ΜΕΡΟΣ Β
ΕΝΟΤΗΤΑ 5: ΤΟ
ΑΡΘΡΟ 18 ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και εξής, τα μείζονα ζητήματα
σχετικά με την πίστη και την κανονική τάξη στη Εκκλησία συζητήθηκαν και
επιλύθηκαν από τις οικουμενικές συνόδους. Αν και ο επίσκοπος της Ρώμης δεν
ήταν προσωπικά παρών σε καμία από αυτές τις συνόδους, σε κάθε περίπτωση είτε
εκπροσωπείτο από τους λεγάτους του είτε συμφωνούσε με τα συμπεράσματα της
συνόδου εκ των υστέρων. Η κατανόηση της Εκκλησίας για τα κριτήρια υποδοχής
μιας συνόδου ως οικουμενικής αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης
χιλιετίας. Η υποδοχή από την Εκκλησία στο σύνολό της υπήρξε πάντοτε το ύψιστο
κριτήριο για την οικουμενικότητα μιας συνόδου». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το
κείμενο αναφέρει ότι ο επίσκοπος Ρώμης δεν ήταν παρών στις Οικουμενικές
Συνόδους, αλλά παραλείπει να πει ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι καταδίκασαν πολλές
από τις πλάνες που αργότερα υιοθέτησε η Ρώμη. Για παράδειγμα, η Ζ΄ Οικουμενική
Σύνοδος καταδίκασε τις προσθήκες στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά το κείμενο του
Κέιτι αποφεύγει να αναφερθεί σε αυτό. Επίσης, το κείμενο παρουσιάζει την
υποδοχή της συνόδου από την Εκκλησία ως το ύψιστο κριτήριο, αλλά δεν
διευκρινίζει ότι η υποδοχή πρέπει να βασίζεται στην ομολογία της αληθούς
πίστεως. Αυτή η παράλειψη δημιουργεί μια ψευδή εικόνα της ιστορίας.
ΕΝΟΤΗΤΑ 6: ΤΟ
ΑΡΘΡΟ 19 ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Κατά τους αιώνες, έγιναν πολλές εφέσεις προς τον επίσκοπο της Ρώμης, επίσης
από την Ανατολή, σε πειθαρχικά ζητήματα, όπως η καθαίρεση ενός επισκόπου.
Έγινε μια προσπάθεια στη Σύνοδο της Σαρδικής να καθιερωθούν κανόνες για μια
τέτοια διαδικασία. Οι κανόνες της Σαρδικής καθόρισαν ότι ένας επίσκοπος που
είχε καταδικαστεί μπορούσε να προσφύγει στον επίσκοπο της Ρώμης, και ότι ο
τελευταίος, αν το έκρινε σκόπιμο, μπορούσε να διατάξει νέα δίκη. Οι εφέσεις
σε πειθαρχικά ζητήματα έγιναν επίσης προς τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης και
προς άλλους θρόνους. Τέτοιες εφέσεις προς τους μείζονες θρόνους
αντιμετωπίζονταν πάντοτε με συνοδικό τρόπο. Οι εφέσεις προς τον επίσκοπο της
Ρώμης από την Ανατολή εξέφραζαν την κοινωνία της Εκκλησίας, αλλά ο επίσκοπος
της Ρώμης δεν άσκησε κανονική εξουσία επί των Εκκλησιών της Ανατολής». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το άρθρο
αυτό είναι σωστό όταν λέει ότι ο επίσκοπος Ρώμης δεν άσκησε κανονική εξουσία
επί των Εκκλησιών της Ανατολής. Το πρόβλημα είναι ότι το κείμενο αφήνει να
εννοηθεί ότι οι εφέσεις ήταν κάτι το κανονικό και αποδεκτό, ενώ στην
πραγματικότητα ήταν εξαιρέσεις και όχι κανόνας. Επίσης, το κείμενο δεν αναφέρει
ότι οι κανόνες της Σαρδικής δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί από την Ανατολή ως
οικουμενικοί. Η Σύνοδος εν Τρούλλω δέχτηκε τους κανόνες της Σαρδικής, αλλά με
επιφυλάξεις. Το κείμενο παρουσιάζει μια εικόνα που ευνοεί τη Ρώμη, χωρίς να
διευκρινίζει ότι η Ανατολή ποτέ δεν αποδέχτηκε το δικαίωμα εφέσεως ως κανονική
αρχή.
ΕΝΟΤΗΤΑ 7: ΤΑ
ΑΡΘΡΑ 20 ΚΑΙ 21 ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 20: «Καθόλη την πρώτη χιλιετία, η Εκκλησία στην Ανατολή και τη Δύση
ήταν ενωμένη στη διαφύλαξη της αποστολικής πίστεως, στη διατήρηση της
αποστολικής διαδοχής των επισκόπων, στην ανάπτυξη δομών συνοδικότητας
αδιαχώριστα συνδεδεμένων με το πρωτείο, και στην κατανόηση της εξουσίας ως
υπηρεσίας αγάπης. Αν και η ενότητα της Ανατολής και της Δύσης ταράχτηκε κατά
καιρούς, οι επίσκοποι της Ανατολής και της Δύσης ήταν συνειδητοί ότι ανήκαν
στην μία Εκκλησία». ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 21: «Αυτή η κοινή κληρονομιά θεολογικών αρχών, κανονικών διατάξεων και
λειτουργικών πρακτικών από την πρώτη χιλιετία αποτελεί ένα αναγκαίο σημείο
αναφοράς και μια ισχυρή πηγή έμπνευσης για τους Καθολικούς και τους
Ορθοδόξους καθώς αναζητούν να γιατρέψουν το τραύμα του χωρισμού τους στην
αρχή της τρίτης χιλιετίας. Με βάση αυτή την κοινή κληρονομιά, και οι δύο
πρέπει να εξετάσουν πώς το πρωτείο, η συνοδικότητα και η αλληλένδετη σχέση
τους μπορούν να εννοηθούν και να ασκηθούν σήμερα και στο μέλλον». |
ΣΧΟΛΙΟ: Τα άρθρα αυτά παρουσιάζουν την πρώτη χιλιετία σαν μια περίοδο όπου Ανατολή και Δύση ήταν ενωμένες, αλλά παραλείπουν να πουν ότι αυτή η ενότητα χάλασε εξαιτίας αιρετικών διδασκαλιών. Το κείμενο λέει ότι η ενότητα «ταράχτηκε κατά καιρούς», σαν να ήταν απλά μια προσωρινή δυσκολία και όχι ένα σχίσμα που οφειλόταν σε αίρεση. Επίσης, το κείμενο παρουσιάζει το κοινό παρελθόν ως «ισχυρή πηγή έμπνευσης» για την ένωση, αλλά δεν λέει ότι η ένωση μπορεί να γίνει μόνο αν οι Παπικοί απορρίψουν τις αιρέσεις τους. Το κείμενο του Κέιτι, όπως και η Σύνοδος της Κρήτης, χρησιμοποιεί διφορούμενη γλώσσα που επιτρέπει πολλές ερμηνείες και οδηγεί σε μια συμφιλίωση που δεν βασίζεται στην αλήθεια της πίστεως.



