Εισαγωγικά
Προκειμένου να
κατανοήσουμε το παρακάτω κείμενο του Σέρβου πρωτοπρεσβυτέρου Ljubo Milošević, διακρίνουμε τα επιχειρήματά του σε τρία
επίπεδα: το Εκκλησιολογικό, το Μεθοδολογικό/Κανονικό και το Ιδεολογικό/Γεωπολιτικό.
1.
Εκκλησιολογικό Επίπεδο: Η έννοια της «Συνοδικότητας»
Ο Milošević τοποθετείται ενάντια σε αυτό που αντιλαμβάνεται
ως «κοσμικοποίηση» της Εκκλησίας. Επικρίνει την εισαγωγή κοινοβουλευτικών όρων
στην Εκκλησία. Για τον ίδιο, η Συνοδικότητα δεν είναι «ψηφοφορία» ή «πλειοψηφία»,
αλλά η ΑΠΟΛΥΤΗ ΟΜΟΦΩΝΙΑ που καθρεφτίζει
τη σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδας. Θεωρεί «αίρεση» την προσπάθεια να
εξομοιωθεί η εκκλησιαστική λειτουργία με τη δυτική δημοκρατική διαδικασία.
Ένα κεντρικό
σημείο του κειμένου είναι η διαφωνία για το πώς πρέπει να συγκροτείται μια
Σύνοδος. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η «επισκοποκεντρική» προσέγγιση (όπου
κάθε επίσκοπος είναι φορέας της πληρότητας της Εκκλησίας) παραγκωνίστηκε από το
Φανάρι υπέρ μιας «αντιπροσωπευτικής» λογικής (εκπρόσωποι-επίσκοποι), την οποία
θεωρεί ξένη προς την παράδοση και εργαλείο ελέγχου.
2. Η αποτυχία της «Συναίνεσης»
Ο συγγραφέας
εστιάζει στην «αρχιτεκτονική» της Συνόδου και γιατί αυτή κατέρρευσε.
- Επισημαίνει ότι η προετοιμασία της
Συνόδου είχε βασιστεί στην αρχή του consensus (ομοφωνίας ). Όταν αυτή η αρχή
παραβιάστηκε (λόγω της άρνησης συζήτησης θεμάτων ή της επιβολής
διαδικασιών), η Σύνοδος έπαψε αυτόματα να έχει κανονική ισχύ.
- Η στάση της Αντιοχείας, της Γεωργίας,
της Βουλγαρίας και της Ρωσίας δεν παρουσιάζεται ως απουσία, αλλά ως κανονική
πράξη αυτοπροστασίας. Ο Milošević
υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που οι Εκκλησίες αυτές αρνήθηκαν να
υπογράψουν, η Σύνοδος έχασε τον «Πανορθόδοξο» χαρακτήρα της, μετατρεπόμενη
σε μια περιφερειακή σύναξη.
- Επικρίνει τη στάση των διοργανωτών
που, παρά τις απουσίες, προσπάθησαν να επιβάλλουν την εικόνα μιας
επιτυχημένης Συνόδου. Χαρακτηρίζει αυτή την τακτική ως «ζωή σε άρνηση» (living in denial) και
«επικοινωνιακό ζογκλερισμό» με την αλήθεια.
3. Ιδεολογικό
και Γεωπολιτικό Επίπεδο: Η «σύγκρουση των κόσμων»
Αυτό είναι το
πιο «αιχμηρό» μέρος του κειμένου, όπου ο συγγραφέας συνδέει τη θεολογία με τη
διεθνή πολιτική.Ο Milošević βλέπει τον
οικουμενικό διάλογο όχι ως μαρτυρία πίστης, αλλά ως «συγκρητισμό» που αλλοιώνει
την ορθόδοξη ταυτότητα. Τον χαρακτηρίζει ως «σπόρο διχόνοιας» και υποστηρίζει
ότι η Εκκλησία πρέπει να απομακρυνθεί από αυτόν. Ο συγγραφέας χωρίζει τον
ορθόδοξο κόσμο σε δύο μπλοκ: Το Δυτικό Μπλοκ: Εκκλησίες που, κατά τον ίδιο,
ακολουθούν μια φιλοδυτική/ΝΑΤΟϊκή πολιτική, επηρεάζονται από τον «δυτικό
μεταχριστιανικό τρόπο ζωής» και δέχονται τις επιταγές του «Φαναρίου».
Το Ανατολικό
Μπλοκ (με επικεφαλής τη Ρωσία): Εκκλησίες που επιδιώκουν, κατά τον ίδιο, την
εσωτερική πνευματική και οικονομική ελευθερία, μακριά από την «ιδεολογία της
πνευματικής και οικονομικής υποτέλειας».
Κατηγορεί τις
«ελληνόφωνες» Εκκλησίες ότι διακατέχονται από έναν «ιστορικό φθόνο» και έναν
έντονο εθνοφυλετισμό, ο οποίος τις οδηγεί να αποδέχονται ξένα «dictat» προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση τους
στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι.
Ο Milošević γράφει από μια θέση που υποστηρίζει την αυστηρή
προσκόλληση στην πατερική παράδοση και είναι επιφυλακτική έως εχθρική απέναντι
σε κάθε εκσυγχρονιστική ή συγκεντρωτική τάση μέσα στην Ορθοδοξία.
- Το βασικό του συμπέρασμα: Η Σύνοδος
της Κρήτης δεν ήταν «γεγονός της Εκκλησίας» αλλά «γεγονός ενός εστιασμένου
κύκλου», ο οποίος, προσπαθώντας να επιβληθεί, κατέληξε να αποκαλύψει τις
βαθιές διαιρέσεις που ήδη υπήρχαν στο σώμα της Ορθοδοξίας.
- Το κάλεσμά του: Ζητά την επιστροφή
στην «απλή ευσέβεια» και την ομολογία της αλήθειας, ανεξάρτητα από το
πολιτικό ή εκκλησιαστικό κόστος.
---------------------------------------------------------------------------------------------
Αυτή η πρόσφατη
Σύνοδος εγείρει πολλά ερωτήματα, και οι απαντήσεις σε αυτά προκαλούν σοβαρό
φόβο. Πράγματι, πόσο καλοπροαίρετοι και ειλικρινείς άνθρωποι είμαστε, πρωτίστως
υπεύθυνοι με τον λόγο μας στην υπηρεσία του Λόγου, πόσο σεβόμαστε την
ελευθερία, την αξιοπρέπεια, το κατ' εικόνα Θεού και το πρόσωπο στον πλησίον
μας, σε κάθε μέλος της Εκκλησίας ξεχωριστά, καθώς και στους λειτουργούς της
κατά βαθμό και υπακοή, όταν σε τόσο υψηλό επίπεδο, στο πρόσωπο των εκπροσώπων
των τοπικών Εκκλησιών, γράφουμε μια Εγκύκλιο ή ένα μήνυμα προς το κοινό που
περιέχει μια απλή αυτοάρνηση;
Στο πρώτο άρθρο
του Μηνύματος της Συνόδου της Κρήτης διαβάζουμε τα εξής: «Πρωταρχική
προτεραιότητα της Συνόδου ήταν η διακήρυξη της ενότητας της Ορθόδοξης
Εκκλησίας. Η υπάρχουσα ενότητα, βασισμένη στην Ευχαριστία και την αποστολική
διαδοχή των επισκόπων της, πρέπει να ενισχυθεί και να αποφέρει νέους καρπούς.»
Παρά την ευσεβώς
καλλιεργημένη συνείδηση σεβασμού προς οποιαδήποτε κανονική εκκλησιαστική
σύναξη, είναι δύσκολο να απορρίψουμε την αλήθεια που προβάλλει μπροστά στα
μάτια μας. Στις πρώτες γραμμές αυτού του επίσημου μηνύματος αποκαλύπτεται ένα
φαινόμενο που ολοένα και περισσότερο συναντάται, από το οποίο υποφέρει η
σύγχρονη ανθρωπότητα, το οποίο στην ψυχολογία είναι γνωστό ως «ζωή σε συνειδητή
άρνηση της πραγματικότητας» (living in denial). Στη στάση μας αυτή ασφαλώς επηρεάζει η επιλογή του όρου «πρωταρχική»,
που οφείλει να πείσει για μια «ενότητα», η οποία στην ουσία αυτού του
γεγονότος, αυτής της ανοιχτής διάστασης στην κατανόηση της Συνόδου της Κρήτης,
δεν υπάρχει καθόλου. Ας προσέξουμε τον ίδιο τον όρο «ενότητα», διότι αυτή στην
Ευχαριστία δεν έχει ποσότητα, δεν έχει κάποια αριθμητική αξία ώστε να την
«ενισχύσουμε» ή να την αυξήσουμε, αλλά είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει. Όμως, στη
σύγκληση της Συνόδου «πρωταρχικά» δεν υπήρξε επιθυμία για την ενότητα, την
οποία αντικατέστησε η νομικιστική-σχολαστική αρχή, η οποία δεν την ενισχύει,
αλλά τη δηλητηριάζει και στο τέλος την απορρίπτει. Στις φαντασιακές της
αρμοδιότητες, η ανολοκλήρωτη Σύνοδος της Κρήτης, σε αυτές τις πρώτες της
γραμμές, αναιρεί τον εαυτό της, διότι με την έκφρασή της αποδεικνύει ότι ήταν
μόνο μια Σύνοδος ορισμένων τοπικών Εκκλησιών όπου «συμβουλεύονταν» (και η ίδια
η Εγκύκλιος λέει ότι η Σύνοδος «συμβουλεύει»). Στο περιορισμένο πεδίο της (θα
μου επιτρέψετε να πω και περιορισμένη έκφραση της καθολικής Εκκλησίας),
προσπάθησε να επισημάνει ορισμένα προβλήματα της σημερινής Εκκλησίας. Μια
Σύνοδος που «συμβουλεύει» και δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύει, είναι το παν
άλλο εκτός από αυτό για το οποίο την προετοίμαζαν επί χρόνια, και στο τέλος όλη
αυτή τη δουλειά των προηγούμενων γενεών απλώς την υπονόμευσαν.
Ήδη κατά την
προετοιμασία της, δηλαδή μέχρι τη στιγμή που μάθαμε οριστικά ότι ορισμένες
Εκκλησίες δεν θα συμμετείχαν, είδαμε και ακούσαμε ότι δεν ήταν συνοδικώς
συμφωνημένη, και με ποια κανονική μορφή θα έπρεπε να παρουσιαστεί στην
Εκκλησία; Παραβιάστηκε και ο κανονισμός αυτής της συμφωνημένης εργασίας, η
συναίνεση (consensus), λόγω
της οποίας υπήρξαν ανοιχτές συγκρούσεις κατά την προετοιμασία. Επομένως, η
συναίνεση, δηλαδή η ομοφροσύνη και η ομοψυχία, σε αυτή την περίπτωση ήταν ένας
πολύ σημαντικός παράγοντας της πραγματικής συνοδικότητας, διότι ακριβώς πάνω σε
αυτήν ασκούνταν, δοκιμάζονταν και ελέγχονταν, για να καταλήξει στο τέλος να αποτύχει.
Είναι απλή και
καθαρή αλήθεια ότι η Εκκλησία της Αντιοχείας δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της για
την τελική σύγκληση αυτής της Συνόδου της Κρήτης[1]. Αυτό αποτελεί το πρώτο «de jure» αξεπέραστο εμπόδιο για τη διεξαγωγή της. Το πράττει αυτό βάσει του φυσικού
της δικαιώματος ύπαρξης ως Αυτοκέφαλη Εκκλησία, καθώς και του κεκτημένου
δικαιώματος της αδελφικής συμφωνίας όλων των τοπικών Εκκλησιών – πάνω σε εκείνο
το από κοινού διαμορφωμένο έγγραφο που υπέγραψαν όλοι, το οποίο αναφέρει ότι η
μεθοδολογία της προετοιμασίας και της ίδιας της Συνόδου πρέπει να βασίζεται στη
συναίνεση. Θεολογικά ειπωμένο, στην ομοφροσύνη και την ομοψυχία.
Κατά την
προετοιμασία της σύγκλησης αυτής της Συνόδου, στο πλευρό της Αντιοχείας στάθηκε
και η Εκκλησία της Γεωργίας, η οποία προχώρησε βαθύτερα και έθεσε «θεολογικό
βέτο». Διότι οι ανησυχίες της αφορούν την ίδια τη διδασκαλία της Εκκλησίας, και
αυτό είναι ήδη σοβαρό ζήτημα, καθώς φτάνει στην «κόκκινη γραμμή» πέρα από την
οποία δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς. Αυτή η Εκκλησία, στην απαραβίαστη
ελευθερία της, αρνείται να υπογράψει ένα από τα θέματα το οποίο, παρά αυτό το
κανονικό εμπόδιο, μπαίνει στο τραπέζι της ημερήσιας διάταξης της Συνόδου.
Επομένως, παραβιάστηκε ξανά η υπογεγραμμένη αρχή της συναίνεσης ως οδηγός αυτής
της Συνόδου. Η Εκκλησία της Γεωργίας θέτει ως όρο για τη συνοδικότητα σε αυτή
τη Σύνοδο το ζήτημα «Το Μυστήριο του Γάμου και τα κωλύματα αυτού». Αρνήθηκε
κατηγορηματικά να το συζητήσει με τη μορφή που προσφέρθηκε προς επεξεργασία, το
οποίο χωρίς τη συγκατάθεσή της δεν θα μπορούσε να βρεθεί στην ημερήσια διάταξη.
Τι είδους Σύνοδος και συνοδικότητα είναι αυτή που απορρίπτει τις παρατηρήσεις
επί της διδασκαλίας, όχι κάποιου μεμονωμένου προσώπου, αλλά ολόκληρης της Ιεράς
Συνόδου μιας κανονικής τοπικής Εκκλησίας; Ασφαλώς και αυτό είναι ένα αξεπέραστο
εμπόδιο για τη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης με τη μορφή που είχε σχεδιαστεί.
Για τη Βουλγαρική
Εκκλησία, το μεγαλύτερο πρόβλημα αποτελεί η επιβεβλημένη μεθοδολογία εργασίας
κατά την «τεχνική» προετοιμασία, η οποία περιέχει γι' αυτούς απαράδεκτο
συμβολισμό πρωτοκολλικής διαφοροποίησης του Οικουμενικού Πατριάρχη από τους
άλλους προκαθημένους των Εκκλησιών και την απουσία διάθεσής του, ως
προεδρεύοντος, να ακούσει τις παρατηρήσεις. Ασφαλώς, αξίζει κάθε έπαινο το
γεγονός ότι προβάλλουν και πραγματιστικούς λόγους, κάτι που για εμάς είναι πολύ
ενδιαφέρον, διότι σε τόσο υψηλό επίπεδο αναφέρεται για πρώτη φορά ένα πρόβλημα
που υπάρχει από καιρό, τουλάχιστον στη δική μας Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία.
Πρόκειται για το χρήμα. Ποιος πληρώνει όλα αυτά; Λένε πολύ απλά ότι για μια
τόσο αποτυχημένα οργανωμένη Σύνοδο απλώς δεν έχει νόημα να δαπανάται
εκκλησιαστικό χρήμα. Ιδού, να ειπωθεί κι αυτό μία φορά. Επιπλέον, δήλωσε ότι
δεν επιθυμεί να πάει σε Σύνοδο όπου όλα είναι προαποφασισμένα.
Προσέξτε, εδώ οι
Εκκλησίες από την οικογένεια των υπολοίπων Εκκλησιών ασκούν τα ουσιαστικά
στοιχεία της συνοδικότητάς τους, χωρίς την οποία, στον δεδομένο ιστοριοσοφικό
χρόνο του τρέχοντος Διπτύχου των Εκκλησιών, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί
πανορθόδοξη συνοδικότητα. Εάν αυτές είναι αληθινές Εκκλησίες, δεν έχει σημασία
γιατί δεν δέχτηκαν να συμμετάσχουν, ούτως ή άλλως παραβιάζεται η ευχαριστιακή
και, ασφαλώς, η νομική συνοδικότητα. Η συνοδικότητα δεν ήταν παρούσα στην
Κρήτη, απλώς διότι δεν υπήρξε στο τέλος, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες
υποστηρίζουν πως οι προετοιμασίες ξεκίνησαν συνοδικώς. Είναι αλήθεια ότι
ξεκίνησαν συνοδικώς, αλλά είναι ακόμη πιο αληθές ότι δεν ολοκληρώθηκαν
συνοδικώς, και όλες αυτές οι προσπάθειες παροχής νομιμοποίησης είναι απλώς
αβάσιμες, και ακόμη λιγότερο οι γενικόλογες επικρίσεις που απευθύνονται στις
Εκκλησίες που εξέθεσαν τους λόγους της μη μετάβασής τους στην Κρήτη.
Μόνο αυτά που
αναφέραμε αρκούν για να γίνει κατανοητή η ουσιαστική απουσία συνοδικότητας.
Ακριβώς εδώ σταματά κάθε συζήτηση, όπως και οι διάφοροι σοφιστικοί πειρασμοί
περί ορθόδοξης συνοδικότητας, η οποία προφανώς δεν υπήρξε. Από όσα ειπώθηκαν,
είναι σαφές ότι υπήρχε εμπόδιο για τη σύγκληση αυτής της Συνόδου, το οποίο
δυστυχώς δεν θέλησαν να άρουν, επειδή δεν τους ενδιέφερε η συναίνεση.
Επιστρέφοντας στα
πρώτα λόγια της εν λόγω Εγκυκλίου, γνωρίζουμε ότι η Σύνοδος στην Κρήτη δεν
«διακήρυξε» ούτε εμφάνισε την «ενότητα» της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Απέτυχε στη
βασική δοκιμασία της κανονικής της ύπαρξης σε σχέση με την εκκλησιολογία της
Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η απουσία συνοδικότητας («ενότητας» που, κυριολεκτικά, δεν
υπήρξε) βάθυνε τη δυσπιστία και προκάλεσε ανοιχτές δυσαρέσκειες στην Ορθοδοξία.
Επομένως, χειροτέρεψε την κατάσταση στην Εκκλησία, προκαλώντας της τεράστιες
ζημιές, ιδιαίτερα στη δεκαετή προετοιμασία της για την πιθανή επίλυση
πραγματικών, και όχι φανταστικών, προβλημάτων της σημερινής Εκκλησίας: μεταξύ
των πρώτων ξεχωρίζουν το ημερολογιακό σχίσμα, το ζήτημα του Πασχαλίου της
Φινλανδικής Εκκλησίας και η για την Ορθοδοξία απαράδεκτη μορφή διαλόγου με τους
ετερόδοξους – ο οικουμενιστικός συγκρητισμός. Σύμφωνα με τα λεχθέντα, έπραξε
ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που διατυπώθηκε στα πρώτα λόγια του πρώτου
άρθρου του κειμένου της Κρήτης.
Αυτή η «λειψή»
Σύνοδος, στη στάση της απέναντι στις Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν, απλώς
αλλάζει τις θέσεις περί ορθόδοξης συνοδικότητας. Σε μεγάλο βαθμό διαίρεσε την
Εκκλησία, με τέτοιο τρόπο ώστε απλώς εδραίωσε ακόμη περισσότερο τις σφαίρες
επιρροής στη σημερινή «πολιτικο-ιδεολογικά»[2] διαιρεμένη Ορθοδοξία, οι οποίες
ασφαλώς βρίσκονται υπό την τρέχουσα πίεση των γεωπολιτικών ολοκληρώσεων και
προσδιορισμών σε σχέση με τα ισχυρά συμπτώματα μιας μελλοντικής ορθόδοξης
αυτοκρατορικότητας. Τέσσερα από τα πέντε ορθόδοξα Πατριαρχεία (Πενταρχία), που
προέκυψαν από την ελευθερία και το πνεύμα της όμορφης βυζαντινής χριστιανικής
αυτοκρατορικότητας, απαρνήθηκαν την ίδια. Έλαβαν το κανονικό τους καθεστώς πάνω
σε αυτοκρατορικές αρχές πολιτικής ελευθερίας, η οποία απορρέει από την ορθόδοξη
χριστιανική κρατική υπόσταση, δηλαδή την εμπειρία της εσωτερικής εκκλησιαστικής
και πολιτικής ανεξαρτησίας. Είτε λόγω ιστορικού φθόνου ότι μόνο οι Έλληνες
μπορούν να έχουν Ορθόδοξη αυτοκρατορία και «ηγεσία» στην Εκκλησία (Ορθοδοξία),
είτε λόγω του έντονου εθνοφυλετισμού των ελληνικών εκκλησιών, εκείνες προτιμούν
να δέχονται το «dictat» απ'
έξω, δηλαδή την ιδεολογία της πνευματικής και οικονομικής καταπίεσης, προτιμούν
να επιλέγουν αυτή τη δυτική μεταχριστιανική ιδεολογία ζωής και κοινωνικής
συγκρότησης και σε αυτήν βλέπουν παράλογα το μέλλον της Εκκλησίας. Μαζί με αυτή
την ιδεολογία πηγαίνουν και όλες οι άλλες ηθικές και δεοντολογικές ήττες
μπροστά στο χολιγουντιανό παγκόσμιο εργοστάσιο ψεύτικων εικόνων ανθρώπινης
ευτυχίας και ευημερίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα είναι διαιρεμένη σε σφαίρες
επιρροής των παγκόσμιων δυνάμεων, συγκεκριμένα του ΝΑΤΟ, και χωρών που
επιθυμούν να ζήσουν αυτή τη ζωή με εσωτερική πνευματική και οικονομική
ελευθερία, με επικεφαλής τη μεγάλη Ορθόδοξη χώρα, τη Ρωσία. Στις «λειψές» και
μη ολοκληρωμένες κανονικές μορφές της, η Σύναξη στην Κρήτη διαιρεί και δεν
ενώνει τις τοπικές Εκκλησίες.
Σε αυτή την
ανολοκλήρωτη Πανορθόδοξη Σύνοδο στην Κρήτη, αποκαλύπτεται με τραχύ τρόπο η
απουσία θεολογικής οικοδόμησης της εκκλησιαστικής ενότητας, καθώς και η απουσία
πνευματικής γλώσσας κατά τις συνεδριάσεις της συνόδου. Όλα αυτά θίγουν το ίδιο
το θεολογικό ζήτημα της πανορθοδοξότητας, η οποία παρουσιάζεται με τρόπο μη
ορθόδοξο, φτάνοντας μέχρι την βεβήλωση της οντολογικής ομορφιάς των
εκκλησιαστικών εκφράσεων, καθώς η συνοδικότητα συγκρίνεται αναλογικά με τη
δημοκρατία![3]. Το γεγονός ότι στην περίπτωση της Κρήτης καθοδηγείται από τη
δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αποτελεί διδασκαλία ισάξια με αίρεση σε
σχέση με τη συνοδικότητα της οντολογικής μοναρχίας της Αγίας Τριάδας. Ο
Μητροπολίτης Αντώνιος μας διδάσκει «ότι η Εκκλησία είναι ξένη προς την έννοια
της ενότητας μέσα στην αμαρτωλή διαιρεμένη ανθρωπότητα... ότι η ουσία της δεν
έχει ομοίωμα ενότητας στη γη, όπου δεν υπάρχει καθόλου, παρά μόνο διαιρέσεις,
αλλά στον ουρανό όπου υπάρχει η ενότητα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος»[4].
Εδώ θα ήταν υπερβολή να θυμίσουμε τη «συναίνεση», τον προηγουμένως υπογεγραμμένο κανονισμό εργασίας, διότι δημοσίως, με τραχιά απόκλιση από τον ορθόδοξο όρο της ομοφροσύνης, συμφωνούν σε μια κοσμική εργασία βασισμένη στην εμπειρία διαφόρων πολιτικών ψηφοφοριών και απαρτιών. Αυτό απαιτεί εξήγηση ότι η ορθόδοξη συνοδικότητα δεν είναι ένα δεδομένο από μόνο του (όπως ο παποκεντρισμός στον ρωμαιοκαθολικισμό), και το λιγότερο είναι μια εξωτερική αυτο-εφαρμογή με την έννοια «έξω από την έκφραση της ομοφροσύνης», ούτε είναι καταναγκασμός από κάποιους ξένους, άγνωστους στην Εκκλησία παράγοντες, ή από κάποιες ελιτίστικες ομάδες εντός της. Τι είναι η συνοδικότητα; Είναι μια ενεργός και δυναμική πραγματικότητα της ζωντανής εκκλησιαστικής κοινωνίας και ομοφροσύνης, όπως ακριβώς και η Λειτουργία είναι ζωντανή, ενεργός, δυναμική, πραγματική. Παρούσα εδώ και τώρα στις καθορισμένες της «αρμοδιότητες»: τοπικό επίπεδο, επαρχιακό και πανορθόδοξο! Δημιουργείται η εντύπωση ότι για τους συντάκτες αυτού του Μηνύματος, η συνοδικότητα φαίνεται να πηγάζει από κάποιο «μεταλλαγμένο δόγμα». Σαν να είναι παρούσα στην Εκκλησία από μόνη της, η οποία παθητικά σιωπά και περιμένει τη στιγμή της στην πορεία της ιστορίας της Εκκλησίας, την οποία κατά καιρούς μπορούν να κινήσουν ελίτ ή οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που δεν χρειάζονται όλες τις Εκκλησίες της Ορθοδοξίας (όπως τώρα στην Κρήτη), ανεξάρτητα από τη μορφή της συνοδικής παρουσίας – αυτοκέφαλη-αντιπροσωπευτική (συμβουλιακή, όπως σε αυτή την περίπτωση, ασφαλώς εκκλησιολογικά λανθασμένη) ή επισκοπική. Γι' αυτό οι συμμετέχοντες σε αυτή τη Σύναξη φαίνεται να συμβουλεύουν ότι μια ορθόδοξη Σύνοδος μπορεί να πραγματοποιηθεί ελλείψει της ουσίας της – της συνοδικότητας; Πρέπει να εξηγηθεί ότι δεν υπάρχει παθητική συνοδικότητα του «κέντρου», την οποία αυτό κατά καιρούς κινεί, αλλά το «Κέντρο» οικοδομείται (πραγματοποιείται) με τη σύναξη των επισκόπων και την ομολογία. Σε εμάς δεν υπάρχει πάπας που θα ήταν το κέντρο της καθολικής συνοδικότητας. Ο μηχανισμός οικοδόμησης της πανορθόδοξης συνοδικότητας είναι η απόκριση και η παρουσία όλων των Εκκλησιών της Οικουμένης, και αυτό είναι αξίωμα της ορθόδοξης συνοδικότητας. Αν δεν υπάρχει συμφωνία, τότε δεν υπάρχει ούτε συνοδικότητα, ούτε ενότητα, και το λιγότερο οι καλοί καρποί που αναφέρει η Εγκύκλιος.


