Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Το Κανονικό δικαίωμα συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου και η δικαστική διαδικασία Καθαιρέσεως μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

 



Εισαγωγικά:

Το άρθρο αποτελεί το Β μέρος της προηγούμενης δημοσίευσης με θέμα: "Οι λόγοι απουσίας των τεσσάρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών από την Σύνοδο της Κρήτης και η σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση μετά από αυτή.

---------------------------------------------------------------------------------

Έρευνα πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εάν οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και τα Πατριαρχεία που απείχαν από τη Σύνοδο της Κρήτης το 2016 θεωρούσαν ότι οι αποφάσεις της προσέβαλλαν τη δογματική ακρίβεια της Πίστεως, είχαν και διατηρούν το πλήρες κανονικό δικαίωμα να συγκροτήσουν Πανορθόδοξο ή Μείζονα Σύνοδο, προκειμένου να καταδικάσουν τις κακοδοξίες και να αποκαταστήσουν την εκκλησιαστική τάξη.

1. Θεμελίωση της Συνοδικότητας και της Κανονικής Αρμοδιότητας.

Η κανονική θεμελίωση αυτής της δυνατότητας βασίζεται  πρωτίστως στη φύση της συνοδικότητας της Ορθόδοξου Εκκλησίας, όπου το αλάθητο δεν ανήκει σε έναν πρώτο θρόνο ή σε μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά στο σύνολο του εκκλησιαστικού σώματος, με όργανο εκφράσεως τη Σύνοδο. Όταν μια δογματική παρέκκλιση αφορά ολόκληρη την Εκκλησία, η επίσημη καταδίκη της δεν μπορεί να επιβληθεί από μια μεμονωμένη τοπική σύνοδο, αλλά απαιτεί τη σύγκληση Μείζονος Συνόδου. Στο πλαίσιο αυτό, τα υγιή τμήματα της Εκκλησίας διατηρούν την ισότιμη κανονική εξουσία να συνέλθουν εκτάκτως για την προάσπιση του δόγματος, όταν διαπιστώνουν την εισαγωγή αλλοτρίων διδασκαλιών.

Μια Μείζων ή Πανορθόδοξος Σύνοδος όχι μόνο μπορούσε να γίνει χωρίς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά, εφόσον ο Οικουμενικός Πατριάρχης ελέγχεται για αίρεση ή άρνηση ορθοτομήσεως της Αληθείας, η σύγκληση μιας τέτοιας Συνόδου από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες αποτελεί τη μόνη κανονική οδό για την καθαίρεση των κακοδόξων και την ελευθέρωση της Εκκλησίας από το σχίσμα.

2. Ιστορικά Προηγούμενα Ακυρώσεως Ψευδοσυνόδων.

Η Εκκλησιαστική Ιστορία προσφέρει σαφή προηγούμενα ακυρώσεως και καταδίκης ψευδοσυνόδων από μεταγενέστερες ή ευρύτερες συνάξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εικονομαχική Ψευδοσύνοδος της Ιερείας (754 μ.Χ.), την οποία απέρριψαν τα Πατριαρχεία της Ανατολής και η Σύνοδος της Ρώμης, προετοιμάζοντας την οριστική της ακύρωση από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 787 μ.Χ. Παρομοίως, μετά την Ψευδοσύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1439 μ.Χ.), τα Ανατολικά Πατριαρχεία συνεδρίασαν στα Ιεροσόλυμα το 1443 μ.Χ. και στην Κωνσταντινούπολη το 1450 μ.Χ., καταδικάζοντας την ψευδένωση και ακυρώνοντας τις αποφάσεις της.

Επίσης, κατά τη Μονοθελητική Κρίση, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Άγιος Μάρτινος Ρώμης συγκρότησαν τη Σύνοδο του Λατερανού (649 μ.Χ.), καταδικάζοντας τα μονοθελητικά διατάγματα («Έκθεσις» και «Τύπος») πολύ πριν από τη σύγκληση της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

3. Ο 15ος Ιερός Κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου και η Αποτείχιση

Η δυνατότητα αυτή συνδέεται στενά και με την εφαρμογή του 15ου Ιερού Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου (861 μ.Χ.). Βάσει του κανόνα αυτού, όταν ένας επίσκοπος ή σύνοδος διδάσκει αίρεση «παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην», οι πιστοί και οι κληρικοί δικαιούνται —και υποχρεούνται— να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία προ συνοδικής κρίσεως, ώστε να προστατευθούν από τον πνευματικό συμμολυσμό. Ωστόσο, η αποτείχιση αυτή αποτελεί μόνο το πρώτο στάδιο αυτοπροστασίας της Εκκλησίας. Ο τελικός σκοπός του αγώνα είναι η σύγκληση μιας Οικουμενικής ή Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία θα αποφανθεί κυριαρχικά, θα καθαιρέσει τους αμετανόητους και θα επικυρώσει την Ορθόδοξη Πίστη.

4. Δικαιοδοσία και Ευρύτερης εμβέλειας Κύρος της Μείζονος Συνόδου.

Επομένως, εάν τα τέσσερα Πατριαρχεία που απείχαν θεμελίωναν την αποχή τους σε αμιγώς δογματικούς λόγους —όπως η αμφισβήτηση της εκκλησιολογίας της Μιας Εκκλησίας ή η αναγνώριση ετεροδόξων ως εκκλησιών— είχαν το πλήρες κανονικό δικαίωμα να συγκροτήσουν Πανορθόδοξο Σύνοδο. Η ενέργεια αυτή δεν θα συνιστούσε σχίσμα, αλλά εκπλήρωση του συνοδικού τους χρέους για την ελευθέρωση της Εκκλησίας από την πλάνη. Μια τέτοια Σύνοδος θα διέθετε την ανώτατη  Ευρύτερης εμβέλειας εξουσία και δικαιοδοσία να δικάσει και να καθαιρέσει τους επισκόπους που υπέγραψαν τις αποφάσεις της Κρήτης, ενεργώντας ως θεματοφύλακας της καθολικής Ορθοδοξίας, καθώς μια μεμονωμένη Τοπική Σύνοδος δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει αμετάκλητες ποινές σε επισκόπους άλλης  δικαιοδοσίας.

Οι λόγοι απουσίας των τεσσάρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών από την Σύνοδο της Κρήτης και η σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση μετά από αυτή.

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ-Α

Εισαγωγικά

Η πραγματοποίηση της Α Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη το 2016 αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ορόσημα της σύγχρονης Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Ωστόσο, το ερώτημα που εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια και ακαδημαϊκή συζήτηση παραμένει σταθερό: Ήταν η απουσία των τεσσάρων Τοπικών Εκκλησιών αμιγώς ζήτημα πίστεως και δογματικής διαφωνίας;

Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η αποχή των Πατριαρχείων Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας οφειλόταν αποκλειστικά σε δογματικούς λόγους.

Όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία της έρευνας, η μη προσέλευση των τεσσάρων αυτών Εκκλησιών υπήρξε το αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερα σύνθετου πλέγματος παραγόντων.

  • Δικαιοδοσιακών αμφισβητήσεων και διοικητικών τριβών,
  • Γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων και συσχετισμών ισχύος,
  • Διαφωνιών γύρω από τις διαδικασίες και τους κανόνες πρωτοκόλλου καθώς και
  • Δογματικών ενστάσεων που προβλήθηκαν κατά την περίοδο της προσυνοδικής προετοιμασίας.

Στο άρθρο που ακολουθεί, εξετάζουμε όλες τις πτυχές του θέματος, αναδεικνύοντας τις παρασκηνιακές και θεσμικές αιτίες που οδήγησαν στην απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Σαμπεζύ 2016).

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων των Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε από τις 21 έως τις 28 Ιανουαρίου 2016 στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Chambésy) της Γενεύης, αποτελεί τον πλέον καθοριστικό και συνάμα τελικό  σταθμό στην τελική ευθεία προς τη σύγκληση της  Συνόδου της Κρήτης.

Η  Σύναξη αυτή κλήθηκε να λάβει τις τελικές θεσμικές, διοργανωτικές και θεματολογικές αποφάσεις, αίροντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια δεκαετιών.

Η επιλογή του τόπου διεξαγωγής της Συνάξεως υπήρξε το πρώτο μεγάλο διπλωματικό στοίχημα. Αρχικώς, η Σύναξη είχε προγραμματισθεί να συνέλθει στην ιστορική έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις στα σύνορα με τη Συρία στα τέλη του 2015 πυροδότησε μια οξύτατη διπλωματική και γεωπολιτική κρίση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Η κρίση αυτή κατέστησε απαγορευτική τη μετάβαση της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ρωσίας και του Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου στην Τουρκία.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η πανορθόδοξη ενότητα και η φυσική παρουσία της ρωσικής Εκκλησίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποφάσισε τη μεταφορά της Συνάξεως στο Πατριαρχικό Κέντρο στο Σαμπεζύ της Γενεύης. Παράλληλα, για τους ίδιους γεωπολιτικούς λόγους, αποφασίστηκε η μεταφορά της ίδιας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου από τον Ναό της Αγίας Ειρήνης Κωνσταντινουπόλεως στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε με Πατριαρχικά Γράμματα στις 4 Ιανουαρίου 2016 και έγινε ομοφώνως αποδεκτή από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

 Συμμετοχή, Φυσικές Απουσίες και Εκπροσωπήσεις Προκαθημένων

Στις εργασίες της Στ΄ Συνάξεως προήδρευσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Παρά την κρισιμότητα των περιστάσεων, η φυσική εκπροσώπηση των Προκαθημένων δεν υπήρξε καθολική, καθώς τρεις Προκαθήμενοι απουσίαζαν για διαφορετικούς λόγους και εκπροσωπήθηκαν από συνοδικές αντιπροσωπείες.

Συμμετέχοντες

Έντεκα (11) Προκαθήμενοι συμμετείχαν αυτοπροσώπως στις εργασίες της Συνάξεως:

  • Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος
  • Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄
  • Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄
  • Ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κύριλλος
  • Ο Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος
  • Ο Πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ
  • Ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Νεόφυτος
  • Ο Πατριάρχης-Καθολικός Γεωργίας Ηλίας Β΄
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Πρέσωφ, Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβ

Ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας υπήρξε η άρση της κανονικής εκκρεμότητας για τον Αρχιεπίσκοπο Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβ. Η Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας δεν είχε προσκληθεί στην Ε΄ Σύναξη του 2014 λόγω αντικανονικών ενεργειών κατά την εκλογή του. Ωστόσο, στις 14 Ιανουαρίου 2016, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατόπιν παρακλητικής επιστολής του Ραστισλάβ, προέβη κατ' οικονομίαν στην αναγνώρισή του, αποκαθιστώντας την κανονική τάξη και επιτρέποντας την ισότιμη συμμετοχή του στο Σαμπεζύ.

Απουσίες Προκαθημένων και Αίτια

Τρεις (3) Προκαθήμενοι απουσίασαν από τη Σύναξη και εκπροσωπήθηκαν από εξουσιοδοτημένες αρχιερατικές αντιπροσωπείες:

  1. Πατριαρχείο Αντιοχείας (Πατριάρχης Ιωάννης Ε΄). Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση του Πατριάρχη προβάλλονται λόγοι υγείας και υπηρεσιακά κωλύματα, ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τη μεταγενέστερη στάση της αντιπροσωπείας του, επρόκειτο για «διπλωματική αδιαθεσία», καθώς ο Πατριάρχης Αντιοχείας επέλεξε να μην παραστεί λόγω της ανεπίλυτης δικαιοδοσιακής διαμάχης με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για το Εμιράτο του Κατάρ, ενώ επικεφαλής της αντιπροσωπείας ορίσθηκε ο Μητροπολίτης Γερμανίας και Κεντρικής Ευρώπης Ισαάκ.
  2. Εκκλησία της Πολωνίας (Μητροπολίτης Βαρσοβίας Σάββας). Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση προβλήθηκε η σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ενώ ως συμπληρωματικό αίτιο ο Μητροπολίτης Σάββας εξέφρασε παράλληλα τη δυσαρέσκειά του για την αιφνίδια αλλαγή του τόπου διεξαγωγής (από την Κωνσταντινούπολη στη Γενεύη), καθώς είχε ήδη προγραμματίσει τη μετάβασή του στο Φανάρι, δίνοντας παράλληλα πλήρη πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης στον Επίσκοπο Σιεμιατίτσε Γεώργιο.
  3. Εκκλησία της Ελλάδος (Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Β΄):

Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση προβάλλονταν «προσωπικοί λόγοι» (όπως αναγράφηκε στο αρχικό προσκλητήριο έγγραφο και στο επίσημο ανακοινωθέν), ωστόσο ως ουσιαστικό αίτιο—όπως αποδείχθηκε σε μεταγενέστερη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 4 Φεβρουαρίου 2016, όπου ο Αρχιεπίσκοπος κατέθεσε σφραγισμένο απόρρητο φάκελο στο αρχείο της Αρχιγραμματείας—επιστηρίχθηκε ότι η απουσία του οφειλόταν σε ενέργειες και παρασκηνιακές αμφισβητήσεις που υπονόμευαν τα κανονικά δικαιώματα και το κύρος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ τη συνοδική αντιπροσωπεία συγκρότησαν οι Μητροπολίτες Ηλείας Γερμανός, Περιστερίου Χρυσόστομος και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

3. Θεματολογία και Θεσμικές Αποφάσεις για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων ολοκλήρωσε έναν τεράστιο όγκο εργασιών, ορίζοντας το κανονικό, διοργανωτικό και δικονομικό πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αποφασίσθηκε  ΟΜΟΦΩΝΩΣ η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης (Κολυμπάρι Χανίων) από τις 18 έως τις 27 Ιουνίου 2016. Το πρόγραμμα προέβλεπε Πανορθόδοξο Συλλείτουργο την Κυριακή της Πεντηκοστής (19 Ιουνίου) στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά Ηρακλείου και έναρξη των συνοδικών συνεδριών τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (20 Ιουνίου).

Η Σύναξη επεξεργάσθηκε και ψήφισε άρθρο προς άρθρο τον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ο Κανονισμός καθόρισε:

  • Τη σύνθεση των αντιπροσωπειών (έως 24 αρχιερείς ανά Εκκλησία).
  • Την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη primus inter pares.
  • Τη διαδικασία διεξαγωγής των συζητήσεων και την ισχύ των αποφάσεων (πανορθόδοξο κύρος).
  • Τον τρόπο ενσωμάτωσης τροπολογιών.

Από τα αρχικά δέκα (10) θέματα του Πινακίου της Α΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως (1976), η Σύναξη οριστικοποίησε τα έξι (6) κείμενα που θα υποβάλλονταν στη Σύνοδο:

  1. Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω
  2. Η Ορθόδοξος Διασπορά.
  3. Το Αυτόνομον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού:
  4. Το Μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού.
  5. Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον.
  6. Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον:

Σημείωση παραπομπής θεμάτων: Τα ακανθώδη ζητήματα του Αυτοκεφάλου και των Διπτύχων παραπέμφθηκαν σε μελλοντική Σύνοδο λόγω μη επιτεύξεως πανορθόδοξης ομοφωνίας στις Προπαρασκευαστικές Επιτροπές. Το θέμα του Κοινού Ημερολογίου/Πασχαλίου διαγράφηκε οριστικά, καθώς πολλές Εκκλησίες δήλωσαν ανέτοιμες για μια τέτοια αλλαγή.

Συγκροτήθηκε η Πανορθόδοξη Γραμματεία της Συνόδου, αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο κάθε Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, υπό τον συντονισμό του Μητροπολίτη Ελβετίας Ιερεμία, με αρμοδιότητα τη γραμματειακή υποστήριξη, τις διαπιστεύσεις ΜΜΕ και τη δημοσίευση των πρακτικών.

Αποφασίσθηκε η επίσημη δημοσίευση όλων των προσυνοδικών κειμένων για την υπεύθυνη ενημέρωση του ποιμνίου. Επίσης, εγκρίθηκε η παρουσία ετερόδοξων παρατηρητών από τη Ρωμασιοκαθολική Εκκλησία, τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, την Αγγλικανική Κοινωνία, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) κ.ά., αποκλειστικά κατά την έναρξη και τη λήξη των εργασιών της Συνόδου, χωρίς δικαίωμα λόγου ή ψήφου.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Απάντηση στον Β. Ξεσφίγγη. Γιατί η Αποτείχιση Αφορά και τους Λαϊκούς;

 



Σε άρθρο του ο Β.Ξεσφίγγης (Β.Ξ στην συνέχεια)  με τίτλο –«Η Αποτείχιση του π. Γεωργίου Σταύρου και οι Διώκτες της Αλήθειας « σε μια παράγραφο γράφει και τα εξής:

 

Η Νομιμότητα της Αποτείχισης και ο Ρόλος των Λαϊκών

Η πράξη του π. Γεωργίου δεν αποτελεί σχίσμα ούτε ανταρσία, αλλά μια καθόλα νόμιμη και παραδοσιακή αντίδραση. Οι κληρικοί που προχωρούν σε αυτή την κίνηση θωρακίζονται πλήρως από τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος επιτρέπει και επιτάσσει τη διακοπή μνημοσύνου του επισκόπου όταν εκείνος κηρύττει γυμνή τη κεφαλή μια καταδικασμένη αίρεση. Ο π. Γεώργιος έπραξε το καθήκον του ως φύλακας των Ιερών Κανόνων και η στάση του είναι άξια σεβασμού και πνευματικής υποστήριξης.

Για εμάς, τους λαϊκούς πιστούς, ο δρόμος είναι διαφορετικός αλλά εξίσου αγωνιστικός. Πιστεύω ακράδαστα ότι οι λαϊκοί πρέπει να δώσουμε τη μάχη κατά του νεοτερισμού και του οικουμενισμού μέσα από την Εκκλησία. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα μετερίζια μας, δεν πρέπει να αφήσουμε τον Χριστό μόνο Του μέσα στους ναούς μας. Οφείλουμε να γίνουμε το ανάχωμα απέναντι στην αλλοίωση της πίστης μας, στηρίζοντας ταυτόχρονα με όλη μας τη δύναμη τους άξιους και ομολογητές κληρικούς, όπως ο π. Γεώργιος, που θυσιάζουν την ηρεμία και την ασφάλειά τους για την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο αγώνας για την Ορθή Πίστη είναι κοινός και θα τον δώσουμε μέχρι τέλους.

 

https://www.triklopodia.gr/%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80-%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1/

 

 

Σαν απάντηση στις πρωτοφανείς αυτές απόψεις είναι τα παρακάτω.

Ναι κ.Β. Ξ  οι λαϊκοί αποτειχίζονται και υποχρεούνται να διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία από επισκόπους ή ιερείς που κηρύσσουν δημοσίως αίρεση.

Η αποτείχιση των λαϊκών θεμελιώνεται στις εξής βασικές αρχές:

1. Ο Σωτηριολογικός Χαρακτήρας της Αποτείχισης

Παρότι η γλωσσική διατύπωση του 15ου Ιερού Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου αναφέρεται άμεσα στους κληρικούς (πρεσβυτέρους, επισκόπους, μητροπολίτες), η απομάκρυνση από την αίρεση δεν αποτελεί απλό διοικητικό προνόμιο των ιερωμένων, αλλά ζήτημα σωτηριολογικού χαρακτήρα που αφορά άμεσα και τους λαϊκούς. Η διακοπή κοινωνίας γίνεται για την προστασία της ψυχής από τον πνευματικό συμμολυσμό («ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω»).

2. Ο Λαός ως «Φρουρός της Ορθοδοξίας»

Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο και την περίφημη Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), ο πιστός λαός δεν είναι παθητικός θεατής, αλλά ο οργανικός υπερασπιστής της Πίστεως:

3. Ιστορικά Παραδείγματα Λαϊκής Αποτείχισης

Φλαβιανός και Διόδωρος στην Αντιόχεια (344–358 μ.Χ.)

Όντας ακόμη λαϊκοί (ασκούντες την ασκητική πολιτεία), ο Φλαβιανός (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας) και ο Διόδωρος (μετέπειτα Επίσκοπος Ταρσού) διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον Επίσκοπο Αντιοχείας Λεόντιο, μόλις εκείνος χειροτόνησε τον ανόμοιο αρειανό Αέτιο σε διάκονο. Οι δύο αυτοί λαϊκοί είχαν τεράστια επιρροή στο χριστεπώνυμο πλήρωμα και συσπείρωσαν τους Ορθοδόξους της Αντιοχείας κατά της αρειανικής κακοδοξίας.

Οι Αιγύπτιοι Λαϊκοί Ασκητές (Ταβεννησιώτες - 4ος αι.)

Οι λαϊκοί ασκητές της Αιγύπτου (μαθητές του Οσίου Θεοδώρου Ηγιασμένου και του Οσίου Παχωμίου), ακολουθώντας την εντολή του Μεγάλου Αθανασίου, αρνήθηκαν να συμπροσευχηθούν ή να συνεστιάσουν με τον δούκα Αρτέμιο, επειδή συνοδευόταν από ακατάκριτο αρειανό επίσκοπο. Εφάρμοσαν την αγιοπατερική αρχή «ὧν τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνίας προσήκει φεύγειν».

Ο Λαός της Νικοπόλεως επί Μεγάλου Βασιλείου (4ος αι.)

 Όταν τοποθετήθηκε στη Νικόπολη ο αρειανόφρων επίσκοπος Φρόντων, ο ορθόδοξος λαός αρνήθηκε να εισέλθει στους ναούς.  Ο λαός εγκατέλειψε τις εκκλησίες, τις οποίες ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήρισε «κοινούς οίκους» (βεβηλωμένους ναούς), και συγκεντρωνόταν στην ύπαιθρο και τις ερημιές για να προσευχηθεί.

Οι «Ιωαννίτες» Λαϊκοί της Κωνσταντινουπόλεως (404 μ.Χ.)

Μετά την άδικη εξορία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και την αντικανονική ανάρρηση αντικαταστατών στον θρόνο, η πλειονότητα του πιστού λαού της Κωνσταντινουπόλεως (οι ονομασθέντες «Ιωαννίτες») διέκοψε αμέσως κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τους διώκτες του Αγίου. Αρνήθηκαν να εισέλθουν στους ναούς υπό τους αντικανονικούς επισκόπους και συγκεντρώνονταν στην ύπαιθρο για να λατρεύσουν τον Θεό. Ο ίδιος ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στο συνειδητό αυτό ποίμνιο, διακήρυξε την καθολική ευθύνη του λαού λέγοντας: «Χωρὶς ὑμῶν οὐδὲν ἐργάσομαι».

 

Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία (5ος αι.)

Η Οσία Μελάνη, όντας λαϊκή ασκήτρια, αρνήθηκε κατηγορηματικά να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων από ορθόδοξο στο φρόνημα ιερέα, επειδή εκείνος μνημόνευε στα Ιερά Δίπτυχα μια ακατάκριτη αιρετική γυναίκα. Η στάση της Οσίας καταγράφεται ως έμπρακτη εφαρμογή της αρχής «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», αποδεικνύοντας ότι η μνημόνευση αιρετικού προσώπου μεταδίδει τον πνευματικό συμμολυσμό και στους λαϊκούς που συμμετέχουν εν γνώσει.

 

Η Στάση κατά του Νεστορίου (429 μ.Χ.).

 Μόλις ο Νεστόριος κήρυξε την αίρεσή του από τον άμβωνα, ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως —με πρωτοστατούντα τον τότε λαϊκό Ευσέβιο (μετέπειτα Επίσκοπο Δορυλαίου)— διέκοψε αμέσως την κοινωνία μαζί του και εγκατέλειψε τον ναό πριν ακόμα συγκληθεί η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος.

Ο  Ευσέβιος —ασκώντας τότε το επάγγελμα του νομικού ως απλός λαϊκός στην Κωνσταντινούπολη (μετέπειτα Επίσκοπος Δορυλαίου)— αντέδρασε συστηματικά στις ομιλίες του Νεστορίου και τοιχοκόλλησε στον ναό της Αγίας Σοφίας δημόσια καταγγελία/διαμαρτυρία, κατηγορώντας τον Πατριάρχη ότι δίδασκε τις κακοδοξίες του Παύλου Σαμοσατέως.

Όταν ο επίσκοπος Δωρόθεος, παρουσία του Νεστορίου, αναθεμάτισε από τον άμβωνα όσους ονόμαζαν την Παναγία «Θεοτόκο», προκλήθηκε μεγάλη κραυγή και εξόρμηση/αποχώρηση του λαού από τον ναό, καθώς οι πιστοί αρνήθηκαν να συνεχίσουν να κοινωνούν με όσους φρονούσαν τέτοιες κακοδοξίες.

Επιστολές των Ορθοδόξων πιστών της Κύπρου προς όλους τους κληρικούς και προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου

 

Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου αναφέρεται δημοσίως στην επιστολή αυτή, χωρίς ωστόσο να δημοσιοποιεί το περιεχόμενό της, παρουσιάζοντάς την μάλιστα με διαστρεβλωμένο τρόπο.

 

“[..]Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο (aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει Εκκλησία]).» Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της Εκκλησίας και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις”

“Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην εγκύκλιο διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας» Αυτή η ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.”

“Κατά το παράδειγμα του ΙΑ΄ Αναθέματος, το οποίο διακηρύσσει ότι όσοι δεν αναθεματίζουν τις αιρέσεις που έχουν αναθεματισθεί από τις Συνόδους είναι ανάθεμα, έτσι και εμείς, το ορθόδοξο ποίμνιο, επιθυμούμε να σας ερωτήσουμε εάν η Υμετέρα Σεβασμιότης αναθεματίζει μαζί με εμάς τα αιρετικά κείμενα της λεγομένης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης (2016).

Η διακήρυξη αυτού του αναθέματος θα αποτελέσει την ομολογία πίστεως διά της οποίας θα σας αναγνωρίσουμε ως Ορθόδοξο Ποιμένα μας και θα συμμετέχουμε στις ιερές ακολουθίες που τελείτε ή στις οποίες μνημονεύεσθε από τους Πρεσβυτέρους.”

Επιστολή προς τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου σχετικά με την εκκλησιολογική αίρεση της λεγόμενης Συνόδου της Κρήτης του 2016

Πρὸς τὴν Αὐτοῦ Σεβασμιότητα… 

16 Ιουνίου 2026

Σεβασμιώτατε,

Λαμβάνοντας υπόψη ότι τον Μάιο του 2025 η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου ζήτησε από τον Σεβασμιώτατο Τυχικό να υπογράψει ομολογία πίστεως,1 με την οποία θα αποδεχόταν τη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης του 2016, μας δημιουργήθηκε σοβαρό ερώτημα σχετικά με την ορθοδοξία της πίστεως των μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας μας.

Η λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» της Κρήτης του 2016 περιλαμβάνει το επίσημο κείμενο με τίτλο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»2 το οποίο επικύρωσε τη Διακήρυξη του Τορόντο του 1950, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών»3. Η συμμετοχή των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, καθώς και η βάση του διαλόγου με τους αιρετικούς, πραγματοποιούνται με την αποδοχή των αιρετικών προϋποθέσεων της εν λόγω Διακηρύξεως, οι οποίες θεωρούνται υψίστης σημασίας στο προαναφερθέν επίσημο κείμενο4.

Στα έγγραφα αυτά, τα οποία έγιναν αποδεκτά από την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου5, αλλοιώνεται το δόγμα περί της Εκκλησίας, πλήττοντας ουσιαστικά το Σύμβολο της Πίστεως (της Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως). Παρότι το Σύμβολο της Πίστεως διατηρεί τη διατύπωση «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», ο ορισμός της Εκκλησίας ως δογματικού όρου έχει μεταβληθεί. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ορίζεται πλέον ως το μοναδικό Σώμα του Χριστού, ούτε ταυτίζεται πλέον με τη Μία Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως. Αυτό συνάγεται από τις αμφίσημες και αντιφατικές διατυπώσεις του κειμένου «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ενώ εκφράζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στη Διακήρυξη του Τορόντο (1950).

Στα δύο αυτά κείμενα, η Εκκλησία του Χριστού, ή η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, νοείται ως μία αόρατη Οικουμενική Εκκλησία (μυστικό σώμα)6 η οποία περιλαμβάνει όλες τις χριστιανικές ομολογίες που «πιστεύουν στον Κύριο Ιησού Χριστό ως Θεό και Σωτήρα, σύμφωνα με τις Γραφές, και ομολογούν τον Τριαδικό Θεό, Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα, σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστεως»7. Επιπλέον, η ενότητά της θεωρείται ότι έχει χαθεί και ότι πρέπει να αποκατασταθεί, ενώ παρουσιάζεται ως μία Εκκλησία υπό κατασκευή/ διαμόρφωση, την οποία οικοδομεί ο Θεός, συγκεντρώνοντας τα τέκνα Του8. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εντάσσεται στην «αόρατη Οικουμενική Εκκλησία» μαζί με άλλες αιρετικές ομάδες. Τούτο καθίσταται εμφανές και από το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν ότι η συμμετοχή στην Εκκλησία του Χριστού είναι ευρύτερη από τη συμμετοχή στο δικό τους εκκλησιαστικό σώμα. […] Όλες οι χριστιανικές εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Εκκλησίας της Ρώμης, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση μεταξύ της συμμετοχής στην Οικουμενική Εκκλησία και της συμμετοχής στη δική τους Εκκλησία. Αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν μέλη της Εκκλησίας εκτός των τειχών της (extra muros) και ότι αυτά ανήκουν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο (aliquo modo), στην Εκκλησία, καθώς και ότι υπάρχει Εκκλησία εκτός της Εκκλησίας (ecclesia extra ecclesiam [σημ.: εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει Εκκλησία]).»9 Παρατηρείται ότι επαναπροσδιορίζονται τα όρια της Εκκλησίας10 και ότι πλέον δεν υφίστανται ούτε αιρετικοί ούτε αιρέσεις. Τούτο αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία μόνον οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι μέλη της Εκκλησίας, ενώ οι αιρετικοί βρίσκονται εκτός Αυτής. Επιπλέον, το ορθόδοξο δόγμα διδάσκει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την Αλήθεια και ότι μόνον Αυτή είναι η αληθινή Εκκλησία, σε αντίθεση προς όσα διακηρύσσονται στη Διακήρυξη του Τορόντο, σύμφωνα με την οποία «οι Εκκλησίες (οι χριστιανικές ομολογίες) θα οδηγηθούν προς την Αλήθεια» και ότι «οι Εκκλησίες-μέλη του Παγκοσμίου Συμβουλίου αναγνωρίζουν σε άλλες Εκκλησίες [σημ.: αιρέσεις] στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».11[της Εκκλησίας του Χριστού, όπως ομολογείται στο Σύμβολο της Πίστεως]. Όλες αυτές οι αιρέσεις περιλαμβάνονται στο ανάθεμα που εξέδωσε η Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς (ROCOR) τον Αύγουστο του 198312. Οι δόλιες αυτές διατυπώσεις αποδεικνύουν επίσης ότι στην εγκύκλιο13 διά της οποίας η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου αποδέχθηκε την ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου της Κρήτης του 2016, διατυπώνεται ψευδώς ότι «η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι Αυτή κατέχει και διαφυλάσσει το πλήρωμα της Αληθείας»14. Αυτή η ψευδοσύνοδος, στην πραγματικότητα, διαστρεβλώνει το δόγμα περί της Εκκλησίας και διαδίδει την εκκλησιολογική αίρεση εντός της Εκκλησίας.

Θέατρο σκιών ή εκκλησιαστικός άμβων;



Η περίπτωση του Κονάνου φαίνεται δεν μας συνέτισε. Γέμιζε ναούς και κατεχειροκροτείτο ο εν λόγω καθηρημένος αρχιμανδρίτης, που σήμερα προσπαθεί απελπισμένα να πληροφορήσει το πανελλήνιο για την καταπίεση που ένιωθε τόσα χρόνια που έπνιγε μέσα του το “φυσικό” πάθος του της ομοφυλοφιλίας... Η αίθουσα κατάμεστη προχθές για τον π. Ευάγγελο Παπανικολάου σε εκδήλωση για τα Δημήτρια. Την ίδια ώρα απαγορεύθηκε στον εξαίρετο θεολόγο π. Πέτρο Χιρς να μιλήσει στις ίδιες εορταστικές εκδηλώσεις για τον μακαριστό και αγιασμένο Εφραίμ τον Αριζονίτη. Με εντολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Φυσικά. Ο αντιοικουμενιστής αυτός συγγραφέας ιερέας χαλάει την πιάτσα…
Ερχόμαστε στον παπα Βαγγέλη. Να τον συμπαθήσουμε ή να δυσανασχετήσουμε μαζί του; Άγνοια, ημιμάθεια και αμετροέπεια, αφέλεια ή κάτι χειρότερο τον οδηγούν στις εκστομίσεις τόσων ανεπίτρεπτων για ιεροκήρυκα βλασφημιών και ασεβειών; Το βέβαιο είναι πως δεν ετοιμάζεται για τίποτε, αλλά οτιδήποτε κατεβάζει η γκλάβα του το εκτοξεύει και όποιον πάρει ο χάρος.
Καταρχάς θα σημειώσουμε πως πρόκειται για ασέβεια, όταν η εκφορά του εκκλησιαστικού λόγου γίνεται εκ του προχείρου και άνευ στοιχειώδους προετοιμασίας. Δυστυχώς αυτό το φαινόμενο έχει καταστεί μόδα στις μέρες μας. Πού είσαι, μακαριστέ π. Αθανάσιε Μυτιληναίε, που ολόκληρη εβδομάδα κατέβαζες τόμους από τη βιβλιοθήκη σου για το κήρυγμά σου του σαββατοκύριακου;
Ας μην ονειροβατούμε και ας επιστρέψουμε στην πικρή πραγματικότητα. Εμείς φταίμε πρώτα πρώτα που όχι απλά ανεχόμαστε, αλλά και χειροκροτούμε τον παπα Βαγγέλη, τον Ανδρέα Κονάνο και όλους τους ανήκοντες στο ίδιο πάνω κάτω σινάφι.
Ο λαλίστατος παπα Ευάγγελος και έχων γνώμη επί παντός επιστητού ιατρικού και θεολογικού, είναι αυτός που βλασφήμησε για τη μετάδοση της Θ. Κοινωνίας με … γλωσσόφιλο. Θου Κύριε… Και το αφήσαμε να περάσει στο ντούκου και δώστου οι επίσκοποι να τον καλούν στις επαρχίες τους για ομιλίες… Πού είναι τα όρια και η σοβαρότητα, πάτερ; Στον βωμό της δήθεν ποιμαντικής οικονομίας επιτρέπονται τα πάντα;
Τώρα τελευταία τα έβαλε και με Αγίους.

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

 άγιος Συμεών ο Νέος ο Θεολόγος:






«Ευχαίς και δάκρυσι τον Θεόν καθικέτευσον
πέμψαι σοι οδηγόν απαθή τε και άγιον.
Ερεύνα δε και αυτός τας Θείας Γραφάς,
και μάλιστα τας των Αγίων Πατέρων πρακτικάς συγγραφάς,
ίνα ταύταις αντιπαρατιθείς τα παρά του διδασκάλου και προεστώτος σοι διδασκόμενα και πραττόμενα, ως εν κατόπτρω δύνασαι βλέπειν ταύτα και καταμανθάνειν και τα μεν συνάδοντα ταις Γραφαίς, εγκολπούσθαι κατέχειν τη διανοία.
Τα δε νόθα και αλλότρια, διακρίνειν και αποπέμπεσθαι, ίνα μη πλανηθής.
Πολλοί γαρ, ίσθι, πλάνοι και ψευτοδιδάσκαλοι, εν ταις ημέραις ταύταις γεγόνασιν»


(Ρ.G. 120, 617).


Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου