Η εκκλησία της Αγίας Σοφίας όπου είχε γίνει η Α’ Οικουμενική Σύνοδος,
Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α’ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α’ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι εξελίξεις αυτές είχαν μακροχρόνιες επιρροές θεολογικού και πολιτικού χαρακτήρα στην Ανατολή κατά τη διάρκεια όλου του Μεσαίωνα. Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους.
Η έκπληξη του Αγίου Κωνσταντίνου.
Ο Θεοδώρητος Κύρου,συγγραφέας του Ε΄αιώνος,μας παρέχει μια σημαντική λεπτομέρεια για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην Σύνοδο.Μπαίνοντας στην αίθουσα της Συνόδου ο Μ.Κωνσταντίνος,άρχισε να χαιρετάει μειδιών τους Πατέρες.Όμως το μειδίαμά του πολύ γρήγορα χάθηκε από το πρόσωπό του.Έβλεπε μπροστά του ένα παράξενο θέαμα.Οι περισσότεροι Πατέρες, που ήρθαν στην Σύνοδο ήταν λωβοί και ακρωτηριασμένοι.Άλλου του έλειπαν τα αυτιά,άλλου τα μάτια και άλλου η μύτη του.Άλλος,τον χαιρέτησε με το αριστερό χέρι,γιατί το δεξί δεν υπήρχε πλέον.Και πολλοί δεν μπορούσαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους,αφού τα πόδια τους ήταν παράλυτα.
Ξαφνιάστηκε ο αυτοκράτορας και ρώτησε με κατάπληξη. «Γιατί όλοι σχεδόν οι Επίσκοποι που ήρθαν στην Σύνοδο είναι λωβημένοι;¨»
Ένας αρχιερέας του απάντησε:«Διότι ,βασιλιά,έρχονται από τα Μαρτύρια.Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι Μάρτυρες και Ομολογητές».
Συγκινήθηκε ο Μ.Κωνσταντίνος και δάκρυσε.Σηκώθηκε και πλησίασε τους λαβωμένους Επισκόπους.Γονάτισε και φίλησε τα παράλυτα πόδια τους,τις άδειες κόγχες των ματιών τους και τα χέρια τους τα ακρωτηριασμένα και κάθησε ως έσχατος σε χαμηλό θρονί παρακολουθώντας τις εργασίες της Συνόδου.Αυτό προξένησε εντύπωση και όταν τον ρώτησαν σχετικά τους απάντησε:
«Αυτοί οι Επίσκοποι και οι άλλοι κληρικοί είναι οι εκπρόσωποι του Θεού στη γή και φροντίζουν για την Εκκλησία Του.Καθοδηγούν τις ψυχές των ανθρώπων στον Ουρανό και στο Θεό.Ενώ εγώ είμαι επιφορτισμένος από τον Θεό για να ρυθμίζω μόνο τις πρακτικές και γήϊνες ανάγκες του λαού Του.Αυτοί λοιπόν πρέπει να κάθονται στα ψηλά καθίσματα και εγώ στο μικρότερο,διότι μικρότερο είναι και το έργο μου».
Η Συγκρότηση της Συνόδου.
Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. Μαζί μ’ αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθισαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.
Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί.
Το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνα.
Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος Σπυρίδωνας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ’ ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; Γι’ αυτό στενοχωρήθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.





