Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ε- ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Β) -ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Η Στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Η Εκκλησία της Ελλάδας δεν πήγε καθόλου στη συνάντηση του Μπαλαμάντ. Ήταν μία από τις έξι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίαζαν. Η απουσία της δεν ήταν τυχαία. Είχε ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει σε διάλογο αν η Ρωμαιοκαθολική πλευρά δεν απορρίψει πρώτα οριστικά και ξεκάθαρα την Ουνία. Στην επιστολή που έστειλε προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 8 Δεκεμβρίου 1994 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας εξέφρασε την απόλυτη απόρριψή της στο κείμενο. Η Σύνοδος τόνισε ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ υπονομεύει όσα είχαν συμφωνηθεί στο Φράιζινγκ το 1990, όπου η Ουνία είχε καταδικαστεί ξεκάθαρα. Στο Μπαλαμάντ αντίθετα το πνεύμα άλλαξε και η Ουνία παρουσιάστηκε με θετικό τρόπο. Μέσα από συγκεκριμένες παραγράφους του κειμένου οι Ουνιτικές εκκλησίες νομιμοποιούνται όχι μόνο ως προς την ύπαρξή τους αλλά και ως προς τη δράση τους. Η Σύνοδος κατηγόρησε τους Ορθόδοξους αντιπροσώπους που υπέγραψαν ότι ξέχασαν τα βάσανα που προκάλεσαν οι Ουνίτες στους Ορθόδοξους κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τους κατηγόρησε ότι δέχτηκαν τους Ουνίτες ως ίσους συνομιλητές και ότι παραιτήθηκαν από την πεποίθηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Σύνοδος προειδοποίησε ότι το κείμενο οδηγεί σε επικίνδυνες εκκλησιολογικές συνέπειες γιατί στην ουσία προτείνει άμεση κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών κάτι που θα σταματούσε τον ίδιο τον θεολογικό διάλογο. Τελικά το συμπέρασμα της Εκκλησίας της Ελλάδας ήταν ότι το κείμενο είναι απαράδεκτο για κάθε Ορθόδοξο. Είναι ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων που είχαν ορίσει τα όρια του διαλόγου.

Η Κριτική του Πατέρα Θεόδωρου Ζήση

Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης σε βιβλίο του για την Ουνία άσκησε έντονη κριτική στο κείμενο. Κατ' αρχάς είπε ότι το Μπαλαμάντ αναιρεί όσα είχαν συμφωνηθεί στη Βιέννη και στο Φράιζινγκ. Παρόλο που η Ουνία απορρίπτεται στα λόγια ως μέθοδος ένωσης στην πράξη το κείμενο την αθωώνει και τη δικαιώνει. Αντί να την αντιμετωπίζει ως εκκλησιολογική ανωμαλία την επαινεί για την πιστότητά της στη Ρώμη. Ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο διάλογος δεν θα προχωρούσε χωρίς να λυθεί πρώτα το πρόβλημα της Ουνίας το κείμενο καλεί τους Ουνίτες να συμμετάσχουν ως ίσοι. Ταυτόχρονα αφήνει αιχμές κατά των Ορθόδοξων λέγοντας ότι αυτοί παρεμποδίζουν την ενότητα. Ο πατέρας Ζήσης είδε μεγάλες εκκλησιολογικές υποχωρήσεις. Η απαγόρευση του αναβαπτισμού εξισώνει δογματικά τις δύο Εκκλησίες. Θεωρεί ότι και οι δύο έχουν γνήσια πίστη μυστήρια και αποστολική διαδοχή. Αυτό ακυρώνει την παράδοση αιώνων που θεωρεί τους Ρωμαιοκαθολικούς αιρετικούς. Η αποδοχή του όρου αδελφές εκκλησίες είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παύει να θεωρείται η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και υποβιβάζεται σε απλό τμήμα της Εκκλησίας του Χριστού όπως λέει η προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο πατέρας Ζήσης μίλησε και για διγλωσσία. Είναι απαράδεκτο να αποδέχεσαι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αδελφή και ταυτόχρονα να τη θεωρείς αιρετική και σχισματική. Η Εκκλησία εκφράζεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Όσοι δεν μνημονεύονται δεν είναι μέλη της. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα. Ο μόνος δρόμος για ένωση είναι να λυθεί η αιτία της ακοινωνησίας. Επίσης επέκρινε την ορολογία. Αντί για Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που ήταν ο καθιερωμένος όρος στον διάλογο το κείμενο λέει Καθολική Εκκλησία. Επίσης οι Ουνίτες ονομάζονται Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες κάτι που προσβάλλει την ιστορική μνήμη της Ορθοδοξίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο πατέρας Ζήσης θεωρεί το κείμενο απαράδεκτο και λέει ότι πρέπει να προβληματιστούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αν ο διάλογος είναι τελικά χρήσιμος ή επιζήμιος.

Η Κριτική του Καθηγητή Ηλία Πατσαβού

Ο καθηγητής Κανονικού Δικαίου Ηλίας Πατσαβός από τη Βοστώνη δημοσίευσε τον Μάιο του 1994 άρθρο στο περιοδικό Eastern Churches Journal με σκληρή κριτική. Είπε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το κείμενο αναγνωρίζει ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί μαζί αποτελούν τη Μία Αγία Εκκλησία. Με αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι εγκαταλείπουν την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχονται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο Πατσαβός τόνισε ότι στην Ορθόδοξη παράδοση αδελφές εκκλησίες λέγονται μόνο οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μεταξύ τους και όχι οι ετερόδοξες. Η αποδοχή του όρου στο Μπαλαμάντ είναι μόνο λεκτική και δεν έχει θεολογικό βάθος. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχτεί τη Ρωμαιοκαθολική ως αδελφή τότε αναγκάζεται να αναγνωρίσει ως αδελφές και τις Ουνιτικές Εκκλησίες που είναι σε κοινωνία με τη Ρώμη. Οπότε αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος να λέει το κείμενο ότι καταδικάζει την Ουνία όταν στην ουσία την αναγνωρίζει. Ο Πατσαβός είπε ότι το κείμενο δίνει στους Ουνίτες τη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν ορθή εκκλησιολογία και έτσι εμποδίζεται ο υγιής προβληματισμός μέσα στις Ουνιτικές Εκκλησίες. Σχετικά με την Αγία Γραφή ο Πατσαβός απέρριψε την ερμηνεία που δίνει το κείμενο στο χωρίο Ιωάννη 17:21 όπου ο Χριστός λέει ίνα πάντες εν ώσιν. Το Μπαλαμάντ ερμηνεύει το χωρίο ως προσευχή για την ένωση των εκκλησιών. Ο Πατσαβός λέει ότι ο Χριστός δεν προσεύχεται για την ένωση εκκλησιών αλλά για την ολοκλήρωση των διδασκαλιών Του μέσα από τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Χαρακτήρισε ανιστόρητη την παράγραφο 10 του κειμένου γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαμόρφωσε τη σωτηριολογία της ως αντίδραση στην Ουνία αλλά την είχε ήδη από τον Άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας πολύ πριν. Επίσης είπε ότι είναι άτοπο να συνδέεται η απαγόρευση του αναβαπτισμού με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν βαπτίζει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ο Πατσαβός φοβήθηκε ότι η προώθηση της ένωσης χωρίς να λυθούν πρώτα οι δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο το αλάθητο και η κτιστή χάρη κινδυνεύει να τις υποβαθμίσει σε απλά θεολογούμενα. Τέλος τόνισε ότι η απουσία έξι Ορθόδοξων Εκκλησιών από τη συνάντηση είναι πολύ σημαντικό γεγονός και ότι οι αντίρροπες ιστορικές μνήμες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες κάνουν τη συγχώρεση πολύ δύσκολη στην πράξη. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρεί τη σκληρή κριτική των Ορθοδόξων κατά του Μπαλαμάντ απόλυτα δίκαιη.

 

"Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών" και οι Επίσκοποι που συμμετέχουν σ' αυτό. Αλλά μέχρι σήμερα εις ώτα μη ακουόντων!

ΑΓΙΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΤΕ ΣΤΗΝ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ Π. Σ.Ε.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ:
«Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν»
Ὤ ποία ἀπάτη και παγίδα! θὰ ἔπρεπε νὰ λέγεται Παγκόσμιον Συνέδριον αἱρετικῶν.

«ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ»·
ΑΓΙΟΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΤΕ
ΣΤΗΝ ΣΑΤΑΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ, ΔΕΝ ΑΚΟΥΤΕ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ;

«Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν δύνανται νὰ συμμετέχουν εἰς Συμβούλια καὶ Συνελεύσεις τῶν αἱρετικῶν ὡς ὀργανικὰ μέλη, νὰ ψηφίζουν καὶ νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ λαμβάνουν μονίμους θέσεις εἰς Ἐπιτροπὰς τεταγμένας νὰ ἐκτελοῦν τὰς ἀποφάσεις τῶν Γ. Συνελεύσεών των».
Μητροπ. Σάμου Εἰρηναῖος


Ὁποία τραγικὴ εἰρωνεία! Ἀντὶ περιφραγμάτων ἡ Ἑλλὰς ἀνοίγει τὰς θύρας της διὰ νὰ ὑποδεχθῆ ποίους; Τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μᾶς στέλλουν ἐδῶ τοὺς πράκτορές των διὰ νὰ προσηλυτίσουν Ἕλληνας εἰς τὰς αἱρέσεις των.
«Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν» σοῦ λέγουν. ΠαγκόσμιονΣυνέδριον Ἐκκλησιῶν, καὶ ἄς ἀπουσιάζουν ἀπʼ αὐτὸ ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία καὶ αἱ περισσότεραι αὐτοκέφαλαι Ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς. Ὁποία ἀπάτη! Ὁποία παγίς! Παγκόσμιον Συνέδριον Ἐκκλησιῶν. Τὸ ὀρθόν: θὰ ἔπρεπε νὰ λέγεται καὶ νὰ γράφεται Παγκόσμιον Συνέδριον αἱρετικῶν… Καὶ εἰς τὴν παγίδα αὐτὴν τοῦ Π.Σ.Ε. ὡς ἀνόητα πτηνά, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρχει σύνεσις, ἐμπίπτουν θεολόγοι, καὶ τὸ ἀκόμη χειρότερον, ἐπίσκοποι καὶ μητροπολῖται ὡρισμένον Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Σεβασμ. Μητροπολίτην Ρόδου κ. Σπυρίδωνα, ὅστις λέγεται ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ἵνα λάβη μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν!

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ε-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Α)



Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Τι είναι το κείμενο του Μπάλαμαντ

Το καλοκαίρι του 1993, στο μοναστήρι του Μπαλαμάντ στον Λίβανο, υπεγράφη από αντιπροσώπους εννέα Ορθοδόξων Εκκλησιών (μεταξύ των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η Εκκλησία της Ρωσίας κ.ά.) ένα κείμενο με τίτλο «Ουνιτισμός, μέθοδος ένωσης στο παρελθόν και η παρούσα αναζήτηση πλήρους κοινωνίας». Αυτό το κείμενο, γνωστό ως «Συμφωνία του Μπαλαμάντ» ή «Κείμενο του Μπαλαμάντ», αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα και προβληματικά κείμενα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία και τα πρακτικά της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (η οποία συνήλθε στην Ιερά Μονή Θεοτόκου Μπαλαμαντ στον Λίβανο, από 17 έως 24 Ιουνίου 1993) στον θεολογικό διάλογο συμμετείχαν:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος

ΔΕΝ συμμετείχε καθόλου στην εν λόγω συνάντηση. Η Εκκλησία της Ελλάδος (όπως και τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας κ.ά.) απείχε από την Ολομέλεια του Μπάλαμαντ.

2. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετείχε ενεργά και μάλιστα η ορθόδοξη ηγεσία της αντιπροσωπείας προερχόταν από αυτό:

  • Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (ως Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής).
  • Μητροπολίτης Ιταλίας Σπυρίδων (ως Ορθόδοξος Γραμματέας της Επιτροπής).

Πηγές - Βιβλιογραφία

  1. Επίσημα Ανακοινωθέντα & Κείμενα Διαλόγου: Joint International Commission for the Theological Dialogue between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Πρακτικά Ζ´ Ολομέλειας (Μπάλαμαντ Λιβάνου, Ιούνιος 1993) – The Balamand Document: Uniatism, Method of Union of the Past, and the Present Search for Full Communion.
  2. Ιστορικές και Κανονικές Μελέτες:
    • Καθηγητής Π. Χρήστου / Θεολογικά περιοδικά και αρχεία Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με τις αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Ολομέλειες της Μικτής Επιτροπής.
    • The Balamand Union: A Victory of Vatican Diplomacy (Αρχεία τεκμηρίωσης, καταγραφή παρόντων/απόντων αυτοκεφάλων εκκλησιών, όπου αναφέρεται ρητά η απουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμμετοχή του Οικ. Πατριαρχείου διά των Στυλιανού Αυστραλίας και Σπυρίδωνος Ιταλίας).

 

 

Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάλαμαντ

ΑΡΘΡΟ 1: Οι «Αδελφές Εκκλησίες»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

 

«Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται, ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν Του — ομολογία της αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, προ παντός εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων — δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μιας των ημετέρων Εκκλησιών... Αυτός είναι ο λόγος, δια τον οποίον η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζουν εαυτάς αμοιβαίως ως αδελφάς Εκκλησίας».

 

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο ολόκληρου του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Δεν υπάρχουν «δύο αδελφές Εκκλησίες» — η μία Ορθόδοξη και η άλλη παπική. Ο Παπισμός είναι σχίσμα και αίρεση. Όταν το κείμενο του Μπαλαμάντ μιλά για «αμοιβαία αναγνώριση ως αδελφές Εκκλησίες», στην ουσία λέει ότι και οι δύο είναι εξίσου Εκκλησίες του Χριστού. Αυτό είναι άρνηση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η Εκκλησία του Χριστού είναι ΜΙΑ. Όποιος είναι έξω από αυτήν, δεν είναι «αδελφή Εκκλησία», αλλά σχίσμα.

 

ΑΡΘΡΟ 2: Έγκυρα μυστήρια και ιερωσύνη στους Παπικούς

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13, όπως παραπάνω): Αναγνωρίζει στους Παπικούς «την μίαν ιερωσύνην», «τα αυτά μυστήρια» και «αποστολική διαδοχή».

Σχόλια: Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από αιώνες, διδάσκει ότι έξω από αυτήν δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει σωτηρία. Οι Άγιοι Πατέρες (όπως ο Άγιος Κυπριανός, ο Άγιος Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) ήταν σαφείς: έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ούτε βάπτισμα, ούτε θυσία, ούτε ιερωσύνη. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει το αντίθετο: ότι οι Παπικοί έχουν «τα ίδια μυστήρια» και «την ίδια ιερωσύνη». Αυτό σημαίνει ότι αποδεχόμαστε ότι ο Παπισμός είναι Εκκλησία με όλα τα μέσα σωτηρίας — κάτι που αντίκειται στην ορθόδοξη πίστη.

 

ΑΡΘΡΟ 3: Απόρριψη του αναβαπτισμού

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

«Είναι σαφές, ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».

Σχόλια: Αυτό σημαίνει ότι όποιος Παπικός θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν χρειάζεται να βαπτιστεί. Αρκεί μια απλή «χρίση» ή «προσχώρηση». Αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία, με βάση τους ιερούς Κανόνες, αναβαπτίζει τους αιρετικούς και σχισματικούς. Οι Παπικοί είναι αιρετικοί (λόγω του filioque, της παπικής εξουσίας, του πurgatorio κ.λπ.). Το Μπαλαμάντ λέει: «Μην τους ξαναβαπτίζετε». Αυτό είναι προδοσία της παραδόσεώς μας. Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τόσοι άλλοι Πατέρες θα στρέφονταν στον τάφο τους αν άκουγαν τέτοια πράγματα.


ΑΡΘΡΟ 4: Η «εκκλησιολογία της επιστροφής» είναι «παρωχημένη»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 5 και 12): Απορρίπτει την «παρωχημένη εκκλησιολογία της επιστροφής» , δηλαδή την ιδέα ότι οι Παπικοί πρέπει να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για να σωθούν.

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο προκλητικό σημείο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από την ίδρυσή της, πιστεύει ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο μέσα στην Εκκλησία. Όποιος είναι έξω από αυτήν, πρέπει να επιστρέψει. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει ότι αυτή η σκέψη είναι «παρωχημένη». Δηλαδή, δεν χρειάζεται κανείς να «επιστρέψει» στην Ορθοδοξία. Μπορεί να μείνει Παπικός και να θεωρείται εξίσου σωσμένος! Αυτό δεν είναι απλώς οικουμενισμός — είναι συγκρητισμός. Αρνείται την αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως αρτού σωτηρίας.

 

Δ-ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά

Πριν προχωρήσουμε στη  παρουσίαση του κειμένου του Μπαλαμάντ δημοσιεύουμε το παρακάτω σημείωμα για την Ουνία, επειδή το θέμα έχει σχέση με το κείμενο του Μπαλαμάντ.

--------------------------------------------------------------------

Στη Βιέννη και στο Freising του Μονάχου (1990) αποφασίστηκε η καταδίκη της Ουνίας. Οι αποφάσεις αυτές εξέφραζαν τις πανορθόδοξες διαπιστώσεις ότι η Ουνία και ο θεολογικός διάλογος είναι έννοιες ασυμβίβαστες.

Συγκεκριμένα:

  1. Και οι δύο πλευρές (Ορθόδοξοι και Καθολικοί) συμφώνησαν στο Freising να απορρίψουν την Ουνία ως μέθοδο για την επίτευξη της ενότητας, κρίνοντάς την αντίθετη με την κοινή εκκλησιαστική παράδοση.
  2. Η δήλωση του Freising όρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως αδελφή εκκλησία που παρέχει η ίδια τα μέσα σωτηρίας, καθιστώντας την προσπάθεια απόσπασης πιστών από αυτήν θεολογικά απαράδεκτη.
  3. Η υποεπιτροπή στη Βιέννη (Ιανουάριος 1990) και η ολομέλεια στο Freising (Ιούνιος 1990) συγκλήθηκαν εσπευσμένα για να αντιμετωπίσουν τις εκρηκτικές εντάσεις που δημιουργήθηκαν στην Ουκρανία και τη Ρουμανία με την επαναλειτουργία των Ελληνοκαθολικών (Ουνιτικών) κοινοτήτων.

4.      Παρά την καταδίκη της μεθόδου, η δήλωση υπογράμμισε ότι η θρησκευτική ελευθερία των πιστών πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή, πράγμα που σήμαινε ότι οι υπάρχουσες Ουνιτικές Εκκλησίες θα συνέχιζαν να υφίστανται.

 

Οι συμμετέχοντες

Οικουμενικό Πατριαρχείο & Ορθόδοξη Ηγεσία Επιτροπής

  • Μητροπολίτης / Αρχιεπίσκοπος Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας, ο οποίος υπήρξε ο επίσημος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος ολόκληρης της Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου και διηύθυνε τις εργασίες σε Βιέννη και Freising.
  • Μητροπολίτης Σπυρίδων (Παπαγεωργίου): (τότε Μητροπολίτης Ιταλίας, αργότερα Αμερικής), ο οποίος διετέλεσε Συν-γραμματέας της Ορθόδοξης αντιπροσωπείας. Εκπρόσωποι & Σύμβουλοι από την Εκκλησία της Ελλάδος / Ελλαδικό Χώρο

Στις συζητήσεις αυτές, η Εκκλησία της Ελλάδος και τα ελληνικά πανεπιστήμια συμμετείχαν ενεργά μέσω επισήμων συνοδικών μελών και ειδικών θεολόγων-συμβούλων:

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): Κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος και ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με καταλυτική συμβολή και παρουσία στα κείμενα και τις διαπραγματεύσεις της περιόδου.
  • Καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: Διακεκριμένος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος συμμετείχε ενεργά ως ειδικός σύμβουλος και εισηγητής, ασκώντας μάλιστα έντονη κριτική και παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Freising σχετικά με τους κινδύνους του ουνιατισμού.

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Γ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ(1988)

 


Έρευνα:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου 

Γ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Ολόκληρο το κείμενο στο link: https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/it/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/1988-documento-di-valamo---il-sacramento-dellordine-nella-strutt/testo-in-inglese.html

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti

Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου Johannes Willebrands

Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/

Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,
Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

  

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ  (1988)

  1. Άρνηση της Μοναδικότητας της Εκκλησίας:

ΑΡΘΡΟ 1:) Αφού εκφράσαμε την αντίληψή μας για το μυστηριώδες γεγονός της Εκκλησίας ως κοινωνίας πίστης και μυστηρίων, η οποία εκδηλώνεται κατά εξέχοντα τρόπο στη Θεία Λειτουργία, η Επιτροπή μας αντιμετωπίζει τώρα το κεφαλαιώδες ζήτημα της θέσης και του ρόλου της χειροτονίας στη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας. Θα πραγματευτούμε συνεπώς το μυστήριο της ιεροσύνης καθώς και τη χειροτονητική πράξη σε καθένα από τα τρία επίπεδα: την επισκοπή, το πρεσβυτέριο και τη διακονία. Θεμελιωνόμαστε στη βεβαιότητα ότι στις Εκκλησίες μας η αποστολική διαδοχή είναι θεμελιώδους σημασίας για τον αγιασμό και την ενότητα του λαού του Θεού.

---------------------------------------------

ΑΡΘΡΟ 2.

Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας, Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος.

 

Η χρήση του πληθυντικού «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5) δημιουργεί θεολογική σύγχυση, καθώς εξομοιώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία με την παπική κοινότητα, παραγνωρίζοντας το δόγμα της Ορθοδοξίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.

  1. Αναγνώριση Παπικών «Μυστηρίων» και Αποστολικής Διαδοχής: (§27-30, §44-50).

(27) Η επισκοπική χειροτονία, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες, απονέμεται από τουλάχιστον δύο ή τρεις επισκόπους, εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών με εκείνη του εκλεγμένου: τον εντάσσει στην κοινωνία των επισκόπων. Κατά τη χειροτονία, οι επίσκοποι ασκούν τη λειτουργία τους ως μάρτυρες της κοινωνίας στην αποστολική πίστη και στη μυστηριακή ζωή, όχι μόνο απέναντι σε εκείνον που χειροτονείται, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία της οποίας θα γίνει επίσκοπος. Εκείνο που έχει σημασία για την ενσωμάτωση του νέου εκλεγμένου στην επισκοπική κοινωνία είναι ότι αυτή επιτελείται από τον δοξασμένο Κύριο εν τη δυνάμει του Αγίου Πνεύματος κατά τη στιγμή της επιθέσεως των χειρών. Ας εξετάσουμε τώρα τη χειροτονία υπό τη μυστηριακή της πλευρά. Τα προβλήματα που εγείρονται από τον τρόπο εκλογής θα μελετηθούν αργότερα.

(28) Ως δώρο του Πνεύματος, η επισκοπική χειροτονία προσδίδει σε εκείνον που τη λαμβάνει την πληρότητα της ιεροσύνης. Η συλλειτουργία των επισκόπων κατά τη διάρκεια της χειροτονίας εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας και την ταυτότητά της με την αποστολική κοινότητα. Επιθέτουν τα χέρια και επικαλούνται το Άγιο Πνεύμα επί του χειροτονούμενου, ως οι μόνοι αρμόδιοι να του απονέμουν την επισκοπική διακονία. Το πράττουν ωστόσο εντός της προσευχής της κοινότητας.

(29) Με τη χειροτονία ο επίσκοπος λαμβάνει όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να εκπληρώσει το έργο του. Η Επιτροπή θα συζητήσει στη συνέχεια τις κανονικές προϋποθέσεις άσκησης των καθηκόντων του και την εγκατάσταση του επισκόπου στην τοπική Εκκλησία.

(30) Το απονεμηθέν δώρο καθιερώνει τον χειροτονούμενο στην υπηρεσία της Εκκλησίας με τρόπο οριστικό. Αυτό αποτελεί σημείο της παραδοσιακής διδασκαλίας, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε περίπτωση πειθαρχικών κυρώσεων εναντίον ενός επισκόπου, οι οποίες ακολουθούνται από κανονική αποκατάσταση, δεν τελείται νέα χειροτονία. Σχετικά με αυτό, όπως και επί των άλλων ουσιωδών σημείων που αφορούν τη χειροτονία, οι Εκκλησίες μας έχουν κοινή διδασκαλία και πράξη, έστω κι αν, αναφορικά με ορισμένες κανονικές και πειθαρχικές απαιτήσεις, όπως η αγαμία, οι χρήσεις ενδέχεται να διαφέρουν για ποιμαντικούς και πνευματικούς λόγους.

 

 

Το κείμενο περιορίζει την αποστολική διαδοχή σε μια τυπική ή εξωτερική θεώρηση. Ωστόσο, κατά την ορθόδοξη πατερική παράδοση (όπως μαρτυρεί ο Άγιος Κυπριανός), η διαδοχή είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την ορθή πίστη, με συνέπεια οι αιρετικοί να στερούνται εγκύρων μυστηρίων.

  1. Αποσιώπηση των Δογματικών Διαφορών: (§6-7, §55) Το κείμενο παρασιωπά κρίσιμες αιρετικές καινοτομίες της Δύσης (όπως το Filioque και το παπικό αλάθητο), παρουσιάζοντάς αυτές παραπλανητικά ως «κοινή παράδοση».
  2. «Συμβολική» και Ευρεία Εκκλησιολογία: (§22, §36) Αφήνει να εννοηθεί ότι η Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία εκτείνονται και πέρα από τα κανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποβαθμίζοντας την τοπική Ορθόδοξη κοινότητα.
  3. Το Παπικό Πρωτείο ως «Διαπραγματεύσιμο Θέμα»: (§55) Η αντιμετώπιση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως απλής «σοβαρής απόκλισης προς συζήτηση» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πατερική καταδίκη του παπικού πρωτείου ως ρίζας του Σχίσματος και αίρεσης.
  4. Έλλειψη Ομολογιακής Καταδίκης της Αίρεσης: Η απουσία αναφοράς στις ιστορικές παπικές πλάνες και στα τραύματα του παρελθόντος ερμηνεύεται ως τακτική συγκάλυψης χάριν μιας ψευδεπίγραφης «οικουμενικής ενότητας».
  5. Η Θεολογία των «Δύο Πνευμόνων»: Το κείμενο κατηγορείται ότι προωθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία Ανατολή και Δύση θεωρούνται απλώς δύο διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας Εκκλησίας.
  6. Νομιμοποίηση της Αντικανονικής Ευχαριστιακής Κοινωνίας: (§34-36) Η έμμεση αποδοχή ότι οι παπικοί τελούν «αληθώς» τη Θεία Λειτουργία οδηγεί –κατά τους επικριτές– σε επικίνδυνα ανοίγματα προς την εκκλησιαστική συμπροσευχή και κοινωνία με αιρετικούς.

(34) Επειδή στη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία εκδηλώνεται στην πληρότητά της, έτσι και στην προεδρία της Θείας Λειτουργίας ο ρόλος του επισκόπου και του πρεσβυτέρου αναδύεται στο πλήρες φως του.

(35) Πράγματι, κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουν εαυτούς, μαζί με τον Χριστό, ως βασίλειο ιεράτευμα. Το πράττουν χάρη στην ενέργεια της διακονίας η οποία καθιστά παρών εν μέσει αυτών τον Χριστό αυτοπροσώπως, ο οποίος τους κηρύττει τον Λόγο και κάνει ώστε ο άρτος και το ποτήριο, δια της δυνάμεως του Πνεύματος, να γίνουν το σώμα και το αίμα Του, ενσωματώνοντάς τους σ' Αυτόν και χαρίζοντάς τους τη ζωή Του. Επιπλέον, η προσευχή και η προσφορά του λαού, ενσωματωμένου στον Χριστό, ανακεφαλαιώνονται κατά κάποιον τρόπο στην προσευχή ευχαριστίας του επισκόπου και στην προσφορά των δώρων από αυτόν.

(36) Η Θεία Λειτουργία πραγματοποιεί ούτως την ενότητα της χριστιανικής κοινότητας. Εκδηλώνει επίσης την ένωση όλων των Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία και, έτι περισσότερο, δια μέσου των αιώνων, την ενότητα όλων των Εκκλησιών με την αποστολική κοινότητα από τις απαρχές έως σήμερα. Εν Πνεύματι, πέρα από την ιστορία, η Λειτουργία φτάνει στη μεγάλη σύναξη των αποστόλων, των μαρτύρων και των μαρτύρων όλων των εποχών, συναθροισμένων γύρω από το Αρνίο. Έτσι η Θεία Λειτουργία, η κεντρική πράξη της επισκοπικής διακονίας, επικαιροποιεί τον μέλλοντα κόσμο: την Εκκλησία συναθροισμένη εν κοινωνία, η οποία προσφέρεται στον Πατέρα, διά του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι.

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όταν ένα κείμενο διαλόγου ξεκινάει λέγοντας «Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν...» ή «Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει...», αυτό σημαίνει ότι η επίσημη Μικτή Επιτροπή (στην οποία συμμετέχουν επίσημοι εκπρόσωποι και από τις δύο πλευρές) καταγράφει μια κοινή ομολογία πίστης σε αυτό το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα.

Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι που συμμετέχουν δεν μιλούν απλώς ως ιδιώτες, αλλά ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών τους. Συνεπώς, όταν συνυπογράφουν ότι «οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν», αναγνωρίζουν ότι και οι δύο πλευρές διατηρούν αυτή τη θεμελιώδη πίστη στον Χριστό και στη δομή της διακονίας.

Το κείμενο ομολογεί ότι, πέρα από τις ιστορικές διαιρέσεις, υπάρχει μια κοινή βάση (η πατερική και βιβλική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας) την οποία και οι δύο πλευρές επικαλούνται και διαφυλάττουν σε μεγάλο βαθμό στον πυρήνα τους.

Αν διαβάσει κανείς το κείμενο με καθαρά λογική και θεολογική συνέπεια, η απάντηση είναι ναι, υπάρχει έμμεση (αλλά σαφής) αποδοχή ότι η άλλη πλευρά (ΠΑΠΙΚΟΙ)  διαθέτει πραγματική ιεροσύνη, αποστολική διαδοχή και κατά συνέπεια μυστήρια. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: Δεν μπορείς να συνυπογράφεις ότι η άλλη πλευρά «επιβεβαιώνει» και «μοιράζεται» την ίδια αποστολική διαδοχή και την ίδια ιεροσύνη που καθιστά παρούσα την ιεροσύνη του Χριστού, και ταυτόχρονα να λες ότι δεν έχει έγκυρα μυστήρια, διότι αυτό θα ήταν θεολογικά αντιφατικό. Αυτός είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο τέτοια κείμενα των επίσημων θεολογικών διαλόγων προκαλούν συχνά έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε από μοναστήρια και συνδέσμους θεολόγων είτε από τοπικές Συνόδους.

Η επίσημη θέση της Επιτροπής προχωράει ακριβώς σε αυτή την έμμεση αναγνώριση, βλέποντας τον Ρωμαιοκαθολικισμό όχι ως μια «αιρετική ομάδα χωρίς θεία χάρη», αλλά ως μια Εκκλησία με την οποία υπάρχει κοινή ρίζα, αποστολική διαδοχή και ουσιαστικά μυστήρια, παρά τα υφιστάμενα δογματικά σχίσματα. Αυτά τα κείμενα ανοίγουν τον δρόμο —έμμεσα αλλά σταθερά— για την πλήρη αναγνώριση της παπικής ιεραρχίας και των μυστηρίων της, κάτι που προσκρούει στην αυστηρή κανονική παράδοση πολλών αιώνων. Επομένως  το κείμενο αυτό, διά της πλαγίας και θεολογικής οδού, υπερβαίνει την παλαιότερη απόλυτη άρνηση και αναγνωρίζει την ύπαρξη αποστολικής διαδοχής και μυστηριακής ζωής στους Ρωμαιοκαθολικούς, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα και αμφιλεγόμενα έγγραφα στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση.

 

Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων, συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας. Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Β-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΡΙ

 

(ΜΕΡΟΣ Β-Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)



Έρευνα:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

β) Το Κείμενο του Μπάρι (1987)

Με τίτλο «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας», το κείμενο αυτό λειτούργησε ως άμεσος προπομπός του Μονάχου, ακολουθώντας την κοινή γραμμή της «Εκκλησιολογίας της Κοινωνίας» (Communion Ecclesiology). Ενώ το Μόναχο όριζε ότι η τοπική Εκκλησία φανερώνεται αυθεντικά όταν τελεί τη Θεία Ευχαριστία, το Μπάρι προχώρησε περαιτέρω, συνδέοντας τα μυστήρια με την ομολογία της πίστης. Διευκρίνισε ότι τα μυστήρια δεν είναι απλές τελετές, αλλά έκφραση της κοινής πίστης της Εκκλησίας, και ότι η μυστηριακή ενότητα (intercommunio) είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί πλήρης ταυτότητα στη δογματική πίστη. Παράλληλα, ανέπτυξε το κοινό υπόβαθρο του Μυστηρίου του Βαπτίσματος, υποστηρίζοντας ότι το κοινό βάπτισμα εισάγει τον πιστό στη μία Εκκλησία.

Η περίοδος 1982–1988 χαρακτηρίστηκε ιστορικά ως η περίοδος της «θεολογικής ευφορίας» στον διάλογο.

Οι Συμμετέχοντες

Ο ονομαστικός κατάλογος των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στη IV Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής στο Μπάρι (9–16 Ιουνίου 1987), όπως αποτυπώνεται στο επίσημο τεύχος Service d'Information (No. 64, 1987/II, σσ. 82-83), έχει ως εξής:

Οικουμενικό Πατριαρχείο

  1. Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης)
    • Ιδιότητα: Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου.
  2. Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (Παπανδρέου)
    • Ιδιότητα: Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Γενεύη).
  3. Γεώργιος Δράγας (Πρωτοπρεσβύτερος)
    • Ιδιότητα: Καθηγητής Πατε Started/Πατρολογίας (Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης) — Σύμβουλος/Εμπειρογνώμονας.

Εκκλησία της Ελλάδος

  1. Μητροπολίτης Περιστερίου ΧρυσόστομΠροβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάρι

 

Πηγη. https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/en/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/testo-in-inglese3.html

 

1.      Η «Διαφορά στις Διατυπώσεις» της Πίστεως (Άρθρα 4-10)Τι αναφέρει το κείμενο: Υποστηρίζει ότι η διαφορά στον τρόπο διατύπωσης της πίστεως δεν διασπά απαραίτητα την εκκλησιαστική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται η ίδια αποστολική πίστη πίσω από τις διαφορετικές γλωσσικές ή πολιτισμικές εκφράσεις.

  • Η Ένσταση: Θεωρήθηκε ότι αυτό εισάγει μια μορφή δογματικού μινιμαλισμού (μείωση των δογματικών απαιτήσεων). Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα δόγματα δεν είναι απλές «διατυπώσεις», αλλά η ακριβής αποτύπωση της αποκαλυφθείσης αλήθειας.

2. Σχετικοποίηση της Πληρότητας της Πίστης και των Μυστηρίων (Άρθρα 26-33)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Συνδέει την τέλεση των μυστηρίων με την αποστολική πίστη, αφήνοντας όμως περιθώρια αναγνώρισης «μυστηριακής εγκυρότητας» ή «αποστολικής διαδοχής» και εκτός των ορίων της Ορθόδοξου Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Δημιουργεί την εντύπωση ότι η Χάρις των Μυστηρίων μπορεί να υφίσταται αυτόνομα και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, παραβιάζοντας την ορθόδοξη εκκλησιολογική αρχή.

3. Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και Εκκλησιαστική Ταυτότητα (Άρθρα 19-25)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Η τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία αποτελεί φανέρωση της καθολικής Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά, ώστε να θεωρηθούν οι ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. η Ρωμαιοκαθολική) ως «ελλειμματικές» μεν, αλλά πάντως υπαρκτές «Εκκλησίες», λόγω της διατήρησης της Θείας Ευχαριστίας και των Μυστηρίων.

Βασικοί Άξονες του θεολογικού σχολιασμού

1. Η Κατηγορία της «Θεωρίας των Κλάδων» (Branch Theory)

Το κείμενο προωθεί έμμεσα τη θεωρία ότι η μία αληθινή Εκκλησία έχει διασπαστεί σε «κλάδους» (Ορθόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς) και ότι καμία Εκκλησία δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά μόνο τμήματά της.

2. Η  αποδοχή της θέσης ότι οι αιρετικές αποκλίσεις της Ρώμης (όπως το Filioque, το Πρωτείο, το Αλάθητο, η Άσπιλος Σύλληψη) αποτελούν απλώς «διαφορετικές διατυπώσεις» ή «θεολογούμενα» (θεολογικές γνώμες) συνιστά αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου