
Η παρουσία των Ελλήνων στον Πόντο πανάρχαια χάνεται
στους μυθικούς χρόνους και τους θρύλους της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ο Φρίξος,
γιος της Νεφέλης και του βασιλέως του Ορχομενού οδηγείται στον τόπο της θυσίας,
όμως ένα χρυσόμαλλο κριάρι σταλμένο από τον Δία κατέρχεται από τον ουρανό, ο
Φρίξος και η αδελφή του Έλλη ανεβαίνουν στην ράχη του και φεύγουν πετώντας για
την Ανατολή. Πάνω από την θάλασσα η Έλλη ζαλίζεται, πέφτει και πνίγεται. Η
θαλάσσια περιοχή που πνίγηκε η Έλλη ονομάσθηκε Ελλήσποντος, δηλ. πόντος
(=θάλασσα) της Έλλης. Ο Φρίξος συνέχισε το ταξίδι του στον Εύξεινο Πόντο
φθάνοντας στην Κολχίδα. Εκεί θυσίασε το κριάρι στον Δία και χάρισε το δέρμα του
ζώου (χρυσόμαλλο δέρας) στον βασιλιά Αιήτη. Αργότερα, ο Ιάσονας, γιος του
βασιλέως της Ιωλκού Πελία, ξεκινά για την μακρυνή Κολχίδα με στόχο να φέρει
πίσω το χρυσόμαλλο δέρας και να κερδίσει τον θρόνο της Ιωλκού. Έτσι οργανώνεται
μία εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν φημισμένοι ήρωες και βασιλείς της
Ελλάδος, όπως ο Ηρακλής, Πυλέας, Θησέας, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο
Λαέρτης πατέρας του Οδυσσέως κ.ά. Οι ήρωες αυτοί ταξιδεύουν με το πλοίο Αργώ
(εξ ού και η ονομασία Αργοναύτες) και φθάνουν στην Κολχίδα μετά από πολλές
περιπέτειες. Ο Ιάσων εκτελεί τους άθλους και με την βοήθεια της κόρης του Αιήτη
Μήδειας θα πάρει το χρυσόμαλλο δέρας και την ίδια. Οι μύθοι αυτοί εμπεριέχουν
τις πρώτες ιστορικές αναφορές για το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την περιοχή,
τις στρατιωτικές και εμπορικές τους βλέψεις. Οι Έλληνες ονόμασαν τα αφιλόξενα
νερά του Άξενου Πόντου σε Εύξεινο, δηλ. φιλόξενο, Πόντο. Και πράγματι, με την
εγκατάσταση των Ελλήνων αποικιστών η περιοχή μεταβλήθηκε σε φιλόξενο
Οι πρώτες ελληνικές αποικίες στον Πόντο και την
Μαύρη Θάλασσα χρονολογούνται στα 800 π.Χ. Με την κάθοδο των Δωριέων στην
Ελλάδα, άλλα ελληνικά φύλα, οι Αχαιοί και οι Ίωνες, μεταναστεύουν σε διάφορες
περιοχές. Ιδρύονται πόλεις, όπως η Ηράκλεια, η Σινώπη, τα Κοτύωρα, η
Κερασούντα, η Τραπεζούντα, η Αμισσός (Σαμψούντα), η Φάσις, το Παντικάπαιον, η
Ολβία, η Οδησσός κ.ά. Η περιοχή είχε μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον για τους
Έλληνες, καθώς ήταν πηγή χρυσού, αργύρου, σιδήρου, χαλκού, ξυλείας, μαλλιού,
και σιτηρών. Ο Πόντος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της αρχαίας Ελλάδος και όποιος
ήλεγχε την περιοχή και τα Στενά, είχε κυρίαρχη θέση στα ελληνικά πράγματα. Οι
άποικοι του Πόντου διατηρούσαν τους πολιτιστικούς δεσμούς με την μητροπολιτική
Ελλάδα, και ανέπτυξαν επαφές και ανταλλαγές με τους γηγενείς, όπως οι Χάλυβες,
Χαλδαίοι, Σκυθηνοί, στους οποίους μετέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό. Όλες αυτές
οι ελληνικές πόλεις και οι γηγενείς λαοί είχαν επαφές και συναλλαγές, δεν
απέκτησαν όμως πολιτική ενότητα.
Στους κλασσικούς χρόνους ο Πόντος συνδέθηκε με την
Κάθοδο των Μυρίων. Ο ιστορικός Ξενοφών μας περιγράφει την δύσκολη πορεία της
επιστροφής των Ελλήνων, που πολέμησαν στο πλευρό του Κύρου, μέσα από τα βουνά
του Κουδιστάν και της Δυτικής Αρμενίας, για να φθάσουν στον Φάση ποταμό και στα
παράλια του Πόντου, και να αναφωνήσουν το περίφημο «θάλαττα! θάλαττα!!!»
(400/399 π.Χ.). Οι ελληνικές πόλεις του Πόντου δέχθηκαν τους Μυρίους, του
έδωσαν τρόφιμα και πλοία για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ο Πόντος αποτελούσε περσική
σατραπεία, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους ιδρύθηκε το βασίλειον του Πόντου από
τον Μιθριδάτη Α' (337-302 π.Χ.). Το κράτος του Πόντου υπό τους Μιθριδάτες
ευνόησε την διάδοση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού, και την επαφή των
Ελλήνων και των γηγενών, ώστε να δημιουργηθεί ένα συμπαγές κράτος. Στους
ρωμαϊκούς χρόνους οι Μιθριδάτες πολέμησαν κατά της ρωμαϊκής απειλής, και
μάλιστα ο Μιθριδάτης ο Ευπάτωρ επεξέτεινε την κυριαρχία του κράτους του στην
Γαλατεία, Μ. Ασία, Καππαδοκία, στο Αιγαίο. Το 88 π.Χ. ο Μιθριδάτης θα διατάξει
γενική σφαγή των Ρωμαίων της Μ. Ασίας και θα περάσει απέναντι στην Αθήνα, όπου
θα αναζητήσει συμμάχους τις ελληνικές πόλεις στην εκστρατεία του κατά της
Ρώμης. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας σε επάλληλες μάχες κατατρόπωσε τα στρατεύματα
του Μιθριδάτη. Ακολούθησαν άλλοι δύο μιθριδατικοί πόλεμοι κατά της Ρώμης, ώσπου
ο Πομπήιος νίκησε κατά κράτος τον Μιθριδάτη. Με τον θάνατο του Μιθριδάτη
καταλύεται το βασίλειο του Πόντου και καθίσταται ρωμαϊκή επαρχία.
Στους χρόνους του Διοκλητιανού ο Πόντος διαιρείται
σε τρεις επαρχίες, 1) τον Διόσποντο (που αργότερα ο Μ. Κων/νος προς χάριν της
μητέρας του Ελένης, μετωνόμασε σε Ελενόποντο), με πρωτεύουσα την Αμάσεια, και
πόλεις όπως Ευχάιτα, Ζήλα, Λεοντόπολη, Σινώπη, Αμισό, 2) τον Πόντο Πολεμωνιακό
(περιοχή Ανατολικού Πόντου), με πρωτεύουσα την Νεοκαισάρεια, και πόλεις όπως
Κόμανα, Πολεμώνιο, Κερασούντα, Τραπεζούντα, 3) την Μικρά Αρμενία, με πρωτεύουσα
την Σεβάστεια, και πόλεις όπως Κολωνία, Σάταλα, Σεβαστόπολη. Η διοικητική αυτή
διαίρεση θα διατηρηθεί ως τα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αι.), που διαιρεί την
αυτοκρατορία σε μεγάλες διοικητικές περιφέρειες (θέματα). Οι βυζαντινοί
αυτοκράτορες απέδιδαν μεγάλη σημασία στρατηγική στον Πόντο, καθώς ευρίσκονταν
στα ανατολικά σύνορα του κράτους και αποτελούσε το ανάχωμα κάθε εχθρικής εξ
ανατολών επιδρομής (Περσών, Αράβων, Τούρκων) Οι πόλεις του Πόντου οχυρώνονται
με τείχη. Περίφημα είναι τα τείχη της Τραπεζούντας που χτίζονται με εντολή του
Ιουστινιανού. Με τους αγώνες υπεράσπισης των συνόρων της αυτοκρατορίας («των
άκρων») συνδέονται οι περίφημοι ακρίτες, τα πολεμικά κατορθώματα των οποίων
απετέλεσαν πηγή υπερηφάνειας και έμπνευσης των ακριτικών τραγουδιών. Μεγάλο
μέρος των ακριτικών τραγουδιών συνδέονται με την περιοχή του Πόντου. Επί
Ιουστινιανού και στους επομένους χρόνους θα ακμάσουν πόλεις του Πόντου ως
διοικητικά, εκκλησιαστικά, στρατιωτικά και εμπορικά κέντρα. Η Τραπεζούντα,
πρωτεύουσα του θέματος της Χαλδίας (που κάλυπτε εδαφικά το μεγαλύτερο μέρος του
Πόντου), η Κερασούντα, η Τρίπολη, τα Κοτύωρα, η Σινώπη, η Νικόπολη, η Αμισός
(Σαμψούντα), η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, είναι μερικές από τις σημαντικότερες
πόλεις του Πόντου την βυζαντινή εποχή.
Ο χριστιανισμός θα διαδοθεί από πολύ νωρίς στον
Πόντο. Πρώτος κήρυκας του Ευαγγελίου στην περιοχή του Πόντου φέρεται ο
Απόστολος Ανδρέας. Στα χρόνια των φοβερών διωγμών του Διοκλητιανού και του
Μαξιμιανού, ο ποντιακός χριστιανισμός προσέφερε στην Εκκλησία πλήθος μαρτύρων
της πίστεως, με γνωστότερους τον Άγιο Ευγένιο (πολιούχο της Τραπεζούντας) και
τους Αγίους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβαστείας. Με την αναγνώριση του
χριστιανισμού ως επισήμου θρησκείας του κράτους από τον Μ. Κων/νο, η Εκκλησία
μπορεί ανεμπόδιστα να οργανωθεί και να αναπτυχθεί. Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο
της Νικαίας (325) από την περιοχή του Πόντου μετέχουν οι επίσκοποι
Τραπεζούντος, Αμασείας, Κομάνων, Ζήλων, Νεοκαισαρείας, Πιτυούντος. Τα βουνά του
Πόντου προσφέρουν τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του μοναχισμού. Στον
Πόντο μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Περίφημα μοναστήρια,
κέντρα θρησκευτικής και πνευματικής ζωής ιδρύονται, μεταξύ αυτών της Παναγίας
Σουμελά, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, γνωστού και ως Μονή Βαζελώνος, της
Παναγίας Γουμερά, του Αγ. Γεωργίου Περιστερεώτου κ.ά. Η περιοχή του Πόντου
ανέδειξε μεγάλες πατερικές μορφές της Εκκλησίας, όπως ο Γρηγόριος Νεοκαισαρείας
και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ιδρυτής του Αγιορείτου Μοναχισμού, που
γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930. Οι επίσκοποι του Πόντου είχαν σημαντική
ανάμειξη στα εκκλησιαστικά ζητήματα καθ' όλην την βυζαντινή περίοδο. Ιδίως ο
εκάστοτε επίσκοπος Τραπεζούντος απέκτησε κύρος, ώστε συχνά να προεδρεύει
Συνόδων ακόμη και Οικουμενικών, όπως λ.χ. ο Τραπεζούντος Θεόδωρος στην Σύνοδο
της Κων/πόλεως το 680 ή ο Τραπεζούντος Χριστόφορος στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο
(787). Ο επίσκοπος Νήφων προήδρευσε της Συνόδου του 1351 που κατεδίκασε τον
Βαρλαάμ και τους οπαδούς του και δικαίωσε την ησυχαστική διδασκαλία του
Γρηγορίου του Παλαμά. Ο Τραπεζούντος Δωρόθεος είχε ρόλο στην Σύνοδο
Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ακόμη και ως Πρόεδρος αυτής.
Την ακτινοβολία του ποντιακού χριστιανισμού και την
σημαντική του προσφορά στην Εκκλησία μαρτυρούν οι περίφημες μονές και οι
αναρίθμητοι περικαλλείς ναοί που κόσμησαν και καθαγίασαν την περιοχή του
Πόντου. Ιδίως η Τραπεζούντα μπορούσε να καυχηθεί για τους μεγαλοπρεπείς ναούς
της. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Τραπεζούντος ήταν η Παναγία η Χρυσοκέφαλη
(ωνομάσθηκε έτσι διότι η εικόνα της Παναγίας είχε την κεφαλή Της από χρυσές
ψηφίδες). Σε αυτόν γίνονταν οι στέψεις οι γάμοι, βαπτίσεις, κηδείες
αυτοκρατόρων, ενθρονίσεις Μητροπολιτών, επίσημες δοξολογίες για νίκες κατά των
βαρβάρων. Άλλος μεγαλοπρεπής ναός ήταν αυτός του πολιούχου Αγίου Ευγενίου. Η
μορφή του Αγίου ήταν χαραγμένη στα νομίσματα της Τραπεζούντος, στον ναό του Αγ.
Ευγενίου κατέφευγαν οι Τραπεζούντιοι για να ζητήσουν την προστασία του.
Μάλιστα, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος, επειδή θεώρησε σημαντική
την βοήθεια του Αγίου στην νίκη του κατά των Βουλγάρων, ήρθε προσκυνητής στον
ναό του Αγ. Ευγενίου στην Τραπεζούντα. Φημισμένη επίσης για την ομορφιά και τις
σπουδαίες τοιχογραφίες της ήταν ο ναός της Αγίας Σοφίας, έξω από τα τείχη της
πόλεως, που άρχισε να κτίζεται γύρω στα 1204.
Η περίφημη Μονή της Παναγίας Σουμελά, στο όρος Μελά,
απετέλεσε για αιώνες το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού, με
πνευματική αλλά και οικονομική επιρροή, καθώς τα προνόμια των Πατριαρχών, των
αυτοκρατόρων και των σουλτάνων, της επέτρεψαν να διατηρεί μετόχια και κτήματα,
εργαστήρια, νερόμυλους, αποθήκες. Οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, με την
καθοδήγηση της Παναγίας, ξεκίνησαν από την Αθήνα για να φθάσουν στον ορεινό
Πόντο, και στο όρος Μελά να ιδρύσουν το μοναστήρι, με την θαυματουργό εικόνα
της Παναγίας και το Αγίασμα, που αποτελούσαν πόλο έλξης προσκυνητών, χριστιανών
και μουσουλμάνων που ευλαβούντο την Παναγία, ως τις μέρες μας ακόμη, παρ' ότι η
Μονή είναι ερειπωμένη και εγκαταλελειμμένη από το 1922. Αυτοκρατορικά
χρυσόβουλα, πατριαρχικά σιγίλλια, σουλτανικά φιρμάνια περιγράφουν τα κτήματα
και εξαρτήματα της Μονής, ως και τα προνόμιά της. Μεγάλος δωρητής της Μονής
υπήρξε ο Αλέξιος Γ' Κομνηνός, της δυναστείας των Κομνηνών της Τραπεζούντος, που
βασίλευσε μεταξύ 1349-1390, που ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής και μερίμνησε
για την αγιογράφηση. Στην θύρα της Μονής σώζεται η κτιτορική επιγραφή του
Αλεξίου Γ'. Αλλά και οι σουλτάνοι σεβάστηκαν τα προνόμια και τις απαλλαγές που
είχε η Μονή, κάτι που της επέτρεψε να διατηρήσει την αίγλη και την θρησκευτική
της επιρροή καθ' όλα τα δύσκολα χρόνια της οθωμανοκρατίας. Μητέρες σουλτάνων,
όπως του Σελήμ και του Βαγιαζίτ Β' (15ος αι.) ευλαβούνταν την Παναγία, και
μεσολαβούσαν στους σουλτάνους για την παραχώρηση προνομίων και την προστασία
της Μονής. Το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού έσβησε το 1923, όταν
οι τελευταίοι μοναχοί το εγκατέλειψαν για να σωθούν. Τα πολύτιμα χειρόγραφα και
βιβλία της Μονής μεταφέρθηκαν από τους Τούρκους στο Μουσείο της Άγκυρας. Την
καταστροφή και την ερήμωση ολοκλήρωσε η πυρκαγιά του 1930. Ωστόσο, ακόμη και
σήμερα κάτοικοι της περιοχής, αλλά και Έλληνες από την Ελλάδα πηγαίνουν
προσκυνητές στην ερειπωμένη Μονή.
Η Παναγία Σουμελά βρήκε νέο καταφύγιο στο όρος
Βέρμιο της Βεροίας, όπου ιδρύθηκε η Νέα Μονή που φιλοξενεί την θαυματουργό
εικόνα της Παναγίας, το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον Σταυρό με Τίμιο
Ξύλο, αφιέρωμα των αυτοκρατόρων Κομνηνών, που μετέφερε στην Ελλάδα το 1930 ο
μοναχός Αμβρόσιος Σουμελιώτης με την άδεια του Τούρκου πρωθυπουργού Ισμέτ
Ινονού. Έτσι ο ποντιακός και απανταχού ελληνισμός απέκτησε νέο θρησκευτικό
κέντρο στην Μακεδονία, με την νέα Μονή της Παναγίας Σουμελά.
Οι Έλληνες του Πόντου για 3000 χρόνια πέτυχαν να
διατηρήσουν τον ελληνικό τους χαρακτήρα, την γλώσσα τους, και μάλιστα έως και
σήμερα η ποντιακή διάλεκτος διατηρεί πολλά στοιχεία της αρχαίας ιωνικής
διαλέκτου στην προφορά και στο λεξιλόγιο, και να καλλιεργήσουν τα γράμματα, τις
τέχνες και τον πολιτισμό. Από τους αρχαίους χρόνους ξεχωρίζει η μορφή του
γεωγράφου Στράβωνος, που καταγόταν από τον Πόντο. Στους βυζαντινούς χρόνους ο
Πόντος αναδεικνύει λογίους, επιστήμονες, εκκλησιαστικούς άνδρες, όπως λ.χ. ο Πατριάρχης
Ιωάννης Ξιφιλίνος, γνωστός νομομαθής και καθηγητής της νομικής στην Κων/πολη, ο
Βησσαρίων, επίσκοπος Νικαίας και καρδινάλιος στην Ρώμη, μία μορφή του ύστερου
Βυζαντίου και της πρώιμης ευρωπαϊκής αναγεννήσεως, που πολλά συνεισέφερε στην
διάδοση των ανθρωπιστικών ιδεών και την μελέτη των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων
στην Δύση. Μεγάλη όμως ανάπτυξη των γραμμάτων σημειώθηκε την περίοδο της
μεγάλης ακμής του Πόντου, με τους Κομνηνούς, που μετά την Άλωση της Κων/πόλεως
από τους Φράγκους (1204), ίδρυσαν στον Πόντο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, την
αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, με έδρα την Τραπεζούντα. Οι Κομνηνοί φρόντισαν
για τα γράμματα, τις τέχνες, το εμπόριο. Έκτισαν μεγαλοπρεπή δημόσια κτίρια,
εκπαιδευτήρια (περίφημη υπήρξε η Σχολή της Τραπεζούντας), ναούς και μοναστήρια.
Οι πόλεις και οι μονές του Πόντου κατέστησαν μορφωτικά και πολιτιστικά κέντρα,
όπου διδάσκονταν θεολογία, φιλοσοφία, αστρονομία,
Την πολιτιστική αυτήν ανάπτυξη που συνοδευόταν και
από αντίστοιχη οικονομική ευημερία ήρθε να ανακόψει η οθωμανική κατάκτηση. Η
αυτοκρατορία της Τραπεζούντας μετά από 247 έτη ζωής, έπαυσε να υπάρχει. Το 1461
υπετάγη στους Οθωμανούς, και έτσι καταλύθηκε το τελευταίο ελεύθερο ελληνικό
κράτος. Ο Πόντος, μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό εισήλθε στην μακραίωνη και
σκληρή περίοδο της τουρκοκρατίας, με τις πολλές διώξεις, τους περιορισμούς στην
φυσική και οικονομική ελευθερία των πληθυσμών, την μετατροπή ναών σε τζαμιά
(όπως η Παναγία η Χρυσοκέφαλη, ο Άγιος Ευγένιος), τους εκτοπισμούς των κατοίκων
της Τραπεζούντας και των άλλων μεγάλων πόλεων που διέταξε ο Μωάμεθ ο Πορθητής,,
τους βίαιους εξισλαμισμούς. Ωστόσο, οι Έλληνες του Πόντου διατήρησαν την γλώσσα
και την παράδοσή τους, κράτησαν την χριστιανική πίστη παρά τις διώξεις και τις
πιέσεις. Στους αιώνες της οθωμανοκρατίας εμφανίσθηκε το φαινόμενο των
κρυπτοχριστιανών, που φανερά δήλωναν μουσουλμάνοι και κρυφά παρέμεναν
χριστιανοί, που διατηρούσαν κρυφά εικόνες, λειτουργούνταν κρυφά, είχαν
μυστικούς ιερείς. Στον Πόντο ο αριθμός των κρυπτοχριστιανών υπήρξε μεγάλος.
Ολόκληρα χωριά και περιοχές ήσαν κρυπτοχριστιανικές. Τόσο οι φανεροί
χριστιανοί, όσο και οι κρυπτοχριστιανοί, προσέφεραν πολλούς νεομάρτυρες στην
Εκκλησία και το έθνος. Οι οθωμανοί βασάνιζαν άγρια και θανάτωναν όσους
αρνούνταν να αλλαξοπιστήσουν και έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, όσους υπό
πίεση και πρόσκαιρα για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, μεταπηδούσαν στο
Ισλάμ, και σε κάποια στιγμή μετανοούσαν και διακήρυσσαν ανοιχτά ότι επιστρέφουν
στον Χριστό, και όσους κρυπτοχριστιανούς συνελάμβαναν να ασκούν κρυφά την
χριστιανική τους πίστη. Σύμφωνα με το Ισλάμ, όσοι εγκατέλειπαν το Κοράνι για
άλλη θρησκεία, τιμωρούνταν με θάνατο. Σύμφωνα με το βιβλίο του Μητροπολίτη
Τραπεζούντος Χρυσάνθου «Η Εκκλησία της Τραπεζούντας» οι νεομάρτυρες του Πόντου
ανέρχονται σε 50.000. Άλλοι πάλι πληθυσμοί εξισλαμίσθηκαν πλήρως, διατήρησαν
όμως την παράδοση του Πόντου, την μουσική, την ποντιακή διάλεκτο. Ακόμη και
σήμερα, στον τουρκικό Πόντο υπάρχουν ελληνόφωνοι Πόντοι και Μαυροθαλασσίτες,
που διατηρούν πολιτιστικούς συλλόγους για την διάσωση των χορών και της
μουσικής του Πόντου.
Στις δύσκολες περιόδους της δουλείας, οι Πόντιοι, με
την καθοδήγηση και πνευματική στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατόρθωσαν
να διατηρήσουν την πίστη και την γλώσσα. Τα σχολεία που διατηρούσε η Εκκλησία
ανεδείχθησαν κέντρα καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων, κέντρα μορφωτικά και
πολιτιστικά που συνέβαλαν στην διατήρηση της θρησκευτικής πίστεως και του
εθνικού χαρακτήρος των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε διαιρέσει τον
Πόντο σε έξι Μητροπόλεις (Τραπεζούντος, Ροδοπόλεως, Κολωνίας, Χαλδίας-Κερασούντος,
Νεοκαισαρείας, και Αμασείας), και με βάση την εκκλησιαστική αυτή διαίρεση
οργανώθηκε και η μέριμνα για τους κατοίκους του Πόντου. Στα τέλη του 19ου
αι.-αρχές 20ου αι. στον Πόντο υπήρχαν 1.047 σχολεία, με 1.247 δασκάλους και
76.000 μαθητές και μαθήτριες. μεταξύ των οποίων περίφημα ήσαν τα Φροντιστήρια
Τραπεζούντος και Αργυρουπόλεως, το Γυμνάσιο Κερασούντος κ.ά.