Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου
Αθανασίου
ΜΕΡΟΣ -Α
Συνεχίζουμε
να δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της εργασίας μας με τους βασικούς σταθμούς των θεολογικών
διαλόγων και πως αυτοί επηρέασαν την Σύνοδο της Κρήτης.
Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους διαλόγους ήταν
τρεις διμερείς και ένας πολυμερής: ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με
τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (Προχαλκηδόνιους), με την Αγγλικανική Κοινωνία
και η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ο τρόπος με τον οποίο
οι διάλογοι αυτοί επέδρασαν καθόρισε, σε απόλυτο βαθμό, τη σύνταξη του πλέον
πολυσυζητημένου συνοδικού κειμένου: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον
λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον».
Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται στα άρθρα στα
κείμενα-σταθμούς μέσω της Διεθνούς
Μικτής Επιτροπής από το 1980 Μόναχο
1982, Μπάρι 1987, Μπαλαμάντ 1993, Ραβέννα 2007), καθώς και από τη σφοδρή
αντι-οικουμενιστική κριτική που αυτά προκάλεσαν.
2. Ο Διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική
Εκκλησία
Ο επίσημος θεολογικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης
και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ξεκίνησε το 1980 και αποτελεί τον πλέον
πολυσυζητημένο, αλλά και τον πλέον αμφιλεγόμενο διάλογο στην ιστορία της
σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης.
2.1. Α' Φάση (1980–1990): Μυστηριολογική
και Εκκλησιολογική Σύγκλιση
Στην πρώτη φάση, η Διεθνής Μικτή Επιτροπή επέλεξε να
ξεκινήσει από τα θέματα που ενώνουν τις δύο Εκκλησίες και όχι από εκείνα που
τις χωρίζουν. Παρήχθησαν τρία κείμενα ιδιαίτερης σημασίας:
α) Το Κείμενο του Μονάχου (1982)
Με τίτλο «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του
μυστηρίου της Αγίας Τριάδος», το κείμενο αυτό αποτέλεσε το πρώτο κοινό κείμενο
του επίσημου θεολογικού διαλόγου. Η στρατηγική επιλογή ήταν να ξεκινήσει ο
διάλογος από τη Μυστηριολογία και την Τριαδολογία, αφήνοντας για αργότερα τα
«διαιρούντα» ζητήματα (Πρωτείο, Filioque). Το κείμενο διαρθρώνεται σε
τρία βασικά κεφάλαια:
- Κεφάλαιο
Ι: Η Τοπική Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία.
Αναλύεται ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας αφηρημένος οργανισμός, αλλά
υφίσταται ιστορικά ως τοπική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί τη
Θεία Ευχαριστία υπό τον επίσκοπο φανερώνει ολόκληρο το Μυστήριο της Εκκλησίας
του Χριστού.
- Κεφάλαιο
ΙΙ: Η Ευχαριστιακή Κοινωνία και η Αγία Τριάδα. Η
κοινωνία των πιστών μέσω του Σώματος και του Αίματος του Χριστού
καθρεφτίζει την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία
ορίζεται ως εικόνα της Τριαδικής Θεότητας.
- Κεφάλαιο
ΙΙΙ: Η Επίκληση και η Μεταβολή. Εξετάζεται ο ρόλος
του Αγίου Πνεύματος (Επίκληση) στη μεταβολή των Τιμίων Δώρων,
επισημαίνοντας ότι ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται σε κατάσταση
διαρκούς επίκλησης.
Ηγετική μορφή στην εκπόνηση του κειμένου υπήρξε ο
Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος του
20ού αιώνα, του οποίου η «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» σφράγισε το κείμενο.
Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός
(Χαρκιανάκης), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά ο Καρδινάλιος Johannes
Willebrands. Συμμετείχαν, επίσης, εκπρόσωποι από όλα τα πρεσβυγενή και νεότερα
Πατριαρχεία, καθώς και από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.
Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν και υπέγραψαν
οι:
- Ο
Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος (Ζαφείρης):
Επίσημος εκπρόσωπος και επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της
Ελλάδος στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς.
- Ο
Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής της
Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεολογικός σύμβουλος και
εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
- (πηγη:
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ.
Παντελεήμονος)
Παρά τις μετέχουσες αντιρρήσεις μεμονωμένων θεολόγων
και μοναστικών κύκλων, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
αποδέχθηκε τη συμμετοχή της αντιπροσωπείας της και το κείμενο εντάχθηκε στη
θεολογική βάση των επόμενων φάσεων του διαλόγου.
Σε δημοσίευση
του καθηγητή Ν.Ματσούκα με τίτλο «Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ
ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΕ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» γράφονται για το κείμενο
του Μονάχου τα παρακάτω:
«Το πρώτο θεολογικό κείμενο του Διαλόγου υπήρξε
καρπός της Β΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής που συνήλθε
στο Μόναχο από 30 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου 1982 και είχε ως θέμα «Το μυστήριο της
Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φώς του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος»3 . Το
κείμενο αυτό προβάλλοντας την ενότητα μεταξύ τοπικής και καθολικής Εκκλησίας με
βάση την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας που
άρχισε, ως γνωστόν, να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στη ρωμαιοκαθολική θεολογία
ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού4 , αναφέρεται μεταξύ των άλλων και
στην αποστολικότητα της Εκκλησίας που αποτελεί ουσιώδες συστατικό γνώρισμα της
φύσεώς της.
Η Εκκλησία, όπως τονίζεται, είναι αποστολική, γιατί
το μυστήριο της σωτηρίας, που αποκαλύφθηκε εν Ιησού Χριστώ και διενεργείται
αδιάκοπα, παραδόθηκε σ’ αυτήν εν αγ. Πνεύματι από τους αποστόλους που αποτελούν
τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτού του μυστηρίου. Γι’ αυτό άλλωστε και τα μέλη
της θα κριθούν κατά την έσχατη ημέρα από το Χριστό και τους αποστόλους . Επειδή
δε βασικό στοιχείο της αποστολικής παραδόσεως, με το οποίο διενεργείται μέσα
στην Εκκλησία το μυστήριο της σωτηρίας, αποτελεί η τέλεση της θείας
Ευχαριστίας, η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη
θεία Ευχαριστία. Όπως οι απόστολοι ήταν συνηγμένοι περί τον Χριστό και
συνιστούσαν την Εκκλησία, έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο
συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού, το Σώμα του Χριστού, που βρίσκεται σε
κοινωνία με την πρώτη κοινότητα των μαθητών, καθώς και με όλες τις κοινότητες
που τελούν ή έχουν τελέσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας6 . Έτσι η κοινωνία
που υπάρχει μεταξύ του επισκόπου και της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητος έχει
τη θέση της μέσα στην κοινωνία που υπήρχε στην αποστολική κοινότητα7 . Γι’ αυτό
ακριβώς στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, που μαρτυρείται ήδη στην
«Αποστολική παράδοση» του Ιππολύτου, ο λαός που εκλέγει τον επίσκοπο μιας
τοπικής Εκκλησίας είναι ο εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του,
όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομολογία της τοπικής Εκκλησίας. ταυτόχρονα όμως και
ο επίσκοπος δια της χειροτονίας του γίνεται εγγυητής και μάρτυρας της αποστολικότητας
της τοπικής Εκκλησίας του8 και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση
της πιστότητας της Εκκλησίας του στην αποστολική παράδοση Μέσα στα πλαίσια αυτά
κατανοείται και η σημασία της αποστολικής διαδοχής που η σπουδαιότητα και οι
εκκλησιολογικές συνέπειές της εξαίρονται ιδιαζόντως στο κείμενο του Μονάχου. Η
έννοια της αποστολικής διαδοχής συνίσταται σύμφωνα με το κείμενο στο γεγονός
ότι ο επίσκοπος λαμβάνει τη δωρεά της επισκοπικής χάριτος κατά το μυστήριο της
χειροτονίας του που τελείται από επισκόπους που έλαβαν και οι ίδιοι τη δωρεά
αυτή, χάρις στην ύπαρξη μιας αδιάκοπης διαδοχής των επισκοπικών χειροτονιών,
αρχής γενομένης από τους αποστόλους. Με το μυστήριο της χειροτονίας το Άγ.
Πνεύμα παρέχει στον επίσκοπο όχι νομικά, σαν να πρόκειται για απλή μεταβίβαση
εξουσίας, αλλά μυστηριακά, την εξουσία του λειτουργού που ο ίδιος ο Υιός έλαβε
εκ του Πατρός και την οποία δέχθηκε ως άνθρωπος . Με άλλα λόγια το λειτούργημα
του επισκόπου ως χάρισμα απορρέει αμέσως εκ του Αγ. Πνεύματος και παρέχεται
στον εκλεγέντα δια της επιθέσεως των χειρών των ομόρων επισκόπων επί τη βάσει
της αποστολικότητας της Εκκλησίας του, καθώς και της αποστολικότητας των άλλων
τοπικών Εκκλησιών δια μέσου των επισκόπων τους, που είναι κι’ αυτοί μάρτυρες
της αποστολικής πίστης της Εκκλησίας τους . Με την έννοια αυτή η αποστολική
διαδοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μεταβίβαση εξουσιών. Αποτελεί
διαδοχή μάρτυρος της αποστολικής πίστεως εντός του πλαισίου της τοπικής
Εκκλησίας που βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες που μαρτυρούν κι’
αυτές την ίδια αποστολική πίστη. Για το λόγο αυτό, όπως τονίζεται στο κείμενο,
η επισκοπική «καθέδρα» έχει κεφαλαιώδη σημασία για την εισδοχή του επισκόπου
στο κέντρο της αποστολικής κοινωνίας . Αυτή δε η αναγωγή του κάθε επισκόπου
στην αποστολική κοινωνία συνδέει το σύνολο των επισκόπων που διακονούν τις
τοπικές Εκκλησίες με το σύνολο των αποστόλων. Όπως οι απόστολοι, έτσι και οι
επίσκοποι συγκροτούν σύλλογο που έχει τις ρίζες του δια του Αγ. Πνεύματος στο
«εφάπαξ» της αποστολικής ομάδος που αποτελεί το μοναδικό μάρτυρα της πίστεως.
Αυτό σημαίνει ότι, όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι οφείλουν να είναι
ενωμένοι μεταξύ τους δια της πίστεως, της αγάπης, της αποστολής, της καταλλαγής
και να συμμετέχουν στην αυτή ευθύνη και την αυτή διακονία της Εκκλησίας. Οι
βασικές αρχές και προϋποθέσεις της αποστολικότητας της Εκκλησίας, όπως
διατυπώνονται ήδη στο κείμενο του Μονάχου, αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω
ανάπτυξη και επεξεργασία τους στα επόμενα κείμενα του Θεολογικού Διαλόγου.
Θεολογικός σχολιασμός
- Αποσύνδεση
Αποστολικής Διαδοχής από την Ορθότητα της Πίστεως (Δόγμα)
Το κείμενο
παρουσιάζει την Αποστολική Διαδοχή ως μια μυστηριακή/λειτουργική
συνέχεια («αδιάκοπη διαδοχή των επισκοπικών χειροτονιών») και μια αόριστη
«μαρτυρία πίστεως». Για την Πατερική Ορθοδοξία, η Αποστολική Διαδοχή δεν
είναι μηχανική ή τελετουργική, αλλά υπαρκτική και δογματική. Όταν
ένας επίσκοπος ή μια τοπική κοινότητα εκπέσει στην αίρεση (π.χ. Filioque,
παπικό πρωτείο/αλάθητο, κτιστή Χάρη), χάνει αυτόματα την Αποστολική Διαδοχή,
διότι η διαδοχή είναι πρώτιστα «διαδοχή διδασκαλίας και φρονήματος»
(Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).
Το κείμενο ότι αναγνωρίζει «αποστολικότητα» και
«χάρη» σε επισκόπους που δεν ομολογούν την Αποστολική Πίστη στην πληρότητά της.
2.
Στο κείμενο γράφονται: «Όπως οι απόστολοι...
έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την
Εκκλησία του Θεού». Εδώ επιχειρείται η λεγόμενη «Θεωρία των Ατελών
Εκκλησιών» ή «Βαπτισματική/Ευχαριστιακή Θεολογία».
Δεν υπάρχει έγκυρη Ευχαριστία εκτός της
Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Η τέλεση ενός μυστηρίου από αιρετικούς ή σχισματικούς δεν συνιστά «Εκκλησία του
Θεού». Το κείμενο τεχνηέντως απομονώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας από
το συνολικό Πατερικό Ήθος και τη Δογματική Ακρίβεια. Το να αποδέχεσαι
ότι η ευχαριστιακή σύναξη των Λατίνων συνιστά «πραγματικά το Σώμα του Χριστού»
σημαίνει ότι αποδέχεσαι εκ των προτέρων τη μυστηριακή τους εγκυρότητα,
καταργώντας την ανάγκη επιστροφής τους στην Ορθοδοξία.
3. Αναφέρει ότι οι επίσκοποι συγκροτούν «σύλλογο»
συνδεδεμένο με το «εφάπαξ» των Αποστόλων και ότι βρίσκονται σε κοινωνία με
άλλες τοπικές Εκκλησίες. Όμως ο
«Σύλλογος των Επισκόπων» της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν συμμετέχει στην ίδια
αποστολική διακονία, διότι υποτάσσεται στο Παπικό Πρωτείο δικαιοδοσίας (το
οποίο το κείμενο του Μονάχου προσπερνά τεχνηέντως για να το διαπραγματευτεί
αργότερα).
Ο διάλογος
ξεκινά από τα «κοινά» σημεία (Ευχαριστία, Επίσκοπος) για να επιβληθεί η ιδέα
ότι είμαστε ήδη «αδελφές Εκκλησίες» με ελλείψεις, παρά το ότι υπάρχει αγέφυρο
δογματικό χάσμα.
4.
Σύμφωνα με το κείμενο ο
λαός «εκλέγει τον επίσκοπο» και είναι «εγγυητής της αποστολικής πίστεως του
επισκόπου του». Στη δυτική/ρωμαιοκαθολική πρακτική, ο λαός ουδέποτε εκλέγει τον
επίσκοπο (διορίζεται απευθείας από το Βατικανό/Πάπα). Η αναφορά αυτή είναι θεωρητικό
πυροτέχνημα για να φανεί ορθοδόξως αρεστό το κείμενο. Στην Ορθοδοξία
(Εγκύκλιος Πατριαρχών Ανατολής 1848), ο λαός είναι πράγματι ο φύλακας της
Πίστεως. Όμως, αν ένας επίσκοπος συμπράττει ή κοινωνεί με αιρετικούς επισκόπους
(μέσω της αποδοχής του κειμένου του Μονάχου), ο λαός οφείλει να διακόψει την
κοινωνία μαζί του (Αποτειχισμός / Κανόνας 15ης Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι
να «εγγυάται» τυφλά μια νόθα αποστολικότητα.

