

Ἡ πνευματικὴ πατρότης δὲν εἶναι ἐξουσία, ὅπως οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἀξίωμα, τίτλος, ἰδιότης, ποὺ ὁ φορέας του ἐξουσιοδοτεῖται νὰ  κάνῃ ὅτι νομίζει. Δὲν εἶπε ὁ Χριστὸς, «σὲ κάνω ποιμένα τῶν προβάτων μου καὶ κάνε ὅτι νομίζεις». Ἤ, τὸ ἀκόμη χειρότερο, αὐτὸ ποὺ σήμερα ἀκούγεται πολύ: «Ἐγῶ εἶμαι ποιμένας, ἔχω χειροτονία, ἄρα μπορῶ νὰ κάνω ὅτι θέλω καὶ ὅλοι ἐσεῖς ὀφείλετε νὰ σκύβετε τὸ κεφάλι καὶ νὰ μὲ ὑπακοῦτε».

«Οὐχ οὔτως ἔστε ἐν ὑμῖν», λέγει Κύριος.  Ἄν μὲ ἀγαπᾶς, τότε βόσκε τὰ πρόβατά μου, διότι ἡ γνησία ἀγάπη εἶναι Θεῖον ἰδίωμα –«ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»- ὁπότε ἄν ὑπάρχει αὐτὴ δὲν χρειάζεται συζήτησις γιὰ τὸ τί θὰ πράξῃ ὁ ποιμήν. Θὰ (προσπαθήσῃ νὰ) πράξῃ ὅτι ἔπραξε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία: Θυσιάστηκε γι᾿ αὐτήν.

Ἄμα δὲν εἶσαι γνήσιος ποιμένας καὶ εἶσαι μισθωτὸς, δὲν νοιάζεσαι γιὰ τὰ πρόβατα καὶ ἤ ἐκμεταλεύεσαι τὰ πρόβατα γιὰ ἴδιον συμφέρον, ἤ φεύγεις μακρυὰ, ἤ συνεργάζεσαι ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς λύκους. Ἐδῶ ὁ Σιναίου συνεργάζεται μὲ τοὺς πολιτικοὺς λύκους (καὶ ὄχι μόνο) ἐναντίον τῶν προβάτων. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπορία καὶ τὸ ἐρώτημα. Ἐξ ἀρχῆς ἐπελέγη καὶ προωθήθηκε γι᾿ αὐτὸ, ἤ δὲν εἶχε τὸ σθένος καὶ τὴν ἀνδρεία νὰ ἀντισταθῇ σὲ πιέσεις ἤ ὑποσχέσεις;

Ἄν καὶ μοναχὸς, τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιατὶ δὲν τοὺς ἔλαβε ὑπ᾿ ὅψιν του; Ἡ δική τους προτροπὴ καὶ ἀγωνία καὶ κραυγὴ, δὲν ἔφτασε στὰ αὐτιά του;

Δηλώνει, ὁ Σιναίου:

«Κατά το διαρρεύσαν διάστηµα η Σιναϊτική Αδελφότητα έγινε αποδέκτης ποικίλων αντιφατικών εισηγήσεων και πληροφοριών από αρµοδίους και αναρµοδίους, από επαΐοντες και από καλοπροαιρέτως αγνοούντες». ΔΗΛΩΣΙΣ ΑΡΧΙΕΠ. ΣΙΝΑ ΣΥΜΕΩΝ [2]

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Σχόλια ως απάντηση στις απαράδεκτες και αντορθόδοξες απόψεις του Αρχιμ.Επιφάνιου Οικονόμου για την Αποτείχιση.(15- 10- 2026)

 


Το παρακάτω  κείμενο περιλαμβάνει απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από ομιλία του π. Επιφανίου Οικονόμου (Αρχιμ.Ε.Ο ) για την αποτείχιση

 και απαντητικά σχόλια στις αντορθόδοξες απόψεις του.

Ολόκληρη η ομιλία βρίσκεται στο link https://www.youtube.com/live/-JhFJ8q7650  και τα αποσπάσματα που σχολιάζονται υπάρχουν από το 46ο λεπτό και μετά!!!.

  • Αρχιμ. Ε.Ο. «... ιερεύς για να είναι κανονικός ιερεύς και να μπορεί να τελεί τα μυστήρια της εκκλησίας, πρέπει να είναι σε κανονική εξάρτηση με αυτόν τον επίσκοπο».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.  Η απόλυτη σύνδεση της εγκυρότητας των μυστηρίων και της ιεροσύνης αποκλειστικά και μόνο με την τυπική εξάρτηση από τον επίσκοπο –χωρίς να εξετάζεται το αν ο επίσκοπος αυτός ορθοτομεί τον λόγο της αληθείας ή εκτρέπεται σε κακοδοξίες και οικουμενιστικές συμπλέξεις– αντιστρέφει την πατερική παράδοση.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η υπακοή προς την εκκλησιαστική αρχή και τον επίσκοπο δεν είναι ποτέ άνευ όρων ή τυφλή. Όταν ένας επίσκοπος παρεκκλίνει από την Ορθόδοξη Πίστη και κηρύττει αιρετικές διδασκαλίες, οι Ιεροι Κανόνες (όπως ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) όχι απλώς επιτρέπουν, αλλά επαινούν τους κληρικούς που διακόπτουν την κοινωνία και το μνημόσυνο μαζί του, προκειμένου να προστατεύσουν την ακεραιότητα της πίστης.

 Συνεπώς, η αντίληψη ότι η κανονικότητα διατηρείται έστω και με την υποταγή σε έναν επίσκοπο που προδίδει την Παράδοση συνιστά διοικητικό φετιχισμό και αλλοίωση του συνοδικού χαρακτήρα της Εκκλησίας.

ΠΕΡΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ (ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΞΕΧΝΑΜΕ!!!!)

Οι ευθύνες και η κανονικότητα της Ιεραρχίας κατά το 1974

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1974, μια ομάδα Μητροπολιτών (συγκεκριμένα οι Δημητριάδος Ηλίας, Λαρίσης Θεολόγος, Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνος, Αττικῆς Νικόδημος, Χαλκίδος Νικόλαος και Τρίκκης Σεραφείμ) έστειλε επιστολή στον τότε Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε αυτήν εξήγησαν ότι το 1974 ήταν αδύνατον να τεθεί θέμα παράτυπων εκλογών και χειροτονιών για τους νέους Μητροπολίτες. Ο λόγος ήταν πως, σύμφωνα με την αυστηρή κρίση πολλών Ιεραρχών, κανένας Μητροπολίτης της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν μπορούσε να θεωρηθεί απολύτως «κανονικός». Οι συνεχείς διοικητικές αλλαγές, οι μεταρρυθμίσεις και οι βίαιες παρεμβάσεις του παρελθόντος είχαν ως αποτέλεσμα όλες οι εκλογές και οι χειροτονίες των επισκόπων να παρουσιάζουν κανονικές αδυναμίες.

Η ομολογία του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου

Σε έγγραφό του στις 12 Ιανουαρίου 1974 προς την Ιεραρχία, ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος απάντησε κατηγορηματικά στο ερώτημα αν η σημερινή Ιεραρχία διαθέτει απόλυτη κανονικότητα,ως εξής;

«Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντικανονικοί, πρῶτον, διότι ὡς καὶ εἰς πρόσφατα τηλεγραφήματά μου ἐτόνισα, ὅλοι φέρομεν ἐν ἑαυτοῖς προπατορικὸν ἁμάρτημα ἀντικανονικότητος, ἀμέσως ἤ ἐμμέσως, ἐκ τῆς Ἱεραρχίας, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ ἀντικανονικὴ πενταμελὴς ἀριστίνδην σύνοδος τοῦ 1922, ἡ ὁποία ἀνέδειξεν Ἀρχιεπίσκοπον τὸν Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, καὶ μάλιστα διὰ τριῶν μόνον ψήφων. Ὑπὸ τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐξελέγησαν καὶ οἱ Μητροπολῖται Χαλκίδος Γρηγόριος, Κορινθίας καὶ εἶτα Ἀθηνῶν Δαμασκηνός, Ἀκαρνανίας Κωνσταντῖνος, Ἠλείας Ἀντώνιος, Κυθήρων καὶ εἶτα Λαρίσης καὶ εἶτα Ἀθηνῶν Δωρόθεος, Κερκύρας καὶ εἶτα Ἀμερικῆς καὶ Κων/λεως Ἀθηναγόρας καὶ τέλος Καρυστίας καὶ εἶτα Χίου Παντελεήμων, οἵτινες ἐχειροτόνησαν ἄλλους, ἐκεῖνοι ἄλλους κ.ο.κ. Ὅλοι, λοιπόν, λόγῳ προελεύσεως ἔχομεν ἐν ἑαυτοῖς τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα τῆς ἀντικανονικότητος. “Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω” κατὰ τῶν ἄλλων.

»Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντικανονικοί, δεύτερον, διότι εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον παρακάθηνται Ἱεράρχαι, ἐκλεγέντες ὑπὸ τῆς Ἀριστίνδην Συνόδου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Δαμασκηνοῦ.

»Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντικανονικοί, τρίτον, διότι οἱ ἡμίσεις περίπου ἐκ τῶν Συνέδρων τῆς παρούσης Συνόδου εἶναι συναυτουργοὶ τῶν μετὰ τὸ 1967 γενομένων.

»Εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἀντικανονικοί, τέταρτον, διότι τὸ σύνολον τῶν μελῶν τῆς παρούσης Συνόδου, ἤ τουλάχιστον ἡ συντριπτικὴ πλειονότης, ἔλαβον χειροτονίαν Διακόνου ἤ Πρεσβυτέρου ἤ καὶ ἀμφοτέρας εἰς ἡλικίαν κατωτέραν τῆς ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων ὁριζομένης, καὶ κινδυνεύουν, ἄν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπόλυτος κανονικὴ ἀκρίβεια, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις ζητοῦμεν μετὰ λυσσώδους ἐπιμονῆς προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν μετὰ τὸ 1967 Ἱεραρχῶν, κινδυνεύουν, ἄν ἐφαρμοσθῇ ἡ κανονικὴ ἀκρίβεια, ὄχι μόνον νὰ ἀποκλεισθοῦν ἐκ τῆς παρούσης Συνόδου, ὄχι μόνον νὰ χάσουν τὴν ἐπισκοπήν των, ἀλλὰ νὰ καθαιρεθοῦν τελείως ἀπὸ πάσης ἱερατικῆς ἐξουσίας, δεδομένου ὅτι ποινὴν καθαιρέσεως ἐπιβάλλουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες διὰ τὴν τοιαύτην παράβασιν.

»Ἐπαναλαμβάνω τοὺς λόγους τῶν τηλεγραφημάτων μου: “Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος οὐδεὶς Ἱεράρχης εὑρεθήσεται κανονικὸς ἀπὸ ρύπου ἀντικανονικότητος”. Καί:“Ἐὰν ἀντικανονικότητος παρατηρήσεις ἐν ἡμῖν, Κύριε, Κύριε, τίς ὑποστήσεται;”…Προσφυέστατα ἐγράφη προχθὲς εἰς ἡμερησίαν ἐφημερίδα τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἄν θέλῃ ἡ Πολιτεία νὰ εὕρῃ Ἐπισκόπους ἀνεπιλήπτου κανονικότητος, ἵνα αὐτοὶ καὶ μόνοι ἀναδείξουν τὸν νέον Ἀρχιεπίσκοπον, μίαν λύσιν ἔχει: Νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Θεοῦ ὅπως στείλῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν γῆν τοὺς 12 Ἀποστόλους!» (Σπ. Καρατζαφέρη, Φάκελλος Ἐκκλησία, σελ. 137, 139).

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος, κληθείς να απαντήσει αν η σημερινή Ιεραρχία διαθέτει απόλυτη κανονικότητα, ήταν κατηγορηματικός, απαντώντας αρνητικά και  επισημαίνει ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΗΜΕΙΑ.

1. Όλοι κουβαλούν μια έμμεση ή άμεση αντικανονικότητα από την πενταμελή «Αριστίνδην» Σύνοδο του 1922, η οποία εξέλεξε τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο με μόλις τρεις ψήφους και ανέδειξε επισκόπους που στη συνέχεια χειροτόνησαν άλλους.

2. Στην τότε Σύνοδο συμμετείχαν Ιεράρχες που είχαν εκλεγεί από την αντίστοιχη Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού.

3.Περίπου οι μισοί σύνεδροι της Συνόδου θεωρούνταν συναυτουργοί των γεγονότων που ακολούθησαν το 1967.

4. Η συντριπτική πλειονότητα των μελών της Συνόδου είχαν χειροτονηθεί διάκονοι ή πρεσβύτεροι σε ηλικία μικρότερη από αυτήν που ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες. Εάν εφαρμοζόταν με απόλυτη αυστηρότητα το γράμμα των κανόνων –το οποίο πολλοί ζητούσαν επίμονα μόνο για τους νέους Ιεράρχες–, τότε τα σημερινά μέλη δεν θα έχαναν απλώς τις θέσεις ή τη συμμετοχή τους στη Σύνοδο, αλλά θα κινδύνευαν με πλήρη καθαίρεση από κάθε ιερατική εξουσία.

 

  • Αρχιμ. Ε.Ο.  «Αν διαστραφεί το μυαλό του ιερέως και πεί ότι εγώ τα ξέρω καλύτερα από τον επίσκοπο και ο επίσκοπος μου είναι έτσι, είναι αλλιώς, είναι λάθος, είναι στραβός, είναι αιρετικός, είναι και κάνει να φύγει και πεί εγώ δεν θέλω κοινωνία με αυτόν τον επίσκοπο, τελείωσε αυτός ο ιερεύς.
  • παύει να είναι ιερεύς, γιατί την ιεροσύνη του από τον επίσκοπο την αντιλεί».
  • από τον επίσκοπο που τον χειροτόνησε την αντιλεί, δεν την πήρε μόνος του».
  •  

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.   Ο ομιλητής παρουσιάζει τον χαρακτηρισμό ενός επισκόπου ως «αιρετικού» από τον ιερέα ως υποτιθέμενη «διαστροφή του μυαλού». Ωστόσο, κατά την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, όταν ένας επίσκοπος εκπίπτει στην αίρεση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», ο χαρακτηρισμός του ως αιρετικού δεν αποτελεί έπαρση ή αυθαιρεσία του κληρικού, αλλά θεμελιώδες ορθόδοξο κριτήριο πίστης.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Η έννοια του Μαρτυρίου και η Αποτείχιση. Σχόλια στο κήρυγμα του Μητροπολίτου Λαρίσης (21 Οκτωβρίου 2026- Λάρισα)

 



Εισαγωγικά.

Στο κήρυγμά του για την εορτή του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του Μονεμβασιώτου στη Λάρισα, ο Μητροπολίτης Λαρίσης ανέπτυξε μια θεώρηση περί «μαρτυρίας αγάπης», στρέφοντας στη συνέχεια τα πυρά του κατά των πιστών και κληρικών που επιλέγουν την αποτείχιση απέναντι στις οικουμενιστικές εκτροπές.

(Σχετικό video υπάρχει στο link. https://www.youtube.com/watch?v=HvWh5nFVr_8&t=12s)

Στην συνέχεια  εξετάζουμε τις θέσεις του επισκόπου  υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης Παραδόσεως.  Η μελέτη των κειμένων των Αγίων Πατέρων συντρίβει την αυθαίρετη και δεσποτική αντίληψη της διοικητικής αυθαιρεσίας, αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο της εκκλησιαστικής διοίκησης. Η εκκλησιαστική ενότητα δεν είναι ποτέ ούτε μπορεί να γίνει τυφλή, δουλοπρεπής υποταγή σε θεσμικούς άρχοντες που εκτρέπονται από την Αλήθεια. Ο 15ος Ιερός Κανόνας, η ασυμβίβαστη στάση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και η ομόφωνη, αδιάψευστη διδασκαλία των Πατέρων διακηρύσσουν με απόλυτη αυστηρότητα ότι το ακέραιο Ορθόδοξο Δόγμα αποτελεί τον υπέρτατο και αδιαπραγμάτευτο κανόνα ζωής, υπεράνω προσώπων, θεσμών και Συνόδων που προδίδουν την ορθόδοξη παρακαταθήκη.

---------------------------------------------------------------------------------

Α. Η Θεολογική και Δικανική Έννοια της «Μαρτυρίας» και ο «Νόμος της Αγάπης»

Τί λέει το κήρυγμα; Το κήρυγμα ξεκινά με τη λέξη «μαρτυρία». Δανείζεται την έννοια από τα παλιά ρωμαϊκά δικαστήρια. Έτσι, η ομολογία της πίστης γίνεται μια επίσημη κατάθεση μπροστά στην κοινωνία. Η αληθινή μαρτυρία δεν είναι μόνο λόγια. Τα λόγια κρύβουν συχνά υποκρισία και ψέματα. Η αλήθεια φαίνεται στα έργα και στη ζωή μας, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού για την αγάπη. Σήμερα, όμως, η αγάπη έχει καταντήσει επιφανειακή. Αυτό φέρνει μίσος, βία και ψυχικά προβλήματα. Ο επίσκοπος συνδέει αυτά τα αδιέξοδα με τα καθημερινά μας προβλήματα. Μιλά για την οικονομική στενότητα και για το ακριβό κόστος θέρμανσης σε σπίτια και εκκλησίες ενόψει χειμώνα. Ζητά επίσης να ενισχυθούν τα φιλανθρωπικά ιδρύματα της Μητρόπολης, όπως το Οικοτροφείο Θηλέων. Μέσα από αυτή τη συμπαράσταση, ο επίσκοπος προετοιμάζει το έδαφος για να ζητήσει τελικά αυστηρή πειθαρχία στα εκκλησιαστικά ζητήματα.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Από την πλευρά της ορθόδοξης πατερικής διδασκαλίας, το να περιορίζουμε τη «μαρτυρία» μόνο σε μια καλή κοινωνική συμπεριφορά κρύβει τον κίνδυνο να πέσουμε σε  «οικουμενιστική ηθικολογία». Για τους Αγίους Πατέρες, όπως τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο μάρτυρας δεν δίνει τη ζωή του για μια αόριστη ειρήνη στην κοινωνία, αλλά μόνο για να κρατήσει ακέραια την ορθή Πίστη. Η αληθινή αγάπη πηγαίνει πάντα μαζί με την Αλήθεια. Επομένως, το φιλανθρωπικό έργο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να κρύβονται δογματικές υποχωρήσεις και ανοίγματα στον οικουμενισμό.

Συγκρίνοντας τη θέση του κηρύγματος με την πατερική  θεολογία, φαίνεται η καθαρή διαφορά ανάμεσα σε μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση και στην ακρίβεια της Ορθόδοξης Παράδοσης. Το κήρυγμα συνδέει τη μαρτυρία με το ρωμαϊκό δίκαιο και υποστηρίζει ότι η πίστη πρέπει να φαίνεται στα έργα αγάπης και όχι στα λόγια. Όμως, οι Πατέρες τονίζουν ότι αν ξεκόψουμε τη μαρτυρία από το Δόγμα, η πίστη καταντά μια απλή κοινωνική καλοσύνη. Παράλληλα, ενώ το κήρυγμα καταδικάζει την επιφανειακή «αγάπη» που φέρνει μίσος, βία και ψυχικά προβλήματα, η ορθόδοξη  κριτική αποκαλύπτει ότι η «αγάπη» συχνά χρησιμοποιείται ως εργαλείο στον διαχριστιανικό διάλογο για να σιωπήσει ο δογματικός έλεγχος και να επιβληθούν συμβιβασμοί. Τέλος, όσον αφορά την κοινωνική προσφορά, όπως η θέρμανση των ναών ή η στήριξη του Οικοτροφείου, η πατερική θεολογία θυμίζει ότι η Πίστη προηγείται από όλα. Η φιλανθρωπία είναι απαραίτητη, αλλά δεν μπορεί να αναπληρώσει ούτε να δικαιολογήσει τη αλλοίωση της Ορθόδοξης Ομολογίας. Οποιαδήποτε «αγάπη» υπάρχει χωρίς την Ορθόδοξη Αλήθεια δεν είναι πραγματική αγάπη, αλλά αφήνει τον άνθρωπο στην πλάνη και τον απομακρύνει από τη σωτηρία.

Β. Το Παράδειγμα του Αγίου Ιωάννου, η Ανεξικακία και το Μαρτύριο του Αίματος

Τί λέει το κήρυγμα;

Η ιστορία του Αγίου Ιωάννου του Μονεμβασιώτου μάς βοηθά να καταλάβουμε τι σημαίνει αληθινός μάρτυρας και ποια είναι τα όρια της υπομονής και της συγχώρεσης.

Ο Άγιος Ιωάννης κυνηγήθηκε σκληρά στη Λάρισα επειδή έμεινε πιστός στην πίστη των προγόνων του. Στην κεντρική πλατεία της πόλης τού έκαναν φρικτά χτυπήματα με σπαθιά, ενώ αργότερα τον κρέμασαν ανάποδα μέσα σε έναν αχυρώνα και άναψαν χλωρά άχυρα για να τον πνίξουν με τον πυκνό καπνό. Σε όλη τη διάρκεια των βασάνων του, ο Νεομάρτυρας δεν καταράστηκε ούτε γογγύσε. Κράτησε σταθερή την ομολογία του λέγοντας: «Είμαι γιος παπά. Δεν μπορώ να προδώσω την πίστη μου».

Το μαρτύριο του αίματος δεν ήρθε τυχαία· ήταν ο ώριμος καρπός μιας ζωής γεμάτης αγιότητα, προσοχή και εσωτερική ειρήνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Άγιος έμεινε τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων, λόγω της αιχμαλωσίας του. Ωστόσο, κατάφερε να κρατήσει ζωντανή και αλώβητη την παρουσία του Χριστού στην καρδιά του.

Σύγκριση με τους Ρώσους Ομολογητές: Αναφέρεται ένα παράδειγμα από την εποχή των διωγμών στη Σοβιετική Ένωση, το οποίο δείχνει τη διαφορά ανάμεσα σε έναν χριστιανό μάρτυρα και έναν άθεο επαναστάτη. Αν ο χριστιανός γλιτώσει την τελευταία στιγμή από τον θάνατο, συγχωρεί και φιλά τα χέρια και τα πόδια του δημίου του, θεωρώντας τον «ευεργέτη» επειδή του χάρισε πληγές για τον Χριστό και ουράνια στεφάνια. Αντίθετα, ο άθεος επαναστάτης, σε μια παρόμοια περίπτωση, θα στραφεί αμέσως στην ένοπλη εκδίκηση.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η διοίκηση της Εκκλησίας χρησιμοποιεί συχνά λανθασμένα την πραότητα και τη συγχωρητικότητα των μαρτύρων. Θέλει να δείξει ότι οι Χριστιανοί πρέπει να συγχωρούν τους διώκτες τους. Όμως ο ομιλητής προσπαθεί να μεταφέρει αυτή τη στάση και μέσα στην Εκκλησία. Ζητά από τους πιστούς να μένουν σιωπηλοί και παθητικοί. Θέλει να υπακούν τυφλά στις αποφάσεις και τα λάθη των επισκόπων. Αυτό όμως αλλοιώνει το αληθινό πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας. Άγιοι, όπως ο Μέγας Φώτιος, ο Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ήταν ανεξίκακοι στις προσωπικές τους προσβολές. Όταν όμως έβλεπαν αιρέσεις, λατινόφρονες ή συμβιβασμένους ποιμένες, δεν σιωπούσαν. Χρησιμοποιούσαν σκληρό και αυστηρό ελεγκτικό λόγο και τους κατήγγειλαν δημόσια για να προστατεύσουν την αλήθεια.

Γ. Ποιμαντική Προειδοποίηση για την Εκκλησιαστική Ενότητα και το Φαινόμενο της «Αποτειχίσεως»

Ο μητροπολίτης  επιτίθεται έντονα σε όσους σταματούν να μνημονεύουν τον επίσκοπο («αποτείχιση») και αμφισβητούν τη διοίκηση της Εκκλησίας.

Τι λέει το κήρυγμα:

Ο ομιλητής χαρακτηρίζει «προδότες της πίστεως» και «λύκους με προβιά προβάτου» όσους πάνε κόντρα σε Συνόδους, Πατριάρχες και Επισκόπους, λέγοντας ότι διαλύουν την ενότητα της Εκκλησίας ενόψει του τέλους του κόσμου.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Ωστόσο, η διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μάς δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, το σχίσμα και η διάσπαση δεν προέρχονται ποτέ από τους πιστούς που αμύνονται για την πίστη τους. Το προκαλούν οι ίδιοι οι επίσκοποι και οι ποιμένες όταν απομακρύνονται από την Ορθόδοξη Πίστη και αρχίζουν να διδάσκουν ανοιχτά την αίρεση.

Όταν η επίσημη διοίκηση της Εκκλησίας συμβιβάζεται με άλλες ομολογίες και παραβιάζει τους ιερούς κανόνες, το να σταματήσει κάποιος να έχει πνευματική κοινωνία μαζί της δεν σημαίνει ότι προκαλεί σχίσμα. Αντίθετα, είναι μια πράξη προστασίας και ιεράς αυτοάμυνας για να μείνει κάποιος πιστός στην Αλήθεια. Όταν γίνεται επίκληση της «αγάπης» και της «ενότητας» αλλά παραμερίζεται η ορθή πίστη, τότε η αγάπη χάνει το νόημά της και καταντάει απλός ανθρώπινος συμβιβασμός και αυταρχισμός της διοίκησης. Το παρόν κείμενο εξετάζει προσεκτικά τις θέσεις του Μητροπολίτη και τις αντιπαραβάλει με την αληθινή παράδοση της Εκκλησίας

 

 

Τι λέει το κήρυγμα: Η αποτείχιση παρουσιάζεται σαν μια «νέα αίρεση», παράλογη και ανόητη, με το επιχείρημα ότι δεν έχει την έγκριση κάποιας Συνόδου. Για να το αποδείξει αυτό, ο επίσκοπος φέρνει ως παράδειγμα έναν ιερέα στη Ζαγορά, τον οποίο έχει εγκαταλείψει η πρεσβυτέρα του  ισχυριζόμενος ότι διάβασε ένα κήρυγμα γεμάτο απιστία που είχε γράψει ένας κληρικός ο οποίος έχει καθαιρεθεί. Μάλιστα, για να πείσει το ποίμνιο, προχωρά σε προσωπικές επιθέσεις, απαξιώνοντας την προσωπική και οικογενειακή ζωή του συγκεκριμένου ιερέα και παρουσιάζοντάς τον ως ψυχικά διαλυμένο.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Όταν ένας επίσκοπος χρησιμοποιεί τα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα ενός ιερέα, όπως το ότι τον εγκατέλειψε η πρεσβυτέρα του, για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της Αποτείχισης, χρησιμοποιεί ένα τέχνασμα για να απομακρύνει την προσοχή από τη δογματική αλήθεια και να τη ρίξει στις ανθρώπινες αδυναμίες. Ωστόσο, σύμφωνα με την Πατερική παράδοση, η αλήθεια της πίστης δεν κρίνεται από τις προσωπικές δυσκολίες του καθενός, αλλά από τη συμφωνία του με το φρόνημα των Αγίων Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων. Το να παρουσιάζεται η φυγή της πρεσβυτέρας ως «απόδειξη πλάνης» είναι  λάθος, καθώς οι θλίψεις και η απομόνωση ήταν πάντα το τίμημα όσων υπερασπίστηκαν την ακρίβεια της πίστης, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Σύμφωνα με τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, όσοι αποτειχίζονται από επίσκοπο που κηρύσσει αίρεση δεν κάνουν σχίσμα, αλλά προστατεύουν την Εκκλησία, οπότε η ανάγνωση κειμένων από ομολογητές κληρικούς δεν είναι «απιστία», αλλά συνέπεια στον αγώνα κατά του Οικουμενισμού. Επομένως, οι ποινές και οι καθαιρέσεις που επιβάλλει η διοικούσα Εκκλησία σε όσους ελέγχουν την αίρεση είναι άκυρες ενώπιον του Θεού, και ο επίσκοπος χρησιμοποιεί την εξουσία του απλώς για να εκφοβίσει το ποίμνιο, εξισώνοντας αυθαίρετα την υπακοή προς το πρόσωπό του με την υπακοή στην ίδια την Εκκλησία.

 Αγιος Αβραμιος και Αγια Μαρια.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου