(Το παρακάτω διαμορφωμένο ως προς την
έκταση κείμενο, είναι από την ακαδημαϊκή εργασία της κ.
ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ με τίτλο «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΤΎΠΟΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉΣ ΑΠΟΤΗΤΟΣ. Συμβολή εις τήν όρθόδοξον τοποθέτησιν έναντι της
ρωμαιοκαθολικής Ασπίλου Συλλήψεως καί των συναφών ταύτη δογμάτων». Επιμέλεια
κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου).
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στις 1 Νοεμβρίου 1950, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄, με το
Αποστολικό Σύνταγμα (Constitutio Apostolica) «Munificentissimus Deus»,
διακήρυξε ως δόγμα αποκαλυμμένο από τον Θεό την εξής διδασκαλία:
«Η Άσπιλος Θεοτόκος, η Αειπάρθενος Μαρία, μετά το
τέλος της επίγειας ζωής της, ανυψώθηκε (μετέστη) με το σώμα και την ψυχή στην
ουράνια δόξα».
Η διακήρυξη αυτή αποτελεί τον καρπό μιας θεολογικής
επεξεργασίας που εκτίθεται διεξοδικά στο ίδιο το κείμενο. Σύμφωνα με το
έγγραφο, η διδασκαλία ανταποκρίνεται στη συνολική εκκλησιαστική παράδοση και
την πίστη των χριστιανών για το τέλος της Θεοτόκου, ενώ παράλληλα προβάλλει τον
ισχυρισμό ότι το δόγμα αυτό περιέχεται στην παρακαταθήκη της χριστιανικής
πίστης που έχει εμπιστευθεί ο Θεός στην Εκκλησία.
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να προσεγγίσει το
συγκεκριμένο δόγμα μέσα από την Ορθόδοξη Παράδοση, διερευνώντας τόσο την ίδια
τη διδασκαλία όσο και τις θεολογικές προϋποθέσεις της. Εξετάζονται:
- Η
αγιογραφική (βιβλική) και πατερική θεμελίωση του δόγματος.
- Η
σχέση του με τη διδασκαλία περί της «Ασπίλου Συλλήψεως» και της «Νέας
Εύας».
- Η
συγκριτική θεώρηση της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Παράδοσης σχετικά
με το τέλος της Θεοτόκου.
Α΄. Το Περιεχόμενο του Δόγματος και η
Αοριστία για το Ζήτημα του Θανάτου της
1. Η ουσία του δόγματος (Assumptio)
Το δόγμα αυτό καθαυτό αναφέρεται αποκλειστικά στην
αναχώρηση της Θεοτόκου από τον επίγειο κόσμο και στην είσοδό της στην ουράνια
δόξα με το σώμα και την ψυχή της. Δηλαδή, μετά το τέλος της επίγειας ζωής της
δεν ακολούθησε διαχωρισμός του σώματος και της ψυχής, ούτε επιστροφή του
σώματος στο χώμα (κατά το Γεν. 3,19). Αντίθετα, ανυψώθηκε με δόξα για να
συναντήσει και να συνυπάρξει με τον αναστημένο Υιό της (καθώς ο όρος «ουράνια
δόξα» δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά).
Την ερμηνεία αυτή την αντλούμε από το ίδιο το παπικό
κείμενο, το οποίο ορίζει την Ανάληψη/Μετάσταση (Assumptio) της Θεοτόκου
ως:
- Την
κατάσταση ουράνιας δόξας στην οποία
εισήλθε το παρθενικό σώμα και η ψυχή της Αγίας Θεοτόκου.
- Την
απαλλαγή της από τον νόμο της σήψης/φθοράς στον
τάφο και από την αναμονή της λύτρωσης του σώματος μέχρι τη συντέλεια των
αιώνων.
- Την
ανύψωση του σώματος και της ψυχής της στην
ανώτατη βαθμίδα της ουράνιας δόξας —κατά το παράδειγμα του Υιού της και
μετά τη νίκη επί του θανάτου— ώστε να λάμπει ως Βασίλισσα στα δεξιά του
αθάνατου Βασιλιά των αιώνων.
2. Η παράβλεψη του θανάτου της Θεοτόκου
Έτσι όπως είναι διατυπωμένο το κείμενο, παραβλέπει
εντελώς τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μεταστάσεως, δηλαδή τον τρόπο με τον
οποίο αυτή συνέβη. Δεν προσδιορίζει αν η Παναγία ελήφθη στον ουρανό ενώ ήταν
ζωντανή (πριν υποστεί φυσικό ή βίαιο θάνατο, όπως θα «αρπαγούν» οι δίκαιοι κατά
τη Δευτέρα Παρουσία — Α΄ Θεσσ. 4,17), ή αν πέθανε πρώτα, αναστήθηκε και
στη συνέχεια μετέστη με σώμα και ψυχή στους ουρανούς, χωρίς να υποστεί φθορά
στον τάφο.
Δεν απέχουμε από την αλήθεια ανπούμε ότι ολόκληρο το
κείμενο του Συντάγματος ευνοεί (χωρίς να το θεσπίζει επίσημα) την εκδοχή ότι η
Θεοτόκος δεν πέθανε, αλλά μετέστη ζωντανή. Αυτό συμβαίνει για τους εξής
βασικούς λόγους:
- Απουσία
αναφοράς στον θάνατο: Σε κανένα σημείο του
κειμένου, όπου διατυπώνεται η παπική θέση και το συμπέρασμά της, δεν
γίνεται λόγος για θάνατο της Θεοτόκου.
- Η
Άσπιλος Σύλληψη ως κύρια αιτία: Η «Άσπιλος
Σύλληψη» προβάλλεται ως ο πρωταρχικός λόγος της Μεταστάσεως. Αυτό
συνεπάγεται ότι η Θεοτόκος νίκησε την αμαρτία (το προπατορικό αμάρτημα)
και τις συνέπειές της, όπως η σήψη του σώματος, ο διαχωρισμός ψυχής και
σώματος και η αναμονή της αναστάσεως μέχρι τη συντέλεια του κόσμου.
- Η
παραλληλία Νέου Αδάμ και Νέας Εύας: Ο Πάπας Πίος ΙΒ΄
αναφέρεται στην απόλυτη ενότητα Χριστού και Θεοτόκου ως «Νέου Αδάμ» και
«Νέας Εύας». Αντιπαραβάλλοντας τη νίκη και των δύο απέναντι στην αμαρτία
και τον θάνατο, διακηρύσσει ως αντίστοιχα νικηφόρα συμβάντα την Ανάσταση
του Χριστού και τη Μετάσταση της Θεοτόκου (και όχι την ανάστασή
της, όπως θα περίμενε κανείς ώστε να αντιστοιχεί στην Ανάληψη του Κυρίου).
Αυτή η έντονη αντιστοιχία ουσιαστικά εκμηδενίζει τον
θάνατο και την ανάσταση της Θεοτόκου. Μάλιστα, από την αναφορά του Πάπα στο
χωρίο Α΄ Κορ. 15,54 προκύπτει το συμπέρασμα ότι η νίκη της Θεοτόκου επί
του θανάτου συντελέστηκε όσο ήταν ακόμη ζωντανή, μέσω μιας άμεσης «αλλαγής» του
θνητού της σώματος κατά τη στιγμή της αναχώρησής της από τη γη.
Σύμφωνα με το πνεύμα του παπικού κειμένου, η νίκη
της Θεοτόκου πραγματοποιεί το αποστολικό λόγιο: «όταν το θνητό αυτό ενδυθεί
αθανασία, τότε θα γίνει ο λόγος που είναι γραμμένος: Καταπόθηκε ο θάνατος με
νίκη». Το λόγιο αυτό αναφέρεται σε όσους θα «αλλαγούν» ενώ είναι ζωντανοί
και δεν θα υποστούν φυσικό θάνατο, σε αντίθεση με τα διαλυμένα νεκρά σώματα που
ανασταίνονται από τον τάφο.
Η ελευθερία γνώμης και η υποχρεωτικότητα
του δόγματος
Με βάση τα παραπάνω, η οριστική διατύπωση του
δόγματος δεν καταργεί την ελευθερία γνώμης που υπήρχε προηγουμένως σχετικά με
το αν η Θεοτόκος πέθανε ή όχι. Η άποψη περί θανάτου παραμένει έκτοτε ως
«ευσεβής γνώμη» (sententia pia) ή «κοινή γνώμη» (sententia communior).
Αυτό ήταν φυσικό, καθώς στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση —στην οποία
καταφεύγει ο Πάπας— ο θάνατος και η μετάσταση αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα.
Αντίθετα, η αποδοχή της διδασκαλίας για την ένδοξη
κατάσταση του σώματος της Θεοτόκου κατά την αναχώρησή της από τη γη αποτελεί υποχρέωση
κάθε χριστιανού στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Οποιαδήποτε αμφιβολία γι'
αυτόν τον παπικό ορισμό συνεπάγεται —σύμφωνα με το κείμενο— «τελεία αποστασία
από τη θεία και καθολική πίστη».
Β΄. Η Θεολογική Θεμελίωση: Από την Αγία
Γραφή στην Άσπιλη Σύλληψη και τη Νέα Εύα
1. Τα αγιογραφικά (βιβλικά) χωρία
Το παπικό Σύνταγμα αναφέρει:
«[Η Μετάσταση] βασίζεται στην Αγία Γραφή, είναι
ριζωμένη στις καρδιές των πιστών, μαρτυρείται από αρχαιοτάτων χρόνων στις ιερές
ακολουθίες, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις άλλες αποκαλυφθείσες αλήθειες και
ερμηνεύεται ιδιαίτερα μέσα από τις εργασίες και τη γνώση των θεολόγων».
Ωστόσο, όπως ομολογεί ο ίδιος ο Πάπας, τα βιβλικά
χωρία που προσάγονται χρησιμοποιούνται από τους θεολόγους και ρήτορες με μια
ορισμένη «ευλάβεια» (συμβολικά/προσαρμοστικά), γεγονός που αποκλείει την άμεση
και ρητή (expliciter) σχέση τους με την έννοια της Μεταστάσεως.
Τα συνηθέστερα χωρία που επιστρατεύονται είναι:
- Ψαλμός
13,8: «Ανάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, σὺ καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγιάσματός σου».
Είναι προφανές ότι το χωρίο αυτό δεν έχει άμεση σχέση με τη Μετάσταση.
- Ψαλμός
44, 10. 14-16: Αναφορά στη «βασίλισσα» που
στέκεται στα δεξιά του Βασιλιά. Όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι
Ρωμαιοκαθολικοί ερμηνευτές, η «βασίλισσα» συμβολίζει την Εκκλησία στους
πνευματικούς της γάμους με τον Χριστό. Παρότι κάθε καθαρή ψυχή (και
κατεξοχήν η Θεοτόκος) μπορεί να περιγραφεί με αυτή την εικόνα, η θεμελίωση
ενός δογματικού προνομίου πάνω σε αυτό το κείμενο παραβιάζει την αρχική,
καθαρά μεσσιανική του έννοια.
- Άσμα
Ασμάτων 3,6: «Τις είναι αυτή που ανεβαίνει
από την έρημο...». Η «νύμφη» στο Άσμα Ασμάτων είναι η Εκκλησία. Η
δυτική προτίμηση (από τον 12ο αιώνα και μετά) για μαριολογικές εφαρμογές
αυτού του βιβλίου βασίζεται στη μέθοδο της προσαρμογής (accomodatio),
η οποία δεν μπορεί να αναγάγει μια διδασκαλία σε αποκαλυμμένο δόγμα (revelatum
dogma).
- Αποκάλυψη,
Κεφάλαιο 12: Η περιγραφή της «γυναίκας
περιβεβλημένης τον ήλιο». Πρόκειται για μια συμβολική/αλληγορική ερμηνεία.
Ο Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος M. Jugie επικαλείται την αυθεντία του Πάπα Πίου
Γ΄ (μέσω της εγκυκλίου Ad diem illum, 1904) για να γεφυρώσει το
κενό μεταξύ του κειμένου της Αποκαλύψεως και του δόγματος της Μεταστάσεως.
Συνοψίζοντας την αγιογραφική θεμελίωση, το
περιεχόμενο του παπικού Συντάγματος δεν θεμελιώνει σαφώς (expliciter)
τον αποκαλυμμένο χαρακτήρα αυτού του δόγματος μέσα από τη Γραφή.


