Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026


ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

του Δρ. Κωνσταντινου Σιαμακη






Ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τὶς γυναῖκες ὅσο κανένας ἄλλος στὴν πανανθρώπινη ἱστορία, καὶ οἱ γυναῖκες εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ὅσο ἀπὸ κανέναν ἄλλον. ὁ Χριστὸς τὴ γυναῖκα τὴ βρῆκε σ̉ ἐλεεινὴ κατάστασι, καὶ τὴν ἀποκατέστησε, τὴν ἀνύψωσε, δέχτηκε τὴ διακονία της, κι ἔδωσε καὶ στὴν ἐκκλησία τὴν ἐντολὴ νὰ δέχεται κι αὐτὴ τὴ διακονία της.
Στὴν εἰδωλολατρία καὶ στὸ ἰσλὰμ καὶ γενικὰ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἡ θέσι τῆς γυναικὸς εἶναι ἀξιολύπητη. ὁ Περικλῆς στὸν περιβόητο Ἐπιτάφιό του (πολιτικὸ καὶ καθεστωτικὸ μανιφέστο τῆς ‘’δημοκρατικῆς’’ Ἀθήνας τοῦ στρατηγοῦ αὐτοῦ) λέει ὅτι ἡ σωστὴ γυναίκα εἶναι ἐκείνη ποὺ εἶναι τόσο φυλακισμένη μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἀντρός της καὶ τόσο ἄγνωστη, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ κανέναν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἄντρα της, νὰ μὴν τὴ γνωρίζῃ κανεὶς ἐκτὸς ἀπ̉ αὐτόν, καὶ νὰ μὴν ἔχῃ γίνει ποτὲ λόγος γι̉ αὐτὴν ἀπὸ κανέναν (Θουκυδίδης 2, 45, 2). ὁ φιλόσοφος Σωκράτης, ποὺ εἶχε δύο γυναῖκες ταυτόχρονα στὸ ἴδιο σπίτι, τὴ Μυρτὼ καὶ τὴν Ξανθίππη, λέει ὅτι ἡ σωστὴ γυναίκα πρέπει νὰ μὴν ξέρῃ γραφὴ κι ἀνάγνωσι, καὶ νὰ εἶναι τόσο ἔγκλειστη στὸ σπίτι τοῦ ἀντρός της, ὥστε ἀπὸ τὸν ἔξω κόσμο νὰ ἔχῃ δῆ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα, νὰ ἔχῃ ἀκούσει γιὰ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα, καὶ νὰ ἔχῃ ῥωτήσει στὴ ζωή της ὅλη γιὰ ὅσο γίνεται ἐλάχιστα πράγματα (Ξενοφῶν, Οἰκονομικός 7, 5). ὁ Εὐριπίδης λέει ὅτι ἡ γυναίκα εἶναι ‘’τὸ πιὸ ἄθλιο φυτό’’ (Μήδεια, 230-231). κι ὁ Ἀριστοτέλης λέει ὅτι ἡ γυναίκα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωπος, ὅπως ὁ ἄντρας, διότι δὲν ἔχει ψυχή˙ ἔχει μόνο κάποια μόρια ψυχῆς —ἕνα μικροτσὶπς ἀπὸ ψυχή, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα—, γιὰ νὰ μπορῇ ν̉ ἀντιλαμβάνεται τὶς διαταγὲς τοῦ ἀντρός (Πολιτικά 1,13). ὁλόιδια εἶναι ἡ θέσι τῆς γυναικὸς κι ὁλόιδιες οἱ ἀντιλήψεις γι̉ αὐτὴν σ̉ ὅλους τοὺς μὴ Χριστιανικοὺς λαοὺς καὶ τὰ θρησκεύματα τῆς γῆς μέχρι σήμερα, ὅπου ἡ γυναίκα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ κατοικίδια τοῦ σπιτιοῦ ἢ τοῦ χαρεμιοῦ, καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι εὐχαριστημένη, ἂν ὁ ἄντρας τὴ θυμηθῇ κι ἀσχοληθῇ μ̉ αὐτὴ μία φορὰ τὸ χρόνο.
Ὁ Χριστὸς μόνο, ἀποκλειστικὰ ὁ Χριστός, ἔδωσε στὴ γυναῖκα τὸ προνόμιο νὰ ἔχῃ ὅλο τὸν ἄντρα δικό της, καὶ μόνο ἡ Χριστιανικὴ πίστι ἔχει στὴν ἠθική της αὐτὴ τὴν πατέντα. κι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ διαζύγιο δύσκολο μόνο γιὰ χάρι τῆς γυναικός. γι̉ αὐτὸ ἄλλωστε στὴ φύσι ἄντρες καὶ γυναῖκες εἶναι 50% - 50%.
Στὸν πρὸ Χριστοῦ Ἰσραὴλ τῆς Π. Διαθήκης ἡ γυναίκα ἔχει θέσι πολὺ καλλίτερη ἀπ̉ ὁποιαδήποτε ἄλλη κοινωνία ἀρχαία καὶ σημερινὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Χριστιανικὴ ἐκκλησία. στὸν Ἰσραὴλ ἡ γυναίκα δὲν εἶναι ἔγκλειστη, μιλάει ὅποτε πρέπει ὅπως ἡ Σαμαρεῖτις στὸ Χριστὸ ἢ οἱ δυὸ γυναῖκες ἐνώπιον τοῦ Σολομῶντος, ταξιδεύει καὶ μόνη της, ὅταν θέλῃ, ὅπως ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἐπισκέπτεται τὴν Ἐλισάβετ, μπορεῖ νὰ ἐρωτευτῇ τὸν ἄντρα τῆς ἐκλογῆς της ὅπως ἡ Ῥοὺθ καὶ ἡ κοπέλλα τοῦ ᾌσματος, μπορεῖ νὰ ὁρίσῃ ἡ ἴδια τὸν καιρὸ τοῦ γάμου της ἢ καὶ νὰ τὸν ἐπισπεύσῃ ὅπως ἡ Ῥεβέκκα, μπορεῖ νὰ ἔχῃ γνώμη γιὰ τὰ παιδιά της ὅπως ἡ μητέρα τοῦ Σαμουὴλ καὶ ἡ μητέρα τοῦ Σαμψών, καὶ πάρα πολλὲς φορὲς αὐτὴ ὀνομάζει τὰ παιδιά της ὅπως οἱ γυναῖκες τῶν πατριαρχῶν Ἀβραὰμ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, πράγματα ποὺ γιὰ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ γιὰ τὴ λοιπὴ εἰδωλολατρία μέχρι σήμερα καὶ γιὰ τὸ ἰσλὰμ εἶναι ὅλα ἀδιανόητα.
Ἀλλὰ εἶχε καὶ στὸν Ἰσραὴλ τρία μεγάλα μειονεκτήματα. α’) μοιραζόταν τὸν ἄντρα της μαζὶ μὲ ἄλλες γυναῖκες, ἀκόμη καὶ μὲ πολλές. ἀκόμη καὶ οἱ ἅγιοι ἄντρες, ὅπως ὁ Ἰακώβ, ὁ Γεδεών, ὁ Βοόζ, ὁ πατέρας τοῦ Σαμουήλ, ὁ Δαυΐδ, ὁ Ἐζεκίας, ὁ Ἰωσίας, εἶχαν πολλὲς ἢ καὶ πάρα πολλὲς γυναῖκες. ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἀναφέρει καιροὺς κατὰ τοὺς ὁποίους ὁ μέσος ὅρος γιὰ ὅλη τὴν κοινωνία ἦταν ἕνας ἄντρας καὶ ἑφτὰ γυναῖκες (Ἠσ 4, 1). β’) ἡ γυναίκα ἀντιμετώπιζε ἕνα διαζύγιο αὐτόματο, ἀναίτιο, ἰδιωτικό, καὶ ἀκαριαῖο. ὁ ἄντρας τὴν ἡμέρα ποὺ δὲν τοῦ ἄρεσε πιὰ ἡ γυναίκα του, εἶχε τὸ δικαίωμα, χωρὶς κανένα λόγο καὶ κανένα αἰτιολογικό, νὰ τῆς δώσῃ ἀποστάσιον, δηλαδὴ διαζύγιο ποὺ ἦταν ἕνα ἁπλὸ σημείωμά του τῆς στιγμῆς, χωρὶς καμμιὰ παρέμβασι ἢ ἔστω ἐνημέρωσι τῆς συναγωγῆς, τὸ ὁποῖο ἔγραφε˙ ‘’Ἐγὼ ὁ Τάδε ἀπ̉ αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία καὶ ὥρα τὴ γυναῖκα αὐτὴ δὲν τὴν ἔχω γυναῖκα, καὶ τὴ διώχνω ἀπὸ τὸ σπίτι μου, καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι γι̉ αὐτὴν καθόλου’’. καὶ κρατοῦσε κι ὅλα τὰ παιδιά, ἀκόμη καὶ τὸ νεογνὸ ποὺ θήλαζε, χωρὶς ἡ γυναίκα νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ξαναδῇ. ἤ, ἂν προτιμοῦσε, ἔδιωχνε μαζί της καὶ ὅλα τὰ παιδιὰ ποὺ εἶχε ἀπ̉ αὐτή. καὶ γ’) ἡ γυναίκα στὴ ζωὴ καὶ στὴ δρᾶσι τῆς συναγωγῆς δὲν ἔπαιζε κανέναν ἀπολύτως ῥόλο.

Τιμήθηκαν δύο ιστορικοί Μητροπολίτες της Λάρισας






 

Η εφημερίδα μας είναι υποχρεωμένη να επαναφέρει στη μνήμη των αναγνωστών της ένα κείμενο που είχε δημοσιευθεί πριν από πέντε χρόνια περίπου (φύλλο 292/Οκτώβριος 2021) εξ αιτίας τοποθετήσεως μίας πλάκας, από το μητροπολίτη Λαρίσης κ. Ιερώνυμο, σε μια “πανηγυρική” εκδήλωση που είχε προαναγγελθεί – διαφημιστεί και στην οποία παραβρέθηκαν “πλήθος” κόσμου – δέκα τρία άτομα (13) – των εκατόν ογδόντα χιλιάδων (180.000). (φώτ. σελ.20)   Αυτή τοποθετήθηκε δίπλα στον Άγιο Νεομάρτυρα της Εκκλησίας μας Αγ. Δαμιανό, τον οποίον οι Τούρκοι (14 Φεβρ. 1568) κατά διαταγή του Τούρκου Διοικητή, τον ξυλοκόπησαν άγρια και τον κρέμασαν σε ένα μεγάλο δένδρο που υπήρχε στο Ξυλοπάζαρο στις όχθες του Πηνειού ποταμού, στο σημείο που σήμερα είναι το έμβλημα της Λάρισας το άλογο και στη συνέχεια, ενώ ήταν ακόμα ζωντανός, τον έκαψαν και τη στάχτη την πέταξαν στα νερά του Πηνειού.

Η φετινή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε (Δευτέρα 11 Μαΐου) από το “Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών Θεσσαλίας” με τη συνεργασία της Ιεράς Μητρόπολης Λαρίσης και Τυρνάβου, για να “τιμήσουν” τους δύο ιστορικούς Μητροπολίτες, το Λαρίσης Αμβρόσιο Κασσάρα (1900-1910) και τον (στον οποίο θα αναφερθούμε) Πολύκαρπο Δαρδαίο (1811…(2)…1821) ενώ το πραγματικό του ήταν Μπιθικούκης που στα αλβανικά – ήταν Αλβανός στην καταγωγή – αποφεύγω να ερμηνεύσω τι σημαίνει! Τον μετονόμασαν όμως “Δαρδαίο” επειδή  καταγόταν από το χωριό Νταρντέ (Dardhe) κοντά στην ερημωμένη πόλη Βιθυκούκι της επαρχίας Κορυτσάς. Ο ιστορικός δάσκαλος και απόφοιτος της Μεγάλης Σχολής του Γένους Κων/νος Σκενδέρης στο σύγγραμμά του “Ιστορία της Αρχαίας και συγχρόνου Μοσχοπόλεως…” (Β΄ εκδ. 1928, σελ. 90) γράφει: «Σφάλλεται ο ιστορικός ούτος εκλαμβάνων τους κατοίκους Βιθυκουκίου βλάχικης καταγωγής, ενώ είναι αλβανικής». Το ίδιο αναφέρει ο Ν. Δραγούμης – Κ. Παπαρρηγόπουλος, στο περιοδικό “Πανδώρα” και ο Παν. Αραβαντινός στη “Χρονογραφία της Ηπείρου” κ.ά.

Σ’ αυτό και με  σύντομο ιστορικό θα αναφερθούμε σε μερικά από τα κατορθώματα της τότε Αρχιεπισκοπής Λάρισας που είχε υπό τη δικαιοδοσία της τις εννέα επισκοπές σε όλη την Θεσσαλία.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο νέος βιογράφος κ. Σταύρος Γουλούλης, δρ. Βυζαντινής Τέχνης και τ. προϊστάμενος Γενικών Αρχείων του Κράτους, ενώ αναφέρεται σε παλαιούς ιστορικούς, αποφεύγει να αναφερθεί όμως σε γεγονότα που καίνε, ή ακόμα και  σε αναφορές από μαρτυρίες πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου, όπως τη μεγάλη εκκλησιαστική μορφή της Επανάστασης, αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή του Άγγλου γιατρού Henry Holland, όπως τα περιγράφει ο Σιμόπουλος. Δεν αναφέρει τα Αρχεία Κουντουριωταίων. ή τη βιβλιογραφία “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ” ούτε τα επίμαχα σημεία που αναφέρει ο παπα-Σπύρος Ν. Ζέγκος και ούτε ακόμα και του Βολιώτη ιστορικού Γιάννη Κορδάτου και αρκετών ακόμα.

Ο Λαρισαίος βιογράφος  δρ. Βυζαντινής Τέχνης,τα γραφόμενά του τα στηρίζει στο μεγαλύτερο μέρος από περιγραφή του διάκου που είχε μαζί του ο Πολύκαρπος. Αυτά πόσο αντικειμενικά μπορεί να είναι; Όταν σήμερα εν μέσω Δημοκρατίας δεν τολμούν να έχουν αντίρρηση ή διαφορετική άποψη του δεσπότη, Αρχιμανδρίτες, ιερείς (οι διάκοι είναι παραπεταμένοι) τους τρώει η μαρμάγκα. Για να φανταστούμε τί γίνονταν τότε;

Επίσης ο κ. Γουλούλης στην τελευταία ανάρτηση στο περιοδικό “Αχιλλίου Πόλις” με τίτλο Ο ‘’ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ’’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ (19ος -20ος  ΑΙΩΝΑΣ), δέκα εννέα σελίδων (179-197), από τις 41 παραπομπές οι 22 (παραπάνω από τις μισές) είναι του ίδιου του κ. Σταύρου Γουλούλη που έχει γράψει κατά περιόδους στο περιοδικό της Μητρόπολης Λάρισας, “Αχιλλίου Πόλις”, δηλαδή “Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει”. Στις υπόλοιπες αναφέρεται:

α) στον Δικηγόρο Γεώργιο Β. Ντρογκούλη (ο οποίος εκοιμήθη το Μάιο 2021) και τον επικαλείται ο κ. Γουλούλης στις παραπομπές 9 φορές και από 18 διαφορετικές σελίδες από την εισήγησή του στο “Α΄ Ιστορικό – Αρχαιολογικό Συμπόσιο” με θέμα: «Οι συντεχνίες στη Λάρισα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», που πραγματοποιήθηκε από την Παρασκευή 26 έως την Κυριακή 28 Απριλίου 1985.  

β) Επίσης κάνει λόγο για το Λαρισαίο Μ. Παπαϊωάννου, δημοσιογράφο, κριτικό λογοτεχνίας (1912-1995) παρμένα και πάλι από τα πρακτικά του ίδιου συμποσίου, όπου αναφέρεται 9 φορές και σε 19 διαφορετικές σελίδες. Όλοι οι υπόλοιπο αναφερόμενοι (εκτός του παπα-Σπύρου Ζέγκου) είναι της εποχής μας ιστορικοί. Ενώ υπάρχουν αρκετοί  εκείνης περιόδου και ο δρ. Βυζαντινής Τέχνης έκανε άλμα επί κοντώ και τους προσπέρασε.

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΙΓΙΛΛΙΩΝ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ (Β)-ΤΟ ΝΟΘΟ ΣΙΓΙΛΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗ

 

  • ΜΕΡΟΣ Β

ΤΟ ΝΟΘΟ ΣΙΓΙΛΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗ

Το λεγόμενο «Νόθο Σιγίλλιο» (που συχνά παρουσιάζεται εσφαλμένα με τη χρονολογία 1583 ή 1848) αποτελεί ένα μεταγενέστερο, κατασκευασμένο κείμενο, το οποίο συντάχθηκε από τον μοναχό Ιάκωβο τον Νεοσκητιώτη (περί τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα) για να υποστηρίξει τον αγώνα κατά της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως.

Το κείμενο αυτό δανείστηκε τη δομή και τη γλώσσα παλαιότερων πατριαρχικών εγγράφων, αλλά προσέθεσε ακραίες, μισαλλόδοξες διατυπώσεις και βαριές αφοριστικές εκφράσεις κατά του Γρηγοριανού (Νέου) Ημερολογίου.

Το Πλαστό «Σιγγίλιον» (1583)

Τίτλος & Προοίμιο

Σιγγίλιον

Πατριαρχικῆς διατυπώσεως ἐγκυκλίου τῆς ἀπανταχοῦ ᾿Ορθοδόξοις Χριστιανοῖς εἰς τὸ μὴ παραδέχεσθαι τὸ νεώτερον Πασχάλιον ἢ καλενδάριον τοῦ καινοτομηθέντος μηνολογίου ἀλλ᾿ ἐμμένειν τοῖς ἅπαξ καὶ καλῶς διατυπωθεῖσι παρὰ τῖς ῾Αγίοις (318) τριακοσίοις δέκα ὀκτὼ Θεοφόραις Πατράσι τῆς ῾Αγ. Οἰκουμενικῆς πρώτης Συνόδου μετ᾿ ἐπιτιμίου καὶ ἀναθέματος.

Πᾶσι τοῖς ἐν Τριγοβύστι καὶ ἁπανταχοῦ Χριστιανικοῖς γνησίοις τέκνοις τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ᾿Ανατολικῆς χάρις εἴη καὶ εἰρήνη καὶ ἔλεος παρὰ Θεοῦ Παντοκράτορος.

Εισαγωγικό Κείμενο

Οὐ μικρά τε ζάλη τὴν παλαιὰν ἐκείνην Κιβωτὸν κατέλαβε, ὅτε σφοδρῶς κλυδωνιζομένη ἐφέρετο ἐπὶ τῶν ὑδάτων καὶ εἰ μὴ Κύριος ὁ Θεὸς μνησθεὶς τοῦ Νῶε εὐδοκήσειε κοπᾶσαι τὸ ὕδωρ, οὐδεμία ἐλπὶς σωτηρίας αὐτῇ ἧν. Οὕτω καὶ τὴν Νέαν Κιβωτὸν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Εκκλησίας, ἐπὶ ἄσπονδον πόλεμον οἱ κακόδοξοι ἤγειραν καθ᾿ ἡμῶν, κατὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τὸν παρόντα τόμον ἐγκαταλιπεῖν ἔγνωμεν, ὅπως τοῖς ἐν τούτῳ γεγραμμένοις ἔχετε κατὰ τῶν τοιούτων ἀσφαλεστέρως τὴν ὑμετέραν ὀρθοδοξίαν συνηγορεῖν. ᾿Αλλ᾿ ἵνα μὴ τοῖς ἁπλουστέροις φορτηκὸν εἴη τὸ σύγγραμμα, ἁπλῇ διαλέκτῳ πᾶσαν ὑμῖν τὴν ὑπόθεσιν καταρτῆσαι ἔγνωμεν, ἥτις ἔχει οὑτωσί.

Εἰς ἁπλῆν διάλεκτον

᾿Απὸ τὴν Παλαιὰν Ρώμην ἤλθασι τινές, ὁποῦ ἔμαθον ἐκεῖ νὰ λατινοφρονοῦσι· καὶ τὸ κακὸν εἶναι πῶς ἀπὸ Ρωμαῖοι τῆς Ρούμελης γεννήματα καὶ θρέμματα ὄντες, ὄχι μόνον ἤλλαξαν τὴν πίστιν τους, ἀλλὰ καὶ πολεμοῦσι τὰ ᾿Ορθόδοξα δόγματα καὶ ἀληθινὰ τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας ὅπου μᾶς ἐπαρέδωκεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς καὶ οἱ θεῖοι ᾿Απόστολοι, καὶ αἱ ἅγιαι Σύνοδοι τῶν ῾Αγίων Πατέρων. ῞Οθεν τούτους ὡς σεσηπότα μέλη ἀποκόπτοντες ὁρίζομεν:

  • Α΄) ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ καρδίᾳ καὶ στόματι ὅτι εἶνε τέκνον τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας ᾿Ορθοδόξως βαπτισμένος, καὶ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνον, οὐσιωδῶς καὶ ὑποστατικῶς, καθὼς λέγει ὁ Χριστὸς εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, χρονικῶς δὲ ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ὁ τοιοῦτος ἂς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας καὶ ἔστω ἀναθεματισμένος.
  • Β΄) ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ ὅτι εἰς τὸ Μυστήριον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας πρέπει καὶ οἱ Κοσμικοὶ νὰ μεταλαμβάνουν καὶ ἀπὸ τὰ δύο εἴδη τοῦ Σώματος τοῦ Τιμίου καὶ Αἵματος, ἀμὴ λέγουν πῶς μόνον ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ ἀρκεῖ μόνον νὰ μεταλάβῃ τὴν Σάρκα, ὅτι εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸ Αἷμα, εἰς καιρὸν ὅπου ὁ Χριστὸς εἶπε, καὶ ἔδωκε ξεχωριστὰ κάθε ἕνα, καὶ αὐτοὶ δὲν τὰ φυλάττουν, οἱ τοιοῦτοι ἔστωσαν ἀναθεματισμένοι.
  • Γ΄) ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον εἶχεν ἄζυμον (λειψὸν) καθὼς οἱ ῾Εβραῖοι, καὶ ὄχι ἄρτον εὔζυμον, ἤγουν ψωμὶ ἀναβατόν, ἂς ἦγε μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἔστω εἰς τὸ ἀνάθεμα ὡς ᾿Ιουδαϊκὰ φρονῶν καὶ τὰ τοῦ ᾿Απολιναρίου, καὶ τῶν ᾿Αρμενίων δόγματα προσφέρων εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, διὰ τοῦτο καὶ ἐκ δευτέρου ἂς ἔχει τὸ ἀνάθεμα.
  • Δ΄) ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν, ὅταν ἔλθῃ νὰ κρίνῃ, δὲν ἔρχεται νὰ κρίνῃ ψυχὰς ὁμοῦ καὶ σώματα, ἀμὴ ἔρχεται διὰ νὰ ἀποφασίσῃ μόνον τὰ σώματα, ἀνάθεμα ἔστω εἰς αὐτόν.
  • Ε΄) ῞Οποιος λέγει πῶς καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν Χριστιανῶν ὅπου ἐμετανόησαν εἰς τὸν κόσμον, ἀφὴ δὲν ἔκαμαν τὸν κανόνα τους, πηγαίνουν εἰς τὸ καθαρτήριον πῦρ ὅταν ἀποθάνουν, ὅπου εἶναι φωτιὰ καὶ κόλασις καὶ καθαρίζονται, τὸ ὁποῖον εἶνε μῦθος ἑλληνικὸς καὶ φρονοῦν πῶς δὲν εἶναι κόλασις αἰώνιος ὡς ὁ ᾿Ωριγένης καὶ δίδουν ἀφορμὴν μὲ αὐτὸ ἐλευθερίας εἰς τὸ νὰ ἁμαρτάνουν, ἀνάθεμα ἔστω.
  • ΣΤ΄) ῞Οποιος λέγει πῶς ὁ Πάπας εἶνε κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ οὐχὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὅτι ἔχει ᾿Εξουσίαν νὰ ἐμβάζῃ εἰς τὸν Παράδεισον μὲ τὰ γραμματά του, καὶ συγχωρεῖ καὶ τὰ ὅσα ἁμαρτήματα ἔχει νὰ πράξῃ· ὅποιος μὲ χρήματα λάβῃ ἀπὸ αὐτὸν ἰνδουλγειεντζιῶνα (συγχωροχάρτι), ἀνάθεμα ἐχέτω ὁ τοιοῦτος.
  • Ζ΄) ῞Οποιος δὲν ἀκολουθεῖ τὰ ἔθιμα τῆς ᾿Εκκλησίας καθὼς αἱ ῾Επτὰ ῞Αγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἐθέσπισαν καὶ τὸ ῞Αγιον Πάσχα, καὶ τὸ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ καλῶς ἐνομοθέτησαν νὰ ἀκολουθῶμεν, καὶ θέλει νὰ ἀκολουθᾶ τὸ νεοφεύρετον Πασχάλιον καὶ ΝΕΟΝ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ τῶν ἀθέων ᾿Αστρονόμων τοῦ Πάπα, καὶ ἐναντιώνεται εἰς αὐτὰ ὅλα, καὶ θέλει νὰ ἀνατρέψῃ καὶ νὰ χαλάσῃ τὰ πατροπαράδοτα δόγματα καὶ ἔθιμα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἂς ἔχῃ τὸ ἀνάθεμα καὶ ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς τῶν Πιστῶν ῾Ομηγύρεως ἂς ἦνε.
  • Η΄) ᾿Εσεῖς δὲ οἱ Εὐσεβεῖς καὶ ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοὶ μένετε ἐν οἷς ἐμάθατε καὶ ἐγεννήθητε, ἀνετράφητε καὶ ὅταν τὸ καλέσῃ ὁ καιρὸς καὶ ἡ χρεία αὐτὸ τὸ αἷμα σας νὰ χύνεται διὰ νὰ φυλάξετε τὴν Πατροπαράδοτον Πίστιν καὶ ὁμολογίαν σας· καὶ φυλάγεσθε ἀπὸ τῶν τοιούτων καὶ προσέχετε, ἵνα καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς σᾶς βοηθᾶ ἅμα καὶ ἡ εὐχὴ τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν, ἀμήν.

Χρονολογία & Υπογραφές

῎Ετους ἀπὸ Θεανθρώπου αφπγ΄ (1583), ᾿Ινδιτιῶνος ιβ΄, Νοεμβρίῳ Κ΄.

  • Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας
  • Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος
  • Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος

Καὶ οἱ λοιπο᾿Αρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες.

 

Πηγή. Γρηγορίου Ευστρατιάδου, Η πραγματική αλήθεια περί του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου, σελ. 119-122, Αθήναι 1929. • Το κείμενο δημοσιεύεται ακριβώς ως έχει, τ.έ. με όλα τα τυπογραφικά και συντακτικά λάθη

Το Κείμενο του Νόθου Σιγιλλίου  στη Δημοτική.

Τίτλος & Προοίμιο

Σιγίλλιο

Πατριαρχική διακήρυξη και εγκύκλιος προς τους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς, με σκοπό να μην αποδεχθούν το νεότερο Πασχάλιο ή Ημερολόγιο του καινοτόμου μηνολογίου, αλλά να εμμένουν σε όσα μία για πάντα και καλώς ορίστηκαν από τους Αγίους (318) Τριακοσίους Δέκα και Οκτώ Θεοφόρους Πατέρες της Αγίας Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, επί ποινή επιτιμίου και αναθέματος.

Προς όλα τα γνήσια τέκνα της Αγίας του Χριστού Καθολικής και Αποστολικής Ανατολικής Εκκλησίας, που βρίσκονται στο Τεργκόβιστε [Τριγοβύστι] και παντού, είθε να υπάρχει χάρη, ειρήνη και έλεος από τον Παντοκράτορα Θεό.

Εισαγωγικό Κείμενο

Δεν ήταν μικρή η τρικυμία που κατέλαβε εκείνη την παλαιά Κιβωτό, όταν κλυδωνιζόταν σφοδρά πάνω στα κύματα· και αν ο Κύριος ο Θεός δεν θυμόταν τον Νώε ώστε να ευδοκήσει να κοπάσει το νερό, δεν θα υπήρχε καμία ελπίδα σωτηρίας για αυτήν. Έτσι και για τη Νέα Κιβωτό της Εκκλησίας μας, οι κακόδοξοι ξεσήκωσαν αμείλικτο πόλεμο εναντίον μας. Γι' αυτό κι εμείς αποφασίσαμε να αφήσουμε αυτόν τον παρόντα τόμο (έγγραφο), ώστε με όσα είναι γραμμένα σε αυτόν να έχετε τη δυνατότητα να υπερασπίζεστε με μεγαλύτερη ασφάλεια την ορθοδοξία σας απέναντι σε τέτοιους ανθρώπους. Όμως, για να μην είναι το σύγγραμμα αυτό δυσνόητο ή βαρύ στους πιο απλούς ανθρώπους, αποφασίσαμε να σας εκθέσουμε όλη την υπόθεση σε απλή γλώσσα, η οποία έχει ως εξής:

Σε απλή γλώσσα

Από την Παλαιά Ρώμη ήρθαν μερικοί, οι οποίοι έμαθαν εκεί να φρονούν τα λατινικά (παπικά) δόγματα. Και το κακό είναι ότι, ενώ είναι Ρωμαίοι (Γραικοί/Έλληνες) γεννημένοι και αναθρεμμένοι στη Ρούμελη, όχι μόνο άλλαξαν την πίστη τους, αλλά πολεμούν και τα Ορθόδοξα και αληθινά δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας, τα οποία μας παρέδωσε ο ίδιος ο Χριστός, οι θείοι Απόστολοι και οι άγιες Σύνοδοι των Αγίων Πατέρων. Γι' αυτό, αποκόπτοντας αυτούς ως σαπισμένα μέλη, ορίζουμε:

  • Α΄) Όποιος δεν ομολογεί με την καρδιά και το στόμα ότι είναι τέκνο της Ανατολικής Εκκλησίας, Ορθόδοξα βαπτισμένος, και ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, ουσιαστικά και υποστατικά (όπως λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο), ενώ αποστέλλεται χρονικά από τον Πατέρα και τον Υιό, ο τέτοιος ας είναι έξω από την Εκκλησία μας και ας είναι αναθεματισμένος.
  • Β΄) Όποιος δεν ομολογεί ότι στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας πρέπει και οι λαϊκοί να μεταλαμβάνουν και από τα δύο είδη (και το Σώμα και το Αίμα του Τιμίου Χριστού), αλλά ισχυρίζονται πως αρκεί να μεταλάβουν μόνο το Σώμα γιατί εκεί βρίσκεται και το Αίμα —τη στιγμή που ο Χριστός είπε και έδωσε το καθένα ξεχωριστά κι αυτοί δεν το τηρούν— οι τέτοιοι ας είναι αναθεματισμένοι.
  • Γ΄) Όποιος λέει ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είχε άζυμο ψωμί (λειψό), όπως οι Εβραίοι, και όχι άρτο ένζυμο (δηλαδή ψωμί φουσκωτό/με προζύμι), ας είναι μακριά από εμάς και ας είναι αναθεματισμένος ως ιουδαϊκόφρων που εισάγει στην Εκκλησία μας τα δόγματα του Απολιναρίου και των Αρμενίων· γι' αυτό και για δεύτερη φορά ας είναι αναθεματισμένος.
  • Δ΄) Όποιος λέει ότι ο Χριστός και Θεός μας, όταν έρθει να κρίνει, δεν έρχεται να κρίνει ταυτόχρονα ψυχές και σώματα, αλλά έρχεται για να αποφασίσει μόνο για τα σώματα, ας είναι αναθεματισμένος.
  • Ε΄) Όποιος λέει ότι οι ψυχές των Χριστιανών που μετανόησαν στον κόσμο αλλά δεν πρόλαβαν να κάνουν τον κανόνα (την επιτίμησή) τους, πηγαίνουν όταν πεθάνουν στο καθαρτήριο πυρ (όπου υπάρχει φωτιά και κόλαση και καθαρίζονται) —πράγμα που είναι ελληνικός (παγανιστικός) μύθος— και φρονούν όπως ο Ωριγένης ότι δεν υπάρχει αιώνια κόλαση, δίνοντας έτσι αφορμή και ελευθερία στο να αμαρτάνουν, ας είναι αναθεματισμένος.
  • ΣΤ΄) Όποιος λέει ότι ο Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και όχι ο Χριστός, και ότι έχει την εξουσία να βάζει στον Παράδεισο με τα έγγραφά του, συγχωρώντας όσες αμαρτίες πρόκειται κανείς να πράξει, και όποιος παίρνει από αυτόν με χρήματα ινδουλγέντζια (συγχωροχάρτι), ο τέτοιος ας είναι αναθεματισμένος.
  • Ζ΄) Όποιος δεν ακολουθεί τα έθιμα της Εκκλησίας, όπως τα θέσπισαν οι Επτά Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι και το Άγιο Πάσχα, και το ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ που καλώς νομοθέτησαν να ακολουθούμε, αλλά θέλει να ακολουθεί το νεοφεύρετο Πασχάλιο και ΝΕΟ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ των αθέων Αστρονόμων του Πάπα, και εναντιώνεται σε όλα αυτά και θέλει να ανατρέψει και να χαλάσει τα πατροπαράδοτα δόγματα και έθιμα της Εκκλησίας, ας είναι αναθεματισμένος και ας είναι έξω από την Εκκλησία του Χριστού και τη Σύναξη των Πιστών.
  • Η΄) Εσείς δε, οι Ευσεβείς και Ορθόδοξοι Χριστιανοί, να μένετε σε αυτά που μάθατε, γεννηθήκατε και ανατραφήκατε· κι αν το καλέσει ο καιρός και η ανάγκη, να χυθεί ακόμα και το ίδιο το αίμα σας για να φυλάξετε την Πατροπαράδοτη Πίστη και ομολογία σας. Να προφυλάσσεστε από τέτοιους ανθρώπους και να προσέχετε, ώστε και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να σας βοηθά, και η ευχή της μετριότητάς μας ας είναι μαζί με όλους εσάς, αμήν.

Χρονολογία & Υπογραφές

Έτους από τη Θεανθρώπηση 1583 (αφπγ΄), Ινδικτιώνος 12ης, Νοεμβρίου 20.

  • † Ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας
  • † Ο Αλεξανδρείας Σίλβεστρος
  • † Ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος

Και οι λοιποί Αρχιερείς της Συνόδου που ήταν παρόντες.

 

 

Γιατί θεωρείται αποδεδειγμένα Νόθο

  • Η γλώσσα περιέχει συνδυασμό εκκλησιαστικής καθαρεύουσας με μεταγενέστερες ιδιωματικές εκφράσεις του 19ου αιώνα, παντελώς ξένες προς τα πατριαρχικά σιγίλλια του 16ου αιώνα (1583).
  • Δεν υπάρχει κανένα πρωτότυπο χειρόγραφο ή επίσημη πατριαρχική καταγραφή στους κώδικες του Οικουμενικού Πατριαρχείου που να περιέχει αυτό το κείμενο.
  • Ο ίδιος ο μοναχός Ιάκωβος ο Νεοσκητιώτης αργότερα αναγνωρίστηκε ως ο συντάκτης/παραποιητής του κειμένου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε λαϊκά φυλλάδια στα τέλη του 19ου αιώνα.
  • Το κείμενο είναι του Λουκάρεως (1616), όχι της Συνόδου του 1583. Το περιεχόμενο είναι άσχετο με το Ημερολογιακό Ζήτημα. Εκεί υπάρχουν 6 αναθέματα για παπικές διδασκαλίες. Στο «Σιγγίλιο» προστέθηκε έβδομο ανάθεμα για όσους ακολουθούν το νέο Πασχάλιο και το «ΝΕΟΝ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ των αθέων Αστρονόμων του Πάπα»

·         Η άποψη ότι το κείμενο βασίζεται σε χειρόγραφο Κώδικα του Σινά, από τον οποίο εκδόθηκε το «Σιγγίλιον» στη Ρουμανία από τον Αρχιμανδρίτη Ουσπένσκι (1850), δεν τεκμηριώνεται. Ο Πορφύριος δημοσίευσε μόνο τον «Τόμο Αλεξάνδρινον» του Μελετίου Πηγά.

 

ΠΟΙΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ ΣΤΑ ΝΟΘΑ ΣΙΓΙΛΛΙΑ

Α.Η πλαστογράφηση της Συνόδου του 1583.

Στις περισσότερες εκδόσεις του νόθου κειμένου, ο συντάκτης προσέθεσε ψευδώς τις υπογραφές των Πατριαρχών του 1583, ώστε να δώσει στο κείμενο την ψευδαίσθηση ότι προέρχεται από την ιστορική αυτή Σύνοδο:

  • Ιερεμίας Κωνσταντινουπόλεως
  • Σίλβεστρος Αλεξανδρείας
  • Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

 

Β. Η σύγχυση με το 1848.

Όταν το κείμενο συνδέθηκε εσφαλμένα με την Εγκύκλιο του 1848, ορισμένοι υποστήριξαν ότι φέρει τις υπογραφές των τότε Πατριαρχών. Στην πραγματικότητα, η αυθεντική Εγκύκλιος του 1848 υπεγράφη από:

  • Άνθιμο ΣΤ΄ — Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
  • Ιερόθεο — Πατριάρχη Αλεξανδρείας
  •  Μεθόδιο — Πατριάρχη Αντιοχείας
  • Κύριλλο — Πατριάρχη Ιεροσολύμων

Η Παλαιογραφική Απόδειξη της Πλαστογραφίας

Η παλαιογραφική απόδειξη της πλαστογραφίας αποκαλύπτεται μέσα από τα επίσημα Πατριαρχικά Αρχεία (Κώδικες), όπου φυλάσσονται τα αυθεντικά έγγραφα του 1583 και του 1848 με τις πραγματικές υπογραφές των Ιεραρχών. Αντίθετα, το νόθο κείμενο με τους ακραίους αφορισμούς δεν υπάρχει σε κανέναν απολύτως πατριαρχικό κώδικα. Για να εξαπατήσει τους πιστούς της εποχής του και να παρουσιάσει τις δικές του μισαλλόδοξες απόψεις ως «αρχαίο αφορισμό», ο συντάκτης του πλαστού κειμένου, Ιάκωβος ο Νεοσκητιώτης, πήρε την αυθεντική κατακλείδα (το τέλος δηλαδή με τις υπογραφές των Πατριαρχών του 1583) από ένα πραγματικό συνοδικό έγγραφο και την επικόλλησε κάτω από το δικό του, παραποιημένο κείμενο.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, λόγιοι Αγιορείτες μοναχοί και ιστορικοί —όπως ο μοναχός Ευλόγιος Κουρίλας— εξέτασαν τα φυλλάδια του Ιακώβου και απέδειξαν παλαιογραφικά ότι επρόκειτο για μια συρραφή φράσεων από παλαιά αφοριστικά έγγραφα, εμπλουτισμένη με δικές του προσθήκες. Παράλληλα, το κείμενο παρουσιάζει την αλλαγή του ημερολογίου ως «ήδη συντελεσμένη» εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πράγμα ιστορικά αδύνατο, καθώς το 1583 ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ είχε μόλις εισάγει το Γρηγοριανό ημερολόγιο στη Δύση (1582) και καμία Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διανοείτο να το εφαρμόσει τότε. Τέλος, αν το κείμενο θεωρηθεί ότι συντάχθηκε ή εκδόθηκε το 1848, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, τότε η αναγραφή των ονομάτων των Πατριαρχών του 1583 (Ιερεμία, Σιλβέστρου, Σωφρονίου) αποτελεί τεράστιο αναχρονισμό, αφού τα πρόσωπα αυτά είχαν πεθάνει σχεδόν 250 χρόνια πριν. Το 1848, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Άνθιμος ΣΤ΄, ο οποίος υπέγραψε την πραγματική και αυθεντική «Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής» — ένα κείμενο που δεν περιέχει απολύτως κανέναν αφορισμό για το ημερολόγιο.

ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΣΤΗΝ ΔΩΔΕΚΑΒΙΒΛΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΙΓΙΛΛΙΑ

Τι καταγράφει ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλο

  1. Η Σύνοδος του 1583:

Ο Δοσίθεος αναφέρει ότι το 1583 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Σύνοδος υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό, με τη συμμετοχή και του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σιλβέστρου. Η Σύνοδος αυτή εξέτασε την πρόταση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ για την αποδοχή του νέου (Γρηγοριανού) Ημερολογίου.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΙΓΙΛΛΙΩΝ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ (Α)

 


Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α-

Τα «Σιγίλλια για το Πασχάλιο» (ή Σιγίλλια κατά του Νέου Ημερολογίου σύμφωνα με ορισμένους ΓΟΧ)) αναφέρονται στις πατριαρχικές αποφάσεις και συνοδικά έγγραφα που εκδόθηκαν στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα (κυρίως το 1583, το 1587 και το 1593), με σκοπό την απόρριψη της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ (Γρηγοριανό Ημερολόγιο).

Η αλλαγή αυτή επηρέαζε άμεσα τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα (Πασχάλιο).

1. Το Ιστορικό Πλαίσιο (1582)

Το 1582, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ εισήγαγε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο για να διορθώσει το σφάλμα υπολογισμού του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Η αλλαγή αυτή άλλαζε και τον τρόπο υπολογισμού του Πάσχα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέδρασε, θεωρώντας ότι η μονομερής αυτή αλλαγή από τη Ρώμη:

  1. Παραβίαζε τους κανόνες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (325 μ.Χ.), οι οποίοι όριζαν τον κοινό εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, πάντοτε όμως μετά το εβραϊκό Πάσχα.
  2. Απειλούσε τη λειτουργική ενότητα του χριστιανικού κόσμου.

2. Τα Πανορθόδοξα Συνέδρια & τα Γνήσια Σιγίλλια/Τόμοι

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, σε συνεργασία με άλλους Πατριάρχες της Ανατολής (όπως τον Αλεξανδρείας Σίλβεστρο), συγκάλεσε συνόδους στην Κωνσταντινούπολη:

  • Σύνοδος του 1583: Εκδόθηκε συνοδική απόφαση (Τόμος) που απέρριπτε την παπική καινοτομία στο ημερολόγιο και το Πασχάλιο, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εμμένει στο Ιουλιανό Πασχάλιο.
  • Σύνοδος του 1593: Επιβεβαίωσε εκ νέου την απόφαση, ορίζοντας ότι όποιος αποδέχεται το ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ  εορτολόγιο  και το παπικό Πασχάλιο τίθεται εκτός της Ορθόδοξης παράδοσης.

3. Το «Ψευδο-Σιγίλλιο» του 1583 (Το λεγόμενο «Ανάθεμα»)

Στη νεότερη εκκλησιαστική ιστορία, ιδιαίτερα κατά τις διαμάχες για το ημερολογιακό ζήτημα τον 20ό αιώνα, κυκλοφόρησε ευρύτατα ένα κείμενο γνωστό ως «Σιγίλλιο του 1583», το οποίο περιείχε σειρά από αναθεματισμούς:  Η σύγχρονη ιστορική και θεολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι το συγκεκριμένο λαϊκότροπο κείμενο με τα αναθέματα δεν είναι το γνήσιο έγγραφο του 1583, αλλά μεταγενέστερη κατασκευή (πλαστογραφία) που συντάχθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα (περί το 1858) από τον μοναχό Ιάκωβο της Νέας Σκήτης στο Άγιον Όρος. Ενώ η Σύνοδος του 1583 πράγματι απέρριψε τη μεταρρύθμιση του Πασχαλίου, το αυθεντικό συνοδικό κείμενο είχε επίσημο και κανονικό χαρακτήρα, χωρίς τις ακραίες εκφράσεις και τα αναθέματα του μεταγενέστερου «Ψευδο-Σιγιλλίου».

Η μελέτη των κειμένων αυτών παρουσιάζει τόσο θεολογικό όσο και έντονο παλαιογραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Στον δημόσιο και εκκλησιαστικό διάλογο διασταυρώνονται συχνά δύο διαφορετικές προσεγγίσεις:

  • Η θεολογική και κανονική θεώρηση, που εστιάζει στη διαφύλαξη των όρων της Α΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325 μ.Χ.) για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα και στην απόρριψη κάθε μονομερούς δυτικής παρέμβασης στην ανατολική εκκλησιαστική τάξη.
  • Η ιστορικοκριτική και παλαιογραφική έρευνα, η οποία εξετάζει τα αυθεντικά χειρόγραφα (όπως αυτά που θησαυρίζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, κώδικες 2346 και 2347) για να διακριβώσει την ακριβή διατύπωση των κειμένων, διαχωρίζοντας τα αυθεντικά πρωτότυπα του Μελετίου Πηγά και του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ από μεταγενέστερες διασκευές ή προσθήκες. (περισσότερα στην συνέχεια).

ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΙΓΙΛΛΙΟΥ του 1583

(Χειρόγραφα Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης-Αρ. 2346-2347)

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Ο Ιερεμίας συγκάλεσε Σύνοδο το 1583, στην οποία συμμετείχε και ο Σιλβέστρος Αλεξανδρείας. Εξέδωσαν Τόμο κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου. Ο Μελέτιος Πηγάς (1549-1601, ως Πρωτοσύγκελλος) έγραψε μια ειδική μελέτη, ονομάζοντάς την «ἕτερον Τόμον Ἀλεξάνδρινον».

 

+Ἱερεμίας ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κων/πλεως νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης,

 

+Σίλβεστρος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καί πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καί κριτής τῆς Οἰκουμένης.

 

Ἐνδοξότατε, ἐκλαμπρότατε, εὐσεβέστατε καί ὀρθοδοξότατε αὐθέντα καί δέσποτα Ὀστροβίας, ἀρχηγέ Λιτβανίας καί Κιοβίας καί κριτά Βλαδιμηρίας, καί οἱ λοιποί ὀρθοδοξότατοι καί εὐσεβέστατοι δεσπόται καί ἄρχοντες πάσης τῆς μικρᾶς Ρωσίας, υἱοί κατά πνεῦμα ἀγαπητοί τῆς ἡμῶν μετριότητος χάριν, ἔλεος, εἰρήνην, εὐλογίαν, ῥῶσιν, ψυχῆς τε καί σώματος, καί πᾶν εἴ τι ἄλλον ἀγαθόν καί σωτήριον παρά Θεοῦ Πατρός καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῆναι τῇ δεσποτικῇ ὑμῶν καί παντί τῷ ὑφ' ὑμῶν χριστωνύμῳ πληρώματι εὐχόμεθα.

 

Ἔφθασε καί εἰς τάς ἀκοάς τῆς ἡμῶν μετριότητος καί πάσης τῆς περί αὐτήν ἱερᾶς τῶν ἀρχιερέων συνόδου, ὅτι καί ἡ αὐτόθι τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἡ τῇ αὐτοῦ προνοίᾳ καί χάριτι, μέχρι τοῦ νῦν διατηρουμένη ἀκύμαντος καί ἀστασίαστος, στάσεως οὐ μικρᾶς πρό ὀλίγου καί ταραχώδει συνεταράχθη συγχύσει. Τό δ' αἴτιον, ὅτι καί πάλιν ἡ ἐκκλησία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, ὥστε ταῖς παραλόγοις καί ἀθέσμοις καινοτομίαις χαίρουσα, τοῖς περί αὐτήν ἀστρονόμοις ἀπερισκέπτως συνήνεσε, καί προφανῶς συγκεχώρηκεν. Ὡσάν τό μέν ἐπικρατῆσαν πασχάλιον τῶν χριστιανῶν εἰς οὐδέν λογισθείη ὡς σφαλερόν καί ἀβέβαιον, (ὅπερ μετά τῶν ἁγίων ἀπό τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καί μέχρι τοῦ νῦν οἵ τε τῆς Νέας Ρώμης τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπήκοοι καί οἱ τῆς παλαιᾶς Ρώμης ἔστερξαν τε ἐκράτησαν, ὡς καρδίας θεωρηθέν καί παρ' ἁγίων καί θεοσόφων ἀνδρῶν τυπωθέν ἄριστα, εἰς κανόνιον θαυμάσιον), ἀντισαχθείη δέ παρ’ αὐτῶν ἄλλο νέον, ὡς αὐτοῖς δοκῇ, οὕτω πως βέλτιον. Οὗ δή γενομένου, τάς μέν ἑορτασίμους ἡμέρας συνέβη πάσας ἀνατραπῆναι, μάλιστα δέ τήν σεβασμίαν τε καί σωτήριον ἡμέραν τοῦ ἱεροῦ Πάσχα, ἡμᾶς δέ τούς εὐσεβεῖς καί Ὀρθοδόξους συγχύσεσι περιπεσεῖν καί ἀθυμίαις. Τοιγαροῦν, ἡ μετριότης ἡμῶν, χρέος ἔχουσα ἀπαραίτητον, τό ἐς ἀεί προνοῆσθαι καί ὑμῶν, ὡς λόγον τῷ Θεῷ ἀποδοσουσαν, διάσκεψαμένη συνοδικῶς, παρόντος καί τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας τοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ, γράφοντος πρός ὑμᾶς καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὑφηγεῖται καί διατάττεται:

να γινώσκητε καί μολογτε, μηδέν νεχόμενοι, ς οκ στιν σύστατον τό παρ' μν παλαιόν Πασχάλιον  καί ορτολόγιον λλά καί κόλουθον τος ρισθεσι παρά τν ν Νικαί γίων νδρν, καί κριβς ξετασθέν παρά θεοσόφων γίων νδρν, σκεμμένων τε καί πιστημόνων, τος εσεβέσι κδέδοται τυπωθέν· καί οδέποτε θετηθέντος, ς εί διαμέν φιλάττον τήν τάξιν ν λαχεν, τεσσάρων γάρ ντων τν το Πάσχα διορισμν, ς ν ατ τ κανονί πλατύτερον γνώσεσθε, μετ' πιμελείας ατό σκεπτόμενοι.

Ὁ πρῶτος (ὅρος) ἐντέλεται, ὅτι δεῖ μετά ἰσημερίαν ἐαρινήν τό Πάσχα ἐπιτελεῖν, ὁ δεύτερος (ὅρος), ὅτι οὐ τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς ἰουδαϊκῆς τελετῆς, ὁ τρίτος, ὅτι οὐ αὐτήν μετά ἰσημερίαν (μόνον) ἀλλά τήν πρώτην μετά ἰσημερίαν πανσέληνον, ὁ δέ γε τέταρτος, ὅτι καί τῇ μετά τήν ἰσημερίαν πανσέληνον .... τῆς ἑβδομάδος πρώτῃ (ἡμέρᾳ Κυριακῇ).

Ὅθεν ὅλως μηδείς νομισάτω, ὅτι διέλαθε τῶν παναρίστων ἐκείνων Πατέρων καί διδασκάλων ἡμῶν τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τοῖς νῦν ἀστρονόμοις τύχῃ βελτίονος διορθώσεως. Καί γάρ ἐκεῖνοι διά τῷ καλούς καί ἐπιστήμονας εἰδέναι ταῦτα, ὡς πάσης σοφίας καί μαθηματικῆς ἐπιστήμης ἔμπλεοι, καί βίον ἔσχον θεόληπτον καί ἀνθρώπινον καί τήν ἀρετήν δίκην ἡλίου διαλάμπουσαν, καί τόν τῆς ψυχῆς αὐτῶν ὀφθαλμόν ἐπιφωτίζουσαν.

Τούτων οὖν οὕτως ἐχόντων καί καλῶς παρά τῶν ἁγίων θεωρηθέντων καί τεθέντων, ὄντως ὑπέρ τοῦ δέοντος καί τῆς ἀληθείας ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός παρά τῶν ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς 'Ρώμης, ἀρξαμένοις διακρῖναι ἀπό τῆς μετά Νίκαιαν γενομένης (καθάπερ εἴρηται διασκέψεως, καί τοῦτο γάρ πρός τοῖς ἄλλοις ἡ παλαιά 'Ρώμη κατετόλμησε τήν ἀφαίρεσιν τῶν δέκα ἡμερῶν ποιήσασα, ἤ μᾶλλον ἀπό τήν μετά σκέψεως πνευματεμφόρου ἀποφανθείσης ἀσφαλοῦς τάξεως σύγχυσιν, ἐν ἑαυτῷ περιέχει τήν ἀνατροπήν, ἀναλογιζόμενόν τε καί ἀναθεωρούμενον.

Εἰ γάρ δι' ὅλων 1134 ἐν δέκα αὐτῶν, νυχθήμερον ἕν πλῆρες συνάγεται, ὥς δοκεῖ τι οὐδέν αὐτῶν, εὔδηλον πάντως, ὅτι ἀπό τῆς πρώτης συνόδου μέχρι τοῦ νῦν ὄντων ἐτῶν 1265, τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ πρό αὐτῆς παρεληληθότων ἀπό τῆς Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν γεννήσεως ἡμέρας, μόνον ἐννέα καί ὥρας δέκα σύν στιγμαῖς λ καί δ (34 λεπτά), συμποσούμεναι καθεστήκασι καί τῷ ούδέν. Εἰ δέ πάλιν δι' ὅλων μόνων ρ καί κ (120) χρόνων ὡς .... αὐτῶν ἔδοξεν, νυχθήμερον ὁλόκληρον γίγνεται, ἡμέραι πλήρεις δέκα συνάζονται καί ὧραι δεκατρεῖς. Αἱ δέ τοιαῦται ἀναμετρήσεις, ἀμφότεραι οὐ καθ' ἑαυτάς μόνον εὑρίσκονται στασιάζουσαι, ὡς ἀλλήλαις ἀντικείμεναι, ἡμῶν ἔλαττον μέν τῶν δέκα ἡμερῶν, ἡ δέ πλεονάζουσα ἀλλά καί τούς περί τήν μαθηματικήν καί ἀστροθεάμονα ἐπιστήμην δεινούς, τόν μέγα φημί, Πτολεμαῖον καί τούς ἄλλους ἐσφαλμένον εὑρίσκοντες, θεωρούμεναι καί ποσούμεναι. Ἐν τριάκοντα γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνος ὅλον νυχθήμερον ἕν συνάγεται καί ἀποφαίνεται καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, (ὁμαλήν γάρ ἐκεῖνος ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαρέκλιτον), γίγνεσθαι, ἀλλά παρά τήν τῶν ἐνιαυσιέων ἡμερῶν ἀπαρίθμησιν. Ὥστε κατ' αὐτόν τόν πρῶτον καί δεινόν περί τά μετέωρα φροντιστήν ἡμέραι 4 καί ὧραι 5 καί στιγμαί 12 συναθροίζονται, ἀπό τῆς ἐν Νίκαιαν συγκροτηθείσης Πρώτης Συνόδου. Τούτου τοίνοιν οὕτως ἔχοντος οὐ μόνον τε ὥς καί ἄλλοτε ἡ ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οὐδεμιᾶς θεαρέστου σωτηριώδους ὠφελείας φαίνεται πρόξενος, καινοτομοῦσαν καί τῶν καλῶς ἐχόντων καταφονοῦσα καί παραβλέπουσα, ἀλλά καί πάσης συγχύσεως καί ἀκαταστασίας σκοτόμαιναν διεγείρει. Ἔνθεν κακεῖθεν ἀμβλυωποῦσα καί περινοστοῦσα δίκην στροφάλιγγος. Ἐπιλείψει διηγουμένους ἡμᾶς ὁ χρόνος, ἅτινα διά τό μάκρος καί ὅτι δῆλα παντί τῷ νοεῖν ἔχοντι τά λατίνοις καινοτομηθέντα. Τό γε νῦν ἔχον ἀφιέμεθα. Τοῦτο καί μόνον προσέτι λέγοντες, τοῦ χριστιανικοῦ πάσχα καί τῆς λοιπῆς τῶν ἑορτασίμων ἡμερῶνπαρατηρήσεως ὑπεραπολογούμενοι. Ὅτι οὐκ ἔξεστιν μεταποιεῖν τήν καλῶς καί θεοσόφως παρά τῶν ἁγίων ἀνδρῶν γεγονυῖαν τάξιν καί ὁροθέτησιν περί τοῦ πάσχα καί τῶν λοιπῶν κατασφαλιζομένην τῷ θείῳ κανόνι.

Πρῶτον μέν παρά τῶν σεπτῶν καί ἁγίων ἀποστόλων ἐγράφη καί κανονικῶς κηρύττομεν. Εἰ τά παρά τῆς Πρώτης Οἰκουμενικης καί Ἁγίας Συνόδου συζητηθεῖσαν καί ἀποφανθεῖσαν καί καθ' ἑξῆς ὑπό τῶν λοιπῶν ἁγίων ἀνδρῶν διερευνηθεῖσαν, τυπωθεῖσαν τε καί διελθοῦσαν εἰς κανόνιον κάλλιστον καί θαυμάσιον καί διατηρηθεῖσαν ὥς εἴρηται χρόνῳ μακρῷ παρά τε τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης καί τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Εἰ γάρ ταῖς τῶν θεολόγων γνώμαις καί ἀποφάσεσι παρ' αὐτῶν ταῦτα ἐδιορθώθησαν, εἶχεν ἄν τό ζητούμενον λόγον. 

Ἐπεί δέ τῇ τῶν ἔξω σοφῶν γνώμῃ ἀπερισκέπτως αὐτά ἐξετάζοντες καί παραλογιζόμενοι τοῖς θείοις μυστηρίοις τῆς ἀκραιφνοῦς ἡμῶν πίστεως, σύνοδος τ ... πηγήν αὐτούς εἶναι πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης σφετεριζόμενοι ὥς αὐτοῖς μόνοις δοκεῖν περί τήν ἀστροθεάμονα τέχνην ἀσχάλειν (ἴσως ἄν ἤσχοληκέναι) καί μέχρι τῆς περί τά μετέωρα λεπτῆς διασκέψεως καί κατανοήσεως πεφθακέναι, αὐτοκάρβανοι (;) ὡροσκόποι, ἀναφανέντες καί πάντας τούς περί τά τοιαῦτα μεγίστους, Πτολεμαῖον καί τούς ἄλλους περιφρονοῦντες καί τούς καθ' ἡμᾶς θεολόγους. Οὐχ ἵνα τά τῆς χριστιανικῆς καταστάσεως καί παραδόσεως ἡμῶν μυστήρια στηρίξωσι καί κρατίνωσι  (ς λέγουσιν ατοί μυθολογοντες καί διαπλάττοντες), λλ' να μέγα τι ποιοντες δόξωσι τος νθρώποις, διά τήν πέρογκον ατν δόξαν καί οησιν μή ασχυνόμενοι ν τας θέσμοις καί παραλόγοις καινοτομίαις ατν μετά λήρους παρσύροντες τούς μετέρους τν θεολόγων, (τε δεήσειεν), ες τό αυτν συστήσασθαι θέλημα, ς καί ν τ το παλαιο καί ζωοποιο πνεύματος πεποιήκασι, καί ν λλοις πολλος τος ξω καί πέραν τς θεολογικς γνώμης καί τς κκλησιαστικς μν παραδόσεως γενομένης. Καί πάντας ναφανδόν πάσ τ τάξει καί τος θείοις καί θεοπνεύστοις δόγμασι τς καθ' μν γίας κκλησίας καί καθολικς συνόδου. Διά τοι τοτο κατάπτυστος καί ρεσχελίας πάσης νάμεστος τε συζήτησις ατν καί πάσης τασθαλίας καί καταστασίας πλήρης παρ' ατν γενομένη πόφασις.

Μένετε τοιγαροῦν πάντες ὑμεῖς οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι, ἐνστερνιζόμενοι καί περπτυσσόμενοι, ἅ παρελάβετε παρά τε τῶν σοφῶν ἀποστόλων καί τῶν λοιπῶν ἁγίων ἀνδρῶν.

Διακατέχοντες ἀσφαλῶς τό ἐπικρατῆσαν περί τε τοῦ πάσχα κανόνιον καί τῶν λοιπῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν, ὀφείλοντες διακρατεῖν αὐτό καί ἑορτάζειν χριστιανικῶς ὡς ἐπεκράτησε.

Νεωτερισμοῖς καί καινοτομίαις τά ἐκείνων μή προσανέχοντες ὡς στάσεως ὅτι πλείστης καί παραβάσεως προφανοῦς τῆς τοῦ θείου τῶν δέκα (ἡμερῶν) διδασκαλίαις πρόξενα. Καλῶς γιγνώσκοντες ὅτι νῦν συντομίᾳ χρώμενοι, ταῦτα ὑμῖν ἐπιπέμπομεν ζητήσασιν ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι ἵνα μή τις παρακούσῃ.+

 

 

 

 

Στο γνήσιο κείμενο υπογράφουν οι Πατριάρχες των τριών μεγάλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής:

  • Ιερεμίας Β΄ — Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
  • Σίλβεστρος — Πατριάρχης Αλεξανδρείας
  • Σωφρόνιος IV — Πατριάρχης Ιεροσολύμων

(Σημείωση: Ο Πατριάρχης Αντιοχείας δεν υπέγραψε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε στη Σύνοδο).

 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894–1979): Θεολογική Ομολογία και Αντιοικουμενιστικός Λόγος στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία του 20ού Αιώνα.(Παρουσίαση ενός συγκλονιστικού Ομολογιακού κειμένου)

 





Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Το  κείμενο  που παρουσιάζουμε σε  περιληπτικές ενότητες, λόγω της μεγάλης έκτασής του, γράφτηκε από τον Αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβιτς (1894–1979) στις 14 Ιανουαρίου 1971, ημέρα μνήμης του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, στο Κελί του στη Μονή Τσέλιε. Ο π. Ιουστίνος βρισκόταν ήδη από το 1948 σε περιθωριοποίηση, έπειτα από την άδικη απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου,λόγω της άρνησής του να συμβιβαστεί με το κομμουνιστικό καθεστώς. Η αφορμή της συγγραφής ήταν μια ανώνυμη επιστολή προς τον Πατριάρχη Σερβίας Γερμανό, στην οποία υπονοείτο ότι η περιθωριοποίησή του οφειλόταν στην αντίθεσή του στην εκλογή του Γερμανού.

Η Ιερά Σύνοδος, με πράξη της της 16ης Οκτωβρίου 1970, ζήτησε από τον π. Ιουστίνο να δηλώσει αν επιθυμούσε κάποια εκκλησιαστική λειτουργία στο Βελιγράδι.

Η απάντησή του υπερέβη το προσωπικό ζήτημα και αποτέλεσε έναν συστηματικό θεολογικό-εκκλησιολογικό λόγο ομολογίας. Το κείμενο θέτει τα καίρια προβλήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας του 20ού αιώνα, καταγγέλλει τον Οικουμενισμό ως αίρεση και απειλή για την ενότητα της Εκκλησίας, επικαλείται την πατερική παράδοση ως μοναδικό κριτήριο ορθοδοξίας και αναδεικνύει την αρχή «Υπακούετε τω Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Τοποθετείται έτσι στη σειρά των μεγάλων ορθόδοξων ομολογιών, από την Επιστολή των Ανατολικών Πατριαρχών του 1848 έως τις σύγχρονες αντιοικουμενιστικές ομολογίες.

Τα κύρια θεολογικά ζητήματα που θίγει είναι τέσσερα.

Πρώτον, η εκκλησιολογία του Οικουμενισμού: Ο  π. Ιουστίνος καταγγέλλει την προσχώρηση του Πατριαρχείου Βελιγραδίου στο Παγκόσμιο  Συμβούλιο Εκκλησιών, το οποίο χαρακτηρίζει «αιρετική ένωση» 233 αιρέσεων, και επεκτείνει την κριτική του στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τη Μόσχα και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Δεύτερον.Καταγγέλλει κοινές προσευχές, αναγνώριση μυστηρίων αιρετικών και λήψη «ευλογιών» από αιρετικούς, επικαλούμενος τους Αποστολικούς Κανόνες 45 και 64 και τους Λαοδικείους Κανόνες 32–37.

Τρίτον: Η  απραξία των Επισκόπων απέναντι στην αίρεση χαρακτηρίζεται «προδοσία του Θεού», με παραπομπή στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Με τη σιωπή προδίδει κανείς τον Θεό».

Το κείμενο καταλήγει με την επίκληση του Συνοδικού της Ορθοδοξίας και την έκκληση για επιστροφή στη «Θεανθρώπινη οδό των Αγίων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων».

Η μέθοδος του συγγραφέα είναι ομολογιακή, όχι πολεμική. Επικαλείται συστηματικά τους Αγίους Πατέρες (Βασίλειο, Χρυσόστομο, Μάξιμο, Δαμασκηνό, Συμεών, Γρηγόριο Παλαμά), παραθέτει ακριβείς πατερικές παραπομπές και χρησιμοποιεί τη γλώσσα των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν επιτίθεται σε πρόσωπα, αλλά υπερασπίζεται την Αλήθεια. Όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνήθηκε να κοινωνήσει με τον αιρετικό Πατριάρχη Πύρρο χωρίς να κηρύξει σχίσμα, έτσι και ο Ιουστίνος αρνείται τη συλλειτουργία με όσους έχουν προδώσει την Ορθοδοξία, χωρίς να αποσχιστεί από την Εκκλησία.

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά τη συγγραφή του, το κείμενο παραμένει επίκαιρο. Τα ζητήματα που θίγει — η σχέση Ορθοδοξίας και Οικουμενισμού, η εκκλησιαστική συνείδηση, η υπακοή στην παράδοση, η στάση απέναντι στην αίρεση — εξακολουθούν να απασχολούν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η «Μεγάλη και Αγία Σύνοδος» της Κρήτης (2016), οι σχέσεις με το Βατικανό, οι διακοινωνίες με αιρετικούς και η κρίση της Ορθόδοξης ταυτότητας καθιστούν τον λόγο του Ιουστίνου προφητικό και αναγκαίο.

Το κείμενο προέρχεται από χειρόγραφο του Οσίου Ιουστίνου, δακτυλογραφημένο σε 17 σελίδες, με δική του υπογραφή και ημερομηνία («Την ημέρα του Αγίου Σάββα 1971, στο αρχοντικό του Κελιού»), και φυλάσσεται στο αρχείο της Ιεράς Μονής Τσέλιε.

«Η πρώτη και τελευταία μας ανάγκη σήμερα είναι: να επιστρέψουμε στην Ορθόδοξη οδό των Αγίων Πατέρων... Μόνο αυτό, και μόνο αυτό, μπορεί να μας σώσει, τους άθλιους και δυστυχισμένους.»

Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 

https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/07/blog-post_20.html

π.Δ.Α

-------------------------------------------

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΑΦΟΡΜΗ

Α. Η ανώνυμη επιστολή προς τον Πατριάρχη (Οκτώβριος 1970)

Τον Οκτώβριο του 1970, ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός έλαβε ανώνυμη επιστολή, η οποία ανέφερε τα εξής:

«Αγιώτατε,

Θεωρώ απαραίτητο να σας ενημερώσω ότι συζητείται πολύ τελευταία στον κόσμο για τον π. Ιουστίνο και ότι μαραζώνει στα Κελιά για πολύ καιρό μόνο και μόνο επειδή το θέλετε εσείς, επειδή ήταν αντίθετος στην εκλογή σας ως πατριάρχη.

Ο π. Ιουστίνος θεωρείται ο πιο μορφωμένος άνθρωπος στην Ορθοδοξία και κάποιοι τον αποκαλούν ακόμη και μάρτυρα του κόκκινου πατριάρχη. Αν σας έχει προσβάλει σε κάτι, θα πρέπει να τον συγχωρήσετε και να τον φέρετε στο Βελιγράδι για κάποιο καθήκον, και με αυτόν τον τρόπο διάφορες ιστορίες θα αποκόπτονταν.

Με σεβασμό, Ένας Ορθόδοξος»

Β. Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου (16 Οκτωβρίου 1970)

Παρουσιάζοντας την επιστολή, ο Πατριάρχης Γερμανός δήλωσε ότι ήταν βαθιά πεπεισμένος πως ο Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος δεν είχε καμία σχέση με το περιεχόμενό της, αλλά θεώρησε απαραίτητο να ενημερωθεί η Ιερά Σύνοδος για τις «εκδοχές του δρόμου» που κυκλοφορούσαν. Η Σύνοδος αποφάσισε:

«Δια του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Σάμπατς-Βάλιεβο Γ. Ιωάννη, του αρμόδιου επισκοπικού επισκόπου, να παραδοθεί στον σεβασμιότατο Αρχιμανδρίτη π. Ιουστίνο αντίγραφο της προαναφερθείσας επιστολής και να παρακληθεί να δηλώσει εάν θα ήθελε και θα μπορούσε να δεχτεί κάποια εκκλησιαστική λειτουργία στο Βελιγράδι και ποια.»

Γ. Η απάντηση του π. Ιουστίνου

Ο π. Ιουστίνος απαντά στον Επίσκοπο Γιόβαν, με την εξής εισαγωγική διαπίστωση:

«Έχοντας αφυπνίσει όλα τα μάτια της συνείδησής μου και έχοντας εξετάσει ολόκληρη την Ορθόδοξη συνείδησή μου από πάνω μέχρι κάτω σε όλο το θεϊκό της άπειρο μέσω της αγίας αποστολικής και πατερικής Παράδοσης, αποφάσισα να απαντήσω στην προαναφερθείσα πράξη. Αλλά η πολύ αναπόφευκτη και τρομακτική πραγματικότητά μας με αναγκάζει να παρουσιάσω στην απάντησή μου αυτό που είναι «μόνο απαραίτητο» (Λουκάς 10:42) και πιο σημαντικό από το πιο σημαντικό πράγμα στην Ορθόδοξη Σερβική Εκκλησία μας σήμερα.»

Ο π. Ιουστίνος απορρίπτει το προσωπικό ζήτημα ως δευτερεύον, και προχωρεί σε μια σφοδρή καταγγελία των καίριων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Εκκλησία.

ΕΝΟΤΗΤΑ Αʹ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

1. Η μοναδικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ο π. Ιουστίνος ξεκινά με τη θεμελιώδη εκκλησιολογική αρχή:

«Η Μία και Μοναδική Αγία Οικουμενική (καθολική) και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού στον ουρανό και στη γη, το μοναδικό ουράνιο και επίγειο Θεάνθρωπο Σώμα, είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Έτσι έχουμε αλάθητα διδαχθεί και έτσι έχουμε παραδοθεί παγκοσμίως: όλοι οι Άγιοι Απόστολοι, οι Άγιοι Πατέρες, οι Άγιοι Μάρτυρες, οι Άγιοι Ομολογητές, οι Άγιοι Νεομάρτυρες και όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι.»

Παραπέμπει στη Σύνοδο της Ζίτσα και στον λόγο του Αγίου Σάββα, ο οποίος παρέδωσε στους διαδόχους του την Ορθόδοξη πίστη, την Εκκλησία, την Παράδοση, τα Δόγματα και τους Κανόνες. Ο Άγιος Σάββας χαρακτήρισε την πίστη αυτή ως «πνευματική διδασκαλία» που «δεν είναι παιχνίδι ούτε τρέλα των ανθρώπινων σκέψεων», αλλά «η αγία πίστη που κήρυξε, πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν όλες οι άγιες αλήθειες για τον Χριστό Ιησού τον Κύριό μας».

2. Η προδοσία της Ορθοδοξίας

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει ότι αυτή η αγία Ορθόδοξη πίστη έχει αρχίσει να προδίδεται από πολλούς Ορθόδοξους Πατριάρχες, Επισκόπους και Ποιμένες. Οι διάδοχοι του Αγίου Σάββα, αντί να υπερασπίζονται την Ορθοδοξία, «συνεργάζονται, υποστηρίζουν και συμμετέχουν» στην καταστροφή της Εκκλησίας.

Θέτει το καυτό ερώτημα:

«Γιατί το Πατριαρχείο Βελιγραδίου (δεν θα πω ποτέ: η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία) υπό τον Πατριάρχη Γερμανό προσχώρησε στην αιρετική ένωση, που ονομάζεται «Οικουμενικό Συμβούλιο Εκκλησιών», η οποία αποτελείται από περίπου 233 αιρέσεις; Και επίσης: Γιατί ο Πατριάρχης της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας δέχτηκε την προεδρία επί εκείνων των 233 αιρέσεων;»

Η Ορθόδοξη συνείδηση, «έκπληκτη, πληγωμένη, χτυπημένη στην καρδιά», φωνάζει: «Ω, φρίκη των φρικαλεοτήτων! Ω, ντροπή κάθε ντροπής!»

3. Η στάση απέναντι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει τη «νεοπαπική συμπεριφορά» του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος:

  • Αρνείται τη μοναδική και παντοσωτήρια αλήθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας
  • Αναγνωρίζει τις Ρωμαϊκές και άλλες αιρέσεις ως ίσες με την Αλήθεια
  • Αναγνωρίζει τον Ρωμαίο Ποντίφικα με «δαιμονικά αντιεκκλησιαστική υπερηφάνεια»
  • Προετοιμάζει μια «Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο» με «σχολαστικό-προτεσταντικό θέμα»

4. Η σιωπή της Ιεραρχίας

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει τη σιωπή της Σερβικής Ιεραρχίας απέναντι:

  • Στην απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας (16/29 Δεκεμβρίου 1969) για επικοινωνία με τους Ρωμαιοκαθολικούς
  • Στην αναγνώριση του μυστηρίου του γάμου που τελείται από Ρωμαιοκαθολικό ιερέα
  • Στις κοινές προσευχές με αιρετικούς αξιωματούχους
  • Στην κήρυξη του «οικουμενισμού» του προτεσταντικού συγκρητισμού από θεολόγους και καθηγητές

Παραπέμπει στα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Με τη σιωπή προδίδει κανείς τον Θεό» (PG 35, 1112).

5. Η αληθινή αγάπη έναντι της ψευδούς

Ο π. Ιουστίνος απορρίπτει τις «συναισθηματικές και κενές φράσεις» για τον «διάλογο της αγάπης» και το «πνεύμα του οικουμενισμού». Αυτές οι φράσεις είναι «επιφανειακές, αναληθείς, αδαείς και ψευδείς», διότι αντί για «αγάπη της Αλήθειας» (Β΄ Θεσ. 2:10) και «αλήθεια εν αγάπη» (Εφεσ. 4:15), οδηγούν σε «νεκρή θάλασσα ευρωπαϊκής επιπόλαιης ανθρωπολατρείας».

Παραθέτει τα λόγια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (PG 91, 465):

«Δεν θέλω να υποφέρουν οι αιρετικοί, ούτε να χαίρομαι για την κακία τους, Θεός φυλάξοι! αλλά μάλλον χαίρομαι για τη μεταστροφή τους... Επιθυμώ και συμβουλεύω μόνο να μην βοηθούνται οι αιρετικοί ως αιρετικοί να υποστηρίξουν την ανόητη πίστη τους, αλλά μάλλον να είναι κανείς σκληρός και ασυμβίβαστος.»

6. Ο κανόνας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ο π. Ιουστίνος επικαλείται τον κανόνα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1345):

«Όσοι είναι της Εκκλησίας του Χριστού είναι και της Αλήθειας· και όσοι δεν είναι της Αλήθειας δεν ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού... Διότι έχουμε μάθει να μετράμε τον Χριστιανισμό όχι με βάση τα πρόσωπα, αλλά με βάση την αλήθεια και την ακρίβεια της πίστης».

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου