Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Ανασκόπηση της Εγκυκλίου της Συνόδου της Κρήτης (Πρωτοπρεσβυτέρου Ljubo Milošević)

 

Εισαγωγικά

Προκειμένου να κατανοήσουμε το παρακάτω κείμενο του Σέρβου πρωτοπρεσβυτέρου  Ljubo Milošević, διακρίνουμε τα επιχειρήματά του σε τρία επίπεδα: το Εκκλησιολογικό, το Μεθοδολογικό/Κανονικό και το Ιδεολογικό/Γεωπολιτικό.

1. Εκκλησιολογικό Επίπεδο: Η έννοια της «Συνοδικότητας»

Ο Milošević τοποθετείται ενάντια σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως «κοσμικοποίηση» της Εκκλησίας. Επικρίνει την εισαγωγή κοινοβουλευτικών όρων στην Εκκλησία. Για τον ίδιο, η Συνοδικότητα δεν είναι «ψηφοφορία» ή «πλειοψηφία», αλλά η ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΜΟΦΩΝΙΑ  που καθρεφτίζει τη σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Θεωρεί «αίρεση» την προσπάθεια να εξομοιωθεί η εκκλησιαστική λειτουργία με τη δυτική δημοκρατική διαδικασία.

Ένα κεντρικό σημείο του κειμένου είναι η διαφωνία για το πώς πρέπει να συγκροτείται μια Σύνοδος. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η «επισκοποκεντρική» προσέγγιση (όπου κάθε επίσκοπος είναι φορέας της πληρότητας της Εκκλησίας) παραγκωνίστηκε από το Φανάρι υπέρ μιας «αντιπροσωπευτικής» λογικής (εκπρόσωποι-επίσκοποι), την οποία θεωρεί ξένη προς την παράδοση και εργαλείο ελέγχου.

2.  Η αποτυχία της «Συναίνεσης»

Ο συγγραφέας εστιάζει στην «αρχιτεκτονική» της Συνόδου και γιατί αυτή κατέρρευσε.

  • Επισημαίνει ότι η προετοιμασία της Συνόδου είχε βασιστεί στην αρχή του consensus (ομοφωνίας ). Όταν αυτή η αρχή παραβιάστηκε (λόγω της άρνησης συζήτησης θεμάτων ή της επιβολής διαδικασιών), η Σύνοδος έπαψε αυτόματα να έχει κανονική ισχύ.
  • Η στάση της Αντιοχείας, της Γεωργίας, της Βουλγαρίας και της Ρωσίας δεν παρουσιάζεται ως απουσία, αλλά ως κανονική πράξη αυτοπροστασίας. Ο Milošević υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που οι Εκκλησίες αυτές αρνήθηκαν να υπογράψουν, η Σύνοδος έχασε τον «Πανορθόδοξο» χαρακτήρα της, μετατρεπόμενη σε μια περιφερειακή σύναξη.
  • Επικρίνει τη στάση των διοργανωτών που, παρά τις απουσίες, προσπάθησαν να επιβάλλουν την εικόνα μιας επιτυχημένης Συνόδου. Χαρακτηρίζει αυτή την τακτική ως «ζωή σε άρνηση» (living in denial) και «επικοινωνιακό ζογκλερισμό» με την αλήθεια.

3. Ιδεολογικό και Γεωπολιτικό Επίπεδο: Η «σύγκρουση των κόσμων»

Αυτό είναι το πιο «αιχμηρό» μέρος του κειμένου, όπου ο συγγραφέας συνδέει τη θεολογία με τη διεθνή πολιτική.Ο Milošević βλέπει τον οικουμενικό διάλογο όχι ως μαρτυρία πίστης, αλλά ως «συγκρητισμό» που αλλοιώνει την ορθόδοξη ταυτότητα. Τον χαρακτηρίζει ως «σπόρο διχόνοιας» και υποστηρίζει ότι η Εκκλησία πρέπει να απομακρυνθεί από αυτόν. Ο συγγραφέας χωρίζει τον ορθόδοξο κόσμο σε δύο μπλοκ: Το Δυτικό Μπλοκ: Εκκλησίες που, κατά τον ίδιο, ακολουθούν μια φιλοδυτική/ΝΑΤΟϊκή πολιτική, επηρεάζονται από τον «δυτικό μεταχριστιανικό τρόπο ζωής» και δέχονται τις επιταγές του «Φαναρίου».

Το Ανατολικό Μπλοκ (με επικεφαλής τη Ρωσία): Εκκλησίες που επιδιώκουν, κατά τον ίδιο, την εσωτερική πνευματική και οικονομική ελευθερία, μακριά από την «ιδεολογία της πνευματικής και οικονομικής υποτέλειας».

Κατηγορεί τις «ελληνόφωνες» Εκκλησίες ότι διακατέχονται από έναν «ιστορικό φθόνο» και έναν έντονο εθνοφυλετισμό, ο οποίος τις οδηγεί να αποδέχονται ξένα «dictat» προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι.

Ο Milošević γράφει από μια θέση που υποστηρίζει την αυστηρή προσκόλληση στην πατερική παράδοση και είναι επιφυλακτική έως εχθρική απέναντι σε κάθε εκσυγχρονιστική ή συγκεντρωτική τάση μέσα στην Ορθοδοξία.

  • Το βασικό του συμπέρασμα: Η Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν «γεγονός της Εκκλησίας» αλλά «γεγονός ενός εστιασμένου κύκλου», ο οποίος, προσπαθώντας να επιβληθεί, κατέληξε να αποκαλύψει τις βαθιές διαιρέσεις που ήδη υπήρχαν στο σώμα της Ορθοδοξίας.
  • Το κάλεσμά του: Ζητά την επιστροφή στην «απλή ευσέβεια» και την ομολογία της αλήθειας, ανεξάρτητα από το πολιτικό ή εκκλησιαστικό κόστος.

 

---------------------------------------------------------------------------------------------

 

Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος εγείρει πολλά ερωτήματα, και οι απαντήσεις σε αυτά προκαλούν σοβαρό φόβο. Πράγματι, πόσο καλοπροαίρετοι και ειλικρινείς άνθρωποι είμαστε, πρωτίστως υπεύθυνοι με τον λόγο μας στην υπηρεσία του Λόγου, πόσο σεβόμαστε την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, το κατ' εικόνα Θεού και το πρόσωπο στον πλησίον μας, σε κάθε μέλος της Εκκλησίας ξεχωριστά, καθώς και στους λειτουργούς της κατά βαθμό και υπακοή, όταν σε τόσο υψηλό επίπεδο, στο πρόσωπο των εκπροσώπων των τοπικών Εκκλησιών, γράφουμε μια Εγκύκλιο ή ένα μήνυμα προς το κοινό που περιέχει μια απλή αυτοάρνηση;

Στο πρώτο άρθρο του Μηνύματος της Συνόδου της Κρήτης διαβάζουμε τα εξής: «Πρωταρχική προτεραιότητα της Συνόδου ήταν η διακήρυξη της ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η υπάρχουσα ενότητα, βασισμένη στην Ευχαριστία και την αποστολική διαδοχή των επισκόπων της, πρέπει να ενισχυθεί και να αποφέρει νέους καρπούς.»

Παρά την ευσεβώς καλλιεργημένη συνείδηση σεβασμού προς οποιαδήποτε κανονική εκκλησιαστική σύναξη, είναι δύσκολο να απορρίψουμε την αλήθεια που προβάλλει μπροστά στα μάτια μας. Στις πρώτες γραμμές αυτού του επίσημου μηνύματος αποκαλύπτεται ένα φαινόμενο που ολοένα και περισσότερο συναντάται, από το οποίο υποφέρει η σύγχρονη ανθρωπότητα, το οποίο στην ψυχολογία είναι γνωστό ως «ζωή σε συνειδητή άρνηση της πραγματικότητας» (living in denial). Στη στάση μας αυτή ασφαλώς επηρεάζει η επιλογή του όρου «πρωταρχική», που οφείλει να πείσει για μια «ενότητα», η οποία στην ουσία αυτού του γεγονότος, αυτής της ανοιχτής διάστασης στην κατανόηση της Συνόδου της Κρήτης, δεν υπάρχει καθόλου. Ας προσέξουμε τον ίδιο τον όρο «ενότητα», διότι αυτή στην Ευχαριστία δεν έχει ποσότητα, δεν έχει κάποια αριθμητική αξία ώστε να την «ενισχύσουμε» ή να την αυξήσουμε, αλλά είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Όμως, στη σύγκληση της Συνόδου «πρωταρχικά» δεν υπήρξε επιθυμία για την ενότητα, την οποία αντικατέστησε η νομικιστική-σχολαστική αρχή, η οποία δεν την ενισχύει, αλλά τη δηλητηριάζει και στο τέλος την απορρίπτει. Στις φαντασιακές της αρμοδιότητες, η ανολοκλήρωτη Σύνοδος της Κρήτης, σε αυτές τις πρώτες της γραμμές, αναιρεί τον εαυτό της, διότι με την έκφρασή της αποδεικνύει ότι ήταν μόνο μια Σύνοδος ορισμένων τοπικών Εκκλησιών όπου «συμβουλεύονταν» (και η ίδια η Εγκύκλιος λέει ότι η Σύνοδος «συμβουλεύει»). Στο περιορισμένο πεδίο της (θα μου επιτρέψετε να πω και περιορισμένη έκφραση της καθολικής Εκκλησίας), προσπάθησε να επισημάνει ορισμένα προβλήματα της σημερινής Εκκλησίας. Μια Σύνοδος που «συμβουλεύει» και δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύει, είναι το παν άλλο εκτός από αυτό για το οποίο την προετοίμαζαν επί χρόνια, και στο τέλος όλη αυτή τη δουλειά των προηγούμενων γενεών απλώς την υπονόμευσαν.

