ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ,
ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΛΑΟ,
ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ
ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;
Η
Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και
αποφάσεις
Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
ΜΕΡΟΣ
-Δ
Ἡ Συνέλευσις τοῦ Π.Σ.Ε στο Ἔβανστον (1954)
Η Συνέλευση του Έβανστον (Η.Π.Α) ήταν η δεύτερη κατά
σειρά, με τη συμμετοχή 161 Εκκλησιών-μελών από 48 χώρες. Η ορθόδοξη εκπροσώπηση
περιλάμβανε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εκκλησία της Ελλάδος, τα
Πατριαρχεία Αντιοχείας και Αλεξανδρείας και την Εκκλησία της Κύπρου. Η
Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ηχηρή και ουσιαστική παρουσία, εκπροσωπούμενη από
κορυφαίες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες όπως ο Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής
Μιχαήλ: Ηγετική μορφή της συνέλευσης, ο οποίος εξελέγη ένας από τους 6
Προέδρους του ΠΣΕ.
Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ηγήθηκε ο
Μητροπολίτης Θυατείρων Αθηναγόρας (Καβάδας), μαζί με τον Μητροπολίτη Μηθύμνης
Διονύσιο, τον Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Φλωρόφσκι και τον Επίσκοπο Ελαίας
Αθηναγόρα (Κοκκινάκη). Από την Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχαν πάλι ο Α.
Αλιβιζάτος, ο Π. Μπρατσιώτης, ο Ιωάννης Καρμίρης, Καθηγητής Δογματικής, και ο
Γεράσιμος Κονιδάρης, Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας.
Το γενικό θέμα ήταν «Ο Χριστός, η Ελπίδα του
Κόσμου». Ωστόσο, η προσέγγιση της εσχατολογίας αποκάλυψε βαθιές θεολογικές
διαφορές μεταξύ Προτεσταντών και Ορθοδόξων. Οι Ορθόδοξοι, αρνούμενοι να
υπερψηφίσουν το κεντρικό κείμενο επειδή εξέφραζε κυρίως την προτεσταντική
θεολογία, κατέθεσαν δική τους «Ειδική Ορθόδοξη Δήλωση».
Σε αυτήν τόνισαν ότι η πλήρης ενότητα της Εκκλησίας
υπάρχει ήδη στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική
Εκκλησία», και ότι η επανένωση των χριστιανών δεν είναι θέμα «κατασκευής» μιας
νέας οντότητας, αλλά επιστροφής στην πίστη των Οικουμενικών Συνόδων. Η κίνηση
αυτή ανέδειξε ως άμεση ανάγκη τη διαμόρφωση μιας κοινής και συντονισμένης
Πανορθόδοξης στάσης, γεγονός που επέσπευσε τις διαδικασίες για τη σύγκληση των
Πανορθόδοξων Διασκέψεων της Ρόδου
Η Συνέλευση του Νέου Δελχί (1961) και η Διεύρυνση της Ορθόδοξης Εκπροσώπησης
Η Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961 αποτελεί έναν
ιστορικό σταθμό για τα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς σηματοδότησε την επίσημη
είσοδο του Πατριαρχείου της Μόσχας και άλλων Εκκλησιών από το ανατολικό μπλοκ
στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Αυτή η εξέλιξη κατέστησε επιτακτική την
ανάγκη να συγκληθούν Πανορθόδοξες Διασκέψεις για τον μεταξύ τους συντονισμό.
Δίπλα στις Εκκλησίες που συμμετείχαν ήδη, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η
Εκκλησία της Ελλάδος, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, η Εκκλησία
της Κύπρου και το Πατριαρχείο Σερβίας, προστέθηκαν ως νέα μέλη η Ρωσική
Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της
Πολωνίας, καθώς και οι Προχαλκηδόνιες Ανατολικές Εκκλησίες, όπως η Αρμενική, η
Κοπτική και η Αιθιοπική.
Κατά τις εργασίες της Συνέλευσης εγκρίθηκε η
διεύρυνση της ιδρυτικής βάσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ώστε να
περιλαμβάνει ρητή αναφορά στην Αγία Τριάδα, αλλαγή που πραγματοποιήθηκε κυρίως
μετά από αίτημα των Ορθοδόξων. Η είσοδος του Πατριαρχείου Μόσχας και των
υπόλοιπων Σλαβικών Εκκλησιών μεταμόρφωσε την ορθόδοξη παρουσία από μια μικρή
μειοψηφία σε υπολογίσιμη αριθμητική, γεωπολιτική και θεολογική δύναμη. Ωστόσο,
η ταυτόχρονη παρουσία Ορθοδόξων από τον Δυτικό και τον Ανατολικό κομμουνιστικό
κόσμο έφερε στην επιφάνεια σοβαρές πολιτικές πιέσεις και θεολογικές διαφορές,
κάνοντας σαφές ότι απαιτούνταν εσωτερικός συντονισμός. Για το λόγο αυτό, τον
Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας συγκάλεσε την
Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου, εγκαινιάζοντας την επίσημη διαδικασία του
προσυνοδικού συντονισμού.
Οι συμμετέχοντες
|
Η Σύνδεση της Ρόδου με το Νέο Δελχί
Η σχέση μεταξύ της Διασκέψεως της Ρόδου και της
Συνελεύσεως του Νέου Δελχί υπήρξε άμεση, αιτιώδης και στρατηγική. Καθώς το 1961
ήταν ήδη γνωστό ότι στη Γ΄ Συνέλευση του Νέου Δελχί θα εντάσσονταν επίσημα στο
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών το Πατριαρχείο Μόσχας και οι λοιπές Εκκλησίες του
ανατολικού μπλοκ, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατανόησε ότι τυχόν διάσπαση των
Ορθοδόξων Εκκλησιών ή η υποταγή τους στις πολιτικές σκοπιμότητες του Ψυχρού
Πολέμου θα οδηγούσε στην απώλεια της θεολογικής τους αυτοτέλειας.
Έτσι, η Διάσκεψη της Ρόδου λειτούργησε ως μηχανισμός
εσωτερικής συσπείρωσης με στόχο τη διαμόρφωση μιας κοινής διορθόδοξης στάσης,
τόσο απέναντι στον προτεσταντικό κόσμο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών όσο
και απέναντι στον Ρωμαϊοκαθολικισμό, ο οποίος προετοιμαζόταν τότε για τη Β΄
Βατικανή Σύνοδο. Παράλληλα, η Ρόδος έθεσε τις βάσεις για την προετοιμασία της
Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία τελικά
πραγματοποιήθηκε το 2016 στην Κρήτη, επιτρέποντας στην Ορθοδοξία να μην
κινείται αμυντικά αλλά με τη δική της αυτόνομη ατζέντα.
Οι Αποφάσεις της Διασκέψεως της Ρόδου
Η Διάσκεψη της Ρόδου δεν εξέδωσε δογματικούς όρους,
αλλά καθόρισε τον κατάλογο των θεμάτων που θα απασχολούσαν την προσυνοδική
πορεία της Ορθοδοξίας, κατανεμημένα σε έξι κύριους θεματικούς άξονες.
Ο πρώτος άξονας αφορούσε την Πίστη και τη Διοίκηση
της Εκκλησίας, περιλαμβάνοντας τη μελέτη του τρόπου ανακήρυξης του Αυτοκεφάλου
και του Αυτονόμου των Εκκλησιών, τον καθορισμό των διπτύχων και των πρεσβείων
τιμής των Πατριαρχείων, καθώς και την εξέταση της κανονικής οργάνωσης της
Ορθόδοξης Διασποράς.
Ο δεύτερος άξονας επικεντρώθηκε στη Λατρεία και τη
Θεία Ευχαριστία, εξετάζοντας την αναθεώρηση και ενοποίηση των τυπικών
διατάξεων, τη συχνότητα της Θείας Μετάληψης και τη λειτουργική ανανέωση.
Ο τρίτος άξονας κάλυψε το Κανονικό Δίκαιο και τη Διοίκηση, στοχεύοντας στην προσαρμογή και κωδικοποίηση των Ιερών Κανόνων στις σύγχρονες συνθήκες, καθώς και στη ρύθμιση ζητημάτων γάμου, διαζυγίου, νηστείας και κληρικών, όπως τα κωλύματα γάμου και η επαναγαμία των χήρων ιερέων.

