Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΟΥ 5224/2025


ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Προς : τoν κ. Υπουργό Προστασίας του Πολίτη
Θέμα : Καταγγελίες για εισβολές της ΕΛ.ΑΣ. σε σπίτια και συλλήψεις Ορθοδόξων ιερέων. Βεβηλώσεις ιερών σκευών. Ποινικοποιείται η Ορθόδοξη λατρεία στην Ελλάδα με την εφαρμογή του Ν. 5224/2025;
Κύριε Υπουργέ,
Καταγγελειες του Δεσποτη Ειρηναιου & ηρωϊκες ἀπαντησεις
Μια σειρά σοβαρών περιστατικών έχει προκαλέσει εύλογη αγανάκτηση και σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο, με τον οποίο συμπεριφέρονται οι δυνάμεις της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι σε Ορθοδόξους κληρικούς.
Το πρώτο περιστατικό σημειώθηκε στην Ήπειρο και προβλήθηκε από μεγάλα ειδησεογραφικά μέσα1, συνοδευόμενη από φωτογραφία της «Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηπείρου, Υποδιεύθυνση Δίωξης & Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ιωαννίνων»! Φωτογραφία κατασχεμένων ιερών εκκλησιαστικών σκευών, μεταξύ των οποίων το κατασχεμένο Άγιο Δισκοπότηρο και το Ιερό Ευαγγέλιο… Είναι φανερή η προσπάθεια επικοινωνιακής αξιοποίησης της αστυνομικής επιχείρησης.
Το δεύτερο περιστατικό αφορά την περίπτωση ενός γνωστού ορθοδόξου ιερέως, του Αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Αγγέλου Αγγελακόπουλου, ο οποίος συνελήφθη με αστυνομική επιχείρηση μέσα στην οικία του, σε ένα μικρό:
https://www.protothema.gr/.../sullipsi-47hronou-sta... apati διαμέρισμα στον Πειραιά. Σύμφωνα με δημόσια καταγγελία του ιερέως, παρέμεινε κρατούμενος στο Αστ. Τμήμα Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς στον 3ο όροφο, καθισμένος σε περιορισμό σε μια παλαιά σχισμένη και ασταθή καρέκλα από το πρωί της Κυριακής 07 Ιουνίου μέχρι την Δευτέρα 08 Ιουνίου 2026, χωρίς να του δοθεί φαγητό ή νερό επί τουλάχιστον ένα 12ωρο, «διότι δὲν ἤταν καταγεγραμμένος στὴ λίστα τῶν κρατουμένων, γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν μερίδα φαγητοῦ»2 (από συγκυρία είχε 5 € πάνω του και έτσι μπόρεσε να δώσει χρήματα για να του φέρουν κάτι). Πέρα από την απάνθρωπη μεταχείριση ενός ιερέως του Υψίστου, τίθεται το ζήτημα της εμπλοκής της Ελληνικής Αστυνομίας σε μια υπόθεση, που συνδέεται με εκκλησιαστικές διαφορές, ζητήματα πίστεως και διακοπής μνημόνευσης Επισκόπου.
Το τρίτο περιστατικό αφορά πολύτεκνο, ευλαβή ιερέα, τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρεσβύτερο π. Παύλο Καλλίκα στο Μηλοχώρι (ένα μικρό χωριό στην Πτολεμαΐδα). Στις 21 Ιουλίου 2026 αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στην κατοικία του, ένα μικρό σπίτι δύο υπνοδωματίων, όπου ζει με την πρεσβυτέρα και τα πέντε παιδιά του. Τα τέσσερα από αυτά είναι μικρά παιδιά Δημοτικού. Τα παιδιά, που βρέθηκαν μπροστά σε όλη τη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης, τρομοκρατήθηκαν και, σύμφωνα με τις καταγγελίες3, είδαν πάνοπλους αστυνομικούς με όπλα και χειροπέδες. Ο πατέρας τους, ένας κατά κοινή ομολογία σεμνός, ταπεινός και ευλαβής ιερέας, όπως πληροφορήθηκα, συνελήφθη και οδηγήθηκε αρχικά στο Αστυνομικό Τμήμα Πτολεμαΐδας και στη συνέχεια στην Εισαγγελία Κοζάνης σε μια ταλαιπωρία, που κράτησε πάνω από 6 ώρες.
Μάλιστα, σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, είχε προηγηθεί και άλλη αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση στο ίδιο σπίτι, την Κυριακή 24 Μαΐου 2026, με τη συμμετοχή πολυάριθμων αστυνομικών δυνάμεων (σε δημοσιεύματα αναφέρονται «10 οχήματα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ασφαλίτες, μαυροφορεμένοι ΟΠΚΕ, διοικητές από Πτολεμαΐδα και Κοζάνη»4, για να εισβάλουν σε ένα φτωχικό σπιτάκι).
Επισημαίνεται ότι και οι δύο κληρικοί, ο π. Παύλος και ο π. Άγγελος, είναι κανονικοί ιερείς, δεν έχουν καθαιρεθεί, ούτε έχουν τιμωρηθεί εκκλησιαστικά.
Η εικόνα είναι βαριά. Ένας πολύτεκνος ιερέας. Πέντε παιδιά. Μια αστυνομική επιχείρηση μέσα στο σπίτι τους. Ένας πατέρας, που συλλαμβάνεται και οδηγείται κρατούμενος, επειδή μέσα στην οικία του είχε ένα μικρό εκκλησάκι. Και όλα αυτά σε μια υπόθεση, που, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, συνδέεται με τη λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας και με την επιλογή του κληρικού να διακόψει τη μνημόνευση του Επισκόπου του.
Κύριε Υπουργέ
Η ύπαρξη ενός παρεκκλησίου δεν μπορεί να θεωρείται αδίκημα. Ένας ιδιωτικός χώρος μπορεί να χρησιμοποιείται από μια οικογένεια και τα στενά ή οικεία τους πρόσωπα, για προσευχή και λατρευτική ζωή, χωρίς να τελείται δημόσια λατρεία. Μπορεί να συγκεντρώνονται εκεί μέλη μιας οικογένειας ή πιστοί, να προσεύχονται και να συζητούν. Δεν μπορεί κάθε ιδιωτικός χώρος προσευχής να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως παράνομος χώρος λατρείας και να κινητοποιείται ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός σε τέτοια κλίμακα.
Ουδέποτε διαβάσαμε ή είδαμε φωτογραφίες «Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων» από αντίστοιχες εισβολές της ΕΛ.ΑΣ. σε τζαμιά. Δεν μπορεί να θεωρείται αδίκημα η ύπαρξη ενός μικρού παρεκκλησίου και να συλλαμβάνεται ο ιδιοκτήτης του, να σέρνεται στα αστυνομικά τμήματα και να σχηματίζονται σωρηδόν δικογραφίες ενώ στην Ελλάδα λειτουργούν εκατοντάδες παράνομα τζαμιά όπου προσέρχονται και πρόσωπα που ενδεχομένως βρίσκονται παράνομα στη χώρα μας με ότι κινδύνους αυτό συνεπάγεται για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια.
Στην περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά, σύμφωνα με τις καταγγελίες, υπήρξε κατάσχεση ιερών αντικειμένων, όπως το Ιερό Ευαγγέλιο, το Άγιο Ποτήριο, το θυμιατό κλπ. Πρόκειται για ιερά σκεύη, άμεσα συνδεδεμένα με την ιεροσύνη. Δεν είναι κοινά αντικείμενα. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται από την ΕΛ.ΑΣ. ως εγκληματικά όργανα και στοιχεία. Ιερά σκεύη μπορεί να βρίσκονται στην κατοχή κληρικών ή ακόμη και σε ιδιωτικούς χώρους ως κειμήλια ή για λόγους που συνδέονται με την εκκλησιαστική ζωή.
Εάν πράγματι κατασχέθηκαν τα ανωτέρω ιερά σκεύη, όπως επίσημα καταγγέλλει ο ιερέας, τότε απαιτείται σαφής απάντηση για το ποιός έδωσε την εντολή. Απαιτείται επίσης απάντηση για το εάν οι αστυνομικοί άγγιξαν και μάλιστα επανειλημμένα (για να κατάσχουν και να φωτογραφίσουν) τα πιο ιερά λειτουργικά σκεύη και ειδικά το Άγιο Δισκοπότηρο, παρά τις επισημάνσεις του κληρικού για την ιερότητά τους και την απαγόρευση άγγιξής τους από λαϊκούς.
Η Πολιτεία οφείλει να δείχνει σεβασμό στα ιερά αντικείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας –αλλά και κάθε θρησκείας- και να μην τα μετατρέπει σε αντικείμενα αστυνομικής επίδειξης ή δημοσιότητας. Θυμόμαστε όλοι το είχε γίνει κάποτε στην Αθήνα όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι κάποιος αστυνομικός έσκισε σελίδες από το κοράνι …
Επιπλέον, το μισθωμένο διαμέρισμα των 70 τμ του ιερέως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί χώρο δημόσιας λατρείας και όπως εξηγεί ο ιερέας : «…δέν ἐμπίπτω στόν ἀσαφή, προβληματικό, ἀντισυνταγματικό καί ἀσύμβατο μέ τά εὐρωπαϊκά νομικά δεδομένα Ν.5224/2025. Δέν ἔπηξα σ’ αὐτό θυσιαστήριο, οὔτε δημιούργησα Ἱερό Ναό, οὔτε ἔπραξα κάτι παρ’ ἐνορίαν. Ὁ χώρος στό σπίτι μου εἶναι ἕνας μή ἐγκαινιασμένος χώρος καί συνεπῶς δέν θεωρεῖται Ἱερός Ναός.
Σύμφωνα μέ τήν ὑπάρχουσα νομολογία, τέτοιος χώρος δέν ἔχει τήν βασική ἐκκλησιαστική προϋπόθεση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς ἀναγνώρισης ὡς Ἱερός Ναός, πού εἶναι τά θυρανοίξια ἤ τά ἐγκαίνια, καί στερεῖται τῆς πνευματικῆς καί λειτουργικῆς ἰσχύος, πού ἀποκτᾶ ἕνας κανονικά ἐγκαινιασμένος ναός. Ἐπίσης, ὁ χώρος στό σπίτι μου δέν ἔχει τίποτε ἀπ ́ ὅσα ἔχει ἕνας Ἱερός Ναός (δηλ. Ἀρχιτεκτονική, Ἱερό – Ἅγιο Βῆμα, Ἁγία Τράπεζα, Προσκομιδή, Κόγχη Ἱεροῦ, Τέμπλο, Σολέα, Ψαλτήρια, Κυρίως Ναό, Παγκάρια, Τοιχογραφίες, Ἁγιογραφίες, Πολυελαίους)»5.
Κύριε Υπουργέ,
οι πρόγονοί μας θυσιάστηκαν «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδας». Γι αυτό και το Σύνταγμα της Ελλάδος αναγνωρίζει επικρατούσα θρησκεία και ξεκινάει με την επίκληση στο όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.
Δεν είναι δυνατόν στην ελεύθερα Ελλάδα να ποινικοποιούνται τα ορθόδοξα παρεκκλήσια ή βεβηλώνονται τα Ιερά σκεύη και να συλλαμβάνονται και να σχηματίζονται δικογραφίες σε ορθοδόξους ιερείς. Δεν ζούμε στην κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση που το κράτος αναγνώριζε μόνον την «ζώσα εκκλησία» του Σεργίου και καταδίωκε και φυλάκιζε στα γκουλάγκ τους ορθοδόξους ιερείς.
Το ζήτημα, όμως, δεν σταματά στα συγκεκριμένα περιστατικά. Η περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά ανέδειξε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα : τη σχέση του Ν. 5224/2025 με το Σύνταγμα, τους Ιερούς Κανόνες, τη θρησκευτική ελευθερία και το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Ο Ν. 5224/2025 δημιουργεί σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τα ευρωπαϊκά και διεθνή νομικά δεδομένα. Ο νόμος επιβάλει περιορισμούς αποκλειστικά τους ιδιωτικούς χώρους λατρείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι δημιουργείται ζήτημα ισονομίας και άνισης μεταχείρισης σε σχέση με άλλες θρησκείες και ομολογίες.
Το ακόμη σοβαρότερο ζήτημα είναι η κρατική παρέμβαση στην ίδια την εκκλησιαστική ζωή. Το κοινό διακύβευμα είναι η χειραγώγηση της άσκησης των θρησκευτικών δικαιωμάτων από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Είναι ο καθορισμός των εσωτερικών ζητημάτων της εκκλησιαστικής ζωής από την εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι ο καθορισμός, με αστικούς νόμους, του τρόπου με τον οποίο οι Ορθόδοξοι θα ασκούν τη λατρεία τους. Και τελικά είναι η παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή.
Κύριε Υπουργέ,
Το άρθρο 13 του Συντάγματος προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και το δικαίωμα άσκησης της λατρείας. Όταν, όμως, η λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας εξαρτάται από την άδεια της τοπικής εκκλησιαστικής αρχής, ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κινδυνεύει να μετατραπεί ουσιαστικά σε δικαίωμα που εξαρτάται από την έγκριση του τοπικού Μητροπολίτη.
Επιπλέον, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναφέρεται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και στην τήρηση των Ιερών Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων και της Ιεράς Παράδοσης. Τί γίνεται, όμως, όταν ένας κληρικός διαπιστώνει ότι η εκκλησιαστική αρχή παραβιάζει αυτούς τους Ιερούς Κανόνες; Τί γίνεται, όταν ένας κληρικός, για λόγους πίστεως και συνειδήσεως, διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του; Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας των τριών υποθέσεων.
Οι Ιεροί Κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης (αποτείχιση) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Ο 15ος Κανόνας της ΑΒ ́ Πρωτοδευτέρας Συνόδου, όχι μόνο δεν επιτρέπει την τιμωρία όσων διακόπτουν τη μνημόνευση, αλλά αντιθέτως επαινεί την διακοπή μνημόνευσης για λόγους πίστεως.
Ο 31ος Αποστολικός Κανόνας προβλέπει επίσης τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης, όχι μόνο σε περιπτώσεις δογματικής διαφωνίας, αλλά και για λόγους δικαιοσύνης.
Με το ίδιο σκεπτικό, εάν η Πολιτεία αντιμετωπίζει ως παράνομη κάθε τέτοια πρακτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη ακόμη και η Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου σε χώρο, που διαμόρφωσε σε ναό, και τον ονόμασε Αγία Αναστασία. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από περιπτώσεις, όπου η λατρευτική ζωή δεν περιορίστηκε στους τυπικά αναγνωρισμένους μεγάλους ναούς.
Δεν μπορεί, επομένως, να ταυτίζεται η δογματική ορθότητα με την εκάστοτε εκκλησιαστική διοίκηση. Η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας αποδεικνύει ότι εκκλησιαστικές αρχές υπέπεσαν πολλές φορές σε αιρέσεις και πλάνες, και καθαιρέθηκαν και αναθεματίστηκαν από Οικουμενικές Συνόδους (π.χ. Μακεδόνιος,
Νεστόριος, Σέργιος, Πύρρος, Παύλος, Πέτρος, Αναστάσιος, Κωνσταντίνος, Νικήτας, όλοι τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως).
Γι’ αυτό και οι Ιεροί Κανόνες, στους οποίους αναφέρεται το ίδιο το άρθρο 3 του Συντάγματος, προβλέπουν τί μπορεί να πράξει ο κληρικός και ο πιστός σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η πράξη αυτή δεν αποτελεί σχίσμα, ούτε ίδρυση νέας Εκκλησίας. Πρόκειται για ζήτημα, που ανάγεται στην εκκλησιαστική τάξη, στην πίστη και στη συνείδηση του κληρικού και στη διαχρονική ορθόδοξη παράδοση αντιμετώπισης των αιρέσεων μέσα στην Εκκλησία.
Αυτό ακριβώς δεν προβλέπει ο Ν. 5224/2025. Δεν προβλέπει εξαίρεση για την περίπτωση, κατά την οποία ένας κληρικός διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του, βάσει των Ιερών Κανόνων και για λόγους πίστεως και συνειδήσεως.
Έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη κατάσταση. Ο κληρικός μπορεί να βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα : είτε να υποταχθεί σε μια εκκλησιαστική αρχή, που θεωρεί ότι παραβιάζει τους συνταγματικά κατοχυρωμένους Ιερούς Κανόνες, είτε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός κρατικού νόμου. Αυτό δεν αποτελεί πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Αποτελεί κρατική παρέμβαση στην εκκλησιαστική ζωή, παραβίαση του συντάγματος και της θρησκευτικής ελευθερίας και λατρείας.
Παράλληλα, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστατεύει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και την εκδήλωση της θρησκείας ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή ιδιωτικά, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων. Οι περιορισμοί επιτρέπονται μόνο, όταν προβλέπονται από τον νόμο και είναι απολύτως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για συγκεκριμένους και θεμιτούς σκοπούς, όπως η προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (κάτι που προφανώς δεν διακινδυνεύθηκε από τους προαναφερθέντες ταπεινούς και ευλαβείς ιερείς).
Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να περιορίζεται αυθαίρετα. Δεν μπορεί η «πνευματική κρίση» μιας εκκλησιαστικής αρχής – ενός και μόνου προσώπου του τοπικού επισκόπου- να μετατρέπεται σε απόλυτη εξουσία, χωρίς σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς διαφάνεια και χωρίς ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο, όπως συμβαίνει με τον Ν. 5224/2025. Υφίσταται σοβαρό ζήτημα παραβίασης των αρχών της ΕΣΔΑ. Παράλληλα, τίθενται ζητήματα σε σχέση με την απαγόρευση των διακρίσεων και την απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος.
Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται επίσης από το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως ο Ν. 5224/2025 παραβιάζει ξεκάθαρα το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο.
Και όμως, οι αστυνομικές αρχές φαίνεται να επικαλούνται με υπέρμετρο ζήλο το γράμμα του νόμου, με αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα σε ιδιωτικές κατοικίες, με συλλήψεις κληρικών, και ακόμη και σε κατάσχεση-βεβήλωση ιερών αντικειμένων!
Κύριε Υπουργέ,
Η Ελληνική Αστυνομία έχει αποστολή να προστατεύει τους πολίτες και να αντιμετωπίζει το έγκλημα. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο επίλυσης εκκλησιαστικών διαφορών, ούτε σε μηχανισμό επιβολής μιας συγκεκριμένης εκκλησιαστικής γραμμής. Δεν μπορεί να εισβάλλει σε σπίτια κληρικών και να τρομοκρατεί ανήλικα παιδιά για ζητήματα, που αφορούν την πίστη, τη συνείδηση, τους Ιερούς Κανόνες και την εκκλησιαστική τάξη.
Δεν είναι δυνατόν να κινητοποιούνται πολυάριθμες αστυνομικές δυνάμεις, ακόμη και με συμμετοχή ειδικών μονάδων (αναφέρονται «μαυροφορεμένοι της ΟΠΚΕ»), διοικητών και εισαγγελικών αρχών, για την αντιμετώπιση ενός πολύτεκνου ιερέως μέσα σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι, παρουσία των ανήλικων παιδιών του. Αυτή δεν μπορεί να είναι η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και την άσκηση θρησκευτικής λατρείας. Οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα. Οφείλει να σέβεται τους Ιερούς Κανόνες και την Ιερά Παράδοση, στους οποίους το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρεται. Και οφείλει να σέβεται το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός :
1. Γιατί χρησιμοποιούνται αστυνομικές δυνάμεις σε περιπτώσεις που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, έχουν στον πυρήνα τους εκκλησιαστικές διαφορές, ζητήματα πίστεως, Ιερούς Κανόνες και διακοπή μνημόνευσης Επισκόπων; Ποιά ακριβώς ήταν η νομική βάση των αστυνομικών επιχειρήσεων και συλλήψεων, όταν φανερά παραβιάζονται στοιχειώδη συνταγματικά και με ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα ;
2. Στην υπόθεση του π.Παύλου στο Μηλοχώρι Πτολεμαΐδας,
α) γιατί πραγματοποιήθηκαν οι δύο αστυνομικές επιχειρήσεις στην κατοικία ενός πολύτεκνου ιερέως, παρουσία των ανήλικων παιδιών του, και ποιός έδωσε την σχετική εντολή;
β) Για ποιό λόγο κρίθηκε αναγκαία η κινητοποίηση τόσο μεγάλων αστυνομικών δυνάμεων, προκαλώντας τρόμο στα ανήλικα παιδιά του, για μια υπόθεση, που αφορά ιδιωτικό χώρο και εκκλησιαστική διαφορά;
3. Στην περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά,
α) υπήρξε κατάσχεση ιερών αντικειμένων και, ειδικότερα, του Ιερού Ευαγγελίου, του Αγίου Ποτηρίου και του θυμιατού; Εάν ναι, με ποιά ακριβώς νομική βάση και ποιός έδωσε την εντολή;
β) Με ποιό δικαίωμα αστυνομικοί μεταχειρίστηκαν και άγγιξαν ιερά λειτουργικά σκεύη, παρά τις επισημάνσεις του κληρικού για την ιερότητά τους;
γ) παρέμεινε πράγματι χωρίς να του χορηγηθεί φαγητό και νερό κρατούμενος ο ιερέας επί τουλάχιστον ένα 12ωρο από το πρωί μέχρι το βράδυ της Κυριακής 07 Ιουνίου 2026; Ποιός ευθύνεται για την συμπεριφορά αυτή;
4. Γιατί η Ελληνική Αστυνομία αντιμετωπίζει ως παράνομη πράξη την ύπαρξη ή τη λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας από κληρικό, που επικαλείται τους Ιερούς Κανόνες και τη θρησκευτική του συνείδηση; Πώς διακρίνεται νομικά ένας ιδιωτικός χώρος προσευχής και λατρευτικής ζωής από έναν χώρο δημόσιας λατρείας;
5. Με ποιόν τρόπο συμβιβάζεται η εφαρμογή του Ν. 5224/2025 με το άρθρο 3 και το άρθρο 13 του Συντάγματος, όταν οι ίδιοι οι Ιεροί Κανόνες, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3, προβλέπουν τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης Επισκόπου, βάσει των Ιερών Κανόνων και για λόγους πίστεως και συνειδήσεως;
6. Έχουν αναζητηθεί η ποινική ευθύνη για τα αστυνομικά όργανα και τους επικεφαλείς τους, όταν με πρόσχημα τον (πρόδηλα αντισυνταγματικό) Ν. 5224/2025, διατάσσονται να παραβιάσουν το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και τις λοιπές διατάξεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, που προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία και λατρεία; Και ειδικότερα, είναι συμβατό με τη θρησκευτική ελευθερία να εξαρτάται η άσκηση της λατρείας από την έγκριση μιας εκκλησιαστικής αρχής (ενός και μόνο προσώπου, του οικείου μητροπολίτη), χωρίς να έχουν προσδιοριστεί σαφή, αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια;
7. Και τελικά, ποιός αποφασίζει, εάν ένας κληρικός, που διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του, επικαλούμενος τους Ιερούς Κανόνες και τη θρησκευτική του συνείδηση, παραβιάζει τον νόμο; Η Ελληνική Αστυνομία; Ή η Εκκλησία; Και εάν πρόκειται για καθαρά εκκλησιαστικό και ιεροκανονικό ζήτημα, ποιός είναι ο λόγος, για τον οποίο κινητοποιείται ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός;
Αίτηση κατάθεσης εγγράφων
Παρακαλώ να μού γνωστοποιήσετε για το πεντάμηνο (Φεβρουάριος 2026 – Ιούνιος 2026)
1. Πόσες αντίστοιχες επιχειρήσεις της ΕΛ.ΑΣ, έχουν γίνει σε παράνομα τζαμιά, τα οποία είναι διάσπαρτα σε όλη την Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα (αναλυτικά : ημερομηνία, πόλη, διεύθυνση).
2. Υπήρξαν συλλήψεις θρησκευτικών λειτουργών του Ισλάμ στο παραπάνω διάστημα εξαιτίας της λειτουργίας παράνομων τζαμιών;
3. Πόσες περιπτώσεις επέμβασης της ΕΛ.ΑΣ. σημειώθηκαν για την παράνομη υπαίθρια λειτουργία ισλαμικών τελετών (σε δημόσιους χώρους, πλατείες κλπ), αλλά και περιπτώσεις, στις οποίες διαπιστώνονται περιστατικά ομαδικών αυτοτραυματισμών (αυτομαστιγώσεων με αιχμηρά όργανα, όπως μαχαίρια,μαστίγια) στα πλαίσια θρησκευτικών μωαμεθανικών τελετών (κυκλοφορεί πλήθος σχετικών βίντεο και δημοσιευμάτων από τους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας πχ εδώ6, εδώ7, εδώ8, εδώ9, εδώ10); Πόσα πρόσωπα συνελήφθησαν σε κάθε επιχείρηση;
Ο ερωτών Βουλευτής Νικόλαος Παπαδόπουλος
Ανεξ. Βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης

Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

 


Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

1. Πώς Προκύπτει η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων

Σύμφωνα με το «consensus Patrum» και τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» προκύπτει ως ο πνευματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μεταδίδεται ο μολυσμός της αίρεσης από ένα μέλος της Εκκλησίας σε άλλο. Η αρχή αυτή δεν αφορά την οντολογική απώλεια της ιερωσύνης, αλλά τη συμμετοχή στην ασέβεια, την κατάκριση και το σχίσμα του αιρετικού.

Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται και «λειτουργεί» αυτή η αρχή είναι οι εξής:

Α. Η Εκκλησιαστική Κοινωνία ως Μεταδότης. Ο μολυσμός λειτουργεί μεταδοτικά. Όπως το υγρό ρέει μεταξύ συγκοινωνούντων δοχείων, έτσι και η κακοδοξία μεταφέρεται από τον αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, και από αυτόν στον «τρίτο» που θα κοινωνήσει με τον ήδη μολυνθέντα. Η κακοδοξία μεταδίδεται αναγκαίως μέσω της κοινωνίας, καθιστώντας τον Ορθόδοξο συμμέτοχο, έστω και αν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την πλάνη.

Β. Η Μνημόνευση (Δίπτυχα).Η αναφορά του ονόματος ενός επισκόπου στην ιερή αναφορά θεωρείται πλήρης συμμετοχή στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται. Μέσω της μνημονεύσεως, ο Ορθόδοξος —ακόμη και αν παραμένει ορθόφρων στο εσωτερικό του φρόνημα— καθίσταται κοινωνός της ασεβείας του αιρετικού.

Γ. Η Θεία Μετάληψη.  Η συμμετοχή στα μυστήρια που τελούνται από ακατάκριτους (μη καθηρημένους) αιρετικούς επιφέρει τον μολυσμό, διότι ο πιστός γίνεται «μέτοχος τς κακοδοξίας κα τς ατν γενώμεθα κατακρίσεως». Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται ως «πνευματική μοιχεία» και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, προσοικειώνοντάς τον με τον διάβολο.

Δ. Συμπροσευχή και Συνεστίαση. Οι Άγιοι Πατέρες (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, όσιος Σωφρόνιος κ.ά.) διδάσκουν ότι η αρχή αυτή επεκτείνεται και στη συμπροσευχή ή ακόμη και στην απλή φιλική συναναστροφή («βρώμα και πόμα») με αιρετικούς.  Βάσει της αρχής « κοινωνν κοινωνήτ κοινώνητος στω», όποιος κοινωνεί με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εκκλησιαστικής υγείας, καθίσταται και ο ίδιος ακοινώνητος για το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Ε. Θεολογική Θεμελίωση. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητική αλλά πνευματική («εν Πνεύματι μία»). Όταν ο επίσκοπος κηρύσσει αίρεση, διασπά την ενότητά του με τον Χριστό και μετατρέπει τα μυστήρια σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει. Η αποδοχή αυτής της αρχής αποτελεί «αρχαον κα πάτριον θος» και κοινή ομολογία των Αγίων όλων των αιώνων.

Σύνοψη: Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων προκύπτει από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όπου η πνευματική κατάσταση της κεφαλής (επισκόπου) επηρεάζει αναπόφευκτα τα μέλη μέσω των λειτουργικών και μυστηριακών δεσμών.

2. Σχετικοί Ιεροί Κανόνες

Σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχει ένα πλήθος ιερών Κανόνων που θεμελιώνουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη διακοπή της κοινωνίας με αιρετικούς και την αποφυγή του πνευματικού μολυσμού. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν απλώς διοικητικές διατάξεις, αλλά έχουν σωτηριολογικό σκοπό, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της ενότητας του πιστού με τον Χριστό.

Α. Βασικοί Κανόνες Διακοπής Κοινωνίας

  • 15ος Κανόνας της ΑΒ’ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου: Αποτελεί τον βασικό κανόνα που επιτρέπει και επαινεί τη διακοπή μνημοσύνου επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή», πριν ακόμη καταδικαστεί από σύνοδο. Οι πηγές τονίζουν ότι ο κανόνας αυτός είναι υποχρεωτικός για την αποφυγή του μολυσμού.
  • 31ος Αποστολικός Κανόνας: Προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που σφάλλει σε θέματα «ευσεβείας και δικαιοσύνης».

Β. Η Αρχή «Ο κοινωνών ακοινωνήτω...»

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι όποιος έρχεται σε κοινωνία με πρόσωπα που έχουν τεθεί εκτός Εκκλησίας (ή κηρύττουν αίρεση), μολύνεται και καθίσταται ο ίδιος ακοινώνητος:

  • 10ος Αποστολικός Κανόνας: Διατάζει τον αφορισμό όποιου συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο, έστω και σε σπίτι.
  • 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά: «ο ακοινωνήτοις κοινωνών ακοινώνητος έστω», αρχή που σύμφωνα με τους Πατέρες ισχύει και για τους ακατάκριτους αιρετικούς προς αποφυγή του συμμολυσμού.
  • 11ος Αποστολικός Κανόνας: Επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως σε κληρικό που συμπροσεύχεται με καθηρημένο.

Γ. Κανόνες για τη Συμπροσευχή και τη Λειτουργική Παρουσία

  • 33ος Κανόνας της Λαοδικείας: Απαγορεύει ρητά τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
  • 9ος Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: Διδάσκει ότι η παρουσία αιρετικών κατά τη θεία Λειτουργία προκαλεί πνευματική βλάβη στον κληρικό, γι' αυτό και ο διάκονος προσφωνεί «οι ακοινώνητοι περιπατήσατε».
  • 33ος Αποστολικός Κανόνας: Απαγορεύει την αποδοχή ξένων κληρικών στην κοινωνία, εάν αυτοί αποδειχθούν αιρετικοί μετά από ανάκριση.

Δ. Άλλες Σχετικές Διατάξεις

  • 11ος Κανόνας της Καρθαγένης: Αναφέρεται στην απομάκρυνση από επίσκοπο για λόγους πίστεως.
  • 5ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου: Περιλαμβάνεται στους κανόνες που επιβάλλουν την αποχή από την κοινωνία των ετεροδόξων.
  • 1ος και 3ος Κανόνες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: Καθορίζουν την έκπτωση και ακοινωνησία όσων ακολουθούν τις κακοδοξίες του Νεστορίου ή του Κελεστίου.

Συμπέρασμα: Η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας (consensus Patrum) ερμηνεύει αυτούς τους κανόνες ως ένα ενιαίο πνευματικό πλαίσιο που επιβάλλει τη διακοπή κοινωνίας με την αίρεση, προκειμένου να μην ενεργήσει η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» και μεταδοθεί ο μολυσμός στο υγιές σώμα των πιστών.

3. Εφαρμογή της Αρχής στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο

Η εφαρμογή της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων» στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) αποτελεί, σύμφωνα με τις πηγές, το κεντρικό εκκλησιολογικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η αίρεση μεταδίδεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ακόμη και πριν από μια επίσημη καθαίρεση.

Η εφαρμογή αυτή εκδηλώθηκε με τους εξής τρόπους:

Α. Η Διαγραφή του Πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων όταν αποδέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού («Θείος Τύπος») να διαγραφεί το όνομα του Πάπα Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα. Παρόλο που ο Πάπας δεν είχε ακόμη καθαιρεθεί επίσημα από τη Σύνοδο, η διαγραφή του κρίθηκε απαραίτητη διότι ο ίδιος είχε ταυτιστεί με την ασέβεια των «Τριών Κεφαλαίων».

Β. Ο Μολυσμός ως «Συμμετοχή στην Ασέβεια»

Το σκεπτικό της Συνόδου, όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ήταν ότι η συνεχιζόμενη μνημόνευση και κοινωνία με τον Πάπα θα σήμαινε ότι και οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Συνόδου «θα βρεθούμε να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου».

  • Η αρχή λειτούργησε ως πνευματικός μεταδότης. Η  κακοδοξία του ενός μέλους (του Πάπα) «έρρεε» προς τα υπόλοιπα μέλη μέσω της λειτουργικής αναφοράς του ονόματός του.
  • Διευκρινίζεται ότι αυτή η συμμετοχή στον μολυσμό δεν σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιερωσύνης για τους Ορθοδόξους, αλλά τους καθιστούσε συνυπεύθυνους στην αλλοτρίωση από τον Θεό.

Γ. Η Μίανση της Καθαρότητας των Μυστηρίων

Μια από τις πιο καίριες εφαρμογές της αρχής στην Ε’ Οικουμενική ήταν η διακήρυξη ότι η κοινωνία με τον αιρετικό επίσκοπο «μιαίνει την καθαρότητα των μυστηρίων».Σύμφωνα με τη Σύνοδο, ο μολυσμός αυτός δεν καθιστά τα μυστήρια ανυπόστατα (άκυρα), αλλά μεταβάλλει το αποτέλεσμά τους στον πιστό: αντί για άφεση αμαρτιών, η μετάληψη μετατρέπεται σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν «εν γνώσει» με την ασέβεια. Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο πιστός μπορεί να ελπίζει σε άφεση αμαρτιών μόνο όταν κοινωνεί από ιερείς που «λατρεύουν τον Θεό ορθοδόξως».

Δ. Η Διάκριση μεταξύ Προσώπου και Θρόνου

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων με μεγάλη ακρίβεια, διακρίνοντας το πρόσωπο του Βιγιλίου από τον θρόνο της Ρώμης. Ενώ διέκοψε την κοινωνία με τον Βιγίλιο για να αποφύγει τον συμμολυσμό, διατήρησε την ενότητα με την «αποστολική καθέδρα». Αυτό δείχνει ότι ο μολυσμός αφορά τη συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τον ατομικό φορέα της αίρεσης και όχι την οντολογία της Εκκλησίας.

Ε. Η Καθολική Ισχύς της Αρχής

Η στάση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου απέδειξε πως η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων αποτελεί κοινή ομολογία και διαχρονική θέση της Εκκλησίας. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου δεν θεωρήθηκε σχίσμα, αλλά «χρέος» και «σωτηριώδης ενέργεια» για τη διαφύλαξη της υγείας του εκκλησιαστικού σώματος

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Από τα πρακτικά της Ε Οικουμενικής Συνόδου



Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η Σύνοδος κατά τη διάρκεια της πέμπτης συνελευσής της αντιμετώπισε το θέμα αν αναθεματίζονται οι αιρετικοί μετά το θάνατό τους και μετά από ενδελεχή έρευνα αποφάνθηκε ότι αυτή είναι εκκλησιαστική παράδοση. Από τα όσα ειπώθηκαν και παρουσιάστηκαν προέκυψε επίσης ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας είχε εκβληθεί από την Καθολική Εκκλησία και μετά θάνατον εξαιτίας των ασεβών συγγραμμάτων του. Το ρήμα «εκβληθεί»  σε αυτό το απόσπασμα σημαίνει ότι βγήκε από τα ιερά δίπτυχα. Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας πέθανε το 428 ενώ ήταν σε πλήρη κοινωνία με την Εκκλησία της πόλης του και το όνομά του περιλαμβανόταν στα ιερά δίπτυχα. Τουλάχιστον ογδόντα χρόνια αργότερα βγήκε από τα ιερά δίπτυχα,όπως προκύπτει από τη σύνοδο που διέταξε ο Ιουστινιανός να εξετάσει το ζήτημα στη Μοψουεστία το 550. Ο λόγος που συνέβη αυτό εξηγείται από την ίδια την Ε' Οικουμενική Σύνοδο. Οι οπαδοί του Θεοδώρου ισχυρίζονταν ότι δεν πρέπει να αναθεματιστεί επειδή πέθανε εν κοινωνία με την Εκκλησία, όμως η Σύνοδος απέδειξε το αντίθετο.

ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Η Σύνοδος επικαλέστηκε τρία χωρία. Το πρώτο είναι του Κυρίου στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο ότι όποιος πιστεύει σε Αυτόν δεν κρίνεται, ενώ όποιος δεν πιστεύει ήδη έχει κριθεί, επειδή δεν πίστεψε στο όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού. Το δεύτερο είναι του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτας ότι αν ακόμη εμείς ή άγγελος από τον ουρανό σας κηρύξει άλλο Ευαγγέλιο από αυτό που σας κηρύξαμε, ας είναι ανάθεμα. Η Σύνοδος ερμηνεύει ότι ο αναθεματισμός σημαίνει χωρισμό από τον Θεό. Το τρίτο χωρίο είναι από την προς Τίτο  Επιστολή ότι τον αιρετικό άνθρωπο μετά από μία και δεύτερη νουθεσία απόφευγέ τον, ξέροντας ότι έχει εκτραπεί και αμαρτάνει αυτοκατακρινόμενος.

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ

Η Σύνοδος συνεχίζει λέγοντας ότι συμφωνούν με όσα έγραψε ο άγιος Κύριλλος στα βιβλία του κατά Θεοδώρου, όπου λέει ότι πρέπει να αποφεύγονται όσοι κρατούνται από τόσο χείρονα πταίσματα είτε είναι εν ζωή είτε όχι, γιατί πρέπει πάντα να φεύγουμε από αυτό που βλάπτει και να μη βλέπουμε σε πρόσωπο, αλλά σε αυτό που αρέσει στον Θεό. Έτσι το «παραιτού» του Αποστόλου ερμηνεύεται από τον άγιο Κύριλλο ως ανάγκη να φεύγουμε από κοντά τους γιατί βλάπτουν. Αυτή η βλάβη προέρχεται είτε από τους ζωντανούς είτε από τους κεκοιμημένους αιρετικούς.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ Γ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Η Σύνοδος διακηρύσσει ότι ο Θεόδωρος Μοψουεστίας καταδικάστηκε μαζί με τον Νεστόριο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Αγίου Κυρίλλου. Ωστόσο, οι Επίσκοποι της Ανατολής θεωρούσαν τον Θεόδωρο ορθόδοξο· συνεπώς, μια άμεση, ονομαστική αναθεμάτισή του από τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο και η διαγραφή του από τα Ιερά Δίπτυχα θα οδηγούσε σε οριστική διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μαζί τους.

Για το λόγο αυτό, η Σύνοδος επέδειξε εκκλησιαστική οικονομία: απέφυγε την άμεση ονομαστική καταδίκη του, προκειμένου να αποτρέψει το σχίσμα όσων στήριζαν τις θεολογικές τους ελπίδες στο πρόσωπό του.

Με αυτόν τον τρόπο δικαιώθηκαν τόσο ο Μέγας Κύριλλος όσο και η Γ' Οικουμενική Σύνοδος. Όταν αργότερα η Εκκλησία της Μοψουεστίας συνειδητοποίησε την αιρετική του διδασκαλία, τον διέγραψε τελικά από τα Ιερά Δίπτυχα — επιβεβαιώνοντας την εκκλησιαστική αρχή ότι οφείλουμε να απομακρυνόμαστε από ό,τι βλάπτει την πίστη, είτε πρόκειται για ζώντες είτε για κεκοιμημένους.

Ο ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΑΣ ΒΙΓΙΛΙΟΣ

Επιστρέφοντας πριν από το τέλος της έβδομης συνεδρίας, ο κοιαίστωρ Κωνσταντίνος (=ανώτερος δημόσιος λειτουργός/αξιωματούχος)  προσκόμισε ένα έγγραφο Τύπο του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος είπε ότι ο ευσεβέστατος Βασιλιάς απηύθυνε προς την Αγία Σύνοδο έναν Τύπο περί του ονόματος του Βιγιλίου, δηλαδή ότι στο εξής επειδή υπερασπίστηκε την ασέβεια δεν πρέπει να αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας, να μη μνημονεύεται από τη Σύνοδο, και να μη διατηρηθεί το όνομά του ούτε στην Εκκλησία της Βασιλεύουσας Πόλης ούτε στις άλλες Εκκλησίες που είναι εμπιστευμένες στη Σύνοδο και στους υπόλοιπους επισκόπους εντός του κράτους που του έδωσε ο Θεός. Ο Κωνσταντίνος πρόσθεσε ότι αφού ακούσουν τον Τύπο θα μάθουν πόση φροντίδα έχει ο γαληνότατος Βασιλιάς για την ενότητα των αγίων Εκκλησιών και την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Ο Τύπος του αυτοκράτορα ζητάει αφού ο Πάπας Βιγίλιος υπερασπίστηκε την ασέβεια του νεστοριανισμού να μην αναγράφεται στα ιερά δίπτυχα της Εκκλησίας ούτε να μνημονεύεται στην Κωνσταντινούπολη ούτε αλλού. Η διαγραφή του ονόματος του Πάπα από τα ιερά δίπτυχα έχει άμεση σχέση με την ενότητα, γιατί αν μνημονεύεται υπερασπιζόμενος την αίρεση διασπά την ενότητα και μάλιστα πριν από συνοδική καταδίκη. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος (Καλαμαράς) στην εισαγωγή του βιβλίου του για την Ε' Οικουμενική Σύνοδο λέει ότι κατά αναμφισβήτητη ορθόδοξη εκκλησιαστική αρχή η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητικής ή θεσμικής μορφής. Η Εκκλησία είναι εν Πνεύματι μία, είναι ενωμένη στο όνομα του Χριστού. Ένας Κύριος, μία Πίστη, ένα Βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων. Αυτή η ενότητα παρασαλεύεται μόνο από τις ετεροδοξίες. Όποιος φρονεί διαφορετικά από όσα παρέλαβε παύει να έχει την ενότητα της πίστης και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Άρα η Εκκλησία δεν είναι επισκοποκεντρική ούτε ανθρωποκεντρική αλλά Χριστοκεντρική. Όλοι μέσα στην Εκκλησία αποτελούμε ένα σώμα και η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων του Χριστού μας ενώνει με τον Χριστό και μεταξύ μας. Ο αιρετικός εξαιτίας της ασέβειας που έχει αποδεχθεί χωρίζεται από τον Θεό και διασπά αυτή την ενότητα. Η ίδια η Σύνοδος στην ψήφο της λέει ότι ο ασεβής επιφέρει το ανάθεμα με τα ίδια του τα έργα, αφού με την ασέβειά του αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινή ζωή. Ότι δημιουργεί σχίσμα ομολογεί και ο 15ος ιερός Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου όπου λέει ότι δεν κατέγνωσαν επισκόπους αλλά ψευδεπισκόπους και ψευδοδιδασκάλους, και δεν κατέτεμον την ένωση της Εκκλησίας με σχίσμα αλλά «λλ σχισμάτων κα μερισμν τν κκλησίαν σπούδασαν ρύσασθαι».( αλλά αγωνίστηκαν/φρόντισαν με ζήλο να γλιτώσουν την Εκκλησία από τα σχίσματα και τις διαιρέσεις).

 Από αυτό το σχίσμα του μη κατεγνωσμένου αιρετικού ελευθερώνει την Εκκλησία αυτός που του διακόπτει την κοινωνία. Ο Μητροπολίτης Μελέτιος προσθέτει ότι χάνεται η καθαρότητα των αγίων μυστηρίων όταν μνημονεύεται αιρετικός επίσκοπος. Τα δύο θέματα ενότητα και καθαρότητα αναφέρονται μαζί ως άρρηκτα συνδεδεμένα με την αίρεση.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος

 



Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Εισαγωγικά

 

 Η μνήμη των Αγίων 165 Πατέρων της Αγίας και Οικουμενικής Πέμπτης (Ε΄) Συνόδου τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 25 Ιουλίου.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

1. Τα Πρόσωπα των «Τριών Κεφαλαίων»

  • Θεόδωρος Μοψουεστίας (392–428): Επίσκοπος της Μοψουεστίας (στην Κιλικία). Θεωρείται ο πνευματικός πατέρας του Νεστοριανισμού, καθώς στις διδασκαλίες του διαχώριζε υπερβολικά την ανθρώπινη από τη θεία φύση του Χριστού.
  • Θεοδώρητος Επίσκοπος Κύρου (428–457): Σπουδαίος θεολόγος και ιστορικός της Εκκλησίας. Αντιτάχθηκε σφοδρά στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας και υπερασπίστηκε τον Νεστόριο, αν και αργότερα στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο αναθεμάτισε τον Νεστοριανισμό για να αποκατασταθεί.
  • Ίβας Μητροπολίτης Εδέσσης (434–458): Επίσκοπος στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έγραψε τη γνωστή «Επιστολή προς Μάριν τον Πέρση», στην οποία ασκούσε έντονη κριτική στον Άγιο Κύριλλο και τη Γ' Οικουμενική Σύνοδο, θεωρώντας ότι παρεκκλίνουν προς τον Μονοφυσιτισμό.

2. Πρωταγωνιστές της Ε' Οικουμενικής Συνόδου

  • Ιουστινιανός Α΄: Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου που συγκάλεσε την Ε' Οικουμενική Σύνοδο το 553 μ.Χ. Ήταν δεινός θεολόγος και στόχος του ήταν η θρησκευτική ενότητα της αυτοκρατορίας και η συμφιλίωση με τους Μονοφυσίτες μέσω της καταδίκης των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Πάπας Βιγίλιος: Ο Πάπας Ρώμης κατά την περίοδο της Συνόδου. Βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση ανάμεσα στις πιέσεις του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και στις έντονες αντιδράσεις των δυτικών επισκόπων, αλλάζοντας στάση αρκετές φορές για το ζήτημα των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Άγιος Ευτύχιος: Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προήδρευσε στις εργασίες της Ε' Οικουμενικής Συνόδου.
  • Θεόδωρος Ασκιδάς: Επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, βασικός θεολογικός σύμβουλος του Ιουστινιανού που πρωτοστάτησε στην κίνηση κατά των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Βελισάριος: Ο ενδοξότερος στρατηγός του Ιουστινιανού, ο οποίος απεστάλη ως διπλωματικός αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα για να διαπραγματευτεί με τον Πάπα Βιγίλιο.
  • Μηνάς & Απολινάριος: Ο Μηνάς διατελούσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (πριν τον Ευτύχιο) και ο Απολινάριος ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας, υποστηρικτές της πολιτικής του Ιουστινιανού.

3. Πατέρες της Εκκλησίας & Θεολόγοι που Αναφέρονται

  • Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: Πρωταγωνιστής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431 μ.Χ.) που καταδικάσε τον Νεστοριανισμό και διακήρυξε την Θεοτόκο ως πραγματική Μητέρα του Θεού.
  • Μέγας Βασίλειος: Πατέρας της Εκκλησίας (4ος αι.), του οποίου οι κανόνες και τα συγγράμματα χρησιμοποιούνται στο κείμενο ως βάση για τη διακοπή κοινωνίας με τους ετεροδόξους.
  • Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Μεγάλος θεολόγος του 8ου αιώνα. Στο κείμενο αναφέρεται η 6η ευχή του από την Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως.
  • Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: Σπουδαίος ομολογητής και ηγούμενος της Μονής Στουδίου (9ος αι.), υπέρμαχος της ορθόδοξης αλήθειας και της αυστηρότητας στους κανόνες της Εκκλησίας.
  • Όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης & Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας: Βυζαντινοί θεολόγοι και ασκητές που ερμήνευσαν τη βαθύτερη μυστική και σωτηριολογική σημασία της Θείας Ευχαριστίας.

4. Γεωγραφικοί Όροι & Τοπωνύμια

  • Μοψουεστία: Αρχαία πόλη της Κιλικίας (νοτιοανατολική σημερινή Τουρκία).
  • Κύρος: Πόλη της Ευφρατησίας (περιοχή κοντά στον Ευφράτη ποταμό, στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας).
  • Έδεσσα της Οσροηνής: Ιστορική πόλη της Άνω Μεσοποταμίας (η σημερινή Σανλιούρφα της Τουρκίας).
  • Κωνσταντινούπολη (Κπόλη): Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έδρα της Συνόδου.
  • Ανάκτορο της Πλακιδίας: Αυτοκρατορικό κατάλυμα στην Κωνσταντινούπολη όπου διέμενε ο Πάπας Βιγίλιος κατά τη διαμονή του εκεί.

5. Βασικοί Εκκλησιαστικοί & Διοικητικοί Όροι

  • Τρία Κεφάλαια: Ο θεολογικός όρος που αναφέρεται α) στον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα έργα του, β) στα συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου κατά του Αγίου Κυρίλλου, και γ) στην Επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς Μάριν.
  • Ιερά Δίπτυχα: Ο κατάλογος (βιβλίο) στον οποίο αναγράφονταν τα ονόματα των ορθοδόξων επισκόπων και ζώντων/κεκοιμημένων πιστών που μνημονεύονταν κατά τη Θεία Λειτουργία. Η διαγραφή ενός ονόματος σήμαινε διακοπή εκκλησιαστικής κοινωνίας.
  • Judicatum & Constitutum: Επίσημα γραπτά διατάγματα/αποφάσεις του Πάπα Βιγιλίου σχετικά με την καταδίκη ή την υπεράσπιση των «Τριών Κεφαλαίων».
  • Βασιλικός «Τύπος» (Sacρα Forma): Αυτοκρατορικό διάταγμα ή θεολογική εισήγηση του Ιουστινιανού προς τη Σύνοδο, που καθόριζε την ημερήσια διάταξη των εργασιών.
  • Κουαίστωρ (Quaestor): Ανώτατος δικαστικός και διοικητικός αξιωματούχος (υπουργός δικαιοσύνης) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

 

 

Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη με σκοπό να προλάβει την αναβίωση του νεστοριανισμού στην Εκκλησία της Δύσεως μέσω των «Τριών Κεφαλαίων», ταυτιζόμενων με τα πρόσωπα και τα συγγράμματα των Θεοδώρου Μοψουεστίας, Θεοδωρήτου Κύρου και Ίβα Εδέσσης. Αντίθετοι προς την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο, οι τρεις αυτοί επίσκοποι καθαιρέθηκαν αρχικά από τη ληστρική σύνοδο του 449, αλλά η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος αποκατέστησε τους ζώντες Θεοδώρητο και Ίβα, επιβάλλοντάς τους να αναθεματίσουν τον Νεστόριο, καταχωρίζοντας ωστόσο στα πρακτικά της την επιστολή του Ίβα προς Μάριν. Η πράξη αυτή οδήγησε τους Δυτικούς στην εσφαλμένη εκδοχή ότι η επιστολή ήταν ορθόδοξη, προκαλώντας διολίσθηση προς τον νεστοριανισμό. Ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, διαπιστώνοντας το ανέφικτο της επαναφοράς των Μονοφυσιτών, εστίασε στην αποτροπή του σχίσματος μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Το 545 εξέδωσε θεολογικό διάταγμα κατά των «Τριών Κεφαλαίων», το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Δύση, καταλήγοντας στη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Η Στάση του Πάπα Βιγιλίου και η Προκύψασα Κρίση

Ο Πάπας Βιγίλιος, διαμένοντας στην Κωνσταντινούπολη από το 547, αρνήθηκε αρχικώς να υπογράψει την καταδίκη και επέβαλε επιτίμιο ακοινωνησίας. Μετά από πιέσεις, υπέγραψε το «Judicatum» καταδικάζοντας τα «Τρία Κεφάλαια», αλλά στη συνέχεια ζήτησε την ανάκλησή του λόγω σφοδρών αντιδράσεων στη Δύση. Η ένταση κορυφώθηκε με προκλητικές ενέργειες, καθαιρέσεις και αφορισμούς, καθώς και καταφυγή του Πάπα σε άσυλο (στους ναούς του Αγίου Πέτρου και της Αγίας Ευφημίας) υπό την απειλή βίαιης απομάκρυνσης από αυτοκρατορικούς αξιωματούχους. Παρά τις διακυμάνσεις και την τελική δημοσίευση του «Constitutum I» υπέρ των «Τριών Κεφαλαίων», ο Βιγίλιος διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία και μνημονευόταν στα δίπτυχα έως την έναρξη της Συνόδου.

Οι Εργασίες και οι Αποφάσεις της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου

Η Σύνοδος συνλθε το 553 στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Αγίου Ευτυχίου. Μετά την ανάγνωση του Βασιλικού «Τύπου» και την άρνηση του Πάπα Βιγιλίου να προσέλθει επικαλούμενος ασθένεια, η Σύνοδος προέβη στην εξέταση των κειμένων. Καταδικάστηκαν τα έργα του Θεοδώρου Μοψουεστίας —μετά από διαπίστωση ότι το όνομά του είχε ήδη διαγραφεί από τα δίπτυχα—, τα συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου και η επιστολή του Ίβα Εδέσσης ως αιρετική. Στην έβδομη συνεδρία, ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός απέστειλε «Τύπον» με τον οποίο ζητούσε τη διαγραφή του ονόματος του Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα, εφόσον υπερασπιζόταν τη δυσσέβεια. Η Σύνοδος υιοθέτησε την απόφαση αυτή, διαγράφοντας τον Πάπα από τα δίπτυχα χωρίς να καταδικάσει τον επισκοπικό του θρόνο, επιβεβαιώνοντας την αρχή ότι η εκκλησιαστική ενότητα είναι Χριστοκεντρική και βασίζεται στην ορθότητα της πίστεως.

Απάντηση σε Παραπλανητικό Δημοσίευμα

 


 Το ιστολόγιο «Εν τούτ νίκα» δημοσίευσε  σχολιασμό των κειμένων μας για τα Σιγίλλια του 1583, που αφορούν το Πασχάλιο και το Εορτολόγιο. 

(https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_23.html)

Ο αρθρογράφος Ι.Π. επιχείρησε με σοφιστικό τρόπο να αλλοιώσει τα όσα έγραψα, παραπλανώντας το αναγνωστικό κοινό. Η παρούσα απάντηση αποσκοπεί στην ανάδειξη της εκκλησιολογικής ουσίας του θέματος και στην αποκάλυψη των μεθοδεύσεων που συγχέουν την αστρονομική μέτρηση του χρόνου με τη θεολογική και λειτουργική σημασία των εορτών.

Α΄. Η Παραποίηση του Κειμένου μέσω της Σιωπής

Ο αρθρογράφος Ι.Π. παραθέτει το τέλος του Σιγιλλίου στη φράση

«ν καιρ τ προσήκοντι να μή τις παρακούσ.+»  

επικαλούμενος τον σταυρό (†) ως δήθεν σημείο λήξης του κειμένου. Το επιχείρημα αυτό  είναι άκρως παραπλανητικό, καθώς ο σταυρός στα χειρόγραφα και τις εκκλησιαστικές εκδόσεις δεν σημαίνει το τέλος του κειμένου, το οποίο δηλώνεται MONO με την τελεία. Ο σταυρός δηλώνει ότι η συγκεκριμένη πηγή παραλείπει το κείμενο που ακολουθεί.

Υπενθυμίζω 'οτι η πηγή που χρησιμοποίησα παραθέτει ξεκάθαρα τα εξής, που αποφεύγει να σχολιάσει ο Ι.Π.

«να γινώσκητε καί μολογτε, μηδέν νεχόμενοι, ς οκ στιν σύστατον τό παρ' μν παλαιόν Πασχάλιον καί ορτολόγιον λλά καί κόλουθον τος ρισθεσι παρά τν ν Νικαί γίων νδρν, καί κριβς ξετασθέν παρά θεοσόφων γίων νδρν, σκεμμένων τε καί πιστημόνων, τος εσεβέσι κδέδοται τυπωθέν· καί οδέποτε θετηθέντος, ς εί διαμέν φιλάττον τήν τάξιν ν λαχεν, τεσσάρων γάρ ντων τν το Πάσχα διορισμν, ς ν ατ τ κανονί πλατύτερον γνώσεσθε, μετ' πιμελείας ατό σκεπτόμενοι.».

 

 

Β΄. Το Παραλειφθέν Κείμενο και η Εκκλησιολογική του Σημασία

Παραθέτουμε το  κείμενο  που  ο αρθρογράφος παραθέτει ως συνέχεια του σιγιλλίου που δημοσιεύσαμε και το οποίο η δική μας πηγή ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΧΕ.:

Το επι πλέον κείμενο

μεταφραση

 

«ν καιρ τ προσήκοντι· να μή τις παρασύρ κα κσπάσ μς το βελτίονος κα τν ρθν δογμάτων κα τάξεως τς καθολικς κκλησίας μν· ταν δ πάλιν δεξώμεθα, περ δι τατα τύπωσαν· τότε κα πλατύτερον γράψομεν· ες σύστασιν μν μμάρτυρον, κα βεβαίωσιν τν μετέρων παρασάλευτον· λεγχον δ τν κείνων φληναφιν τ κα ποπτύς κατ ναντίρρητον· παραγγέλομεν ον κοιν, κα ποφαινόμεθα ν γί Πνεύματι γράφοντες συνοδικς, να καστος μν φυλάττ τν τάξιν τν δοθεσαν ατ, νεκποίητον κα μετάτρεπτον κα μή περβαίν τος ρους τος πατερικος κα θεοπαραδότους οχ πάρχοντες μετέρους λλ το Θεο· ς θεί Πνεύματι λαλησάντων κα τυπωσάντων ατούς, τν γίων κα θεοφόρων Πατέρων, κα τν θείων διδασκάλων μν· διαφυλαχθέντας κα τηρηθέντας χρι τς σήμερον παρ τς καθολικς κα ποστολικς κκλησίας μν· τις στερε κα διάπτωτος ε διαμένει κα πάγιος, κάλαμος οχ πάρχουσα, να π νέμων τοιούτων ταράττηται· μ κκλίνητε τοίνυν π τς εθείας δο, πειθόμενοι τος ερημένοις πσιν, ος νέκαθεν παρελάβετε· κούοντες μν κα τς γίας το Θεο κκλησίας, κα δι’ ατς το Χριστο· κούων, γρ φησί, μν μο κούει· κα θετν μς θετε· κα φετε Λατίνους παραχρμα πλάττειν ροσκόπους τ κα στροθεάμονας, καθάπερ Προμηθες κ πηλο πλάττειν νθρώπους στόρηται· να κα θεία χάρις το Θεο κα πατρός, κα Κυρίου μν ησο Χριστο, σν γί Πνεύματι· κα εχ κα ελογία τς μν μετριότητος, εησαν μετ πάντων μν· π Κωνσταντινουπόλεως. αννουαρί μηνί. ζϞα (1583).».

 

 «...στον κατάλληλο καιρό, ώστε να μη σας παρασύρει και σας αποσπάσει κανείς από το καλύτερο, τα ορθά δόγματα και την τάξη της καθολικής μας Εκκλησίας. Όταν δε πάλι λάβουμε όσα γι αυτούς τους λόγους όρισαν, τότε θα γράψουμε εκτενέστερα, προς έγγραφη σύσταση και ασάλευτη βεβαίωση των δικών μας θέσεων, αλλά και προς αναντίρρητο έλεγχο των δικών τους αερολογιών και εμπτυσμών. Παραγγέλλουμε λοιπόν σε όλους μαζί και αποφαινόμαστε εν Αγίω Πνεύματι, γράφοντας συνοδικώς, ώστε ο καθένας από εσάς να φυλάττει την τάξη που του δόθηκε, αναπαλλοτρίωτη και αμετάτρεπτη, και να μην υπερβαίνει τα πατερικά και θεοπαράδοτα όρια, τα οποία δεν είναι δικά μας αλλά του Θεού, καθώς τα ελάλησαν και τα όρισαν με το Θείο Πνεύμα οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες και οι θείοι διδάσκαλοί μας, και διαφυλάχθηκαν και τηρήθηκαν μέχρι σήμερα από την καθολική και αποστολική μας Εκκλησία, η οποία παραμένει πάντοτε στερεά, αδιάπτωτη και πάγια, χωρίς να είναι καλάμι για να ταράζεται από τέτοιους ανέμους. Μην εκκλίνετε, λοιπόν, από την ευθεία οδό, πειθόμενοι σε όλα όσα σας ειπώθηκαν και τα οποία εξαρχής παραλάβατε, ακούγοντας εμάς και την αγία Εκκλησία του Θεού, και δι αυτής τον Χριστό, διότι λέγει: "όποιος ακούει εσάς, εμένα ακούει, και όποιος αθετεί εσάς, εμένα αθετεί". Και αφήστε αυτούς τους Λατίνους να πλάθουν ωροσκόπους και αστρονόμους, όπως ιστορείται ότι ο Προμηθέας έπλαθε ανθρώπους από πηλό, ώστε η θεία χάρη του Θεού και Πατρός και του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν Αγίω Πνεύματι, και η ευχή και ευλογία της ημών μετριότητας, να είναι με όλους εσάς. Από Κωνσταντινουπόλεως. Μήνα Ιανουάριο. Έτος 7091 (= 1583 μ.Χ.).».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η λέξη «Ιουλιανό» δεν αναφέρεται πουθενά σε ολόκληρο το κείμενο, διότι για την Ανατολική Εκκλησία του 1583 το ημερολόγιο αυτό θεωρούνταν το εκκλησιαστικό Εορτολόγιο με το Πασχάλιο που  όρισαν οι Άγιοι Πατέρες στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Το κείμενο ορίζει την αμετακίνητη διατήρηση της τάξης με τις εκφράσεις «νεκποίητον κα μετάτρεπτον», δηλαδή αναπαλλοτρίωτη και αμετάβλητη.

Θεωρεί τους κανόνες υπολογισμού των εορτών ως θεοπαράδοτα όρια των Πατέρων («μ περβαίν τος ρους τος πατερικος κα θεοπαραδότους») και όχι ως ανθρώπινες αστρονομικές συμβάσεις που αναθεωρούνται.

Η φράση «φετε Λατίνους παραχρμα πλάττειν ροσκόπους τ κα στροθεάμονας» απορρίπτει τη διορθωτική παρέμβαση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ ως αυθαίρετη αστρονομική κατασκευή.

Το κείμενο δεν απαγορεύει ρητά τη «διόρθωση του ημερολογίου» ως αστρονομική έννοια ούτε χρησιμοποιεί τη λέξη «ημερολόγιο».

Αυτό που πραγματικά καταδικάζει είναι η αλλαγή της Εκκλησιαστικής Τάξεως και του Πασχαλίου, καθώς η γρηγοριανή μεταρρύθμιση ανέτρεπε τους κανόνες της Νίκαιας που απαιτούσαν το Ορθόδοξο Πάσχα να πέφτει πάντα μετά το εβραϊκό Πάσχα και μετά την εαρινή ισημερία. Καταδικάζει επίσης τη μονομερή επιβολή από τη Ρώμη χωρίς Οικουμενική Σύνοδο και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Πατριαρχείων της Ανατολής. Καταδικάζει την υποταγή της Θεολογίας στην Αστρονομία, δείχνοντας τη δυσπιστία της Εκκλησίας απέναντι στην «κοσμική» επιστήμη όταν εκείνη επιχειρεί να αλλάξει την ιερή λειτουργική ζωή.

Δ΄.Η Σύνοδος του 1923

Επειδή το κείμενο δεν δογμάτισε το Ιουλιανό ημερολόγιο αυτό καθαυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία το 1923 υιοθέτησε το «Διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο» για τις σταθερές εορτές (όπως τα Χριστούγεννα).Διατήρησε παράλληλα το παλαιό ημερολόγιο μόνο για τις κινητές εορτές (Πάσχα), ώστε να μην παραβιαστούν οι κανόνες της Νίκαιας. Η απαγόρευση του κειμένου αφορούσε την εκκλησιαστική και κανονική εκτροπή και την αλλαγή του Πασχαλίου, όχι την αστρονομική διόρθωση καθαυτή.

Αν ο Ι.Π.ανοίξει ένα βιβλίο αστρονομίας θα διαβάσει τα εξής:

Ιουλιανό Ημερολόγιο (Παλαιό)

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,25 ημέρες ( ημέρες και  ώρες).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό τροπικό έτος κατά 11 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα ετησίως.
  • Συσσώρευση Απόκλισης:
    • Χάνει 1 ημέρα κάθε 128 χρόνια.
    • Σήμερα (από το 1900 έως το 2100) απέχει 13 ημέρες από το πραγματικό ηλιακό ημερολόγιο (π.χ. όταν το πολιτικό ημερολόγιο δείχνει 7 Ιανουαρίου, το Ιουλιανό δείχνει 25 Δεκεμβρίου).

 

 

Γρηγοριανό Ημερολόγιο

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,2425 ημέρες ( ημέρες,  ώρες,  λεπτά και  δευτερόλεπτα).
  • Μηχανισμός Δίσεκτων Ετών: Δίσεκτα είναι τα έτη που διαιρούνται με το 4, εκτός από τα αιωνιαία έτη (1700, 1800, 1900, 2100...), τα οποία είναι δίσεκτα μόνο αν διαιρούνται ακριβώς με το 400 (π.χ. το 1600 και το 2000 ήταν δίσεκτα, ενώ το 1900 όχι).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Είναι μεγαλύτερο από το τροπικό έτος μόλις κατά 26 δευτερόλεπτα ετησίως.
  • Συσσώρευση Απόκλισης: Χάνει 1 ημέρα κάθε 3.225 χρόνια.

 

 

Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο (Νέο Εκκλησιαστικό)

  • Μέση διάρκεια έτους: 365,242222 ημέρες ( ημέρες,  ώρες,  λεπτά και  δευτερόλεπτα).
  • Μηχανισμός Δίσεκτων Ετών: Πιο περίπλοκος κανόνας για τα αιωνιαία έτη. Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο μόνο αν το υπόλοιπο της διαίρεσης του αριθμού του αιώνα με το 9 δίνει 2 ή 6 (π.χ. το 2000 και το 2400 είναι δίσεκτα, ενώ το 2100, 2200, 2300 όχι).
  • Αστρονομικό Σφάλμα: Διαφέρει από το πραγματικό τροπικό έτος κατά μόλις 2 δευτερόλεπτα ετησίως!
  • Συσσώρευση Απόκλισης: Χάνει 1 ημέρα κάθε 43.500 χρόνια, καθιστώντας το το πιο αστρονομικά ακριβές ημερολόγιο που έχει σχεδιαστεί.

 

 

ΣΧΕΣΗ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Πού διαφέρουν; (Η Αστρονομική διαφορά)

Η διαφορά τους κρύβεται στον κανόνα υπολογισμού των δίσεκτων αιωνιαίων ετών (δηλαδή των ετών που τελειώνουν σε -00, όπως το 1900, το 2000, το 2100 κ.λπ.):

  • Γρηγοριανό (Δυτικό): Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο αν διαιρείται δια του 400.
    • Παράδειγμα: Το 1600 και το 2000 ήταν δίσεκτα. Το 1900, το 2100 και το 2200 ΔΕΝ είναι.
  • Νέο Ημερολόγιο (Αναθεωρημένο Ιουλιανό): Ένα αιώνα έτος είναι δίσεκτο αν η διαίρεση του αιώνα με το 9 αφήνει υπόλοιπο 2 ή 6.
    • Παράδειγμα: Το 2000 και το 2400 είναι δίσεκτα. Το 2100, το 2200 και το 2300 ΔΕΝ είναι.

Το αποτέλεσμα: Λόγω αυτών των κανόνων, το Γρηγοριανό και το Νέο Ημερολόγιο συμπίπτουν 100% από το έτος 1600 έως το έτος 2800 (ένα διάστημα 1.200 ετών!).

3. Τι θα συμβεί το έτος 2800;

Το έτος 2800 είναι η πρώτη φορά που τα δύο ημερολόγια θα «διαφωνήσουν»:

  • Με το Γρηγοριανό, το 2800 θα είναι δίσεκτο έτος (, ακριβώς).
  • Με το Νέο Ημερολόγιο, το 2800 ΔΕΝ θα είναι δίσεκτο ( με υπόλοιπο , που δεν είναι ούτε  ούτε ).

Αυτό σημαίνει ότι από την 1η Μαρτίου του 2800, το Νέο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο θα προηγηθεί κατά 1 ημέρα από το Γρηγοριανό

 

 

Ε΄. Η Εκκλησιολογική Αλήθεια για το Ημερολόγιο

Ο αρθρογράφος του «Εν τούτω νίκα» επιχειρεί μετατόπιση της συζήτησης ισχυριζόμενος ότι το ζήτημα είναι αν η εορτή παρέμεινε στην ίδια ημερολογιακή θέση. Η επιχειρηματολογία αυτή συγχέει την αστρονομική μέτρηση του χρόνου με τη θεολογική και λειτουργική σημασία της εορτής.Το Ιουλιανό ημερολόγιο είχε αστρονομικό σφάλμα (έχανε 1 ημέρα ανά 128 έτη), με αποτέλεσμα η 25η Δεκεμβρίου να μετακινείται μακριά από τη χειμερινή τροπή του ηλίου, στην οποία η Εκκλησία είχε τοποθετήσει αρχικά τα Χριστούγεννα. Η διορθωτική αλλαγή του 20ού αιώνα δεν μετακίνησε την εορτή, αλλά επανέφερε τις εορτές στην ορθή αστρονομική και εποχιακή τους θέση.Οι Άγιοι Πατέρες δεν θεοποίησαν το Ρωμαϊκό ημερολόγιο του Ιουλίου Καίσαρα, αλλά χρησιμοποίησαν το ημερολόγιο της εποχής τους για συντονισμό της λειτουργικής ζωής.

Η Εκκλησία δεν σώζει τους πιστούς επειδή εορτάζουν σε συγκεκριμένη αστρονομική θέση της Γης, αλλά επειδή συνέρχονται ως ένα Σώμα για να τιμήσουν την Ενανθρώπηση.

Η διόρθωση έγινε ώστε π.χ. η 25η Δεκεμβρίου να ανταποκρίνεται στην ορθή μέτρηση του πραγματικού χρόνου και όχι σε ένα πλανώμενο υπολογιστικό σύστημα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου