Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Γ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ(1988)

 


Έρευνα:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

Γ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Ολόκληρο το κείμενο στο link: https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/it/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/1988-documento-di-valamo---il-sacramento-dellordine-nella-strutt/testo-in-inglese.html

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti

Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου Johannes Willebrands

Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/

Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,
Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

  

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ  (1988)

  1. Άρνηση της Μοναδικότητας της Εκκλησίας:

ΑΡΘΡΟ 1:) Αφού εκφράσαμε την αντίληψή μας για το μυστηριώδες γεγονός της Εκκλησίας ως κοινωνίας πίστης και μυστηρίων, η οποία εκδηλώνεται κατά εξέχοντα τρόπο στη Θεία Λειτουργία, η Επιτροπή μας αντιμετωπίζει τώρα το κεφαλαιώδες ζήτημα της θέσης και του ρόλου της χειροτονίας στη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας. Θα πραγματευτούμε συνεπώς το μυστήριο της ιεροσύνης καθώς και τη χειροτονητική πράξη σε καθένα από τα τρία επίπεδα: την επισκοπή, το πρεσβυτέριο και τη διακονία. Θεμελιωνόμαστε στη βεβαιότητα ότι στις Εκκλησίες μας η αποστολική διαδοχή είναι θεμελιώδους σημασίας για τον αγιασμό και την ενότητα του λαού του Θεού.

---------------------------------------------

ΑΡΘΡΟ 2.

Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας, Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος.

 

Η χρήση του πληθυντικού «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5) δημιουργεί θεολογική σύγχυση, καθώς εξομοιώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία με την παπική κοινότητα, παραγνωρίζοντας το δόγμα της Ορθοδοξίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.

  1. Αναγνώριση Παπικών «Μυστηρίων» και Αποστολικής Διαδοχής: (§27-30, §44-50).

(27) Η επισκοπική χειροτονία, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες, απονέμεται από τουλάχιστον δύο ή τρεις επισκόπους, εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών με εκείνη του εκλεγμένου: τον εντάσσει στην κοινωνία των επισκόπων. Κατά τη χειροτονία, οι επίσκοποι ασκούν τη λειτουργία τους ως μάρτυρες της κοινωνίας στην αποστολική πίστη και στη μυστηριακή ζωή, όχι μόνο απέναντι σε εκείνον που χειροτονείται, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία της οποίας θα γίνει επίσκοπος. Εκείνο που έχει σημασία για την ενσωμάτωση του νέου εκλεγμένου στην επισκοπική κοινωνία είναι ότι αυτή επιτελείται από τον δοξασμένο Κύριο εν τη δυνάμει του Αγίου Πνεύματος κατά τη στιγμή της επιθέσεως των χειρών. Ας εξετάσουμε τώρα τη χειροτονία υπό τη μυστηριακή της πλευρά. Τα προβλήματα που εγείρονται από τον τρόπο εκλογής θα μελετηθούν αργότερα.

(28) Ως δώρο του Πνεύματος, η επισκοπική χειροτονία προσδίδει σε εκείνον που τη λαμβάνει την πληρότητα της ιεροσύνης. Η συλλειτουργία των επισκόπων κατά τη διάρκεια της χειροτονίας εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας και την ταυτότητά της με την αποστολική κοινότητα. Επιθέτουν τα χέρια και επικαλούνται το Άγιο Πνεύμα επί του χειροτονούμενου, ως οι μόνοι αρμόδιοι να του απονέμουν την επισκοπική διακονία. Το πράττουν ωστόσο εντός της προσευχής της κοινότητας.

(29) Με τη χειροτονία ο επίσκοπος λαμβάνει όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να εκπληρώσει το έργο του. Η Επιτροπή θα συζητήσει στη συνέχεια τις κανονικές προϋποθέσεις άσκησης των καθηκόντων του και την εγκατάσταση του επισκόπου στην τοπική Εκκλησία.

(30) Το απονεμηθέν δώρο καθιερώνει τον χειροτονούμενο στην υπηρεσία της Εκκλησίας με τρόπο οριστικό. Αυτό αποτελεί σημείο της παραδοσιακής διδασκαλίας, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε περίπτωση πειθαρχικών κυρώσεων εναντίον ενός επισκόπου, οι οποίες ακολουθούνται από κανονική αποκατάσταση, δεν τελείται νέα χειροτονία. Σχετικά με αυτό, όπως και επί των άλλων ουσιωδών σημείων που αφορούν τη χειροτονία, οι Εκκλησίες μας έχουν κοινή διδασκαλία και πράξη, έστω κι αν, αναφορικά με ορισμένες κανονικές και πειθαρχικές απαιτήσεις, όπως η αγαμία, οι χρήσεις ενδέχεται να διαφέρουν για ποιμαντικούς και πνευματικούς λόγους.

 

 

Το κείμενο περιορίζει την αποστολική διαδοχή σε μια τυπική ή εξωτερική θεώρηση. Ωστόσο, κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση (όπως μαρτυρεί ο Άγιος Κυπριανός), η διαδοχή είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την ορθή πίστη, με συνέπεια οι αιρετικοί να στερούνται εγκύρων μυστηρίων.

  1. Αποσιώπηση των Δογματικών Διαφορών: (§6-7, §55) Το κείμενο παρασιωπά κρίσιμες αιρετικές καινοτομίες της Δύσης (όπως το Filioque και το παπικό αλάθητο), παρουσιάζοντάς αυτές παραπλανητικά ως «κοινή παράδοση».
  2. «Συμβολική» και Ευρεία Εκκλησιολογία: (§22, §36) Αφήνει να εννοηθεί ότι η Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία εκτείνονται και πέρα από τα κανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποβαθμίζοντας την τοπική Ορθόδοξη κοινότητα.
  3. Το Παπικό Πρωτείο ως «Διαπραγματεύσιμο Θέμα»: (§55) Η αντιμετώπιση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως απλής «σοβαρής απόκλισης προς συζήτηση» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πατερική καταδίκη του παπικού πρωτείου ως ρίζας του Σχίσματος και αίρεσης.
  4. Έλλειψη Ομολογιακής Καταδίκης της Αίρεσης: Η απουσία αναφοράς στις ιστορικές παπικές πλάνες και στα τραύματα του παρελθόντος ερμηνεύεται ως τακτική συγκάλυψης χάριν μιας ψευδεπίγραφης «οικουμενικής ενότητας».
  5. Η Θεολογία των «Δύο Πνευμόνων»: Το κείμενο κατηγορείται ότι προωθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία Ανατολή και Δύση θεωρούνται απλώς δύο διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας Εκκλησίας.
  6. Νομιμοποίηση της Αντικανονικής Ευχαριστιακής Κοινωνίας: (§34-36) Η έμμεση αποδοχή ότι οι παπικοί τελούν «αληθώς» τη Θεία Λειτουργία οδηγεί –κατά τους επικριτές– σε επικίνδυνα ανοίγματα προς την εκκλησιαστική συμπροσευχή και κοινωνία με αιρετικούς.

(34) Επειδή στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία εκδηλώνεται στην πληρότητά της, έτσι και στην προεδρία της Θείας Λειτουργίας ο ρόλος του επισκόπου και του πρεσβυτέρου αναδύεται στο πλήρες φως του.

(35) Πράγματι, κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουν εαυτούς, μαζί με τον Χριστό, ως βασίλειο ιεράτευμα. Το πράττουν χάρη στην ενέργεια της διακονίας η οποία καθιστά παρών εν μέσει αυτών τον Χριστό αυτοπροσώπως, ο οποίος τους κηρύττει τον Λόγο και κάνει ώστε ο άρτος και το ποτήριο, δια της δυνάμεως του Πνεύματος, να γίνουν το σώμα και το αίμα Του, ενσωματώνοντάς τους σ' Αυτόν και χαρίζοντάς τους τη ζωή Του. Επιπλέον, η προσευχή και η προσφορά του λαού, ενσωματωμένου στον Χριστό, ανακεφαλαιώνονται κατά κάποιον τρόπο στην προσευχή ευχαριστίας του επισκόπου και στην προσφορά των δώρων από αυτόν.

(36) Η Θεία Λειτουργία πραγματοποιεί ούτως την ενότητα της χριστιανικής κοινότητας. Εκδηλώνει επίσης την ένωση όλων των Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία και, έτι περισσότερο, δια μέσου των αιώνων, την ενότητα όλων των Εκκλησιών με την αποστολική κοινότητα από τις απαρχές έως σήμερα. Εν Πνεύματι, πέρα από την ιστορία, η Λειτουργία φτάνει στη μεγάλη σύναξη των αποστόλων, των μαρτύρων και των μαρτύρων όλων των εποχών, συναθροισμένων γύρω από το Αρνίο. Έτσι η Θεία Λειτουργία, η κεντρική πράξη της επισκοπικής διακονίας, επικαιροποιεί τον μέλλοντα κόσμο: την Εκκλησία συναθροισμένη εν κοινωνία, η οποία προσφέρεται στον Πατέρα, διά του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι.

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όταν ένα κείμενο διαλόγου ξεκινάει λέγοντας «Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν...» ή «Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει...», αυτό σημαίνει ότι η επίσημη Μικτή Επιτροπή (στην οποία συμμετέχουν επίσημοι εκπρόσωποι και από τις δύο πλευρές) καταγράφει μια κοινή ομολογία πίστης σε αυτό το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα.

Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι που συμμετέχουν δεν μιλούν απλώς ως ιδιώτες, αλλά ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών τους. Συνεπώς, όταν συνυπογράφουν ότι «οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν», αναγνωρίζουν ότι και οι δύο πλευρές διατηρούν αυτή τη θεμελιώδη πίστη στον Χριστό και στη δομή της διακονίας.

Το κείμενο ομολογεί ότι, πέρα από τις ιστορικές διαιρέσεις, υπάρχει μια κοινή βάση (η πατερική και βιβλική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας) την οποία και οι δύο πλευρές επικαλούνται και διαφυλάττουν σε μεγάλο βαθμό στον πυρήνα τους.

Αν διαβάσει κανείς το κείμενο με καθαρά λογική και θεολογική συνέπεια, η απάντηση είναι ναι, υπάρχει έμμεση (αλλά σαφής) αποδοχή ότι η άλλη πλευρά (ΠΑΠΙΚΟΙ)  διαθέτει πραγματική ιεροσύνη, αποστολική διαδοχή και κατά συνέπεια μυστήρια. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: Δεν μπορείς να συνυπογράφεις ότι η άλλη πλευρά «επιβεβαιώνει» και «μοιράζεται» την ίδια αποστολική διαδοχή και την ίδια ιεροσύνη που καθιστά παρούσα την ιεροσύνη του Χριστού, και ταυτόχρονα να λες ότι δεν έχει έγκυρα μυστήρια, διότι αυτό θα ήταν θεολογικά αντιφατικό. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο τέτοια κείμενα των επίσημων θεολογικών διαλόγων προκαλούν συχνά έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε από μοναστήρια και συνδέσμους θεολόγων είτε από τοπικές Συνόδους.

Η επίσημη θέση της Επιτροπής προχωράει ακριβώς σε αυτή την έμμεση αναγνώριση, βλέποντας τον Ρωμαιοκαθολικισμό όχι ως μια «αιρετική ομάδα χωρίς θεία χάρη», αλλά ως μια Εκκλησία με την οποία υπάρχει κοινή ρίζα, αποστολική διαδοχή και ουσιαστικά μυστήρια, παρά τα υφιστάμενα δογματικά σχίσματα. Αυτά τα κείμενα ανοίγουν τον δρόμο —έμμεσα αλλά σταθερά— για την πλήρη αναγνώριση της παπικής ιεραρχίας και των μυστηρίων της, κάτι που προσκρούει στην αυστηρή κανονική παράδοση πολλών αιώνων. Επομένως  το κείμενο αυτό, διά της πλαγίας και θεολογικής οδού, υπερβαίνει την παλαιότερη απόλυτη άρνηση και αναγνωρίζει την ύπαρξη αποστολικής διαδοχής και μυστηριακής ζωής στους Ρωμαιοκαθολικούς, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα και αμφιλεγόμενα έγγραφα στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων, συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας. Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Β-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΡΙ

 

(ΜΕΡΟΣ Β-Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)



Έρευνα:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

β) Το Κείμενο του Μπάρι (1987)

Με τίτλο «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας», το κείμενο αυτό λειτούργησε ως άμεσος προπομπός του Μονάχου, ακολουθώντας την κοινή γραμμή της «Εκκλησιολογίας της Κοινωνίας» (Communion Ecclesiology). Ενώ το Μόναχο όριζε ότι η τοπική Εκκλησία φανερώνεται αυθεντικά όταν τελεί τη Θεία Ευχαριστία, το Μπάρι προχώρησε περαιτέρω, συνδέοντας τα μυστήρια με την ομολογία της πίστης. Διευκρίνισε ότι τα μυστήρια δεν είναι απλές τελετές, αλλά έκφραση της κοινής πίστης της Εκκλησίας, και ότι η μυστηριακή ενότητα (intercommunio) είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί πλήρης ταυτότητα στη δογματική πίστη. Παράλληλα, ανέπτυξε το κοινό υπόβαθρο του Μυστηρίου του Βαπτίσματος, υποστηρίζοντας ότι το κοινό βάπτισμα εισάγει τον πιστό στη μία Εκκλησία.

Η περίοδος 1982–1988 χαρακτηρίστηκε ιστορικά ως η περίοδος της «θεολογικής ευφορίας» στον διάλογο.

Οι Συμμετέχοντες

Ο ονομαστικός κατάλογος των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στη IV Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής στο Μπάρι (9–16 Ιουνίου 1987), όπως αποτυπώνεται στο επίσημο τεύχος Service d'Information (No. 64, 1987/II, σσ. 82-83), έχει ως εξής:

Οικουμενικό Πατριαρχείο

  1. Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης)
    • Ιδιότητα: Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου.
  2. Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (Παπανδρέου)
    • Ιδιότητα: Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Γενεύη).
  3. Γεώργιος Δράγας (Πρωτοπρεσβύτερος)
    • Ιδιότητα: Καθηγητής Πατε Started/Πατρολογίας (Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης) — Σύμβουλος/Εμπειρογνώμονας.

Εκκλησία της Ελλάδος

  1. Μητροπολίτης Περιστερίου ΧρυσόστομΠροβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάρι

 

Πηγη. https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/en/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/testo-in-inglese3.html

 

1.      Η «Διαφορά στις Διατυπώσεις» της Πίστεως (Άρθρα 4-10)Τι αναφέρει το κείμενο: Υποστηρίζει ότι η διαφορά στον τρόπο διατύπωσης της πίστεως δεν διασπά απαραίτητα την εκκλησιαστική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται η ίδια αποστολική πίστη πίσω από τις διαφορετικές γλωσσικές ή πολιτισμικές εκφράσεις.

  • Η Ένσταση: Θεωρήθηκε ότι αυτό εισάγει μια μορφή δογματικού μινιμαλισμού (μείωση των δογματικών απαιτήσεων). Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα δόγματα δεν είναι απλές «διατυπώσεις», αλλά η ακριβής αποτύπωση της αποκαλυφθείσης αλήθειας.

2. Σχετικοποίηση της Πληρότητας της Πίστης και των Μυστηρίων (Άρθρα 26-33)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Συνδέει την τέλεση των μυστηρίων με την αποστολική πίστη, αφήνοντας όμως περιθώρια αναγνώρισης «μυστηριακής εγκυρότητας» ή «αποστολικής διαδοχής» και εκτός των ορίων της Ορθόδοξου Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Δημιουργεί την εντύπωση ότι η Χάρις των Μυστηρίων μπορεί να υφίσταται αυτόνομα και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, παραβιάζοντας την ορθόδοξη εκκλησιολογική αρχή.

3. Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και Εκκλησιαστική Ταυτότητα (Άρθρα 19-25)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Η τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία αποτελεί φανέρωση της καθολικής Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά, ώστε να θεωρηθούν οι ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. η Ρωμαιοκαθολική) ως «ελλειμματικές» μεν, αλλά πάντως υπαρκτές «Εκκλησίες», λόγω της διατήρησης της Θείας Ευχαριστίας και των Μυστηρίων.

Βασικοί Άξονες του θεολογικού σχολιασμού

1. Η Κατηγορία της «Θεωρίας των Κλάδων» (Branch Theory)

Το κείμενο προωθεί έμμεσα τη θεωρία ότι η μία αληθινή Εκκλησία έχει διασπαστεί σε «κλάδους» (Ορθόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς) και ότι καμία Εκκλησία δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά μόνο τμήματά της.

2. Η  αποδοχή της θέσης ότι οι αιρετικές αποκλίσεις της Ρώμης (όπως το Filioque, το Πρωτείο, το Αλάθητο, η Άσπιλος Σύλληψη) αποτελούν απλώς «διαφορετικές διατυπώσεις» ή «θεολογούμενα» (θεολογικές γνώμες) συνιστά αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Α- Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Συνεχίζουμε  να δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της εργασίας μας  με τους βασικούς σταθμούς των θεολογικών διαλόγων και πως αυτοί επηρέασαν την Σύνοδο της Κρήτης.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους διαλόγους ήταν τρεις διμερείς και ένας πολυμερής: ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (Προχαλκηδόνιους), με την Αγγλικανική Κοινωνία και η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ο τρόπος με τον οποίο οι διάλογοι αυτοί επέδρασαν καθόρισε, σε απόλυτο βαθμό, τη σύνταξη του πλέον πολυσυζητημένου συνοδικού κειμένου: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον».

Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται στα άρθρα στα κείμενα-σταθμούς  μέσω της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής από το 1980  Μόναχο 1982, Μπάρι 1987, Μπαλαμάντ 1993, Ραβέννα 2007), καθώς και από τη σφοδρή αντι-οικουμενιστική κριτική που αυτά προκάλεσαν.

2. Ο Διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Ο επίσημος θεολογικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ξεκίνησε το 1980 και αποτελεί τον πλέον πολυσυζητημένο, αλλά και τον πλέον αμφιλεγόμενο διάλογο στην ιστορία της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης.

2.1. Α' Φάση (1980–1990): Μυστηριολογική και Εκκλησιολογική Σύγκλιση

Στην πρώτη φάση, η Διεθνής Μικτή Επιτροπή επέλεξε να ξεκινήσει από τα θέματα που ενώνουν τις δύο Εκκλησίες και όχι από εκείνα που τις χωρίζουν. Παρήχθησαν τρία κείμενα ιδιαίτερης σημασίας:

α) Το Κείμενο του Μονάχου (1982)
Με τίτλο «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος», το κείμενο αυτό αποτέλεσε το πρώτο κοινό κείμενο του επίσημου θεολογικού διαλόγου. Η στρατηγική επιλογή ήταν να ξεκινήσει ο διάλογος από τη Μυστηριολογία και την Τριαδολογία, αφήνοντας για αργότερα τα «διαιρούντα» ζητήματα (Πρωτείο, Filioque). Το κείμενο διαρθρώνεται σε τρία βασικά κεφάλαια:

  • Κεφάλαιο Ι: Η Τοπική Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία. Αναλύεται ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας αφηρημένος οργανισμός, αλλά υφίσταται ιστορικά ως τοπική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία υπό τον επίσκοπο φανερώνει ολόκληρο το Μυστήριο της Εκκλησίας του Χριστού.
  • Κεφάλαιο ΙΙ: Η Ευχαριστιακή Κοινωνία και η Αγία Τριάδα. Η κοινωνία των πιστών μέσω του Σώματος και του Αίματος του Χριστού καθρεφτίζει την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία ορίζεται ως εικόνα της Τριαδικής Θεότητας.
  • Κεφάλαιο ΙΙΙ: Η Επίκληση και η Μεταβολή. Εξετάζεται ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος (Επίκληση) στη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, επισημαίνοντας ότι ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς επίκλησης.

Ηγετική μορφή στην εκπόνηση του κειμένου υπήρξε ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος του 20ού αιώνα, του οποίου η «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» σφράγισε το κείμενο. Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά ο Καρδινάλιος Johannes Willebrands. Συμμετείχαν, επίσης, εκπρόσωποι από όλα τα πρεσβυγενή και νεότερα Πατριαρχεία, καθώς και από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν και υπέγραψαν οι:

  • Ο Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος (Ζαφείρης): Επίσημος εκπρόσωπος και επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς.
  • Ο Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεολογικός σύμβουλος και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • (πηγη: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ. Παντελεήμονος)

Παρά τις μετέχουσες αντιρρήσεις μεμονωμένων θεολόγων και μοναστικών κύκλων, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδέχθηκε τη συμμετοχή της αντιπροσωπείας της και το κείμενο εντάχθηκε στη θεολογική βάση των επόμενων φάσεων του διαλόγου.

Σε  δημοσίευση του καθηγητή Ν.Ματσούκα με τίτλο «Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΕ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» γράφονται για το κείμενο του Μονάχου  τα παρακάτω:

«Το πρώτο θεολογικό κείμενο του Διαλόγου υπήρξε καρπός της Β΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής που συνήλθε στο Μόναχο από 30 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου 1982 και είχε ως θέμα «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φώς του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος»3 . Το κείμενο αυτό προβάλλοντας την ενότητα μεταξύ τοπικής και καθολικής Εκκλησίας με βάση την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας που άρχισε, ως γνωστόν, να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στη ρωμαιοκαθολική θεολογία ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού4 , αναφέρεται μεταξύ των άλλων και στην αποστολικότητα της Εκκλησίας που αποτελεί ουσιώδες συστατικό γνώρισμα της φύσεώς της.

Η Εκκλησία, όπως τονίζεται, είναι αποστολική, γιατί το μυστήριο της σωτηρίας, που αποκαλύφθηκε εν Ιησού Χριστώ και διενεργείται αδιάκοπα, παραδόθηκε σ’ αυτήν εν αγ. Πνεύματι από τους αποστόλους που αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτού του μυστηρίου. Γι’ αυτό άλλωστε και τα μέλη της θα κριθούν κατά την έσχατη ημέρα από το Χριστό και τους αποστόλους . Επειδή δε βασικό στοιχείο της αποστολικής παραδόσεως, με το οποίο διενεργείται μέσα στην Εκκλησία το μυστήριο της σωτηρίας, αποτελεί η τέλεση της θείας Ευχαριστίας, η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θεία Ευχαριστία. Όπως οι απόστολοι ήταν συνηγμένοι περί τον Χριστό και συνιστούσαν την Εκκλησία, έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού, το Σώμα του Χριστού, που βρίσκεται σε κοινωνία με την πρώτη κοινότητα των μαθητών, καθώς και με όλες τις κοινότητες που τελούν ή έχουν τελέσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας6 . Έτσι η κοινωνία που υπάρχει μεταξύ του επισκόπου και της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητος έχει τη θέση της μέσα στην κοινωνία που υπήρχε στην αποστολική κοινότητα7 . Γι’ αυτό ακριβώς στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, που μαρτυρείται ήδη στην «Αποστολική παράδοση» του Ιππολύτου, ο λαός που εκλέγει τον επίσκοπο μιας τοπικής Εκκλησίας είναι ο εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομολογία της τοπικής Εκκλησίας. ταυτόχρονα όμως και ο επίσκοπος δια της χειροτονίας του γίνεται εγγυητής και μάρτυρας της αποστολικότητας της τοπικής Εκκλησίας του8 και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση της πιστότητας της Εκκλησίας του στην αποστολική παράδοση Μέσα στα πλαίσια αυτά κατανοείται και η σημασία της αποστολικής διαδοχής που η σπουδαιότητα και οι εκκλησιολογικές συνέπειές της εξαίρονται ιδιαζόντως στο κείμενο του Μονάχου. Η έννοια της αποστολικής διαδοχής συνίσταται σύμφωνα με το κείμενο στο γεγονός ότι ο επίσκοπος λαμβάνει τη δωρεά της επισκοπικής χάριτος κατά το μυστήριο της χειροτονίας του που τελείται από επισκόπους που έλαβαν και οι ίδιοι τη δωρεά αυτή, χάρις στην ύπαρξη μιας αδιάκοπης διαδοχής των επισκοπικών χειροτονιών, αρχής γενομένης από τους αποστόλους. Με το μυστήριο της χειροτονίας το Άγ. Πνεύμα παρέχει στον επίσκοπο όχι νομικά, σαν να πρόκειται για απλή μεταβίβαση εξουσίας, αλλά μυστηριακά, την εξουσία του λειτουργού που ο ίδιος ο Υιός έλαβε εκ του Πατρός και την οποία δέχθηκε ως άνθρωπος . Με άλλα λόγια το λειτούργημα του επισκόπου ως χάρισμα απορρέει αμέσως εκ του Αγ. Πνεύματος και παρέχεται στον εκλεγέντα δια της επιθέσεως των χειρών των ομόρων επισκόπων επί τη βάσει της αποστολικότητας της Εκκλησίας του, καθώς και της αποστολικότητας των άλλων τοπικών Εκκλησιών δια μέσου των επισκόπων τους, που είναι κι’ αυτοί μάρτυρες της αποστολικής πίστης της Εκκλησίας τους . Με την έννοια αυτή η αποστολική διαδοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μεταβίβαση εξουσιών. Αποτελεί διαδοχή μάρτυρος της αποστολικής πίστεως εντός του πλαισίου της τοπικής Εκκλησίας που βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες που μαρτυρούν κι’ αυτές την ίδια αποστολική πίστη. Για το λόγο αυτό, όπως τονίζεται στο κείμενο, η επισκοπική «καθέδρα» έχει κεφαλαιώδη σημασία για την εισδοχή του επισκόπου στο κέντρο της αποστολικής κοινωνίας . Αυτή δε η αναγωγή του κάθε επισκόπου στην αποστολική κοινωνία συνδέει το σύνολο των επισκόπων που διακονούν τις τοπικές Εκκλησίες με το σύνολο των αποστόλων. Όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι συγκροτούν σύλλογο που έχει τις ρίζες του δια του Αγ. Πνεύματος στο «εφάπαξ» της αποστολικής ομάδος που αποτελεί το μοναδικό μάρτυρα της πίστεως. Αυτό σημαίνει ότι, όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι οφείλουν να είναι ενωμένοι μεταξύ τους δια της πίστεως, της αγάπης, της αποστολής, της καταλλαγής και να συμμετέχουν στην αυτή ευθύνη και την αυτή διακονία της Εκκλησίας. Οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της αποστολικότητας της Εκκλησίας, όπως διατυπώνονται ήδη στο κείμενο του Μονάχου, αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη και επεξεργασία τους στα επόμενα κείμενα του Θεολογικού Διαλόγου.

Θεολογικός σχολιασμός

  1. Αποσύνδεση Αποστολικής Διαδοχής από την Ορθότητα της Πίστεως (Δόγμα)

Το κείμενο  παρουσιάζει την Αποστολική Διαδοχή ως μια μυστηριακή/λειτουργική συνέχεια («αδιάκοπη διαδοχή των επισκοπικών χειροτονιών») και μια αόριστη «μαρτυρία πίστεως». Για την Πατερική Ορθοδοξία, η Αποστολική Διαδοχή δεν είναι μηχανική ή τελετουργική, αλλά υπαρκτική και δογματική. Όταν ένας επίσκοπος ή μια τοπική κοινότητα εκπέσει στην αίρεση (π.χ. Filioque, παπικό πρωτείο/αλάθητο, κτιστή Χάρη), χάνει αυτόματα την Αποστολική Διαδοχή, διότι η διαδοχή είναι πρώτιστα «διαδοχή διδασκαλίας και φρονήματος» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).

Το κείμενο ότι αναγνωρίζει «αποστολικότητα» και «χάρη» σε επισκόπους που δεν ομολογούν την Αποστολική Πίστη στην πληρότητά της.

2.  Στο κείμενο γράφονται: «Όπως οι απόστολοι... έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού». Εδώ επιχειρείται η λεγόμενη «Θεωρία των Ατελών Εκκλησιών» ή «Βαπτισματική/Ευχαριστιακή Θεολογία».

Δεν υπάρχει έγκυρη Ευχαριστία εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η τέλεση ενός μυστηρίου από αιρετικούς ή σχισματικούς δεν συνιστά «Εκκλησία του Θεού». Το κείμενο τεχνηέντως απομονώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας από το συνολικό Πατερικό Ήθος και τη Δογματική Ακρίβεια. Το να αποδέχεσαι ότι η ευχαριστιακή σύναξη των Λατίνων συνιστά «πραγματικά το Σώμα του Χριστού» σημαίνει ότι αποδέχεσαι εκ των προτέρων τη μυστηριακή τους εγκυρότητα, καταργώντας την ανάγκη επιστροφής τους στην Ορθοδοξία.

3.  Αναφέρει ότι οι επίσκοποι συγκροτούν «σύλλογο» συνδεδεμένο με το «εφάπαξ» των Αποστόλων και ότι βρίσκονται σε κοινωνία με άλλες τοπικές Εκκλησίες. Όμως  ο «Σύλλογος των Επισκόπων» της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν συμμετέχει στην ίδια αποστολική διακονία, διότι υποτάσσεται στο Παπικό Πρωτείο δικαιοδοσίας (το οποίο το κείμενο του Μονάχου προσπερνά τεχνηέντως για να το διαπραγματευτεί αργότερα).

 Ο διάλογος ξεκινά από τα «κοινά» σημεία (Ευχαριστία, Επίσκοπος) για να επιβληθεί η ιδέα ότι είμαστε ήδη «αδελφές Εκκλησίες» με ελλείψεις, παρά το ότι υπάρχει αγέφυρο δογματικό χάσμα.

4.         Σύμφωνα με το κείμενο ο λαός «εκλέγει τον επίσκοπο» και είναι «εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του». Στη δυτική/ρωμαιοκαθολική πρακτική, ο λαός ουδέποτε εκλέγει τον επίσκοπο (διορίζεται απευθείας από το Βατικανό/Πάπα). Η αναφορά αυτή είναι θεωρητικό πυροτέχνημα για να φανεί ορθοδόξως αρεστό το κείμενο. Στην Ορθοδοξία (Εγκύκλιος Πατριαρχών Ανατολής 1848), ο λαός είναι πράγματι ο φύλακας της Πίστεως. Όμως, αν ένας επίσκοπος συμπράττει ή κοινωνεί με αιρετικούς επισκόπους (μέσω της αποδοχής του κειμένου του Μονάχου), ο λαός οφείλει να διακόψει την κοινωνία μαζί του (Αποτειχισμός / Κανόνας 15ης Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι να «εγγυάται» τυφλά μια νόθα αποστολικότητα.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ιστορική διερεύνηση των λόγων του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού «Τον Πάπα να καταράσθε»

 

 



Εισαγωγικά

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714–1779) είναι μια από τις πλέον λαοφιλείς μορφές της νεότερης Ορθοδοξίας. Η διδασκαλία του, όπως διασώζεται στις Διδαχές του, χαρακτηρίζεται από ποιμαντική μέριμνα, ορθόδοξη ευσέβεια και πατριωτικό φρόνημα. Παράλληλα, όμως, κυκλοφορούν πλήθος «προφητειών» που του αποδίδονται, οι οποίες —όπως επισημαίνει ο καθηγητής του ΑΠΘ Στέργιος Σάκκος— χρήζουν διαχωρισμού από την αυθεντική διδασκαλία του.

Η ρήση «Τον Πάπα να καταράσθε» εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο αμφισβήτησης. Αν και ευρέως διαδεδομένη σε λαϊκά αναγνώσματα και διαδικτυακές πηγές, η ιστορική της τεκμηρίωση παραμένει ελλιπής.

Το παρόν άρθρο εξετάζει την ιστορική τεκμηρίωση και τη φιλολογική γνησιότητα της ρήσης, αναλύοντας τα διαθέσιμα χειρόγραφα, την παράδοση των εκδόσεων και τη στάση της σύγχρονης θεολογικής έρευνας

Σχετικη ομιλια.π.Θεοδωρου Ζηση

https://youtu.be/E8-jT_Feh_g?is=K2iwi37GOwNXJW8Q


Οι Πηγές: Χειρόγραφα και Εκδόσεις

Η έκδοση του Ιωάννη Μενούνου

Η κριτική έκδοση των Διδαχών του Αγίου Κοσμά από τον Ιωάννη Μενούνο, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για τη φιλολογική έρευνα, δεν περιλαμβάνει τις ομιλίες όπου εμφανίζεται η φράση περί Πάπα και Αντιχρίστου.  Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τη νοθεία, αλλά εγείρει εύλογα ερωτήματα για την προέλευση των εν λόγω αποσπασμάτων.

Τα χειρόγραφα της Θεσσαλονίκης

Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο για τον Άγιο Κοσμά (Ιερά Μονή Βλατάδων, 2014) από τον π. Ειρηναίο Δεληδήμο, υπάρχουν τουλάχιστον δύο σημαντικά χειρόγραφα:

  • Χειρόγραφο 1808: Αντιγραμμένο από τον Δημήτριο Χρήστο εξ Αργυροκάστρου «εν τω δεσμωτηρίω». Σε αυτό, η ομιλία του Αγίου αναφέρει τον Αντίχριστο ως «αυτόν που έχουμε στο κεφάλι μας», χωρίς να ονοματίζεται ο Πάπας.
  • Χειρόγραφο 1824: Σε κώδικα περί Αγιογραφίας, προστίθεται η φράση «Ο Αντίχριστος είναι οι εξής δύο», μεταξύ των οποίων και ο Πάπας.

Η προσθήκη στο Πηδάλιο

Η σύνδεση του Πάπα με τον Αντίχριστο δεν προέρχεται απευθείας από τον Άγιο Κοσμά, αλλά εισήχθη —σύμφωνα με την ίδια έρευνα— από τον Θεοδώρητο τον εξ Ιωαννίνων, ο οποίος κατά την επιμέλεια της πρώτης έκδοσης του Πηδαλίου του Αγίου Νικοδήμου (περί το 1800) πρόσθεσε τη θεωρία περί δύο Αντιχρίστων.

Η προσθήκη αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο ζήτησε τη διαγραφή της με έγκυκλιο.

------------------------------------------------------------------------

Από το βιβλίο «ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ «ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ»

Στο βιβλίο της μοναχής Ευθυμίας ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Εκδόσεις Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 2004) αναφέρονται τρείς συλλογές τωνβ προφητειών του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

1.Συλλογή Αλβανικού χειρογράφου με 72 προφητείες (θα γράφεται ως Αλ).Το αλβανικό χειρόγραφο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη α,β,γ,δ. Ανακαλύφθηκε το 1941 στο Αλβανικό  χωριό Προγονάτι σε ένα σπίτι. Στο συγκεκριμένο χωριό είχε εγκατασταθεί ένα τηλεγραφικό συνεργείο .Στο συνεργείο αυτό υπηρετούσαν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Νίκος Τσακαλώτος, δάσκαλος από το χωριό Μάσστρου Μεσολογγίου  και  Θωμάς Αναστασίου, δεκανέας, σπουδασμένος στο άλλοτε εθνικό φυτώριο της Σχολής Βελλάς, βορειοηπειρωτικής καταγωγής,  δάσκαλος και αυτός. Ο νοικοκύρης του σπιτιού ήταν ένας μωαμεθανός Αλβανός από το Προγονάτι, που λεγόταν Φεράτ Ζώλης. Το συνεργείο έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα στο σπίτι αυτό.

Ένα βράδυ στις 5 Φεβρουαρίου του 1941, μέσα στο φτωχόσπιτο, τους τράβηξε την προσοχή κάποιος χοντρός βιβλιοδετημένος τόμος. Επρόκειτο για το Κοράνιο. Είχε δίστηλες σελίδες — και όπως τους εξήγησε ο Αλβανός κάτοχός του — στις αριστερές στήλες ήταν γραμμένο το Κοράνιο σε παλιά τουρκική γλώσσα, και στις δεξιές η αντίστοιχη μετάφραση στην αλβανική γλώσσα.

Στα τελευταία παράφυλλα του τόμου ήταν γραμμένες με μολύβι κάποιες σημειώσεις. Υπήρχε παλιά τέτοια συνήθεια. Το κείμενο αυτό ήταν χωρισμένο σε εβδομήντα δύο αριθμημένες παραγράφους και, καθώς τους πληροφόρησε ο κάτοχος του Κορανίου, ήταν προφητείες «του Τζιομπάν Μπαμπά-Κοσμά» (= του Μεγάλου Αφέντη Κοσμά).

Ο Ανθυπολοχαγός Τσακαλώζος τράβηξε από το αρχείο του μερικά έντυπα της υπηρεσίας του και στο λευκό χώρο τους κατέγραψε όλες εκείνες τις προφητείες, όπως τις μετέφρασε, από υπαγόρευση του νοικοκύρη, ο αλβανομαθής Δεκανέας Αναστασίου.

Ο Τσακαλώζος κράτησε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφό του, ως το πιο συγκινητικό ενθύμιό του, από την συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Αργότερα ανακοίνωσε την ιστορία του πολύτιμου κειμένου του στον Κ. Σ. Κώνστα, φιλόλογο-συγγραφέα (1911-1987), ο οποίος δημοσίευσε τις προφητείες αυτές στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων το 1956 (τεύχη 51-53), σελ. 678-682.

Ο Κώνστας, χωρίς να αλλάξει τίποτε από το χειρόγραφο του Τσακαλώζου, άλλαξε μόνο την σειρά, διότι προτίμησε να κάνει κατά περιεχόμενο την ταξινόμηση, σύμφωνα με την κρίση του, δίδοντας σε κάθε ταξινομημένη ομάδα προφητειών, την αρίθμηση.

2.Συλλογή Καλυβόπουλου με 61 προφητείες (θα γράφεται ως Καλ και ο αριθμός της προφητείας). Η συλλογή εκδόθηκε το 1936  στην Αθήνα στο περιοδικό «Η βόρεια Ήπειρος».

3.Συλλογή Καντιώτη με 122 προφητείες (θα γράφεται ως Καντ και ο αριθμός της προφητείας).Η συλλογή είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο του «Κοσμάς ο Αιτωλός « όταν ήταν ακόμα Αρχιμανδρίτης.

Γράφονται τα εξής.

«Η προφητεία 41 Καντιώτη – 47 Καλ, της οποίας την επαλήθευση είδαμε σε διάφορα ιστορικά γεγονότα φυσιολογικά, μας οδηγεί στην εξέταση μιας άλλης προφητείας του αγίου Κοσμά: «Τον Πάπα να τον καταριέστε, γιατί αυτός θα είναι αίτιος του χαλασμού του τόπου» [6(δ) Αλβ].

«Τον Πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι η αιτία» (90 Καντ).

Εδώ βλέπομε πως πρόκειται για μια προφητεία με δύο παραλλαγές.

Η 6(δ) Αλβ είναι ολοκληρωμένη προφητεία. Η 90 Καντ έχει ανάγκη να συμπληρωθεί νοηματικά από την 6(δ) Αλβ.

Η 90 Καντ λέγει πως ο Πάπας θα είναι η αιτία, χωρίς να αναφέρει ποιου πράγματος αιτία θα είναι.

Η λέξι «καταράσθε» φανερώνει ότι θα είναι αιτία κακού.

Η προφητεία 6(δ) Αλβ προχωρεί περισσότερο: «αίτιος του χαλασμού του τόπου».

Άρα συμπληρώνεται το κενό της 90 Καντ, με την 6(δ) Αλβ. Το κακό είναι ο χαλασμός του τόπου.

Η προφητεία δεν κάνει συγκεκριμένο τον τόπο. Οπωσδήποτε όμως πρόκειται για τον ελληνικό χώρο, στον οποίον απευθύνονται οι περισσότερες προφητείες.

Λέγοντας «τόπο» δεν διευκρινίζει αν πρόκειται για τόπο-χώρο εθνικό ή εκκλησιαστικό-θρησκευτικό.

Δεδομένου όμως ότι μέχρι σήμερα υπ0άρχει έστω τυπική, εξωτερική ενότης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, νομίζω ότι συμπεριλαμβάνει και τα δύο, διότι εάν γίνη «χαλασμός» στον εκκλησιαστικό χώρο, θα ακολουθήση και ο εθνικός. Αυτό έχει αποδείξει η ιστορία της Ρωμιοσυνης.

Η πίστη συνέχει τον λαό μας και συγκρατεί την εθνικότητά μας.

Η "Απόδοσις" τών Εορτών και η ιστορία της (Τού Ιωάννη Φουντούλη)

 


 

Πηγή: Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 2, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 1072-1074.

 

Ο όρος «απόδοσις», συναντάται στη λειτουργική γλώσσα με την εξής έννοια: Μετά την πάροδο οκτώ συνήθως ημερών επανάληψης κάποιας εορτής, η διάρκεια της οποίας παρατείνεται και μετά την εορτή, μέχρι και την ημέρα της απόδοσης.

Με ρητή διάταξη του Μωσαϊκού Νόμου, οι μεγάλες Ισραηλιτικές εορτές διαρκούσαν 8 ημέρες. (Έξοδος 2/β: 15-19, Λευϊτικό 23/κγ: 36-39 και Αριθμοί 29/κθ: 35). Αυτή τη συνήθεια την κληρονόμησε και η Χριστιανική λατρεία. Πρώτη μαρτυρία περί παράτασης Χριστιανικής γιορτής για οκταήμερο, παρέχεται από τον Ευσέβιο, και πρόκειται για τα εγκαίνια των βασιλικών Τύρου και Ιεροσολύμων (355). Αυτό όμως ήταν κάποιο έκτακτο γεγονός. Πάντως πολύ ενωρίς επικρατούσε η συνήθεια, (τουλάχιστον στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων), να παρατείνεται ο εορτασμός των μεγάλων Χριστιανικών εορτών του Πάσχα, των Επιφανείων και της Πεντηκοστής για οκτώ ημέρες.

Κατά την μαρτυρία της Αιθερίας (τέλος Δ΄ αιώνα), κατά τις οκτώ ημέρες της εβδομάδος του Πάσχα τελούντο καθημερινές Λειτουργίες. Τη Δευτέρα και Τρίτη στο Μαρτύριο, την Τετάρτη στον Ελαιώνα, την Πέμπτη στην Ανάσταση, την Παρασκευή στην Αγία Σιών, το Σάββατο στον Σταυρό και την Κυριακή και πάλι στο Μαρτύριο. (Itinerarium 39, έκδ. H. Pétré, Ethérie, Journal de Voyage, Sources Chrétiennes 21, Paris 1948, σ. 242).

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΤΑ ΨΕΥΔΟ-ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ (ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ")

 



Έρευνα : πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Μετά την απροκάλυπτα συκοφαντική δημοσίευση του ιστολογίου ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ με τίτλο «Περί του λόγου του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου που αφορά τον Προφήτη ΗλίỨστο link https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/08/blog-post_176.html αναγκαστήκαμε να δημοσιεύσουμε δύο αναιρετικά άρθρα.

1.      ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΄"ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/blog-post_19.html)

2.      ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»( https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/blog-post_20.html)

Συγχρόνως ξεκινήσαμε μια πιο αναλυτική έρευνα για τα λεγόμενα νόθα η αμφισβητούμενα χρυσοστομικά έργα, γνωστά ως ΨΕΥΔΟΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ..

Κάποια στοιχεία της έρευνας δημοσιεύσαμε στα παραπάνω αναιρετικά άρθρα. Σήμερα συνεχίζουμε να παρουσιάζουμε και άλλα στοιχεία που βρήκαμε, για ενημέρωση των ενδιαφερομένων και  ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΕΙΝΟΥΣ  ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ.

Με τον όρο «Ψευδο-Χρυσοστομικά Έργα» (ή Pseudo-Chrysostomica) αναφερόμαστε σε μια τεράστια συλλογή αρχαίων εκκλησιαστικών κειμένων, κυρίως ομιλιών και κηρυγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν στα χειρόγραφα υπό το όνομα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αλλά η σύγχρονη κριτική έρευνα έχει αποδείξει ότι δεν γράφτηκαν από τον ίδιο. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σώμα ψευδεπίγραφων κειμένων στην ελληνική πατερική γραμματεία.

Ο Άγιος  Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν ο δημοφιλέστερος ρήτορας της Ανατολικής Εκκλησίας. Οι αντιγραφείς των χειρογράφων συχνά πρόσθεταν το όνομά του σε ανώνυμα κείμενα για να τους δώσουν κύρος, εξασφαλίζοντας έτσι ότι θα διαβαστούν και θα διασωθούν. Επίσης κάποια έργα που είχαν γραφτεί από συγγραφείς που αργότερα καταδικάστηκαν ως αιρετικοί (π.χ. ο Απολινάριος Λαοδικείας) επιβίωσαν επειδή κυκλοφόρησαν κρυφά με το όνομα του Χρυσοστόμου.

Η Θεολογική και φιλολογική  έρευνα έχει καταφέρει να ταυτοποιήσει τους πραγματικούς δημιουργούς πολλών Ψευδο-Χρυσοστομικών έργων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν:

1.      Σεβηριανός Γαβάλων: Σύγχρονος και μεγάλος αντίπαλος του Χρυσοστόμου, του οποίου πολλές ομιλίες διασώθηκαν ως «χρυσοστομικές».

2,   Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως: Σημαντικός θεολόγος και ρήτορας του 5ου αιώνα.

2.      Απολινάριος Λαοδικείας: Στον οποίο αποδίδονται, για παράδειγμα, τρεις πασχαλινές ομιλίες.

 

 

Ξένοι ερευνητές των νόθων κειμένων.

Λόγω του τεράστιου όγκου τους (υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια κείμενα), οι επιστήμονες χρησιμοποιούν ειδικά εργαλεία για την καταγραφή τους:Clavis Patrum Graecorum (CPG):

Στον δεύτερο τόμο αυτού του μνημειώδους έργου, τα νόθα και αμφιβαλλόμενα έργα του Χρυσοστόμου καταλαμβάνουν τις θέσεις CPG 4500 έως 5079.Repertorium Pseudochrysostomicum.( https://www.fourthcentury.com/clavis-patrum-graecorum-contents/)

Συγκεκριμένα η παραπάνω πηγή γράφει τα εξής:

John Chrysostom (d. 407)

4500-4713 doubtful and spurious;
4715-5079, works attributed to Chrysostom which are omitted in Migne;
5130-5197 other languages

 

Ιωάννης ο Χρυσόστομος (απεβ. 407)

4500-4713: Αμφίβολα και νόθα (απόκρυφα/πλαστά) έργα

4715-5079: Έργα που αποδίδονται στον Χρυσόστομο, τα οποία έχουν παραλειφθεί από την Πατρολογία του Migne (Migne Patrolologia Graeca)

5130-5197: Άλλες γλώσσες

 

 

Μια εξειδικευμένη απογραφή που συνέταξε ο J.A. de Aldama, η οποία καταγράφει αλφαβητικά 581 Ψευδο-Χρυσοστομικές ομιλίες βάσει της αρχής τους (incipit).( https://www.roger-pearse.com/weblog/2021/02/01/aldamas-repertorium-pseudochrysostomicum-is-now-online/)

Το πρόγραμμα "Pseudo-Chrysostomica": Ένα σύγχρονο ψηφιακό project (υπό την αιγίδα του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν και την επίβλεψη του ειδικού Sever J. Voicu) που δημιουργεί μια online βάση δεδομένων για όλα αυτά τα κείμενα.( https://ancientworldonline.blogspot.com/2022/04/pseudo-chrysostomica-online-database-on.html)

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα Ψευδο-Χρυσοστομικού κειμένου με τεράστια επίδραση είναι ο περίφημος Κατηχητικός Λόγος του Πάσχα («Ε τις εσεβς κα φιλόθεος...»), ο οποίος διαβάζεται μέχρι σήμερα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά την τελετή της Ανάστασης. Αν και παραδίδεται στο όνομα του Χρυσοστόμου, η σύγχρονη επιστήμη τείνει να τον αποδώσει στον Άγιο Ιππόλυτο Ρώμης ή σε κάποιον ανώνυμο συγγραφέα του 4ου αιώνα που επηρεάστηκε από αυτόν.

Στο link https://artandtheology.org/tag/pseudo-chrysostom/ γράφονται τα εξής:

Αυτό το κείμενο είναι ένα σύνθετο αποσπάσματα από δύο πασχαλινά κηρύγματα που αποδίδονται ψευδώς στον Ιωάννη Χρυσόστομο (περίπου 347–407) και αντλούν έμπνευση από τον Ιππόλυτο Ρώμης (περίπου 170–περίπου 235), το οποίο προσάρμοσα από την αγγλική μετάφραση του Walter Mitchell από το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο που εμφανίζεται στο Adalbert Hamman, OFM, επιμ., Early Christian Prayers (Σικάγο: Regnery Gateway, 1961), 31–35. Τα κείμενα πηγής βρίσκονται στα Patrologia Graeca 59:741–46 και 59:721–24 . Πιθανότατα χρονολογούνται στον τέταρτο αιώνα.

 

Πως αποδεικνύεται η μη γνησιότητα των έργων του Χρυσοστόμου.

Η απόδειξη της «νοθείας» (ή της μη γνησιότητας) των έργων που αποδίδονται στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο βασίζεται στην Κριτική των Κειμένων (Textual Criticism). Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν έναν συνδυασμό από εσωτερικά και εξωτερικά κριτήρια για να ξεχωρίσουν τα γνήσια από τα ψευδεπίγραφα έργα.

1. Εσωτερικά Κριτήρια (Μέσα από το ίδιο το κείμενο)

·         Το ύφος και η γλώσσα . Ο Χρυσόστομος έχει ένα πολύ συγκεκριμένο, κομψό και ρευστό ρητορικό ύφος (αττικίζουσα ελληνική, ισορροπημένες περιόδους). Αν ένα κείμενο έχει φτωχό λεξιλόγιο, σπασμένη σύνταξη ή, αντίθετα, υπερβολικά περίπλοκη μεταγενέστερη γλώσσα, θεωρείται ύποπτο.

·         Η χρήση των ρητορικών σχημάτων. Ο Χρυσόστομος απέφευγε τη σκόπιμη χρήση της «χασμωδίας» (συνάντηση δύο φωνηέντων) και ακολουθούσε συγκεκριμένους ρυθμικούς κανόνες στο τέλος των προτάσεων (ρυθμικές ρήτρες). Πολλά νόθα έργα παραβιάζουν αυτούς τους κανόνες.

·         Θεολογική ορολογία και δόγμα. Αν μια ομιλία χρησιμοποιεί θεολογικούς όρους που διαμορφώθηκαν μετά τον θάνατο του Χρυσοστόμου (407 μ.Χ.) —για παράδειγμα, όρους από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο (431 μ.Χ.) ή τη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.)— τότε το έργο αποδεικνύεται αυτόματα μεταγενέστερο.

·         Ιστορικές και γεωγραφικές αναφορές: Αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, αυτοκράτορες, αιρέσεις ή εκκλησιαστικά έθιμα που δεν υπήρχαν στην Αντιόχεια ή την Κωνσταντινούπολη στα τέλη του 4ου αιώνα προδίδουν τον πραγματικό χρόνο συγγραφής.

2. Εξωτερικά Κριτήρια (Μαρτυρίες εκτός του κειμένου)

·         Η χειρόγραφη παράδοση. Οι ερευνητές εξετάζουν τα παλαιότερα σωσμένα χειρόγραφα. Αν στα αρχαιότερα χειρόγραφα (π.χ. 6ου-8ου αιώνα) μια ομιλία εμφανίζεται ως ανώνυμη ή με το όνομα άλλου συγγραφέα (π.χ. Σεβηριανού Γαβάλων), και το όνομα του Χρυσοστόμου εμφανίζεται μόνο σε μεταγενέστερα χειρόγραφα (π.χ. 11ου αιώνα), τότε η απόδοση στον Χρυσόστομο είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι λάθος.

·         Αρχαίες μαρτυρίες και βιβλιογραφίες: Σπουδαίοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Φώτιος ο Μέγας (9ος αιώνας) στη Μυριόβιβλό του, είχαν μελετήσει το ύφος του Χρυσοστόμου και είχαν ήδη επισημάνει ποια έργα που κυκλοφορούσαν στο όνομά του ήταν νόθα.

3. Σύγχρονες Ψηφιακές Μέθοδοι

Σήμερα, η διαδικασία έχει γίνει πολύ πιο ακριβής χάρη στην τεχνολογία:

·         TLG (Thesaurus Linguae Graecae): Μια τεράστια ψηφιακή βάση δεδομένων της ελληνικής γραμματείας.

·          Ειδικά λογισμικά αναλύουν στατιστικά τη συχνότητα εμφάνισης μικρών λέξεων (όπως σύνδεσμοι, άρθρα, μόρια: καί, δέ, γάρ, μήν) που χρησιμοποιεί ασυνείδητα κάθε συγγραφέας. Το «ψηφιακό αποτύπωμα» του Χρυσοστόμου είναι πλέον χαρτογραφημένο· αν ένα κείμενο αποκλίνει στατιστικά, απορρίπτεται.

 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.-ΟΙ ΟΜΙΛΕΣ  ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.academia.edu/6841563/The_Image_of_Prophet_Elijah_in_Ps_Chrysostom_The_Greek_Homilies υπάρχει δημοσιευμένη εργασία με τίτλο «The Image of Prophet Elijah in Ps. Chrysostom, The Greek Homilies»

Στη συγκεκριμένη μελέτη της Francesca Prometea Barone, παρουσιάζονται και αναλύονται οι ελληνικές ψευδο-χρυσοστομικές ομιλίες (ψευδεπίγραφα έργα που αποδίδονται στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο) οι οποίες είναι αφιερωμένες στον Προφήτη Ηλία.

Συγκεκριμένα, εξετάζονται λεπτομερώς οι εξής τρεις ομιλίες:

  1. In Eliam prophetam sermo (PG 56, 583-586, CPG 4565): (ΛΟΓΟΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ) ΕΙΝΑΙ Η ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ Ν ΟΠΟΙΑ ΔΗΜΙΟΥΓΗΣΕ ΤΟ ΘΕΜΑ Ο Ι.Π ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ .

Η ομιλία σχολιάζει τα επεισόδια της ζωής του Ηλία από το βιβλίο των Βασιλειών (την ξηρασία, τα κοράκια στον χείμαρρο, τη χήρα στα Σαρεπτά). Παρουσιάζει τον Ηλία ως έναν δίκαιο άνθρωπο με επίμονο ζήλο για τον Θεό, ο οποίος επιθυμεί την τιμωρία των Ιουδαίων για τις αμαρτίες τους και έρχεται σε αντίθεση με την ευσπλαχνία του Θεού.

  1. In Martham, Mariam et Lazarum (PG 61, 701-706, CPG 4639) (Στην Μάρθα, την Μαρία και τον Λάζαρο): Εστιάζει στα ίδια βιβλικά επεισόδια, αλλά δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στη «σκληροκαρδία» (sklerokardia) και το αλύγιστο του χαρακτήρα του Ηλία. Η ομιλία αυτή ερμηνεύει τα γεγονότα (τη διατροφή από τα κοράκια και τον θάνατο του γιου της χήρας) ως μέσα που χρησιμοποίησε ο Θεός για να ταπεινώσει, να προσβάλει και τελικά να αναγκάσει τον προφήτη να δείξει έλεος.
  2. In SS. Petrum apostolum et in Eliam prophetam (PG 50, 725-736, CPG 4513) (:Στον Άγιο Πέτρο τον απόστολο και στον Ηλία τον προφήτη). Μια ομιλία με έντονα εγκωμιαστικό και πανηγυρικό χαρακτήρα που παρουσιάζει τον Ηλία ως «επίγειο άγγελο» και «ουράνιο άνθρωπο». Δικαιολογεί τη σκληρότητα του προφήτη λόγω της καθολικής ειδωλολατρίας και ηθικής κατάπτωσης του Ισραήλ. Η γνησιότητα αυτής της ομιλίας είναι ιστορικά αμφιλεγόμενη.
  3. In Eliam, et in viduam, et de elemosyma (PG 50, 337-348):(περισσότερα στην συνέχεια)

ΠΟΙΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΓΝΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΕ ΝΟΘΕΣ;

 

  1. In Eliam prophetam sermo (PG 56, 583-586): Θεωρείται νόθο (spurious / ψευδο-χρυσοστομικό) έργο. Συγκεκριμένα, ο Sever J. Voicu τη χαρακτηρίζει ως μια παλαιά νόθα ομιλία, η οποία μάλιστα είχε λογοκλαπεί από τον Βασίλειο Σελευκείας.
  2. In Martham, Mariam et Lazarum (PG 61, 701-706): Θεωρείται επίσης νόθο (ψευδο-χρυσοστομικό) έργο.
  3. In SS. Petrum apostolum et in Eliam prophetam (PG 50, 725-736): Η γνησιότητά της είναι αμφιλεγόμενη και αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης. Κατά τον 17ο αιώνα, οι μελετητές Savile και Tillemont τη θεωρούσαν γνήσια. Τον 18ο αιώνα, ο Montfaucon εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για το ύφος της, αλλά απέφυγε να την κατατάξει οριστικά στις νόθες. Στη σύγχρονη εποχή, ο μελετητής J.-P. Bouhot υπερασπίζεται τη γνησιότητά της, ενώ αντίθετα ο Sever J. Voicu τη θεωρεί νόθο έργο της αρχαιότητας.
  4. In Eliam, et in viduam, et de elemosyma (PG 50, 337-348): Αυτή είναι η γνήσια ομιλία που αφιέρωσε ο ίδιος ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στον Προφήτη Ηλία.

ΔΗΛΑΔΗ Η ΓΝΗΣΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ (PG 50, 337-348) ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» (ΠΗΓΗ: Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ P.G. 56, ΣΕΛ. 584-586) (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_24.html)

Επιπλέον, για λόγους σύγκρισης, παρουσιάζεται στην παραπάνω εργασία  συνοπτικά η γνήσια ομιλία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου:

  • In Eliam, et in viduam, et de elemosyma (PG 50, 337-348): Χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί η διαφορά ύφους, καθώς ο γνήσιος Χρυσόστομος εκφράζει ανεπιφύλακτο θαυμασμό για τον Ηλία και ερμηνεύει την ανοχή του στην πείνα ως δείγμα ακραίας αρετής («φιλοσοφίας») και όχι σκληρότητας.

Τέλος, υπάρχουν έργα που απλώς αναφέρονται ή εξαιρούνται από τη συγκεκριμένη μελέτη:

  • Oratio in Eliam prophetam (CPG 4971, BHG 557b): Συγκαταλέγεται στη λίστα των ελληνικών ομιλιών του σώματος κειμένων, αλλά δεν αναλύεται διεξοδικά στο άρθρο.
  • On the prophet Elijah and on Jezebel: Μία ακόμη ψευδο-χρυσοστομική ομιλία που σώζεται μόνο στο χειρόγραφο Parisinus Coislin Gr. 121, η οποία όμως παραλείπεται από τη συγγραφέα επειδή δεν κατέστη δυνατό να αποκτήσει αναπαραγωγή του χειρογράφου σε μικροφίλμ.
  • Αρχαίες μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες: Η κοπτική ομιλία Encomium in Eliam prophetam και οι λατινικές Sermo de ascensione Eliae και Sermo de Elia αναφέρονται απλώς στη λίστα, καθώς η ανάλυσή τους γίνεται σε ξεχωριστό άρθρο του Gianluca Masi στον ίδιο τόμο.

Συγκριτική Ανάλυση της Εικόνας του Προφήτη Ηλία στη Χρυσοστομική και Ψευδο-Χρυσοστομική Γραμματεία

1. Εισαγωγή: Το Πρόσωπο του Ηλία ως Πεδίο Ρητορικής Διαπάλης

Τα κείμενα αυτά, ενταγμένα στα βυζαντινά εορτολόγια για την πανήγυρη της 29ης Ιουλίου, υπερβαίνουν την απλή ηθική διδασκαλία· λειτουργούν ως μέσα διόρθωσης του ακροατηρίου μέσω της δραματικής αναπαράστασης του προφητικού βίου. Κεντρικός άξονας της ανάλυσης είναι η «παιδαγωγική της φιλανθρωπίας»: η μετάβαση από τον άκαμπτο ζήλο και τη «σκληροκαρδία»  στη θεία ευσπλαχνία. Τα βιβλικά επεισόδια μετατρέπονται σε «παιδευτικούς μηχανισμούς» που επιστρατεύει ο Δεσπότης για να μεταμορφώσει έναν αυστηρό τιμωρό σε μαθητή του ελέους, αναδεικνύοντας διαφορετικές ερμηνευτικές αποχρώσεις που κυμαίνονται από τον απόλυτο εγκωμιασμό έως την ηθική αποδοκιμασία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου