Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

 

"Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών" και οι Επίσκοποι που συμμετέχουν σ' αυτό. Αλλά μέχρι σήμερα εις ώτα μη ακουόντων!

ΑΓΙΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΤΕ ΣΤΗΝ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ Π. Σ.Ε.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ:
«Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν»
Ὤ ποία ἀπάτη και παγίδα! θὰ ἔπρεπε νὰ λέγεται Παγκόσμιον Συνέδριον αἱρετικῶν.

«ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ»·
ΑΓΙΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΤΕ
ΣΤΗΝ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ, ΔΕΝ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ;

«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν δύνανται νὰ συμμετέχουν εἰς Συμβούλια καὶ Συνελεύσεις τῶν αἱρετικῶν ὡς ὀργανικὰ μέλη, νὰ ψηφίζουν καὶ νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ λαμβάνουν μονίμους θέσεις εἰς Ἐπιτροπὰς τεταγμένας νὰ ἐκτελοῦν τὰς ἀποφάσεις τῶν Γ. Συνελεύσεών των».
Μητροπ. Σάμου Εἰρηναῖος


Ὁποία τραγικὴ εἰρωνεία! Ἀντὶ περιφραγμάτων ἡ Ἑλλὰς ἀνοίγει τὰς θύρας της διὰ νὰ ὑποδεχθῆ ποίους; Τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς στέλλουν ἐδῶ τοὺς πράκτορές των διὰ νὰ προσηλυτίσουν Ἕλληνας εἰς τὰς αἱρέσεις των.
«Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν» σοῦ λέγουν. ΠαγκόσμιονΣυνέδριον Ἐκκλησιῶν, καὶ ἄς ἀπουσιάζουν ἀπʼ αὐτὸ ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία καὶ αἱ περισσότεραι αὐτοκέφαλαι Ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς. Ὁποία ἀπάτη! Ὁποία παγίς! Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν. Τὸ ὀρθόν: θὰ ἔπρεπε νὰ λέγεται καὶ νὰ γράφεται Παγκόσμιον Συνέδριον αἱρετικῶν… Καὶ εἰς τὴν παγίδα αὐτὴν τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς ἀνόητα πτηνά, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρχει σύνεσις, ἐμπίπτουν θεολόγοι, καὶ τὸ ἀκόμη χειρότερον, ἐπίσκοποι καὶ μητροπολῖται ὡρισμένον Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Σεβασμ. Μητροπολίτην Ρόδου κ. Σπυρίδωνα, ὅστις λέγεται ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἵνα λάβη μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν!

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ε-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Α)



Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Τι είναι το κείμενο του Μπάλαμαντ

Το καλοκαίρι του 1993, στο μοναστήρι του Μπαλαμάντ στον Λίβανο, υπεγράφη από αντιπροσώπους εννέα Ορθοδόξων Εκκλησιών (μεταξύ των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η Εκκλησία της Ρωσίας κ.ά.) ένα κείμενο με τίτλο «Ουνιτισμός, μέθοδος ένωσης στο παρελθόν και η παρούσα αναζήτηση πλήρους κοινωνίας». Αυτό το κείμενο, γνωστό ως «Συμφωνία του Μπαλαμάντ» ή «Κείμενο του Μπαλαμάντ», αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα και προβληματικά κείμενα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία και τα πρακτικά της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (η οποία συνήλθε στην Ιερά Μονή Θεοτόκου Μπαλαμαντ στον Λίβανο, από 17 έως 24 Ιουνίου 1993) στον θεολογικό διάλογο συμμετείχαν:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος

ΔΕΝ συμμετείχε καθόλου στην εν λόγω συνάντηση. Η Εκκλησία της Ελλάδος (όπως και τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας κ.ά.) απείχε από την Ολομέλεια του Μπάλαμαντ.

2. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετείχε ενεργά και μάλιστα η ορθόδοξη ηγεσία της αντιπροσωπείας προερχόταν από αυτό:

  • Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (ως Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής).
  • Μητροπολίτης Ιταλίας Σπυρίδων (ως Ορθόδοξος Γραμματέας της Επιτροπής).

Πηγές - Βιβλιογραφία

  1. Επίσημα Ανακοινωθέντα & Κείμενα Διαλόγου: Joint International Commission for the Theological Dialogue between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Πρακτικά Ζ´ Ολομέλειας (Μπάλαμαντ Λιβάνου, Ιούνιος 1993) – The Balamand Document: Uniatism, Method of Union of the Past, and the Present Search for Full Communion.
  2. Ιστορικές και Κανονικές Μελέτες:
    • Καθηγητής Π. Χρήστου / Θεολογικά περιοδικά και αρχεία Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με τις αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Ολομέλειες της Μικτής Επιτροπής.
    • The Balamand Union: A Victory of Vatican Diplomacy (Αρχεία τεκμηρίωσης, καταγραφή παρόντων/απόντων αυτοκεφάλων εκκλησιών, όπου αναφέρεται ρητά η απουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμμετοχή του Οικ. Πατριαρχείου διά των Στυλιανού Αυστραλίας και Σπυρίδωνος Ιταλίας).

 

 

Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάλαμαντ

ΑΡΘΡΟ 1: Οι «Αδελφές Εκκλησίες»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

 

«Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται, ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν Του — ομολογία της αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, προ παντός εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων — δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μιας των ημετέρων Εκκλησιών... Αυτός είναι ο λόγος, δια τον οποίον η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζουν εαυτάς αμοιβαίως ως αδελφάς Εκκλησίας».

 

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο ολόκληρου του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Δεν υπάρχουν «δύο αδελφές Εκκλησίες» — η μία Ορθόδοξη και η άλλη παπική. Ο Παπισμός είναι σχίσμα και αίρεση. Όταν το κείμενο του Μπαλαμάντ μιλά για «αμοιβαία αναγνώριση ως αδελφές Εκκλησίες», στην ουσία λέει ότι και οι δύο είναι εξίσου Εκκλησίες του Χριστού. Αυτό είναι άρνηση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η Εκκλησία του Χριστού είναι ΜΙΑ. Όποιος είναι έξω από αυτήν, δεν είναι «αδελφή Εκκλησία», αλλά σχίσμα.

 

ΑΡΘΡΟ 2: Έγκυρα μυστήρια και ιερωσύνη στους Παπικούς

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13, όπως παραπάνω): Αναγνωρίζει στους Παπικούς «την μίαν ιερωσύνην», «τα αυτά μυστήρια» και «αποστολική διαδοχή».

Σχόλια: Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από αιώνες, διδάσκει ότι έξω από αυτήν δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει σωτηρία. Οι Άγιοι Πατέρες (όπως ο Άγιος Κυπριανός, ο Άγιος Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) ήταν σαφείς: έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ούτε βάπτισμα, ούτε θυσία, ούτε ιερωσύνη. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει το αντίθετο: ότι οι Παπικοί έχουν «τα ίδια μυστήρια» και «την ίδια ιερωσύνη». Αυτό σημαίνει ότι αποδεχόμαστε ότι ο Παπισμός είναι Εκκλησία με όλα τα μέσα σωτηρίας — κάτι που αντίκειται στην ορθόδοξη πίστη.

 

ΑΡΘΡΟ 3: Απόρριψη του αναβαπτισμού

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

«Είναι σαφές, ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».

Σχόλια: Αυτό σημαίνει ότι όποιος Παπικός θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν χρειάζεται να βαπτιστεί. Αρκεί μια απλή «χρίση» ή «προσχώρηση». Αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία, με βάση τους ιερούς Κανόνες, αναβαπτίζει τους αιρετικούς και σχισματικούς. Οι Παπικοί είναι αιρετικοί (λόγω του filioque, της παπικής εξουσίας, του πurgatorio κ.λπ.). Το Μπαλαμάντ λέει: «Μην τους ξαναβαπτίζετε». Αυτό είναι προδοσία της παραδόσεώς μας. Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τόσοι άλλοι Πατέρες θα στρέφονταν στον τάφο τους αν άκουγαν τέτοια πράγματα.


ΑΡΘΡΟ 4: Η «εκκλησιολογία της επιστροφής» είναι «παρωχημένη»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 5 και 12): Απορρίπτει την «παρωχημένη εκκλησιολογία της επιστροφής» , δηλαδή την ιδέα ότι οι Παπικοί πρέπει να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για να σωθούν.

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο προκλητικό σημείο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από την ίδρυσή της, πιστεύει ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο μέσα στην Εκκλησία. Όποιος είναι έξω από αυτήν, πρέπει να επιστρέψει. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει ότι αυτή η σκέψη είναι «παρωχημένη». Δηλαδή, δεν χρειάζεται κανείς να «επιστρέψει» στην Ορθοδοξία. Μπορεί να μείνει Παπικός και να θεωρείται εξίσου σωσμένος! Αυτό δεν είναι απλώς οικουμενισμός — είναι συγκρητισμός. Αρνείται την αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως αρτού σωτηρίας.

 

Δ-ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά

Πριν προχωρήσουμε στη  παρουσίαση του κειμένου του Μπαλαμάντ δημοσιεύουμε το παρακάτω σημείωμα για την Ουνία, επειδή το θέμα έχει σχέση με το κείμενο του Μπαλαμάντ.

--------------------------------------------------------------------

Στη Βιέννη και στο Freising του Μονάχου (1990) αποφασίστηκε η καταδίκη της Ουνίας. Οι αποφάσεις αυτές εξέφραζαν τις πανορθόδοξες διαπιστώσεις ότι η Ουνία και ο θεολογικός διάλογος είναι έννοιες ασυμβίβαστες.

Συγκεκριμένα:

  1. Και οι δύο πλευρές (Ορθόδοξοι και Καθολικοί) συμφώνησαν στο Freising να απορρίψουν την Ουνία ως μέθοδο για την επίτευξη της ενότητας, κρίνοντάς την αντίθετη με την κοινή εκκλησιαστική παράδοση.
  2. Η δήλωση του Freising όρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως αδελφή εκκλησία που παρέχει η ίδια τα μέσα σωτηρίας, καθιστώντας την προσπάθεια απόσπασης πιστών από αυτήν θεολογικά απαράδεκτη.
  3. Η υποεπιτροπή στη Βιέννη (Ιανουάριος 1990) και η ολομέλεια στο Freising (Ιούνιος 1990) συγκλήθηκαν εσπευσμένα για να αντιμετωπίσουν τις εκρηκτικές εντάσεις που δημιουργήθηκαν στην Ουκρανία και τη Ρουμανία με την επαναλειτουργία των Ελληνοκαθολικών (Ουνιτικών) κοινοτήτων.

4.      Παρά την καταδίκη της μεθόδου, η δήλωση υπογράμμισε ότι η θρησκευτική ελευθερία των πιστών πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή, πράγμα που σήμαινε ότι οι υπάρχουσες Ουνιτικές Εκκλησίες θα συνέχιζαν να υφίστανται.

 

Οι συμμετέχοντες

Οικουμενικό Πατριαρχείο & Ορθόδοξη Ηγεσία Επιτροπής

  • Μητροπολίτης / Αρχιεπίσκοπος Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας, ο οποίος υπήρξε ο επίσημος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος ολόκληρης της Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου και διηύθυνε τις εργασίες σε Βιέννη και Freising.
  • Μητροπολίτης Σπυρίδων (Παπαγεωργίου): (τότε Μητροπολίτης Ιταλίας, αργότερα Αμερικής), ο οποίος διετέλεσε Συν-γραμματέας της Ορθόδοξης αντιπροσωπείας. Εκπρόσωποι & Σύμβουλοι από την Εκκλησία της Ελλάδος / Ελλαδικό Χώρο

Στις συζητήσεις αυτές, η Εκκλησία της Ελλάδος και τα ελληνικά πανεπιστήμια συμμετείχαν ενεργά μέσω επισήμων συνοδικών μελών και ειδικών θεολόγων-συμβούλων:

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): Κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος και ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με καταλυτική συμβολή και παρουσία στα κείμενα και τις διαπραγματεύσεις της περιόδου.
  • Καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: Διακεκριμένος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος συμμετείχε ενεργά ως ειδικός σύμβουλος και εισηγητής, ασκώντας μάλιστα έντονη κριτική και παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Freising σχετικά με τους κινδύνους του ουνιατισμού.

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Γ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ(1988)

 


Έρευνα:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

Γ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Ολόκληρο το κείμενο στο link: https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/it/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/1988-documento-di-valamo---il-sacramento-dellordine-nella-strutt/testo-in-inglese.html

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti

Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου Johannes Willebrands

Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/

Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,
Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

  

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ  (1988)

  1. Άρνηση της Μοναδικότητας της Εκκλησίας:

ΑΡΘΡΟ 1:) Αφού εκφράσαμε την αντίληψή μας για το μυστηριώδες γεγονός της Εκκλησίας ως κοινωνίας πίστης και μυστηρίων, η οποία εκδηλώνεται κατά εξέχοντα τρόπο στη Θεία Λειτουργία, η Επιτροπή μας αντιμετωπίζει τώρα το κεφαλαιώδες ζήτημα της θέσης και του ρόλου της χειροτονίας στη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας. Θα πραγματευτούμε συνεπώς το μυστήριο της ιεροσύνης καθώς και τη χειροτονητική πράξη σε καθένα από τα τρία επίπεδα: την επισκοπή, το πρεσβυτέριο και τη διακονία. Θεμελιωνόμαστε στη βεβαιότητα ότι στις Εκκλησίες μας η αποστολική διαδοχή είναι θεμελιώδους σημασίας για τον αγιασμό και την ενότητα του λαού του Θεού.

---------------------------------------------

ΑΡΘΡΟ 2.

Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας, Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος.

 

Η χρήση του πληθυντικού «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5) δημιουργεί θεολογική σύγχυση, καθώς εξομοιώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία με την παπική κοινότητα, παραγνωρίζοντας το δόγμα της Ορθοδοξίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.

  1. Αναγνώριση Παπικών «Μυστηρίων» και Αποστολικής Διαδοχής: (§27-30, §44-50).

(27) Η επισκοπική χειροτονία, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες, απονέμεται από τουλάχιστον δύο ή τρεις επισκόπους, εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών με εκείνη του εκλεγμένου: τον εντάσσει στην κοινωνία των επισκόπων. Κατά τη χειροτονία, οι επίσκοποι ασκούν τη λειτουργία τους ως μάρτυρες της κοινωνίας στην αποστολική πίστη και στη μυστηριακή ζωή, όχι μόνο απέναντι σε εκείνον που χειροτονείται, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία της οποίας θα γίνει επίσκοπος. Εκείνο που έχει σημασία για την ενσωμάτωση του νέου εκλεγμένου στην επισκοπική κοινωνία είναι ότι αυτή επιτελείται από τον δοξασμένο Κύριο εν τη δυνάμει του Αγίου Πνεύματος κατά τη στιγμή της επιθέσεως των χειρών. Ας εξετάσουμε τώρα τη χειροτονία υπό τη μυστηριακή της πλευρά. Τα προβλήματα που εγείρονται από τον τρόπο εκλογής θα μελετηθούν αργότερα.

(28) Ως δώρο του Πνεύματος, η επισκοπική χειροτονία προσδίδει σε εκείνον που τη λαμβάνει την πληρότητα της ιεροσύνης. Η συλλειτουργία των επισκόπων κατά τη διάρκεια της χειροτονίας εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας και την ταυτότητά της με την αποστολική κοινότητα. Επιθέτουν τα χέρια και επικαλούνται το Άγιο Πνεύμα επί του χειροτονούμενου, ως οι μόνοι αρμόδιοι να του απονέμουν την επισκοπική διακονία. Το πράττουν ωστόσο εντός της προσευχής της κοινότητας.

(29) Με τη χειροτονία ο επίσκοπος λαμβάνει όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να εκπληρώσει το έργο του. Η Επιτροπή θα συζητήσει στη συνέχεια τις κανονικές προϋποθέσεις άσκησης των καθηκόντων του και την εγκατάσταση του επισκόπου στην τοπική Εκκλησία.

(30) Το απονεμηθέν δώρο καθιερώνει τον χειροτονούμενο στην υπηρεσία της Εκκλησίας με τρόπο οριστικό. Αυτό αποτελεί σημείο της παραδοσιακής διδασκαλίας, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε περίπτωση πειθαρχικών κυρώσεων εναντίον ενός επισκόπου, οι οποίες ακολουθούνται από κανονική αποκατάσταση, δεν τελείται νέα χειροτονία. Σχετικά με αυτό, όπως και επί των άλλων ουσιωδών σημείων που αφορούν τη χειροτονία, οι Εκκλησίες μας έχουν κοινή διδασκαλία και πράξη, έστω κι αν, αναφορικά με ορισμένες κανονικές και πειθαρχικές απαιτήσεις, όπως η αγαμία, οι χρήσεις ενδέχεται να διαφέρουν για ποιμαντικούς και πνευματικούς λόγους.

 

 

Το κείμενο περιορίζει την αποστολική διαδοχή σε μια τυπική ή εξωτερική θεώρηση. Ωστόσο, κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση (όπως μαρτυρεί ο Άγιος Κυπριανός), η διαδοχή είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την ορθή πίστη, με συνέπεια οι αιρετικοί να στερούνται εγκύρων μυστηρίων.

  1. Αποσιώπηση των Δογματικών Διαφορών: (§6-7, §55) Το κείμενο παρασιωπά κρίσιμες αιρετικές καινοτομίες της Δύσης (όπως το Filioque και το παπικό αλάθητο), παρουσιάζοντάς αυτές παραπλανητικά ως «κοινή παράδοση».
  2. «Συμβολική» και Ευρεία Εκκλησιολογία: (§22, §36) Αφήνει να εννοηθεί ότι η Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία εκτείνονται και πέρα από τα κανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποβαθμίζοντας την τοπική Ορθόδοξη κοινότητα.
  3. Το Παπικό Πρωτείο ως «Διαπραγματεύσιμο Θέμα»: (§55) Η αντιμετώπιση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως απλής «σοβαρής απόκλισης προς συζήτηση» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πατερική καταδίκη του παπικού πρωτείου ως ρίζας του Σχίσματος και αίρεσης.
  4. Έλλειψη Ομολογιακής Καταδίκης της Αίρεσης: Η απουσία αναφοράς στις ιστορικές παπικές πλάνες και στα τραύματα του παρελθόντος ερμηνεύεται ως τακτική συγκάλυψης χάριν μιας ψευδεπίγραφης «οικουμενικής ενότητας».
  5. Η Θεολογία των «Δύο Πνευμόνων»: Το κείμενο κατηγορείται ότι προωθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία Ανατολή και Δύση θεωρούνται απλώς δύο διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας Εκκλησίας.
  6. Νομιμοποίηση της Αντικανονικής Ευχαριστιακής Κοινωνίας: (§34-36) Η έμμεση αποδοχή ότι οι παπικοί τελούν «αληθώς» τη Θεία Λειτουργία οδηγεί –κατά τους επικριτές– σε επικίνδυνα ανοίγματα προς την εκκλησιαστική συμπροσευχή και κοινωνία με αιρετικούς.

(34) Επειδή στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία εκδηλώνεται στην πληρότητά της, έτσι και στην προεδρία της Θείας Λειτουργίας ο ρόλος του επισκόπου και του πρεσβυτέρου αναδύεται στο πλήρες φως του.

(35) Πράγματι, κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουν εαυτούς, μαζί με τον Χριστό, ως βασίλειο ιεράτευμα. Το πράττουν χάρη στην ενέργεια της διακονίας η οποία καθιστά παρών εν μέσει αυτών τον Χριστό αυτοπροσώπως, ο οποίος τους κηρύττει τον Λόγο και κάνει ώστε ο άρτος και το ποτήριο, δια της δυνάμεως του Πνεύματος, να γίνουν το σώμα και το αίμα Του, ενσωματώνοντάς τους σ' Αυτόν και χαρίζοντάς τους τη ζωή Του. Επιπλέον, η προσευχή και η προσφορά του λαού, ενσωματωμένου στον Χριστό, ανακεφαλαιώνονται κατά κάποιον τρόπο στην προσευχή ευχαριστίας του επισκόπου και στην προσφορά των δώρων από αυτόν.

(36) Η Θεία Λειτουργία πραγματοποιεί ούτως την ενότητα της χριστιανικής κοινότητας. Εκδηλώνει επίσης την ένωση όλων των Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία και, έτι περισσότερο, δια μέσου των αιώνων, την ενότητα όλων των Εκκλησιών με την αποστολική κοινότητα από τις απαρχές έως σήμερα. Εν Πνεύματι, πέρα από την ιστορία, η Λειτουργία φτάνει στη μεγάλη σύναξη των αποστόλων, των μαρτύρων και των μαρτύρων όλων των εποχών, συναθροισμένων γύρω από το Αρνίο. Έτσι η Θεία Λειτουργία, η κεντρική πράξη της επισκοπικής διακονίας, επικαιροποιεί τον μέλλοντα κόσμο: την Εκκλησία συναθροισμένη εν κοινωνία, η οποία προσφέρεται στον Πατέρα, διά του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι.

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όταν ένα κείμενο διαλόγου ξεκινάει λέγοντας «Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν...» ή «Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει...», αυτό σημαίνει ότι η επίσημη Μικτή Επιτροπή (στην οποία συμμετέχουν επίσημοι εκπρόσωποι και από τις δύο πλευρές) καταγράφει μια κοινή ομολογία πίστης σε αυτό το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα.

Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι που συμμετέχουν δεν μιλούν απλώς ως ιδιώτες, αλλά ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών τους. Συνεπώς, όταν συνυπογράφουν ότι «οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν», αναγνωρίζουν ότι και οι δύο πλευρές διατηρούν αυτή τη θεμελιώδη πίστη στον Χριστό και στη δομή της διακονίας.

Το κείμενο ομολογεί ότι, πέρα από τις ιστορικές διαιρέσεις, υπάρχει μια κοινή βάση (η πατερική και βιβλική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας) την οποία και οι δύο πλευρές επικαλούνται και διαφυλάττουν σε μεγάλο βαθμό στον πυρήνα τους.

Αν διαβάσει κανείς το κείμενο με καθαρά λογική και θεολογική συνέπεια, η απάντηση είναι ναι, υπάρχει έμμεση (αλλά σαφής) αποδοχή ότι η άλλη πλευρά (ΠΑΠΙΚΟΙ)  διαθέτει πραγματική ιεροσύνη, αποστολική διαδοχή και κατά συνέπεια μυστήρια. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: Δεν μπορείς να συνυπογράφεις ότι η άλλη πλευρά «επιβεβαιώνει» και «μοιράζεται» την ίδια αποστολική διαδοχή και την ίδια ιεροσύνη που καθιστά παρούσα την ιεροσύνη του Χριστού, και ταυτόχρονα να λες ότι δεν έχει έγκυρα μυστήρια, διότι αυτό θα ήταν θεολογικά αντιφατικό. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο τέτοια κείμενα των επίσημων θεολογικών διαλόγων προκαλούν συχνά έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε από μοναστήρια και συνδέσμους θεολόγων είτε από τοπικές Συνόδους.

Η επίσημη θέση της Επιτροπής προχωράει ακριβώς σε αυτή την έμμεση αναγνώριση, βλέποντας τον Ρωμαιοκαθολικισμό όχι ως μια «αιρετική ομάδα χωρίς θεία χάρη», αλλά ως μια Εκκλησία με την οποία υπάρχει κοινή ρίζα, αποστολική διαδοχή και ουσιαστικά μυστήρια, παρά τα υφιστάμενα δογματικά σχίσματα. Αυτά τα κείμενα ανοίγουν τον δρόμο —έμμεσα αλλά σταθερά— για την πλήρη αναγνώριση της παπικής ιεραρχίας και των μυστηρίων της, κάτι που προσκρούει στην αυστηρή κανονική παράδοση πολλών αιώνων. Επομένως  το κείμενο αυτό, διά της πλαγίας και θεολογικής οδού, υπερβαίνει την παλαιότερη απόλυτη άρνηση και αναγνωρίζει την ύπαρξη αποστολικής διαδοχής και μυστηριακής ζωής στους Ρωμαιοκαθολικούς, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα και αμφιλεγόμενα έγγραφα στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων, συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας. Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Β-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΡΙ

 

(ΜΕΡΟΣ Β-Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)



Έρευνα:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

β) Το Κείμενο του Μπάρι (1987)

Με τίτλο «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας», το κείμενο αυτό λειτούργησε ως άμεσος προπομπός του Μονάχου, ακολουθώντας την κοινή γραμμή της «Εκκλησιολογίας της Κοινωνίας» (Communion Ecclesiology). Ενώ το Μόναχο όριζε ότι η τοπική Εκκλησία φανερώνεται αυθεντικά όταν τελεί τη Θεία Ευχαριστία, το Μπάρι προχώρησε περαιτέρω, συνδέοντας τα μυστήρια με την ομολογία της πίστης. Διευκρίνισε ότι τα μυστήρια δεν είναι απλές τελετές, αλλά έκφραση της κοινής πίστης της Εκκλησίας, και ότι η μυστηριακή ενότητα (intercommunio) είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί πλήρης ταυτότητα στη δογματική πίστη. Παράλληλα, ανέπτυξε το κοινό υπόβαθρο του Μυστηρίου του Βαπτίσματος, υποστηρίζοντας ότι το κοινό βάπτισμα εισάγει τον πιστό στη μία Εκκλησία.

Η περίοδος 1982–1988 χαρακτηρίστηκε ιστορικά ως η περίοδος της «θεολογικής ευφορίας» στον διάλογο.

Οι Συμμετέχοντες

Ο ονομαστικός κατάλογος των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στη IV Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής στο Μπάρι (9–16 Ιουνίου 1987), όπως αποτυπώνεται στο επίσημο τεύχος Service d'Information (No. 64, 1987/II, σσ. 82-83), έχει ως εξής:

Οικουμενικό Πατριαρχείο

  1. Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης)
    • Ιδιότητα: Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου.
  2. Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (Παπανδρέου)
    • Ιδιότητα: Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Γενεύη).
  3. Γεώργιος Δράγας (Πρωτοπρεσβύτερος)
    • Ιδιότητα: Καθηγητής Πατε Started/Πατρολογίας (Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης) — Σύμβουλος/Εμπειρογνώμονας.

Εκκλησία της Ελλάδος

  1. Μητροπολίτης Περιστερίου ΧρυσόστομΠροβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάρι

 

Πηγη. https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/en/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/testo-in-inglese3.html

 

1.      Η «Διαφορά στις Διατυπώσεις» της Πίστεως (Άρθρα 4-10)Τι αναφέρει το κείμενο: Υποστηρίζει ότι η διαφορά στον τρόπο διατύπωσης της πίστεως δεν διασπά απαραίτητα την εκκλησιαστική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται η ίδια αποστολική πίστη πίσω από τις διαφορετικές γλωσσικές ή πολιτισμικές εκφράσεις.

  • Η Ένσταση: Θεωρήθηκε ότι αυτό εισάγει μια μορφή δογματικού μινιμαλισμού (μείωση των δογματικών απαιτήσεων). Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα δόγματα δεν είναι απλές «διατυπώσεις», αλλά η ακριβής αποτύπωση της αποκαλυφθείσης αλήθειας.

2. Σχετικοποίηση της Πληρότητας της Πίστης και των Μυστηρίων (Άρθρα 26-33)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Συνδέει την τέλεση των μυστηρίων με την αποστολική πίστη, αφήνοντας όμως περιθώρια αναγνώρισης «μυστηριακής εγκυρότητας» ή «αποστολικής διαδοχής» και εκτός των ορίων της Ορθόδοξου Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Δημιουργεί την εντύπωση ότι η Χάρις των Μυστηρίων μπορεί να υφίσταται αυτόνομα και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, παραβιάζοντας την ορθόδοξη εκκλησιολογική αρχή.

3. Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και Εκκλησιαστική Ταυτότητα (Άρθρα 19-25)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Η τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία αποτελεί φανέρωση της καθολικής Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά, ώστε να θεωρηθούν οι ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. η Ρωμαιοκαθολική) ως «ελλειμματικές» μεν, αλλά πάντως υπαρκτές «Εκκλησίες», λόγω της διατήρησης της Θείας Ευχαριστίας και των Μυστηρίων.

Βασικοί Άξονες του θεολογικού σχολιασμού

1. Η Κατηγορία της «Θεωρίας των Κλάδων» (Branch Theory)

Το κείμενο προωθεί έμμεσα τη θεωρία ότι η μία αληθινή Εκκλησία έχει διασπαστεί σε «κλάδους» (Ορθόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς) και ότι καμία Εκκλησία δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά μόνο τμήματά της.

2. Η  αποδοχή της θέσης ότι οι αιρετικές αποκλίσεις της Ρώμης (όπως το Filioque, το Πρωτείο, το Αλάθητο, η Άσπιλος Σύλληψη) αποτελούν απλώς «διαφορετικές διατυπώσεις» ή «θεολογούμενα» (θεολογικές γνώμες) συνιστά αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Α- Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Συνεχίζουμε  να δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της εργασίας μας  με τους βασικούς σταθμούς των θεολογικών διαλόγων και πως αυτοί επηρέασαν την Σύνοδο της Κρήτης.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους διαλόγους ήταν τρεις διμερείς και ένας πολυμερής: ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (Προχαλκηδόνιους), με την Αγγλικανική Κοινωνία και η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ο τρόπος με τον οποίο οι διάλογοι αυτοί επέδρασαν καθόρισε, σε απόλυτο βαθμό, τη σύνταξη του πλέον πολυσυζητημένου συνοδικού κειμένου: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον».

Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται στα άρθρα στα κείμενα-σταθμούς  μέσω της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής από το 1980  Μόναχο 1982, Μπάρι 1987, Μπαλαμάντ 1993, Ραβέννα 2007), καθώς και από τη σφοδρή αντι-οικουμενιστική κριτική που αυτά προκάλεσαν.

2. Ο Διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Ο επίσημος θεολογικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ξεκίνησε το 1980 και αποτελεί τον πλέον πολυσυζητημένο, αλλά και τον πλέον αμφιλεγόμενο διάλογο στην ιστορία της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης.

2.1. Α' Φάση (1980–1990): Μυστηριολογική και Εκκλησιολογική Σύγκλιση

Στην πρώτη φάση, η Διεθνής Μικτή Επιτροπή επέλεξε να ξεκινήσει από τα θέματα που ενώνουν τις δύο Εκκλησίες και όχι από εκείνα που τις χωρίζουν. Παρήχθησαν τρία κείμενα ιδιαίτερης σημασίας:

α) Το Κείμενο του Μονάχου (1982)
Με τίτλο «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος», το κείμενο αυτό αποτέλεσε το πρώτο κοινό κείμενο του επίσημου θεολογικού διαλόγου. Η στρατηγική επιλογή ήταν να ξεκινήσει ο διάλογος από τη Μυστηριολογία και την Τριαδολογία, αφήνοντας για αργότερα τα «διαιρούντα» ζητήματα (Πρωτείο, Filioque). Το κείμενο διαρθρώνεται σε τρία βασικά κεφάλαια:

  • Κεφάλαιο Ι: Η Τοπική Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία. Αναλύεται ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας αφηρημένος οργανισμός, αλλά υφίσταται ιστορικά ως τοπική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία υπό τον επίσκοπο φανερώνει ολόκληρο το Μυστήριο της Εκκλησίας του Χριστού.
  • Κεφάλαιο ΙΙ: Η Ευχαριστιακή Κοινωνία και η Αγία Τριάδα. Η κοινωνία των πιστών μέσω του Σώματος και του Αίματος του Χριστού καθρεφτίζει την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία ορίζεται ως εικόνα της Τριαδικής Θεότητας.
  • Κεφάλαιο ΙΙΙ: Η Επίκληση και η Μεταβολή. Εξετάζεται ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος (Επίκληση) στη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, επισημαίνοντας ότι ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς επίκλησης.

Ηγετική μορφή στην εκπόνηση του κειμένου υπήρξε ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος του 20ού αιώνα, του οποίου η «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» σφράγισε το κείμενο. Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά ο Καρδινάλιος Johannes Willebrands. Συμμετείχαν, επίσης, εκπρόσωποι από όλα τα πρεσβυγενή και νεότερα Πατριαρχεία, καθώς και από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν και υπέγραψαν οι:

  • Ο Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος (Ζαφείρης): Επίσημος εκπρόσωπος και επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς.
  • Ο Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεολογικός σύμβουλος και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • (πηγη: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ. Παντελεήμονος)

Παρά τις μετέχουσες αντιρρήσεις μεμονωμένων θεολόγων και μοναστικών κύκλων, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδέχθηκε τη συμμετοχή της αντιπροσωπείας της και το κείμενο εντάχθηκε στη θεολογική βάση των επόμενων φάσεων του διαλόγου.

Σε  δημοσίευση του καθηγητή Ν.Ματσούκα με τίτλο «Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΕ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» γράφονται για το κείμενο του Μονάχου  τα παρακάτω:

«Το πρώτο θεολογικό κείμενο του Διαλόγου υπήρξε καρπός της Β΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής που συνήλθε στο Μόναχο από 30 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου 1982 και είχε ως θέμα «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φώς του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος»3 . Το κείμενο αυτό προβάλλοντας την ενότητα μεταξύ τοπικής και καθολικής Εκκλησίας με βάση την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας που άρχισε, ως γνωστόν, να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στη ρωμαιοκαθολική θεολογία ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού4 , αναφέρεται μεταξύ των άλλων και στην αποστολικότητα της Εκκλησίας που αποτελεί ουσιώδες συστατικό γνώρισμα της φύσεώς της.

Η Εκκλησία, όπως τονίζεται, είναι αποστολική, γιατί το μυστήριο της σωτηρίας, που αποκαλύφθηκε εν Ιησού Χριστώ και διενεργείται αδιάκοπα, παραδόθηκε σ’ αυτήν εν αγ. Πνεύματι από τους αποστόλους που αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτού του μυστηρίου. Γι’ αυτό άλλωστε και τα μέλη της θα κριθούν κατά την έσχατη ημέρα από το Χριστό και τους αποστόλους . Επειδή δε βασικό στοιχείο της αποστολικής παραδόσεως, με το οποίο διενεργείται μέσα στην Εκκλησία το μυστήριο της σωτηρίας, αποτελεί η τέλεση της θείας Ευχαριστίας, η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θεία Ευχαριστία. Όπως οι απόστολοι ήταν συνηγμένοι περί τον Χριστό και συνιστούσαν την Εκκλησία, έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού, το Σώμα του Χριστού, που βρίσκεται σε κοινωνία με την πρώτη κοινότητα των μαθητών, καθώς και με όλες τις κοινότητες που τελούν ή έχουν τελέσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας6 . Έτσι η κοινωνία που υπάρχει μεταξύ του επισκόπου και της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητος έχει τη θέση της μέσα στην κοινωνία που υπήρχε στην αποστολική κοινότητα7 . Γι’ αυτό ακριβώς στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, που μαρτυρείται ήδη στην «Αποστολική παράδοση» του Ιππολύτου, ο λαός που εκλέγει τον επίσκοπο μιας τοπικής Εκκλησίας είναι ο εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομολογία της τοπικής Εκκλησίας. ταυτόχρονα όμως και ο επίσκοπος δια της χειροτονίας του γίνεται εγγυητής και μάρτυρας της αποστολικότητας της τοπικής Εκκλησίας του8 και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση της πιστότητας της Εκκλησίας του στην αποστολική παράδοση Μέσα στα πλαίσια αυτά κατανοείται και η σημασία της αποστολικής διαδοχής που η σπουδαιότητα και οι εκκλησιολογικές συνέπειές της εξαίρονται ιδιαζόντως στο κείμενο του Μονάχου. Η έννοια της αποστολικής διαδοχής συνίσταται σύμφωνα με το κείμενο στο γεγονός ότι ο επίσκοπος λαμβάνει τη δωρεά της επισκοπικής χάριτος κατά το μυστήριο της χειροτονίας του που τελείται από επισκόπους που έλαβαν και οι ίδιοι τη δωρεά αυτή, χάρις στην ύπαρξη μιας αδιάκοπης διαδοχής των επισκοπικών χειροτονιών, αρχής γενομένης από τους αποστόλους. Με το μυστήριο της χειροτονίας το Άγ. Πνεύμα παρέχει στον επίσκοπο όχι νομικά, σαν να πρόκειται για απλή μεταβίβαση εξουσίας, αλλά μυστηριακά, την εξουσία του λειτουργού που ο ίδιος ο Υιός έλαβε εκ του Πατρός και την οποία δέχθηκε ως άνθρωπος . Με άλλα λόγια το λειτούργημα του επισκόπου ως χάρισμα απορρέει αμέσως εκ του Αγ. Πνεύματος και παρέχεται στον εκλεγέντα δια της επιθέσεως των χειρών των ομόρων επισκόπων επί τη βάσει της αποστολικότητας της Εκκλησίας του, καθώς και της αποστολικότητας των άλλων τοπικών Εκκλησιών δια μέσου των επισκόπων τους, που είναι κι’ αυτοί μάρτυρες της αποστολικής πίστης της Εκκλησίας τους . Με την έννοια αυτή η αποστολική διαδοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μεταβίβαση εξουσιών. Αποτελεί διαδοχή μάρτυρος της αποστολικής πίστεως εντός του πλαισίου της τοπικής Εκκλησίας που βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες που μαρτυρούν κι’ αυτές την ίδια αποστολική πίστη. Για το λόγο αυτό, όπως τονίζεται στο κείμενο, η επισκοπική «καθέδρα» έχει κεφαλαιώδη σημασία για την εισδοχή του επισκόπου στο κέντρο της αποστολικής κοινωνίας . Αυτή δε η αναγωγή του κάθε επισκόπου στην αποστολική κοινωνία συνδέει το σύνολο των επισκόπων που διακονούν τις τοπικές Εκκλησίες με το σύνολο των αποστόλων. Όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι συγκροτούν σύλλογο που έχει τις ρίζες του δια του Αγ. Πνεύματος στο «εφάπαξ» της αποστολικής ομάδος που αποτελεί το μοναδικό μάρτυρα της πίστεως. Αυτό σημαίνει ότι, όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι οφείλουν να είναι ενωμένοι μεταξύ τους δια της πίστεως, της αγάπης, της αποστολής, της καταλλαγής και να συμμετέχουν στην αυτή ευθύνη και την αυτή διακονία της Εκκλησίας. Οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της αποστολικότητας της Εκκλησίας, όπως διατυπώνονται ήδη στο κείμενο του Μονάχου, αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη και επεξεργασία τους στα επόμενα κείμενα του Θεολογικού Διαλόγου.

Θεολογικός σχολιασμός

  1. Αποσύνδεση Αποστολικής Διαδοχής από την Ορθότητα της Πίστεως (Δόγμα)

Το κείμενο  παρουσιάζει την Αποστολική Διαδοχή ως μια μυστηριακή/λειτουργική συνέχεια («αδιάκοπη διαδοχή των επισκοπικών χειροτονιών») και μια αόριστη «μαρτυρία πίστεως». Για την Πατερική Ορθοδοξία, η Αποστολική Διαδοχή δεν είναι μηχανική ή τελετουργική, αλλά υπαρκτική και δογματική. Όταν ένας επίσκοπος ή μια τοπική κοινότητα εκπέσει στην αίρεση (π.χ. Filioque, παπικό πρωτείο/αλάθητο, κτιστή Χάρη), χάνει αυτόματα την Αποστολική Διαδοχή, διότι η διαδοχή είναι πρώτιστα «διαδοχή διδασκαλίας και φρονήματος» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).

Το κείμενο ότι αναγνωρίζει «αποστολικότητα» και «χάρη» σε επισκόπους που δεν ομολογούν την Αποστολική Πίστη στην πληρότητά της.

2.  Στο κείμενο γράφονται: «Όπως οι απόστολοι... έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού». Εδώ επιχειρείται η λεγόμενη «Θεωρία των Ατελών Εκκλησιών» ή «Βαπτισματική/Ευχαριστιακή Θεολογία».

Δεν υπάρχει έγκυρη Ευχαριστία εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η τέλεση ενός μυστηρίου από αιρετικούς ή σχισματικούς δεν συνιστά «Εκκλησία του Θεού». Το κείμενο τεχνηέντως απομονώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας από το συνολικό Πατερικό Ήθος και τη Δογματική Ακρίβεια. Το να αποδέχεσαι ότι η ευχαριστιακή σύναξη των Λατίνων συνιστά «πραγματικά το Σώμα του Χριστού» σημαίνει ότι αποδέχεσαι εκ των προτέρων τη μυστηριακή τους εγκυρότητα, καταργώντας την ανάγκη επιστροφής τους στην Ορθοδοξία.

3.  Αναφέρει ότι οι επίσκοποι συγκροτούν «σύλλογο» συνδεδεμένο με το «εφάπαξ» των Αποστόλων και ότι βρίσκονται σε κοινωνία με άλλες τοπικές Εκκλησίες. Όμως  ο «Σύλλογος των Επισκόπων» της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν συμμετέχει στην ίδια αποστολική διακονία, διότι υποτάσσεται στο Παπικό Πρωτείο δικαιοδοσίας (το οποίο το κείμενο του Μονάχου προσπερνά τεχνηέντως για να το διαπραγματευτεί αργότερα).

 Ο διάλογος ξεκινά από τα «κοινά» σημεία (Ευχαριστία, Επίσκοπος) για να επιβληθεί η ιδέα ότι είμαστε ήδη «αδελφές Εκκλησίες» με ελλείψεις, παρά το ότι υπάρχει αγέφυρο δογματικό χάσμα.

4.         Σύμφωνα με το κείμενο ο λαός «εκλέγει τον επίσκοπο» και είναι «εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του». Στη δυτική/ρωμαιοκαθολική πρακτική, ο λαός ουδέποτε εκλέγει τον επίσκοπο (διορίζεται απευθείας από το Βατικανό/Πάπα). Η αναφορά αυτή είναι θεωρητικό πυροτέχνημα για να φανεί ορθοδόξως αρεστό το κείμενο. Στην Ορθοδοξία (Εγκύκλιος Πατριαρχών Ανατολής 1848), ο λαός είναι πράγματι ο φύλακας της Πίστεως. Όμως, αν ένας επίσκοπος συμπράττει ή κοινωνεί με αιρετικούς επισκόπους (μέσω της αποδοχής του κειμένου του Μονάχου), ο λαός οφείλει να διακόψει την κοινωνία μαζί του (Αποτειχισμός / Κανόνας 15ης Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι να «εγγυάται» τυφλά μια νόθα αποστολικότητα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου