“Το δε αιρετικός, χωρισµός έστιν από του
Θεού”
(Αββάς Αγάθων)
Είπατε µεγάλη, πολύ µεγάλη κουβέντα υιέ µοναχέ
Σεραφείµ/Αβέρκιε, στο περισπούδαστο άρθρο σας «Ο Πατριάρχης Βαρθολοµαίος ως
‘’ατυχές θύµα του αρχεκάκου όφεως’’…» (παρόµοια εκτενή επιστολή
απέστειλε και ο Αναστάσιος Αρχιεπίσκοπος της Αλβανίας, γνωστός αιρετικός
Οικουµενιστής-τι κρίµα! ξεχάσατε το Μασώνος!), µε προβληµατίσατε και µε
σοκάρατε. Εδώ κάτι σοβαρό, είπα, πρέπει να συµβαίνει, ή είστε αγράµµατος, αυτό
δε σας φαίνεται, ή δεν καταλαβαίνετε τι γράφετε, αυτό δεν το πιστεύω, ή
θεολογικά είστε ακατάρτιστος και αυτό το βρίσκω απίθανο. Διότι η λέξη αιρετικός
δεν είναι µια απλά λεκτική έκφραση, αλλ
ά, η πιο επιεικής έκφραση για ένα
χριστιανό, είναι ύβρις!. Τα Εγκυκλοπαιδικά Λεξικά περί αυτού αναφέρουν (έτσι
ενδεικτικά κάποια). Αιρετικός είναι αυτός, “που ανήκει σε ή σχετίζεται
µε θρησκευτική αίρεση” (Χρηστικό Λεξικό Α.Α., τόµος 1ος σελ.
124). “Οπαδός αίρεσις, κυρίως θρησκευτικής, αυτός που παρεκκλίνει ή δεν
συµµορφώνεται µε τα καθιερωµένα” (Πάπυρος Larousse,τόµ. 1ος,
σελ. 42).“Πιστός που οµολογεί θρησκευτικές απόψεις, οι
οποίες αποκλίνουν από το επίσηµο θρησκευτικό δόγµα” (Μπαµπινιώτης, τόµ.
1ος, σελ. 47).
Ήταν τέτοιος ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος; Κατά
τη Θεολογική και Δογµατική άποψη θα µας-σας κατατοπίσει ο πιο ειδικός στο θέµα,
ο καθηγητής Πανεπιστηµίου Παναγ. Μπούµης στο βιβλίο του “Κανονικό Δίκαιον”,
ο οποίος αναφέρει:
«Αίρεση είναι η απόκλιση από την ορθή
διδασκαλία της Εκκλησίας, η οποία περιέχεται στην Αγ. Γραφή και στην
(σ.τ.κ.: λοιπή) Ιερά Παράδοση, όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις των
Οικουµενικών Συνόδων, και η εµµονή σ’ αυτήν, ή η προσχώρηση σε µία ήδη
καταδικασµένη αιρετική οµολογία. Δεν είναι απαραίτητο η απόκλιση να αφορά
οπωσδήποτε θεµελιώδες δόγµα, καθ’ όσον δεν είναι ορθή ούτε εφικτή η διάκριση
των δογµάτων σε θεµελιώδη και µη.
» Για να χαρακτηρισθεί µια δοξασία ως
αίρεση (αναφέρει αρκετές) σηµειώνουµε µόνο:
Πρέπει ο αιρετικός να εµµένει και να
υποστηρίζει µε επιµονή τις απόψεις του και να µην πείθεται στην αρµόδια
εκκλησιαστική αρχή.
Τέλος αρµόδια να αποφασίζει και να
χαρακτηρίζει µια δοξασία ως αίρεση είναι η Εκκλησία, η οποία εξετάζει αυτήν επί
τη βάσει της Αγ. Γραφής και της αυθεντικής εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Οι αιρετικοί υπόκεινται στην ποινή του
µεγάλου αφορισµού ή αναθέµατος» (ζ΄ καν. της Γ΄
Οικουµ. και α΄ καν. της Πενθέκτης)» (“Κανονικόν Δίκαιον” έκδοσις
38, Γρηγόρης, Αθήνα, σελ. 243-245).
Έχετε τέτοιες αποδείξεις ότι ο Αρχιεπίσκοπος
απόκλινε από την Ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας; Μοναχέ Σεραφείµ/Αβέρκιε Υιέ Ζήση!.
Κατά το καθηµερινό βίωµα που διανύουµε και των κραδασµών των ανθρωπίνων παθών που
προσπερνάµε, όπως αυτές εκδηλώνονται καθηµερινά, υπάρχουν πολλές
περιπτώσεις. Θα αναφερθώ µόνο σε δύο περιπτώσεις, µία αγιογραφική και η άλλη
της σύγχρονης καθηµερινότητας: η α) είναι από τον “Ευεργετινό”.
Κάποιοι ρώτησαν τον αββά Αγάθωνα, για να τον δοκιµάσουν: «Εσύ είσαι ο
Αγάθων; Ακούµε για σένα ότι είσαι πόρνος και υπερήφανος. –
Ναι, έτσι είναι, απάντησε. Εσύ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και
κατάλαλος; – Εγώ είµαι. Εσύ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;
– Όχι, δεν είµαι αιρετικός. – Τον παρακάλεσαν να τους πει, γιατί τα
δέχθηκε όλα και αντέδρασε µόνο στο τελευταίο, το αιρετικός! – Όλα τα
πρώτα αναφερόµενα, ωφελούν την ψυχή µου – απάντησε – αλλά η αίρεση µε χωρίζει
από το Θεό “το δε αιρετικός, χωρισµός έστιν από του Θεού” (“Ευεργετινός”,
τ. Β΄, σελ. 42, Αθήναι 1958).
β) Στη Μητρόπολη
Φλώρινας το 1970, ξέσπασε σκάνδαλο µε κατηχητή θεολόγο, όνοµά του Λυκούργος. Ο
επίσκοπος Αυγουστίνος τον αποµάκρυνε (ο ίδιος το είχε παραδεχθεί). Εγκαταστάθηκε στην περιοχή
της Καστοριάς και εδώ µε άλλους δύο ίδρυσαν ένα ιδιόρρυθµο Μοναστήρι, λαϊκός ο
ίδιος αυτοανακηρύχθηκε και “ηγούµενος”. Ως “ηγούµενος” Λυκούργος τώρα άρχισε
να επιτίθεται στον επίσκοπο Αυγουστίνο, µεταξύ άλλων τον κατηγόρησε ότι είναι
‘’«Αιρετικός», ιδρυτής ΄΄Καντιωτικού’’ τάγµατος και
αποτελεί ανωµαλία για το Έθνος και την Εκκλησία…‘’.
Ο επίσκοπος π. Αυγουστίνος αντέδρασε δυναµικά και
του είπε… κατηγόρησέ µου για ό,τι θέλεις, αλλά αιρετικό δεν στο
επιτρέπω, διότι είναι σοβαρή και βλάσφηµη ύβρις,
διότι µε αποκόπτει από το Χριστό µου και σε παρακαλώ να ανακαλέσεις!
Η βλάσφηµη αυτή επινόηση που έγραψες, υιέ µοναχέ
Σεραφείµ/Αβέρκιε Ζήση, είναι αποκρουστική και απαράδεκτη προς έναν κεκοιµηµένο
ιεράρχη που δεν µπορεί να σου απαντήσει, είναι κατάφορη ύβρις για έναν αρχιερέα
που εγκατέλειψε τα πάντα από… καλοζωία, πανεπιστηµιακές έδρες και αφιέρωσε τη
ζωή του, για να χειραγωγήσει χιλιάδες συνανθρώπους διαφόρων φυλών, γλωσσών και
θρησκειών στα πόδια του εσταυρωµένου Κυρίου.
ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΗ Η
ΑΝΙΕΡΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΟΥ
Η “αγία” Τριάδα, πατήρ Θεόδωρος, υιός
Σεραφείµ/Αβέρκιος Ζήση και πνεύµα κάποιου θεο-λόγου Π. Κοσµίδης (αρθρογραφεί
στον Ο.Τ.) βγήκαν στο κλαρί µετά τα 40α από την κοίµηση του
αρχιεπ. Αναστασίου και άρχισαν το παραλήρηµα. Ο πατήρ ανακοίνωσε ότι δε µίλησε
µέσα στην περίοδο του τεσσαρακονταπενθηµέρου, επειδή η ψυχή του πάλευε µε τα τελώνια
και δεν είχε πρόθεση να την επιβαρύνει και άλλο: «απέφευγα να το κάνω – είπε
– διότι είναι εντός τεσσαρακονταπενθηµέρου, οι ψυχές και µε τα τελώνια
παλεύουν, να µην προσθέσουµε και εµείς άλλα», δηλαδή µας θεολόγησε κατά
την ”πατρολογική” θεωρία ότι, όταν ο κάθε κεκοιµηµένος αφήνει τον
πρόσκαιρο τούτο κόσµο και ο άγγελος Κυρίου που έλαβε την εντολή να του πάρει
την ψυχή του, “ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου” (Λουκ.
12, 20), δε γνωρίζει τις αµαρτίες του, γι’ αυτό επί σαράντα ηµέρες γίνεται
µεγάλος πόλεµος µεταξύ των αγγέλων και των τελωνίων ποιος θα τον κερδίσει. Γι’
αυτό ο µεγάλος πανεπιστηµιακός καθηγητής Θεολόγος, Πατρολόγος,
Οµολογητής π. Θεόδωρος Ζήσης δε µίλησε, για να µην του επιβαρύνει την ψυχή του
και τον στείλει στην κόλαση! Μετά τα σαράντα µπορεί να λες ό,τι θέλεις,(αυτό
µάλλον θα εννοεί) ψέµατα, αλήθειες, συκοφαντίες, διαβολές αυτά δεν πιάνουν
και ούτε τα ακούει ο Θεός!
Αυτή την Πατρολογική θεωρία του αν την αναπτύξει µε
“θεολογικά” επιχειρήµατα (γαρνιτούρες) και την κυκλοφορήσει σε
βιβλίο, θα βρει πολύ µεγάλη απήχηση, πιο πολύ από τα συγχωροχάρτια που είχαν
κυκλοφορήσει οι Παπικοί στο Μεσαίωνα.
Για να µην τον αδικήσουµε τον οµολογητή πατήρ
Θεόδωρο, θα µεταφέρουµε δύο πατερικές απόψεις στο θέµα όπως τις βρήκαµε και
µάλιστα µεταφρασµένες, για να µαθαίνει ο κάθε καλοπροαίρετος πιστός και να
φωτίζεται:
α) «το πού πηγαίνουν οι ψυχές, όταν
πεθαίνουν οι άνθρωποι και το πώς ζουν εκεί, δεν το γνωρίζουµε και κανείς δεν
µπόρεσε να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτηµα. Και τούτο γιατί ο Θεός δεν επέτρεψε να
επιστρέψει κάποιος από εκεί και να µας πει πού βρίσκονται και πώς ζουν εκεί οι
ψυχές εκείνων που έφυγαν από κοντά µας. Πάντως πηγαίνουν σε κάποιο τόπο που
όρισε ο Θεός και από εκεί δεν µπορούν να επιστρέψουν και να έρθουν και πάλι εδώ
στη γη. Ούτε κινούνται από τόπου εις τόπον, ούτε περιδιαβάζουν πότε εδώ και
πότε εκεί, όπως θέλουν να πιστεύουν µερικοί. Ούτε πλανώνται εδώ εις την γην!
Μένουν εις τον «νοητόν» εκείνον τόπον, όπου περιµένουν την κοινήν εξανάσταση
των σωµάτων και την τελική κρίση του Θεού» (αγ.Ιωάν.
Χρυσόστοµος, Ε.Π.Ε., τοµ. 10, σ. 259).
β) Ο αγ. Νικόδηµος
ο Αγιορείτης που διάβασε τα περισσότερα από τα συγγράµµατα των Αγίων Πατέρων
και διδασκάλων της Εκκλησίας µας, µεταξύ άλλων µας εξηγεί:
«Οι ψυχές, τόσο των δικαίων, όσο και των
αµαρτωλών, από τη στιγµή που θα βγουν από το σώµα δεν παραµένουν καθόλου στη
γη, αλλά αµέσως πηγαίνουν στον τόπο που τους όρισε ο Θεός. Και ο τόπος αυτός
δεν είναι υλικός, αλλά πνευµατικός. Εκεί περιµένουν την κοινή ανάσταση και την
τελική κρίση του Θεού. Και συνεχίζει ο άγιος Νικόδηµος να µας λέει: µάταια και
µυθώδη λέγουσιν εκείνοι, όπου λεσχούσιν, ότι αι ψυχαί των δικαίων και των
αµαρτωλών, µετά θάνατον εκ του σώµατος εξερχόµεναι, τεσσαράκοντα ηµέρας,
διατρίβουσιν εν τη γη, και περιέρχονται εις τους τόπους εκείνους, όπου η ψυχή
του αποθανόντος διέτριβεν έτι ζώντος, διότι αυτά είναι απίθανα και ουδείς ως
αληθή πρέπει να τα παραδέχεται».
Τ’ ακούσατε, αδελφοί µου (τ’ ακούει ο µέγας
Θεολόγος πατήρ Θεόδωρος), τι µας λέει ο άγιος Νικόδηµος; Ότι είναι
παραµύθια αυτά που λένε µερικοί ότι, όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, η ψυχή του για
σαράντα µέρες περιφέρεται εδώ στη γη. Είναι παραµύθια και να µην τα πιστεύουµε (από
το βιβλίο του Ιερ. Κοσµά Δοχειαρίτου “Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος…”, σελ. 130-131,
έκδοση Ι. Μονής Οσίου Νικοδήµου, Πυργετός Λάρισας).
Είπε και κάτι χειρότερο ο πατρολόγος καθηγητής
Θεολόγος και οµολογητής, ότι η εξόδιος ακολουθία, τον αρχιεπ. Αναστασίου “ήταν
µια διαθρησκειακή φιέστα, δεν ήταν ακολουθία, φιέστα, ακολουθία, Μουσουλµάνους,
Προτεστάντες, Παπικούς µια διαθρησκειακή ακολουθία ήταν” (οµιλ.
02.02.00). Τι είναι τούτο! Δε σεβάστηκε ούτε την κοίµησή του, που
στην αρχαιότητα, όποιος έδειχνε ασέβεια προς νεκρό, πλήρωνε βαρύ πρόστιµο,
έχανε όλα τα δικαιώµατά του, εθεωρείτο δε “άτιµος” και τον εξόριζαν
ακόµα. Οι πόλεµοι σταµατούσαν και ακόµα σταµατούν, για να θάψουν τους νεκρούς.
Ακόµα και οι εχθροί οι µη χριστιανοί, όταν αντικρύζουν νεκρό σταµατούν,
στέκονται µε σεβασµό και προσοχή!
Σας ρωτώ!
Μήπως έχετε κάποια πληροφόρηση ότι ο Αναστάσιος τους κάλεσε, νάρθουν στην
εξόδιο ακολουθία; Ή µήπως είχατε απαίτηση να βγει από το φέρετρο, για να
τους διώξει; Αυτό που είπατε, είναι παραπάνω από ύβρις! Τί είναι; ο
καθένας ας το αξιολογήσει
ΝΑ! ΚΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΙΕΡΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ
Η αποτυχία
του πατήρ Θεοδώρου να πείσει το διαδικτυακό ακροατήριό του πως ήταν φιέστα η
εξόδιος ακολουθία του ιεραποστόλου αρχιεπισκόπου Αναστασίου δεν έπεισε. Γι΄αυτό
προσπάθησε µετά να τον παρουσιάσει ως µεγάλο Οικουµενιστή που του πρέπει
µάλλον “ανάθεµα”.
Είναι τραγικό, να έρχεται από την ειδωλολατρική
αρχαιότητα ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης (480 π.Χ. – 406 π.Χ.) και να
φωνάζει δυνατά: «Άπαντες εσµέν εις το νουθετείν σοφοί, αυτοί δ’ όταν
σφάλλωµεν, ου γιγνώσκοµεν» (Όλοι είµαστε σοφοί στο να νουθετούµε τους
άλλους, όταν όµως οι ίδιοι σφάλουµε, κάνουµε πως δεν καταλαβαίνουµε).
Είναι τραγικό να µιλάει κάποιος για Οικουµενισµό,
όταν ο ίδιος χρόνια δούλευε µέσα στον Οικουµενισµό και γέµισαν µε το δάσκαλό
του και τους άλλους την πατρίδα µας από φιλο-οικουµενιστές Θεο-λόγους, παπάδες
και δεσποτάδες. (να τι έγραφε, για να την υπερασπιστεί ο αφοσιωµένος
συνεργάτης του π. Αγ. Αγγελόπουλος στον π. Γεωρ. Τσέτση του Πατριάρχου
Βαρθολοµαίου).
Ας δούµε τα γραφόµενα του πιστού συνεργάτη του:
«Στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης –
γράφει – όταν φοίτησε την περίοδο 1961-65, όλοι οι καθηγητές του ήταν
οικουµενιστές. Δεν υπήρχε ούτε ένας αντιοικουµενιστής καθηγητής. Και µάλιστα
περιέργως στη Θεολογική Σχολή είχε εισαχθεί το µάθηµα της Οικουµενικής Κινήσεως,
«Ιστορία δογµάτων και Οικουµενική Κίνησις»,
το οποίο διδάσκονταν ενθουσιωδώς από τον αρµόδιο καθηγητή, και όλοι οι
καθηγητές µε ενθουσιασµό προέβαλαν την «µεγάλη
προφητική µορφή» του ΠατριάρχουΑθηναγόρου και όλους τους µεγάλους
οικουµενιστές. Ο π. Θεόδωρος, λοιπόν, ανατράφηκε µέσα σ’ αυτό το πατριαρχικό
κλίµα και το οικουµενιστικό περιβάλλον,
«Υπάρχουν πατριαρχικά επαινετικά
έγγραφα, τα οποία καθιστούν φανερό και γνωστό ότι ο π. Θεόδωρος ήταν του
Πατριαρχείου και ανατράφηκε µέσα στο κλίµα αυτό. Ο καθηγητής Παναγιώτης
Χρήστου, διευθυντής του Πατριαρχικού Ιδρύµατος Πατερικών Μελετών και διδάσκαλος
του π. Θεοδώρου, του οποίου ο π. Θεόδωρος υπήρξε στενός συνεργάτης στο
πανεπιστήµιο.
» … Δεν ακουγόταν, λοιπόν, την περίοδο
εκείνη των σπουδών και των πρώτων ετών της πανεπιστηµιακής καριέρας του π.
Θεοδώρου λόγος κριτικός εναντίον του Πατριάρχου Αθηναγόρου και εναντίον του
Οικουµενισµού…».
Να ήταν µόνο αυτό! Θα λέγαµε, δεν πειράζει “ας
το πάρει το ποτάµι”. Όµως διέπραξαν ασυγχώρητα εκκλησιαστικά “εγκλήµατα”:
Α) Η οµάδα τους (κατά το περιοδικό “Πολιτικά Θέµατα”, φ.
51/1975 αποκαλεί τη Θεολογική Σχολή του Παν. Θεσ/νίκης “Θερµοκήπιο ακαδηµαϊκών
στελεχών της δικτατορίας”) µε αρχιδιώκτη
τον καθηγητή και υπουργό Παιδείας Παν. Χρήστου, ο οποίος µόλις ανέλαβε
το υπουργείο, έδιωξε τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυµο Α΄ (Κοτσώνη), διότι ήταν
αντιοικουµενιστής. Αλλά αυτό που τους
έκανε “έξαλλους” (το Χρήστου και την οµάδα του-
Ζήση-Αγγελόπουλο…) ήταν που ο αρχιεπ. Ιερώνυµος Α΄, όταν ανέλαβε την
αρχιεπισκοπία από τα πρώτα που έκανε, για να αντιµετωπίσει σταθερά και
αποφασιστικά την οικουµενιστική “χολέρα” που ενέσκηψε µε την πατριαρχεία
Αθηναγόρα, ήταν που δηµιούργησε για πρώτη φορά “Ιδιαίτερον Γραφείον
Διορθοδόξων Σχέσεων” και το οποίο εγκρίθηκε παµψηφεί από την Ιερά
Σύνοδο µε τίτλο: “Η Εκκλησία της Ελλάδος
έναντι του Οικουµενισµού”. Ο σκοπός του ήτανε να αντιµετωπίσουν
τη λαίλαπα που ο πατρ. Αθηναγόρας την τροφοδοτούσε µε φρύγανα και άρχισε να
φουντώνει επικίνδυνα (Πηδάλιο της Εκκλησίας, τοµ. Β΄, σελ. 396).
Ο αρχιδιώκτης Παν. Χρήστου µε την οµάδα του που την αποτελούσαν, Θεόδωρος Ζήσης, Αθ.
Αγγελόπουλος (που ήταν και ο άνθρωπος της ΚΥΠ µέσα στο υπουργείο),
Ιωάν. Παρασκευαΐδης, Δηµ. Τραντάλης… το δεύτερο που έκαναν, ήταν να
διαλύσουν τον ειδικό αντιοικουµενιστικό οργανισµό (γραφείο) που τον
απαρτίζουν ικανά µε γνώση στελέχη.
Το τρίτο, συντάξανε τον Ιανουάριο του 1974
την 3η Συντακτική Πράξη, ένα “Νόµο” καταισχύνης που
παραχωρούσε στην κοσµική εξουσία (στο στυγνό στρατιωτικό κατεστηµένο) το
δικαίωµα να είναι κριτής των Ιερών Κανόνων, ρυθµιστής στην κατάλυση του
Κανονικού Δικαίου, εκφραστής στις Μυστηριακές Πράξεις (όπως οι εκλογές και
ενθρονίσεις επισκόπων). Αυτό το αποκλειστικό δικαίωµα µε αρµοδιότητα και
ευθύνη είχε παραχωρηθεί από τους διαδόχους των αγίων Αποστόλων µόνο στους
Επισκόπους. Ο αρχιδιώκτης Υπουργός Π. Χρήστου και η οµάδα του που αποτελείται
από πανεπιστηµιακούς θεολόγους, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως εν δυνάµει
επισκόπους, ερµηνευτές των Γραφών, εφαρµοστές των Ιερών Κανόνων, ακόλουθοι των
παραδόσεων και τηρητές του Συντάγµατος, των νόµων του Κράτους και των
δικαστικών αποφάσεων. Γι’ αυτό ως τέτοιοι εφάρµοσαν τα παραπάνω “κατά γράµµα”,
εισέβαλαν στο Συνοδικό Μέγαρο και αποφάσισαν να χαρακτηρίσουν – κατά το
Κανονικό Δίκαιο (!!) – την πλειοψηφία της Ιεραρχίας (34 τον αριθµό)
ως αντικανονικούς, διότι αλλιώς δεν τους έβγαινε, να στήσουν στην
αρχιεπισκοπική καθέδρα τον άνθρωπό τους!
Με το υπόλοιπο κουτσουρεµένο σχήµα των 32
“κανονικών” επισκόπων προχώρησαν σε “εκλογές”. Οι τέσσερις
αρνήθηκαν να παραβρεθούν στο φιάσκο, οι οκτώ δεν ενέδωσαν στους
εκβιασµούς και απειλές. Ο εκλεκτός τους έλαβε 20 “ψήφους” και από αυτούς
οι 16 ήταν Σιµωνιακοί, δηλαδή εξαγορασµένοι µε ανταλλάγµατα (βλέπε
λεπτοµέρειες “Αγώνας”, φ. 308/Φεβρ. 2023, σελ. 2). Από τους 66 µητροπολίτες
που απαρτίζονταν η Σύνοδος της Ιεραρχίας, ο εκλεκτός της Οµάδας, ο Σεραφείµ
έλαβε 4 ψήφους, αν βγάλουµε µια, τη δική του, µένουν 3 ψήφοι.
Εξάλλου ο ίδιος ο Σεραφείµ το είχε ξεκαθαρίσει, όταν έλεγε στον πρ. Αττικής
Ιάκωβο Βαβανάτσο: «Έστω και µε ενάµισι δεσπότη θα βγω αρχιεπίσκοπος, γιατί
το θέλουν αυτοί» (εφ. “ΤΑ ΝΕΑ”, 17/3/1977). Ποιοι αυτοί;
Η οµάδα Χρήστου, Ζήση & Σια µε αρχηγό το Δικτάτορα Ιωαννίδη που τους
διόρισε µέσα στο υπουργείο.
Ο Ελευθερουπόλεως Αµβρόσιος βλέποντας αυτό το
φρικιαστικό όργιο αυθαιρεσίας, αγανακτισµένος τα είπε κατάφατσα στο Σεραφείµ
µέσα στη Σύνοδο της Ιεραρχίας:
«… Διατί εµπαίζοµεν τον Θεόν και
προκαλούµεν µε τόσην ασέβειαν το έλεός του και την µακροθυµίαν του;…
καταντήσαµεν την Αγίαν του Χριστού Εκκλησίαν εις τον Ελλαδικόν χώρον “ρύπωσαν, αυχµώσαν, γυµνήν, πεφυρµένην αίµατι”;
(Ιερ.
Χρυσόστοµος).
» Κυνικαί συναλλαγαί, φατριαστικαί
δοσοληψίαι και ταπεινά συµφέροντα σας ανεβίβασαν δια της “πανσθενούς δεξιάς”
του φίλου σας Ιωαννίδου εις τον “ηγετικόν
θώκον”…
» Δεν θα αναφερθώ εις τας θαυµατουργικάς
αλχηµείας, δια των οποίων κατέστη – επί τέλους – δυνατή η συγκρότησις αυτής της
Συνόδου. Είναι µια υπόθεσις, η οποία προκαλεί πολλήν εντροπήν…».
Το πρώτο πείραµα της οµάδας Θεσσαλονίκης υπό του
υπουργού Χρήστου έγινε, όταν συνέταξαν και δηµοσίευσαν την 3η
Συντακτική Πράξη και την έβαλαν αµέσως σε εφαρµογή κατά γράµµα και κατά
λέξη, όπως διατάσσουν (;;;) η Γραφή, Κανόνες, Παραδόσεις, Σύνταγµα… (SIK).
Ώστε να εκλεγεί ο εκλεκτός τους Σεραφείµ Τίκας ως αρχιεπίσκοπος. Ποιος ήταν
αυτός; Ένα σκοτεινό πρόσωπο, µε µόρφωση αναιµική, εκκλησιαστικό φρόνηµα
ανάπηρο, µε ιστορικό πορτραίτο υπανάπτυκτο, συµπεριφορά ως αγροίκος αντάρτης,
πνευµατικά µαφιόζικη, διοικητικά ως ηγεµονίσκος του τρίτου κόσµου.
Περί των προσόντων του Σεραφείµ και συγκρίνοντας µε
τον προκάτοχό του Ιερώνυµο Α΄ Κοτσώνη, τον οποίο τον πολέµησε, όσο ήταν
αρχιεπίσκοπος, τον περιγράφει κοιτάζοντάς τον κατά πρόσωπο στη Σύνοδο της
Ιεραρχίας την 10η Οκτωβρίου 1974, ο Ελευθερουπόλεως Αµβρόσιος:
«… Ήρκεσεν έν και µόνον οκτάµηνον δια ν’
αποδειχθή ότι είσθε ο πλέον ακατάλληλος, ο πλέον ανίκανος, ο τροµερά αδέξιος
και φοβερά επιζήµιος δια την Ελλαδικήν Εκκλησίαν Πρωθιεράρχης.
» Εζυγίσθητε, εµετρήθητε και ευρέθητε,
φεύ, ελλιπής.
» Όλοι γνωρίζουν πόσον επολέµησα επί
εξαετίαν ολόκληρον, συγκεκριµένας διοικητικάς πράξεις του Ιερωνύµου. Θα ήτο
όµως φρικτή εις βάρος του αδικία, εάν ηρνούµην, ότι υπήρξεν ούτος έµφορτος
ικανοτήτων και αρετών και ότι πάν ό,τι έπραττε, το έπραττε καλή τη πίστει,
πιστεύων ότι τούτο οφελεί και προάγει τα εκκλησιαστικά µας πράγµατα.
» Οιαδήποτε σύγκρισις µεταξύ εκείνου και
υµών – Μακαριώτατε – θα ήτο αυτόχρηµα βλασφηµία δυσχερής.
» Όση διαφορά υπάρχει µεταξύ λευκού και
µέλανος, ουρανού και γης, ζωής και θανάτου, παραδείσου και Άδου, τόση µεταξύ
Ιερωνύµου και Υµών.
» Εκείνος κολοσσός γνώσεων και
επιστήµης, ενώ σεις ο πλέον αδαής περί τα τοιαύτα. Εκείνος ασκητής και
ενάρετος, ενώ σεις ένας “καλοπερασάκιας” συγχωρήσατέ µου την έκφρασιν, Σεβ.
Άγιοι Σύνεδροι, και χωρίς ίχνος ιεράς ανησυχίας. Εκείνος υπόδειγµα εργατικότητος
και αποδοτικότητος, ενώ σεις κλασικόν παράδειγµα ραθυµίας και στειρότητος…».
Το τέταρτο.
Μετά ένα εξάµηνο (2 Ιουλίου 1974) καταλάγιασε ο θόρυβος της 3ης
Συντακτικής Πράξης. Έρχεται ο υπουργός Παιδείας Παν. Χρήστου και η επιλεγµένη
Θεολογική Οµάδα του και δηµοσιεύει στην Εφηµ. της Κυβερνήσεως ένα σατανικό και
βέβηλο νοµοθέτηµα συνταγµένο, όπως και το πρώτο από την ίδια Θεσσαλονικιώτικη
Θεολογική Οµάδα και έχει τον τίτλο: “7η Συντακτική Πράξη”. Αν
τα εξετάσουµε από ανθρωπιστικής πλευράς δείχνουν ότι οι συντάκτες τους τρέφουν
ένα µίσος εναντίον του πρώην αρχιεπισκόπου Ιερωνύµου Α΄, εναντίον των
θρησκευτικών οργανώσεων, των αντιµασώνων και αντιοικουµενιστών.
Από τη σκοπιά της επιστήµης του Δικαίου, είναι δύο εξαµβλώµατα που έδιναν
ανεξέλεγκτες εξουσίες σε έναν αρχιεπίσκοπο αγροίκο και την αποτελούµενη από
αυτόν παρέα µε “άφωνους και άλαλους”, ώστε να δροµολογεί κατά το
δοκούν ηθικές και κοινωνικές δολοφονίες. Αφήνουµε στην άκρη τους Ιερούς
Κανόνες, διότι αυτούς δεν τους υπολόγιζαν.
Οι δύο (3η & 7η) Συντακτικές Πράξεις δεν
αντέχουν σε νοµική και θεολογική κριτική. Είναι ένα πρωτόγνωρο φαινόµενο
τραγικό, συγχρόνως και αποκαλυπτικό, διότι φανερώνει το µέγεθος και τις
διαστάσεις της ψυχικής αλλοτρίωσης που είχαν υποστεί οι συντάκτες τους.
Με τη δηµοσίευση της 7ης Συντακτικής
Πράξης στις πρώτες ηµέρες του Ιουλίου 1974 ξέσπασε ένας διωγµός
απερίγραπτος, κύµα µίσους, επιδροµή σκληρότητας, πράξεις βίας και µια µανία
εξόντωσης σε ανθρώπους που δεν πείραξαν ούτε κουνούπι.
Οι Σκοτεινές Δυνάµεις και η µασονία τους µύησαν στις
τάξεις τους, τους έδωσαν και το εφήµερο δωράκι – υπουργός, Διευθυντής,
ιδιαίτερος… - και βγήκαν για το καταλυτικό σχέδιό τους. Για να τους
προστατέψουν όµως από πιθανόν αγανακτισµένους, έβγαλαν το Στρατό. Με µια Απόρρητη
(15,30 – 142/2) διαταγή, του Αρχηγείου των Ενόπλων
Δυνάµεων διέταξαν τα Μέσα Ενηµέρωσης και
τους διευθυντές εφηµερίδων να µη δηµοσιεύουν τίποτα σχετικά µε τις διώξεις που
γίνονται σε βάρος διώξεων επισκόπων: «Προς περιφρούρησιν χριστιανικού
αισθήµατος θρησκευοµένου ελληνικού λαού». Ακολουθεί δεύτερη διαταγή,
πολιτική: «Κανένας δεν µπορεί να κατοικήσει σε περιοχές που εργάστηκε,
εποίµανε αλλά τώρα διώχθηκαν». Έρχεται τρίτη διαταγή, νοµοθετική: «Πράξεις
εκδιδόµεναι κατ’ εφαρµογήν των διατάξεων… κατ’ άρθρον 4 αυτής… δεν υπόκειται
εις αίτησιν ακυρώσεως ή προσφυγήν ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, και
εάν προβάλλεται λόγος ακυρώσεως…», θα κλείσω µε ένα ακόµα (Τα
περιστατικά είναι τόσα πολλά. Είναι τόσο απίθανα στην επινόηση. Είναι τόσο
διαβολικά στην πλοκή τους, σε µέγεθος και όγκο που είναι αδύνατον να
καταχωρηθούν, διότι θα χρειαστούν να υπερκαλύψουν τόµους) από το άρθρο 2ον
της 7ης Συντακτικής Πράξης να θυµίσω στον πατήρ Θεόδωρο Ζήση
ενός από τους συντάκτες των Συντακτικών Πράξεων που συµπορεύτηκαν αντάµα στο
µονοπάτι της αυθαιρεσίας, της κατάλυσης κάθε ανθρώπινης ευθιξίας που
ποδοπάτησαν την Κανονική τάξη της αγιωτάτης Εκκλησίας. Να τι διέταζαν… “Δηµοκρατικότατα!”:
«… Η απόφασις αύτη εκτελείται άµα τη
δηµοσιεύσει της δια της εφηµερίδος της Κυβερνήσεως, µη υποκειµένη εις ένδικον
µέσον ή προσφυγήν ενώπιον πάσης εκκλησιαστικής ή πολιτειακής αρχής ή
δικαστηρίου». Πατήρ Θεόδωρε Ζήση, σας ρωτώ! υπάρχει κάτι αντίστοιχο
παγκόσµια; Ή ακόµα και σε χώρες ανθρωποφάγων, να καταδικάζουν οριστικά σε “εκτέλεση”
κάποιον – εδώ έχουµε 12 ανθρώπους και µάλιστα επισκόπους – χωρίς
δίκη;
Τη δολοφονική αδικία που διαπράξατε ως συντακτική
οµάδα σε βάρος 12 αγίων επισκόπων και στο σώµα της Εκκλησίας, δε θα
κατορθώσετε να το προσπεράσετε, από πλάγια µονοπάτια – µε “ορθόδοξες
οµολογιακές οµιλίες…”. – Οι αποτρόπαιες ενέργειες θα χρωµατίζουν τα
κάδρα ανά τους αιώνες.