Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 6 TOY KEIMENOY “ OI ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ « ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (2016)



(ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Το πλήρες κείμενο του εγγράφου «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου» (Relations of the Orthodox Church with the Rest of the Christian World) είναι διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου:

holycouncil.org/rest-of-christian-world

 

6. Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον μετά των λοιπών χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την συμμετοχήν γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα

Σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα "Ιστορική ονομασία των Εκκλησιών"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_08.html γράψαμε τα εξής: Ο συγγραφέας (επίσκοπος Κύριλλος Κατερέλλος) επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.

Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:

  • Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
  • Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.

Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.

Στη συνέχεια θα επεκτείνουμε την κριτική της παραγράφου 6 σε σχέση με άλλες παραγράφους του ίδιου κειμένου (που ο επίσκοπος αποκρύπτει  επιμελώς να παρουσιάσει) ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ  ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ , προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ».

 

Οι αποφάσεις του Π.Σ.Ε. που αποδέχθηκε η Σύνοδος

1. Η Δήλωση του Τορόντο (1950)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 19):

«Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αι όντες μέλη του Π.Σ.Ε., θεωρούν ως απαράβατον όρον της συμμετοχής αυτών εις το Π.Σ.Ε. τον θεμελιώδη όρον του Συντάγματος αυτού, καθ' ον μέλη αυτού δύνανται να είναι μόνον οι πιστεύοντες εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα κατά τας Γραφάς, και ομολογούντες την Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, κατά το Σύμβολον της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Είναι βαθεία αυτών πεποίθησις ότι αι εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), τιτλοφορουμένης "Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών", είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον συμμετοχήν εις το Συμβούλιον.»

 

 

Τι διδάσκει η Δήλωση του Τορόντο:

  • Αναγνωρίζει ως «Εκκλησίας» τα μέλη του Π.Σ.Ε. (περισσότερα από 345 ομολογίες, εκ των οποίων οι περισσότρες προτεσταντικές).
  • Διδάσκει την θεωρία  των «ατελών Εκκλησιών» , καθ' ην έκαστον μέλος του Π.Σ.Ε. «έχει στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».
  • Διδάσκει την έννοιαν της «ενότητος εν ποικιλία» , ήτις αρνείται την δογματικήν ενότητα.
  • Διακρίνει μεταξύ «Εκκλησίας» (της Ορθοδόξου Εκκλησίας) και «Εκκλησιών» (των αιρετικών), αφαιρούσα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Ομολογεί ότι «οι εκκλησίαι αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (§ 2) — δηλαδή υπάρχει «Εκκλησία του Χριστού» υπέρ τας εκκλησίας-μέλη του Π.Σ.Ε.!
  • Αναγνωρίζει «εκκλησιαστικήν υπόστασιν» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Αποδέχεται το βάπτισμα των αιρετικών ως έγκυρο.

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται τη Δήλωση του Τορόντο ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Τι λέει αυτή η Δήλωση; Ότι το Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών) δεν είναι μια «υπερ-Εκκλησία», αλλά και ότι καμία Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάξει τη δική της εκκλησιολογία (τη διδασκαλία της για την Εκκλησία).

Όμως, η ίδια Δήλωση αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» όλα τα μέλη του Π.Σ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των προτεσταντικών ομολογιών που δεν έχουν ιεροσύνη, δεν έχουν μυστήρια και δεν έχουν αποστολική διαδοχή.

Η Σύνοδος της Κρήτης, με το να αποδεχτεί αυτή τη Δήλωση, έβαλε και επίσημα την «εκκλησιολογία των ατελών Εκκλησιών» μέσα στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

2. Το Κείμενον Λίμα (BEM – Baptism, Eucharist and Ministry, 1982)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 21):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιθυμεί να στηρίξη το έργον της Επιτροπής "Πίστις και Τάξις" και παρακολουθεί με ιδιαιτέραν προσοχήν την θεολογικήν αυτής συμβολήν μέχρι σήμερον. Εκτιμά θετικώς τα υπ' αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα, τα οποία επεξεργάσθησαν με την σημαντικήν συμμετοχήν Ορθοδόξων θεολόγων και αποτελούν επαινετόν βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών. Παρ' όλα ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις επί κεφαλαιωδών ζητημάτων της πίστεως και της τάξεως, διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι απεκλίνησαν από την αληθινήν πίστιν της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.»

 

 

Τι διδάσκει το Κείμενον Λίμα (BEM):

α) Περί Βαπτίσματος (§ 6, 13, 15):

  • «Το κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει, αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος... Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής εργασίας» (§ 6).
  • «Το βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως "επαναβαπτισμός"... αι Εκκλησίαι... θα απέχουν πάσης πρακτικής η οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων Εκκλησιών» (§ 13).
  • «Αι Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού... Η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ. Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (§ 15).

β) Περί Ευχαριστίας (§ 19, 21):

  • «Εάν μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ' αυτών και εις τους λειτουργούς των το δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν ή να προΐστανται αυτής, η καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (§ 19).
  • «Έχομεν τεθή υπό συνεχή κρίσιν... ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (§ 21).

γ) Περί Ιερωσύνης (§ 53, 54):

  • «Διά να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης, το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην» (§ 53).
  • «Ορισμέναι Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας. Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ό,τι αφορά εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (§ 54).

Η κριτική: Εδώ η Σύνοδος αποδέχεται θετικά το Κείμενο της Λίμα (BEM – Βάπτισμα, Ευχαριστία και Ιεροσύνη, 1982), το οποίο:

  • Διδάσκει την αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και αιρετικούς.
  • Προωθεί την κοινή Θεία Κοινωνία (Ευχαριστία) ανάμεσα σε διάφορες «Εκκλησίες».
  • Καταδικάζει την «ομολογιακή εμμονή» (την επιμονή δηλαδή στην ορθόδοξη ομολογία πίστης) ως εμπόδιο για την ενότητα.
  • Αναγνωρίζει «αποστολικό περιεχόμενο» στην ιεροσύνη αιρετικών που δεν έχουν αποστολική διαδοχή.
  • Θεωρεί τη χειροτονία γυναικών ως ένα ζήτημα που δεν αποτελεί «εμπόδιο αποφασιστικού χαρακτήρα».

Η φράση «επαινετό βήμα στην Οικουμενική Κίνηση» σημαίνει ότι η Σύνοδος θεωρεί το κείμενο BEM ως θετική εξέλιξη και όχι ως αίρεση. Οι «επιφυλάξεις» που επικαλείται είναι χωρίς ουσία, επειδή στην πραγματικότητα η αποδοχή είναι πλήρης.

 

3. Η Συνταγματική Βάσις του Π.Σ.Ε.

«Έν των κυριωτέρων σωμάτων εν τη ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Ορισμέναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ήσαν μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Συμβουλίου και ύστερον, πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη. Το Π.Σ.Ε. είναι διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει πάσας τας μη Ορθοδόξους χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας.»

 

 

Η απόφαση της Συνόδου (§ 16):

Η κριτική: Η Σύνοδος αναγνωρίζει το Π.Σ.Ε. ως «διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα» και αποδέχεται την συμμετοχή Ορθοδόξων Εκκλησιών σε  αυτό. Η φράσις «πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη» αποτελεί δικαιολόγηση  της συμμετοχής, άνευ ελέγχου των θεολογικών προϋποθέσεων. Η αποχώρηση των Εκκλησιών Γεωργίας (1997) και Βουλγαρίας (1998) αναφέρεται ως «ιδία γνώμη» αυτών, ενώ αύτη εκφράζει την ορθόδοξη  συνείδηση.


4. Η Εκκλησιολογία της «Ενότητος εν Ποικιλία»

Η απόφαση της Συνόδου (§ 4):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ήτις αδιαλείπτως προσεύχεται "υπέρ της ενώσεως πάντων", αεί καλλιέργησε τον διάλογον μετά των απ' αυτής αλλοτριωθέντων, των μακράν και εγγύς. Εν ιδιαιτέρα, έπαιξε πρωταγωνιστικόν ρόλον εις την σύγχρονον αναζήτησιν οδών και μέσων διά την αποκατάστασιν της ενότητος των πιστευόντων εις τον Χριστόν, και συμμετείχεν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν εξ αρχής, και συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν και περαιτέρω ανάπτυξιν αυτής.»

 

 

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται την Οικουμενική Κίνηση ως θετική εξέλιξη και δικαιολογεί τη συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτήν. Η φράση «συνέβαλε στη διαμόρφωση και την παραπέρα ανάπτυξή της» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαμόρφωσε και προώθησε τον Οικουμενισμό, και όχι ότι απλώς συμμετέχει σε αυτόν.


5. Η Αμοιβαία Αναγνώριση

Η απόφαση της Συνόδου (§ 20):

«Αι προοπτικαί διεξαγωγής θεολογικών διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λοιπού χριστιανικού κόσμου καθορίζονται αεί επί της βάσεως των κανονικών αρχών της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη καθιερωμένης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κανών 7ος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανών 95ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Η κριτική: Παρά την επίκληση των Κανόνων, η Σύνοδος δεν τους εφαρμόζει. Ο 7ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης ορίζουν ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι άκυρα και ότι όσοι προσέρχονται στην Ορθοδοξία πρέπει να αναβαπτίζονται. Η Σύνοδος, αντίθετα, διδάσκει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση», πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει το ζήτημα ανοιχτό.


6. Η Εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην Συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.

Η απόφαση της Συνόδου (§ 17):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιχαίρει διότι εγκρίθη η εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.»

 

 

Τι προέβλεπεν η Εισήγησις:

  • Ομολογιακή  κοινή προσευχή
  • Διομολογιακή  κοινή  προσευχή  

Η κριτική: Αυτές οι πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες προς την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την κανονική τάξη (45ος Κανόνας των Αποστόλων, 10ος Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, 32ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας). Η Σύνοδος «χαίρεται» για την έγκριση προτάσεων οι οποίες καταργούν τους ιερούς Κανόνες.

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΙΚΟ ΒΟΥΛΕΥΜΑ

 


 

 

Πρωτοπρεσβύτερος γγελος γγελακόπουλος

Mr Θεολογίας

Σπετσν 16

185 38 Πειραιεύς

Email : paggelos7@gmail.com

ν Πειραιε 09-07-2026

Πρός τόν

Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραις κ.κ. Σεραφείμ

Φίλωνος 45

185 31 νταθα

Email : impireos@hotmail.com

Τηλ. Κέντρο 210 4514833

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

ν συνεχεί το πό 03-07-2026 πομνήματός μου, κοινοποιηθέντος νομίμως μν ς δείκνυται κ τς π’ ριθμόν 5272Γ/03-07-2026 κθέσεως πιδόσεως το δικαστικο πιμελητο κ. Γεωργίου Πάπαρη, καί τό ποον περιέργως ποκρύπτεται, πανέρχομαι μέ τήν παροσαν μου. Ες τήν κοινοποίησιν το νωτέρω πομνήματός μου, προέβην διά τούς ν ατ ναφερομένους λόγους, τούς ποίους μετά λύπης μου ντιδεοντολογικς, σιωπ, ντιπαρέρχεσθε καί Σς παρακαλ νά λάβετε σοβαρς π’ ψιν.

θεν ναφέρω προσέτι τά κάτωθι :

ΘΕΜΑ :

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΔΙΩΚΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ Ι. Μ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟ : «ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ˙ ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΘΕΣΠΙΣΜΑ» ΚΑΙ «ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ»

Σεβασμιώτατε,

λαβα τήν Δευτέρα 06-07-2026 μέσ στυνομικο ργάνου κόμη δύο γγραφά Σας μέ τίτλο : «πισκοπικόν Δικαστήριον˙ Κλητήριον Θέσπισμα» μέ ριθμ. πρωτ. 540 καί «Παραπεμπτικόν Βούλευμα» μέ ριθμ. πρωτ. 537, μέ τά ποία παναλαμβάνετε τήν δια πιχειρηματολογία καί τίς διες κατηγορίες, πού διετυπώσατε στά δύο γγραφά Σας, τήν «Κανονική δίωξη», πού σκήσατε ναντίον μου, μέ ρ. πρωτ. 491/17-06-2026, καί τήν «Κλήση πρός πολογία» μέ ρ. πρωτ. 4/26-06-2026, μέ τά ποία μέ καλετε νά μφανισθ νώπιον το πισκοπικο Δικαστηρίου τς . Μ. Πειραις τήν Πέμπτη 09 ουλίου 2026 στίς 11 π.μ., γιά νά δικαστ, προσεπιδηλοντες τι σέ περίπτωση πειθείας καί μή μφανίσεώς μου θά δικασθ ρήμην.

π ατν σς γνωρίζω τ κατωτέρω :

1.  πιλογή ποβολς το προαναφερθέντος πομνήματός μου καί το παρόντος γγράφου μου, ντί τς μφανίσεώς μου, οδόλως ποτελε μολογία τς πλήρους νοχς μου, πως σφαλμένως σχυρίζεστε, οτε σέβεια πρός τόν θεσμό καί τά πρόσωπα, λλά πιβεβλημένη προστασία μου πό τ πνεμα τς ντιδικίας καί ντιπαλότητος, τίς ποίες δυστυχς φαίνεται τι χετε υοθετήσει.

2. ποχρεοστε στήν ναστολή τς κδικάσεως νώπιον το πισκοπικο δικαστηρίου ως του πόθεσή μου κδικαστε καί κριθε τουλάχιστον τελεσιδίκως νώπιον το καθ’ λην καί κατά τόπον ρμοδίου δικαστηρίου, τοι το Μονομελος Πλημμελειοδικείου Πειραις, νώπιον το ποίου χει ριστε νά κριθε πόθεση σέ πρτο βαθμό τήν 05η -04-2027.

3. λλως, σέ περίπτωση κδικάσεως νώπιον το πισκοπικο δικαστηρίου τς νω ποθέσεως, παραβιάζονται ο ρχές περί δικαίας δίκης ρθρο 6 ΕΣΔΑ καί τοτο διότι τό ς νω πισκοπικό δικαστήριο, τό ποο θά κδικάσει τήν πό κρίσιν πόθεσή μου, σύμφωνα μέ τό ρθρο 117 παράγραφος 2 το Ν.5383/1932, δέν χει τά χέγγυα τς λειτουργίας νός μιγς ποινικο δικαστηρίου, τά ποία δικαιοται ποιοσδήποτε κατηγορούμενος, ποος τεκμαίρεται θος ως τήν μετάκλητη κδίκαση τς ποθέσεώς του.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Το μεγάλο ψέμα της αντίστασης: Όταν αρνείσαι την ηλεκτρονική ταυτότητα αλλά κρατάς βιομετρικό διαβατήριο, η πλάνη είναι οικτρή

 



Γράφει συν Θεώ ο Νικόλαος Ζώτος


Το ζήτημα της έκδοσης των νέων ηλεκτρονικών Ταυτοτήτων και του Προσωπικού Αριθμού (Π.Α.) απασχολεί έντονα ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βλέπει σε αυτήν την τεχνολογία τον πλέον σοβαρό κίνδυνο. Όταν όμως κάποιος αρνείται αυτά τα έγγραφα, αλλά ταυτόχρονα κατέχει, εκδίδει ή χρησιμοποιεί το νέο βιομετρικό διαβατήριο, περιέρχεται σε μια βαθύτατη πνευματική, λογική και πρακτική αντίφαση. Ακόμη και αν αυτό συμβαίνει χωρίς δόλο, η πλάνη παραμένει υπαρκτή, καθώς η άγνοια του Νόμου του Θεού δεν δικαιολογείται, όπως ακριβώς δεν δικαιολογείται και η άγνοια του ανθρώπινου νόμου

 

1. Οι Κατηγορίες των Αντιδρώντων και η Κοινή Αντίφαση

Η άρνηση απέναντι στο νέο αυτό ψηφιακό καθεστώς δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά ξεκινά από δύο διακριτές αφετηρίες:

● Από τη μία πλευρά, είναι οι Αντιρρησίες Ελληνορθόδοξης Συνείδησης, οι οποίοι αρνούνται συνειδητά την παραλαβή της νέας ηλεκτρονικής Ταυτότητας σε φυσική ή ψηφιακή μορφή, καθώς και του Προσωπικού Αριθμού. Η στάση τους αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βαθιά τους πνευματικότητα και την αγάπη τους προς τον Θεό, για την οποία είναι έτοιμοι να φτάσουν στην άρνηση του Συστήματος ακόμη και μέχρι θανάτου

 ● Από την άλλη πλευρά, είναι όσοι αντιδρούν για προσωπικούς, κοινωνικούς ή ιδεολογικούς λόγους, οι οποίοι, ανεξάρτητα από την Ορθόδοξη Πίστη, αρνούνται κατηγορηματικά για τις δικές τους πεποιθήσεις να ενταχθούν σε αυτό το παγκόσμιο Σύστημα ελέγχου

 Για όλους αυτούς, η καταφυγή στο ηλεκτρονικό Διαβατήριο και/ή στην ηλεκτρονική Άδεια Οδήγησης —και τα δύο νέας γενιάς με Βιομετρικά Δεδομένα και τεχνολογία RFID μικροτσίπ (Radio Frequency Identification = Ταυτοποίηση μέσω Ραδιοσυχνοτήτων)— ως και καλά δήθεν «εναλλακτική λύση», δηλαδή ως εναλλακτικά μέσα εγχώριας ταυτοποίησης και συναλλαγής με το κράτος, συνιστά μια κατάσταση όπου πλανώνται πλάνην οικτρά. Διότι, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «πονηρο δ νθρωποι κα γόητες προκόψουσιν π τ χερον, πλανντες κα πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3, 13)

Έναντι αυτής της αποστολικής ρήσης, πολλοί θα προβάλουν την ένσταση —κινούμενοι από ανθρώπινες αδυναμίες, αλχημείες και εγωιστικές διαθέσεις— ότι οι ίδιοι δεν είναι «πονηροί» και ότι η χρήση του Διαβατηρίου δεν γίνεται από δόλο, αλλά από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της ανάγκης για επιβίωση. Αυτή ακριβώς όμως είναι η λεπτή παγίδα που κάνει και όλη τη διαφορά: ο Πονηρός δεν

παραμένει ταυτόσημη και ισόκυρη και της αυτής ίδιας τεχνολογίας βάσει των Ευρωπαϊκών και Διεθνών Προτύπων Ασφαλείας

 ● Η Ουδετερότητα της Αναγραφής του Π.Α.: Ο Προσωπικός Αριθμός αποτελεί τον απόλυτο ψηφιακό μοναδικό κωδικό ενοποίησης του πολίτη. Είναι το ψηφιακό κλειδί της ηλεκτρονικής Ταυτοποίησης και χωρίς αυτόν δεν μπορεί να λειτουργήσει η παγκόσμια διακυβέρνηση. Είτε, λοιπόν, αυτός ο Αριθμός αναγράφεται εξωτερικά πάνω στην κάρτα της Ταυτότητας για απλή υπενθύμιση του πολίτη,

είτε όχι, η χρήση του γίνεται κανονικά και υποχρεωτικά μέσα από το ηλεκτρονικό σύστημα. Η απουσία της οπτικής αναγραφής δεν αναιρεί την πνευματική και συστημική του ισχύ· το σύστημα τον αναγνωρίζει και τον χρησιμοποιεί σε κάθε συναλλαγή με τις κρατικές υπηρεσίες αρχικά, και μετά από λίγο καιρό κατ’ επέκταση σε κάθε πτυχή της ζωής


4. Η «Εκ Δεξιών Πλάνη» και η Ευθύνη της Άγνοιας 

Στην Ορθόδοξη Πνευματική Παράδοση, η «εκ δεξιών πλάνη» περιγράφει την κατάσταση όπου ο άνθρωπος, ωθούμενος από ζήλο, που στερείται όμως επίγνωσης και διάκρισης, πέφτει μοιραία σε πνευματική παγίδα. Πολλοί από όσους αρνούνται την Ταυτότητα αλλά δέχονται τα σύγχρονα άλλα ηλεκτρονικά έγγραφα ταυτοποίησης ισόκυρα της Ταυτότητας, όπως είναι το Διαβατήριο και η Άδεια Οδήγησης, δεν ενεργούν με δόλο, αλλά από άγνοια των τεχνικών και πνευματικών δεδομένων

Ωστόσο, η άγνοια αυτή δεν αποτελεί δικαιολογία. Αν στην ανθρώπινη δικαιοσύνη η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται, πολύ περισσότερο ο πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός οφείλει να γνωρίζει τον Νόμο του Θεού και να εξετάζει με ακρίβεια τις πράξεις του. Η επιλεκτική αυτή στάση καλλιεργεί μια ψευδίσθηση ασφάλειας, την ώρα που έχει ήδη γίνει συμβιβασμός με το ίδιο σύστημα μέσω μιας άλλης οδού

5. Το Έλλειμμα Πνευματικής Διάκρισης και η Μόλυνση της Συνειδήσεως

Στην πατερική θεολογία, η διάκριση θεωρείται η ανώτερη των αρετών, διότι χωρίς αυτήν ακόμα και ο ζήλος μετατρέπεται σε σκοτισμό του νοός. Όταν ο πιστός εγκλωβίζεται στη λεπτομέρεια ενός χαρτιού (της Ταυτότητας) αλλά εθελοτυφλεί μπροστά στην ουσία (το μικροτσίπ του Διαβατηρίου), αποδεικνύει ότι η αντίστασή του δεν καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά από την ανθρώπινη λογική και τον εγωισμό

Η πνευματική ζωή δεν επιδέχεται «στεγανά». Δεν μπορεί ένα μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου να παραμένει «καθαρό» επειδή κρατά μια παλιά Ταυτότητα, και ένα άλλο μέρος να παραδίδεται στο ψηφιακό σύστημα ελέγχου μέσω του βιομετρικού Διαβατηρίου για χάρη μιας ταξιδιωτικής διευκόλυνσης ή μιας οικονομικής συναλλαγής. Αυτός ο πνευματικός δυϊσμός μολύνει τη συνείδηση του πιστού, ο οποίος χάνει σταδιακά την παρρησία του απέναντι στον Θεό. Η χάρη του Θεού απομακρύνεται από τον άνθρωπο που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αφήνοντάς τον γυμνό και ανυπεράσπιστο απέναντι στις μεθοδείες του Πονηρού, την ίδια ώρα που ο ίδιος αυταπατάται νομίζοντας ότι κάνει «πνευματικό αγώνα»

6. Ο Δόλος, ο Εμπαιγμός και οι Εκπτώσεις στη Σωτηρία

Πέρα όμως από την άγνοια, υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που ενεργούν επί σκοπού και με δόλο. Είναι εκείνοι που πιστεύουν ψευδώς ότι με τέτοιους ελιγμούς και τεχνάσματα θα καταφέρουν να «νικήσουν το Σύστημα», κρατώντας δήθεν την πνευματική τους καθαρότητά ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων μέσω της άρνησης της Ταυτότητας, ενώ την ίδια στιγμή συμβιβάζονται με το Διαβατήριο και/ή την Άδεια Οδήγησης

Σε ζητήματα σωτηριολογικής σημασίας με αιώνιες προεκτάσεις, δεν χωρούν εκπτώσεις και σκοπιμότητες. «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. 6, 7)· ο Κύριος δεν εμπαίζεται, ούτε δέχεται δαιμονικές πρακτικές τύπου λιβελοφόρων και μεσοβέζικες δήθεν λύσεις, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Ο Θεός είναι Ζηλωτής και Ακριβοδίκαιος. Ουδεμία κοινωνία έχει το Φως με το σκοτάδι, ο Χριστός με τον Βελία, το Τραπέζι του Κυρίου με το τραπέζι των δαιμονίων. Το Άγιο Πνεύμα ορίζει διαχρονικά μέσα στην Εκκλησία το «δός αίμα και λάβε Πνεύμα» – η σωτηρία και η πνευματική ελευθερία απαιτούν ολοκληρωτική θυσία και ξεκάθαρη Ομολογία, όχι πονηρούς συμβιβασμούς.

Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα " Ιστορική ονομασία των Εκκλησιών"

 Συνεχίζουμε την παρουσίαση της τέταρτης ενότητας  της εργασίας του επισκόπου Κυρίλου για την Σύνοδο της Κρήτης που  έχει τίτλο :Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ.

(ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

 https://www.imdleo.gr/Synod/meta17/2017-07-03_Abydou-Synodos_Kritis.pdf


ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»

1. Το κείμενο εκκινεί από τη θεμελιώδη δογματική θέση ότι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω  της φύσης, είναι αδύνατον να διασπαστεί ή να αλλοιωθεί.  Στην παράγραφο 1 του συνοδικού κειμένου διακηρύσσεται απερίφραστα η ακλόνητη αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας ότι αποτελεί τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η ιστορική αποκοπή διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μια θλιβερή ιστορική εξέλιξη, η οποία όμως στερείται της δύναμης να πλήξει την ίδια την ενότητα της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να υφίσταται ως ο μοναδικός φορέας της καθολικής αλήθειας.  Για να διατηρηθεί η καθολικότητα —δηλαδή η πληρότητα της πίστης που παραδόθηκε από τον Χριστό και τους Αποστόλους— απαιτείται απόλυτη πιστότητα στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, καθώς και η διαφύλαξη της αποστολικής διαδοχής και της πατερικής διδασκαλίας.

2.  Η αποδοχή του όρου «Εκκλησία» για τις ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. Ρωμαιοκαθολικοί, Λουθηρανοί) γίνεται αποκλειστικά ως αναγνώριση της ιστορικής τους ονομασίας και όχι της δογματικής ή οντολογικής τους υπόστασης.

Το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι η ονομασία αυτή δεν συνεπάγεται την αναγνώριση μυστηρίων ή θείας χάριτος στις κοινότητες αυτές. Κατά την πατερική θεολογία (και τη ρήση του Νικολάου Καβάσιλα), η Εκκλησία «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται», πράγμα που σημαίνει ότι έγκυρα μυστήρια υφίστανται αναμφίβολα μόνο εντός της Ορθοδοξίας.

Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί μοντερνισμό της Συνόδου της Κρήτης. Οι Πατέρες της πρώτης και της δεύτερης χιλιετίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ταράσιος και ο Μάρκος ο Ευγενικός), καθώς και πλήθος συνοδικών εγγράφων των τελευταίων αιώνων (π.χ. οι απαντήσεις των Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848), χρησιμοποιούσαν με ευκολία τον όρο «Δυτική» ή «Ρωμαϊκή Εκκλησία», χωρίς ποτέ να ταυτίζουν το όνομα με την οντολογική πραγματικότητα.

3. Ορισμένοι ιεράρχες και θεολόγοι (όπως ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος και ο πρωτ. Πέτρος Heers) άσκησαν έντονη κριτική, ισχυριζόμενοι ότι η χρήση του όρου «ιστορική ονομασία» χωρίς οντολογικό αντίκρισμα εισάγει έναν επικίνδυνο «εκκλησιολογικό νομιναλισμό» (τη φιλοσοφική θεωρία ότι τα ονόματα είναι κενά νοήματος και δεν αντιστοιχούν σε υπαρκτά πράγματα).

Ο συντάκτης αντικρούει την κατηγορία αυτή, τονίζοντας ότι η γλώσσα της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι εκ φύσεως περιγραφική και συμβατική.  Προκειμένου να αποδομήσει την κριτική, φέρνει ως παράδειγμα τη θεολογική έννοια του «κακού». Οι Άγιοι Πατέρες (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Μάξιμος Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός) ορίζουν το κακό ως «παρυπόσταση» και ως στέρηση (έλλειψη) του αγαθού, δηλαδή ως κάτι που δεν έχει αυτόνομη οντολογική υπόσταση. Παρ' όλα αυτά, η θεολογία χρησιμοποιεί τη λέξη «κακό» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποπίπτει σε «θεολογικό νομιναλισμό».

4. Τα Αυστηρά Κριτήρια Θεολογικού Διαλόγου (Παράγραφος 6)

Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης δεν χαρίζει εκκλησιαστικότητα, αλλά αντίθετα θέτει υπό αυστηρή αίρεση τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Για να αναγνωριστεί οντολογικά μια κοινότητα ως Εκκλησία, απαιτείται η πλήρης και αντικειμενική αποσαφήνιση τεσσάρων θεμελιωδών αξόνων με βάση την κοινή πίστη της πρώτης χιλιετίας. Ο πρώτος άξονας αφορά τα Μυστήρια, όπου απαιτείται επανεξέταση της έννοιας, του αριθμού και του τρόπου τέλεσης των μυστηρίων, με επίκεντρο τη Θεία Ευχαριστία, ενώ σημειώνεται ότι το συνοδικό κείμενο δεν αναγνωρίζει εκ των προτέρων κανένα μυστήριο, ούτε το βάπτισμα, στους ετεροδόξους. Ο δεύτερος άξονας είναι η Περί Χάριτος Διδασκαλία, η οποία εγείρει την απαίτηση για αποδοχή της ορθόδοξης διδασκαλίας περί ακτίστου χάριτος και της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με την περί «κτιστής χάριτος» θεωρία των Ρωμαιοκαθολικών. Ο τρίτος άξονας αφορά την Ιερωσύνη και περιλαμβάνει την εξέταση της δομής της σε σχέση με τη συνοδικότητα, το παπικό πρωτείο και την αυθεντία, καθώς και την απόρριψη σύγχρονων νεοτερισμών, όπως η χειροτονία των γυναικών. Ο τέταρτος άξονας είναι η Αποστολική Διαδοχή, όπου ζητείται η διευκρίνιση του αν απαιτείται απλή διαδοχή τάξεως ή διαδοχή πίστης, ή ορθότερα και τα δύο, για την αναγνώριση εγκυρότητας. Εάν υπάρξει πλήρης δογματική συμφωνία στα παραπάνω σημεία, οι ετερόδοξοι αυτομάτως παύουν να είναι ετερόδοξοι και καθίστανται ομόδοξοι, συνεπώς η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει την υφιστάμενη κατάστασή τους ως εκκλησιαστική.

5.  Η ιστορική εξέλιξη και η διαδοχική αυστηροποίηση των προσυνοδικών κειμένων αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη ιεραρχία θέλησε να αποκλείσει κάθε χαλαρή ερμηνεία:

  1. Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 1986): Το αρχικό κείμενο ανέφερε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την «πραγματικήν ύπαρξιν» όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών.
  2. Ε΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 2015): Υπό τον φόβο παρερμηνειών, η λέξη «πραγματική» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «ιστορική» («αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν»), μετατοπίζοντας το βάρος από το οντολογικό επίπεδο στο καθαρά ιστορικό γεγονός της ύπαρξής τους.
  3. Αγία και Μεγάλη Σύνοδος (Κρήτη, 2016): Στο τελικό, επίσημα εγκριθέν κείμενο, η διατύπωση έγινε ακόμη πιο αυστηρή και περιοριστική: η Εκκλησία πλέον «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» των ετεροδόξων κοινοτήτων, αφαιρώντας ακόμη και τη λέξη «ύπαρξη» για να μην αφεθεί το παραμικρό θεολογικό παράθυρο παρεξήγησης.

6.  Ο συντάκτης καταγγέλλει ορισμένους επικριτές (όπως τον π. Πέτρο Heers) για εσκεμμένη απομόνωση και διαστροφή των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο Πατριάρχης, σε ομιλία του το 2014, τόνισε ρητά ότι η Εκκλησία και η αλήθεια είναι Μία (ο Χριστός), χρησιμοποιώντας τον όρο «Εκκλησίες» για τη Δύση με τον ίδιο ακριβώς συμβατικό τρόπο που τον χρησιμοποιούσαν διαχρονικά οι Πατέρες.

Το κείμενο αναδεικνύει μια τεράστια θεολογική αντίφαση: Ενώ οι επικριτές κατηγορούν το κείμενο της Κρήτης ως «αιρετικό», την ίδια στιγμή αποσιωπούν το επίσημο εκκλησιολογικό κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας («Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων...»).

 Το επίσημο ρωσικό κείμενο περιέχει εξαιρετικά «ανοιχτές» και προβληματικές —για τους παραδοσιακούς— θέσεις, καθώς αναφέρει επί λέξει ότι οι αποσχισθείσες κοινότητες «ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν ως στερημένες πλήρως της χάριτος του Θεού». Παρά τη διακοπή της κοινωνίας, «παραμένει κάποια μη πλήρης κοινωνία» ανάμεσα στους ετεροδόξους και την Ορθοδοξία. Η Ρωσική Εκκλησία «δεν ασκεί κρίση» για το αν έχει παραφθαρεί η εὐλογημένη ζωή στους ετεροδόξους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τελούν έγκυρα μυστήρια.

Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης είναι σαφώς πιο αυστηρό και δογματικά περιχαρακωμένο από το αντίστοιχο του Πατριαρχείου Μόσχας, καθώς στην Κρήτη αποκλείστηκε κάθε έννοια «μη πλήρους κοινωνίας» ή προκαταβολικής αναγνώρισης χάριτος και μυστηρίων εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

------------------------------------------------------------------------------------

Σχολιασμός της ενότητας

Το κείμενο  είναι μια απολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016), και συγκεκριμένα του κειμένου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ως απολογία, επιχειρεί να αντικρούσει την κριτική ότι η Σύνοδος εισήγαγε καινοφανείς εκκλησιολογικές θέσεις.

Αʹ.  Το κείμενο ξεκινά αποδεχόμενο ως αφετηρία τη διατύπωση της Συνόδου ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών. Η κριτική που ασκεί είναι εσωτερική: δεν αμφισβητεί την ορθότητα της ίδιας της διατυπώσεως, αλλά επιχειρεί να αποδείξει ότι αυτή δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση.

Η  ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι: Γιατί αποδεχόμαστε εξαρχής ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να «αποδέχεται» οτιδήποτε σχετικά με τους ετερόδοξους; Η Εκκλησία δεν είναι δημοκρατικό σώμα που διαπραγματεύεται την ταυτότητά της. Η φράση «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» είναι ήδη υποχώρηση: υπονοεί ότι υπάρχει κάτι να αποδεχθείς, κάτι έξω από την Εκκλησία που έχει νόμιμη ύπαρξη και αξιώσεις. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «αποδέχονταν» ονομασίες αιρετικών· τους καθαιρούσαν, τους αναθεμάτιζαν, τους απέκλειαν από την κοινωνία. Όταν ο Άγιος Κύριλλος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, δεν «αποδέχθηκε την ιστορικήν ονομασίαν» της «Εκκλησίας» των Νεστοριανών. Τους αποκάλεσε αιρετικούς και τους απέκλεισε. Η γλώσσα της «αποδοχής» είναι γλώσσα συμβιβασμού, όχι γλώσσα της Αληθείας.

Βʹ.  Ο συγγραφέας επιχειρεί να αντικρούσει την κατηγορία του νομιναλισμού ισχυριζόμενος ότι η Σύνοδος δεν πέφτει σε νομιναλισμό επειδή η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική υπόσταση. Αυτό το επιχείρημα είναι ευφυές, αλλά αυτοκαταστροφικό. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται» να ονομάζει κάποιους «Εκκλησία» χωρίς να τους αναγνωρίζει οντολογική υπόσταση, τότε τι σημαίνει ο όρος «Εκκλησία» όταν τον χρησιμοποιεί η ίδια η Σύνοδος για τον εαυτό της; Αν «Εκκλησία» μπορεί να είναι καθαρή ονομασία χωρίς οντολογική πραγματικότητα, τότε και η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να είναι απλώς «ιστορική ονομασία». Ο συγγραφέας παγιδεύεται σε έναν λογικό κύκλο: για να σώσει τη Σύνοδο από τον νομιναλισμό, υποστηρίζει ότι τα ονόματα δεν δηλώνουν πράγματα — αλλά αυτό ακριβώς είναι ο νομιναλισμός.

Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν γνωρίζει «ονομασία χωρίς ύπαρξη». Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, όχι ετικέτα. Όταν ο Χριστός είπε «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), δεν εννοούσε μια ονομασία που θα μπορούσε να αποδοθεί και σε άλλους. Η Εκκλησία είναι Μία, όχι επειδή έτσι την ονομάζουμε, αλλά επειδή είναι το Σώμα του Ενός Χριστού.

Γʹ.  Ο συγγραφέας επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.

Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:

  1. Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
  2. Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.

Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.

Δʹ. Το κείμενο αφιερώνει μεγάλο μέρος στην ανάλυση της μεταβολής από «ιστορική ύπαρξις» (1986) σε «ιστορική ονομασία» (2016), παρουσιάζοντάς την ως ενίσχυση της ορθοδοξίας της διατυπώσεως. Αυτό είναι παραπλανητικό.

Η μεταβολή από «ύπαρξιν» σε «ονομασίαν» δεν είναι ενίσχυση, αλλά εξασθένηση — και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η «ύπαρξις», έστω και «ιστορική», υπονοεί κάτι πραγματικό. Η «ονομασία» είναι απλώς λέξη. Η Σύνοδος υποχώρησε από μια ήδη προβληματική διατύπωση σε μια ακόμη πιο ασαφή, για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Αυτό δεν είναι θεολογική πρόοδος, αλλά διπλωματική τακτική.

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση. Αλλά αν δεν συνεπάγεται τίποτα οντολογικό, γιατί χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία»; Γιατί όχι «χριστιανικές ομάδες», «αιρετικές συναγωγές», «σχισματικά σώματα»; Η επιλογή του όρου «Εκκλησία» είναι ήδη θεολογική απόφαση, ό,τι και αν ισχυρίζεται ο συγγραφέας.

Εʹ. Το κείμενο αφιερώνει εκτενή ανάλυση στη σύγκριση του κειμένου της Κρήτης με το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας «Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων» (2000). Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει ότι το Πατριαρχείο Μόσχας είναι «χειρότερο» από τη Σύνοδο της Κρήτης, και άρα οι επικριτές της Συνόδου θα έπρεπε πρώτα να καταγγείλουν τη Μόσχα.

Αυτό το επιχείρημα είναι στρατηγικά αποπροσανατολιστικό:

Πρώτον, η κριτική στη Σύνοδο της Κρήτης δεν προϋποθέτει αποδοχή του Πατριαρχείου Μόσχας. Οι πιστοί Ορθόδοξοι καταγγέλλουν και τα δύο, όπου παρεκκλίνουν από την παράδοση. Το γεγονός ότι η Μόσχα αποδέχεται «χάριν εκτός Εκκλησίας» είναι εξίσου αιρετικό με ό,τι αποφάσισε η Κρήτη. Η σύγκριση «ποιος είναι χειρότερος» είναι ανόητη: και τα δύο είναι εκτός παραδόσεως.

Δεύτερον, ο συγγραφέας διαστρεβλώνει το κείμενο της Μόσχας. Το Πατριαρχείο Μόσχας, παρά τα προβλήματά του, διατηρεί τουλάχιστον τη διατύπωση ότι «η σωτηρία αποκτάται μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Η Σύνοδος της Κρήτης δεν τολμά καν αυτή τη σαφή διατύπωση. Αντίθετα, μιλά για «δυναμικήν μαρτυρίαν» και «διάλογον» χωρίς να οριοθετεί θεολογικά το πεδίο.

Τρίτον, ο συγγραφέας κατηγορεί τους επικριτές ότι «σιωπούν» έναντι της Μόσχας. Αυτό είναι ψευδές. Οι επικριτές της Συνόδου της Κρήτης (όπως ο π. Πέτρος Heers, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.λπ.) έχουν επανειλημμένα καταγγείλει και τις θέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας. Η επίκληση της Μόσχας είναι «red herring» — αποπροσανατολισμός από την ουσία.

ΣΤʹ. Το κείμενο αφιερώνει δυσανάλογο χώρο στην επίθεση κατά του π. Πέτρου Heers, κατηγορώντας τον για «διαστροφή» των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αυτή η τακτική είναι αδιάντροπη επίθεση.

Πρώτον, οι λόγοι του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως (2014) είναι δημόσια κείμενα. Ο καθένας μπορεί να τα διαβάσει. Ο Πατριάρχης μίλησε για «καταστάσεις και ομάδες ποικίλες» που «διεκδικούν αυθεντία και αλήθεια», και είπε ότι «αι κατά τόπους Εκκλησίαι οδηγήθησαν εις διάσπασιν». Αυτή η γλώσσα είναι ήδη προβληματική: αναγνωρίζει «Εκκλησίες» που «οδηγήθηκαν εις διάσπασιν», σαν η Μία Εκκλησία να διασπάστηκε σε πολλές. Αυτό είναι σχίσμα στην εκκλησιολογία, όχι απλώς ιστορική περιγραφή.

Δεύτερον, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο Πατριάρχης δεν μίλησε για «πολλαπλές μερικώς αληθινές Εκκλησίες». Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: ο Πατριάρχης μίλησε για «Εκκλησίες» στον πληθυντικό, για «κατά τόπους Εκκλησίες» που αποσχίστηκαν. Αν η Εκκλησία είναι Μία, πώς υπάρχουν «πολλές Εκκλησίες»; Αν η Αλήθεια είναι Μία, πώς «διεκδικούν» πολλές ομάδες την αλήθεια; Η γλώσσα του Πατριάρχη είναι γλώσσα πλουραλισμού, όχι γλώσσα της Μίας Αλήθειας.

Τρίτον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα συμπροσευχηθεί με αιρετικούς, έχει αναγνωρίσει «εκκλησιαστικά στοιχεία» σε μη Ορθοδόξους, και έχει προωθήσει την ιδέα της «διαιρεμένης Εκκλησίας». Αυτά δεν είναι «φαντασίες» του π. Heers, αλλά δημόσιες πράξεις και δηλώσεις.

Ζʹ.  Το κείμενο επαναλαμβάνει ότι η Σύνοδος της Κρήτης δεν αναγνωρίζει «Intercommunio» και ότι η κοινωνία στη Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει κοινή πίστη. Αυτό ακούγεται ορθόδοξο, αλλά είναι αυτοαναιρούμενο. Αν η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει κοινωνία, γιατί αναγνωρίζει «Εκκλησίες»; Η Εκκλησία, κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται». Χωρίς μυστήρια, χωρίς κοινωνία, χωρίς Χριστό, τι είναι η «Εκκλησία»; Ένα κτίριο; Μια ΜΚΟ; Μια ιστορική μνήμη;

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η Σύνοδος θέτει αυστηρά κριτήρια για μελλοντική αναγνώριση: μυστήρια, χάρις, ιερωσύνη, αποστολική διαδοχή. Αλλά αυτά τα κριτήρια είναι ήδη γνωστά — και οι ετερόδοξοι τα απορρίπτουν. Ο παπισμός αρνείται την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, ο προτεσταντισμός αρνείται την ιερωσύνη και τα μυστήρια. Τι ακριβώς «διαλόγου» χρειάζεται; Ο διάλογος με αιρετικούς δεν είναι θεολογική πράξη, αλλά πολιτική. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «διεξήγαγαν διαλόγους» με τους Αρειανούς για να «αποσαφηνίσουν» την Τριάδα. Τους καταδίκασαν.

 

Ηʹ. Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο του κειμένου είναι η αποδοχή της «Οικουμενικής Κινήσεως» ως αναπόφευκτου πλαισίου. Ο συγγραφέας μιλά για «την έναρξη της Οικουμενικής κινήσεως τον εικοστό αιώνα» σαν να πρόκειται για ιστορικό γεγονός που η Εκκλησία οφείλει να αποδεχθεί.

Η Οικουμενική Κίνηση δεν είναι εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά κοσμικό εγχείρημα. Γεννήθηκε από τον προτεσταντισμό, χρηματοδοτήθηκε από μασονικές στοές και πολιτικά κέντρα, και έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας «παγκόσμιας θρησκείας» χωρίς δόγματα. Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε αυτό το εγχείρημα είναι ήδη παρέκκλιση από την παράδοση.

Το κείμενο αναφέρεται με σεβασμό στα «κείμενα της Οικουμενικής Κινήσεως», στις «Προσυνοδικές Διασκέψεις», στα «εγκεκριμένα κείμενα». Αλλά ποιος ενέκρινε αυτά τα κείμενα; Ποιες Σύνοδοι; Ποιοι Άγιοι; Η Γʹ Προσυνοδική Διάσκεψη του 1986 δεν ήταν Σύνοδος, αλλά γραφειοκρατική συνάντηση. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν Οικουμενική Σύνοδος (δεν είχε κανονική σύγκληση, ούτε πλήρη συμμετοχή, ούτε ομοφωνία), και το κείμενο της δεν είναι δεσμευτικό για την Εκκλησία.

Θʹ. Το κείμενο καταλήγει με μια «έκκληση» προς το Πατριρχείο Μόσχας να αναγνωρίσει το κείμενο της Κρήτης «χωρίς περιστροφές και αστερίσκους», για να «διασωθεί το ήθος, η στοιχειώδης σοβαρότητα και εντιμότητα». Αυτή η γλώσσα είναι γλώσσα πολιτικής πίεσης, όχι θεολογικής αλήθειας.

Η Εκκλησία δεν «διασώζει το ήθος» συμβιβαζόμενη με τον κόσμο. Οι Άγιοι Μάρτυρες δεν «διαπραγματεύτηκαν» με τους ειδωλολάτρες για να διατηρήσουν την «εντιμότητα». Η Αλήθεια δεν χρειάζεται διπλωματία — χρειάζεται μάρτυρες.

πηγη.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ .

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου