Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Απάντηση στον Β. Ξεσφίγγη. Γιατί η Αποτείχιση Αφορά και τους Λαϊκούς;

 


Σε άρθρο του ο Β.Ξεσφίγγης (Β.Ξ στην συνέχεια)  με τίτλο –«Η Αποτείχιση του π. Γεωργίου Σταύρου και οι Διώκτες της Αλήθειας « σε μια παράγραφο γράφει και τα εξής:

 

Η Νομιμότητα της Αποτείχισης και ο Ρόλος των Λαϊκών

Η πράξη του π. Γεωργίου δεν αποτελεί σχίσμα ούτε ανταρσία, αλλά μια καθόλα νόμιμη και παραδοσιακή αντίδραση. Οι κληρικοί που προχωρούν σε αυτή την κίνηση θωρακίζονται πλήρως από τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος επιτρέπει και επιτάσσει τη διακοπή μνημοσύνου του επισκόπου όταν εκείνος κηρύττει γυμνή τη κεφαλή μια καταδικασμένη αίρεση. Ο π. Γεώργιος έπραξε το καθήκον του ως φύλακας των Ιερών Κανόνων και η στάση του είναι άξια σεβασμού και πνευματικής υποστήριξης.

Για εμάς, τους λαϊκούς πιστούς, ο δρόμος είναι διαφορετικός αλλά εξίσου αγωνιστικός. Πιστεύω ακράδαστα ότι οι λαϊκοί πρέπει να δώσουμε τη μάχη κατά του νεοτερισμού και του οικουμενισμού μέσα από την Εκκλησία. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα μετερίζια μας, δεν πρέπει να αφήσουμε τον Χριστό μόνο Του μέσα στους ναούς μας. Οφείλουμε να γίνουμε το ανάχωμα απέναντι στην αλλοίωση της πίστης μας, στηρίζοντας ταυτόχρονα με όλη μας τη δύναμη τους άξιους και ομολογητές κληρικούς, όπως ο π. Γεώργιος, που θυσιάζουν την ηρεμία και την ασφάλειά τους για την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο αγώνας για την Ορθή Πίστη είναι κοινός και θα τον δώσουμε μέχρι τέλους.

 

https://www.triklopodia.gr/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80-%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1/

 

 

Σαν απάντηση στις πρωτοφανείς αυτές απόψεις είναι τα παρακάτω.

Ναι κ.Β. Ξ  οι λαϊκοί αποτειχίζονται και υποχρεούνται να διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία από επισκόπους ή ιερείς που κηρύσσουν δημοσίως αίρεση.

Η αποτείχιση των λαϊκών θεμελιώνεται στις εξής βασικές αρχές:

1. Ο Σωτηριολογικός Χαρακτήρας της Αποτείχισης

Παρότι η γλωσσική διατύπωση του 15ου Ιερού Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου αναφέρεται άμεσα στους κληρικούς (πρεσβυτέρους, επισκόπους, μητροπολίτες), η απομάκρυνση από την αίρεση δεν αποτελεί απλό διοικητικό προνόμιο των ιερωμένων, αλλά ζήτημα σωτηριολογικού χαρακτήρα που αφορά άμεσα και τους λαϊκούς. Η διακοπή κοινωνίας γίνεται για την προστασία της ψυχής από τον πνευματικό συμμολυσμό («ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω»).

2. Ο Λαός ως «Φρουρός της Ορθοδοξίας»

Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο και την περίφημη Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), ο πιστός λαός δεν είναι παθητικός θεατής, αλλά ο οργανικός υπερασπιστής της Πίστεως:

3. Ιστορικά Παραδείγματα Λαϊκής Αποτείχισης

Φλαβιανός και Διόδωρος στην Αντιόχεια (344–358 μ.Χ.)

Όντας ακόμη λαϊκοί (ασκούντες την ασκητική πολιτεία), ο Φλαβιανός (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας) και ο Διόδωρος (μετέπειτα Επίσκοπος Ταρσού) διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Επίσκοπο Αντιοχείας Λεόντιο, μόλις εκείνος χειροτόνησε τον ανόμοιο αρειανό Αέτιο σε διάκονο. Οι δύο αυτοί λαϊκοί είχαν τεράστια επιρροή στο χριστεπώνυμο πλήρωμα και συσπείρωσαν τους Ορθοδόξους της Αντιοχείας κατά της αρειανικής κακοδοξίας.

Οι Αιγύπτιοι Λαϊκοί Ασκητές (Ταβεννησιώτες - 4ος αι.)

Οι λαϊκοί ασκητές της Αιγύπτου (μαθητές του Οσίου Θεοδώρου Ηγιασμένου και του Οσίου Παχωμίου), ακολουθώντας την εντολή του Μεγάλου Αθανασίου, αρνήθηκαν να συμπροσευχηθούν ή να συνεστιάσουν με τον δούκα Αρτέμιο, επειδή συνοδευόταν από ακατάκριτο αρειανό επίσκοπο. Εφάρμοσαν την αγιοπατερική αρχή «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν».

Ο Λαός της Νικοπόλεως επί Μεγάλου Βασιλείου (4ος αι.)

 Όταν τοποθετήθηκε στη Νικόπολη ο αρειανόφρων επίσκοπος Φρόντων, ο ορθόδοξος λαός αρνήθηκε να εισέλθει στους ναούς.  Ο λαός εγκατέλειψε τις εκκλησίες, τις οποίες ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήρισε «κοινούς οίκους» (βεβηλωμένους ναούς), και συγκεντρωνόταν στην ύπαιθρο και τις ερημιές για να προσευχηθεί.

Οι «Ιωαννίτες» Λαϊκοί της Κωνσταντινουπόλεως (404 μ.Χ.)

Μετά την άδικη εξορία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και την αντικανονική ανάρρηση αντικαταστατών στον θρόνο, η πλειονότητα του πιστού λαού της Κωνσταντινουπόλεως (οι ονομασθέντες «Ιωαννίτες») διέκοψε αμέσως κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τους διώκτες του Αγίου. Αρνήθηκαν να εισέλθουν στους ναούς υπό τους αντικανονικούς επισκόπους και συγκεντρώνονταν στην ύπαιθρο για να λατρεύσουν τον Θεό. Ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στο συνειδητό αυτό ποίμνιο, διακήρυξε την καθολική ευθύνη του λαού λέγοντας: «Χωρὶς ὑμῶν οὐδὲν ἐργάσομαι».

 

Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία (5ος αι.)

Η Οσία Μελάνη, όντας λαϊκή ασκήτρια, αρνήθηκε κατηγορηματικά να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων από ορθόδοξο στο φρόνημα ιερέα, επειδή εκείνος μνημόνευε στα Ιερά Δίπτυχα μια ακατάκριτη αιρετική γυναίκα. Η στάση της Οσίας καταγράφεται ως έμπρακτη εφαρμογή της αρχής «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», αποδεικνύοντας ότι η μνημόνευση αιρετικού προσώπου μεταδίδει τον πνευματικό συμμολυσμό και στους λαϊκούς που συμμετέχουν εν γνώσει.

 

Η Στάση κατά του Νεστορίου (429 μ.Χ.).

 Μόλις ο Νεστόριος κήρυξε την αίρεσή του από τον άμβωνα, ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως —με πρωτοστατούντα τον τότε λαϊκό Ευσέβιο (μετέπειτα Επίσκοπο Δορυλαίου)— διέκοψε αμέσως την κοινωνία μαζί του και εγκατέλειψε τον ναό πριν ακόμα συγκληθεί η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος.

Ο  Ευσέβιος —ασκώντας τότε το επάγγελμα του νομικού ως απλός λαϊκός στην Κωνσταντινούπολη (μετέπειτα Επίσκοπος Δορυλαίου)— αντέδρασε συστηματικά στις ομιλίες του Νεστορίου και τοιχοκόλλησε στον ναό της Αγίας Σοφίας δημόσια καταγγελία/διαμαρτυρία, κατηγορώντας τον Πατριάρχη ότι δίδασκε τις κακοδοξίες του Παύλου Σαμοσατέως.

Όταν ο επίσκοπος Δωρόθεος, παρουσία του Νεστορίου, αναθεμάτισε από τον άμβωνα όσους ονόμαζαν την Παναγία «Θεοτόκο», προκλήθηκε μεγάλη κραυγή και εξόρμηση/αποχώρηση του λαού από τον ναό, καθώς οι πιστοί αρνήθηκαν να συνεχίσουν να κοινωνούν με όσους φρονούσαν τέτοιες κακοδοξίες.

Επιστολές των Ορθοδόξων πιστών της Κύπρου προς όλους τους κληρικούς και προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου

 

Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρεται δημοσίως στην επιστολή αυτή, χωρίς ωστόσο να δημοσιοποιεί το περιεχόμενό της, παρουσιάζοντάς την μάλιστα με διαστρεβλωμένο τρόπο.

 

“[..]Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο (aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει Εκκλησία]).» Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της Εκκλησίας και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις”

“Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην εγκύκλιο διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας» Αυτή η ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.”

“Κατά το παράδειγμα του ΙΑ΄ Αναθέματος, το οποίο διακηρύσσει ότι όσοι δεν αναθεματίζουν τις αιρέσεις που έχουν αναθεματισθεί από τις Συνόδους είναι ανάθεμα, έτσι και εμείς, το ορθόδοξο ποίμνιο, επιθυμούμε να σας ερωτήσουμε εάν η Υμετέρα Σεβασμιότης αναθεματίζει μαζί με εμάς τα αιρετικά κείμενα της λεγομένης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης (2016).

Η διακήρυξη αυτού του αναθέματος θα αποτελέσει την ομολογία πίστεως διά της οποίας θα σας αναγνωρίσουμε ως Ορθόδοξο Ποιμένα μας και θα συμμετέχουμε στις ιερές ακολουθίες που τελείτε ή στις οποίες μνημονεύεσθε από τους Πρεσβυτέρους.”

Επιστολή προς τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου σχετικά με την εκκλησιολογική αίρεση της λεγόμενης Συνόδου της Κρήτης του 2016

Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Σεβασμιότητα… 

16 Ιουνίου 2026

Σεβασμιώτατε,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Μάιο του 2025 η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου ζήτησε από τον Σεβασμιώτατο Τυχικό να υπογράψει ομολογία πίστεως,1 με την οποία θα αποδεχόταν τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης του 2016, μας δημιουργήθηκε σοβαρό ερώτημα σχετικά με την ορθοδοξία της πίστεως των μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας.

Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης του 2016 περιλαμβάνει το επίσημο κείμενο με τίτλο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»2 το οποίο επικύρωσε τη Διακήρυξη του Τορόντο του 1950, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών»3. Η συμμετοχή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, καθώς και η βάση του διαλόγου με τους αιρετικούς, πραγματοποιούνται με την αποδοχή των αιρετικών προϋποθέσεων της εν λόγω Διακηρύξεως, οι οποίες θεωρούνται υψίστης σημασίας στο προαναφερθέν επίσημο κείμενο4.

Στα έγγραφα αυτά, τα οποία έγιναν αποδεκτά από την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου5, αλλοιώνεται το δόγμα περί της Εκκλησίας, πλήττοντας ουσιαστικά το Σύμβολο της Πίστεως (της Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως). Παρότι το Σύμβολο της Πίστεως διατηρεί τη διατύπωση «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», ο ορισμός της Εκκλησίας ως δογματικού όρου έχει μεταβληθεί. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ορίζεται πλέον ως το μοναδικό Σώμα του Χριστού, ούτε ταυτίζεται πλέον με τη Μία Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως. Αυτό συνάγεται από τις αμφίσημες και αντιφατικές διατυπώσεις του κειμένου «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ενώ εκφράζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στη Διακήρυξη του Τορόντο (1950).

Στα δύο αυτά κείμενα, η Εκκλησία του Χριστού, ή η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, νοείται ως μία αόρατη Οικουμενική Εκκλησία (μυστικό σώμα)6 η οποία περιλαμβάνει όλες τις χριστιανικές ομολογίες που «πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, σύμφωνα με τις Γραφές, και ομολογούν τον Τριαδικό Θεό, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστεως»7. Επιπλέον, η ενότητά της θεωρείται ότι έχει χαθεί και ότι πρέπει να αποκατασταθεί, ενώ παρουσιάζεται ως μία Εκκλησία υπό κατασκευή/ διαμόρφωση, την οποία οικοδομεί ο Θεός, συγκεντρώνοντας τα τέκνα Του8. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εντάσσεται στην «αόρατη Οικουμενική Εκκλησία» μαζί με άλλες αιρετικές ομάδες. Τούτο καθίσταται εμφανές και από το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν ότι η συμμετοχή στην Εκκλησία του Χριστού είναι ευρύτερη από τη συμμετοχή στο δικό τους εκκλησιαστικό σώμα. […] Όλες οι χριστιανικές εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Εκκλησίας της Ρώμης, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ της συμμετοχής στην Οικουμενική Εκκλησία και της συμμετοχής στη δική τους Εκκλησία. Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο (aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει Εκκλησία]).»9 Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της Εκκλησίας10 και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις. Τούτο αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μόνον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι μέλη της Εκκλησίας, ενώ οι αιρετικοί βρίσκονται εκτός Αυτής. Επιπλέον, το ορθόδοξο δόγμα διδάσκει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την Αλήθεια και ότι μόνον Αυτή είναι η αληθινή Εκκλησία, σε αντίθεση προς όσα διακηρύσσονται στη Διακήρυξη του Τορόντο, σύμφωνα με την οποία «οι Εκκλησίες (οι χριστιανικές ομολογίες) θα οδηγηθούν προς την Αλήθεια» και ότι «οι Εκκλησίες-μέλη του Παγκοσμίου Συμβουλίου αναγνωρίζουν σε άλλες Εκκλησίες [σημ.: αιρέσεις] στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».11[της Εκκλησίας του Χριστού, όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως]. Όλες αυτές οι αιρέσεις περιλαμβάνονται στο ανάθεμα που εξέδωσε η Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς (ROCOR) τον Αύγουστο του 198312. Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην εγκύκλιο13 διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας»14. Αυτή η ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.

Θέατρο σκιών ή εκκλησιαστικός άμβων;



Η περίπτωση του Κονάνου φαίνεται δεν μας συνέτισε. Γέμιζε ναούς και κατεχειροκροτείτο ο εν λόγω καθηρημένος αρχιμανδρίτης, που σήμερα προσπαθεί απελπισμένα να πληροφορήσει το πανελλήνιο για την καταπίεση που ένιωθε τόσα χρόνια που έπνιγε μέσα του το “φυσικό” πάθος του της ομοφυλοφιλίας... Η αίθουσα κατάμεστη προχθές για τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου σε εκδήλωση για τα Δημήτρια. Την ίδια ώρα απαγορεύθηκε στον εξαίρετο θεολόγο π. Πέτρο Χιρς να μιλήσει στις ίδιες εορταστικές εκδηλώσεις για τον μακαριστό και αγιασμένο Εφραίμ τον Αριζονίτη. Με εντολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Φυσικά. Ο αντιοικουμενιστής αυτός συγγραφέας ιερέας χαλάει την πιάτσα…
Ερχόμαστε στον παπα Βαγγέλη. Να τον συμπαθήσουμε ή να δυσανασχετήσουμε μαζί του; Άγνοια, ημιμάθεια και αμετροέπεια, αφέλεια ή κάτι χειρότερο τον οδηγούν στις εκστομίσεις τόσων ανεπίτρεπτων για ιεροκήρυκα βλασφημιών και ασεβειών; Το βέβαιο είναι πως δεν ετοιμάζεται για τίποτε, αλλά οτιδήποτε κατεβάζει η γκλάβα του το εκτοξεύει και όποιον πάρει ο χάρος.
Καταρχάς θα σημειώσουμε πως πρόκειται για ασέβεια, όταν η εκφορά του εκκλησιαστικού λόγου γίνεται εκ του προχείρου και άνευ στοιχειώδους προετοιμασίας. Δυστυχώς αυτό το φαινόμενο έχει καταστεί μόδα στις μέρες μας. Πού είσαι, μακαριστέ π. Αθανάσιε Μυτιληναίε, που ολόκληρη εβδομάδα κατέβαζες τόμους από τη βιβλιοθήκη σου για το κήρυγμά σου του σαββατοκύριακου;
Ας μην ονειροβατούμε και ας επιστρέψουμε στην πικρή πραγματικότητα. Εμείς φταίμε πρώτα πρώτα που όχι απλά ανεχόμαστε, αλλά και χειροκροτούμε τον παπα Βαγγέλη, τον Ανδρέα Κονάνο και όλους τους ανήκοντες στο ίδιο πάνω κάτω σινάφι.
Ο λαλίστατος παπα Ευάγγελος και έχων γνώμη επί παντός επιστητού ιατρικού και θεολογικού, είναι αυτός που βλασφήμησε για τη μετάδοση της Θ. Κοινωνίας με … γλωσσόφιλο. Θου Κύριε… Και το αφήσαμε να περάσει στο ντούκου και δώστου οι επίσκοποι να τον καλούν στις επαρχίες τους για ομιλίες… Πού είναι τα όρια και η σοβαρότητα, πάτερ; Στον βωμό της δήθεν ποιμαντικής οικονομίας επιτρέπονται τα πάντα;
Τώρα τελευταία τα έβαλε και με Αγίους.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

 άγιος Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος:






«Ευχαίς και δάκρυσι τον Θεόν καθικέτευσον
πέμψαι σοι οδηγόν απαθή τε και άγιον.
Ερεύνα δε και αυτός τας Θείας Γραφάς,
και μάλιστα τας των Αγίων Πατέρων πρακτικάς συγγραφάς,
ίνα ταύταις αντιπαρατιθείς τα παρά του διδασκάλου και προεστώτος σοι διδασκόμενα και πραττόμενα, ως εν κατόπτρω δύνασαι βλέπειν ταύτα και καταμανθάνειν και τα μεν συνάδοντα ταις Γραφαίς, εγκολπούσθαι κατέχειν τη διανοία.
Τα δε νόθα και αλλότρια, διακρίνειν και αποπέμπεσθαι, ίνα μη πλανηθής.
Πολλοί γαρ, ίσθι, πλάνοι και ψευτοδιδάσκαλοι, εν ταις ημέραις ταύταις γεγόνασιν»


(Ρ.G. 120, 617).


H Επετειακή Εκδήλωση της Ι.Μ.Περιστερίου για τη Σύνοδο της Κρήτης-Aπόψεις και σχόλια.

 


Με αφορμή τη συμπλήρωση μίας δεκαετίας από τη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης (Ιούνιος 2016), διοργανώνεται επετειακή επιστημονική εκδήλωση με θέμα: «10 Χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης. Συντελεστές και Προοπτικές της».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026 και ώρα 18:30, στο Επισκοπείο της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου.

Την εκδήλωση συνδιοργανώνουν το Εργαστήριο Κανονικού Δικαίου του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου (ΕΙΚΕΔ).

Η συγκεκριμένη εκδήλωση δεν θεωρείται μια απλή επιστημονική συζήτηση. Αντίθετα, αντιμετωπίζεται ως μια εσκεμμένη προσπάθεια να επιβληθούν οι αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης στο ορθόδοξο κοινό. Η Συντονιστική Επιτροπή Πιστών της Μητρόπολης Περιστερίου καταγγέλλει ότι ο βασικός στόχος της διοργάνωσης είναι να ξεπεραστούν οι έντονες αντιδράσεις που προκάλεσαν τα αμφισβητούμενα κείμενα. Έτσι, επιχειρείται να δημιουργηθεί μια ψευδής εικόνα «ορθόδοξας κανονικότητας» γύρω από μια Σύνοδο, η οποία νομιμοποίησε την αίρεση του Οικουμενισμού.

Η εκδήλωση συνδέει την ακαδημαϊκή θεολογία με φορείς που προωθούν την ανάμειξη των χριστιανικών δογμάτων. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται  εκκλησιαστικοί  χώροι  για την εξυπηρέτηση του ακαδημαϊκού οικουμενισμού. Η συμμετοχή των βασικών ομιλητών —του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνατίου, της Καθηγήτριας Ειρήνης Χριστινάκη, του Δρ. Χρήστου Μπαλόγλου και του Δρ. Ιωάννη Φούγια— δείχνει τη δυναμική παρουσία αυτής της οικουμενιστικής τάσης. Έτσι, εκπροσωπείται ενεργά η λεγόμενη «μεταπατερική» γραμμή τόσο μέσα στην Εκκλησία όσο και στο πανεπιστήμιο.

Ο συντονιστής της εκδήλωσης, Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος (Παπαθωμάς), Καθηγητής Κανονικού Δικαίου του ΕΚΠΑ, ηγείται παράλληλα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Κανονικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου (ΕΙΚΕΔ. Το Ινστιτούτο αυτό δεν είναι ένας αμιγώς επιστημονικός  φορέας, αλλά αποτελεί  έναν εξειδικευμένο μηχανισμό εισαγωγής και επιβολής της οικουμενιστικής ατζέντας στο σώμα της Εκκλησίας με  το κάλυμμα της  επιστήμης του Κανονικού δικαίου.

Όπως επισημαίνεται στον εκκλησιαστικό τύπο το ΕΙΚΕΔ λειτουργεί ως «γέφυρα» διοχέτευσης θέσεων που διαμορφώνονται σε εξωεκκλησιαστικούς ή διαχριστιανικούς οργανισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ενεργός συμμετοχή του Διευθυντή του Ινστιτούτου στο 27ο Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών (SLEC) στη Βουδαπέστη (Σεπτέμβριος 2026), το οποίο διεξήχθη σε Ρωμααιοκαθολικό Πανεπιστήμιο με κεντρικό θέμα τη θέση του «Επισκόπου Ρώμης» και την επανερμηνεία του Πρωτείου και της Συνοδικότητας.

Η προσπάθεια ενδύσεως των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης με «κανονικό μανδύα» υποβαθμίζει τα δογματικά ατοπήματα των κειμένων της και παρουσιάζει τις εκκλησιολογικές υποχωρήσεις ως κανονική κανονικότητα.

 

Πνιγμένοι στὰ πελάγη τῆς ἀγάπης.


Γεώργιος Κ. Τζανάκης. Ἀκρωτήρι Χανίων.

Στὸ πρόβλημα ποὺ ἐξελίσσεται γιὰ τὴν Μονὴ Σινᾶ ἡ μὲν λύσις εἶναι μία, τὰ δὲ  ἐρωτήματα γιὰ τὴν στάσι πολλῶν, πάμπολλα.

Τὴν ἀπάντησι γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ γίνῃ τὴν δίδουν οἱ αἰῶνες καὶ ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς. Καθεστῶς τὸ ὁποῖο ἐσεβάστηκαν 1500 χρόνια ὅλοι ὅσοι πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἀποδεικνύει τὴν διαχρονικὴ ἀντοχή του, ἄρα δὲν χρειάζεται καμμία ἀλλαγὴ καὶ βελτίωσι, οὔτε ἔχει κάποιο κενὸ, ὥστε νὰ ἀγωνιοῦν νὰ τὸ καλύψουν, μὲ τὶς ἐνέργειές τους, οἱ σημερινοί ἄρχοντες. Τὰ ἴδια φρονοῦν καὶ οἱ μοναχοὶ ποὺ διαβιοῦν στὴν Μονὴ Σινᾶ -πλὴν τοῦ νέου ἡγουμένου- ἀλλὰ καὶ οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ποὺ εἶναι τὸ δεύτερο ἀπ᾿ αἰώνων μοναστικὸ κέντρο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθῇ νὰ λειτουργῇ ἀδιαλείπτως. Σὲ ἀνακοίνωσί τῆς  Ἱ. Κοινότητος (20/9/26) τονίζεται ὅ,τι «Τὸ ἱστορικόν, μοναστικόν, θεσμικόν, νομικὸν καὶ περιουσιακὸν καθεστὼς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ πρέπει νὰ παραμείνῃ ἀναλλοίωτον ὡς ἔχει, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς.» ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ 20/9/26 [1]    

Ἀναμφιβόλως οἱ ἀσκούμενοι μοναχοὶ στὸ Ὄρος Σινᾶ, ὅπως καὶ οἱ ἀσκούμενοι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀγαποῦν τὸν τόπο τους καὶ θέλουν νὰ διατηρήσῃ ὅλα ἐκείνα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ βοηθοῦν τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Αὐτοὶ γνωρίζουν, περισσότερο ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον, τί χρειάζεται γιὰ νὰ ἀνθήσῃ ὁ ἀληθὴς μοναχισμὸς, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸν ἀλλοιώνει καὶ τὸν ὑποβιβάζει σὲ ἄνευρο θεσμὸ, ἀπλὸ συντηρητὴ μνημείων καὶ ἐπίκουρο καὶ διακοσμητὴ τῆς κάθε δυναστείας καὶ ἐξουσίας.

Προφανῶς εἶναι διαφορετικὴ ἡ «ἀγάπη» τῶν ἀρχόντων, ποὺ θέλουν νὰ ἀξιοποιήσουν, νὰ ἐκσυγχρονίσουν, νὰ θωρακίσουν νομικῶς, νὰ προστατεύσουν καὶ νὰ διασώσουν, κατὰ τὴν γνώμη τους, τὸν ἱερὸ τόπο.... Ἁπὸ τὰ ἔργα τους καταλαβαίνει κανεὶς τὸ πνεῦμα τους, ὁπότε δὲν χρειάζονται πολλά.

Τὶ γίνεται ὅμως μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα; Πῶς κατανοεῖται ἡ στάσι ποὺ κρατοῦν;

Πρῶτα-πρῶτα ὁ ἴδιος ὁ ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ. Πῶς ἐνήργησε ἐνάντια σὲ κάθε ἔννοια μοναχισμοῦ καὶ πνευματικῆς πατρότητος, ὥστε νὰ περιφρονήσῃ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς καὶ νὰ ἀποφασίσῃ -μόνος του- γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς «συμφωνίας»; Ὡς ἡγούμενος τοῦ Σινᾶ, ἡ πρώτη του ἔννοια ἔπρεπε νὰ ἦταν ἡ ἀδελφότης, οἱ μοναχοὶ δηλαδή, καὶ ἡ Μονή. Τὸ πρῶτο μέλημα, ἡ διαρκὴς ἔγνοια εἶναι οἱ ψυχὲς ποὺ ἔχει ἀναλάβει τὴν διαποίμανσί τους. Νὰ εἶναι δίπλα τους ὅσο μπορεῖ περισσότερο. Νὰ ἀκούει συνεχῶς τὸν κάθε ἕνα. Νὰ μεριμνᾶ, νὰ φροντίζῃ, νὰ οἰκονομῇ, νὰ θεραπέυῃ. Γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι δίπλα στοὺς μοναχούς. Δὲν γίνονται αὐτὰ ἐξ ἀποστάσεως, οὔτε μέσῳ τρίτων, οὔτε μέσῳ... δορυφόρου. Κατασκοπεῖες καὶ ρουφιανιλίκια καὶ συνωμοσίες γίνονται μὲ τέτοια μέσα, καὶ δὲν τὰ κάνουν ποιμένες τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Ἐλπίζω οὔτε καὶ ὁ νῦν Σιναίου.

 Καμμία ἄλλη σκοπιμότης καὶ πρωτεραιότης δὲν ὑπάρχει γιὰ τὸν ἡγούμενο, τὸν γνήσιο ποιμένα, στὴν Ὀρθόδοξη πίστι μας. Ἀναγκαία καὶ ἰκανὴ συνθήκη ἡ κατὰ Χριστὸν ἀγάπη καὶ ἀκολουθῇ ἡ ἀγάπη πρὸς τὰ πρόβατα τοῦ Κυρίου. Τρεῖς φορὲς ρώτησε ὁ Κύριος τὸν Πέτρο ἄν τὸν ἀγαπᾶ, καὶ ἀφοῦ ἐπιβεβαίωνε τὴν ἀγάπη του, τὸν προέτρεπε νὰ βόσκῃ τὰ πρόβατά Του. Ἄν δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, δὲν ὑπάρχει ποιμὴν. Διότι ὁ ποιμὴν «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησι ὑπὲρ τῶν προβάτων». Θυσιάζεται γιὰ τὰ πρόβατα, δὲν θυσιάζει τὰ πρόβατα.

Ἡ πνευματικὴ πατρότης δὲν εἶναι ἐξουσία, ὅπως οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἀξίωμα, τίτλος, ἰδιότης, ποὺ ὁ φορέας του ἐξουσιοδοτεῖται νὰ  κάνῃ ὅτι νομίζει. Δὲν εἶπε ὁ Χριστὸς, «σὲ κάνω ποιμένα τῶν προβάτων μου καὶ κάνε ὅτι νομίζεις». Ἤ, τὸ ἀκόμη χειρότερο, αὐτὸ ποὺ σήμερα ἀκούγεται πολύ: «Ἐγῶ εἶμαι ποιμένας, ἔχω χειροτονία, ἄρα μπορῶ νὰ κάνω ὅτι θέλω καὶ ὅλοι ἐσεῖς ὀφείλετε νὰ σκύβετε τὸ κεφάλι καὶ νὰ μὲ ὑπακοῦτε».

«Οὐχ οὔτως ἔστε ἐν ὑμῖν», λέγει Κύριος.  Ἄν μὲ ἀγαπᾶς, τότε βόσκε τὰ πρόβατά μου, διότι ἡ γνησία ἀγάπη εἶναι Θεῖον ἰδίωμα –«ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»- ὁπότε ἄν ὑπάρχει αὐτὴ δὲν χρειάζεται συζήτησις γιὰ τὸ τί θὰ πράξῃ ὁ ποιμήν. Θὰ (προσπαθήσῃ νὰ) πράξῃ ὅτι ἔπραξε ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν Ἐκκλησία: Θυσιάστηκε γι᾿ αὐτήν.

Ἄμα δὲν εἶσαι γνήσιος ποιμένας καὶ εἶσαι μισθωτὸς, δὲν νοιάζεσαι γιὰ τὰ πρόβατα καὶ ἤ ἐκμεταλεύεσαι τὰ πρόβατα γιὰ ἴδιον συμφέρον, ἤ φεύγεις μακρυὰ, ἤ συνεργάζεσαι ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς λύκους. Ἐδῶ ὁ Σιναίου συνεργάζεται μὲ τοὺς πολιτικοὺς λύκους (καὶ ὄχι μόνο) ἐναντίον τῶν προβάτων. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπορία καὶ τὸ ἐρώτημα. Ἐξ ἀρχῆς ἐπελέγη καὶ προωθήθηκε γι᾿ αὐτὸ, ἤ δὲν εἶχε τὸ σθένος καὶ τὴν ἀνδρεία νὰ ἀντισταθῇ σὲ πιέσεις ἤ ὑποσχέσεις;

Ἄν καὶ μοναχὸς, τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιατὶ δὲν τοὺς ἔλαβε ὑπ᾿ ὅψιν του; Ἡ δική τους προτροπὴ καὶ ἀγωνία καὶ κραυγὴ, δὲν ἔφτασε στὰ αὐτιά του;

Δηλώνει, ὁ Σιναίου:

«Κατά το διαρρεύσαν διάστηµα η Σιναϊτική Αδελφότητα έγινε αποδέκτης ποικίλων αντιφατικών εισηγήσεων και πληροφοριών από αρµοδίους και αναρµοδίους, από επαΐοντες και από καλοπροαιρέτως αγνοούντες». ΔΗΛΩΣΙΣ ΑΡΧΙΕΠ. ΣΙΝΑ ΣΥΜΕΩΝ [2]

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου