Eισαγωγικά.
Η επιστολή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ’
Δούκα Βατάτζη προς τον πάπα Γρηγόριο Θ’ (περ. 1237) αποτελεί ένα από
τα σημαντικότερα και πλέον εμβληματικά κείμενα της μεσαιωνικής ελληνικής
ιστορίας.
Η επιστολή δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική
απάντηση σε μια παπική επιστολή, αλλά ένα πολιτικό και εθνικό μανιφέστο.
Συμπυκνώνει την αμυντική στάση του Ελληνισμού απέναντι στις δυτικές αξιώσεις, θέτει
τα όρια του σεβασμού προς τη Ρώμη (μόνο υπό καθεστώς ισοτιμίας και αναγνώρισης
των δικαίων του Γένους) και διατρανώνει την αδιάσπαστη συνέχεια του Ελληνισμού
από την αρχαιότητα μέχρι τη μεσαιωνική και νεότερη εποχή.
Όπως ορθώς επισημαίνει ο ιστορικός Απόστολος
Βακαλόπουλος, η περίοδος της αυτοκρατορίας της Νίκαιας (1204-1261)
σφυρηλατεί τη συνείδηση του Νέου Ελληνισμού. Στην απουσία του
παραδοσιακού εθνικού κέντρου (της υπό λατινικής κατοχής Κωνσταντινούπολης), ο
όρος «Έλλην» παύει πλέον να σημαίνει αποκλειστικά τον «ειδωλολάτρη» (όπως
συνηθιζόταν στο πρώιμο Βυζάντιο) και ταυτίζεται με την εθνική, γλωσσική,
πολιτισμική και πολιτική ταυτότητα των Ρωμαίων/Ελλήνων.
Τα
Κύρια Σημεία & η Σημασία του «Μανιφέστου»
1. Ο Βατάτζης
αποδέχεται τη διαπίστωση του Πάπα ότι η σοφία και η γνώση άνθησαν στο ελληνικό
γένος και διαδόθηκαν στον υπόλοιπο κόσμο.Συνδέει ευθέως τη σοφία των αρχαίων
Ελλήνων με την πολιτική διαδοχή της Χριστιανικής Αρχής από τον Μεγάλο
Κωνσταντίνο.
2. Ο αυτοκράτορας
τονίζει ότι η βασιλεία της Κωνσταντινούπολης κληροδοτήθηκε στο ελληνικό
γένος και ότι οι δυναστείες (Δούκες, Κομνηνοί) κατάγονται από αυτό. Αμφισβητεί
ανοιχτά τη νομιμότητα του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης (Ιωάννη de
Brienne), τον οποίον ειρωνεύεται ως «βασιλέα χωρίς επικράτεια».
3. Ο Βατάτζης
απαντά με καυστικό χιούμορ στις αξιώσεις της Ρώμης: σημειώνει ότι ο θρόνος του
Πάπα δεν βρίσκεται στα σύννεφα ώστε να χρειάζονται «μετεωρολογικές γνώσεις» για
να τον κατανοήσει κανείς, αλλά στη γη, όπως όλοι οι επισκοπικοί θρόνοι.
4. Στηλιτεύει την
IV Σταυροφορία (1204), χαρακτηρίζοντας τις ενέργειες των Λατίνων ως ληστρικές,
μιαιφόνους και ασεβείς, χειρότερες ακόμα και από τις επιδρομές των
Ισμαηλιτών (Αράβων/Σαρακηνών). Αποκαλύπτει την υποκρισία των κηρυγμάτων
της Σταυροφορίας, κατηγορώντας τη Δύση ότι χρησιμοποιεί τον Σταυρό και τους
Αγίους Τόπους ως «εύσχημη πρόφαση» για φιλάργυρες και φίλαρχες βλέψεις.
5. Υπογραμμίζει
ότι η βασιλεία δεν συνίσταται από «λίθους και ξύλα» (τα τείχη), αλλά από το
έθνος, τον λαό και το πλήθος.Διακηρύσσει ότι ο αγώνας για την ανάκτηση της
Κωνσταντινούπολης είναι ιερό καθήκον και ζήτημα υπαρξιακής άμυνας για
τους νόμους της φύσης, τους θεσμούς της πατρίδας, τους τάφους των πατέρων και
τα ιερά προσκυνήματα.
π.Δ.Α

ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ
ΔΟΥΚΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΕ ΠΑΠΑΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ
Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό μας Απ. Βακαλόπουλο,
ο Νέος Ελληνισμός απλώνει τις ρίζες του στην αυτοκρατορία τα Νίκαιας, μετά την άλωση
της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, το 1204. Με
την παρακάτω επιστολή ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (1222-1254)
απαντά σε προηγηθείσα του πάπα Γρηγορίου Θ’ (1227-1241). Η επιστολή μπορεί να
εκληφθεί ως το μανιφέστο του Νέου Ελληνισμού, που διακηρύσσει παγκοσμίως τον
ασίγαστο πόθο του για την απελευθέρωση του σκλαβωμένου εθνικού κέντρου
και τον αγώνα των Ελλήνων για την διατήρηση της πολιτικής και πολιτιστικής
κληρονομιάς τους, αρχαίας και μεσαιωνικής. Ταυτόχρονα, δείχνει ποια είναι η
πρέπουσα απάντηση από πλευράς Ελληνισμού στις προσπάθειες προσέγγισης και στις
αξιώσεις του παπισμού.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε το πρώτον υπό του Ι.
Σακελλίωνος, Ανέκδοτος επιστολή του αυτοκράτορος Ιωάννου Δούκα Βατάτση προς τον
πάπα Γρηγόριον, Αθήναιον τ. 1 (1872), 372-378. Περιλαμβάνεται στο Α.
Βακαλόπουλος, Πηγές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, Θεσ/νίκη 1965, 50-52.
*****
Ἰωάννης
ἐν Χριστῷ τῷ
Θεῷ πιστός βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ῥωμαίων ὁ Δούκας τῷ ἁγιωτάτῳ πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης Γρηγορίῳ σωτηρίας καί εὐχῶν
αἴτησιν.
Οι απεσταλμένοι της μακαριότητάς σου, όταν αφίχθηκαν
προς την βασιλεία μου, παρέδωσαν σε αυτή γράμμα, για το οποίο αυτοί
διατείνονταν ότι είναι της αγιότητός σου και ισχυρίζονταν ότι έχει σταλεί στην
βασιλεία μου˙ η βασιλεία μου, όμως, βλέποντας με αποστροφή την ατοπία των
γεγραμμένων, δεν το πολυπιστεύει ότι είναι δικό σου το γράμμα, αλλά κάποιου
συντρόφου της εσχάτης ανοησίας, που έχει την ψυχή γεμάτη αλαζονεία και
αυθάδεια. Πως θα μπορούσε να νομισθεί διαφορετικός, αυτός που θέλησε με
γράμματα να φερθεί προς την βασιλεία μου με αυτό τον τρόπο, σαν να επρόκειτο
για κανέναν των ανωνύμων και άδοξων, ή να πω καλύτερα των αγνώστων και αφανών,
αυτός που δεν μπορεί να διδαχθεί το πρέπον, ούτε από την πείρα των πραγμάτων,
ούτε από το μέγεθος της εξουσίας; Αντίθετα, η αγιότητά σου έχει στολισθεί με
φρόνηση και διάκριση διαφορετική από των πολλών. Γι’ αυτό και με δυσκολία το
είχε η βασιλεία μου να πιστεύει ότι είναι δικό σου το γράμμα, πολύ δε
περισσότερο ότι γράφτηκε αυτό για να σταλεί στην βασιλεία μου.
Αυτό το γράμμα τόνιζε, ότι στο δικό μας γένος των Ελλήνων βασιλεύει η σοφία, και, ωσάν να πρόκειται για πηγή, από αυτήν παντού ανέβλυσαν σταγόνες˙ και είναι το σωστό για μας, που λάμπουμε από τέτοια διάκριση, να μην αγνοούμε την αρχαιότητα του θρόνου σου˙ σαν να πρόκειται για την απόδειξη κάποιου μεγάλου θεωρήματος που χρειάζεται μεγάλη σοφία για να το καταλάβει κανείς. Αν και ποιος από μας έχει ανάγκη της σοφίας, για να καταλάβει ποιος είσαι και τι είδους είναι ο θρόνος σου; Διότι αν ήταν και αυτός τοποθετημένος επάνω στα σύννεφα ή βρίσκονταν κάπου στα ψηλά, θα μας ήταν ίσως απαραίτητη κάποια μετεωρολογική γνώση, για ν’ αναγνωρίσουμε την φύση και σύστασή του, μαζί με τις θύελλες και τους κεραυνούς και όλα τα υπόλοιπα, όσα από την φύση τους φτιάχτηκαν για να βρίσκονται στα υψηλά˙ επειδή όμως είναι στηριγμένος στη γη, και δεν διαφέρει σε τίποτα από τους άλλους θρόνους, που φτιάχτηκαν ν’ αντέχουν αρχιερείς, πως λοιπόν να μην είναι πρόσφορη σε όλους; Ότι, βέβαια, από το δικό μας γένος άνθησε η γνώση και το αγαθό αυτής και διαδόθηκε στους άλλους, όσους φροντίζουν με επιμέλεια για την απόκτηση και την άσκησή της, αυτό σωστά ειπώθηκε. Εκείνο όμως πως αγνοήθηκε, ή και αν δεν αγνοήθηκε, πως παρασιωπήθηκε, το ότι μαζί με την σοφία που βασιλεύει σε μας, κληροδοτήθηκε στο δικό μας γένος η κοσμική αυτή βασιλεία από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος φρόντισε να προσθέσει στην εξουσία το σεμνό και το τίμιο, δια της ανταποκρίσεως στην του Χριστού κλήση; Διότι ποιος απ’ όλους αγνοεί ότι η κληρονομιά της διαδοχής του μεταβιβάστηκε στο δικό μας γένος και εμείς είμαστε οι κληρονόμοι και διάδοχοί του;


