Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρεται
δημοσίως στην επιστολή αυτή, χωρίς ωστόσο να δημοσιοποιεί το περιεχόμενό της,
παρουσιάζοντάς την μάλιστα με διαστρεβλωμένο τρόπο.

“[..]Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των
τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο
(aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της
Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας
υπάρχει Εκκλησία]).» Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της
Εκκλησίας και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις”

“Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην
εγκύκλιο διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την
ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι
«η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία
και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας» Αυτή η
ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας
και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.”

“Κατά το παράδειγμα του ΙΑ΄ Αναθέματος, το οποίο διακηρύσσει
ότι όσοι δεν αναθεματίζουν τις αιρέσεις που έχουν αναθεματισθεί από τις
Συνόδους είναι ανάθεμα, έτσι και εμείς, το ορθόδοξο ποίμνιο, επιθυμούμε να σας
ερωτήσουμε εάν η Υμετέρα Σεβασμιότης αναθεματίζει μαζί με εμάς τα αιρετικά
κείμενα της λεγομένης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της
Κρήτης (2016).
Η διακήρυξη αυτού του αναθέματος θα αποτελέσει την ομολογία
πίστεως διά της οποίας θα σας αναγνωρίσουμε ως Ορθόδοξο Ποιμένα μας και θα
συμμετέχουμε στις ιερές ακολουθίες που τελείτε ή στις οποίες μνημονεύεσθε από
τους Πρεσβυτέρους.”


Επιστολή προς τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου σχετικά
με την εκκλησιολογική αίρεση της λεγόμενης Συνόδου της Κρήτης του 2016
Πρὸς τὴν Αὐτοῦ
Σεβασμιότητα…
16 Ιουνίου 2026
Σεβασμιώτατε,
Λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Μάιο του 2025 η Ιερά Σύνοδος της
Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου ζήτησε από τον Σεβασμιώτατο Τυχικό να υπογράψει
ομολογία πίστεως,1 με την οποία θα αποδεχόταν τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη
Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης του 2016, μας δημιουργήθηκε σοβαρό
ερώτημα σχετικά με την ορθοδοξία της πίστεως των μελών της Ιεράς Συνόδου της
Εκκλησίας μας.
Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας»
της Κρήτης του 2016 περιλαμβάνει το επίσημο κείμενο με τίτλο «Οι σχέσεις της
Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»2 το οποίο επικύρωσε τη
Διακήρυξη του Τορόντο του 1950, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών»3. Η συμμετοχή των κατά τόπους Ορθοδόξων
Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, καθώς και η βάση του διαλόγου με
τους αιρετικούς, πραγματοποιούνται με την αποδοχή των αιρετικών προϋποθέσεων
της εν λόγω Διακηρύξεως, οι οποίες θεωρούνται υψίστης σημασίας στο προαναφερθέν
επίσημο κείμενο4.
Στα έγγραφα αυτά, τα οποία έγιναν αποδεκτά από την Ιερά
Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου5, αλλοιώνεται το δόγμα περί της
Εκκλησίας, πλήττοντας ουσιαστικά το Σύμβολο της Πίστεως (της
Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως). Παρότι το Σύμβολο της Πίστεως διατηρεί τη
διατύπωση «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν»,
ο ορισμός της Εκκλησίας ως δογματικού όρου έχει μεταβληθεί. Έτσι, η Ορθόδοξη
Εκκλησία δεν ορίζεται πλέον ως το μοναδικό Σώμα του Χριστού, ούτε ταυτίζεται
πλέον με τη Μία Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως. Αυτό συνάγεται από τις
αμφίσημες και αντιφατικές διατυπώσεις του κειμένου «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου
Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ενώ εκφράζεται με μεγαλύτερη
σαφήνεια στη Διακήρυξη του Τορόντο (1950).
Στα δύο αυτά κείμενα, η Εκκλησία του Χριστού, ή η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, νοείται ως μία αόρατη Οικουμενική Εκκλησία (μυστικό σώμα)6 η οποία περιλαμβάνει όλες τις χριστιανικές ομολογίες που «πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, σύμφωνα με τις Γραφές, και ομολογούν τον Τριαδικό Θεό, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστεως»7. Επιπλέον, η ενότητά της θεωρείται ότι έχει χαθεί και ότι πρέπει να αποκατασταθεί, ενώ παρουσιάζεται ως μία Εκκλησία υπό κατασκευή/ διαμόρφωση, την οποία οικοδομεί ο Θεός, συγκεντρώνοντας τα τέκνα Του8. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εντάσσεται στην «αόρατη Οικουμενική Εκκλησία» μαζί με άλλες αιρετικές ομάδες. Τούτο καθίσταται εμφανές και από το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν ότι η συμμετοχή στην Εκκλησία του Χριστού είναι ευρύτερη από τη συμμετοχή στο δικό τους εκκλησιαστικό σώμα. […] Όλες οι χριστιανικές εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Εκκλησίας της Ρώμης, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ της συμμετοχής στην Οικουμενική Εκκλησία και της συμμετοχής στη δική τους Εκκλησία. Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο (aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει Εκκλησία]).»9 Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της Εκκλησίας10 και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις. Τούτο αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μόνον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι μέλη της Εκκλησίας, ενώ οι αιρετικοί βρίσκονται εκτός Αυτής. Επιπλέον, το ορθόδοξο δόγμα διδάσκει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την Αλήθεια και ότι μόνον Αυτή είναι η αληθινή Εκκλησία, σε αντίθεση προς όσα διακηρύσσονται στη Διακήρυξη του Τορόντο, σύμφωνα με την οποία «οι Εκκλησίες (οι χριστιανικές ομολογίες) θα οδηγηθούν προς την Αλήθεια» και ότι «οι Εκκλησίες-μέλη του Παγκοσμίου Συμβουλίου αναγνωρίζουν σε άλλες Εκκλησίες [σημ.: αιρέσεις] στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».11[της Εκκλησίας του Χριστού, όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως]. Όλες αυτές οι αιρέσεις περιλαμβάνονται στο ανάθεμα που εξέδωσε η Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς (ROCOR) τον Αύγουστο του 198312. Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην εγκύκλιο13 διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας»14. Αυτή η ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.

.jpg)