Ήδη κατά την προετοιμασία της, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που μάθαμε οριστικά ότι ορισμένες Εκκλησίες δεν θα συμμετείχαν, είδαμε και ακούσαμε ότι δεν ήταν συνοδικώς συμφωνημένη, και με ποια κανονική μορφή θα έπρεπε να παρουσιαστεί στην Εκκλησία; Παραβιάστηκε και ο κανονισμός αυτής της συμφωνημένης εργασίας, η συναίνεση (consensus), λόγω της οποίας υπήρξαν ανοιχτές συγκρούσεις κατά την προετοιμασία. Επομένως, η συναίνεση, δηλαδή η ομοφροσύνη και η ομοψυχία, σε αυτή την περίπτωση ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας της πραγματικής συνοδικότητας, διότι ακριβώς πάνω σε αυτήν ασκούνταν, δοκιμάζονταν και ελέγχονταν, για να καταλήξει στο τέλος να αποτύχει.

Είναι απλή και καθαρή αλήθεια ότι η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της για την τελική σύγκληση αυτής της Συνόδου της Κρήτης[1]. Αυτό αποτελεί το πρώτο «de jure» αξεπέραστο εμπόδιο για τη διεξαγωγή της. Το πράττει αυτό βάσει του φυσικού της δικαιώματος ύπαρξης ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία, καθώς και του κεκτημένου δικαιώματος της αδελφικής συμφωνίας όλων των τοπικών Εκκλησιών – πάνω σε εκείνο το από κοινού διαμορφωμένο έγγραφο που υπέγραψαν όλοι, το οποίο αναφέρει ότι η μεθοδολογία της προετοιμασίας και της ίδιας της Συνόδου πρέπει να βασίζεται στη συναίνεση. Θεολογικά ειπωμένο, στην ομοφροσύνη και την ομοψυχία.

Κατά την προετοιμασία της σύγκλησης αυτής της Συνόδου, στο πλευρό της Αντιοχείας στάθηκε και η Εκκλησία της Γεωργίας, η οποία προχώρησε βαθύτερα και έθεσε «θεολογικό βέτο». Διότι οι ανησυχίες της αφορούν την ίδια τη διδασκαλία της Εκκλησίας, και αυτό είναι ήδη σοβαρό ζήτημα, καθώς φτάνει στην «κόκκινη γραμμή» πέρα από την οποία δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς. Αυτή η Εκκλησία, στην απαραβίαστη ελευθερία της, αρνείται να υπογράψει ένα από τα θέματα το οποίο, παρά αυτό το κανονικό εμπόδιο, μπαίνει στο τραπέζι της ημερήσιας διάταξης της Συνόδου. Επομένως, παραβιάστηκε ξανά η υπογεγραμμένη αρχή της συναίνεσης ως οδηγός αυτής της Συνόδου. Η Εκκλησία της Γεωργίας θέτει ως όρο για τη συνοδικότητα σε αυτή τη Σύνοδο το ζήτημα «Το Μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού». Αρνήθηκε κατηγορηματικά να το συζητήσει με τη μορφή που προσφέρθηκε προς επεξεργασία, το οποίο χωρίς τη συγκατάθεσή της δεν θα μπορούσε να βρεθεί στην ημερήσια διάταξη. Τι είδους Σύνοδος και συνοδικότητα είναι αυτή που απορρίπτει τις παρατηρήσεις επί της διδασκαλίας, όχι κάποιου μεμονωμένου προσώπου, αλλά ολόκληρης της Ιεράς Συνόδου μιας κανονικής τοπικής Εκκλησίας; Ασφαλώς και αυτό είναι ένα αξεπέραστο εμπόδιο για τη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης με τη μορφή που είχε σχεδιαστεί.

Για τη Βουλγαρική Εκκλησία, το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η επιβεβλημένη μεθοδολογία εργασίας κατά την «τεχνική» προετοιμασία, η οποία περιέχει γι' αυτούς απαράδεκτο συμβολισμό πρωτοκολλικής διαφοροποίησης του Οικουμενικού Πατριάρχη από τους άλλους προκαθημένους των Εκκλησιών και την απουσία διάθεσής του, ως προεδρεύοντος, να ακούσει τις παρατηρήσεις. Ασφαλώς, αξίζει κάθε έπαινο το γεγονός ότι προβάλλουν και πραγματιστικούς λόγους, κάτι που για εμάς είναι πολύ ενδιαφέρον, διότι σε τόσο υψηλό επίπεδο αναφέρεται για πρώτη φορά ένα πρόβλημα που υπάρχει από καιρό, τουλάχιστον στη δική μας Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρόκειται για το χρήμα. Ποιος πληρώνει όλα αυτά; Λένε πολύ απλά ότι για μια τόσο αποτυχημένα οργανωμένη Σύνοδο απλώς δεν έχει νόημα να δαπανάται εκκλησιαστικό χρήμα. Ιδού, να ειπωθεί κι αυτό μία φορά. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να πάει σε Σύνοδο όπου όλα είναι προαποφασισμένα.

Προσέξτε, εδώ οι Εκκλησίες από την οικογένεια των υπολοίπων Εκκλησιών ασκούν τα ουσιαστικά στοιχεία της συνοδικότητάς τους, χωρίς την οποία, στον δεδομένο ιστοριοσοφικό χρόνο του τρέχοντος Διπτύχου των Εκκλησιών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πανορθόδοξη συνοδικότητα. Εάν αυτές είναι αληθινές Εκκλησίες, δεν έχει σημασία γιατί δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν, ούτως ή άλλως παραβιάζεται η ευχαριστιακή και, ασφαλώς, η νομική συνοδικότητα. Η συνοδικότητα δεν ήταν παρούσα στην Κρήτη, απλώς διότι δεν υπήρξε στο τέλος, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες υποστηρίζουν πως οι προετοιμασίες ξεκίνησαν συνοδικώς. Είναι αλήθεια ότι ξεκίνησαν συνοδικώς, αλλά είναι ακόμη πιο αληθές ότι δεν ολοκληρώθηκαν συνοδικώς, και όλες αυτές οι προσπάθειες παροχής νομιμοποίησης είναι απλώς αβάσιμες, και ακόμη λιγότερο οι γενικόλογες επικρίσεις που απευθύνονται στις Εκκλησίες που εξέθεσαν τους λόγους της μη μετάβασής τους στην Κρήτη.

Μόνο αυτά που αναφέραμε αρκούν για να γίνει κατανοητή η ουσιαστική απουσία συνοδικότητας. Ακριβώς εδώ σταματά κάθε συζήτηση, όπως και οι διάφοροι σοφιστικοί πειρασμοί περί ορθόδοξης συνοδικότητας, η οποία προφανώς δεν υπήρξε. Από όσα ειπώθηκαν, είναι σαφές ότι υπήρχε εμπόδιο για τη σύγκληση αυτής της Συνόδου, το οποίο δυστυχώς δεν θέλησαν να άρουν, επειδή δεν τους ενδιέφερε η συναίνεση.

Επιστρέφοντας στα πρώτα λόγια της εν λόγω Εγκυκλίου, γνωρίζουμε ότι η Σύνοδος στην Κρήτη δεν «διακήρυξε» ούτε εμφάνισε την «ενότητα» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Απέτυχε στη βασική δοκιμασία της κανονικής της ύπαρξης σε σχέση με την εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η απουσία συνοδικότητας («ενότητας» που, κυριολεκτικά, δεν υπήρξε) βάθυνε τη δυσπιστία και προκάλεσε ανοιχτές δυσαρέσκειες στην Ορθοδοξία. Επομένως, χειροτέρεψε την κατάσταση στην Εκκλησία, προκαλώντας της τεράστιες ζημιές, ιδιαίτερα στη δεκαετή προετοιμασία της για την πιθανή επίλυση πραγματικών, και όχι φανταστικών, προβλημάτων της σημερινής Εκκλησίας: μεταξύ των πρώτων ξεχωρίζουν το ημερολογιακό σχίσμα, το ζήτημα του Πασχαλίου της Φινλανδικής Εκκλησίας και η για την Ορθοδοξία απαράδεκτη μορφή διαλόγου με τους ετερόδοξους – ο οικουμενιστικός συγκρητισμός. Σύμφωνα με τα λεχθέντα, έπραξε ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που διατυπώθηκε στα πρώτα λόγια του πρώτου άρθρου του κειμένου της Κρήτης.

Αυτή η «λειψή» Σύνοδος, στη στάση της απέναντι στις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν, απλώς αλλάζει τις θέσεις περί ορθόδοξης συνοδικότητας. Σε μεγάλο βαθμό διαίρεσε την Εκκλησία, με τέτοιο τρόπο ώστε απλώς εδραίωσε ακόμη περισσότερο τις σφαίρες επιρροής στη σημερινή «πολιτικο-ιδεολογικά»[2] διαιρεμένη Ορθοδοξία, οι οποίες ασφαλώς βρίσκονται υπό την τρέχουσα πίεση των γεωπολιτικών ολοκληρώσεων και προσδιορισμών σε σχέση με τα ισχυρά συμπτώματα μιας μελλοντικής ορθόδοξης αυτοκρατορικότητας. Τέσσερα από τα πέντε ορθόδοξα Πατριαρχεία (Πενταρχία), που προέκυψαν από την ελευθερία και το πνεύμα της όμορφης βυζαντινής χριστιανικής αυτοκρατορικότητας, απαρνήθηκαν την ίδια. Έλαβαν το κανονικό τους καθεστώς πάνω σε αυτοκρατορικές αρχές πολιτικής ελευθερίας, η οποία απορρέει από την ορθόδοξη χριστιανική κρατική υπόσταση, δηλαδή την εμπειρία της εσωτερικής εκκλησιαστικής και πολιτικής ανεξαρτησίας. Είτε λόγω ιστορικού φθόνου ότι μόνο οι Έλληνες μπορούν να έχουν Ορθόδοξη αυτοκρατορία και «ηγεσία» στην Εκκλησία (Ορθοδοξία), είτε λόγω του έντονου εθνοφυλετισμού των ελληνικών εκκλησιών, εκείνες προτιμούν να δέχονται το «dictat» απ' έξω, δηλαδή την ιδεολογία της πνευματικής και οικονομικής καταπίεσης, προτιμούν να επιλέγουν αυτή τη δυτική μεταχριστιανική ιδεολογία ζωής και κοινωνικής συγκρότησης και σε αυτήν βλέπουν παράλογα το μέλλον της Εκκλησίας. Μαζί με αυτή την ιδεολογία πηγαίνουν και όλες οι άλλες ηθικές και δεοντολογικές ήττες μπροστά στο χολιγουντιανό παγκόσμιο εργοστάσιο ψεύτικων εικόνων ανθρώπινης ευτυχίας και ευημερίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα είναι διαιρεμένη σε σφαίρες επιρροής των παγκόσμιων δυνάμεων, συγκεκριμένα του ΝΑΤΟ, και χωρών που επιθυμούν να ζήσουν αυτή τη ζωή με εσωτερική πνευματική και οικονομική ελευθερία, με επικεφαλής τη μεγάλη Ορθόδοξη χώρα, τη Ρωσία. Στις «λειψές» και μη ολοκληρωμένες κανονικές μορφές της, η Σύναξη στην Κρήτη διαιρεί και δεν ενώνει τις τοπικές Εκκλησίες.

Σε αυτή την ανολοκλήρωτη Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Κρήτη, αποκαλύπτεται με τραχύ τρόπο η απουσία θεολογικής οικοδόμησης της εκκλησιαστικής ενότητας, καθώς και η απουσία πνευματικής γλώσσας κατά τις συνεδριάσεις της συνόδου. Όλα αυτά θίγουν το ίδιο το θεολογικό ζήτημα της πανορθοδοξότητας, η οποία παρουσιάζεται με τρόπο μη ορθόδοξο, φτάνοντας μέχρι την βεβήλωση της οντολογικής ομορφιάς των εκκλησιαστικών εκφράσεων, καθώς η συνοδικότητα συγκρίνεται αναλογικά με τη δημοκρατία![3]. Το γεγονός ότι στην περίπτωση της Κρήτης καθοδηγείται από τη δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποτελεί διδασκαλία ισάξια με αίρεση σε σχέση με τη συνοδικότητα της οντολογικής μοναρχίας της Αγίας Τριάδας. Ο Μητροπολίτης Αντώνιος μας διδάσκει «ότι η Εκκλησία είναι ξένη προς την έννοια της ενότητας μέσα στην αμαρτωλή διαιρεμένη ανθρωπότητα... ότι η ουσία της δεν έχει ομοίωμα ενότητας στη γη, όπου δεν υπάρχει καθόλου, παρά μόνο διαιρέσεις, αλλά στον ουρανό όπου υπάρχει η ενότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[4].

Εδώ θα ήταν υπερβολή να θυμίσουμε τη «συναίνεση», τον προηγουμένως υπογεγραμμένο κανονισμό εργασίας, διότι δημοσίως, με τραχιά απόκλιση από τον ορθόδοξο όρο της ομοφροσύνης, συμφωνούν σε μια κοσμική εργασία βασισμένη στην εμπειρία διαφόρων πολιτικών ψηφοφοριών και απαρτιών. Αυτό απαιτεί εξήγηση ότι η ορθόδοξη συνοδικότητα δεν είναι ένα δεδομένο από μόνο του (όπως ο παποκεντρισμός στον ρωμαιοκαθολικισμό), και το λιγότερο είναι μια εξωτερική αυτο-εφαρμογή με την έννοια «έξω από την έκφραση της ομοφροσύνης», ούτε είναι καταναγκασμός από κάποιους ξένους, άγνωστους στην Εκκλησία παράγοντες, ή από κάποιες ελιτίστικες ομάδες εντός της. Τι είναι η συνοδικότητα; Είναι μια ενεργός και δυναμική πραγματικότητα της ζωντανής εκκλησιαστικής κοινωνίας και ομοφροσύνης, όπως ακριβώς και η Λειτουργία είναι ζωντανή, ενεργός, δυναμική, πραγματική. Παρούσα εδώ και τώρα στις καθορισμένες της «αρμοδιότητες»: τοπικό επίπεδο, επαρχιακό και πανορθόδοξο! Δημιουργείται η εντύπωση ότι για τους συντάκτες αυτού του Μηνύματος, η συνοδικότητα φαίνεται να πηγάζει από κάποιο «μεταλλαγμένο δόγμα». Σαν να είναι παρούσα στην Εκκλησία από μόνη της, η οποία παθητικά σιωπά και περιμένει τη στιγμή της στην πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας, την οποία κατά καιρούς μπορούν να κινήσουν ελίτ ή οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που δεν χρειάζονται όλες τις Εκκλησίες της Ορθοδοξίας (όπως τώρα στην Κρήτη), ανεξάρτητα από τη μορφή της συνοδικής παρουσίας – αυτοκέφαλη-αντιπροσωπευτική (συμβουλιακή, όπως σε αυτή την περίπτωση, ασφαλώς εκκλησιολογικά λανθασμένη) ή επισκοπική. Γι' αυτό οι συμμετέχοντες σε αυτή τη Σύναξη φαίνεται να συμβουλεύουν ότι μια ορθόδοξη Σύνοδος μπορεί να πραγματοποιηθεί ελλείψει της ουσίας της – της συνοδικότητας; Πρέπει να εξηγηθεί ότι δεν υπάρχει παθητική συνοδικότητα του «κέντρου», την οποία αυτό κατά καιρούς κινεί, αλλά το «Κέντρο» οικοδομείται (πραγματοποιείται) με τη σύναξη των επισκόπων και την ομολογία. Σε εμάς δεν υπάρχει πάπας που θα ήταν το κέντρο της καθολικής συνοδικότητας. Ο μηχανισμός οικοδόμησης της πανορθόδοξης συνοδικότητας είναι η απόκριση και η παρουσία όλων των Εκκλησιών της Οικουμένης, και αυτό είναι αξίωμα της ορθόδοξης συνοδικότητας. Αν δεν υπάρχει συμφωνία, τότε δεν υπάρχει ούτε συνοδικότητα, ούτε ενότητα, και το λιγότερο οι καλοί καρποί που αναφέρει η Εγκύκλιος.

 Επιστολή κληρικών και λαϊκών της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον Πατριάρχη Βουλγαρίας και την Ιερά Σύνοδο για την υπεράσπιση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Κληρικοί και λαϊκοί της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με επιστολή προς τον Πατριάρχη και την Ιερά Σύνοδο για την υπεράσπιση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας:

https://www.24chasa.bg/bulgaria/article/23141709

Αυτόματη μετάφραση:

Κληρικοί και λαϊκοί έγραψαν μια ανοιχτή επιστολή προς τον Πατριάρχη Δανιήλ προς υποστήριξη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΟΟΕ), ζητώντας παράλληλα να λάβει θέση η Ιερά Σύνοδος. Στις 2 Ιουλίου θα πραγματοποιηθεί δικαστική συνεδρίαση στο Κίεβο, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει στη νομική εκκαθάριση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Κρατική Υπηρεσία της Ουκρανίας για την Εθνοπολιτική και την Ελευθερία της Συνείδησης. Από το 2023 αναμένεται η τοποθέτηση της Ιεράς Συνόδου σχετικά με τους διωγμούς κατά της Εκκλησίας στην Ουκρανία.

Ακολουθεί η ανοιχτή επιστολή που θα κατατεθεί στην Ιερά Σύνοδο:

Έχουν περάσει περισσότερα από τρία χρόνια από την προηγούμενη Ανοιχτή Επιστολή-Έκκληση προς υποστήριξη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΟΟΕ) του Απριλίου 2023, με περισσότερες από 2.000 υπογραφές κληρικών και λαϊκών, η οποία παραμένει αναπάντητη και χωρίς τις ανάλογες αξιοπρεπείς ενέργειες εκ μέρους της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δυστυχώς, κατά την παρελθούσα περίοδο, οι διωγμοί κατά της ομολογιακής ΟΟΕ από το ουκρανικό κράτος όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά κλιμακώνονται μπροστά στα μάτια μας. Για τις 2 Ιουλίου 2026 έχει προγραμματιστεί δικαστική υπόθεση εναντίον της ΟΟΕ, με σκοπό να τη θέσει εκτός νόμου και να την υποβάλει σε νέους, ακόμη πιο σκληρούς διωγμούς και κακοποιήσεις – ασύγκριτα πιο σκληρούς από τους διωγμούς κατά της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τη διάρκεια του ατυχούς σχίσματος της περιόδου 1992–2004.

Η ενεργοποίηση της εκκλησιαστικής «πέμπτης φάλαγγας» στην Ουκρανία, η αναγνώριση της σχισματικής «Συνόδου» από την κρατική εξουσία και η βίαιη επίθεση του κράτους κατά της κανονικής ΟΟΕ θυμίζουν όχι μόνο το βουλγαρικό σχίσμα, αλλά και την υποστηριζόμενη από τη μπολσεβικική εξουσία στην ΕΣΣΔ λεγόμενη «Ζωντανή Εκκλησία», καθώς και τις δικαστικές διώξεις εναντίον του αγίου Πατριάρχη Τύχωνα και της κανονικής Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σκοπός της δικαστικής δίωξης κατά της ΟΟΕ είναι η νομική απονομιμοποίηση και η διοικητική παράλυση μιας κανονικής τοπικής εκκλησίας υπέρ του κανονικά μη νόμιμου, δηλητηριώδους διπλοτύπου της, της «ΟΕΟ» (του ιδιότυπου ουκρανικού ισοδύναμου της «Ζωντανής Εκκλησίας» του 1922, όπως ακριβώς ήταν και η δική μας «εναλλακτική σύνοδος» του 1992).

Η πράξη αυτή αποτελεί τον επόμενο πικρό καρπό του εκκλησιαστικού σχίσματος στην Ουκρανία, το οποίο δημιουργήθηκε μέσω του αντικανονικού και αντιεκκλησιαστικού «τόμου» που παραδόθηκε το 2019 από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Τέτοιου είδους διοικητικές-έγγραφες «μεθοδεύσεις» δεν έχουν καμία εξουσία επί του μυστικού σώματος της Εκκλησίας, η οποία έχει περάσει επανειλημμένα μέσα από περιόδους αποστασίας, διωγμών και μαρτυρίου. Η ΟΟΕ εδώ και 7 ολόκληρα χρόνια στεφανώνεται μπροστά στα μάτια μας με ουράνια ομολογιακά στεφάνια μαρτυρίου, τόσο αίματος όσο και αναίμακτα, με επικεφαλής τον Μακαριώτατο Ονούφριο, Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας, μαζί με τους πιστούς ενώπιον του Θεού άξιους αρχιερείς, ιερείς και λαϊκούς.

Ένας τέτοιος λαός του Θεού σώζεται μέσα από την ομολογία, αλλά αν επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να προδώσουμε σιωπηλά τους αδελφούς μας, αυτή η αποστασία θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε θλιβερές συνέπειες για όλους μας, κατά τις οποίες, με την παραχώρηση του Θεού, τα τεχνάσματα του πονηρού θα μπορούσαν να βάλουν σε πειρασμό και να ενθαρρύνουν σχισματικές τάσεις σε κάθε άλλη τοπική Εκκλησία, προκειμένου να υλοποιηθεί ένα παγκόσμιο σχίσμα βασισμένο σε γήινους πολιτικούς πειρασμούς.

Όλα αυτά συμβαίνουν όχι χωρίς τη συνέργεια φιλόδοξων κληρικών –όπως πάντα υπάρχουν– οι οποίοι εκπροσωπούν ξένα προς τον λαό του Θεού, απατηλά και ιδιοτελή συμφέροντα. Μη γένοιτο!

Στρέφουμε την προσοχή σας και στο γεγονός ότι ζούμε αδιάκοπα με τον πόνο μας για τους πολύπαθους αδελφούς μας, τους Βεσσαράβους Βουλγάρους, πιστά τέκνα της κανονικής Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τους οποίους, με τη μακροχρόνια αδράνεια και σιωπή μας, τους στερούμε την κραυγαλέα απαραίτητη υποστήριξη απέναντι στην αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας στην Ουκρανία.

Δόξα τω Θεώ, η Εκκλησία στη Βουλγαρία δεν υφίσταται επί του παρόντος υπερβολική πίεση και δεν απαιτείται από αυτήν ιδιαίτερο θάρρος για να υπερασπιστεί την αλήθεια, την κανονικότητα, την ελευθερία της συνείδησης και την πίστη.

Αναμένουμε από την Ιερά Σύνοδο να βγει από την πολυετή «πολιτικά ορθή» σιωπή της, να νιώσει τον πόνο στο σώμα της Εκκλησίας ως δικό της πόνο και να δηλώσει ότι δεν αποδέχεται την ωμή και καταστροφική παρέμβαση του ουκρανικού κράτους και του προφανώς υποταγμένου και κατασταλτικού δικαστικού του συστήματος στις υποθέσεις και τη ζωή της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι Μία, και η ΟΟΕ δεν ανήκει μόνο στους Ουκρανούς ορθόδοξους χριστιανούς, αλλά είναι και δική μας, επειδή όλοι είμαστε μέλη ενός θεογέννητου σώματος. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη· εἴτε δοξάζεται ἓν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη. Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους.» (Α' Κορ. 12:26-27).

Ελπίζουμε σύντομα, μαζί με ολόκληρη την αδιάλειπτη Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, να χαρούμε με μια αξιοπρεπώς διακηρυγμένη θέση που αρμόζει στην Ιερά Σύνοδο της ΒΟΕ, μέσω της οποίας, με την άνωθεν δοθείσα αρμοδιότητα, να προστατεύσουμε τους εν Χριστώ αδελφούς μας. Διότι για το αντίθετο έχει ειπωθεί: «με τη σιωπή προδίδεται ο Θεός» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Η Εκκλησία και οι «Εκκλησίες» - μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

 Το κείμενο  αποτελεί μια εκτενή θεολογική και κριτική ανάλυση από την οπτική γωνία της παραδοσιακής ορθόδοξης θεολογίας, η οποία αμφισβητεί έντονα τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης (2016) και τις οικουμενιστικές τάσεις που παρατηρούνται στον διαχριστιανικό διάλογο. Καταλήγει στο ότι η Σύνοδος της Κρήτης δημιούργησε ένα κλίμα «σύγχυσης» επειδή απέτυχε να διαχωρίσει με σαφήνεια την Εκκλησία από τις αιρέσεις. Προτρέπει τους πιστούς να μην παρασύρονται από τις «κοσμικές» επιδιώξεις για ενότητα που δεν εδράζονται στην ορθόδοξη πίστη, προβάλλοντας τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό ως πρότυπο ακλόνητης στάσης απέναντι στα δόγματα.

---------------------------

Η Εκκλησία και οι «Εκκλησίες» - μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

Αρχιερέας- SRBOLJUB Miletić

Οικουμενική αγάπη

Οι Ορθόδοξοι έχουν διαφορετική κατανόηση της Εκκλησίας και της έννοιας του ανήκειν σε αυτήν από τους Καθολικούς, διάφορους Προτεστάντες και άλλους μη Χριστιανούς. Σήμερα, αυτή η διαφορά εξασθενεί ολοένα και περισσότερο στο μυαλό των Ορθοδόξων, επειδή οι θεολόγοι, οι επίσκοποι και οι κληρικοί μας σπάνια μιλούν γι' αυτήν. Αντίθετα, τα μέσα ενημέρωσης αναφέρουν όλο και περισσότερο διάφορα συνέδρια, διαλέξεις, διαθρησκευτικές συναντήσεις και συγκεντρώσεις, στα οποία λέγεται ότι «πρέπει να αναζητούμε τα σημεία που μας ενώνουν, όχι τα σημεία που μας χωρίζουν», ότι «έχουμε κοινά προβλήματα, κοινές προκλήσεις, ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα που μας συνδέουν παρά μας χωρίζουν» και τα συναφή. Αυτές οι συναντήσεις, οι συγκεντρώσεις και οι τελετές που τις συνοδεύουν στέλνουν ένα μήνυμα στον λαό ότι «η αμοιβαία γνωριμία, η συνεργασία, η πολυπολιτισμική και πολυομολογιακή συμβίωση θα γιατρέψουν τις πληγές που μας χωρίζουν, που έχουμε προκαλέσει ο ένας στον άλλον σε όλη την ιστορία.

Επομένως, η θέση τους είναι σαφής: δεν θα επιτύχουμε ενότητα στην Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη μέσω της ταπεινότητας και της μετάνοιας. Αντίθετα, θα επιτύχουμε κάποιο είδος «ενότητας» μέσω της γνωριμίας, της συναδελφικότητας και της συνεργασίας. Για τον σκοπό αυτό, οι υποστηρικτές της «ενότητας» συμβουλεύουν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς «να μην κλείνονται στον εαυτό τους» και ότι είναι «καλύτερο να είσαι μέρος της λύσης παρά μέρος του προβλήματος» (κατά κανόνα, δεν προσδιορίζεται: ποιανού η λύση και ποιο πρόβλημα;).

Υπό την επήρεια τέτοιων και παρόμοιων ιδεών βρίσκονται επίσης και οι Ορθόδοξοι που ενδιαφέρονται να συμβαδίζουν με τον κόσμο. Μιμούμενοι Καθολικούς και Προτεστάντες και συνεργαζόμενοι μαζί τους στον μοντερνισμό και τον οικουμενισμό, ορισμένοι αφελώς πιστεύουν ότι οι ιδέες που μας επιβάλλονται από τη Δύση είναι στην πραγματικότητα μόνο ένα «φιλικό χέρι απλωμένο» και ότι η αποδοχή αυτών των ιδεών θα μας φέρει τελικά το δυτικό οικονομικό πρότυπο, πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Είναι φυσικό, εξαιτίας αυτού, να θέλουν να αναμειχθούν και να συγχωνευθούν με τους ειδωλολάτρες, επιθυμώντας ορατή, διοικητική και δικαιοδοτική ενότητα με άλλες και διαφορετικές θρησκείες που «γενναιόδωρα» αποκαλούν «άλλους Χριστιανούς». Και αυτή τη φιλόδοξη επιθυμία και γενναιοδωρία τους, εις βάρος της δικής τους Πίστης και Εκκλησίας, την παρουσιάζουν ως – χριστιανική, οικουμενική αγάπη.

Πιθανότατα, σε τέτοιο οικουμενικό πνεύμα και διάθεση συνεργασίας, η Σύνοδος της Κρήτης έκανε επίσης τις δηλώσεις της σχετικά με τις «εκκλησίες», σχετικά με τους υποτιθέμενους «άλλους Χριστιανούς», αγωνιζόμενη να εξηγήσει πως η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται υποτίθεται «το ιστορικό όνομα άλλων ετερόδοξων χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών που δεν βρίσκονται σε κοινωνία με αυτήν». Αυτή η αντιφατική δήλωση έγινε παρά τις πολλές διαφωνίες, προειδοποιήσεις και αποφάσεις που ελήφθησαν ενώπιον της Συνόδου της Κρήτης, όπως για παράδειγμα η ομόφωνη απόφαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ότι οι ετερόδοξες κοινότητες στα κείμενα της Συνόδου δεν μπορούσαν να ονομαστούν «εκκλησίες». Η Σύνοδος της Κρήτης απλώς αγνόησε την απόφαση της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και οτιδήποτε άλλο δεν ήταν σύμφωνο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις.

Από την άλλη πλευρά, οι Καθολικοί και οι λεγόμενοι «άλλοι Χριστιανοί» δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το όνομα «εκκλησία». Στο πνεύμα της παγκόσμιας ενότητας, ο Πάπας καλωσόρισε τη Σύνοδο της Κρήτης, στέλνοντας αντιπροσωπεία στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο με ένα ειδικό μήνυμα που διαβάστηκε στο τέλος της Λειτουργίας στο Φανάρι. Με τα δικά του λόγια, ο Πάπας «επιβεβαίωσε τη γενική επιθυμία για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας», τονίζοντας τον ρόλο του οικουμενικού διαλόγου, ο οποίος «βοηθά τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς να εκτιμούν τα ταλέντα ο ένας του άλλου και να συνεργάζονται στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, στην προώθηση της ειρήνης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, των οικογενειακών αξιών και της φροντίδας για το κοινό σπίτι». (Δεν διευκρινίζεται εδώ ποιο «Ευαγγέλιο» εννοείται: το «Ευαγγέλιο» κατά τον Πάπα ή το Ευαγγέλιο κατά τον Χριστό όπως το γνωρίζουμε;)

Το ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας

Ποια είναι η διαφορά στην κατανόηση της Εκκλησίας και της συμμετοχής στην Εκκλησία μεταξύ ημών και των Ρωμαιοκαθολικών; Μεταξύ άλλων λεγόμενων Χριστιανών, δεν υπάρχει σαφής και συνεπής διδασκαλία επί του θέματος, επομένως θα σταθούμε σε αυτή τη διαφορά, ελπίζοντας ότι στη βάση της οι άλλες διαφορές θα είναι σαφέστερες.

Η έννοια του ανήκειν στην εκκλησία γίνεται αντιληπτή από τους Ρωμαιοκαθολικούς πρωτίστως ως έννοια εξουσίας – δικαιοδοσίας: πνευματικής, εκκλησιαστικής, νομικής και διοικητικής, μέσω της αναγνώρισης του Πάπα ως «Διάδοχου του Πέτρου» και «Βικάριου του Χριστού» ως κεφαλής, ανώτατου δικαστή και αρχιερέα. Για την ενότητα με αυτήν την «εκκλησία», αρκεί μια κοινότητα να αναγνωρίζει τον Πάπα ως την ανώτατη εξουσία και να αποτελεί οργανικό μέρος του Ρωμαιοκαθολικισμού, επί του οποίου ο Επίσκοπος Ρώμης έχει πλήρη εξουσία και δικαιοδοσία.

Σε αντίθεση με αυτούς, η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί την ενότητα της πίστης, όχι την ενότητα της διοικητικής δικαιοδοσίας. Διότι, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Χριστού, η Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της πίστης στον Θεό. Το ζήτημα της αληθινής πίστης είναι ταυτόχρονα και ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας. Στην πραγματικότητα, είναι ζήτημα της αληθινής πίστης και όχι ζήτημα της «αληθινής δικαιοδοσίας». Έτσι, ακόμη και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν ρωτήθηκε σε ποια δικαιοδοσία ανήκε, κατέθεσε αυτό που η Εκκλησία έχει ομολογήσει εξαρχής, εξηγώντας ότι: «Ο Θεός και Κύριος όλων είπε ότι η Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήρια ομολογία της πίστης σε Αυτόν!»

Ο Επίσκοπος Αθανάσιος (Γέφτιτς) το συνόψισε ως εξής: «Τα Ρωμαιοκαθολικά πρότυπα και κριτήρια για την Εκκλησία και την εκκλησιαστικότητα δεν είναι τα ίδια με τα Ορθόδοξα πρότυπα. Διότι σε αυτά το «υπέρτατο πρότυπο» είναι ο Ρωμαίος Πάπας και η υποταγή σε αυτόν, η κοινωνία μαζί του· ενώ σε εμάς είναι το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία του Χριστού. Επομένως, το ζήτημα της αληθινής πίστης είναι ταυτόχρονα και ζήτημα της αληθινής Εκκλησίας. Αλλά η ΠΙΣΤΗ ως η Θεοαποκαλυπτόμενη Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή (Ιωάννης 14:6).

Όταν απεσταλμένοι του αυτοκράτορα και του πατριάρχη ήρθαν στον φυλακισμένο Άγιο Μάξιμο για να τον πείσουν να συμφωνήσει σε έναν συμβιβασμό σχετικά με την αίρεση του Μονοθελιτισμού, ρώτησαν τον Μάξιμο: «Σε ποια Εκκλησία ανήκετε; Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Αντιόχεια, Αλεξάνδρεια, Ιερουσαλήμ; Διότι όλες αυτές οι Εκκλησίες, με τις υπαγόμενες σε αυτές επισκοπές, έχουν ενωθεί· αν λοιπόν ανήκετε και εσείς στην Καθολική Εκκλησία, ενωθείτε κι εσείς!» Σε αυτό ο Άγιος Ομολογητής απάντησε χαρακτηριστικά (και το επανέλαβε σε επιστολή προς τον μαθητή του Αναστάσιο): «Ο Θεός και Κύριος των πάντων είπε ("απεφώνατο" = δηλωμένο, θεσμοθετημένο) ότι η Καθολική Εκκλησία είναι η σωστή (την "ορθήν" = ορθόδοξη) και σωτήρια ομολογία πίστης σε Αυτόν", και γι' αυτό αποκάλεσε μακάριο τον Πέτρο (τον απόστολο) που τον ομολόγησε καλά... και είπε ότι σε αυτό (σε αυτό που ομολόγησε) θα οικοδομήσει μια τέτοια (ορθόδοξη) Εκκλησία» (Ματθ. 16:16-18.)

Οι Καθολικοί, οι οποίοι υποτίθεται ότι έχουν ακούσει αυτή την απάντηση πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν πώς οι Ορθόδοξοι μπορούν να έχουν «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία» και να είναι μέλη της, χωρίς να αναγνωρίζουν έναν Πάπα και να μην υποτάσσονται στον «διάδοχο του Πέτρου». Τι είδους ενότητα είναι αυτή χωρίς έναν ηγέτη και κεφαλή!; Οι Καθολικοί θέτουν τέτοια και παρόμοια ερωτήματα, στα οποία είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση και ότι είναι τόσο απληροφόρητοι. Είναι πιο πιθανό να μην θέλουν να γνωρίζουν ή να ακούσουν καθόλου ότι οι Ορθόδοξοι έχουν όχι μόνο Έναν, αλλά και τον Μόνο Ηγέτη και Κεφαλή, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον Μέγα Ιεράρχη, ο οποίος έτσι απεικονίζεται στον θρόνο σε κάθε Ορθόδοξη εκκλησία. Διότι ο ίδιος είπε: «Ιδού, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου!» (Ματθ. 28:20).

Η απάντηση αυτή εγείρει ένα διττό ζήτημα για τη ρωμαιοκαθολική θεολογία: Αφενός, η κεφαλή της Εκκλησίας είναι αποκλειστικά ο Χριστός και όχι ο Πάπας. Αφετέρου, η ενότητα των πιστών δεν μπορεί να θεμελιωθεί στο πρόσωπο κανενός επισκόπου, ηγέτη ή θεσμού ανθρώπινης προέλευσης –είτε στη Ρώμη είτε στην Κωνσταντινούπολη–, αλλά αποκλειστικά στο πρόσωπο του Χριστού.

Νομοθετική και εκτελεστική εξουσία

Από την αρχή κιόλας, ήταν σαφές στους αποστόλους και τους Χριστιανούς ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και ότι οι άνθρωποι είναι τα μέλη της: «Εσείς είστε σώμα Χριστού και μέλη ο ένας του άλλου». (Α΄ Κορινθίους 12:27). Το Σώμα του Χριστού περιλαμβάνει τους αποστόλους, τους μετέπειτα επισκόπους, τους ιερείς και μέχρι σήμερα όλους τους πιστούς και όλες τις εκκλησιαστικές τάξεις, από τον πατριάρχη μέχρι τους επιτρόπους, επειδή όλες οι εκκλησιαστικές τάξεις υποτάσσονται στον Χριστό, ως μέλη και μέλη του Σώματος του Χριστού. Όπως λέει η Αγία Γραφή, ο Κύριος ο Θεός «κατά την ενέργεια της παντοδύναμης δύναμής του, την οποία ενήργησε εν Χριστώ, όταν τον ανέστησε από τους νεκρούς, και τον κάθισε στα δεξιά του στους ουρανούς, πολύ πάνω από κάθε αρχή και δύναμη και ισχύ και κυριαρχία και κάθε όνομα που ονομάζεται, όχι μόνο σε τούτον τον αιώνα, αλλά και στον μέλλοντα· και όλα τα υπέταξε κάτω από τους πόδας του, και τον έδωσε ως κεφαλή πάνω από όλα στην εκκλησία, η οποία είναι το σώμα Του, το πλήρωμα Εκείνου που πληροί τα πάντα σε όλα». (Εφεσ. 1:20-23.) «Διότι δεν είσθε πλέον ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίτες των αγίων και οίκος του Θεού, εποικοδομημένοι επί του θεμελίου των αποστόλων και προφητών, έχοντες τον ίδιον Ιησούν Χριστόν ακρογωνιαίον λίθον, εν ω πάσα η οικοδομή, συναρμολογημένη, υψούται εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν ω και σεις συνοικοδομείστε εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι.» (Εφεσ. 2:19-22.)

Δεν είναι μόνο οι Απόστολοι και οι Προφήτες εκείνοι που καλούνται στην κοινωνία με τον Θεό, αλλά κάθε άνθρωπος που ακολουθεί τον Χριστό μέσω της πίστης και του βαπτίσματος. Όποιος κατέχει την πίστη του Χριστού και αποκτά το "φρόνημα Χριστού", γίνεται ομοϊδεάτης Του και, μέσω της χάρης που απορρέει από Αυτόν, καθίσταται υιός του Θεού.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) διακηρύσσει:

"Έχοντας γίνει άνθρωπος και έχοντας ιδρύσει την Εκκλησία εντός Του, μέσω του Εαυτού Του και επί του Εαυτού Του, ο Κύριος ως Θεάνθρωπος εξύψωσε τον άνθρωπο υπερβατικά. Δεν τον έσωσε απλώς από την αμαρτία, τον θάνατο και τον διάβολο, αλλά τον ανύψωσε πάνω από όλα τα επουράνια όντα και τα κτίσματα. Η ιερότητα του ανθρώπου πηγάζει από την ιερότητα του Θεανθρώπου, που είναι η Εκκλησία – η Κεφαλή και το Σώμα μαζί. Ο άνθρωπος, ως συν-ενσαρκωμένο μέλος του Θεανθρώπινου Σώματος του Χριστού, μετέχει στο πιο άγιο και αγαπητό μυστήριο του Θεού, στο 'μυστήριο των μυστηρίων'. Η Εκκλησία είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός που επεκτείνεται στους αιώνες και στην αιωνιότητα· αλλά, εξίσου, η Εκκλησία είναι και ο άνθρωπος, που συμπορεύεται με τον Θεάνθρωπο Χριστό μέσα στον χρόνο και την αιωνιότητα".

 

Η κεφαλή είναι αυτή που κυβερνά το σώμα, και όχι το σώμα από την κεφαλή. Έτσι, ο Κύριος έχει κρατήσει όλη τη νομοθετική, διοικητική εξουσία σε όλα τα ζητήματα πίστης αποκλειστικά για τον Εαυτό Του. Στους ανθρώπους, που είναι συν-σώματα του Σώματος του Χριστού = της Εκκλησίας, σε ζητήματα πίστης ο Κύριος έχει δώσει μόνο εκτελεστική εξουσία, όχι νομοθετική. Το μέτρο της συνόδου είναι η αληθινή πίστη, και όχι το αντίστροφο. Η σύνοδος δεν είναι το μέτρο της πίστης, αλλά η πίστη είναι το μέτρο της συνόδου. «Μηδείς ας κυριαρχεί επί της πίστεώς μας, ούτε ο βασιλιάς, ούτε ο επίσκοπος, ούτε η ψευδοσύνοδος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος, αλλά μόνον – ο ένας Θεός, ο Οποίος Αυτός και μέσω των μαθητών Του παρέδωσε αυτή την πίστη σε εμάς»! (Αγ. Μάρκος, Επιστολή προς τον Ηγούμενο Βατοπαιδίου). Όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «ό,τι δεν είναι από πίστη είναι αμαρτία!» (Ρωμ. 14:23). Επομένως, κάθε τι που δεν είναι από τον Χριστό Θεό – είναι επιβλαβές για τον άνθρωπο!

Αυτό επίσης καθιερώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, επειδή δεν μιλούσαν από μόνες τους, αλλά, διδαγμένες από το Άγιο Πνεύμα, μετέδιδαν, συνέλεγαν, επιβεβαίωναν, υπέδειξαν τα λόγια του Χριστού και την αποκάλυψη του Θεού, διαμόρφωναν στη γλώσσα μας τις θεοαποκαλυπτόμενες αλήθειες - τα δόγματα της Εκκλησίας, και με κανέναν τρόπο δεν επινόησαν τίποτα δικό τους. Η ερμηνεία τους ήταν αληθινή, όχι «κατά γιαγιάδες και θείους». Οι Σύνοδοι δεν αποφασίζουν για την Πίστη, αλλά μόνο διαφυλάσσουν και μαρτυρούν την αληθινή ομολογία της πίστης ενώπιον του Θεού, ενώπιον των ίδιων, ενώπιον των αποστόλων, του λαού, της Εκκλησίας και όλου του κόσμου, ουράνιου και επίγειου. Η αληθινή Ευαγγελική Πίστη είναι το μέτρο των Συνόδων και στέκεται πάνω από αυτές. Μια Σύνοδος που δεν εμμένει σε ό,τι αποκάλυψε ο Κύριος δεν είναι αληθινή. το μέτρο είναι η πίστη και όχι η Σύνοδος. Ομοίως, οι Σύνοδοι της Εκκλησίας δεν αποφασίζουν κανέναν, αλλά μόνο μαρτυρούν ότι κάποιος έχει αποφασίσει για τον εαυτό του αν δεν στέκεται στην αληθινή και αληθινή πίστη.

Το αντίθετο από αυτό είναι απλώς - η αντικατάσταση του Αγίου Πνεύματος με έναν άνθρωπο ή έναν ανθρώπινο θεσμό, η τοποθέτηση ενός ανθρώπου ή ενός λαού στη θέση του Θεού. Η λογική μπορεί να είναι ένα σκεύος της αλήθειας και ένα όργανό της, αλλά σε καμία περίπτωση η πηγή της. Η πηγή της αλήθειας, η πηγή της ενότητας είναι μόνο το Πνεύμα της Αλήθειας - το Άγιο Πνεύμα. Διότι, η ταυτότητα της Εκκλησίας, το όνομά της, η αυτογνωσία, η γνώση του ποια και τι είναι η Εκκλησία, τα προσόντα της, η πίστη, η πεποίθησή της, ολόκληρη η γνώση του εαυτού της, όλα όσα η ίδια σκέφτεται για τον εαυτό της, πιστεύει και λέει... όλα αυτά είναι ένας και μόνο Χριστός, για τον Οποίο μαρτυρούν τόσο ο Πατήρ όσο και το Άγιο Πνεύμα, καθώς και όλος ο άγιος λαός του Θεού - διδασκόμενος από το Άγιο Πνεύμα.

Από την άλλη πλευρά, ο Πάπας έχει αναμείξει, μεταμορφώσει και επεκτείνει τη διοικητική νομοθετική του εξουσία σύμφωνα με τον ανθρώπινο νόμο σε θέματα πίστης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι Ορθόδοξοι έχουν απορρίψει τον Πάπα, επειδή δεν είναι, και δεν θέλουν να είναι, το σώμα του Πάπα, αλλά το Σώμα του Χριστού. Δεν υπακούν σε έναν άνθρωπο - τον Πάπα, αλλά σε Εκείνον που «τα πάντα υπέταξε κάτω από τους πόδας του (τον Χριστό) και τον έδωσε ως κεφαλή πάνω από όλα στην Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του, το πλήρωμα εκείνου που τα πάντα πληροί σε όλα». (Εφεσ. 1:23).

Αυτό μαρτυρείται επίσης από τον Επίσκοπο Ειρηναίο της Μπάτσκα, στη διατριβή του για τον Άγιο Μάρκο της Εφέσου, δηλώνοντας: «Εφόσον η Κεφαλή του Σώματος της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ο Ενσαρκωμένος Λόγος του Θεού και η Υποστατική Αλήθεια του Θεού, το θεμέλιο και η βάση της ενότητας και της μοναδικότητας της Εκκλησίας είναι η Ορθοδοξία, η ορθοδοξία, η Αλήθεια. Χριστός, Εκκλησία, Ορθοδοξία - αυτά είναι συνώνυμα. Επομένως, ο Άγιος Μάρκος, στην απάντησή του στον Μανουήλ Καλέκι, ο οποίος επιτέθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή δήθεν αντιφάσκει σε διάφορες περιόδους, γράφει τα εξής: «Τι λοιπόν; Να στεφανώσουμε αυτές τις θείες συνόδους με μαλλί και να τις διώξουμε στην έρημο, επειδή πριν από αυτές στην ίδια Εκκλησία εκφράστηκε αντίθετη γνώμη για το ίδιο θέμα; Ή μήπως να σκεφτούμε την Εκκλησία ως πάντα μία και την αυτή, και όχι κατά τόπους, αλλά σύμφωνα με τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης γνώμης, σύμφωνα με την οποία οι εκκλησίες σε όλο τον κόσμο ονομάζονται μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία , και τα τετράστιχα που κατά καιρούς εισχωρούν σε αυτήν - όχι για την πληρότητα της Εκκλησίας, ούτε για ποιμένες και δασκάλους, αλλά - για άγριους λύκους, που δεν λυπούνται το ποίμνιο, σύμφωνα με την αποστολική πρόβλεψη;» Συνεπώς, όλοι όσοι αποχωρίζονται από την ενότητα της καθολικής εκκλησιαστικής πίστης αποχωρίζονται με αυτόν τον τρόπο από την Εκκλησία - και αυτοί είναι αιρετικοί. Απομακρύνονται από την Εκκλησία, βρίσκονται έξω από αυτήν, και η Εκκλησία παραμένει η Μία Αγία. Παραμένει, ομολογουμένως, τραυματισμένη και κατεστραμμένη από την απώλεια και την αποστασία των προηγούμενων παιδιών της, αλλά όχι λιγότερο ολοκληρωμένη, όχι λιγότερο καθολική και καθολική από πριν. Για τον Άγιο Μάρκο και για την Εκκλησία γενικά: «Είναι αιρετικός, και όποιος αποκλίνει έστω και στο ελάχιστο από την αληθινή πίστη υπόκειται στους νόμους κατά των αιρετικών». Σύμφωνα με τον Άγιο Μάρκο, οι αιρετικοί διαφόρων ειδών είναι «παραποιητές των Θείων δογμάτων» - και όλοι τους, χωρίς διάκριση, έχουν κοινό χαρακτηριστικό την παρερμηνεία των λόγων των αγίων θεολόγων και Πατέρων με τον δικό τους τρόπο».

ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΜΟΣΧΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Το έγγραφο εγκρίθηκε στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 25-26 Δεκεμβρίου 2013 (ημερολόγιο συνεδρίας 157). Το ζήτημα του πρωτείου στην Παγκόσμια Εκκλησία έχει τεθεί επανειλημμένα κατά τη διάρκεια των εργασιών της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής για Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στις 27 Μαρτίου 2007, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ανέθεσε στη Συνοδική Θεολογική Επιτροπή να μελετήσει αυτό το ζήτημα και να προετοιμάσει μια επίσημη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας (ημερολόγιο συνεδρίας αρ. 26).

 

Ωστόσο, στις 13 Οκτωβρίου 2007, σε συνεδρίαση της Μικτής Επιτροπής στη Ραβέννα - απουσία της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας και χωρίς αναφορά στη γνώμη της - εγκρίθηκε ένα έγγραφο με θέμα «Εκκλησιολογικές και Κανονικές Συνέπειες της Μυστηριακής Φύσης της Εκκλησίας». Έχοντας μελετήσει το Έγγραφο της Ραβέννας, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συμφώνησε με αυτό στο μέρος που αφορά την καθολικότητα και το πρωτείο στο επίπεδο της Παγκόσμιας Εκκλησίας. Δεδομένου ότι το Έγγραφο της Ραβέννας διακρίνει τρία επίπεδα εκκλησιαστικής διοίκησης - τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο - στο έγγραφο του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με το ζήτημα του πρωτείου στην Παγκόσμια Εκκλησία, το θέμα αυτό εξετάζεται επίσης σε τρία επίπεδα.

 

1. Το Πρωτείο του Χριστού

Στην Αγία Εκκλησία του Χριστού, το πρωτείο σε όλα ανήκει στην Κεφαλή Της - τον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού και τον Υιό του Ανθρώπου. Σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η Κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας, η οποία είναι η αρχή, ο πρωτότοκος εκ νεκρών, για να έχει σε όλα τα πράγματα την πρωτοκαθεδρία» (Κολ. 1:18). Σύμφωνα με την αποστολική διδασκαλία, «ο Θεός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Πατήρ της δόξης… ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών και εκάθισεν αυτόν εκ δεξιών αυτού εν τοις επουράνιοι τόποι, υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και δυνάμεως και κυριαρχίας, και παντός ονόματος ονομαζόμενου, ουχί μόνον εν τούτω αιώνι, αλλά και εν τω μέλλοντι… και έδωκεν αυτόν κεφαλήν υπεράνω πάντων εις την Εκκλησίαν, ήτις εστί το σώμα αυτού» (Εφεσ. 1:17-23). ​​Η Εκκλησία, η οποία κατοικεί επί της γης, δεν είναι μόνον μια κοινότητα πιστών εν Χριστώ, αλλά και ένας θεάνθρωπος οργανισμός: «Υμείς δε είσθε σώμα Χριστού, και μέλη εις έκαστον». (Α΄ Κορ. 12:27)

 Σύμφωνα με αυτό, οι διάφορες μορφές πρωτείου στην Εκκλησία, η οποία ιστορικά διαμένει σε αυτόν τον κόσμο, είναι εντελώς δευτερεύουσες έναντι του αιώνιου πρωτείου του Χριστού ως Κεφαλής της Εκκλησίας, δια του οποίου ο Θεός Πατήρ «συμφιλίωσε τα πάντα προς εαυτόν,… (συμφιλιώσας) δι’ αυτού, είτε τα επί γης είτε τα ουρανού» (Κολ. 1:20). Το Πρωτείο στην Εκκλησία πρέπει πρώτα απ' όλα να είναι μια διακονία συμφιλίωσης, στόχος της οποίας είναι η δημιουργία αρμονίας, σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου που ζητά τη διατήρηση της «ενότητος του Πνεύματος εν δεσμώ ειρήνης» (Εφεσ. 4:3).

 

2. Τα Επίπεδα Εκκλησιαστικής Οργάνωσης

Στη ζωή της Εκκλησίας του Χριστού, η οποία κατοικεί στην παρούσα εποχή, το πρωτείο της συνάθροισης, μαζί με την καθολικότητα, είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές της οργάνωσής της. Σε διάφορα επίπεδα της ύπαρξης της Εκκλησίας, το πρωτείο που έχει προκύψει στην ιστορία έχει διαφορετική φύση και ποικίλες πηγές. Αυτά τα επίπεδα είναι: 1) επισκοπική (επαρχιακή), (2) αυτοκέφαλη Τοπική Εκκλησία και (3) Παγκόσμια Εκκλησία.

 (1) Σε επίπεδο επισκοπής: Το πρωτείο ανήκει στον επίσκοπο. Το πρωτείο ενός επισκόπου στην επισκοπή του έχει μια σταθερή θεολογική και κανονική βάση, η οποία έχει τις ρίζες της στην εποχή της πρώιμης χριστιανικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, οι επίσκοποι «διορίζονται από το Άγιο Πνεύμα για να ποιμάνουν την Εκκλησία του Κυρίου και Θεού, την οποία απέκτησε με το ίδιο του το αίμα» (Πράξεις 20:28). Η πηγή του πρωτείου ενός επισκόπου στην επισκοπή του είναι η αποστολική διαδοχή, η οποία μεταβιβάζεται με χειροτονία.[1] Το επισκοπικό αξίωμα είναι το απαραίτητο θεμέλιο της Εκκλησίας: «Ο επίσκοπος είναι στην Εκκλησία, και η Εκκλησία είναι στον επίσκοπο, και όποιος δεν είναι με τον επίσκοπο δεν είναι στην Εκκλησία», λέει ο Ιερομάρτυρας Κυπριανός της Καρχηδόνας.[2] Ο Ιερομάρτυρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος συγκρίνει το πρωτείο ενός επισκόπου στην επισκοπή του με την εξουσία του Θεού (πάνω σε όλα): «Πράττετε τα πάντα υπό την προεδρία του επισκόπου (που είναι) στη θέση του Θεού, και του πρεσβυτέρου στη θέση της αποστολικής συνόδου, και των διακόνων, αγαπητών μου, στους οποίους η διακονία του Ιησού Χριστού, ο οποίος ήταν με τον Πατέρα πριν από τους αιώνες και τελικά εμφανίστηκε (σε εμάς)» (Επιστολή προς τους Μαγνήτες, 6). Στην εκκλησιαστική του περιοχή, ο επίσκοπος έχει την πληρότητα της εξουσίας - μυστηριακής, διοικητικής και διδακτικής. Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει: «Μηδείς ας πράττει ουδέν περί της Εκκλησίας χωρίς επίσκοπο. Η Ευχαριστία θεωρείται ασφαλής ό,τι βρίσκεται υπό τον επίσκοπο ή εάν αυτός την επιτρέπει σε οποιονδήποτε. /…/ Δεν επιτρέπεται να βαπτίζει κανείς χωρίς επίσκοπο, ούτε να τελεί την αγάπη, αλλά ό,τι αυτός επιδοκιμάζει, αυτό που είναι ευάρεστο στον Θεό - να πράττετε τα πάντα με ασφάλεια και αξιοπιστία» (Επιστολή προς Σμυρναίους, 7). Η μυστηριακή εξουσία του επισκόπου εκφράζεται με τη μεγαλύτερη πληρότητα στην Ευχαριστία. Όταν την τελεί, ο επίσκοπος είναι εικόνα του Χριστού, αφενός αντιπροσωπεύει την Εκκλησία των πιστών ενώπιον του Θεού Πατέρα, και αφετέρου μεταφέρει στους πιστούς την ευλογία του Θεού και τους θρέφει με την αληθινή τροφή και το ποτό του Ευχαριστιακού Μυστηρίου. Ως επικεφαλής της επισκοπής του, ο επίσκοπος προΐσταται της συνοδικής θείας λειτουργίας, χειροτονεί τους κληρικούς και τους αναθέτει σε εκκλησιαστικές ενορίες, ευλογώντας τους να τελούν την Ευχαριστία και άλλα Άγια Μυστήρια και ιερατικές δραστηριότητες. Η διοικητική εξουσία του επισκόπου εκφράζεται στο γεγονός ότι ο κλήρος, οι μοναχοί και οι λαϊκοί της επισκοπής, των ενοριών και των μοναστηριών (εκτός των σταυροπηγιακών), καθώς και διαφόρων επισκοπικών ιδρυμάτων (εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών κ.λπ.) υπόκεινται σε αυτόν. Ο επίσκοπος κρίνει τα εκκλησιαστικά παραπτώματα. Οι Αποστολικοί Κανόνες ορίζουν: «Ο επίσκοπος μεριμνά για όλα τα ζητήματα που αρούν την Εκκλησία και τα κυβερνά» (κανόνας 38). «οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι δεν πρέπει να κάνουν τίποτα χωρίς τη θέληση του επισκόπου, γιατί ο λαός του Κυρίου έχει εμπιστευτεί σε αυτόν, και αυτός θα δώσει λόγο για τις ψυχές τους» (κανόνας 39).

 (2) Σε επίπεδο αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας: Το πρωτείο ανήκει στον επίσκοπο που έχει εκλεγεί από το Συμβούλιο των επισκόπων της ως Προκαθήμενος της Τοπικής Εκκλησίας.[3] Συνεπώς, η πηγή του πρωτείου στο επίπεδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, γίνεται η εκλογή του πρωτείου επισκόπου από τη Σύνοδο, η οποία έχει την πληρότητα της εκκλησιαστικής εξουσίας. Ένα τέτοιο πρωτείο έχει στέρεες κανονικές βάσεις, που προέρχονται από την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων. Η εξουσία του Προκαθημένου στην Αυτοκέφαλη Τοπική Εκκλησία διαφέρει από την εξουσία του επισκόπου στην εκκλησιαστική του περιφέρεια: είναι η εξουσία του επισκόπου πρώτου μεταξύ ίσων. Ασκεί το πρωτείο του σύμφωνα με την παγκόσμια εκκλησιαστική κανονική παράδοση, η οποία εκφράζεται στον 34ο Αποστολικό Κανόνα: «Είναι καθήκον των επισκόπων κάθε λαού να αναγνωρίζουν τους πρώτους μεταξύ τους και να μην κάνουν τίποτα πέρα ​​από την εξουσία τους χωρίς την κρίση του· ο καθένας πρέπει να κάνει μόνο ό,τι αφορά την επαρχία του και τους τόπους που ανήκουν σε αυτήν. Διότι έτσι θα κυβερνούν με μια σκέψη, και ο Θεός θα δοξάζεται δια του Κυρίου εν Αγίω Πνεύματι, Πατρός και Υιός και Αγίω Πνεύμα». Οι εξουσίες του Προκαθημένου μιας Αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας καθορίζονται από τη Σύνοδο και ορίζονται από το καταστατικό. Ο Προκαθήμενος μιας Αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας είναι ο πρόεδρος του Συμβουλίου (Σύνοδος) της. Με αυτόν τον τρόπο, ο Προκαθήμενος δεν έχει προσωπική εξουσία στην Αυτοκέφαλη Τοπική Εκκλησία, αλλά τη διοικεί συνοδικά – σε συνεργασία με άλλους επισκόπους.[4]

 

 Η ΣΥΝΑΞΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ



Ενώ κάθε ένας από τους δώδεκα μεγάλους αποστόλους έχει τη δική του ξεχωριστή ημέρα εορτασμού μέσα στο έτος, η Εκκλησία παρόλα αυτά όρισε αυτήν την ημέρα ως εορτή της συνόδου όλων των Αγίων Αποστόλων συνολικά, και μαζί τους και του Παύλου. 

Αυτά είναι τα ονόματα και αυτές είναι οι ημέρες ειδικού εορτασμού των αγίων Δώδεκα:

 
Πέτρος – 29 Ιουνίου και 16 Ιανουαρίου
· Ανδρέας – 30 Νοεμβρίου·
Ιάκωβος του Ζεβεδαίου – 30 Απριλίου·
Ιωάννης  Θεολόγος – 26 Σεπτεμβρίου και 8 Μαΐου·
Φίλιππος – 14 Νοεμβρίου·
Βαρθολομαίος – 11 Ιουνίου και 25 Αυγούστου·
Θωμάς – 6 Οκτωβρίου·
Ματθαίος ο Ευαγγελιστής – 16 Νοεμβρίου·
Ιάκωβος του Αλφαίου – 9 Οκτωβρίου·
Θαδδαίος (ή Ιούδας του Ιακώβου) – 19 Ιουνίου·
Σίμων ο Ζηλωτής – 10 Μαΐου·
Ματθίας – 9 Αυγούστου·
Παύλος – 29 Ιουνίου.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί εδώ πώς μερικοί από αυτούς τους αγιότερους και πιο χρήσιμους ανθρώπους στην ιστορία του κόσμου τερμάτισαν την επίγεια ζωή τους:
ο Πέτρος – σταυρώθηκε ανάποδα·
 ο Ανδρέας – σταυρώθηκε· 
ο Ιάκωβος ο γιος του Ζεβεδαίου – αποκεφαλίστηκε· 
ο Ιωάννης ο Θεολόγος – αναπαύθηκε θαυματουργικά· 
ο Φίλιππος – σταυρώθηκε· 
ο Βαρθολομαίος – σταυρώθηκε, μετά γδάρθηκε και αποκεφαλίστηκε· 
ο Θωμάς – τρυπήθηκε με πέντε λόγχες· 
ο Ματθαίος – κάηκε με φωτιά· 
ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου – σταυρώθηκε· 
ο Θαδδαίος – σταυρώθηκε· 
ο Σίμων ο Ζηλωτής – σταυρώθηκε· 
ο Ματθίας – λιθοβολήθηκε, μετά αποκεφαλίστηκε με τσεκούρι· ο Παύλος – αποκεφαλίστηκε.

Στο συναξάριο της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, σήμερα τιμάται όχι μόνο η Σύνοδος των Αγίων Δώδεκα, αλλά και η Σύνοδος των Αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων (η οποία κατά τα άλλα τιμάται στις 4 Ιανουαρίου).

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ 

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΣ


του Πραγματικου ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ



“Για να μη χαθούμε κι εμείς μαζί με τους αμαρτωλούς, ας προσπέσουμε στον Θεό και ουράνιο Πατέρα με μετάνοια και δάκρυα και ας τον ικετεύσουμε να μας ευσπλαχνιστεί”

Απορώ και εξίσταμαι, πώς οι άγιοι Απόστολοι που εορτάζουμε σήμερα, κατόρθωσαν τέτοια μεγάλα και εξαίσια θαύματα! Και πώς κανείς να μη θαυμάσει και να μην απορήσει;

Αναλογισθείτε, αδελφοί μου· τι ήταν πριν ο Απόστολος Πέτρος; Ένας ψαράς. Τίποτε άλλο δεν ήξερε από το να ψαρεύει, να πιάνει ψάρια με το δίχτυ στη λίμνη Γενησαρέτ. Και ξαφνικά τον βλέπετε κήρυκα όλης της οικουμένης. Τόση χάρη και γλυκύτητα είχαν τα λόγια του, ώστε σε μια ομιλία του πίστεψαν τρεις χιλιάδες και άλλοτε πέντε χιλιάδες, τους οποίους και βάπτισε.

Άφοβος και άτρομος στέκεται μπροστά σε βασιλείς και τυράννους, διδάσκοντας και ελέγχοντας και μένοντας απτόητος στις απειλές και τους κινδύνους. Πρόθυμος και ακούραστος, αν και ήταν γέροντας, αρχίζει το κήρυγμα από την Ιερουσαλήμ, τρέχει στην Ιουδαία, Αντιόχεια, Πόντο και Γαλατία, Βιθυνία και Καππαδοκία, Ευρώπη και Ασία. Στη Ρώμη μαρτύρησε για τον Χριστό με το να σταυρωθεί από τον Νέρωνα έχοντας κάτω το κεφάλι.

Τι ήταν και ο Απόστολος Παύλος; Σκηνοποιός, δηλαδή κατασκεύαζε αντίσκηνα. Προηγουμένως ήταν διώκτης του Χριστιανισμού. Όταν πήγαινε στη Δαμασκό με εξουσία κατά των Χριστιανών, άστραψε ξαφνικά επάνω του φως που τύφλωσε τα σωματικά μάτια, και άκουσε φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;» Με πολύ φόβο και έκθαμβος ο Παύλος είπε: «Τις ει συ, Κύριε;» και άκουσε: «Εγώ ειμι Ιησούς, ον συ διώκεις». Τότε ο Κύριος τον πρόσταξε να πάει στη Δαμασκό να βρει τον απόστολο Ανανία. Και αφού βαπτίστηκε, ανοίχθηκαν τα μάτια της ψυχής και του σώματός του, και ο πρώην διώκτης παρουσιάστηκε μέγας υπερασπιστής του Χριστιανισμού.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου