Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο ΔΙΑΒΟΗΤΟΣ ηγούμενος της ΨΕΥΤΟΝΕΑΣ Εσφιγμένου λειτούργησε στην Λάβρα του Κιέβου με τους αχειροτόνητους τραμπουκους σχισματικούς καταληψίες.

Archimandrite Bartholomew and Serhiy Dumenko at the Lavra's Dormition Cathedral. Photo: OCU


Ο Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος, ο αναιδεστατος αυτος ρασοφορος, παρευρισκόμενος σε εορτασμό στη Λαύρα, διαβεβαίωσε τους παρευρισκόμενους ότι η δημιουργία της OCU δεν ήταν πολιτική πράξη.

Στις 10 Ιουλίου 2026, πραγματοποιήθηκε «λειτουργία» της σχισματικής OCU στον Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Λαύρας Κιέβου-Πετσέρσκ , στην οποία παρευρέθηκε ο ΨΕΥΤΟηγούμενος της νέας ΨΕΥΤΟΜονής  Εσφιγμένου, Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος, μαζί με αρκετούς άλλους μοναχούς.

Στην ομιλία του, ο Αρχιμανδρίτης Βαρθολομαίος δήλωσε ότι η δημιουργία της «ανεξάρτητης Εκκλησίας της Ουκρανίας» «δεν είναι πολιτική πράξη» και «όχι απλώς διοικητική αλλαγή», αλλά μάλλον «βαθύ πνευματικό κίνημα» και «επιστροφή στην αλήθεια». Ο Αγιορείτης προσκεκλημένος συνέδεσε την ιστορία της OCU με το όνομα του Αγίου Αντωνίου και κάλεσε τους πιστούς να «ενωθούν γύρω από τη Λαύρα» και να υποστηρίξουν τη δομή του Ντουμένκο.

Ταυτόχρονα, ενώ αρνήθηκε την πολιτική φύση των όσων συνέβαιναν, ο Αγιορείτης Ψευτοηγούμενος δώρισε στον επικεφαλής της OCU μια επισκοπική ράβδο «ως σύμβολο» του δεσμού με τη Μητέρα Εκκλησία και ένα αντίγραφο της εικόνας της Θεοτόκου «Αρσανιώτισσας». Η χορωδία, με επικεφαλής τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη του Οικουμενικού Πατριαρχείου Γρηγόριο Νταραβάνογλου, απέδωσε ύμνους σύμφωνα με τη βυζαντινή παράδοση.

Ο ...Αρχιμανδρίτης διαβεβαίωσε τους παρευρισκόμενους ότι «ολόκληρο το Άγιο Όρος» υποστηρίζει την OCU.

«Από κάθε μοναστήρι, κάθε σκήτη και κελί του Άθω, από κάθε καρδιά ενός Αγιορείτη μοναχού, ανεβαίνει μια προσευχή — για ειρήνη, για ενδυνάμωση, για ζωή», δήλωσε ο Ψευτοηγούμενος της Νέας Εσφιγμένου.


«ΣΗΜΕΙO ΜΗΔΕΝ» ΓΙΑ ΤO ΣΙΝΑ: Με νοίκι οι κήποι της Μονής!

 

«ΣΗΜΕΙO ΜΗΔΕΝ» ΓΙΑ ΤO ΣΙΝΑ: Με νοίκι οι κήποι της Μονής!

 

«ΣΗΜΕΙO ΜΗΔΕΝ» ΓΙΑ ΤO ΣΙΝΑ: Με νοίκι οι κήποι της Μονής!

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΛΑΘΡΑ

Στο «σημείο μηδέν» φαίνεται ότι οδηγούνται οι εξελίξεις γύρω από τη Μονή Σινά, με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της να περνά στο Αιγυπτιακό Κράτος, και τους μοναχούς να αρκούνται στο δικαίωμα χρήσης, καθεστώς που λίγο πολύ είναι παρόμοιο με την πρόσφατη απόφαση του δικαστηρίου της Ισμαηλίας, στο οποίο είχαν προσφύγει κατά της Μονής οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Καθώς αναμένεται η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αιγύπτου, στο οποίο έχουν προσφύγει τόσο η Αδελφότητα της Μονής, όσο και το Αιγυπτιακό Δημόσιο, διενεργούνται διμερείς συνομιλίες Αιγύπτου – Μονής, οι οποίες «βρίσκονται σε καλό σημείο και προσανατολίζονται σε μια φόρμουλα, η οποία αποτελεί την πιο ρεαλιστική λύση με τα αρνητικά δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου», σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα» (4/7/2026). Σύμφωνα πάντα με τις πληροφορίες της εφημερίδας, «οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται μεταξύ του αιγυπτιακού κράτους και της Ιεράς Μονής, με την Αθήνα να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και να έχει υποστηρικτικό ρόλο, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει το θέμα στην ατζέντα των επαφών του με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αλ Σίσι. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης έχει αναλάβει τις επαφές με την αιγυπτιακή κυβέρνηση και τον ομόλογό του, Μπαντρ Αμπντελάτι, ενώ και ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας, Γιώργος Καλαντζής, βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τη Μονή και το νομικό επιτελείο της».

Νομίζω δεν χρειάζονται περισσότερα στοιχεία για να τρομάξει οποιοσδήποτε εχέφρων άνθρωπος, αφού, όπως διαβάζουμε στο εν λόγω ρεπορτάζ του Νίκου Μελέτη, «σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, η συμφωνία θα αναγνωρίζει την κυριότητα όλων των χώρων στο Αιγυπτιακό Δημόσιο, ως αρχαιολογικών χώρων, αλλά θα αποδίδει στην Ιερά Μονή την κατοχή και χρήση τους στο διηνεκές, χωρίς βεβαίως την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ανταλλάγματος. Η συμφωνία καλύπτει όλα τα κτίσματα και τις εγκαταστάσεις εντός των τειχών, καθώς και εκκλησάκια εκτός των τειχών, όπως η εκκλησία της Αγίας Κορυφής». Και «Σε εκκρεμότητα παραμένει ποια ακόμη ακίνητα θα καλύψει η συμφωνία και με ποιον τρόπο. Για παράδειγμα, υπάρχει ζήτημα με τους κήπους της Μονής, οι οποίοι βρίσκονται εκτός των τειχών και είναι κρίσιμοι για τους μοναχούς και την τροφοδοσία της Μονής. Έχουν αποσυνδεθεί από τη Μονή, και στο τραπέζι έχουν πέσει ιδέες ακόμη και για μακροχρόνιες μισθώσεις έναντι συμβολικού τιμήματος». Με άλλα λόγια, πέραν τού ότι οι μοναχοί θα μπορούν να μένουν στη Μονή τους, καλή τη θελήσει του Αιγυπτιακού Δημοσίου, άνευ τιμήματος, θα πρέπει ωστόσο να μισθώνουν απ’ αυτό τούς κήπους και τα υπόλοιπα μέχρι σήμερα περιουσιακά τους ακίνητα!

Τώρα, πώς από όλα αυτά προκύπτει ότι «με τη συμφωνία, όπως επισημαίνει η ίδια πηγή (κυβερνητική προφανώς, του υπουργείου Εξωτερικών προφανέστατα) θα διασφαλίζεται οριστικά η Μονή και, για πρώτη φορά (!), θα διαθέτει έγγραφα που κατοχυρώνουν τη νομική προσωπικότητά της, μάλιστα σε συμφωνία με το αιγυπτιακό κράτος, για πρώτη φορά από την ίδρυσή του (!)», είναι μάλλον από τις γνωστές στρεψοδικίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Πέραν αυτού μάλιστα, «η συμφωνία, μάλιστα, προβλέπει ότι πλέον κανείς δεν θα μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη εναντίον της ρύθμισης που θα αποφασιστεί», άρα είναι τελεσίδικη, και «επίσης, θα αποτελεί το πρώτο νομικό κείμενο που θα προβλέπει συγκεκριμένες υποχρεώσεις του αιγυπτιακού κράτους έναντι της μοναστικής ζωής και της λειτουργίας της Μονής». Αυτό το τελευταίο είναι, σύμφωνα με δικές μας αυτή τη φορά πληροφορίες, η γεραπετρίτεια άποψη, με τη γνωστή «αφέλεια» του υπουργού μας των Εξωτερικών, που ηθελημένα αγνοεί ότι η Μονή είχε νομικό καθεστώς με υπερχιλιόχρονη ισχύ, πολύ πριν ιδρυθεί το σύγχρονο Αιγυπτιακό Κράτος.

«Πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις»: Μια λάθος χρήση της φράσης

 


Ορισμένοι μόνιμοι στρατιωτικοί αρνούνται να πάρουν τις νέες ψηφιακές ταυτότητες για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ρισκάροντας ακόμα και να απολυθούν. Ο Μητροπολίτης Κυθήρων τους στηρίζει δημόσια και ζητά από τους ένστολους και τους πιστούς να κάνουν αυτό που τους λέει η συνείδησή τους, κλείνοντας τη δήλωσή του με τη γνωστή φράση από την Αγία Γραφή: «Πρέπει να πειθαρχούμε στον Θεό μάλλον, παρά στους ανθρώπους».

Ας αφήσουμε στην άκρη την πολιτική συζήτηση και ας δούμε μόνο τη φράση αυτή.

Το ρητό προέρχεται από τις Πράξεις των Αποστόλων (κεφ. 5:27-29). Εκεί, οι αρχιερείς των Ιουδαίων μαλώνουν τους Αποστόλους και τους λένε:

«Σας διατάξαμε ρητά να μην ξαναδιδάξετε για το όνομα του Χριστού, κι εσείς γεμίσατε την Ιερουσαλήμ με τη διδασκαλία σας».

Αν συγκρίνουμε το τι έγινε τότε με το τι συμβαίνει σήμερα, η σύγκριση που κάνει ο Μητροπολίτης είναι εντελώς άστοχη, γιατί ουσιαστικά μπερδεύει τρία πράγματα:

  • Συγκρίνει την παραλαβή μιας ταυτότητας με την απαγόρευση να μιλάει κανείς για τον Χριστό.

  • Συγκρίνει την απόλυση/αποστρατεία με τη φυλάκιση και τα βασανιστήρια των Αποστόλων.

  • Συγκρίνει μια  πολιτική πρακτική  με έναν κανονικό διωγμό εναντίον της Εκκλησίας.

Η χρήση αυτού του χωρίου είναι λάθος. Τότε, οι αρχιερείς ζητούσαν από τους Αποστόλους να αρνηθούν τον Χριστό και να σταματήσουν το έργο τους. Σήμερα  κανείς δεν απαγορεύει στους στρατιωτικούς ή στους πολίτες να πιστεύουν κ.λ.π

Όταν παίρνουμε λόγια από την Αγία Γραφή και τα κολλάμε σε άσχετα θέματα (όπως τα διοικητικά έγγραφα), το μόνο που καταφέρνουμε είναι να μπερδεύουμε τον κόσμο και να φανατίζουμε τις συζητήσεις χωρίς λόγο.

(Ολόκληρο το σχετικό κείμενο βρίσκεται και στο link:https://www.orthodoxianewsagency.gr/mitropolitiko_ergo/i-m-kythiron-kai-antikythiron/o-kythiron-serafeim-gia-tis-ilektronikes-taytotites-monimon-stelexon-ton-enoplon-dynameon/

π.Δ.Α 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 6 TOY KEIMENOY “ OI ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ « ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (2016)



(ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Το πλήρες κείμενο του εγγράφου «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου» (Relations of the Orthodox Church with the Rest of the Christian World) είναι διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου:

holycouncil.org/rest-of-christian-world

 

6. Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον μετά των λοιπών χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την συμμετοχήν γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα

Σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα "Ιστορική ονομασία των Εκκλησιών"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_08.html γράψαμε τα εξής: Ο συγγραφέας (επίσκοπος Κύριλλος Κατερέλλος) επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.

Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:

  • Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
  • Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.

Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.

Στη συνέχεια θα επεκτείνουμε την κριτική της παραγράφου 6 σε σχέση με άλλες παραγράφους του ίδιου κειμένου (που ο επίσκοπος αποκρύπτει  επιμελώς να παρουσιάσει) ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ  ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ , προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ».

 

Οι αποφάσεις του Π.Σ.Ε. που αποδέχθηκε η Σύνοδος

1. Η Δήλωση του Τορόντο (1950)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 19):

«Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αι όντες μέλη του Π.Σ.Ε., θεωρούν ως απαράβατον όρον της συμμετοχής αυτών εις το Π.Σ.Ε. τον θεμελιώδη όρον του Συντάγματος αυτού, καθ' ον μέλη αυτού δύνανται να είναι μόνον οι πιστεύοντες εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα κατά τας Γραφάς, και ομολογούντες την Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, κατά το Σύμβολον της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Είναι βαθεία αυτών πεποίθησις ότι αι εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), τιτλοφορουμένης "Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών", είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον συμμετοχήν εις το Συμβούλιον.»

 

 

Τι διδάσκει η Δήλωση του Τορόντο:

  • Αναγνωρίζει ως «Εκκλησίας» τα μέλη του Π.Σ.Ε. (περισσότερα από 345 ομολογίες, εκ των οποίων οι περισσότρες προτεσταντικές).
  • Διδάσκει την θεωρία  των «ατελών Εκκλησιών» , καθ' ην έκαστον μέλος του Π.Σ.Ε. «έχει στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».
  • Διδάσκει την έννοιαν της «ενότητος εν ποικιλία» , ήτις αρνείται την δογματικήν ενότητα.
  • Διακρίνει μεταξύ «Εκκλησίας» (της Ορθοδόξου Εκκλησίας) και «Εκκλησιών» (των αιρετικών), αφαιρούσα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Ομολογεί ότι «οι εκκλησίαι αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (§ 2) — δηλαδή υπάρχει «Εκκλησία του Χριστού» υπέρ τας εκκλησίας-μέλη του Π.Σ.Ε.!
  • Αναγνωρίζει «εκκλησιαστικήν υπόστασιν» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Αποδέχεται το βάπτισμα των αιρετικών ως έγκυρο.

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται τη Δήλωση του Τορόντο ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Τι λέει αυτή η Δήλωση; Ότι το Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών) δεν είναι μια «υπερ-Εκκλησία», αλλά και ότι καμία Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάξει τη δική της εκκλησιολογία (τη διδασκαλία της για την Εκκλησία).

Όμως, η ίδια Δήλωση αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» όλα τα μέλη του Π.Σ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των προτεσταντικών ομολογιών που δεν έχουν ιεροσύνη, δεν έχουν μυστήρια και δεν έχουν αποστολική διαδοχή.

Η Σύνοδος της Κρήτης, με το να αποδεχτεί αυτή τη Δήλωση, έβαλε και επίσημα την «εκκλησιολογία των ατελών Εκκλησιών» μέσα στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

2. Το Κείμενον Λίμα (BEM – Baptism, Eucharist and Ministry, 1982)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 21):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιθυμεί να στηρίξη το έργον της Επιτροπής "Πίστις και Τάξις" και παρακολουθεί με ιδιαιτέραν προσοχήν την θεολογικήν αυτής συμβολήν μέχρι σήμερον. Εκτιμά θετικώς τα υπ' αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα, τα οποία επεξεργάσθησαν με την σημαντικήν συμμετοχήν Ορθοδόξων θεολόγων και αποτελούν επαινετόν βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών. Παρ' όλα ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις επί κεφαλαιωδών ζητημάτων της πίστεως και της τάξεως, διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι απεκλίνησαν από την αληθινήν πίστιν της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.»

 

 

Τι διδάσκει το Κείμενον Λίμα (BEM):

α) Περί Βαπτίσματος (§ 6, 13, 15):

  • «Το κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει, αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος... Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής εργασίας» (§ 6).
  • «Το βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως "επαναβαπτισμός"... αι Εκκλησίαι... θα απέχουν πάσης πρακτικής η οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων Εκκλησιών» (§ 13).
  • «Αι Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού... Η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ. Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (§ 15).

β) Περί Ευχαριστίας (§ 19, 21):

  • «Εάν μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ' αυτών και εις τους λειτουργούς των το δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν ή να προΐστανται αυτής, η καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (§ 19).
  • «Έχομεν τεθή υπό συνεχή κρίσιν... ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (§ 21).

γ) Περί Ιερωσύνης (§ 53, 54):

  • «Διά να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης, το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην» (§ 53).
  • «Ορισμέναι Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας. Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ό,τι αφορά εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (§ 54).

Η κριτική: Εδώ η Σύνοδος αποδέχεται θετικά το Κείμενο της Λίμα (BEM – Βάπτισμα, Ευχαριστία και Ιεροσύνη, 1982), το οποίο:

  • Διδάσκει την αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και αιρετικούς.
  • Προωθεί την κοινή Θεία Κοινωνία (Ευχαριστία) ανάμεσα σε διάφορες «Εκκλησίες».
  • Καταδικάζει την «ομολογιακή εμμονή» (την επιμονή δηλαδή στην ορθόδοξη ομολογία πίστης) ως εμπόδιο για την ενότητα.
  • Αναγνωρίζει «αποστολικό περιεχόμενο» στην ιεροσύνη αιρετικών που δεν έχουν αποστολική διαδοχή.
  • Θεωρεί τη χειροτονία γυναικών ως ένα ζήτημα που δεν αποτελεί «εμπόδιο αποφασιστικού χαρακτήρα».

Η φράση «επαινετό βήμα στην Οικουμενική Κίνηση» σημαίνει ότι η Σύνοδος θεωρεί το κείμενο BEM ως θετική εξέλιξη και όχι ως αίρεση. Οι «επιφυλάξεις» που επικαλείται είναι χωρίς ουσία, επειδή στην πραγματικότητα η αποδοχή είναι πλήρης.

 

3. Η Συνταγματική Βάσις του Π.Σ.Ε.

«Έν των κυριωτέρων σωμάτων εν τη ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Ορισμέναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ήσαν μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Συμβουλίου και ύστερον, πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη. Το Π.Σ.Ε. είναι διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει πάσας τας μη Ορθοδόξους χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας.»

 

 

Η απόφαση της Συνόδου (§ 16):

Η κριτική: Η Σύνοδος αναγνωρίζει το Π.Σ.Ε. ως «διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα» και αποδέχεται την συμμετοχή Ορθοδόξων Εκκλησιών σε  αυτό. Η φράσις «πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη» αποτελεί δικαιολόγηση  της συμμετοχής, άνευ ελέγχου των θεολογικών προϋποθέσεων. Η αποχώρηση των Εκκλησιών Γεωργίας (1997) και Βουλγαρίας (1998) αναφέρεται ως «ιδία γνώμη» αυτών, ενώ αύτη εκφράζει την ορθόδοξη  συνείδηση.


4. Η Εκκλησιολογία της «Ενότητος εν Ποικιλία»

Η απόφαση της Συνόδου (§ 4):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ήτις αδιαλείπτως προσεύχεται "υπέρ της ενώσεως πάντων", αεί καλλιέργησε τον διάλογον μετά των απ' αυτής αλλοτριωθέντων, των μακράν και εγγύς. Εν ιδιαιτέρα, έπαιξε πρωταγωνιστικόν ρόλον εις την σύγχρονον αναζήτησιν οδών και μέσων διά την αποκατάστασιν της ενότητος των πιστευόντων εις τον Χριστόν, και συμμετείχεν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν εξ αρχής, και συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν και περαιτέρω ανάπτυξιν αυτής.»

 

 

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται την Οικουμενική Κίνηση ως θετική εξέλιξη και δικαιολογεί τη συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτήν. Η φράση «συνέβαλε στη διαμόρφωση και την παραπέρα ανάπτυξή της» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαμόρφωσε και προώθησε τον Οικουμενισμό, και όχι ότι απλώς συμμετέχει σε αυτόν.


5. Η Αμοιβαία Αναγνώριση

Η απόφαση της Συνόδου (§ 20):

«Αι προοπτικαί διεξαγωγής θεολογικών διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λοιπού χριστιανικού κόσμου καθορίζονται αεί επί της βάσεως των κανονικών αρχών της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη καθιερωμένης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κανών 7ος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανών 95ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Η κριτική: Παρά την επίκληση των Κανόνων, η Σύνοδος δεν τους εφαρμόζει. Ο 7ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης ορίζουν ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι άκυρα και ότι όσοι προσέρχονται στην Ορθοδοξία πρέπει να αναβαπτίζονται. Η Σύνοδος, αντίθετα, διδάσκει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση», πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει το ζήτημα ανοιχτό.


6. Η Εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην Συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.

Η απόφαση της Συνόδου (§ 17):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιχαίρει διότι εγκρίθη η εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.»

 

 

Τι προέβλεπεν η Εισήγησις:

  • Ομολογιακή  κοινή προσευχή
  • Διομολογιακή  κοινή  προσευχή  

Η κριτική: Αυτές οι πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες προς την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την κανονική τάξη (45ος Κανόνας των Αποστόλων, 10ος Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, 32ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας). Η Σύνοδος «χαίρεται» για την έγκριση προτάσεων οι οποίες καταργούν τους ιερούς Κανόνες.

Πρωτοπρεσβ. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΙΚΟ ΒΟΥΛΕΥΜΑ

 


 

 

Πρωτοπρεσβύτερος γγελος γγελακόπουλος

Mr Θεολογίας

Σπετσν 16

185 38 Πειραιεύς

Email : paggelos7@gmail.com

ν Πειραιε 09-07-2026

Πρός τόν

Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πειραις κ.κ. Σεραφείμ

Φίλωνος 45

185 31 νταθα

Email : impireos@hotmail.com

Τηλ. Κέντρο 210 4514833

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

ν συνεχεί το πό 03-07-2026 πομνήματός μου, κοινοποιηθέντος νομίμως μν ς δείκνυται κ τς π’ ριθμόν 5272Γ/03-07-2026 κθέσεως πιδόσεως το δικαστικο πιμελητο κ. Γεωργίου Πάπαρη, καί τό ποον περιέργως ποκρύπτεται, πανέρχομαι μέ τήν παροσαν μου. Ες τήν κοινοποίησιν το νωτέρω πομνήματός μου, προέβην διά τούς ν ατ ναφερομένους λόγους, τούς ποίους μετά λύπης μου ντιδεοντολογικς, σιωπ, ντιπαρέρχεσθε καί Σς παρακαλ νά λάβετε σοβαρς π’ ψιν.

θεν ναφέρω προσέτι τά κάτωθι :

ΘΕΜΑ :

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΔΙΩΚΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ Ι. Μ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΜΕ ΤΙΤΛΟ : «ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ˙ ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΘΕΣΠΙΣΜΑ» ΚΑΙ «ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΙΚΟΝ ΒΟΥΛΕΥΜΑ»

Σεβασμιώτατε,

λαβα τήν Δευτέρα 06-07-2026 μέσ στυνομικο ργάνου κόμη δύο γγραφά Σας μέ τίτλο : «πισκοπικόν Δικαστήριον˙ Κλητήριον Θέσπισμα» μέ ριθμ. πρωτ. 540 καί «Παραπεμπτικόν Βούλευμα» μέ ριθμ. πρωτ. 537, μέ τά ποία παναλαμβάνετε τήν δια πιχειρηματολογία καί τίς διες κατηγορίες, πού διετυπώσατε στά δύο γγραφά Σας, τήν «Κανονική δίωξη», πού σκήσατε ναντίον μου, μέ ρ. πρωτ. 491/17-06-2026, καί τήν «Κλήση πρός πολογία» μέ ρ. πρωτ. 4/26-06-2026, μέ τά ποία μέ καλετε νά μφανισθ νώπιον το πισκοπικο Δικαστηρίου τς . Μ. Πειραις τήν Πέμπτη 09 ουλίου 2026 στίς 11 π.μ., γιά νά δικαστ, προσεπιδηλοντες τι σέ περίπτωση πειθείας καί μή μφανίσεώς μου θά δικασθ ρήμην.

π ατν σς γνωρίζω τ κατωτέρω :

1.  πιλογή ποβολς το προαναφερθέντος πομνήματός μου καί το παρόντος γγράφου μου, ντί τς μφανίσεώς μου, οδόλως ποτελε μολογία τς πλήρους νοχς μου, πως σφαλμένως σχυρίζεστε, οτε σέβεια πρός τόν θεσμό καί τά πρόσωπα, λλά πιβεβλημένη προστασία μου πό τ πνεμα τς ντιδικίας καί ντιπαλότητος, τίς ποίες δυστυχς φαίνεται τι χετε υοθετήσει.

2. ποχρεοστε στήν ναστολή τς κδικάσεως νώπιον το πισκοπικο δικαστηρίου ως του πόθεσή μου κδικαστε καί κριθε τουλάχιστον τελεσιδίκως νώπιον το καθ’ λην καί κατά τόπον ρμοδίου δικαστηρίου, τοι το Μονομελος Πλημμελειοδικείου Πειραις, νώπιον το ποίου χει ριστε νά κριθε πόθεση σέ πρτο βαθμό τήν 05η -04-2027.

3. λλως, σέ περίπτωση κδικάσεως νώπιον το πισκοπικο δικαστηρίου τς νω ποθέσεως, παραβιάζονται ο ρχές περί δικαίας δίκης ρθρο 6 ΕΣΔΑ καί τοτο διότι τό ς νω πισκοπικό δικαστήριο, τό ποο θά κδικάσει τήν πό κρίσιν πόθεσή μου, σύμφωνα μέ τό ρθρο 117 παράγραφος 2 το Ν.5383/1932, δέν χει τά χέγγυα τς λειτουργίας νός μιγς ποινικο δικαστηρίου, τά ποία δικαιοται ποιοσδήποτε κατηγορούμενος, ποος τεκμαίρεται θος ως τήν μετάκλητη κδίκαση τς ποθέσεώς του.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Το μεγάλο ψέμα της αντίστασης: Όταν αρνείσαι την ηλεκτρονική ταυτότητα αλλά κρατάς βιομετρικό διαβατήριο, η πλάνη είναι οικτρή

 



Γράφει συν Θεώ ο Νικόλαος Ζώτος


Το ζήτημα της έκδοσης των νέων ηλεκτρονικών Ταυτοτήτων και του Προσωπικού Αριθμού (Π.Α.) απασχολεί έντονα ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο βλέπει σε αυτήν την τεχνολογία τον πλέον σοβαρό κίνδυνο. Όταν όμως κάποιος αρνείται αυτά τα έγγραφα, αλλά ταυτόχρονα κατέχει, εκδίδει ή χρησιμοποιεί το νέο βιομετρικό διαβατήριο, περιέρχεται σε μια βαθύτατη πνευματική, λογική και πρακτική αντίφαση. Ακόμη και αν αυτό συμβαίνει χωρίς δόλο, η πλάνη παραμένει υπαρκτή, καθώς η άγνοια του Νόμου του Θεού δεν δικαιολογείται, όπως ακριβώς δεν δικαιολογείται και η άγνοια του ανθρώπινου νόμου

 

1. Οι Κατηγορίες των Αντιδρώντων και η Κοινή Αντίφαση

Η άρνηση απέναντι στο νέο αυτό ψηφιακό καθεστώς δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά ξεκινά από δύο διακριτές αφετηρίες:

● Από τη μία πλευρά, είναι οι Αντιρρησίες Ελληνορθόδοξης Συνείδησης, οι οποίοι αρνούνται συνειδητά την παραλαβή της νέας ηλεκτρονικής Ταυτότητας σε φυσική ή ψηφιακή μορφή, καθώς και του Προσωπικού Αριθμού. Η στάση τους αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη βαθιά τους πνευματικότητα και την αγάπη τους προς τον Θεό, για την οποία είναι έτοιμοι να φτάσουν στην άρνηση του Συστήματος ακόμη και μέχρι θανάτου

 ● Από την άλλη πλευρά, είναι όσοι αντιδρούν για προσωπικούς, κοινωνικούς ή ιδεολογικούς λόγους, οι οποίοι, ανεξάρτητα από την Ορθόδοξη Πίστη, αρνούνται κατηγορηματικά για τις δικές τους πεποιθήσεις να ενταχθούν σε αυτό το παγκόσμιο Σύστημα ελέγχου

 Για όλους αυτούς, η καταφυγή στο ηλεκτρονικό Διαβατήριο και/ή στην ηλεκτρονική Άδεια Οδήγησης —και τα δύο νέας γενιάς με Βιομετρικά Δεδομένα και τεχνολογία RFID μικροτσίπ (Radio Frequency Identification = Ταυτοποίηση μέσω Ραδιοσυχνοτήτων)— ως και καλά δήθεν «εναλλακτική λύση», δηλαδή ως εναλλακτικά μέσα εγχώριας ταυτοποίησης και συναλλαγής με το κράτος, συνιστά μια κατάσταση όπου πλανώνται πλάνην οικτρά. Διότι, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «πονηρο δ νθρωποι κα γόητες προκόψουσιν π τ χερον, πλανντες κα πλανώμενοι» (Β΄ Τιμ. 3, 13)

Έναντι αυτής της αποστολικής ρήσης, πολλοί θα προβάλουν την ένσταση —κινούμενοι από ανθρώπινες αδυναμίες, αλχημείες και εγωιστικές διαθέσεις— ότι οι ίδιοι δεν είναι «πονηροί» και ότι η χρήση του Διαβατηρίου δεν γίνεται από δόλο, αλλά από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της ανάγκης για επιβίωση. Αυτή ακριβώς όμως είναι η λεπτή παγίδα που κάνει και όλη τη διαφορά: ο Πονηρός δεν

παραμένει ταυτόσημη και ισόκυρη και της αυτής ίδιας τεχνολογίας βάσει των Ευρωπαϊκών και Διεθνών Προτύπων Ασφαλείας

 ● Η Ουδετερότητα της Αναγραφής του Π.Α.: Ο Προσωπικός Αριθμός αποτελεί τον απόλυτο ψηφιακό μοναδικό κωδικό ενοποίησης του πολίτη. Είναι το ψηφιακό κλειδί της ηλεκτρονικής Ταυτοποίησης και χωρίς αυτόν δεν μπορεί να λειτουργήσει η παγκόσμια διακυβέρνηση. Είτε, λοιπόν, αυτός ο Αριθμός αναγράφεται εξωτερικά πάνω στην κάρτα της Ταυτότητας για απλή υπενθύμιση του πολίτη,

είτε όχι, η χρήση του γίνεται κανονικά και υποχρεωτικά μέσα από το ηλεκτρονικό σύστημα. Η απουσία της οπτικής αναγραφής δεν αναιρεί την πνευματική και συστημική του ισχύ· το σύστημα τον αναγνωρίζει και τον χρησιμοποιεί σε κάθε συναλλαγή με τις κρατικές υπηρεσίες αρχικά, και μετά από λίγο καιρό κατ’ επέκταση σε κάθε πτυχή της ζωής


4. Η «Εκ Δεξιών Πλάνη» και η Ευθύνη της Άγνοιας 

Στην Ορθόδοξη Πνευματική Παράδοση, η «εκ δεξιών πλάνη» περιγράφει την κατάσταση όπου ο άνθρωπος, ωθούμενος από ζήλο, που στερείται όμως επίγνωσης και διάκρισης, πέφτει μοιραία σε πνευματική παγίδα. Πολλοί από όσους αρνούνται την Ταυτότητα αλλά δέχονται τα σύγχρονα άλλα ηλεκτρονικά έγγραφα ταυτοποίησης ισόκυρα της Ταυτότητας, όπως είναι το Διαβατήριο και η Άδεια Οδήγησης, δεν ενεργούν με δόλο, αλλά από άγνοια των τεχνικών και πνευματικών δεδομένων

Ωστόσο, η άγνοια αυτή δεν αποτελεί δικαιολογία. Αν στην ανθρώπινη δικαιοσύνη η άγνοια του νόμου δεν συγχωρείται, πολύ περισσότερο ο πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός οφείλει να γνωρίζει τον Νόμο του Θεού και να εξετάζει με ακρίβεια τις πράξεις του. Η επιλεκτική αυτή στάση καλλιεργεί μια ψευδίσθηση ασφάλειας, την ώρα που έχει ήδη γίνει συμβιβασμός με το ίδιο σύστημα μέσω μιας άλλης οδού

5. Το Έλλειμμα Πνευματικής Διάκρισης και η Μόλυνση της Συνειδήσεως

Στην πατερική θεολογία, η διάκριση θεωρείται η ανώτερη των αρετών, διότι χωρίς αυτήν ακόμα και ο ζήλος μετατρέπεται σε σκοτισμό του νοός. Όταν ο πιστός εγκλωβίζεται στη λεπτομέρεια ενός χαρτιού (της Ταυτότητας) αλλά εθελοτυφλεί μπροστά στην ουσία (το μικροτσίπ του Διαβατηρίου), αποδεικνύει ότι η αντίστασή του δεν καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, αλλά από την ανθρώπινη λογική και τον εγωισμό

Η πνευματική ζωή δεν επιδέχεται «στεγανά». Δεν μπορεί ένα μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου να παραμένει «καθαρό» επειδή κρατά μια παλιά Ταυτότητα, και ένα άλλο μέρος να παραδίδεται στο ψηφιακό σύστημα ελέγχου μέσω του βιομετρικού Διαβατηρίου για χάρη μιας ταξιδιωτικής διευκόλυνσης ή μιας οικονομικής συναλλαγής. Αυτός ο πνευματικός δυϊσμός μολύνει τη συνείδηση του πιστού, ο οποίος χάνει σταδιακά την παρρησία του απέναντι στον Θεό. Η χάρη του Θεού απομακρύνεται από τον άνθρωπο που προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, αφήνοντάς τον γυμνό και ανυπεράσπιστο απέναντι στις μεθοδείες του Πονηρού, την ίδια ώρα που ο ίδιος αυταπατάται νομίζοντας ότι κάνει «πνευματικό αγώνα»

6. Ο Δόλος, ο Εμπαιγμός και οι Εκπτώσεις στη Σωτηρία

Πέρα όμως από την άγνοια, υπάρχει και μια κατηγορία ανθρώπων που ενεργούν επί σκοπού και με δόλο. Είναι εκείνοι που πιστεύουν ψευδώς ότι με τέτοιους ελιγμούς και τεχνάσματα θα καταφέρουν να «νικήσουν το Σύστημα», κρατώντας δήθεν την πνευματική τους καθαρότητά ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων μέσω της άρνησης της Ταυτότητας, ενώ την ίδια στιγμή συμβιβάζονται με το Διαβατήριο και/ή την Άδεια Οδήγησης

Σε ζητήματα σωτηριολογικής σημασίας με αιώνιες προεκτάσεις, δεν χωρούν εκπτώσεις και σκοπιμότητες. «Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. 6, 7)· ο Κύριος δεν εμπαίζεται, ούτε δέχεται δαιμονικές πρακτικές τύπου λιβελοφόρων και μεσοβέζικες δήθεν λύσεις, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. Ο Θεός είναι Ζηλωτής και Ακριβοδίκαιος. Ουδεμία κοινωνία έχει το Φως με το σκοτάδι, ο Χριστός με τον Βελία, το Τραπέζι του Κυρίου με το τραπέζι των δαιμονίων. Το Άγιο Πνεύμα ορίζει διαχρονικά μέσα στην Εκκλησία το «δός αίμα και λάβε Πνεύμα» – η σωτηρία και η πνευματική ελευθερία απαιτούν ολοκληρωτική θυσία και ξεκάθαρη Ομολογία, όχι πονηρούς συμβιβασμούς.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου