Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Δυστυχως ο πατηρ Παϊσιος μας αφησε πολλα ....Κ Ε Ν Α. Ανεξηγητα, ανερμηνευτα κενα. Που δεν εξηγουνται και που δεν δικαιολογουνται. Τι να πουμε;

Πως θα μπορεσουν να καλυφθουν τα ...κενα του πατρος Παϊσιου;
Τον αποδεχονται Κανονομαχοι και Αγιομαχοι, Κοσμικοι και Διεφθαρμενοι, 
Αιρετικοι και Παναιρετικοι.
Ενω δημιουργουνται πολλα προβληματα στην ζωη των σημερινων πιστων ανθρωπων απο τις συγχυσεις που προκαλουνται.
Πως εξηγειται το φαινομενο;

ΠΕΡΙ του πατρος ΠΑΙΣΙΟΥ 

ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ Ο ΛΟΓΟΣ!


Εκει που οι περισσοτεροι πασιγνωστοι και εναρετοι πατερες και διδασκαλοι των ημερων μας, αρνουνταν καθε επικοινωνια με τον Αρχιαιρεσιαρχη Βαρθολομαιο, ο πατηρ Παϊσιος παρεστη σε ακολουθια και τον ασπασθηκε.
Η στασι του ηταν Πατερικη ή ερχεται σε αντιθεσι με την πρακτικη των Αγιων μας; (δειτε το βιντεο)

Δυστυχως ο πατηρ Παϊσιος μας αφησε 
πολλα  ....Κ Ε Ν Α. 
Ανεξηγητα, ανερμηνευτα κενα.
Που δεν εξηγουνται και που δεν δικαιολογουνται.
Τι να πουμε;
Αναζητουμε ερμηνεις των πρακτικων του πατρος Παϊσιου και σε αλλα ζητηματα, που να δινουν καποιες εξηγησεις.
Η διορατικοτητα του δεν ...εβλεπε ποιος ΛΥΚΟΣ ΒΑΡΥΣ θα εξελισσετο ο ....καλυτερος πατριαρχης που αποτελει σημερα τον  μεγαλυτερο πειρασμο της Ορθοδοξιας; 

Δημοσιευουμε το παρακατω αποκαλυπτικο κειμενο εγκρατους περι τα θεολογικα γραμματα.
Διαπιστώνουμε ότι ο κόσμος συνεχίζει να πέφτει στην παγίδα της διαιρέσεως! Δυστυχώς η «κατάρα» της διαιρέσεως είναι προνόμιο της φυλής των Ελλήνων από αρχαιοτάτων χρόνων και απ΄ ότι φαίνεται τα παθήματα δεν μας έχουν γίνει μαθήματα!
Το ζητημα Παισίου θα πρέπει να εξετασθεί. 
Θα πρέπει να εξετασθούν π.χ. οι μαρτυρίες οι οποίες είναι πολλαπλής μορφής, πολλαπλής εκμετάλλευσης, πολλαπλής ή μάλλον διττής συμπεριφοράς του Παισίου (η μάλλον όχι του Παισίου, αλλά αυτών που γράφουν.....) 
Θα πρέπει να εξετασθεί τι είναι αληθές τι δεν είναι κ.λπ. 
Τι είναι προιόν εκμετάλλευσης, τι όντως είπε και τι δεν είπε, αλλά και το πιο σημαντικό να καταδικασθούν όσοι χρύσωσαν τις τσέπες τους με τα βιβλία που πωλούν με το τι είπε ή τι δεν είπε ο Παίσιος και ο κάθε Παίσιος.
Θα δώσουμε ένα παράδειγμα αυτής της διττής συμπεριφοράς εις τους λόγους του Παισίου και ας μας πούν μετά μερικοί αν δεν είναι αντιφατική η συμπεριφορά αυτή, όχι των Γερόντων, αλλά όσων εκμεταλλεύονται τους Γέροντες λόγω πολλαπλών οφελών! Και φυσικά δεν εννοούμε την μαρτυρία της κ. Νούση.

Δια τούτο επαναλαμβάνουμε ότι είναι ένα ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί από μια μελλοντική Σύνοδο Ορθοδόξων!
Απολαύστε το!
Πριν δώσω αρχικώς το έργο «περί του Γέροντος Ιερωνύμου» στον Εκδοτικό Οίκο, παρεκάλεσα δι' επιστολής μου και τον μακαριστό Γέροντα Παίσιο του Αγίου Όρους, να με πληροφόρηση, αν γνώριζε κάτι περί του Γέροντος Ιερωνύμου και την γνώμη του, περί της συγγραφής του βιβλίου.
Ό Γέρων Παίσιος, είθε πλέον αι εύχαί του και από εκεί πού βρίσκεται να μας συνοδεύουν, μου απήντησε με την εις το τέλος καταχωρουμένην εύλογημένην επιστολή του, διά της οποίας άφ' ενός μεν ηύχετο να «γίνει καλή ή εργασία κλπ.», άφ' ετέρου δε την συμβουλή να το διάβαση προηγουμένως ό π. Πορφύριος (του Ωρωπού), διότι «μοιάζει ή πνευματική ειδικότητα του ενός μετά του άλλου».
Ό Γέρων, μακαριστός π. Πορφύριος, από ταπείνωση, όταν τηλεφωνικώς τον παρεκάλεσα να διεξέλθει το κείμενο και να δώσει την ευλογία του για την εκτύπωση, μου απήντησε:
«Ποιος κάνει τον Πρόλογο;».
Του απήντησα: «ό κ. Πάσχος Γέροντα, τον γνωρίζετε».
 Και άπαντα: «Αφού το είδε και το προλογίζει ό κ. Πάσχος, πού είναι και Καθηγητής Πανεπιστημίου, δεν χρειάζομαι εγώ, ένας αμόρφωτος άνθρωπος».
Εν συνεχεία και με διστακτικότητα στην υπενθύμιση μου: «Γέροντα, τί θα κάνουμε τώρα, πού έτσι γράφει ό π. Παΐσιος, ότι πρέπει να το δείτε και σεις;».
Και τότε, υπακούων ό μεγάλος και άγιος Γέροντας Πορφύριος στον Αγιορείτη πατέρα Παίσιο, λέγει:
«Καλά, πάρε το κείμενο και διάβαζε μου από το τηλέφωνο, όπου σου λέω. Διάβασε 15 σελίδες από την αρχή. Δέκα σελίδες, μετά την 65η σελίδα. Δέκα σελίδες μετά την 100ή. Δέκα σελίδες μετά την 150ή. Πήδηξε 50 σελίδες και διάβαζε μου...».
Τις σελίδες πού υπεδείκνυε και τις διάβαζα, τηλεφωνικώς, τις άκουγε μετά πολλής προσοχής. Κάποιες λέξεις υπέδειξε προς διόρθωση, ιδίως για την λέξι «άγχος» πού κάπου αναγράφετε, μου λέει με έντονο ύφος: «Μωρέ, σβήσε την αυτήν την λέξι! Να μη υπάρχει στο βιβλίο σου! Δεν επιτρέπεται στον Χριστιανό ούτε να την αισθάνεται, ούτε να την λέει. Δεν υπάρχει άγχος για τον πιστό!», και μετά στο τέλος της αναγνώσεως των αποσπασμάτων, με κάποια ικανοποίηση, λέγει:
«Τώρα, εντάξει είναι, να το δώσεις στο Τυπογραφείο. Με την ευχή μου».
Λοιπόν, μετά από την ευχή και ευλογία και αυτών των δύο Αγίων Γερόντων και με την άγαπητική δίψα του Γέροντος Ιερωνύμου προς νουθεσία και σωτηρία ψυχών, πού όταν ζούσε έντονα την εξεδήλωσε, πώς τα ταπεινά λόγια περί του Γέροντος Ιερωνύμου και αι σοφαι συμβουλαί του, να μη διαποτίζουν, ωφελούν και γλυκαίνουν, όποιον με ζήλο και αγάπη εγκύπτει εις αυτά;
Σωτηρίας Νούση-Ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας
 



Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Ο ΚΑΚΟΔΟΞΟΣ ΣΙΓΟΝΤΑΡΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ π. Θεοδ. ΖΗΣΗΣ (ο τιτλος της Ομολογιας) Το φαινόμενο της Γατζέας (Μέρος β΄) Του Ιωάννου Ρίζου kapsala@yahoo.com



Ο ΚΑΚΟΔΟΞΟΣ ΣΙΓΟΝΤΑΡΟΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ 
π. Θεοδ. ΖΗΣΗΣ
 (ο τιτλος της Ομολογιας)

Eπαινετέους εἶναι τοὺς ἀποσχίζοντας ἑαυτοὺς καὶ πρὸ καταδίκης, ἀπὸ τῶν διδασκόντων αἱρετικὰ διδάγματα. (Κανονολογος Βαλσαμων)
================== 
Το φαινόμενο της Γατζέας (Μέρος β΄)



                                                                                                    Του Ιωάννου Ρίζου
                                                                                                             
kapsala@yahoo.com



Παραβρέθηκα πριν λίγες ημέρες σε μια αγόρευση του  π. Θεοδώρου Ζήση  και θα ήθελα χάριν της αληθείας και της κοινής ωφελείας  να σχολιάσω κάποια σημεία.



Ο π. Θεόδωρος  για να εξηγήσει  το νόημα και τον σωστό τρόπο εφαρμογής της διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας, επέλεξε να ανοίξει το «Πηδάλιον» και να διαβάσει το σχόλιο που κάνει  ο Βαλσαμών  στον  ΙΕ΄ Κανόνα της ΑΒ Συνόδου.

Ποιος ήταν ο Βαλσαμών;  Ήταν κανένας άγιος; Ήταν κανένας Μάρτυρας; Ήταν κανένας Ομολογητής που έχυσε το αίμα του για την πίστη και την διδασκαλία του Χριστού; Ήταν κανένας  ακραιφνής εφαρμοστής της αποτείχισης; Όχι. Ήταν ένας πατριάρχης  άνευ ποιμνίου (τιτουλάριος),  καθηγητής εκκλησιαστικού δικαίου του 12ου αιώνα.  (ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Σαν τον καθηγητη Ροδοπουλο)  
Ο λόγος που  ο π. Θ. δεν προτίμησε να παρουσιάσει  στο κοινό  την εφαρμογή της αποτείχισης όπως την δίδαξαν και την εφάρμοσαν οι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές  (άγιος Αθανάσιος,  Βασίλειος,  Ευστάθιος,  Μελέτιος, Μάξιμος,  Γρηγόριος και  οι λοιποί ) είναι απλός. Οι άγιοι και οι μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, δεν  δίδαξαν, ούτε έπραξαν  αυτό που σχολίασε ο Βαλσαμών ,  αυτό που διδάσκει ο π.Θεόδωρος και που εφαρμόζει  η Γατζέα.

Επιπλέον, το γεγονός ότι η Γατζέα επιλέγει να ερμηνεύει το θέμα της διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας αποκλειστικά και μόνο με βάση τον ΙΕ΄Κανόνα, αγνοώντας  σκανδαλωδώς την επι αιώνες  διδαχή καί  εφαρμογή της αποτείχισης από τους μεγάλους αγίους μας, ( πριν δηλαδή την θέσπιση του ΙΕ΄Κανόνα το 880μ.Χ)  δεν είναι τυχαίο. Ο στόχος είναι  ή να αποφευχθεί η αποτείχιση ή να γίνει «χωρίς καθαιρέσεις και διωγμούς» όπως ομολόγησε ο π. Θ. φέρνοντας μάλιστα σαν παράδειγμα την  Μολδαβία όπου δεν καθαιρέθηκαν οι προσφάτως αποτειχισθέντες  ιερείς  και ιερομόναχοι. 




Σε ένα σημείο του λόγου του ο π. Θ. δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να κάνει αποτείχιση χωρίς συμμετοχή επισκόπου(ων) γιατι δεν δέχεται: «να καταντήσουμε πρεσβυτεριανή εκκλησία.»

Συνεπώς, σύμφωνα με  την δήλωση του αυτή οι άγιοι Ιωάννης ο Δαμασκηνός,  Μάξιμος ο Ομολογητής, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Νικόδημος ο Αγιορείτης και άλλοι , που διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους επισκόπους της εποχής τους χωρίς να έχουν οι ίδιοι κάποιον επίσκοπο να συμπορεύεται μαζί τους κατάντησαν .....πρεσβυτεριανή εκκλησία !!!

Ειδικά για τον άγιο Μάξιμο ο  π. Θ. είπε ότι η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας στην οποία προέβη στηριζόταν την Σύνοδο του Λατερανού. 
Αυτό όμως δεν ισχύει. Ο βιογράφος του αγίου[1] αναφέρει ότι έφυγε από την Μονή της Κυζίκου το 626 και πήγε στην Αφρική, λόγω της στροφής του πατριάρχου Σεργίου προς τον Μονοθελητισμό. Η Σύνοδος του Λατερανού έγινε το 649.




Είπε ο π.Θ.Ζ. : «Ο  επίσκοπος αν δεν κηρύττει αίρεση δεν έχει ευθύνη». (Είναι η άποψη του Βαλσαμώνα)

Βεβαίως η  Ορθοδοξία σύσσωμος  και θορυβωδώς διαφωνεί μαζί του. Τα παραδείγματα πολλά, αναφέρω τρία:

α) Όταν ο Πατριάρχης της ΚΠολης Τιμόθεος (511-518), επιχείρησε να γράψει στα Δίπτυχα το όνομα του αιρετικού Σεβήρου. Ο λαός αντέδρασε με αποτείχιση («Σεβήρου γὰρ τὴν κοινωνίαν πάντες οἱ ὀρθόδοξοι ἔφυγον, μάλιστα οἱ Μοναχοί, οὓς μετὰ πλήθους ἀγροικικοῦ [ὁ Σεβῆρος] τιμωρῶν πολλοὺς ἐφόνευσε».[2]  
Δεν κήρυττε αίρεση ο Τιμόθεος άλλα την υποστήριζε με την δόλια ενέργεια  του.


β) Έλεγε ο Μ. Αθανάσιος : « Καὶ ἐὰν  κάποιος ὁμολογεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη ἀλλὰ κοινωνεῖ μὲ αὐτούς [τους αιρετικούς], νὰ τὸν προτρέπετε νὰ σταματήσει νὰ τὸ κάνει· κι ἂν δεχτεῖ τὴν σύστασή σας νὰ τὸν ἔχετε σὰν ἀδελφό. Ἂν δὲ ἐπιμένει νὰ τὸν ἐγκαταλείπετε. Ἔτσι θὰ διατηρήσετε τὴν καθαρὴ πίστη καὶ ἐκεῖνοι βλέποντάς σας θὰ ὠφεληθοῦν».[3] 
Εδώ βλέπουμε τον άγιο να διδάσκει την αποφυγή του επισκόπου που ενώ δεν κηρύττει ο ίδιος αίρεση κοινωνεί με τους αιρετικούς.


γ) Ο Μ. Βασίλειος είχε έναν φίλο, τον Ευστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας. Οι απόψεις του Ευσταθίου για το Σύμβολο της Νικαίας ήταν ύποπτες και ὁ Βασίλειος απαιτούσε απὸ τον Ευστάθιο να ξεκαθαρίσει την θέση του γραπτώς. Ο Ευστάθιος απέφευγε την ευθεία απάντηση. Ὁ Βασίλειος δήλωσε ότι μέχρι ο Ευστάθιος να δηλώσει την Ορθόδοξή του θέση δεν μπορεί [ο Βασίλειος] να στέκεται στο θυσιαστήριο υποκριτικώς [δηλαδὴ να τον μνημονεύει], και θα πράξει ότι έπραξε και με τον επίσκοπο Εύιππο με τον οποίο διέκοψε κάθε εκκλησιαστικὴ κοινωνία και φιλία. Μία τέτοια είδους φιλία ήταν για τον Βασίλειο «γελοία».[4] Ακόμα  και η υποψία ότι ένας Επίσκοπος μπορεί να είναι αιρετικὸς αρκούσε για τον Άγιο, ώστε να διακόψει την κοινωνία, μέχρι τουλάχιστον ο εν λόγῳ Επίσκοπος αποδείξει τα Ορθόδοξα φρονήματά του. Ήταν σταθερὴ και αταλάντευτη αυτὴ η στάση του Αγίου και φαίνεται και απὸ άλλα περιστατικὰ όπως αυτὸ της μὴ αναγνώρισης του επισκόπου Παυλίνου ώς υπόπτου σαβελλιανιστή.[5] Με τα παραπάνω κατακρημνίζεται και η άποψη του Βαλσαμώνα  κα  του π.Θεοδώρου. Τα παραδείγματα είναι πολλά και χάριν συντομίας σταματάμε εδώ.

Η μη κήρυξη αίρεσης από έναν επίσκοπο, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση της διακήρυξης της αλήθειας , καταγγελίας της αίρεσης και διακοπή της κοινωνίας με τα όργανα της. Η σιωπή του είναι ένοχη.



       i.          «Ἡ σιωπή εἶναι μέρος τῆς συγκαταταθέσεως»  [6] κατά τον αγ.Θεόδωρο Στουδίτη.

     ii.          «Ἡ σιωπή τῶν λόγων εἶναι ἀναίρεση τῶν λόγων» [7] κατά τον άγ.Μάξιμο [δηλ. ακύρωση τους]

   iii.          «Δέν ἀρκεῖ ἡ Πίστη στό νοῦ ἄλλα ἀπαιτεῖται καί ἡ διά τοῦ στόματος ὁμολογία»[8] , κατά τον ιερό Χρυσόστομο.

   iv.          «Της σιωπής το κρίμα φοβερόν»[9] κατά τον Μ.Βασίλειο.



Λοιπόν, η σιωπὴ σὲ θέματα πίστεως είναι αποδεικτικὴ του φρονήματος. Λέει ὁ Μ. Βασίλειος: «Καὶ μόνο νὰ σιωπήσει κανείς [ἔναντι τῆς ἀσέβειας] θὰ βρεθεῖ σὲ θέση ἐνοχῆς γιὰ τὸ αἷμα τῶν ἁμαρτανόντων».[10]



Ο π. Θ. Ζ είπε  :  «O IE΄ Κανόνας της ΑΒ Συνόδου είναι Δυνητικός» , και κάποιος ιερομόναχος της  συνοδείας του  πρόσθεσε  ότι απόδειξη για το δυνητικό του ΙΕ΄ Κανόνα αποτελεί  και η απουσία  επιτιμίου στους μη αποτειχισμένους.

Καταγράψαμε αλλού[11] μια πιο εκτεταμένη αγιοπατερική απάντηση στο ερώτημα. Άς απαντήσουμε εδώ χρησιμοποιώντας μόνο την απλή λογική προς ευκολίαν του αναγνώστη.

Άν η Εκκλησία προβάλλει την Αποτείχιση ώς μία προαιρετικὴ δυνατότητα (δυνητική) , αυτὸ σημαίνει ότι όποιος θέλει αποτειχίζεται καὶ όποιος θέλει δὲν αποτειχίζεται. Αυτὸ σημαίνει επίσης ότι, αυτὸς ποὺ δὲν αποτειχίζεται και παραμένει ακροατής και κοινωνός στην μερίδα των κακοδόξων που ενεργούν μέσα στην Εκκλησία δεν βλάπτεται πνευματικά. Γιατί θα ήταν παράλογο και ανεπίτρεπτο η Εκκλησία να πρότεινε στον πιστό μία επιλογὴ πού θα τον έβλαπτε πνευματικά. Άν όμως παραμένοντας ὁ πιστός σε κοινωνία με τον ψευδοδιδάσκαλο, δεν βλάπτεται πνευματικά, τότε γιατί νὰ καθαιρεθεί ο κακόδoξος ψευδοδιδάσκαλος;  Άς συνεχίσει να κηρύττει αυτά που κηρύττει αφού κανείς δεν βλάπτεται. Και τότε γιατί να γίνονται Σύνοδοι που καταδικάζουν τις κακοδοξίες, αφού η παραμονή του ποιμνίου σε κοινωνία με κακόδοξους ποιμένες δεν βλάπτει;  Άλλα  τότε πρέπει να παραδεχτούμε επιπλέον ότι, αδίκως και αναίτια  μαρτύρησαν τα εκατομμύρια των ομολογητών αγίων  αφού δεν θα τους έβλαπτε  η κοινωνία με τους κακοδόξους!  Άς συνέχιζαν να παραμένουν σε κοινωνία με αυτούς!  Όμως φυσικά δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Αν η παραμονή σε κοινωνία με κακοδόξους δεν βλάπτει:

α) Γιατί ο Κύριός μας δίδαξε ότι τα δικά Του πρόβατα όταν ακούν την φωνή ξένου διδασκάλου φεύγουν,[12] και δεν πρότεινε όσα πρόβατα θέλουν να φεύγουν και όσα θέλουν να μένουν;

β) Γιατί  οι Αποστολικές Διαταγές λένε : «Να φεύγετε από τους φθορείς ποιμένες;[13] και δεν λένε «όσοι θέλετε να φεύγετε…»;

γ) Γιατί ο Μέγας Φώτιος λέει: «Ὅταν ὁ ποιμένας εἶναι αἱρετικὸς …πρέπει νὰ φεύγουμε καὶ νὰ ἀπομακρυνόμαστε, καὶ μὴ μᾶς ξεγελάσει· καὶ ἂν παρουσιάζεται ὡς ἤρεμος, φῦγε τὴν ἐπικοινωνίαν καὶ τὴν ὁμιλίαν, ὡσὰν τὸ δηλητήριον τοῦ ὄφεως» και δεν λέει «όσοι θέλουν να φεύγουν και όσοι θέλουν να κόβουν την επικοινωνία και ομιλία μαζί του»;

Με αυτές τις απόψεις οι Πατέρες  της Γατζέας  δεν  μου φαίνονται  και πολύ «επόμενοι τοις αγίοις πατράσι»!

Στον σχολιασμό δε του ιερομονάχου, ότι η έλλειψη επιτιμίου στους μη αποτειχιζόμενους είναι απόδειξη  για το μη υποχρεωτικό της αποτείχισης  γεννάται το ερώτημα : 


Γιατί το «Πηδάλιον» δεν περιέχει επιτίμια  για την ολιγοπιστία, για την αποφυγή ελεημοσύνης,  για την κατάκριση,  για την μνησικακία, για την σκληροκαρδία, για τον φθόνο και για τόσα  άλλα; Μήπως γιατί αυτά δεν είναι ολέθριες αμαρτίες; Ο Κύριος μας λέει[14] ότι, η οργή, η πλεονεξία, η μέθη, η λοιδορία είναι αμαρτίες που οδηγούν στον θάνατο.[15] Στο Πηδάλιον δεν προβλέπεται κάποιο επιτίμιο, για τους εκπεσόντες στα παραπάνω παραπτώματα·, και τι λοιπόν, θα πούμε, ότι δεν είναι προς θάνατον αμαρτίες, επειδή το Πηδάλιον δεν τις κανονίζει; Πολλά από τα οποία η  Αγία Γραφή διατάσσει εφαρμόζονται υποχρεωτικά, χωρίς δεύτερη κουβέντα και  χωρίς την ανάγκη  επικύρωσης τους μέσω επιτιμίων.



Υ.Γ

Ώστε πατέρες « εχθρός υμών γέγονα αληθεύων υμίν» !







[1] P.G.90,73 κ.εξ.

[2] Θεοφάνους Χρονογραφία, ἔτος 6005, P.G. 108, 369B.

[3]  Μ. Ἀθανασίου, Τοῖς τὸν μονήρη βίον ἀσκοῦσι, P.G. 26, 1188ΒC

[4] Ἐπιστολὴ 128, Πρὸς πρεσβύτερον Σαμοσάτων, παρ, 2.

[5] Ε.Π.Ε. 1, σ. 313.

[6] Ἄγ.Θεόδωρος Στουδίτης P.G.99,1121

[7] Ἄγ.Μαξίμου , P.G.90,165

[8] Ἰω. Χρυσοστόμου, P.G.457709

[9] Μ. Βασίλειος, P.G.31,1509 και Ε΄Οικουμενική , Mansi 9,368

[10] P.G. 31,1257.

[11] Βλ. «Οι ληστές της Θείας διδασκαλίας» Μέρος Β΄.σ.93

[12] Ἰωάν. Ι, 5.

[13] Ἀποστολικαὶ Διαταγαὶ Β΄ ιθ΄.

[14] Ματθ. ε΄ 22.


[15] Α΄ Κορ. στ΄ 9.


ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ  ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥΣ ΑΠΟΔΕΚΤΕΣ 
του Νικολαου Μανη

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ Ιωάννη, χαίρετε εν Κυρίω!
Ευχαριστώ για την αποστολή των άρθρων σας, τα οποία αναδημοσίευσα εδώ: http://krufo-sxoleio.blogspot.gr/2016/07/blog-post_18.html
Θα μου επιτρέψετε μόνο μία παρατήρηση.
Ο σοφότατος Βαλσαμών (ο οποίος αδικείται δυστυχώς) πολύ σωστά αναφέρει πως δεν πρέπει να αποτειχίζεται κανείς, αν ο επίσκοπος έχει κάποια αίρεση, αλλά δεν την κηρύττει φανερά, διότι υπάρχει η περίπτωση να διορθωθεί προ της Συνοδικής Κρίσεως ("μεταῤῥυθμισθῆναι τοῦτον πρὸς τὸ ὀρθόδοξον, πρὸ τῆς ἐντελοῦς ἀποφάσεως, καὶ ἀποστῆναι τῆς αἱρέσεως"[1]).
Απορώ όμως με την επιλογή του αγαπητού π. Θεοδώρου να χρησιμοποιήσει την θέση αυτήν του Βαλσαμώνος, για να στηρίξει την μη αποτείχιση! Μήπως άραγε οι οικουμενιστές επίσκοποι κρατούν κρυφή την αίρεσή τους ("κρύφα καὶ μετὰ ὑποστολῆς ψιθυρίζονται τὰ τῆς αἱρέσεως"[2]) και δεν διακηρύττουν "ἀνερυθριάστως διδάγματα τινά ἀπηλλοτριωμένα τοῦ ὀρθοῦ δόγματος"[3];
Ο Βαλσαμών διδάσκει (και αυτός σε συμφωνία με τους μεγάλους Κανονολόγους Ζωναρά, Αριστηνό, Νικόδημο Αγιορείτη, Νικόδημο Μίλα) την αποτείχιση και την θεωρεί υποχρεωτική, όχι απλά με μια νομικίστικη αντίληψη, αλλά ως την διαχρονική στάσι των ορθοδόξων έναντι των εμφανιζομένων εντός της Εκκλησίας αιρετικών επισκόπων.
Γι' αυτό και γράφει: "ἐπαινετέους εἶναι τοὺς ἀποσχίζοντας ἑαυτοὺς καὶ πρὸ καταδίκης, ἀπὸ τῶν διδασκόντων αἱρετικὰ διδάγματα"[4]. Γράφοντας δε πως όταν κάποιος επίσκοπος κρατά την αίρεση του κρυφή "οὐκ ὀφείλει τις ἐξ αὐτοῦ πρὸ καταδίκης ἀποσχισθῆναι"[5] (άρα όταν την εκφράζει φανερά "ὀφείλει ἐξ αὐτοῦ πρὸ καταδίκης ἀποσχισθῆναι"), καταρρίπτει και τον μύθο της "δυνητικής αποτείχισης", μιας και το ρήμα "ὀφείλω" ερμηνεύεται ως "χρωστώ", και ως δικανικός όρος ως "είμαι υποχρεωμένος"[6]!
Σας ευχαριστώ και εύχομαι κάθε καλό παρά Κυρίου.
Ο αδελφός σας
Νικόλαος Μάννης




[1]Ράλλη - Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών Κανόνων, τόμος Β΄, Αθήνα, 1852, Εμηνεία Βαλσαμώνος στον ΙΕ΄ Κανόνα της ΑΒας Συνόδου, σελ. 695.

[2]Αυτόθι.
[3]Αυτ.
[4]Αυτ.

[5]Αυτ.
[6] Λεξικό Liddel-Scott ( http://myria.math.aegean.gr/lds/web/index.php ), λ. "ὀφείλω", σελ. 389.

Ἐπιστολὴ στοὺς Ἱεράρχες Ἀποτίμηση "Συνόδου" τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν καθηγητὴ κ. Τσελεγγίδη


 Ἐπιστολὴ στοὺς Ἱεράρχες

Ἀποτίμηση "Συνόδου" τῆς Κρήτης ἀπὸ τὸν καθηγητὴ κ. Τσελεγγίδη


Θεσ­σα­λο­νί­κη 20/7/2016 
Πρός τήν Ἱ­. Σύ­νο­δο
    τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος 

   Ἰ. Γεν­να­δί­ου 14 


115 21 Ἀ­θή­να 

Κοι­νο­ποί­η­ση:  σέ ὅ­λους τούς Ἱ­ε­ράρ­χες  τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος 

ΣΥΝ­ΤΟ­ΜΗ Α­ΠΟ­ΤΙ­ΜΗ­ΣΗ ΤΗΣ «Α­ΓΙ­ΑΣ ΚΑΙ ΜΕ­ΓΑ­ΛΗΣ ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΥ»  ΣΤΟ ΚΟ­ΛΥΜ­ΠΑ­ΡΙ ΤΗΣ ΚΡΗ­ΤΗΣ (19-26/7/2016) 

Μα­κα­ρι­ώ­τα­τε Πρό­ε­δρε,
Σε­βα­σμι­ώ­τα­τοι Ἀρ­χι­ε­ρεῖς, 

    Σᾶς ἀ­πο­στέλ­λω, εὐ­λα­βῶς, μιά πε­ρι­ε­κτι­κή ἀ­πο­τί­μη­ση γιά τήν «Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δο» καί Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, νά κά­νε­τε τόν κό­πο νά τήν με­λε­τή­σε­τε, ἐ­πει­δή πι­στεύ­ω, ὅ­τι θά μπο­ροῦ­σε νά βο­η­θή­σει, κά­πως, στήν ὑ­πεύ­θυ­νη συ­ζή­τη­ση πού θά γί­νει στή Σύ­νο­δο τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ὅ­ταν αὐ­τή συ­νέλ­θει.  Ἡ ἀ­πο­τί­μη­σή μας θά κι­νη­θεῖ σέ δύ­ο ἐ­πί­πε­δα. Τό πρῶ­το ἐ­πί­πε­δο θά ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση ὡς πρός τό τυ­πι­κό καί Κα­νο­νι­κό μέ­ρος τῆς Συ­νό­δου, ἐ­νῶ τό δεύ­τε­ρο ἐ­πί­πε­δο θά ἀ­φο­ρᾶ τήν ἀ­πο­τί­μη­ση ὡς πρός τό οὐ­σι­α­στι­κό μέ­ρος της. 
    Ὡς πρός τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή τυ­πι­κό­τη­τα καί Κα­νο­νι­κό­τη­τά της, ἡ λε­γο­μέ­νη «Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος» -θε­ο­λο­γι­κά κρι­νό­με­νη- δέν εἶ­ναι «Ἁ­γί­α», κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή δέν εἶ­ναι «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι», οὔ­τε τυ­πι­κῶς οὔ­τε οὐ­σι­α­στι­κῶς, ὅ­πως θά γί­νει φα­νε­ρό μέ ὅ­σα θά ποῦ­με στή συ­νέ­χεια. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως καί «Με­γά­λη», ὄ­χι μό­νον ἐ­πει­δή δέν ἦ­ταν πα­ροῦ­σες ὅ­λες οἱ Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, ἀλ­λά κυ­ρί­ως, για­τί ἦ­ταν σέ αὐ­τήν πο­λύ μι­κρή καί ἐ­πι­λεγ­μέ­νη ἡ ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σή τους ἀ­πό τούς κα­τά τό­πους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Τό ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, ὅ­μως, ἐν προ­κει­μέ­νῳ εἶ­ναι, ὅ­τι ἡ «Σύ­να­ξη» αὐ­τή τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων δέν μπο­ρεῖ νά χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ -μέ αὐ­στη­ρά θε­ο­λο­γι­κά κρι­τή­ρια- οὔ­τε κἄν ὡς μί­α Το­πι­κή Σύ­νο­δος. Πρό­κει­ται, μᾶλ­λον, γιά μιά ἰ­δι­ό­τυ­πη, δι­ηυ­ρυ­μέ­νη, «Προ­συ­νο­δι­κή Δι­ά­σκε­ψη Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων» μέ δέ­κα Προ­κα­θη­μέ­νους, ἤ γιά ἕ­να «Συ­νέ­δριο» δέ­κα συγ­κε­κρι­μέ­νων Αὐ­το­κε­φά­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες.... ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν ἀ­πό τούς Προ­κα­θη­μέ­νους τους καί τό πο­λύ ἀ­πό 24 κα­τ’ ἐ­πι­λο­γήν Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. 
Εἴ­πα­με, ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ «Δι­ά­σκε­ψη» ἤ τό «Συ­νέ­δριο» αὐ­τό δέν εἶ­ναι κἄν μί­α Το­πι­κή Σύ­νο­δος, για­τί στήν Το­πι­κή Σύ­νο­δο συ­νέρ­χον­ται καί ψη­φί­ζουν ὅ­λοι οἱ με­τέ­χον­τες σ’ αὐ­τήν Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. Στήν πα­ροῦ­σα ὅ­μως «Δι­ά­σκε­ψη-Συ­νέ­δριο», σύμ­φω­να μέ τόν Κα­νο­νι­σμό Λει­τουρ­γί­ας της, ψῆ­φο εἶ­χαν μό­νο οἱ πα­ρόν­τες δέ­κα Προ­κα­θή­με­νοι. Ἡ πρά­ξη αὐ­τή εἶ­ναι πρω­το­φα­νής στήν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μας Ἱ­στο­ρί­α καί αὐ­θαί­ρε­τη καί δέν συ­νά­δει κα­θό­λου μέ τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα πρα­κτι­κή τῶν ἕ­ως σή­με­ρα Ὀρ­θο­δό­ξων Συ­νό­δων, οἱ ὁ­ποῖ­ες προ­ϋ­πο­θέ­τουν τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἰ­σό­τη­τα ὅ­λων τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων, πρᾶγ­μα πού ἐμ­φαί­νε­ται στήν ἰ­σό­τι­μη ψῆ­φο τους. Κα­νείς ἀ­πο­λύ­τως Ἐ­πί­σκο­πος –μη­δέ τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Συ­νό­δου ἐ­ξαι­ρου­μέ­νου– δέν εἶ­ναι «ἄ­νευ ἴ­σων» συ­νε­πι­σκό­πων του. Αὐ­τό πού ἴ­σχυ­σε στήν πα­ροῦ­σα «Δι­ά­σκε­ψη» πα­ρα­πέμ­πει ἐμ­μέ­σως σέ μί­α σα­φῆ μορ­φή Πα­πι­σμοῦ, ἔ­στω κι ἄν ἡ ψῆ­φος τῶν Προ­κα­θη­μέ­νων ἔ­χει συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. 
Κα­τά συ­νέ­πεια, οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς πα­ρα­πά­νω «Προ­συ­νο­δι­κῆς Δι­ά­σκε­ψης», ἤ τοῦ πα­ρα­πά­νω «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κοῦ Συ­νε­δρί­ου», δέν ἔ­χουν δε­σμευ­τι­κό χα­ρα­κτῆ­ρα. Ἄ­ρα καί καμ­μί­α ἰ­σχύ, ὄ­χι μό­νο γιά ὅ­λη τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά καί γιά τίς Το­πι­κές Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν στό «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κό» αὐ­τό «Συ­νέ­δριο» -ὅ­λως ἀ­θέ­σμως-, ἀ­φοῦ οἱ με­τέ­χον­τες Ἀρ­χι­ε­ρεῖς δέν εἶ­χαν δι­καί­ω­μα ψή­φου. Ἀλ­λά οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­ναι ἄ­κυ­ρες καί γιά τόν πρό­σθε­το λό­γο τῆς ἀρ­χῆς τῆς Ὁ­μο­φω­νί­ας, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­βι­ά­στη­κε μέ τήν μή πα­ρου­σί­α τῶν τεσ­σά­ρων Πα­τρι­αρ­χεί­ων (Ἀν­τι­ο­χεί­ας, Ρω­σί­ας, Βουλ­γα­ρί­ας, Γε­ωρ­γί­ας). 
Ἐ­πι­προ­σθέ­τως οἱ ἀ­πο­φά­σεις τῆς ἰ­δι­όρ­ρυθ­μης «Συ­νό­δου» τοῦ Κο­λυμ­πα­ρί­ου δέν εἶ­ναι δε­σμευ­τι­κές γιά τήν Ἑλ­λα­δι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί γιά ἕ­ναν πρό­σθε­το λό­γο. Ὁ Προ­κα­θή­με­νος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, ἀν­τί νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει τήν ὁ­μό­φω­νη θέ­ση τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας στό Στ΄ Κεί­με­νο, εἰ­ση­γή­θη­κε ἄλ­λη θέ­ση, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἀ­πο­δε­κτή ἀ­πό τίς ἐν­νέ­α ἄλ­λες Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες. Πρα­κτι­κῶς, αὐ­τό ση­μαί­νει, ὅ­τι ἡ θέ­ση τοῦ Σώ­μα­τος τῆς Ἑλ­λα­δι­κῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας δέν ἐκ­προ­σω­πή­θη­κε, ὁ­πό­τε μέ βά­ση τόν Κα­νο­νι­σμό Λει­τουρ­γί­ας τῆς «Δι­ά­σκε­ψης», στό Στ΄ Κεί­με­νο δέν ὑ­πῆρ­ξε ὁ­μο­φω­νί­α. Ἄ­ρα, τό Κεί­με­νο εἶ­ναι ἄ­κυ­ρο. 
Καί τώ­ρα, ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση τοῦ οὐ­σι­α­στι­κοῦ μέ­ρους τῆς ἰ­δι­ό­τυ­πης «Συ­νό­δου». Κα­τ’ ἀρ­χήν, ὀ­φεί­λου­με νά ποῦ­με γε­νι­κῶς, ὅ­τι στή λε­γό­με­νη «Σύ­νο­δο» τοῦ Κο­λυμ­πα­ρί­ου τῆς Κρή­της ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε μιά θε­σμι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα πνευ­μα­τι­κή ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τή δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. [Λέ­με, ὅ­τι ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε, ἐ­πει­δή –μέ βά­ση ὅ­σα εἴ­πα­με νω­ρί­τε­ρα– δέν προσ­δί­δου­με θε­σμι­κό ρό­λο στίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς πα­ρα­πά­νω «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως»­]. Στήν Κρή­τη ὄ­χι μό­νο δέν κα­τα­δι­κά­σθη­κε καμ­μί­α ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α (αἵ­ρε­ση), ἀλ­λά καί ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε μιά φο­βε­ρή, θε­σμι­κῶς, ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τήν συ­νο­δι­κῶς ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μιά ἔκ­πτω­ση οὐ­σι­α­στι­κά ἀ­πό τόν «Ὅ­ρο Πί­στε­ως» τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου. Συγ­κε­κρι­μέ­να, πρό­κει­ται γιά τήν ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τήν δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, κα­θ’ ἑ­αυ­τήν. 
Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με «εἰς Μί­αν, Ἁ­γί­αν, Κα­θο­λι­κήν καί Ἀ­πο­στο­λι­κήν Ἐκ­κλη­σί­αν». Ὅ­μως, στή «Δι­ά­σκε­ψη» τῆς Κρή­της, δέ­κα Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀ­πο­δέ­χθη­καν ἀ­θε­ο­λό­γη­τα τήν «Βα­πτι­σμα­τι­κή Θε­ο­λο­γί­α» καί ἔμ­με­σα τήν «Θε­ω­ρί­α τῶν Κλά­δων», ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, τούς Μα­ρω­νῖ­τες, τούς Νε­στο­ρια­νούς, τούς Μο­νο­φυ­σῖ­τες Ἀν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους, τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι κα­τα­δι­κά­στη­καν γιά τήν χρι­στο­λο­γι­κή τους αἵ­ρε­ση ἀ­πό σει­ρά Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων (ἀ­πό τήν Τρί­τη ἕ­ως καί τήν Ἕ­κτη), ἀλ­λά καί τήν παν­σπερ­μί­α τῶν Προ­τε­σταν­τῶν, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται στό Παγ­κό­σμιο Συμ­βού­λιο τῶν λε­γο­μέ­νων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἀ­πο­τε­λεῖ πνευ­μα­τι­κή πα­ρα­φρο­σύ­νη καί πνευ­μα­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα ἡ πρά­ξη τῆς ἀ­πό­πει­ρας γιά Συ­νο­δι­κή ἀ­πό­φα­ση στό Κο­λυμ­πά­ρι πρός ἀ­να­γνώ­ρι­ση ὡς Ἐκ­κλη­σι­ῶν τῶν κα­τα­δι­κα­σθέν­των αἱ­ρε­τι­κῶν ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Αὐ­τό, στήν πρά­ξη, εἶ­ναι συγ­κρη­τι­σμός καί Οἰ­κου­με­νι­σμός. Δέν κι­νή­θη­κε ὁ θυ­μός –τό ἔλ­λο­γο νεῦ­ρο τῆς ψυ­χῆς- τῶν «Συ­νο­δι­κῶν» Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων πρός τούς νο­η­τούς λύ­κους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, οἱ «λύ­κοι» ὀ­νο­μά­στη­καν «πρό­βα­τα» τῆς μί­ας καί μό­νης λο­γι­κῆς ποί­μνης, τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος συμ­πε­ραί­νου­με, ὅ­τι στήν Κρή­τη δέν ἔ­γι­νε ἡ ἀ­να­με­νό­με­νη ἀ­πό τό εὐ­λα­βές πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «σύ­σκε­ψη» τῶν «Συ­νο­δι­κῶν» Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων μέ τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, οὔ­τε καί λει­τούρ­γη­σε ἡ «σφεν­δό­νη» τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος γιά τήν ἐκ νέ­ου κα­τα­δί­κη τῶν αἱ­ρε­τι­κῶν. Εἰ­δι­κό­τε­ρα, γιά τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς, λε­κτι­κῶς, ὁ­μο­λο­γή­σα­με τήν πί­στη μας στόν Ὅ­ρο τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, πρα­κτι­κῶς ὅ­μως ἀ­κυ­ρώ­σα­με αὐ­τήν τήν πί­στη, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ὄ­χι μό­νον αὐ­τούς, ἀλ­λά καί ἄλ­λες Χρι­στι­α­νι­κές Κοι­νό­τη­τες, πού ἀν­τί­κειν­ται στόν Ὅ­ρο αὐ­τό, διά τοῦ f­i­l­i­o­q­ue. Ὡς γνω­στόν, ἡ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε προ­σθή­κη στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως -ἀ­κό­μη καί ἡ ἑρ­μη­νευ­τι­κῶς σω­στή- κα­τα­δι­κά­ζε­ται ἀ­πό ὅ­λες τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους με­τά τήν Γ΄ (συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης) καί ὅ­σοι τό κά­νουν, ὁ­ρί­ζε­ται νά κα­θαι­ροῦν­ται καί νά ἀ­φο­ρί­ζον­ται ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Σα­φῶς, λοι­πόν, τό f­i­l­i­o­q­ue, ὡς προ­σθή­κη, κα­τα­δι­κά­ζε­ται -ἔμ­με­σα, αὐ­το­μά­τως καί ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­να- ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, ὡς αἵ­ρε­ση, ἀ­φοῦ ἐκ­πί­πτουν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­σοι τό υἱ­ο­θε­τοῦν, ὡς προ­σθή­κη, κα­τά τήν ἀ­πό­φα­ση τῶν ἀ­νω­τέ­ρω Συ­νό­δων. Γι’ αὐ­τό καί ἡ ἑ­τε­ρο­δο­ξί­α τοῦ f­i­l­i­o­q­ue τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί ὅ­λων τῶν Προ­τε­σταν­τῶν εἶ­ναι κα­τε­γνω­σμέ­νη αἵ­ρε­ση. 
Ἄλ­λω­στε, ἡ προ­σθή­κη τοῦ f­i­l­i­o­q­ue κα­τα­δι­κά­στη­κε ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου στήν Σύ­νο­δο τοῦ 879/80 (Η΄ Οἰ­κου­με­νι­κή), ὅ­που με­τεῖ­χε καί ἀν­τι­προ­σω­πεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρώ­μης, ἐ­νῶ κα­τα­δι­κά­στη­καν καί ἄλ­λες κα­κο­δο­ξί­ες τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ γιά τήν ταύ­τι­ση οὐ­σί­ας καί ἐ­νερ­γεί­ας στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό καί γιά τόν κτι­στό χα­ρα­κτῆ­ρα τῆς θεί­ας Χά­ρι­τος, στίς Συ­νό­δους τοῦ 1331 καί 1351. Ἀλ­λά καί ὁ Προ­τε­σταν­τι­σμός κα­τα­δι­κά­στη­κε ἀ­πό σει­ρά Συ­νό­δων στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λή (1638, 1642, 1691). 
Κα­τά συ­νέ­πεια, δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν σέ ἕ­να Συ­νο­δι­κό δογ­μα­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα Κεί­με­νο νά μήν ὑ­πάρ­χει θε­ο­λο­γι­κή ἀ­κρί­βεια καί οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι νά ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες. Αὐ­τό θά σή­μαι­νε, ἤ ὅ­τι γί­νε­ται συ­νει­δη­τή ἔκ­πτω­ση στό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό δόγ­μα, ἤ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει δι­γλωσ­σί­α, μέ ὅ,τι αὐ­τό συ­νε­πά­γε­ται. 
Μέ τήν ψή­φι­ση τοῦ Στ΄ Κει­μέ­νου, πού χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται γιά τίς σκό­πι­μες ἀ­σά­φει­ες καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τίς θε­ο­λο­γι­κές ἀν­τι­φά­σεις του, ἡ «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Δι­ά­σκε­ψη» στήν Κρή­τη κα­το­χύ­ρω­σε θε­σμι­κά τόν Οἰ­κου­με­νι­σμό, εἰ­σά­γον­τας ἔ­τσι καί προ­ω­θών­τας τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση στίς συ­νει­δή­σεις τῶν πι­στῶν. Ὑ­πεν­θυ­μί­ζω συγ­κε­κρι­μέ­να τήν πα­ρά­γρα­φο 16, ὅ­που ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς: «Ἕν ἐκ τῶν κυ­ρί­ων ὀρ­γά­νων ἐν τῇ Ἱ­στο­ρί­ᾳ τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς κι­νή­σε­ως εἶ­ναι τό Παγ­κό­σμιον Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν (ΠΣΕ)­.­.. Πα­ραλ­λή­λως, ὑ­φί­σταν­ται καί ἄλ­λοι δι­α­χρι­στι­α­νι­κοί ὀρ­γα­νι­σμοί καί πε­ρι­φε­ρεια­κά ὄρ­γα­να, ὡς ἡ «Δι­ά­σκε­ψις τῶν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν» (ΚΕΚ), τό «Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν Μέ­σης Ἀ­να­το­λῆς (ΣΕ­ΜΑ) καί τό «Πα­να­φρι­κα­νι­κόν Συμ­βού­λιον Ἐκ­κλη­σι­ῶν». Ταῦ­τα με­τά τοῦ Παγ­κο­σμί­ου Συμ­βου­λί­ου Ἐκ­κλη­σι­ῶν τη­ροῦν ση­μαν­τι­κήν ἀ­πο­στο­λήν διά τήν προ­ώ­θη­σιν τῆς ἑ­νό­τη­τος τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου». 
Τήν ἀ­πο­δο­χή τοῦ ὅ­ρου «Ἐκ­κλη­σί­α», γιά τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τούς Προ­τε­στάν­τες, συ­ναν­τοῦ­με κα­τά κό­ρον καί στίς πα­ρα­γρά­φους 19 καί 21, στό ἴ­διο Κεί­με­νο. Ἡ πα­ρα­πά­νω δι­α­τύ­πω­ση ση­μαί­νει, ὅ­τι ἐ­μεῖς, ὡς Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α, συμ­φω­νοῦ­με πώς οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι-αἱ­ρε­τι­κοί συμ­βάλ­λουν ση­μαν­τι­κά στήν προ­ώ­θη­ση τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου! Ἀ­πό ἐ­δῶ πι­στο­ποι­εῖ­ται, ὅ­τι, ὅ­σοι ψή­φι­σαν καί ὅ­σοι ὑ­πέ­γρα­ψαν αὐ­τό τό Κεί­με­νο, δέν συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν σί­γου­ρα, ὅ­τι «ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ἔ­χει πνεῦ­μα πο­νη­ρί­ας καί κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πό ἀ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα», κα­τά τήν χα­ρι­σμα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Γέ­ρον­τος Ἐ­φραίμ τοῦ Κα­του­να­κι­ώ­τη. Ἡ θε­με­λια­κή θέ­ση τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ εἶ­ναι ὁ δογ­μα­τι­κός πλου­ρα­λι­σμός. Αὐ­τό ση­μαί­νει, πρα­κτι­κά, τήν δογ­μα­τι­κά νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νη συ­νύ­παρ­ξη δι­α­φο­ρε­τι­κῶν δογ­μα­τι­κῶς πί­στε­ων. Ὅ­ποι­ος ἀμ­φι­σβη­τεῖ τόν δογ­μα­τι­κό αὐ­τό πλου­ρα­λι­σμό, χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται φα­να­τι­κός καί φον­τα­μεν­τα­λι­στής. Πα­ράλ­λη­λα, οἱ Οἰ­κου­με­νι­στές δέν ἐ­πι­τρέ­πουν ἀ­ξι­ο­λο­γι­κές κρί­σεις γιά τήν ὀρ­θό­τη­τα, τήν ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα ἤ τήν κα­τω­τε­ρό­τη­τα τῶν δι­α­φό­ρων θρη­σκει­ῶν. Στόν Οἰ­κου­με­νι­σμό ὅ­λοι χω­ροῦν. Για­τί ἡ ἑ­νό­τη­τα σ’ αὐ­τόν δέν ἐμ­πο­δί­ζε­ται ἀ­πό τήν ποι­κι­λί­α τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν πί­στε­ων, πρᾶγ­μα πού εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά ἀ­πα­ρά­δε­κτο ἀ­πό Ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­πο­ψη. 
Ὡς δογ­μα­το­λό­γος τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, ἔ­χω τήν βα­θύ­τα­τη πε­ποί­θη­ση, ὅ­τι ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή αἵ­ρε­ση, ἀλ­λά καί ἡ ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τε­ρη πο­λυ­αί­ρε­ση, πού ἐμ­φα­νί­στη­κε πο­τέ στήν Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί τοῦ­το, για­τί ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός, ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ συγ­κρη­τι­στι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα του, συ­νι­στᾶ τήν πιό δό­λια ἀμ­φι­σβή­τη­ση τῆς πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά καί τήν πιό σο­βα­ρή νό­θευ­σή της. Ἀμ­βλύ­νει σέ ἀ­πα­ρά­δε­κτο βαθ­μό τήν δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί δη­μι­ουρ­γεῖ σύγ­χυ­ση γύ­ρω ἀ­πό τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Πί­στε­ώς μας. Κε­νώ­νει πο­νη­ρά τήν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς σώ­ζου­σας Πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας –πρᾶγ­μα πού ἔ­χει ὀ­λέ­θρι­ες σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες- μέ τό νά θε­ω­ρεῖ ὅ­λες τίς θρη­σκευ­τι­κές πί­στεις νό­μι­μες σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κῶς, ὅ­ταν ὑ­πο­στη­ρί­ζει, ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξες καί ἑ­τε­ρό­θρη­σκες πί­στεις εἶ­ναι ὁ­δοί, πού ὁ­δη­γοῦν στήν ἴ­δια σω­τη­ρί­α. 
Ἀλ­λά, μέ ὅ­σα ἀν­τι­φα­τι­κά, ὡς πρός τήν Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α, γρά­φον­ται στό Στ΄ Κεί­με­νο, δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι χρι­στια­νοί ἐμ­παί­ζον­ται, ἀ­φοῦ στήν ἀρ­χή κα­το­νο­μά­ζον­ται ὡς «ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες», δη­λα­δή αἱ­ρε­τι­κοί, καί στή συ­νέ­χεια ὀ­νο­μά­ζον­ται Ἐκ­κλη­σί­ες. Δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ὑ­πο­τι­μοῦ­με τή νο­η­μο­σύ­νη τους. Κα­τα­λα­βαί­νουν κα­λῶς, ὅ­τι δέν τούς ἀ­γα­ποῦ­με ἀ­λη­θι­νά, για­τί δέν τούς λέ­με τήν ἀ­λή­θεια κα­θα­ρά. Τούς λέ­με ψέ­μα­τα, πώς εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­ες. Καί μέ τόν τρό­πο αὐ­τό δέν τούς βο­η­θοῦ­με, για­τί δέν τούς κα­λοῦ­με σέ με­τά­νοι­α καί ἄρ­νη­ση τῶν δογ­μα­τι­κῶν πλα­νῶν τους, ὥ­στε νά ἐν­τα­χθοῦν στήν μό­νη ἀ­λη­θι­νή Ἐκ­κλη­σί­α, τήν Ὀρ­θό­δο­ξη. Εὐ­τυ­χῶς, ἀρ­κε­τοί Ἀρ­χι­ε­ρεῖς δέν ὑ­πέ­γρα­ψαν αὐ­τό τό Κεί­με­νο γιά δογ­μα­τι­κούς λό­γους. 
Στό Κεί­με­νο γιά «Τό Μυ­στή­ριον τοῦ Γά­μου καί τά Κω­λύ­μα­τα αὐ­τοῦ», δέν θά ἐ­πα­να­λά­βω, ὅ­σα σχε­τι­κά ἔ­γρα­ψα στήν πρώ­τη μου Ἐ­πι­στο­λή πρός τήν Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δο, στίς 3-2-2016, γιά νά μή Σᾶς κου­ρά­ζω. Θά προ­σθέ­σω μό­νο, ὅ­τι, ἐ­νῶ ὁ 72ος Κα­νό­νας τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, θέ­τει τίς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές –δογ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιά τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ μυ­στη­ρί­ου τοῦ γά­μου, ἡ ἀ­πό­φα­ση τῆς «Δι­α­σκέ­ψε­ως» τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων στό Κο­λυμ­πά­ρι τῆς Κρή­της -ὅ­λως ἀν­τι-Κα­νο­νι­κῶς καί ἀ­ναρ­μο­δί­ως- δί­νει τήν δυ­να­τό­τη­τα στίς Το­πι­κές Αὐ­το­κέ­φα­λες Ἐκ­κλη­σί­ες νά ἀ­πο­κλί­νουν ἀ­πό τήν πε­ρί τῶν μυ­στη­ρί­ων δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἡ προ­τα­θεῖ­σα εἰ­σή­γη­ση τῶν μι­κτῶν γά­μων ὡς οἰ­κο­νο­μί­α –πέ­ρα ἀ­πό τήν ἀν­τι­κα­νο­νι­κό­τη­τα καί τήν πα­ρα­νο­μί­α της, ἀλ­λά καί τό ὀ­ξύ­μω­ρο τῆς σχε­τι­κο­ποι­ή­σε­ως ἑ­νός Κα­νό­να (72) Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου (Πεν­θέ­κτης) ἀ­πό ἥσ­σο­να «Σύ­νο­δο», στήν ὁ­ποί­α πα­ρα­πέμ­πει τό θέ­μα -εἶ­ναι ἄ­κρως ἀ­θε­ο­λό­γη­τη, ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς. Γι’ αὐ­τό, ἄλ­λω­στε, συ­νι­στᾶ­ται αὐ­στη­ρῶς ἀ­πό τόν 72ο Κα­νό­να ἡ ἀ­κύ­ρω­ση καί ἡ δι­ά­λυ­ση αὐ­τοῦ τοῦ γά­μου, ὡς πα­ρά­νο­μη ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς συμ­βί­ω­ση. Ἡ πε­ραι­τέ­ρω μά­λι­στα θε­ο­λο­γι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση τοῦ Κα­νό­να, δέν ἀ­φή­νει κα­θό­λου πε­ρι­θώ­ρια γιά ὁ­ποι­α­δή­πο­τε οἰ­κο­νο­μί­α. «Οὐ γάρ χρή τά ἄ­μι­κτα μι­γνῦ­ναι», ση­μει­ώ­νει ὁ Κα­νό­νας, «οὐ­δέ τῷ προ­βά­τῳ τόν λύ­κον συμ­πλέ­κε­σθαι, καί τῇ τοῦ Χρι­στοῦ με­ρί­δι τόν τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν κλῆ­ρον· εἰ δέ πα­ρα­βῇ τις τά πα­ρ’ ἡ­μῶν ὁ­ρι­σθέν­τα, ἀ­φο­ρι­ζέ­σθω». Δέν εἰ­ση­γεῖ­ται, δη­λα­δή, ὁ 72ος Κα­νό­νας οἰ­κο­νο­μί­α, ἀλ­λά ἐ­φι­στᾶ τήν προ­σο­χή γιά τήν σο­βα­ρό­τα­τη πα­ρα­νο­μί­α. Ἡ πα­ρέκ­κλι­ση ἀ­πό τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο Κα­νό­να συ­νι­στᾶ σο­βα­ρό­τα­τη Κα­νο­νι­κή πα­ρα­νο­μί­α καί «πα­ρα­οι­κο­νο­μί­α», πού ἔ­χει, ἐ­πί­σης, σο­βα­ρό­τα­τες ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές συ­νέ­πει­ες, ἀ­φοῦ ἀ­να­μει­γνύ­ει τά ἄ­μι­κτα σέ «ἄ­μι­κτη μί­ξη», «συμ­πλέ­κει» ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς τό «πρό­βα­το» μέ τόν «λύ­κο» καί τήν «με­ρί­δα» τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόν «κλῆ­ρο» τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Τέ­τοι­α, ὅ­μως, μί­ξη εἶ­ναι ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἀ­δι­α­νό­η­τη καί θε­ο­λο­γι­κῶς καί πνευ­μα­τι­κῶς ἀ­πα­ρά­δε­κτη. 
Στό Κεί­με­νο: «Ἡ Ἀ­πο­στο­λή τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας εἰς τόν σύγ­χρο­νον κό­σμον», δί­νε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­ση, ὅ­τι ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται ὁ ἐγ­κι­βω­τι­σμός Ὀρ­θο­δό­ξων καί ἑ­τε­ρο­δό­ξων, ἐ­νί­ο­τε καί ἑ­τε­ρο­θρή­σκων. Τοῦ­το εἶ­ναι ἐμ­φα­νές, ὅ­ταν τά σχε­τι­ζό­με­να μέ τήν εἰ­ρή­νη, ἡ ὁ­ποί­α βι­ώ­νε­ται στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὡς καρ­πός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, λέ­γον­ται ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τα καί γιά τούς ἐ­κτός αὐ­τῆς. Αὐ­τό, ὅ­μως, κε­νώ­νει στήν πρά­ξη τήν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου καί τήν ἴ­δια τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­νό­σῳ ἀ­φή­νει νά ἐν­νο­η­θεῖ, ὅ­τι ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γειά Του, μπο­ρεῖ νά κα­τορ­θώ­νε­ται καί νά οἰ­κει­ώ­νε­ται καί ἐ­κτός αὐ­τῆς ἀ­πό ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἑ­τε­ρο­θρή­σκους καί ἀν­θρώ­πους ἁ­πλῶς «κα­λῆς θε­λή­σε­ως», ἐν­δε­χο­μέ­νως τό­τε καί ἀ­πό ἀ­θέ­ους. Αὐ­τό ὄ­χι μό­νο μαρ­τυ­ρί­α δέν συ­νι­στᾶ, ἀλ­λά προ­κα­λεῖ καί σύγ­χυ­ση ἀ­νά­με­σα στούς πι­στούς γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς δε­δω­ρη­μέ­νης σ΄ αὐ­τήν «ἄ­νω­θεν εἰ­ρή­νης». 
Ὡς πρός τό ζή­τη­μα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Δι­α­σπο­ρᾶς, ἔ­χου­με τήν γνώ­μη, ὅ­τι μέ τήν ἐν λό­γῳ «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κή Δι­ά­σκε­ψη» ἐ­πι­χει­ρή­θη­κε ἡ ἀν­τι­κα­νο­νι­κή -ἔ­στω καί πρό­σκαι­ρη- λύ­ση τῶν Ἐ­πι­σκο­πι­κῶν Συ­νε­λεύ­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὄ­χι μό­νο δέν θε­ρα­πεύ­ουν, ἀλ­λά δι­αι­ω­νί­ζουν τόν ἤ­δη συ­νο­δι­κῶς κα­τα­δι­κα­σμέ­νο ἐ­θνο­φυ­λε­τι­σμό (1872). 
Με­τά τή «Σύ­νο­δο» τῆς Κρή­της ἐκ­δό­θη­κε ἡ «Ἐγ­κύ­κλιος τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας» (Κρή­τη, 2016), ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σιά­ζει θε­ο­λο­γι­κές ἀν­τι­φά­σεις. Γι’ αὐ­τό καί θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά σ’ αὐ­τές. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στήν δεύ­τε­ρη πα­ρά­γρα­φο ση­μει­ώ­νε­ται τό ἑ­ξῆς: «Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν.­.­.­». Ἐ­δῶ, γεν­νᾶ­ται εὔ­λο­γα τό λο­γι­κό καί θε­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς «ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν», ὅ­ταν αὐ­τή ἀ­να­γνω­ρί­ζει τούς Νε­στο­ρια­νούς, τούς Μο­νο­φυ­σῖ­τες, τούς Ἀν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους καί τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­νό­σῳ αὐ­τοί ἔ­χουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους Χρι­στο­λο­γί­α; 
Στήν τρί­τη πα­ρά­γρα­φο μνη­μο­νεύ­ον­ται Σύ­νο­δοι κα­θο­λι­κοῦ «κύ­ρους», ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου καί ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ καί ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 1484, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κη­ρύσ­σε­ται ἡ ψευ­δο­σύ­νο­δος τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἀ­κό­μη καί οἱ Σύ­νο­δοι, πού ἀ­πο­κη­ρύσ­σουν τίς Προ­τε­σταν­τι­κές δο­ξα­σί­ες. Πῶς συμ­βι­βά­ζον­ται, ὅ­μως, ὅ­λα αὐ­τά μέ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί τῶν Προ­τε­σταν­τῶν ὡς Ἐκ­κλη­σι­ῶν;
Στήν πα­ρά­γρα­φο 20 ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οἱ δι­α­χρι­στι­α­νι­κοί δι­ά­λο­γοι ἐ­λει­τούρ­γη­σαν ὡς εὐ­και­ρί­α διά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­αν, διά νά ἀ­να­δεί­ξῃ τό σέ­βας πρός τήν δι­δα­σκα­λί­αν τῶν Πα­τέ­ρων καί διά νά δώ­σῃ ἀ­ξι­ό­πι­στον μαρ­τυ­ρί­αν τῆς γνη­σί­ας πα­ρα­δό­σε­ως τῆς Μιᾶς, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ὑ­πό τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας δι­ε­ξα­γώ­με­νοι δι­ά­λο­γοι οὐ­δέ­πο­τε ἐ­σή­μα­ναν, οὔ­τε ση­μαί­νουν καί δέν πρό­κει­ται νά ση­μά­νουν πο­τέ οἱ­ον­δή­πο­τε συμ­βι­βα­σμόν εἰς ζη­τή­μα­τα πί­στε­ως. Οἱ δι­ά­λο­γοι αὐ­τοί εἶ­ναι μαρ­τυ­ρί­α πε­ρί τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.­.­.­». Ἡ δή­λω­ση αὐ­τή, ὅ­μως, δι­α­ψεύ­δε­ται ἀ­πό τά κοι­νά Κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πε­γρά­φη­σαν καί ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ὅ­πως εἶ­ναι τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας καί τοῦ P­u­s­s­an. Καί ἡ Συ­νο­δι­κή Ἐγ­κύ­κλιος κα­τα­κλεί­ε­ται ὡς ἐ­ξῆς: «Ταῦ­τα ἀ­πευ­θύ­νον­ται ἐν συ­νό­δῳ πρός τά ἐν τῷ κό­σμῳ τέ­κνα τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Ὀρ­θο­δό­ξου ἡ­μῶν Ἐκ­κλη­σί­ας καί πρός τήν οἰ­κου­μέ­νην πᾶ­σαν, ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι πρός δι­α­φύ­λα­ξιν τῆς πα­τρο­πα­ρα­δό­του πί­στε­ως». Ὅ­μως, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι» δέν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πο­τέ στό πα­ρελ­θόν, ὡς Ἐκ­κλη­σί­α, τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­πως ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά κά­νει ἡ ἐν λό­γῳ «Συ­νέ­λευ­ση τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων» στήν Κρή­τη. 
Ὡς πρός τό «Μή­νυ­μα» τῆς «Ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κῆς Δι­α­σκέ­ψε­ως», αὐ­τό συ­νο­ψί­ζει τίς λη­φθεῖ­σες ἀ­πο­φά­σεις καί πα­ράλ­λη­λα προ­κα­λεῖ τή νο­η­μο­σύ­νη τῶν ἐ­νη­με­ρω­μέ­νων πι­στῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στήν πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο τοῦ «Μη­νύ­μα­τος» ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς: «Βα­σι­κή προ­τε­ραι­ό­τη­τα τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου ὑ­πῆρ­ξε ἡ δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς ἑ­νό­τη­τας τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας στη­ριγ­μέ­νη στή θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α καί τήν Ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή τῶν Ἐ­πι­σκό­πων. Ἡ ὑ­φι­στα­μέ­νη ἑ­νό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ἐ­νι­σχύ­ε­ται καί νά φέ­ρει νέ­ους καρ­πούς». Τό εὔ­λο­γο ἐ­ρώ­τη­μα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ «Μη­νύ­μα­τος» αὐ­τοῦ εἶ­ναι: Πῶς δι­α­κη­ρύσ­σε­ται ἔ­τσι πα­νη­γυ­ρι­κά ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­ταν εἶ­ναι γνω­στό, ὅ­τι σ’ αὐ­τήν τήν «Σύ­να­ξη» δέν πα­ρα­βρέ­θη­καν τέσ­σε­ρα Πα­τρι­αρ­χεῖ­α, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν συν­τρι­πτι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρους πι­στούς, ἀ­π’ ὅ­σους ἀν­τι­προ­σω­πεύ­τη­καν ἀ­πό τούς δέ­κα Προ­κα­θη­μέ­νους, πού συμ­με­τεῖ­χαν σ’ αὐ­τήν; Καί πῶς γί­νε­ται μέ τό­ση ἄ­νε­ση ἡ ἀ­να­φο­ρά στή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, ὡς θε­μέ­λιο τῆς ἑ­νό­τη­τας, τή στιγ­μή πού ὑ­φί­στα­ται ἡ δι­α­κο­πή τῆς δι­α­μυ­στη­ρια­κῆς κοι­νω­νί­ας ἀ­νά­με­σα στά δύ­ο πρε­σβυ­γε­νῆ Πα­τρι­αρ­χεῖ­α τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων καί τῆς Ἀν­τι­ο­χεί­ας; Καί στήν ἴ­δια πα­ρά­γρα­φο ση­μει­ώ­νε­ται: «Ἡ Συ­νο­δι­κό­τη­τα δι­α­πνέ­ει τήν ὀρ­γά­νω­ση, τόν τρό­πο πού λαμ­βά­νον­ται οἱ ἀ­πο­φά­σεις καί κα­θο­ρί­ζε­ται ἡ πο­ρεί­α της». Ὑ­πάρ­χει, ὅ­μως, κά­ποι­α μαρ­τυ­ρί­α στήν Ἱ­στο­ρί­α τῶν Συ­νό­δων τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­που οἱ ἀ­πο­φά­σεις νά λαμ­βά­νον­ται μό­νον ἀ­πό τούς Προ­κα­θη­μέ­νους καί χω­ρίς τήν ψῆ­φο τῶν συμ­με­τε­χόν­των Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων; 
Στήν τρί­τη πα­ρά­γρα­φο γί­νε­ται λό­γος γιά τούς Θε­ο­λο­γι­κούς Δι­α­λό­γους μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί ση­μει­ώ­νε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οἱ δι­ά­λο­γοι, πού δι­ε­ξά­γει ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δέν ση­μαί­νει πο­τέ συμ­βι­βα­σμό σέ ζη­τή­μα­τα Πί­στε­ως». Ἐ­δῶ, ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με ἐν­δει­κτι­κά καί πά­λι τά Κεί­με­να τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας, τοῦ P­u­s­s­an, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν σο­βα­ρές ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές αἱ­ρέ­σεις. 
Ὅ­λα τά πα­ρα­πά­νω λέ­γον­ται μέ ἔμ­πο­νη ἀ­γά­πη καί σε­βα­σμό στήν Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νη Σας, χω­ρίς καμ­μί­α ἄλ­λη ἐ­πι­δί­ω­ξη, πα­ρά μό­νο, ἐ­πει­δή θέ­λου­με νά μένουμε πάντοτε, ὡς ζῶντα μέλη, στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία Του. 

Μέ βα­θύ­τα­το σε­βα­σμό 
ἀσπάζομαι τήν δεξιά Σας 
Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης 
Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ.