Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (IΑ)

 


 

Η επιστροφή των Ανατολικών στην Κωνσταντινούπολη. Τα αποφασισθέντα στην τελευταία σύνοδο και όσα συνέβησαν μέχρι την κοίμηση του εν αγίοις Πατρός ημών Μάρκου, Αρχιεπισκόπου Εφέσου του Ευγενικού.

Όταν έγιναν αυτά, ο αυτοκράτορας Ιωάννης ζήτησε από τον Πάπα το σιτηρέσιο (επίδομα συντήρησης) που οφειλόταν στους Έλληνες από πέντε μηνών, μάταια όμως, διότι αυτό δινόταν με δυσκολία σε όσους αναχωρούσαν από εκεί, και μάλιστα την ίδια μέρα της αναχώρησής τους: «έτσι ώστε και οι υπηρέτες των Αρχιερέων που έφευγαν», λέει ο Συρόπουλος, «οι περισσότεροι κρατώντας τα άλογα από το χαλινάρι, έπαιρναν το σιτηρέσιο των κυρίων τους και αμέσως, ανεβαίνοντας στα άλογα, έφευγαν καλπάζοντας».

Τέλος, αναχώρησε από τη Φλωρεντία και ο αυτοκράτορας μαζί με τους εναπομείναντες Έλληνες και έφτασε στη Βενετία στις 6 Σεπτεμβρίου του έτους 1439, έχοντας μαζί του και τον ιερό Μάρκο Εφέσου, τον οποίο, αφού κράτησε κοντά του για να τον προφυλάξει από ενδεχόμενη λατινική επιβουλή, τον έσωσε στη Βενετία. Στη συνέχεια, αφού τον επιβίβασε στο ίδιο πλοίο για ασφάλεια και ανάπαυση, τον μετέφερε πίσω στην Κωνσταντινούπολη [103]. Πριν από την άφιξη του αυτοκράτορα στη Βενετία, είχε φτάσει εκεί και ο μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Ησαΐας, ο οποίος είχε διαφύγει κρυφά από τη Φλωρεντία για να μην υπογράψει τον όρο (της ένωσης), τον οποίο είχε προφυλάξει από κάθε τυχόν κακοποίηση από τους Λατίνους ο αδελφός του αυτοκράτορα, Δημήτριος.

Σχετικά με την επιστροφή του Βασιλιά και των συνοδών του, ο Πάπας συμφώνησε με τους Βενετούς εμπόρους να τους επιβιβάσουν σε τέσσερα πλοία, εκ των οποίων τα δύο ήταν γεμάτα εμπορεύματα, για να τους μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στη Φλωρεντία ο Πάπας είχε υποσχεθεί εγγράφως στον Βασιλιά ότι θα έδινε δεκαπέντε πλοία για την επιστροφή και είκοσι πολεμικά για τη φύλαξη της Κωνσταντινούπολης με δικά του έξοδα. «Αυτός που υποσχέθηκε να μας μεταφέρει με ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη με πολλές τιμές, μας ταπείνωσε», λέει ο ιστορικός Συρόπουλος, «και είχαμε τέτοια άνεση και ευρυχωρία στα φορτηγά πλοία, όση έχουν τα ανδράποδα (σκλάβοι) που μεταφέρονται από τον Καφά ή το Ασπρόκαστρο με πλοία, είτε είναι Τσερκέζοι είτε Σκύθες». Επιβιβασθέντες σε αυτά τα πλοία (στα οποία αντί για Βενετούς ναύτες είχαν μπει υποχείριοι Βούλγαροι, χωρίς καμία ναυτική γνώση), απέπλευσαν από τη Βενετία στις 19 Οκτωβρίου του 1439, έχοντας παραμείνει δύο ολόκληρα χρόνια στην Ιταλία. Έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη μετά από μεγάλους κινδύνους και πολλές ταλαιπωρίες την 1η Φεβρουαρίου, όλοι οι δικοί μας, εκτός από τον Πατριάρχη Ιωσήφ και τον Μητροπολίτη Σάρδεων, οι οποίοι πέθαναν, ο πρώτος στη Φλωρεντία και ο δεύτερος στη Φερράρα, καθώς και τον Νικαίας Βησσαρίωνα, ο οποίος, ως αμοιβή για την προδοσία του, προήχθη σε Καρδινάλιο και έλαβε από τον Πάπα Ευγένιο τον τίτλο του Επίτιμου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως [104].

Κατά την άφιξη του αυτοκράτορα Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός έσπευσε να προϋπαντήσει τον Ιερό Μάρκο περισσότερο από τον αυτοκράτορα, διότι η φήμη είχε διαδώσει τους καλλίνικους (ένδοξους) αγώνες του υπέρ της Ορθοδοξίας. Και άλλοι τον αποκαλούσαν αδιάσειστο στύλο της Εκκλησίας, άλλοι Αθανάσιο, άλλοι Κύριλλο, και άλλοι τέλος νέο Ιωάννη Θεολόγο, του οποίου κληρονόμησε τον ιερότατο θρόνο, δηλαδή την Έφεσο. Ο αυτοκράτορας, μόλις μπήκε στα ανάκτορα, έμαθε τον θάνατο της συζύγου του Μαρίας της Καντακουζηνής, που είχε συμβεί πριν από κάποιο διάστημα, καθώς και τον θάνατο της συζύγου του αδελφού του Δημητρίου, γεγονός που του προκάλεσε μεγάλη λύπη.

Οι Αρχιερείς, όπως λέει ο Δούκας, αμέσως μόλις αποβιβάστηκαν από τις τριήρεις, καθώς οι δικοί μας (οι πολίτες) κατά το σύνηθες τους χαιρετούσαν ρωτώντας: «Πώς τα δικά σας; Πετύχαμε άραγε τη νίκη;», εκείνοι απαντούσαν: «Πουλήσαμε την πίστη μας, ανταλλάξαμε την ευσεβή πίστη με την ασέβεια, προδώσαμε την καθαρή θυσία και γίναμε Αζυμίτες (Λατινόφρονες)». Αν κάποιος τους ρωτούσε, «γιατί υπογράψατε;», έλεγαν, «φοβούμενοι τους Φράγκους». Και πάλι, όταν τους ρωτούσαν αν οι Φράγκοι τους βασάνισαν, αν τους μαστίγωσαν, αν τους έβαλαν στη φυλακή, απαντούσαν, «Όχι», προσθέτοντας: «Αυτό το δεξί χέρι υπέγραψε, ας κοπεί· αυτή η γλώσσα ομολόγησε, ας ξεριζωθεί»· δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν, αποδεικνύοντας έτσι μια πολύ γρήγορη μετάνοια, άξια πολλών επαίνων.

Πέρασαν τρεις μήνες από την επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη και ούτε το όνομα του Πάπα μνημονευόταν, ούτε ο όρος της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας αναγνώστηκε στις Εκκλησίες· διότι ο αυτοκράτορας, όντας βυθισμένος στη λύπη εξαιτίας του θανάτου της συζύγου του, καθόλου δεν φρόντιζε για τα εκκλησιαστικά πράγματα. Όσοι δε στην Κωνσταντινούπολη αποστρέφονταν την ένωση, έπαυσαν να μνημονεύουν και το όνομα του αυτοκράτορα. Αυτό ανάγκασε τον αυτοκράτορα να προχωρήσει στην εκλογή Πατριάρχη. Και αρχικά μεν παρακαλούσε και πίεζε τον Ιερό Μάρκο μέσω κάποιων αρχόντων να δεχθεί την Πατριαρχεία· επειδή όμως εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, ορίστηκε να συνέλθουν οι αρχιερείς και να εκλέξουν Πατριάρχη. Όταν συνήλθαν οι αρχιερείς για τον σκοπό αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων, ήρθε και ο Ηρακλείας Αντώνιος και τους είπε:

«Εγώ δεν ήρθα εδώ για να ψηφίσω, αλλά για να πω αυτό που θέλω σε εσάς. Λέγω λοιπόν ότι εγώ, στα όσα έγιναν στη Φλωρεντία, ούτε με τη γνώμη μου συμφώνησα μαζί σας που δεχθήκατε την ένωση, όπως και εσείς γνωρίζετε, ούτε δέχθηκα το γεγονός ως ορθό, ούτε από προαίρεση συνεφώνησα· διότι αν και –δεν ξέρω πώς– υπέγραψα στον όρο παρά τη θέλησή μου, εντούτοις θεωρώ τα όσα έγιναν εκεί αντίθετα προς την παράδοση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ξένα προς την Εκκλησία μας· και από τότε, χτυπώντας με τα κεντριά της συνείδησης, υπέφερα και, ως πιεζόμενος από φορτίο μέγιστο, δυσφορούσα και ζητούσα πώς θα μπορούσα να το αποτινάξω. Τώρα λοιπόν ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε να σας δω συγκεντρωμένους και να πω όσα ήθελα και ενώπιόν σας να αποτινάξω το βάρος. Επομένως λέγω ότι απορρίπτω και αποστρέφομαι, μάλλον δε ούτε καν δέχθηκα την ένωση και τον όρο, και αποστρέφομαι τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτόν ως ασύμφωνα και αντίθετα προς την αρχαία παράδοση της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας. Παρέχω δε τον εαυτό μου στην Εκκλησία υπεύθυνο, επειδή υπέγραψα εκεί όπου δεν επιτρεπόταν» .

Επειδή όμως οι αρχιερείς ήθελαν να τον ψηφίσουν Πατριάρχη, έλεγε: «Αφήστε με παρακαλώ, διότι δεν θα γίνω· εσείς δέχεστε την ένωση, εγώ όμως δεν τη δέχομαι· πώς λοιπόν είναι δυνατόν να γίνω Πατριάρχης, αφού δεν δέχομαι την ένωση;». Επειδή δε, παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις, άκουγαν τα ίδια από αυτόν, εξέλεξαν τον Τραπεζούντος Δωρόθεο, τον Κυζίκου Μητροφάνη και τον προηγούμενο της Μονής Βατοπαιδίου Γεννάδιο. Μετά την εκλογή, ο αυτοκράτορας έστειλε προς τον Τραπεζούντος τον Δισύπατο, για να τον δοκιμάσουν αν δέχεται την ένωση. Επειδή όμως εκείνοι του είπαν ότι, αν δεχθεί την ένωση, ο αυτοκράτορας θα τον κάνει Πατριάρχη, απάντησε: «Ούτε την ένωση δέχομαι, ούτε την πατριαρχεία αποδέχομαι». Από τον Τραπεζούντος μετέβησαν στον Κυζίκου Μητροφάνη και τον ρώτησαν αν δέχεται την ένωση, εκείνος δε απάντησε: «Επειδή εμείς κάναμε την ένωση, οφείλουμε εμείς προ πάντων να τη δεχόμαστε και ήδη τη δεχόμαστε». Έδωσε δε σε αυτούς έγγραφη την ομολογία του, την οποία πήγαν στον Βασιλιά. Κατόπιν αυτού, ο Κυζίκου κλήθηκε, ετοιμάστηκε και, αφού ανέβηκε στα ανάκτορα, προτάθηκε από τον Βασιλιά για Πατριάρχης στις 4 Μαΐου του έτους 1440, ημέρα κατά την οποία εορταζόταν η παραμονή της Αναλήψεως.

Καθώς πήγαινε από τα ανάκτορα προς το Πατριαρχείο, άλλοι μεν αρνούνταν την ευλογία του, άλλοι δε και έφευγαν. Όταν δε λειτούργησε την ημέρα της Πεντηκοστής, ούτε ο Ιερός Μάρκος, ούτε ο Τραπεζούντος, ούτε ο Ηρακλείας συλλειτούργησαν μαζί του. Αλλά και άλλοι από τους αρχιερείς δεν ήθελαν να συλλειτουργήσουν, όμως ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας αυτό, τους κάλεσε και με πολλούς λόγους τους έπεισε και συλλειτούργησαν. Ο μέγας Χαρτοφύλακας Μιχαήλ Βαλσαμών και ο μέγας Εκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος, αν και κολακεύτηκαν και πιέστηκαν από τον Πατριάρχη, τους άρχοντες και τον ίδιο τον Βασιλιά, δεν κοινώνησαν με τον παράνομο Πατριάρχη, αλλά παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους και απομακρύνθηκαν από αυτόν· έλεγαν δε οι άρχοντες στον Χαρτοφύλακα και τον Εκκλησιάρχη, ότι «ούτε εμείς λέμε ότι έγιναν καλώς τα όσα στη Φλωρεντία, όμως για λόγους οικονομίας και για το συμφέρον της πατρίδας ας μείνει ο όρος ανενεργός και απλώς δεχθείτε το μνημόσυνο του Πάπα, το οποίο είναι λόγος ψιλός (τυπικό ζήτημα)». Εκείνοι δε αντέτειναν θεολογικά: «ότι πολύ σημαντικό είναι το θέμα του μνημοσύνου, διότι μνημονεύονται στην Εκκλησία όσοι είναι ορθόδοξοι και κοινωνοί της ίδιας Εκκλησίας, ενώ οι ακοινώνητοι ούτε μνημονεύονται, διότι δεν έχει κανείς από τους ιερωμένους άδεια να εύχεται στην Εκκλησία γι' αυτούς· ο δε Πάπας είναι ακοινώνητος· πώς λοιπόν θα μνημονευθεί ο ακοινώνητος μαζί με τους κοινωνικούς;».

Στο όρος της νήσου Ίμβρου, που αποκαλείται Μονοβύζου, μόναζε ένας ιερομόναχος ονόματι Θεοφάνης, προσφιλής στον Ιερό Μάρκο Εφέσου. Αυτός έγραψε προς τον Αυτοκράτορα Ιωάννη τον Παλαιολόγο κατά της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας: «Προς Θεού, τελειώνοντας τον λόγο, ας διορθώσει τα κακώς γενόμενα, επειδή θα σχισθεί από εμάς και το Άγιον Όρος και τα Πατριαρχεία μόλις μάθουν τα κακώς γενόμενα, αλλά και καθένας που θέλει να είναι ορθόδοξος» . Και έγραψε και άλλο σύγγραμμα με τον τίτλο ΣΥΝΤΑΓΜΑ, στο οποίο διαπραγματεύτηκε για την εκπόρευση του αγίου Πνεύματος και περί αζύμων. Αυτά τα δύο συγγράμματα έστειλε ο Θεοφάνης προς τον Ιερό Μάρκο Εφέσου στην Κωνσταντινούπολη, για να τα παραδώσει στον βασιλιά, αλλά ο Ιερός Μάρκος έγραψε προς τον Θεοφάνη την ακόλουθη επιστολή.

«Τιμιώτατε μεταξύ των ιερομονάχων και εμοί εν Χριστώ ποθεινότατε και αιδεσιμώτατε πάτερ και αδελφέ, παρακαλώ τον Θεό να υγιαίνεις και σωματικά, με τις άγιες ευχές του οποίου υγιαίνω και εγώ, με το έλεος του Θεού, μέτρια στο σώμα. Λαμβάνοντας το γράμμα της αγιωσύνης σου, ένιωσα όχι μικρή παρηγοριά για τα δυσάρεστα γεγονότα που μας βρήκαν· διότι αυτοί που τιμήθηκαν και υψώθηκαν πάνω από την αξία τους από την Εκκλησία του Θεού, την ατίμασαν και την κατέστησαν άχρηστη, αναμειγνύοντάς την με εκείνους που είναι εδώ και πολλούς χρόνους αποκομμένοι, σεσηπότες (διεφθαρμένοι) και υπόλογοι σε μυριάδες αναθέματα, και σπιλώνοντας την άσπιλη νύμφη του Χριστού μέσω της κοινωνίας μαζί τους.

Διότι, σαν να μην αρκούσαν τα προηγούμενα για να επικυρώσουν την καινοτομία που προήλθε από αυτούς, εξέλεξαν για τον εαυτό τους προστάτη, μάλλον δε μισθωτό και όχι ποιμένα, λύκο και όχι νομέα, τον οποίο μπορούν να άγουν και να φέρουν κατά βούληση, και μέσω του οποίου νομίζουν ότι θα εγκαταστήσουν το πονηρό δόγμα των Λατίνων στις ψυχές όλων. Ίσως μάλιστα κινήσουν και διωγμό κατά εκείνων που φοβούνται τον Κύριο, επειδή με κανέναν τρόπο δεν δέχονται την κοινωνία μαζί τους.

Ενώ βρισκόμασταν σε αυτή την κατάσταση, μας επιδόθηκε το γράμμα της αγιωσύνης σου, το οποίο προσέφερε πολλή παρηγοριά με την ειλικρίνεια της διάθεσης, το καθαρό και δόλιο του φρονήματος και την κοινωνία της ορθής δόξας, διεγείροντας την καταπεπτωκυία ψυχή μας. Ο αγώνας όμως δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα έργα, και δεν είναι καιρός για ρητά και αποδείξεις (διότι πώς είναι δυνατόν, με κριτές τόσο διεφθαρμένους;). Αλλά χρειάζεται εκείνοι που αγαπούν τον Θεό να παραταχθούν με γενναία έργα και να είναι έτοιμοι να υποστούν κάθε κίνδυνο υπέρ της ευσέβειας και για να μη μολυνθούν από την κοινωνία των ασεβών.

Γι' αυτό, δεν θεώρησα ότι είναι συμφέρον ούτε ασφαλές να επιδώσω το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της αγιωσύνης σου στον κρατούντα (τον αυτοκράτορα), αφού δεν θα μπορούσε να συντελέσει σε τίποτα άλλο στον παρόντα καιρό, παρά μόνο στο να προκαλέσει χλευασμό και εμπαιγμό από τους "άσοφους σοφούς" και από εκείνους που παρασύρονται άκριτα από το άτακτο και σκοτεινό πνεύμα. Διότι τώρα εκπληρώθηκε το γραμμένο για τις αμαρτίες μας: "Θα δώσω νεανίσκους να είναι άρχοντές τους, και εμπαικτές θα κυριεύσουν αυτούς". Ας είναι όμως ο μόνος παντοδύναμος που θα διορθώσει την Εκκλησία Του και θα κατευνάσει την παρούσα θύελλα, παρακαλούμενος από τις δικές σου ευχές, οι οποίες είθε να είναι μαζί μας.

Ο Εφέσου και πάσης Ασίας Μάρκος».

Σημείωση: Το χωρίο που παραθέτει ο Μάρκος («Δώσω νεανίσκους...») προέρχεται από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα (3:4).

Την ίδια ημέρα της Πεντηκοστής, ο Ιερός Μάρκος δραπέτευσε και πήγε στην Προύσα και από εκεί στην Έφεσο, για να μην αναγκαστεί από τον αυτοκράτορα να συλλειτουργήσει με τον λατινόφρονα Πατριάρχη· ομοίως και ο Ηρακλείας, αν και γέροντας, αναχώρησε πεζός και σώθηκε στο Τουρουλό.

Επειδή λοιπόν η Ανατολική Εκκλησία διαταράχθηκε σφόδρα εξαιτίας της κακίστης ψευδοσυνόδου που έγινε στη Φλωρεντία και της βίαιης ψευδοένωσης, το ίδιο έτος συγκροτήθηκε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα από τους Ανατολικούς Πατριάρχες: τον Αλεξανδρείας Φιλόθεο, τον Αντιοχείας Δωρόθεο και τον Ιεροσολύμων Ιωακείμ, παρουσία και του Καισαρείας Καππαδοκίας Αρσενίου και άλλων κληρικών. Η σύνοδος αυτή αναθεμάτισε τη σύνοδο της Φλωρεντίας, καθαίρεσε τον λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη και παρέδωσε γράμμα στον Καισαρείας Αρσένιο, με την εντολή να κηρύξει παντού την ευσέβεια [108]. Έγραψαν επίσης προς τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, ελέγχοντάς τον για τη σύνοδο της Φλωρεντίας και παρακαλώντας τον να μετανοήσει, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα του επιβάλουν επιτίμια .

Τα ίδια έγιναν και στη Ρωσία. Διότι, μόλις ο Ισίδωρος μετά την επιστροφή του θέλησε να διδάξει τον λατινισμό, ο Μέγας Κνιάζης (ηγεμόνας), εξοργισμένος, συγκάλεσε όλους τους ιεράρχες της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι συνήλθαν και αναθεμάτισαν το συνέδριο της Φλωρεντίας και την ένωση που έγινε εκεί. Ο Ισίδωρος τότε φυλακίστηκε, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου έγινε Καρδινάλιος Πολωνίας και εκεί πέθανε. Το ίδιο έπραξαν και τα διάφορα άλλα ορθόδοξα έθνη, όπως ο Βασιλιάς της Τραπεζούντας, οι κάτοικοι της Μολδοβλαχίας, όσοι βρίσκονταν γύρω από την Ιβηρία και άλλοι .

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης, αφού αποκηρύχθηκε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες, όχι μόνο δεν μετανόησε, αλλά αντίθετα προσπαθούσε με κάθε θυσία να πείσει τον αυτοκράτορα να φροντίσει για τη διόρθωση των κακώς εχόντων στην Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας, πεισθείς από τα λόγια του, κάλεσε πολλούς κληρικούς και τους δήλωσε ότι μέσα σε δεκαπέντε ημέρες έπρεπε να τεθεί τέρμα στην έκρυθμη κατάσταση. Έστειλε δε στρατιώτες για να φέρουν τους αρχιερείς Μεσημβρίας και Αγχιάλου. Πριν όμως λήξει η προθεσμία, πέθανε ο Πατριάρχης, μετά από μια άδοξη πατριαρχεία τριών ετών και τριών μηνών. Τον διαδέχθηκε στον Πατριαρχικό θρόνο ο γνωστός Πρωτοσύγκελος Γρηγόριος, ο αποκαλούμενος Μαμμάς, ο οποίος όμως, αφού καθαιρέθηκε από την τελευταία σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάστηκε να φύγει στη Ρώμη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.

Επειδή δε οι αρχιερείς και οι ηγούμενοι στην Κωνσταντινούπολη ερωτήθηκαν από τον βασιλιά Ιωάννη για ποιον λόγο δεν αποδέχονται τα συνοδικώς γενόμενα στη Φλωρεντία, έδωσαν έγγραφη απολογία που έχει ως εξής :

«Με θάρρος αναφέρουμε στη κραταιά και αγία βασιλεία σου, δέσποτά μας βασιλεύ. Χθες δώσαμε τις απαντήσεις μας στους ενδοξότατους άρχοντες με πρόχειρο κείμενο, ώστε να τα μεταφέρουν στο θείο κράτος σου. Επειδή όμως το θείο κράτος σου διέταξε να προσθέσουμε και τις υπογραφές μας στις απαντήσεις, συνήλθαμε με ωριμότερη σκέψη και ησυχία και συντάξαμε την παρούσα αναφορά, στην οποία θέτουμε τα ονόματά μας, χωρίς να γνωρίζουμε τον σκοπό της αγίας βασιλείας σου, κάνοντας όμως αυτό που διατάχθηκε, επειθώς και με απλή και ακέραιη καρδιά. Για όσα απαντάμε και αναφέρουμε, δεν δυσκολευόμαστε να τα βεβαιώσουμε και με υπογραφές, αφού αυτά που εκφράζουμε είναι πράγματι η ομολογία της διανοίας μας, είτε με υπογραφές είτε χωρίς.

Αναφέρουμε λοιπόν ότι, ενώ έπρεπε αφού ερωτηθήκαμε πολλές φορές και απαντήσαμε να μην ενοχλούμαστε πλέον με τις ίδιες ερωτήσεις για τα ίδια θέματα –και ενώ έπρεπε να έχουμε την ησυχία μας και να πρεσβεύουμε σιωπηλά την αλήθεια, αρκούμενοι στην απάντηση που δίνουμε με τα έργα μας– επειδή όμως γνωρίζουμε ότι η σιωπή μας είναι επικίνδυνη για τους απλούστερους (οι οποίοι είναι φυσικό να σκανδαλίζονται από την ταραχή που συνέβη στην Εκκλησία), και συγχρόνως οφείλουμε να δίνουμε λόγο για την πίστη που έχουμε, σύμφωνα με την αποστολική φωνή, και προπάντων να ικανοποιούμε το θείο κράτος σου σε όλα τα πρέποντα, γι' αυτό κοπιάζουμε και χαιρόμαστε που απαντάμε στα όσα ερωτόμαστε.

Την ειρήνη της Εκκλησίας τη θεωρούμε τόσο σημαντική και επιθυμούμε τόσο πολύ να δούμε την Εκκλησία μας να ειρηνεύει ξανά, ώστε για χάρη της ειρήνης της ανεχόμαστε πολλές δυσκολίες. Δεν θεωρούμε ότι κάνουμε κάτι σπουδαίο, αφού είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε και τις ψυχές μας, όταν ο καιρός και η ανάγκη το καλέσει· αυτό όμως που κάνουμε με έργα, το διακηρύττουμε και με λόγια με τη χάρη του Θεού. Δεν μας διαφεύγει πόσο μεγάλο καλό είναι η ειρήνη σε όλα τα πράγματα· γνωρίζοντας όμως ότι η ειρήνη στα πνευματικά αγαθά είναι ανώτερη και τιμιότερη, καίγόμαστε πολύ περισσότερο από τον πόθο γι' αυτήν. Αν φαίνεται ότι εναντιωνόμαστε στο καλό της ειρήνης, συμβαίνει το αντίθετο: όλη μας η ένταση είναι για χάρη της αληθινής ειρήνης, ελπίζοντας στον Κυβερνήτη της ειρήνης ότι δεν θα παραβλέψει την Εκκλησία Του που σχίζεται τόσο δεινά, αλλά θα συνάξει όλους σε ένα αληθινό φρόνημα. Και για να γίνει τέτοια ειρήνη, αποφεύγουμε την ειρήνη στην οποία τώρα μας καλούν.

Σχετικά με την ένστασή μας, ότι δηλαδή δεν αποβλέπει στη διαίρεση των Εκκλησιών του Χριστού, αλλά στην ελπίδα της αληθινής και γνήσιας ειρήνης και στη σύσταση της αλήθειας, παραιτούμαστε από το να παρουσιάσουμε τα πολλά έργα και λόγια που έχουμε για να το αποδείξουμε· αρκεί που ο Θεός από πάνω μαρτυρεί στις συνειδήσεις μας. Επειδή όμως το θείο κράτος σου ζητά να μάθει ποια είναι εκείνα που μας σκανδαλίζουν και μας απομακρύνουν από τον όρο της συνόδου της Φλωρεντίας, αυτά θα ήταν για άλλη ώρα να εξεταστούν και να καταμετρηθούν. Θα πούμε ένα πράγμα τώρα, εν συντομία: Απορρίπτουμε τις άλλες διαφορές μας με τους Λατίνους, οι οποίες δεν είναι καθόλου λίγες. Στον όρο εκείνο λοιπόν γράφεται ότι θεμιτά και εύλογα προσετέθη το «εκ του Υιού» στο σύμβολο της πίστεως. Αυτό όμως δεν είναι αληθές, και όσοι υπογράψαμε, υπογράψαμε παρασυρμένοι· διότι δεν μπορούμε να κάνουμε το αθέμιτο θεμιτό, όσο σκοπεύουμε να τηρούμε τους νόμους που έχουν τεθεί. Εμείς συγκεντρωθήκαμε εκεί κρίνοντας σύμφωνα με τους νόμους.

Ακόμη, γράφεται ότι στο «δι' Υιού» η πρόθεση «δια» σημαίνει κατά τους Γραικούς ότι ο Υιός είναι η αιτία της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δεν είναι αληθές, διότι κατά τους Γραικούς, ο Υιός δεν είναι αιτία του Αγίου Πνεύματος, ούτε η πρόθεση «δια» το δηλώνει. Κανένας από τους διδασκάλους των Γραικών δεν λέει ότι ο Υιός είναι αιτία του Αγίου Πνεύματος, ούτε ότι στο «δι' Υιού» σημαίνεται αιτία· αντιθέτως μάλιστα λένε ότι ο Υιός δεν είναι αιτία και ότι μόνος ο Πατέρας είναι αιτία του Πνεύματος. Δεν μας επιτρεπόταν ούτε επιτρέπεται να λέμε όσα δεν λένε οι διδάσκαλοί μας, ούτε πρέπει να πειθόμαστε σε άλλον αν λέει κάτι διαφορετικό από εκείνο που λένε οι διδάσκαλοι.

Επίσης οι Λατίνοι λένε ότι ο Υιός είναι αρχή του Αγίου Πνεύματος, εμείς όμως αυτό δεν το δεχόμαστε, γιατί πιστεύουμε ότι μία αρχή του Υιού και του Πνεύματος είναι μόνο ο Πατέρας, χωρίς να περιλαμβάνουμε καμία άλλη θεία υπόσταση σε αυτή την ιδιότητα της αρχής. Λένε ακόμη ότι το Πνεύμα υφίσταται ή έχει την ύπαρξη από τον Υιό. Εμείς ακούμε τους διδασκάλους μας να λένε ότι υφίσταται από τον Πατέρα, ότι δεν έχει την ύπαρξη από τον Υιό, αλλά ότι προέρχεται από τον Πατέρα «δι' Υιού» λόγω της ενότητας της θείας ουσίας, και ότι χορηγείται στην κτίση φυσικά και ουσιωδώς μέσω του Χριστού (δηλαδή του Υιού του Θεού), και όχι κατά μετοχή.

Για τους λόγους αυτούς λέμε ότι, όσο διαμένει εκείνος ο όρος –ο οποίος ελέγχει την παραπλάνησή μας, μας καθιστά υπεύθυνους ενώπιον του Θεού και δεσμεύει την Ανατολική Εκκλησία με ξένη και άγνωστη διδασκαλία πίστεως– εμείς δεν θα έχουμε καμία ένωση με τους Λατίνους. Και αν κάποιος θέλει να θεωρεί κύρια την ομολογία που δώσαμε λόγω της παραπλάνησής μας και να την αποδέχεται, αυτόν ούτε τον υπολογίζουμε, ούτε τον ρωτάμε ποτέ, καθώς διαφυλάττει δόγματα ξένα και αλλότρια προς την Εκκλησία μας. Αυτό το λέμε όλοι κοινά, όσοι υπογράψαμε και όσοι δεν υπογράψαμε, επειδή το ζητά από εμάς το θείο κράτος σου.

Και για το ποιος θα ήταν ο αληθινός τρόπος για μια πραγματική και βέβαιη ειρήνη, και πώς θα λύνονταν τα σκάνδαλα προς δόξαν Θεού, αναφέρουμε ότι αν συγκροτηθεί εδώ πάλι σύνοδος με ελευθερία, θα μπορούσε να θεραπευτεί ό,τι έλειπε από εκείνη τη σύνοδο. Αυτό άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν στην Εκκλησία. Εφόσον οι Λατίνοι τόλμησαν να συμπληρώσουν το σύμβολο (το οποίο σύμφωνα με αυτούς είχε έλλειψη) προσθέτοντας εκείνη τη φράση, τι εμποδίζει τώρα να γίνει μια Οικουμενική Σύνοδος εδώ, για να διορθωθεί ευπρεπώς το ελλιπές και ενοχλητικό της προηγούμενης συνόδου; Ότι είναι εύκολο να συνέλθει σύνοδος, αν μόνο το θελήσουν οι Λατίνοι, και να μην κρατιούνται από την πρόχειρη ομολογία μας σαν από σωσίβιο, αυτό θα το αποδείξουμε αν αρχίσουμε λόγο περί αυτού, και είναι σε όλους φανερό ότι το πράγμα είναι εύκολο. Μία μόνο δυσκολία θα υπάρξει: η έλλειψη βούλησης. Ποιος αγνοεί ότι υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτό; Είναι φανερό ότι οι αγιώτατοι Πατριάρχες φρονούν και γράφουν για την ένωση όπως όλοι όσοι ανήκουν στην Ανατολική Εκκλησία.

Αν όμως θελήσουμε να λύσουμε τα σκάνδαλα χωρίς τέτοια σύνοδο, κανένας δεν θα μας προσέξει πλέον, ούτε θα λάμψει το καλό της ειρήνης σε όλα τα γένη που έχουμε μπροστά μας. Γι' αυτό, όσοι οφείλουν να φροντίζουν για την εκκλησιαστική ειρήνη κανονικώς, ας συγκροτήσουν σύνοδο, που είναι δυνατόν να γίνει εδώ μέσω λεγάτου. Εκείνη η σύνοδος είτε θα ανατρέψει είτε θα βεβαιώσει τα γενόμενα και, με τη βοήθεια του Θεού, θα προνοήσει τέλεια για την ειρήνη των Εκκλησιών. Εμείς δεν απορρίπτουμε το συμπέρασμα που έγινε από άλλους, αλλά αρνούμαστε εκείνο το οποίο εμείς συμπεράναμε εσφαλμένα. Όσοι από εμάς δεν συμμετείχαν σε εκείνο το συμπέρασμα, αποστασιοποιούμαστε πολύ δικαιότερο, διότι και εκείνοι που το έκαναν, τώρα το αρνούνται.

Επειδή έγινε λόγος και περί «οικονομίας», αναφέρουμε και γι' αυτό ότι η οικονομία ανήκει στην Εκκλησία, όταν είναι σύμφωνη, χωρίς στάσεις, και όταν έχει την ισχύ και την ελευθερία της, όχι ενός, ή δύο, ή τριών ή τεσσάρων προσώπων, αλλά των Αρχιερέων, όπως είπε ο ιερός Ευλόγιος Αλεξανδρείας: «Αν κάποιοι από εμάς δεχτούν οικονομία χωρίς η Εκκλησία να επιστρέψει στην ελευθερία της, αυτοί δεν κάνουν οικονομία, αλλά μετατίθενται προς τη λατινική εκκλησία και δόξα· ο ορθός λόγος της οικονομίας μεταχειρίζεται τότε το δόγμα της ευσέβειας, χωρίς να παραβλάπτεται τίποτα».

Επομένως, εάν ο άγιος Πατριάρχης μας διαβεβαιώσει ότι έχει την ίδια πίστη με εμάς, και μας διαβεβαιώσει έτσι όπως εμείς ζητάμε για να ικανοποιηθεί η συνείδησή μας, τότε θα συνέλθουμε και θα συσκεφθούμε και για την οικονομία. Και ό,τι αποφασίσουμε κοινά κατά Θεόν, θα το γράψουμε προς τους αγιωτάτους Πατριάρχες. Αν εκείνοι συμφωνήσουν με τη γνώμη που θα φανερωθεί τότε, θα γίνει· διότι εμείς δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε με κανέναν από τους αγιωτάτους Πατριάρχες εκείνους, ούτε να πράξουμε κάτι χωρίς τη γνώμη τους. Αυτά με θάρρος αναφέρουμε στην αγία Βασιλεία σου και εξαιτίας του ορισμού σου υπογράφουμε».

(Ακολουθούν οι υπογραφές των Μητροπολιτών Μακαρίου Νικομηδείας, Ιγνατίου Τυρνόβου, Δαμιανού Μολδοβλαχίας, Θεογνώστου Πέργης, Ακακίου Δέρκου, του Χαρτοφύλακα Μιχαήλ Βαλσαμώνα, του Εκκλησιάρχη Σίλβεστρου Συρόπουλου, των ηγουμένων Θεοδότου Στουδίτη, Ιωσήφ Κοσμιδίου, Γεροντίου Παντοκράτορος, Κυρίλλου της Περιβλέπτου, του Γερμανού Μεγάλου Βασιλείου και άλλων κληρικών).

Όταν ο Πάπας έμαθε ότι οι Έλληνες δεν αποδέχονται την ένωση και ότι καταδίκασαν συνοδικώς τη σύνοδο της Φλωρεντίας, έστειλε πρεσβευτές στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσουν με τους Έλληνες. Αυτοί όμως, μην έχοντας επιτύχει τίποτε ευτυχώς, παρά μόνο την πρόκληση μικρών φιλονικιών, επέστρεψαν άπρακτοι στα μέρη τους.

Κατά την πατριαρχία του Γρηγορίου, ο αυτοκράτορας Ιωάννης, βλέποντας την ολοκληρωτική ήττα των χριστιανικών όπλων και την ανώφελη αντίσταση του αδελφού του Κωνσταντίνου, και βλέποντας να διαψεύδονται όλες οι ελπίδες του για βοήθεια σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί πριν από την ένωση, καταλήφθηκε από σφοδρή ασθένεια. Μετανιωμένος για τις πράξεις του και αναπολώντας πικρά τις νουθεσίες του γέροντα πατέρα του Μανουήλ, πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του έτους 1449, σε ηλικία 57 ετών, μετά από βασιλεία είκοσι τριών ετών . Οι πρόκριτοι της Κωνσταντινούπολης έστειλαν στην Πελοπόννησο τον Αλέξιο Φιλανθρωπηνό και τον Μανουήλ Ίαγρο, και έστεψαν μέσω αυτών ως Βασιλιά της Κωνσταντινούπολης τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ονομαζόταν «Δράκων» λόγω της γενναιότητάς του, και ο οποίος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου του έτους 1450.

Την εποχή εκείνη, ο Ιερός Μάρκος, που διέμενε στην Έφεσο, προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει στη διόρθωση των κακώς εχόντων στην Εκκλησία. Μόλις έλαβε την πρόσκληση, ο Ιερός Μάρκος αναχώρησε βιαστικά και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκε Πατριάρχη τον Γρηγόριο. Επιθυμώντας να αποκαταστήσει τη συνοχή, προέτρεψε τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο να προχωρήσει στη σύγκληση Συνόδου, διότι μόνο έτσι θα ήταν δυνατόν να παύσει τελείως ο σάλος της Εκκλησίας που προκάλεσε η ψευδοένωση του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Έτσι, με πρόσκληση του βασιλιά, συγκροτήθηκε Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, στον μεγάλο Ναό της Αγίας Σοφίας, παρουσία και των τριών Πατριαρχών της Ανατολής –του Αλεξανδρείας Φιλοθέου, του Αντιοχείας Δωροθέου και του Θεοφάνους Ιεροσολύμων– καθώς και πολλών Μητροπολιτών, διδασκάλων και πλήθους άλλων. Όσοι αποτελούσαν τη σύνοδο αυτή, της οποίας το έργο ήταν η αναθεώρηση και η μελέτη των γεγονότων της Φλωρεντίας, συνήλθαν σε τέσσερις συνελεύσεις.

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (I)

 

 


Η υπογραφή του όρου και οι αρνητές

Και έτσι αποφασίστηκε να γραφεί και να υπογραφεί ο όρος. Ο Άγιος Μάρκος, λέει ο Συρόπουλος, καθόταν σιωπών και πονών για τα γινόμενα.

Αφού πέρασαν τέσσερις μέρες από τον θάνατο του Πατριάρχη, ο αδελφός του βασιλιά Δημήτριος ο Δεσπότης αναχώρησε από τη Φλωρεντία για να μην υπογράψει τον όρο, και πήγε στη Βενετία έχοντας μαζί του τους δύο σοφότατους δασκάλους Γεώργιο τον Σχολάριο (τον μετέπειτα Γεννάδιο) και τον Γεμιστό.

Του όρου συνταχθέντος από κάποιο Λατίνο Μοναχό Αμβρόσιο, στις 5 Ιουλίου συγκεντρώθηκαν όλοι για να τον υπογράψουν.

Υπέγραψαν πράγματι από τους Έλληνες δεκαοκτώ αρχιερείς και ένδεκα κληρικοί, στα βάθη της καρδιάς στενάζοντες και δακρύοντες οι περισσότεροι, όπως λέει ο συνυπογράψας Συρόπουλος.

Αρνήθηκαν να υπογράψουν:

  • Ο έξαρχος της συνόδου και τοποτηρητής των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, Άγιος Μάρκος Μητροπολίτης Εφέσου
  • Ο Ησαΐας του Σταυρουπόλεως, που πριν την υπογραφή του όρου αναχώρησε κρυφά από τη Φλωρεντία και πήγε στη Βενετία για να μην υπογράψει τον όρο
  • Ο επίσκοπος της Ιβηρίας: Εμφάνισε πρώτα στους αρχιερείς γράμμα του Πατριάρχη Αντιοχείας που του εντολλόταν να μην κάνει καμία προσθήκη ή αφαίρεση μέχρι και ένα ιώτα ή μια κεραία. Μετά γυμνώθηκε και προσποιήθηκε τον τρελό, έκανε τον σαλό, και με αυτό το σχήμα απατήσας τους θυρωρούς, έφυγε.
  • Ένας από τους κοσμικούς άρχοντες της Ιβηρίας που ήταν παρών: Ο Πάπας τον κολάκευε και του έλεγε ότι η καθέδρα του ήταν μεγαλειότερη από κάθε αρχή. Αυτός απάντησε θεοσόφως: «Αυτά είχε αυτός ο θρόνος πριν καινοτομήσει. Και αν θέλεις, τέτοιος να πιστεύεσαι από τους Ιβηρες, οφείλεις να αφαιρέσεις την προσθήκη και όλες τις καινοτομίες, και τότε θα γίνεις άξια προσκυνητός». Ο Πάπας έμεινε άφωνος

Δεν υπέγραψε τον όρο και ο αδελφός του Αγίου Μάρκου, Ιωάννης ο Ευγενικός, Διάκονος και Αρχειοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας, που έγραψε και λόγο κατά αυτού του βλάσφημου λιβέλλου. Τέλος, ούτε το όνομα του Λακεδαιμονίας υπάρχει στις υπογραφές του όρου.

Οι τελευταίοι υπογράφοντες και η μαρτυρία του Συρόπουλου

Ο Αντώνιος του Ηρακλείας, ο Σωφρόνιος της Αγχιάλου, ο Δοσίθεος της Μονεμβασίας και ο επίσκοπος Τραπεζούντος, οι οποίοι πριν είχαν δείξει τόσο ζήλο και στις συζητήσεις δεν είχαν δεχτεί το «εκ του Υιού», μετά όμως, εκόντες άκοντες βιασθέντες, υπέγραψαν οι δυστυχείς τον όρο.

Ο Βασιλιάς, που προηγουμένως είχε απαγορεύσει στους Εκκλησιαστικούς άρχοντες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο δικός μας ιστορικός Συρόπουλος, να μετέχουν των συζητήσεων, γιατί είχαν ήσυχη τη συνείδησή τους ως χωρίς αγώνες κατορθώσαντες να μείνουν στα πάτρια, έσπευσε τότε να διατάξει αυτούς να υπογράψουν τον όρο.

Αυτοί εξεπλάγησαν, ταράχθηκαν για το παράδοξο της προσταγής, και θερμά παρακάλεσαν αυτόν να μην υπογράψουν. Δεν απάντησε ο Βασιλιάς σε αυτούς, αλλά: «Ανάγκη είναι να υπογράψετε και εσείς αύριο».

Γι' αυτό έκλιναν και αυτοί. Όπως λέει ο Συρόπουλος: «Ώς ούν είδον, λέγει, την βίαν και το απαραίτητον, και ότι εναπελείφθην μόνος, και από της εμής ενστάσεως τη μεν εκκλησία ουδεμία βοήθεια προσγίνεται, εμοί δε βλάβη ανθρωπίνως επακολουθήσει, είπον και εγώ εξ ανάγκης έπομαι τοις πολλοίς, ίνα εκπληρώσω τον ορισμόν και το θέλημα του βασιλέως, και ίνα μη δόξω, ότι ουδέν αγαπώ, ουδέ εφίεμαι της συστάσεως και της αυξήσεως της πατρίδος και την ωφέλειαν των χριστιανών, και τα άλλα όσα αριθμούσιν υπέρ της πόλεως, διαμαρτυρόμενος και νυν, ότι ούτε τη γνώμη, ούτε τη προαιρέσει μου δοξάζω το γεγονός ως υγιά δόξαν της Εκκλησίας ημών. Οίδε γαρ ο Θεός την διάθεσιν της ψυχής μου, ότι ου στέργω τούτο, ουδ' εκουσίως υπογράφω». Και έτσι υπογράψαμε.


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα δείχνει την εξαναγκασμένη υπογραφή του όρου από τους τελευταίους αντιφρονούντες, με τον Συρόπουλο να διασώζει τη μαρτυρία του για την εσωτερική τους αντίθεση παρά την εξωτερική συμμόρφωση. Η φράση «εκόντες άκοντες» (εκούσια άκοντες/με το ζόρι) αποδίδει την καταναγκασμένη φύση της υπογραφής τους.

Η υπογραφή του όρου και η αποχώρηση του Αγίου Μάρκου

«Και εμείς λέμε, οι δειλοί, εθελοακουσίως, οίμοι! Όπως ξέρεις Χριστέ βασιλιά».

Σε εκείνη τη συγκέντρωση όπου όλοι έμεναν άφωνοι και εμβρόντητοι, παρακαθόταν και ο Άγιος Μάρκος, ο Έξαρχος της Συνόδου, «πονών και σιωπών», όπως ιστορεί ο αυτόπτης Συρόπουλος.

Τον προκείμενο Όρο όλοι, αρχίζοντας από τον Βασιλιά, με τρεμούμενο χέρι υπέγραψαν. Αυτό έδειχνε ότι πανηγυρικά αρνήθηκαν την Ορθοδοξία.

Ενώ προς τον Άγιο Μάρκο, σαν να ντρέπονταν, οι υπογράψαντες έστρεψαν δειλό το βλέμμα. Αυτός σηκώθηκε, βγήκε από τη συγκέντρωση, φωνάζοντας εκείνο το περιλάλητο: «Δεν υπογράφω, ούτε αν γίνει και τίποτα άλλο».

Και από εκείνη την ώρα άρχισε και ζωντανά και με επιστολές να κηρύττει προς τους Έλληνες παντού τα αντίθετα από όσα κήρυττε ο Βησσαρίων. Δηλαδή να μην υποτάξουν με κανέναν τρόπο τον αυχένα στον παπισμό, γιατί αυτό ως άμεσο αποτέλεσμα φέρει την αθέτηση της πατρώας ευσέβειας, και ως έμμεσο, την παντελή εξόντωση του Γένους.

Μια τέτοια εγκύκλιο επιστολή του Αγίου Μάρκου προς το Ορθόδοξο πλήρωμα, αντιγράψαντες από χειρόγραφο, παραθέτουμε εδώ.


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα περιγράφει τη δραματική στιγμή της υπογραφής του όρου της ένωσης (5 Ιουλίου 1439), όπου ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός αρνήθηκε να υπογράψει και άρχισε τον αγώνα του κατά της ένωσης. Η φράση «οχ πογράψω, οδ᾿ ε τι κα γένηται» («Δεν υπογράφω, ούτε αν γίνει και τίποτα άλλο») έμεινε ιστορική ως σύμβολο της αντίστασης στην παπική προσπάθεια υποταγής.

Η εμπειρία του Αγίου Μάρκου από τη Σύνοδο

Οι πρώτες δυσκολίες

«Φτάνοντας εδώ, αμέσως δοκιμάσαμε άλλη συμπεριφορά από αυτήν που ελπίζαμε. Ωστόσο, επειδή μας το διέταξαν, μείναμε και υπομείναμε μεγάλη προθεσμία για να συγκεντρωθούμε και να συστήσουμε τη σύνοδο. Τελείωσε η προθεσμία, και μετά πέρασαν πολλές μέρες, και μόλις συγκεντρωθήκαμε στον ίδιο χώρο Έλληνες και Λατίνοι.

Πρώτα συζητήσαμε για την προσθήκη στο Σύμβολο, χωρίζοντας το ζήτημα σε δύο: πρώτον, ότι δεν έπρεπε να προστεθεί, και δεύτερον, ότι αυτό που προστέθηκε δεν είναι ευσεβές. Και αφού με προέτρεψαν να αρχίσω το θέμα, πρώτα στα προοίμια προσπάθησα να τους αναφέρω την αιτία του σχίσματος και της διαίρεσης, και να τους κατηγορήσω για το άφιλο και υπερόπτικο, ενώ εκείνοι απολογούνταν και μας κατηγορούσαν, και δικαίωναν τους εαυτούς τους, όπως συνήθιζαν».


Η ανάγνωση των όρων των Συνόδων

«Έπειτα στις επόμενες συνελεύσεις, παρουσιάζοντας τις πράξεις των ιερών συνόδων, διάβασα από αυτές τους όρους, με τους οποίους οι θείοι Πατέρες απαγορεύουν την αλλαγή του συμβόλου μέχρι λέξης και συλλαβής, και εκφωνούν φρικώδεις αρές κατά όσων τολμήσουν ποτέ αυτό».


Η σοφιστική αντίρρηση των Λατίνων

«Οι δε Λατίνοι Επίσκοποι, και ιδίως ο Σαβίνης Καρδινάλιος Ιουλιανός, μου έλεγαν σοφιστικά ότι δεν είναι προσθήκη η φωνή «εκ του Υιού» που τέθηκε στο ιερό Σύμβολο, αλλά ανάπτυξη και σαφήνεια.

Αλλά εγώ σε αυτά με αναντίρρητους συλλογισμούς παρέστησα την αναγκαιότητα των λόγων μου, και ότι ήταν αδύνατο να ερμηνευτούν αλλιώς οι όροι, παρά όπως εγώ τους εξηγούσα και τους ελάμβανα».


Η αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων

«Όταν όμως είδαμε τους Λατίνους να παραγυμνώνουν σαφώς ήδη τα πράγματα στις προς εμάς συζητήσεις, ότι δηλαδή δεν έχουν σκοπό την αλήθεια, ούτε αυτήν την επιδιώκουν με σπουδή, και είχαν αναγκαίο έργο να διαλύουν τις συνελεύσεις, για να λένε μετά ότι λύνουν όλα όσα λέγαμε εμείς· από εκεί πια σταματήσαμε το λέγειν και τους παρακαλούσαμε, αφού δεν λένε τίποτα ικανό, να επιστρέψουν στην καλή εκείνη συμφωνία που είχαμε πριν και μεταξύ μας, και με τους Πατέρες μας, όταν λέγαμε πάντα το ίδιο και δεν υπήρχε σχίσμα μεταξύ μας. Αλλά σπέρναμε σε πέτρες».


Η στροφή στο δόγμα

«Εκείνοι γιατί πιεζόμενοι από τους ελέγχους, χωρίς να δέχονται καμία διόρθωση, μας παρακαλούσαν να περάσουμε στην εξέταση του δόγματος, σαν να είχαν ήδη ειπωθεί αρκετά για την προσθήκη, νομίζοντας ότι μέσω εκείνων θα σκιάσουν το τόλμημα του συμβόλου, ενώ φαινόταν ότι η δόξα είναι υγιής.

Αλλά οι δικοί μας δεν ανέχονταν, και ήταν αμετάθετοι προς την εξέταση της δόξας, αν δεν διορθωνόταν πρώτα η προσθήκη. Και αν όλοι οι δικοί μας έμεναν σε αυτή την ένσταση, και διαλυόμασταν από εκεί καλά κάνοντας, ούτε θα είχαν παραπειστεί από άλλους ότι είναι απρεπές να φύγουμε χωρίς να πούμε τίποτα για το δόγμα, και δεν θα είχαν δεχτεί τη μετάβαση από την προσθήκη στη δόξα, και από τη Φερράρα στη Φλωρεντία».


Οι συζητήσεις στη Φλωρεντία

«Φτάνοντας εκεί, αρχίσαμε τις συζητήσεις για το δόγμα, με τους Λατίνους να παρουσιάζουν ρητά, τα μεν από απόκρυφα και άγνωστα βιβλία, τα δε από νοθευμένα και διεφθαρμένα, στα οποία ισχυρίζονταν ότι στηρίζεται η δόξα τους.

Πάλι λοιπόν εγώ πλεκόμενος μαζί τους, και ελέγχοντας το άτοπο της δόξας, και παρουσιάζοντας προφανώς ότι τα βιβλία είναι νοθευμένα, δεν κατόρθωνα τίποτα σε πειθώ, παρά μόνο να σπαταλώ τον καιρό μάταια. Αλλά επειδή οι Λατίνοι επέμεναν, εκτείνω και πάλι μεγάλο λόγο, στον οποίο με αναντίρρητες μαρτυρίες παρέστησα την αλήθεια του δόγματός μας, ότι εκ μόνου του Πατρός, όχι δε και εκ του Υιού, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται».

Η παρουσίαση των μαρτυριών από τον Άγιο Μάρκο

«Αρχίζοντας από τους Ευαγγελικούς λόγους, κατεβαίνοντας μέσω των Αποστόλων και των διαδόχων τους μέχρι και την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, εξεργαζόμενος κατά μέρος κάθε ένα από τα ρητά, και συλλογιζόμενος και συμπεραίνοντας για κάθε ένα, ότι παντού απαγορεύεται το καινούργιο δόγμα των Λατίνων, με αυτά κατέλυσα την ομιλία μου προς αυτούς, βεβαιώνοντας ότι είτε δεν θα ξανασυναντηθώ μαζί τους, είτε εγώ θα σιωπήσω».


Η σοφιστική τακτική των Λατίνων

«Αλλά εκείνοι καλούσαν τους δικούς μας, εκόντες άκοντες, να απαντήσουν στα ειπωμένα. Και έχοντας κάνει αυτό, χωρίς εμένα παρόντα, δύο συνεχείς συνελεύσεις ξόδεψαν μόνοι λέγοντας, χωρίς κανέναν να απολογείται.

Στη δεύτερη συνέλευση, διαστρέβλωσαν μάλλον παρά αναστρέψαν τα παρ' εμοί ειπωμένα, και παρουσίασαν χρήσεις εναντίες, όπως νόμιζαν, των δικών μας διδασκάλων.

Επειδή όμως εγώ είχα σιωπήσει, κανένας πια από τους δικούς μας δεν τόλμησε να αντιταχθεί. Οι μεν άρχοντες έκριναν ότι έπρεπε να είναι έτσι, οι δε υπόλοιποι όλοι δίσταζαν τον αγώνα και φοβόνταν μην πέσουν σε έριδες και ταραχές. Εκείνοι, θεωρώντας τη σιωπή μας ως λάφυρο, καλούσαν σαν φυγάδες τους δικούς μας σε μάχη. Και αφού εμείς δεν υπακούαμε καθόλου, επευφημούνταν ως νικητές και ως έχοντες την αλήθεια με το μέρος τους».


Η αρχή της οικονομίας και συγκατάβασης

«Από εκεί αρχίζει τα λόγια της οικονομίας και συγκατάβασης, και κάποιος από τους δικούς μας προσπάθησε να πει ότι είναι καλό να ασπαστούμε την ειρήνη, και να αποδείξουμε ότι οι Άγιοι συμφωνούν μεταξύ τους, για να μη φαίνονται οι Δυτικοί να αντιφθέγγονται στους Ανατολικούς.

Ήδη δε και κάποιος άρχισε να φιλοσοφεί περί της «διά», που βρισκόταν στους δικούς μας διδασκάλους, ως ταυτόν με την «εκ», που μπορεί να δίνει και την αιτία στον Υιό.

Έτσι σιγά-σιγά ο λατινισμός εξερράγη, και άρχισαν να διαπραγματεύονται τον τρόπο της ένωσης, και να περιεργάζονται κάποια ρητά, με τα οποία θα ενώνονταν, που κατείχαν μέση χώρα και μπορούσαν να ληφθούν και με τους δύο τρόπους, σαν κάποιος κόθορνος. Αυτό γιατί τους φάνηκε ότι συνέβαλλε πολύ στην επινόησή τους, αφού μέσω αυτών οι δικοί μας θα προσαγόνταν πιο εύκολα, και οι αντίθετοι ελπίζονταν να τα παραδεχτούν χωρίς εξέταση».


Το γραμμάτιον και η αποδοχή του

«Και αφού συνέταξαν κάποιο γραμμάτιον, που περιείχε τέτοια πράγματα, αλλά παρουσίαζε καθαρά τη δόξα τους, το έστειλαν σε αυτούς, σαν να θα έκαναν με αυτό την ένωση. Σε αυτούς όμως δεν φαινόταν ανεκτό να δεχτούν το γραμμάτιον χωρίς εξέταση, αλλά τους προκαλούσαν είτε να απολογηθούν και να δώσουν λύσεις για τις αμφισβητούμενες φωνές στο γράμμα, είτε να δεχτούν το δικό τους.

Εκείνο ήταν πλήρης συμφωνία για το δόγμα μεταξύ Λατίνων και Ελλήνων, και ομολογία ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Πολύς χρόνος τριβόταν σε αυτά, και οι δικοί μας δυσχέραιναν την αναβολή και αγανάκτουσαν για την πείνα. Γιατί και αυτό τους είχε επινοηθεί, να μη δίνουν σε κανέναν τα συμφωνημένα έξοδα, για να αναγκαστούν σιγά-σιγά να υποκύψουν».


Η τελική επιβολή του λατινισμού

«Τι χρειάζεται να λέω πολλά; Δεν σταμάτησαν να κινούν κάθε πέτρα, οι προδότες της δικής τους σωτηρίας και ευσέβειας, μέχρι που κατόρθωσαν, συγκεντρώνοντας τη σύνοδο, να εκρήξουν τον λατινισμό στο φανερό, με Βασιλιά και Πατριάρχη προεδρεύοντες!

Γιατί παρουσιάζοντας τα ρητά που νόμιζαν ότι συνηγορούν στους Λατίνους, από τους δικούς τους διδασκάλους και από τον μεγάλο Κύριλλο, αφού πρώτα αγωνίστηκαν εναντίον μου, και μετά επιπηδώντας ιταμά με σοφίσματα ο ένας μετά τον άλλον, έτσι ρώτησαν τη σύνοδο: «Ποια γνώμη έχετε για εκείνα τα ρητά, και αν κάνετε και τον Υιό αίτιο του Πνεύματος».

Για τα ρητά μεν, είπαν ότι δεν αμφιβάλλουν, αν είναι γνήσια των διδασκάλων, πιστεύοντας από την επιστολή του θείου Μαξίμου, την αιτία όμως του Πνεύματος να δίνουν στον Υιό απαγόρευσαν οι περισσότεροι. Αλλά οι τολμηροί στην ασέβεια, και όσοι τους ακολούθησαν, υπαχθέντες από λαμπρές υποσχέσεις, με γυμνή τη κεφαλή απεφήναντο τον Υιό αίτιο του Πνεύματος, κάτι που ούτε στα ρητά των Λατίνων βρίσκεται πουθενά φανερά κείμενο.

Με αυτούς και ο Πατριάρχης συμφώνησε, προδιαφθαρμένος ήδη και ο ίδιος, και μαζί διψώντας την απαλλαγή από εκεί, γιατί η υγεία του ρέπε προς θάνατο».


Η τελική στάση του Αγίου Μάρκου

«Εγώ, έχοντας τη δική μου γνώμη και ομολογία της πίστης γραμμένη (γιατί έτσι είχε διαταχθεί πριν, να δώσει ο καθένας γραπτά τη γνώμη του), όταν είδα αυτούς πλέον με πάθος ορμημένους προς την ένωση, και αυτούς που πριν ήταν μαζί μου, τώρα να έχουν πέσει εκεί, μη θυμόμενοι ούτε τα γραπτά τους, απέσχον και εγώ τη γραφή, για να μην τους ερεθίσω σε οργή και εκθέσω τον εαυτό μου σε προφανή κίνδυνο.

Με το στόμα όμως δήλωσα τη γνώμη μου, ότι δεν μπορούν αλλιώς να συμφωνήσουν τα ρητά των Δυτικών και Ανατολικών Πατέρων, παρά μόνο κατά την εξήγηση της επιστολής του σεπτού Μαξίμου, να πούμε τον Υιό αίτιο του Πνεύματος, προσσημειώνοντας μαζί και για την προσθήκη ότι ούτε αυτήν συγχωρώ στους Λατίνους, αφού δεν έγινε καλά ούτε ευλόγως κατά τους ειπωμένους λόγους.

Από εκεί εκείνοι έκαναν το δικό τους, και κοίταξαν τη σύνθεση του όρου και τα υπόλοιπα της ένωσης. Εγώ, χωρισμένος από αυτούς από τότε και ασχολούμενος με τον εαυτό μου, για να διατελώ συνδεδεμένος με τους αγίους μου πατέρες και διδασκάλους, καθιστώ φανερή σε όλους τη γνώμη μου με αυτή μου τη γραφή, ότι δεν παρέδεχτηκα την ένωση που έγινε, μη στέργοντας ούτε να κληθώ γραικολατίνος ούτε λατινόφρων».


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα  αποτελεί την ιστορική μαρτυρία του ίδιου του Αγίου Μάρκου Ευγενικού για τα γεγονότα της Συνόδου, όπου περιγράφει την πορεία από την αρχική άρνηση της προσθήκης μέχρι την τελική επιβολή του λατινισμού, και τη δική του αρνηση να υπογράψει τον όρο της ένωσης.

Η επιστολή του Αγίου Μάρκου προς τους Ορθοδόξους

Αυτά έγραφε προς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς της Ανατολής ο Άγιος Μάρκος, παραμένοντας πιστός λάτρης της καθολικής εν Χριστώ διδασκαλίας. Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.


Η υπογραφή του όρου από τον Πάπα

Αφού υπέγραψαν όλοι οι Ανατολικοί με τρεμούμενο χέρι τον άθεσμο Όρο της ψευδοένωσης των Εκκλησιών, ο Βασιλιάς τον έστειλε με πολλούς από τους Αρχιερείς και εκκλησιαστικούς άρχοντες στον Πάπα Ευγένιο για να υπογράψει και αυτός.

Παίρνοντας τον όρο στα χέρια του ο Πάπας Ευγένιος (λέει ο Συρόπουλος, που ήταν παρών και ο ίδιος), και βλέποντας τις υπογραφές μας στον όρο, και γνωρίζοντας πόση ισχύ είχε η υπογραφή του Αγίου Μάρκου Εφέσου, ρώτησε, όταν υπέγραφε τον όρο, αν υπέγραψε ο Εφέσου. Ακούγοντας ότι δεν υπέγραψε, είπε: «Λοιπόν δεν κάναμε τίποτα».


Η ανάγνωση του ψευδώνυμου όρου

Αφού λοιπόν κακώς ολοκλήρωσαν την κακή ένωση, στις 6 Ιουλίου, με όλους τους Λατίνους και Έλληνες να πομπεύουν στο Ναό (Σάντα Μαρία λιμπεράτα), αναγνώστηκε ο ψευδώνυμος όρος. Στα λατινικά από τον Καρδινάλιο Ιουλιανό, και στα ελληνικά από τον Νικαία Βησσαρίωνα, έχοντας αυτούσιες λέξεις ως εξής:


Ο Όρος της Συνόδου της Φλωρεντίας

Όρος της Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου που έγινε στη Φλωρεντία

«Ευγένιος, δούλος των δούλων του Θεού, για αιώνια μνήμη του πράγματος, με τη συναίνεση των υπογεγραμμένων και του ποθεινότερου γιου μας Ιωάννη Παλαιολόγου, του περιφανούς βασιλιά των Ρωμαίων, και των τοποτηρητών των σεβασμίων αδελφών μας, των Πατριαρχών και των υπολοίπων που εκπροσωπούν την Ανατολική Εκκλησία.

Ας ευφραίνονται οι ουρανοί και ας αγαλλιάζεται η γη. Γιατί αφαιρέθηκε το μεσότοιχο που χώριζε τη Δυτική και Ανατολική Εκκλησία, επανήλθε δε η ειρήνη και η ομόνοια του ακρογωνιαίου εκείνου λίθου Χριστού, που έκανε τα δύο ένα, του αγάπης και ειρήνης και με ισχυρό δεσμό ζευγνύοντος και συσφίγγοντος και συνέχοντος με στοργή αιώνιας ενότητας. Και μετά τη μακρά εκείνη της αθυμίας ομίχλη και τη μαύρη και άχαρη αχλύ από τη χρόνια διάσταση, έλαμψε σε όλους η γαληνιώσα ακτίνα της ποθεινότερης ένωσης. Ας ευφραίνεται η μητέρα Εκκλησία, βλέποντας τα παιδιά της που ως τώρα στασίαζαν μεταξύ τους, να επιστρέφουν σε ενότητα και ειρήνη. Και αυτή που πριν έκλαιε πικρότατα για το χωρισμό τους, από τη θαυμαστή τους τώρα ομονοία, με ανέκφραστη χαρά ας ευχαριστήσει τον παντοδύναμο Θεό. Ας ευφραίνονται όλοι οι πιστοί παντού της οικουμένης, και αυτοί που καλούνται με το όνομα του Χριστού, ας αγαλλιάζονται με τη μητέρα καθολική Εκκλησία. Γιατί ιδού οι Δυτικοί και Ανατολικοί πατέρες, μετά τον μακρότατο χρόνο της διαφωνίας και διάστασης, παραβαλλόμενοι σε κάθε κίνδυνο στη γη και τη θάλασσα, και υπερβαίνοντας κάθε κόπο για αυτή την ιερά και Οικουμενική Σύνοδο, με την έφεση της ιεράς ένωσης και για να ανακτήσουν την παλιά αγάπη, χαρούμενοι συνήλθαν πρόθυμοι, και δεν απέτυχαν του σκοπού. Γιατί μετά από πολύ και επίπονη έρευνα, τέλος με τη φιλανθρωπία του Παναγίου Πνεύματος, πέτυχαν την ευκταιοτάτη και αγιωτάτη ένωση».


Το δόγμα της εκπορεύσεως

«Ποιος λοιπόν μπορεί να ευχαριστήσει αξίως τις ευεργεσίες του Θεού; Ποιος δεν θα εκπλαγεί μπροστά στον πλούτο των θείων οικτιρμών; Ποιο σιδερένιο στήθος δεν θα μαλακώσει το μέγεθος της θείας ευσπλαγχνίας, που είναι τόσο μεγάλη; Πράγματι θεία είναι αυτά τα έργα, όχι ευρήματα ανθρώπινης αδυναμίας, και γι' αυτά με ιδιαίτερη ευλάβεια αποδεκτά, και με θείους ύμνους προβιβαστέα. Σε σένα οι αίνοι, σε σένα η δόξα, σε σένα πρέπει η ευχαριστία, Χριστέ πηγή οικτιρμών, που χάρισες τόσο μεγάλο αγαθό στη νύμφη σου την καθολική Εκκλησία, και στη γενεά μας έδειξες τα θαύματα της ευσπλαγχνίας σου, για να διηγούνται όλοι τα θαυμάσιά σου.

Τόσο μεγάλο και θείο δώρο μας έδωσε ο Θεός, και με τα μάτια είδαμε, που πολλοί πριν από μας επιθύμησαν να δουν και δεν μπόρεσαν. Γιατί συνελθόντες Λατίνοι και Έλληνες στην ίδια την ιερά και Αγία Οικουμενική σύνοδο, με μεγάλη σπουδή ασχολήθηκαν μεταξύ τους, ώστε μεταξύ των άλλων και το άρθρο εκείνο περί της θείας εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, με πολλή επιμέλεια και συνεχή συζήτηση να εξεταστεί.

Παρουσιασθεισών δε μαρτυριών από την θεία Γραφή και πλείστων ρήσεων των αγίων διδασκάλων Ανατολικών και Δυτικών, των μεν λεγόντων εκ του Πατρός και Υιού, των δε εκ Πατρός δι' Υιού το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι, και στην ίδια έννοια αποβλεπόντων όλων με διαφόρους λέξεις, οι μεν Έλληνες διϊσχυρίσαντο ότι αυτό που λένε, το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι, δεν το προφέρουν με αυτή τη διάνοια ώστε να αποκλείουν τον Υιό. Αλλά επειδή, λένε, σ' αυτούς φαινόταν ότι οι Λατίνοι διαβεβαίωναν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και Υιού ως από δύο αρχών και δύο πνεύσεων εκπορεύεται, γι' αυτό κράτησαν το να λένε το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι εκ του Πατρός και του Υιού.

Οι δε Λατίνοι διαβεβαίωσαν ότι δεν λένε με αυτή τη διάνοια το Πνεύμα το Άγιον εκ Πατρός και Υιού εκπορεύεσθαι, ώστε να αποκλείουν τον Πατέρα του να είναι πηγή ως αρχή της όλης δυότητος, του Υιού δηλαδή και του Αγίου Πνεύματος, ή ότι εκ του Υιού εκπορεύεται το Πνεύμα το Άγιον, ο Υιός δεν έχει από τον Πατέρα, ή ότι θέτουν δύο αρχές ή δύο πνεύσεις, αλλά για να δηλώσουν ότι είναι μία μόνη αρχή και μοναδική προβολή του Αγίου Πνεύματος, όπως μέχρι τώρα διϊσχυρίσαντο.

Επειδή δε από όλα αυτά συνάγεται μία και η αυτή της αλήθειας έννοια, τέλος στην παρακάτω αγία και θεοφιλή, με την ίδια διάνοια και τον ίδιο νου συμφώνησαν, και συνήνεσαν ομοθυμαδόν ένωση».


Τα δόγματα της ένωσης

«Στο όνομα λοιπόν της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, αυτής της ιεράς και Οικουμενικής που ονομάζεται εν Φλωρεντία συνόδου, ορίζουμε, να αυτή η της πίστεως αλήθεια πιστευθεί και αποδεχθεί από όλους τους Χριστιανούς, και έτσι όλοι ομολογούν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και του Υιού αιδίως είναι, και την εαυτού ουσία και το υπαρκτικό αυτού είναι έχειν του Πατρός άμα και του Υιού, και εξ αμφοτέρων αιδίως ως από μιας αρχής και μοναδικής προβολής εκπορεύεται.

Διασαφούντες ότι, αυτό που οι άγιοι διδάσκαλοι και πατέρες, εκ του Πατρός διά του Υιού εκπορεύεσθαι λέγουσι το Πνεύμα το Άγιον, σε αυτή φέρει την έννοια, ώστε διά τούτο να δηλούται και τον Υιό να είναι κατά μεν τους Έλληνες αίτιον, κατά δε τους Λατίνους αρχήν της Αγίου Πνεύματος υπάρξεως, όπως και τον Πατέρα. Και επειδή όλα όσα είναι του Πατρός, αυτός ο Πατήρ στον μονογενή αυτού Υιό στο γεννάν έδωσε, πλην του είναι Πατήρα, τούτο αυτό ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Υιού εκπορεύεται, αυτός ο Υιός παρά του Πατρός αιδίως και γεγέννηται.

Έτι ορίζομεν την των ρημάτων εκείνων ανάπτυξιν την, και εκ του Υιού, χάριν του την αλήθεια σαφηνισθήναι, ανάγκης τότε επικειμένης, θεμιτώς τε και ευλόγως εν τω συμβόλω προστεθήναι».


Τα άζυμα και η λειτουργία

«Έτι, εν αζύμω ή ενζύμω άρτω σιτίνω το του Χριστού σώμα τελείσθαι αήθως, τους τε ιερείς εν θατέρω, αυτό το σώμα του Κυρίου οφείλει τελεί, έκαστος δηλαδή κατά την της ιδίας Εκκλησίας, είτε Δυτικής είτε Ανατολικής, συνήθειαν».


Το καθαρτήριο πυρ

«Έτι, εάν οι αληθώς μετανοήσαντες αποθάνωσιν εν τη του Θεού αγάπη, πριν τους αξίους της μετανοίας καρπούς ικανοποιήσει περί των ημαρτημένων ομού και ημελημένων, τας τούτων ψυχάς καθαρτικαίς τιμωρίαις καθαίρεσθαι μετά θάνατον, ώστε δε αποκουφίζεσθαι αυτάς των τοιούτων τιμωριών, λυσιτελείν αυταίς των ζώντων πιστών επικουρίας, δηλονότι τας ιεράς θυσίας και ευχάς, και ελεημοσύνας και τάλλα της ευσεβείας έργα, άτινα παρά των πιστών υπέρ άλλων πιστών είωθε γίνεσθαι, κατά τα της εκκλησίας διατάγματα.

Εκείνων δε τας ψυχάς, οίτινες μετά το βαπτισθήναι ουδεμιά όλως της αμαρτίας κηλίδι υπέπεσον, και έτι τας μετά το επελκύσασθαι της αμαρτίας κηλίδα, είτε εν τοις αυτών σώμασιν, είτε μετά το τα σώματα αποδύσασθαι, ως προείρηται, καθαρθείσας, εις Ουρανόν ευθύς προλαμβάνεσθαι και καθαρώς θεωρείν αυτόν τον ένα και τρισυπόστατον Θεόν, καθώς εστίν, έτερον μέν τοι ετέρου τελειότερον κατά την των βεβιωμένων αξίαν. Τας δε ψυχάς των εν θανασίμω αμαρτία τη κατ' ενέργειαν, ή και εν μόνη προπατορική αποβιούντων, ευθέως καταβαίνειν εις Άδην, τιμωρίαις όμως ανίσοις τιμωρηθησομένας».


Η αρχή του Πάπα

«Έτι ορίζομεν την Αγίαν Αποστολικήν καθέδραν, εις τον Ρωμαϊκόν αρχιερέα διάδοχον είναι του μακαρίου Πέτρου του κορυφαίου των Αποστόλων και αληθή τοποτηρητήν του Χριστού και πάσης της Εκκλησίας κεφαλήν και πάντων των Χριστιανών πατέρα τε και διδάσκαλον υπάρχειν, και αυτώ εν τω μακαρίω Πέτρω του ποιμαίνειν και διιθύνειν και κυβερνάν την καθολικήν Εκκλησίαν υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πλήρη εξουσίαν παραδεδόσθαι καθ' όν τρόπον και εν τοις πρακτικοίς των Οικουμενικών συνόδων και εν τοις ιεροίς κανόσι διαλαμβάνεται.

Ανανεούντες έτι και την εν τοις κανόσι παραδεδομένην τάξιν των λοιπών σεβασμίων Πατριαρχών, ώστε τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην δεύτερον είναι μετά τον αγιώτατον Πάπαν της Ρώμης, τρίτον δε τον της Αλεξανδρείας, τέταρτον δε τον της Αντιοχείας και πέμπτον τον των Ιεροσολύμων, σωζομένων δηλαδή των προνομίων απάντων και των δικαίων αυτών».


Η ημερομηνία υπογραφής

«Εδόθη εν τη Φλωρεντία έτει χιλιοστώ τετρακοσιοστώ τριακοστώ εννάτω, Ιουλίου έκτη».


Σημείωση: Αυτός είναι το πλήρες κείμενος του Όρου της Συνόδου της Φλωρεντίας (Laetentur Coeli), που υπογράφηκε στις 6 Ιουλίου 1439. Ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός αρνήθηκε να τον υπογράψει, όπως και άλλοι Ορθόδοξοι, και συνέχισε τον αγώνα του κατά της ένωσης μέχρι το τέλος της ζωής του.

1. Η απαίτηση του Πάπα

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας για την ένωση των Εκκλησιών, ο Πάπας ζήτησε από τον Αυτοκράτορα (Ιωάννη Η' Παλαιολόγο) να του παραδώσει τον Άγιο Μάρκο για να δικαστεί. Η αιτία ήταν ότι ο Μάρκος ούτε πείστηκε από τις αποφάσεις της Συνόδου, ούτε δέχτηκε να υπογράψει τον «Όρο» (το επίσημο έγγραφο της ένωσης).

2. Η αρχική άρνηση του Αυτοκράτορα

Στην αρχή, ο Αυτοκράτορας αρνήθηκε το αίτημα. Μάλιστα, με θεία φώτιση, απάντησε στον Πάπα: «Ο Μάρκος της Εφέσου είναι δικός μας Αρχιερέας και ό,τι αφορά την περίπτωσή του ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία».

3. Η κλήση σε απολογία



Όταν όμως ο Πάας επέμεινε και ζήτησε ξανά να του στείλουν τον Άγιο, ο Αυτοκράτορας κάλεσε τον Μάρκο και του είπε: «Επειδή ο Πάπας σε ζήτησε επίμονα, πήγαινε κοντά του χωρίς φόβο και απολογήσου ελεύθερα, χωρίς να κρύψεις τίποτα από τις θέσεις σου».

4. Η συνάντηση στο παλάτι

Ο Άγιος Μάρκος έφτασε στο παλάτι του Πάπα. Εκεί βρήκε τον Πάπα καθισμένο σε έναν πανύψηλο και επιβλητικό θρόνο, γεμάτο σοβαρότητα, περιτριγυρισμένο από Καρδιναλίους και τους σημαντικότερους αρχιεπισκόπους της Δύσης.

5. Η πνευματική αξιοπρέπεια του Μάρκου

Ο Πάπας είχε σκοπό να αφήσει τον Μάρκο να στέκεται όρθιος, σαν να ήταν κατηγορούμενος σε δίκη. Ο Άγιος όμως κατάλαβε την πρόθεσή του και, έχοντας εμπιστοσύνη στο δίκιο του, ισχυρίστηκε ότι είναι άρρωστος και δεν μπορεί να σταθεί όρθιος (αναγκάζοντας έτσι το πρωτόκολλο να του δώσει κάθισμα).

6. Η πίεση για υπογραφή

Αφού κάθισε ο Μάρκος, ο Πάπας άρχισε να τον προτρέπει και να τον πιέζει να αποδεχτεί την ένωση των Εκκλησιών και να βάλει την υπογραφή του στο επίσημο κείμενο.

1. Οι απειλές του Πάπα

Ο Πάπας απείλησε τον Άγιο Μάρκο ότι, αν δεν υπακούσει, θα τον καθαιρέσει από το αξίωμά του και θα τον αφορίσει ως αιρετικό. Του είπε μάλιστα πως αυτό είχε συμβεί σε όλους όσους στο παρελθόν εναντιώθηκαν στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

2. Η απολογία του Αγίου Μάρκου

Ο Άγιος Μάρκος απάντησε με θάρρος στις κατηγορίες. Σχετικά με την απειλή της καταδίκης του, είπε:

«Οι Σύνοδοι καταδίκαζαν εκείνους που δεν υπάκουαν στην Εκκλησία, αλλά υποστήριζαν και κήρυτταν δικές τους, αντίθετες ιδέες. Εγώ όμως δεν κηρύττω δικές μου απόψεις, ούτε εισάγω καινοτομίες. Παραμένω πιστός στην καθαρή διδασκαλία που παρέλαβε η Εκκλησία από τον Χριστό και την οποία κατείχε και η Ρωμαϊκή Εκκλησία πριν από το Σχίσμα. Αφού λοιπόν η πίστη μου είναι η ίδια που εσείς οι ίδιοι επαινέσατε πολλές φορές σε αυτή τη Σύνοδο, πώς μπορείτε να με καταδικάσετε ως αιρετικό; Πρέπει πρώτα να καταδικάσετε την ίδια την πίστη που ομολογώ. Αν όμως αυτή η πίστη είναι ορθόδοξη, τότε γιατί είμαι άξιος καταδίκης;»

Μετά από αυτά τα λόγια, ο Πάπας τον άφησε ελεύθερο και ο Άγιος επέστρεψε στο κατάλυμά του χωρίς να δικαστεί.

3. Το «θαύμα» της διάσωσης

Οι οπαδοί του Αγίου Μάρκου θεώρησαν τη διάσωσή του θαύμα της Θείας Πρόνοιας. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο Πάπας, ενώ είχε στα χέρια του τον μεγαλύτερο εχθρό του Παπισμού —τον άνθρωπο που ακύρωνε με τη στάση του όλη την προσπάθεια για την Ένωση— δεν τον τιμώρησε με θάνατο, όπως όλοι περίμεναν. Εκείνη την εποχή, οι Πάπες συνήθιζαν να εξοντώνουν τους «αιρετικούς» με το σπαθί, την αγχόνη ή τη φωτιά.

4. Η πίεση για την εκλογή νέου Πατριάρχη

Δύο μέρες αργότερα, ο Πάπας Ευγένιος ζήτησε επίμονα από τον Αυτοκράτορα να εκλέξουν τον νέο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως εκεί στη Φλωρεντία. Μάλιστα, πρότεινε για τη θέση έναν Λατίνο που είχε τον τίτλο του Πατριάρχη μόνο κατ' όνομα.

5. Ο διπλωματικός ελιγμός του Αυτοκράκτορα

Ο Αυτοκράτορας, για να αποφύγει αυτή την παγίδα (και τον κίνδυνο να εκλεγεί κάποιος φιλοπαπικός όπως ο Ισίδωρος της Ρωσίας), επέτρεψε κρυφά σε πολλούς κορυφαίους Αρχιερείς (όπως τους Ηρακλείας, Κυζίκου, Τραπεζούντος κ.ά.) και σε 50 κληρικούς να φύγουν για τη Βενετία.

Όταν ο Πάπας ζήτησε ξανά την εκλογή Πατριάρχη, ο Αυτοκράτορας απάντησε με δικαιολογία:

«Δεν μπορώ να εκλέξω Πατριάρχη εδώ, γιατί οι σημαντικότεροι και γηραιότεροι αρχιερείς δεν άντεξαν άλλο την ταλαιπωρία και έφυγαν ήδη για τη Βενετία. Χωρίς την παρουσία όλων των αρχιερέων, η εκλογή δεν είναι έγκυρη».

 

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (H)

 


Το σημάδι με τον σκύλο

Την επομένη συγκεντρώθηκαν πάλι με εντολή του βασιλιά. Ρωτηθέντες όλοι, και κληρικοί και άρχοντες, δέχτηκαν την ένωση με τους Λατίνους. Μετά από αυτό σηκώθηκαν σύμφωνα με τη συνήθεια, για να πει και ο Βασιλιάς τη γνώμη του.

Θεωρούμε άξιο να προσθέσουμε εδώ εν παρόδω εκείνο το αξιοσημείωτο συμβάν που διηγείται ο φιλαληθέστατος ιστορικός Συρόπουλος: Όταν ο Βασιλιάς μιλούσε για την θεοκατάλυτη ένωση, ένας κυνηγετικός σκύλος, που συνήθιζε να ακολουθεί τον Βασιλιά και να κοιμάται πάνω στο χρυσό προσκεφάλι που ήταν μπροστά από τον θρόνο του βασιλιά και χρησίμευε ως υποπόδιο, κοιμόταν και τότε πάνω στο προσκεφάλι, σιωπηλός όπως και άλλοτε.

Αρχίζοντας όμως ο Βασιλιάς να μιλάει, αμέσως άρχισε ο σκύλος να κλαψουρίζει. Πολλοί προσπάθησαν αμέσως να τον εμποδίσουν και να τον σιγάσουν, και ιδίως οι βασιλικοί ακόλουθοι που στέκονταν κοντά, αλλά μάταια. Δοκίμασαν με φωνές και με ράβδους, αλλά πάλι δεν σιώπησε. Το σκυλάκι κλαψούριζε αδιάκοπα και έπλεκε κυνική τραγωδία, και θρηνητικά συνόδευε τα βασιλικά διατάγματα. Φαινόταν σαν να κρατούσε τον ίδιο ρυθμό με τη φωνή του ομιλητή, και με την κυνική μουσική έκανε τον ρυθμό του.

Όπως οι μουσικοί με τις λεπτές φωνές των παιδιών λαμπρύνουν τις καλλιφωνίες των δασκάλων και τις κάνουν πιο μελωδικές, έτσι και ο σκύλος εκείνος αμυδρά τραγουδούσε και λιγυρά γάβγιζε και κυνικά τραγωδούσε και μελούργησε στον ομιλητή. Ή μάλλον, για να πούμε καλύτερα, κλαψούριζε, ολόλυζε και δεν σταμάτησε πριν σιωπήσει και αυτός που εξέφραζε τη γνώμη του.

Αυτό κάποιοι το σημείωσαν ως αποτρόπαιο οιωνό. Εξηγούσαν το πράγμα δεχόμενοι ότι έγινε με θεία βούληση, για να ελεγχθούν οι λογικοί άνθρωποι μέσω του αλόγου ζώου, όπως είχε γίνει και άλλοτε με την όνο του Βαλαάμ.

Μετά την ομιλία του ο βασιλιάς παρήγγειλε στους υπηρέτες του να του καταγγείλουν όποιον άκουγαν στο εξής να εκφράζεται κατά της ένωσης, για να προχωρήσει στην αυστηρή του τιμωρία.


Οι νέες απαιτήσεις του Πάπα

Χαίροντας για την απόφαση των Ανατολικών, ο βασιλιάς έσπευσε να την αναγγείλει στον Πάπα, προσθέτοντας ότι αφού έγινε δεκτό αυτό το δόγμα, έμενε μόνο να γραφεί ο όρος όπως γινόταν σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους και να υπογραφεί και από τους δύο, μετά από ό,τι έπρεπε να εορταστεί το ευφρόσυνο γεγονός με κοινή ιεροτελεστία σε κάποιον ναό της Φλωρεντίας.

Ο Πάπας, ακούγοντας με ευχαρίστηση όλα αυτά, είπε ότι δεν αρκούσε η λύση αυτού του ζητήματος, αλλά οι Ανατολικοί έπρεπε να δεχτούν και τις άλλες αιτήσεις της Δυτικής Εκκλησίας, και μετά να γραφεί και να υπογραφεί ο όρος.

Δηλαδή ζητούσαν οι δικοί μας να δεχτούν:

  • Τη χρήση των αζύμων αντί του άρτου κατά την ιερή λειτουργία
  • Την ύπαρξη του Καθαρτηρίου Πυρός
  • Την υπεροχή του Πάπα
  • Την αφαίρεση από την ιερά λειτουργία της επίκλησης, δηλαδή της δέησης του ιερέα με την οποία η Ανατολική Εκκλησία πιστεύει ότι τελείται η μετουσίωση των προκειμένων αγίων δώρων, ενώ οι Δυτικοί πιστεύουν ότι αυτή τελείται κατά την απαγγελία των λόγων του Κυρίου «Λάβετε φάγετε» κλπ.

Αυτό έβαλε σε πολλή ανησυχία τους δικούς μας, που δεν ήθελαν να αλλάξουν τη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Μεγάλου Βασιλείου, στις οποίες περιέχεται η επίκληση. Ιδίως εξόργισε τον Πατριάρχη και τον βασιλιά, που αναγκάστηκε να απευθυνθεί πάλι στον Άγιο Μάρκο και να τον παρακαλέσει να γράψει για αυτό το ζήτημα σε απάντηση των Λατίνων.

Αυτό ο Άγιος Μάρκος το έκανε πρόθυμα, υποδεικνύοντας με λόγο γραμμένο από αυτόν ότι έτσι παρέδωσαν οι άγιοι δάσκαλοι της Εκκλησίας να τελούνται τα θεία δώρα, όπως τα αγιάζουν οι ιερείς της Ανατολικής Εκκλησίας.




Ο λόγος του Αγίου Μάρκου για την επίκληση

Τον λόγο του Αγίου Μάρκου Εφέσου, ότι όχι μόνο από τη φωνή των δεσποτικών λόγων αγιάζονται τα δώρα, αλλά και από την ευχή του ιερέα, αντιγράφοντας από το χειρόγραφο τόμο της Απαλλαγής που βρίσκεται στο Άγιο Όρος στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης, παραθέτω εδώ έχοντας ως εξής:

Η κριτική του Αγίου Μάρκου στη λατινική λειτουργία

Το πρόβλημα με τα άζυμα

«Ο ιερέας των Λατίνων, όταν λειτουργεί, θυμάται μεν διηγηματικά τα δεσποτικά λόγια, ότι ο ίδιος πρόσταξε «λάβετε φάγετε και πίετε όλοι· και τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Αλλά δεν ιερουργεί τίποτα. Μάλλον νομίζει ότι η ίδια η διήγηση αυτή των λόγων αρκεί για τον αγιασμό, και ότι η ιερουργία είναι επαρκής.

Έπειτα παίρνει τον άζυμο άρτο εκείνον, όχι καλυμμένο όπως πρέπει, αλλά από όπου τύχει, τον υψώνει, σπάει ένα μέρος και το βάζει στο ποτήρι, το υπόλοιπο το βάζει στο στόμα του. Και αφού πιει όλο το ποτήρι, προτρέπει τους συλλειτουργούντες του διακόνους να τον ασπαστούν, χωρίς να μεταδώσει τίποτα σε κανέναν. Αυτός που καυχιέται για το «λάβετε φάγετε όλοι, και πίετε εξ αυτού όλοι».

Αυτά δεν δείχνουν προφανώς την αντίθεση, και προς τις παραδεδομένες εκθέσεις και εξηγήσεις, και προς τα δεσποτικά ρήματα, και προς τις ίδιες τις φωνές τους; Και μετά τολμούν να μας κατηγορούν και να περιεργάζονται και να ερμηνεύουν τα δικά μας, που είναι τόσο σύμφωνα με τους αγίους;»


Η διδασκαλία του Χρυσοστόμου

«Αλλά ο Χρυσόστομος λέει ότι ο δεσποτικός λόγος, αφού ειπωθεί μια φορά, εργάζεται την τελειωμένη θυσία. «Αφού ειπωθεί μια φορά», λέει, όχι τώρα που λέγεται από τον ιερέα, αλλά αφού ειπωθεί μια φορά από τον Σωτήρα, βάζει πάντα την τελειωτική δύναμη στα παρακείμενα. Δεν τα τελειοποιεί ήδη με ενέργεια. Αυτό γιατί το εργάζεται η επίφοιτηση του Αγίου Πνεύματος, μέσω της ευχής του ιερέα. Και είναι φανερό από όσα ο ίδιος ο χρυσούς τη γλώσσα, όπως είπαμε και πριν, λέει μετά τα δεσποτικά λόγια: «Κατάπεμψον, λέει, το Πνεύμα σου το Άγιον και ποίησον τον μεν άρτον τούτον, τίμιον σώμα του Χριστού σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω, τίμιον αίμα του Χριστού σου. Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω».


Το τελικό συμπέρασμα

«Αν αυτά δεν πείθουν αυτούς που είναι φιλόνικοι, θα ήταν δίκαιο να ελεηθούν για τη διπλή άγνοιά τους και την εις βάθος πώρωσή τους. Εμείς γιατί ακολουθούμε τους ιερούς Αποστόλους και διδασκάλους κατά τις παραδόσεις που μας παρέδωσαν, τις ιερές θεουργίες υμνούμε, και μετά έτσι προχωρούμε στην ιερουργία, μέσω της ευχής και της ευλογίας και της του θείου Πνεύματος επίφοιτησης».


Η απελπισία του Βασιλιά

Οι Λατίνοι έκαναν τόσες πολλές και συνεχείς επιθέσεις και ενστάσεις προς τον Βασιλιά, ώστε αυτός αγανακτισμένος φώναξε μια μέρα: «Βλέπω ανθρώπους απειθείς και φιλονικούντες πάντα για να επιβάλουν το θέλημά τους, αγωνιζόμενους να αναιρέσουν ό,τι προλάβει να πει άλλος. Ώστε αν κάποιος από μας πει ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός μας, αυτοί θα φιλονικήσουν και με κάθε τρόπο θα σπουδάσουν να το αναιρέσουν, ισχυριζόμενοι ότι ο Χριστός δεν είναι ο αληθινός Θεός μας».

Ιδού τι μαρτυρία έκανε ο απελπισμένος βασιλιάς για τους αγαπημένους του Λατίνους, άκων επιβεβαιώνοντας άριστα τον λόγο του Αγίου Βασιλείου: «ότι ούτε ξέρουν την αλήθεια, ούτε να μάθουν ανέχονται».


Ο θάνατος του Πατριάρχη Ιωσήφ

Ενώ αυτά είχαν έτσι, ενώ ο Πατριάρχης Ιωσήφ, γέρων εβδομηντούτης, σε όλα πειθόμενος στον Βασιλιά και από αυτόν και από τον Νικαία προτρεπόμενος, σκεφτόταν να υπογράψει στον λατινισμό, όπως ιστορεί ο Συρόπουλος, κόπρος βγήκε από το στόμα του καθώς έτρωγε. Πέθανε αιφνιδίως στις 10 Ιουνίου 1439 και άφησε την ψυχή του, και σαν άλλος Άρειος αντεστραμμένως διαρράγηκε πριν τελειώσει η σύνοδος.

Θάφτηκε στο Ναό της Αγίας Μαρίας της Νέας (Santa Maria Novella), όπου και μέχρι σήμερα δείχνεται ο τάφος του στο ιερό βήμα. Πάνω από τον τάφο στον τοίχο διασώζεται η εικόνα του, στην οποία παριστάνεται ντυμένος με αρχιερατική στολή.


Η τελική πίεση και η υπογραφή του όρου

Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Ιωσήφ, ο βασιλιάς μόνος απομεινάς διαπραγματευόταν να γραφεί ο όρος και να τελεστεί η ένωση, έχοντας για το σκοπό αυτό συμβούλους και συνεργούς τον Ισίδωρο της Ρωσσίας, τον Βησσαρίωνα της Νικαίας και τον μέγα πρωτοσύγκελο Γρηγόριο, οι οποίοι τον ώθησαν τεχνηέντως προς παραδοχή πολλών που δεν δεχόταν.

Προσερχόμενοι και οι Καρδινάλιοι στον Βασιλιά ζητούσαν διορθώσεις, ή μάλλον για να πούμε καλύτερα, διαστρεβλώσεις των ορθών δογμάτων της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Τα ζητήματα για τα οποία γινόταν συζήτηση ήταν τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ και η αρχή του πάπα. Ο βασιλιάς αγωνιζόταν να τους αποφύγει.

«Και εξετάσαμε τα ζητήματα αυτά των Λατίνων», λέει ένας από αυτούς τους αρνησίθρησκους, «και βρήκαμε όλα δίκαια και καλά, και αναγκάσαμε τον βασιλιά πολύ, εμείς όλα τα δεχόμαστε, είπαμε, και ας γίνει τέλος του πράγματος, αλλά αυτός δεν ήθελε».

Αυτά τα ζητήματα των Λατίνων, όπως υπάρχουν στον όρο, δεν συζητήθηκαν ούτε εξετάστηκαν από τη σύνοδο των Ελλήνων, αλλά μόνο από τους αρνησίθρησκους Βησσαρίωνα της Νικαίας, Ισίδωρο της Ρωσσίας και Δωρόθεο της Μυτιλήνης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου