Η ΑΝΤΕΘΝΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΩΝ στην ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του 1821.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΚΗ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟ.
“Ο Εσωτερικός Αγωνας.
Οι καθολικοί και στον καιρό της Φραγκοκρατίας και της
Τουρκοκρατίας ακόμα, καταπίεζαν σκληρά τούς Όρθόδοξους, για να τούς αναγκάσουν
νά άλλαξοπιστήσουν. Ακόμα και κατά την επανάσταση, όπως θα δούμε παρακάτω, αν
και λιγώτεροι, με την ενίσχυση πού τούς παρείχαν οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων
και η γαλλική προστασία, εξακολουθούσαν να κακομεταχειρίζονται τούς Όρθόδοξους
και νά αντιδρούν με πείσμα στον εθνικόν αγώνα.
Στα νησιά του Αιγαίου και πρό πάντων στίς Κυκλάδες, (όπου ήσαν πολλοί Καθολικοί), υπήρχε μια ιδιότυπη κατάσταση, πού παρόμοιο της δέ βρίσκουμε στην άλλην Ελλάδα, δηλ. ο μεγάλος διαχωρισμός και τό μίσος, ανάμεσα στους Ελληνες Καθολικούς και τούς Όρθόδοξους. Και τό βαθύ και αγεφύρωτο αυτό χάσμα, τό δημιούργησεν η Παπική προπαγάνδα. Κατάφερε τούς Καθολικούς, πού ήσαν και αυτοί Ελληνες και μιλούσαν τά ελληνικά (εξόν άπό τούς προύχοντες πού οι περισσότεροι ήσαν απόγονοι των Φράγκων), νά μισούν τούς Όρθόδοξους περσότερο κι άπό τούς Τούρκους.
Και τό θλιβερό αποτέλεσμα (πού είναι πολύ διδαχτικό και αξίζει ιδιαίτερα νά τονιστεί) είναι, ότι ό θρησκευτικός φανατισμός, έκαμε τούς Ελληνες Καθολικούς, νά γίνουν φιλότουρκοι. Κι’ ακόμα τούς άλλαξε σέ τέτοιο βαθμό, τό εθνικό τους φρόνημα, ώστε όχι μόνο νά μή λάβουν μέρος στήν επανάσταση, αλλά νά καταντήσουν προδότες της ίδιας της πατρίδας. Κι’ αυτό πιστοποιήθηκεν, όταν άρχισ’ η επανάσταση:«Η υπέρ της ελευθερίας φωνή — γράφει ο Σ. Τρικούπης — αντήχησε καθ’ όλας τάς Κυκλάδας και πολλάς τών Σποράδων. Μόναι αί καρδίαι των του δυτικού δόγματος Ελλήνων έκώφευσαν. Έφάνη κατά τήν περίπτωσιν ταύτην υπό τήν μορφήν του δόγματος τούτου όλη η άσχημοσύνη του φανατισμού προτιμήσαντος τήν ήμισέληνον του σταυρού και τήν δουλείαν της ελευθερίας. Ουδείς τών έν Πελοποννήσω και τη στερεή Ελλάδι Ελλήνων πρεσβεύει τό δυτικόν δόγμα. Ένδεκακισχιλίους του δόγματος τούτου περιείχαν αί τέσσαρες νήσοι του Αιγαίου, Σύρα, Τήνος, Νάξος και Σαντορίνη. Εξαιρουμένων δέ πολλά ολίγων φανέντων αληθών Ελλήνων έπί του αγώνος, οι λοιποί και αντείπαν και άντέπραξαν φανερά και κρυφίως, και σχέσεις έλαβον μυστικάς προς τούς εχθρούς του Εθνους, και χαραν μεγάλην ασυστόλως έδειξαν έπί ταις άποτυχίαις τών ομογενών (π.χ. όταν έμαθαν τήν καταστροφή και τις σφαγές της Χίου έχόρευαν από τή χαρά τους!)…Τόσην δέ κλίσιν έδειξαν προς τούς Τούρκους οι δυτικόφρονες έν γένει και κατ’ εξοχήν οι της Σύρας, ους εύτύχησεν η Επανάστασις, και τόσον ολίγην πεποίθησιν είχον έπί τή εύοδώσει του εθνικού αγώνος, ώστε συνεισέφερον διπλούς φόρους, τούς μέν έξ ανάγκης χάριν τών Ελλήνων, τούς δέ έκ προαιρέσεως χάριν τών Τούρκων».Το πράγμα δέν επιδέχεται καμιάν αμφισβήτηση. Αλλος σύγχρονος ιστορικός, ο Φιλήμων, γράφει γιά τήν αντεθνική στάση τών Καθολικών: «Οι έτερόδοξοι άντεβοήθουν τοις Τούρκοι ς, εδώ μέν παρεμβάλλοντες μυρία προσκόμματα, εκεί δε σιτίζοντες φρούρια πολιορκούμενα, και πανταχού, όπου άν ήδύναντο, κατασκοπεύοντες και προδίδοντες παν Ελληνικόν κίνημα… Κατά τόν αγώνα είδομεν Τούρκους στρατεύοντας μετά των Ελλήνων ουχί δέ και Λατινοδόξους Ελληνας του Αιγαίου οπλιζομένους υπέρ της κοινής πατρίδος».
Ακόμα και μετά τόν αγώνα, ενώ οι Τούρκοι έπαψαν τά μίση, οι Καθολικοί Έλληνες, εξακολουθούσαν νά μισούν τούς ομοφύλους τους (Βλ. και Σπηλιάδη: «Έκ των τοιούτων Δυτικών Ελλήνων υπήρξαν και τίνες, οι οποιοι εστελλον τροφάς εις τούς Τούρκους τής Εύβοιας κα της Κρήτης και ώδήγουν ώς ναυαγοί τούς Τουρκικούς στόλους εις εκείνα τα μέρη», Απομνημονεύματα», τ. Α’, α. 556).


.jpg)

