ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Εισαγωγικά:
ΜΕΡΟΣ Α: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016.html
ΜΕΡΟΣ Β:
https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016_0774462888.html
ΜΕΡΟΣ
-Γ
Η
ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ Π.Σ.Ε ΣΤΟ ΤΟΡΟΝΤΟ (1950)
Με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το
Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», η δήλωση συντάχθηκε για να λύσει τις
παρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί αμέσως μετά την ίδρυση του ΠΣΕ (1948) και
να διασφαλίσει τη συμμετοχή των Εκκλησιών (ειδικά των Ορθοδόξων) στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΠΣΕ στο Τορόντο) ΤΟ 1950.
|
Τα
βασικά σημεία της Δήλωσης του Τορόντο (1950) που θεωρούνται από τις
πηγές ότι προάγουν τον Οικουμενισμό και αλλοιώνουν την Ορθόδοξη
εκκλησιολογία επικεντρώνονται στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας εκτός της
Ορθοδοξίας και στη σχετικοποίηση της «Μίας» Εκκλησίας. Σύμφωνα
με τις πηγές, τα κύρια σημεία είναι: Α. Η Δήλωση (παρ. 4.3) αναφέρει ότι το να
είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι «περιεκτικώτερον» από το να είναι μέλος της δικής του
Εκκλησίας. Αυτό ερμηνεύεται ως αποδοχή μιας αόρατης «υπέρ-Εκκλησίας» που
περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, υποσκάπτοντας την πίστη ότι η Ορθόδοξη
Εκκλησία είναι η μόνη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Β.
Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν στις άλλες ομολογίες «στοιχεία της αληθούς
Εκκλησίας» (παρ. 4.5). Αυτή η παραδοχή θεωρείται η βάση για τη «θεωρία
των ατελών εκκλησιών» και τη «θεωρία των κλάδων», καθώς
υποστηρίζει ότι η χάρη και η αλήθεια υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς και εκτός
των ορίων της Ορθοδοξίας. Γ.
Η Δήλωση υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του βαπτίσματος των άλλων ομολογιών ως
έγκυρου (παρ. 4.3) συνεπάγεται την ύπαρξη μελών της Εκκλησίας «εκτός των
τειχών» (ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ). Έτσι, τα όρια της Εκκλησίας ταυτίζονται
με τα όρια του βαπτίσματος, ανεξαρτήτως δογματικής αλήθειας. Δ.Η
παρ. 4.8 (ή 8 σε κάποιες αναφορές) δηλώνει ότι οι Εκκλησίες-μέλη εισέρχονται
σε «πνευματικές σχέσεις» για να «οικοδομηθή το Σώμα του Χριστού».
Αυτό αποτελεί βλασφημία, καθώς προϋποθέτει ότι το Σώμα
του Χριστού είναι διαιρεμένο και οικοδομείται μέσω της συνεργασίας της
Ορθοδοξίας με αιρέσεις. Ε. Η Εισαγωγή της Δήλωσης αναφέρει ότι οι
ομολογίες «βρίσκουν την ενότητά τους εν Χριστώ». Αυτό θεωρείται
αιρετικό, καθώς υποδηλώνει ότι οι αιρετικοί είναι ήδη ενωμένοι με τον Χριστό
παρά τις κακοδοξίες τους, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητά μια ενότητα που
υποτίθεται ότι δεν είχε. ΣΤ.
Η Δήλωση διακηρύσσει ότι το Π.Σ.Ε. δεν βασίζεται σε καμία συγκεκριμένη
αντίληψη για την Εκκλησία (παρ. 3.3). Αυτό επιτρέπει έναν δογματικό
μινιμαλισμό, όπου οι διαφορές στην πίστη αντιμετωπίζονται ως απλές
«ποικιλίες» που δεν εμποδίζουν την ενότητα. Ζ.
Η Δήλωση ισχυρίζεται ότι οι Εκκλησίες «απέφυγαν να δώσουν λεπτομερείς και
ακριβείς ορισμούς» για τη φύση της Εκκλησίας. Οι πηγές το χαρακτηρίζουν
ως υποκρισία και πλήρη άρνηση του Ορθοδόξου δόγματος, το οποίο ορίζει με
σαφήνεια την Εκκλησία ως κοινωνία ανθρώπων ενωμένων στην Ορθόδοξη Πίστη και
τα Μυστήρια. Η
Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με
Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί
είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου. Αυτή η «λύση»
δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει
τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου
συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί —
και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη
έννοια». Για
την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε
έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η
ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η
Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία
μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε» |
Οι συμμετέχοντες.
Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του
Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο
Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν
από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.
|
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο: Μητροπολίτης
Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές
της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ. Μητροπολίτης
Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα
Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο
στη σύνταξη του κειμένου. Καθηγητής
Αμίλκας Αλιβιζάτος:
Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις
διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο
Κανονικό Δίκαιο. Εκκλησία της
Ελλάδος Καθηγητής
Ιωάννης Καρμίρης:
Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για
να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια
«Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο). Καθηγητής
Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική
παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής. |
Η Επικύρωση της Δήλωσης του Τορόντο από
την Σύνοδο της Κρήτης
Η επικύρωση αυτών των σημείων από τη Σύνοδο της
Κρήτης (2016) θεωρείται από τους συντάκτες των πηγών ως συνοδική
νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, καθώς η Δήλωση του Τορόντο χαρακτηρίστηκε
ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε
Στο επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με
τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»
(παράγραφος 19), η Σύνοδος αναφέρθηκε ρητά στη Δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής
του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) στο Τορόντο το 1950,
χαρακτηρίζοντας τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του εν λόγω κειμένου ως «κεφαλαιώδους
σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στον διαχριστιανικό διάλογο. Η Δήλωση
του Τορόντο είχε συνταχθεί αρχικά ως ένα πλαίσιο προστασίας, προκειμένου να
διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν συνεπάγεται την αναγνώριση των
άλλων μελών ως «Εκκλησιών» με την πλήρη εκκλησιολογική έννοια, ούτε την αποδοχή
μιας «ομοσπονδιακής» θεωρίας για την Εκκλησία. Ωστόσο, η συνοδική επιβεβαίωση
της χρήσης της από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 2016 θεωρήθηκε από σημαντική μερίδα
θεολόγων ως μια βαθιά εκκλησιολογική τομή.
Τι Σημαίνει αυτό για την Ορθόδοξη
Θεολογία
Από την σκοπιά της κριτικής θεολογικής θεώρησης, η
υιοθέτηση αυτή συνεπάγεται ουσιαστικές μετατοπίσεις στην παραδοσιακή
εκκλησιολογική αυτό-συνειδησία της Ορθοδοξίας:
A.Η
Σύνοδος της Κρήτης νομιμοποίησε θεσμικά
και συνοδικά ένα κείμενο το οποίο δεν συντάχθηκε αποκλειστικά από Ορθοδόξους
Πατέρες, αλλά διαμορφώθηκε σε συνεργασία με ετεροδόξους (Προτεστάντες,
Αγγλικανούς κ.ά.).
B.
Στην εκκλησιαστική ιστορία, οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι περιφρουρούσαν
την αλήθεια συντάσσοντας δικούς τους Όρους και Κανόνες. Η θεσμική υιοθέτηση
ενός κειμένου που προέρχεται από έναν διαχριστιανικό οργανισμό αποτελεί πρωτοφανή αλλοίωση της συνοδικής
ορθόδοξης μεθοδολογίας.
Γ. Η Δήλωση του
Τορόντο αντιμετωπίζεται πλέον όχι απλώς ως ένα τακτικό ή διπλωματικό εργαλείο
διαλόγου, αλλά αναδεικνύεται σε θεμελιώδη «στύλο» του οικουμενισμού και σε
«Magna Charta» (Κασταστατικό Χάρτη) της παρουσίας της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε.



