Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια -- Απάντηση σε Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες του π. Γ. Δ. Μεταλληνού,






Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία: Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια



Ο π. 



Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.
Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».
Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

Οι πηγές

 

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

megas konstantinos

Του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη


Ἡ μεταστροφή του στό χριστιανισμό, προπαντός μετά τούς φοβερούς διωγμούς τοῦ σκληροῦ Διοκλητιανοῦ, ἦταν θεία ἐπέμβαση.

Ἐπιλογή, ἀπόφαση Θεοῦ. Καί ὁ Θεός δέν τόν ἐπέλεξε τυχαίως. Κατακοσμεῖτο ἀπό χαρίσματα· προπαντός, ἀπό ταπείνωση καί εὐσπλαγχνία.

Ὅταν στά Μεδιόλανα (312) νίκησε τό Μαξέντιο, καί ἔμπαινε ὡς νικητής στή Ρώμη, οἱ ἄνθρωποιτοῦ Μαξεντίου περίμεναν τό τέλος τους.

Ὅμως, ἔγραψαν γι'αὐτόν: «Τί εὐτυχία πλημμυρίζει τή Ρώμη! Δέν ἐπέτρεψες ν'ἀγγίξουν οὔτε ἐκείνους τῶν ὁποίων τό θάνατο ζητοῦσε ἡ Ρώμη!» (Εberhard Horst. Μέγας Κων/νος. «Ὠκεανίδα». 2007, σελ. 249).

Καί ὅταν τήν ἄνοιξη τοῦ (313 μ.Χ.) ἐξεστράτευσε στήν Ἄνω Ἰταλία, καί κατέκτησε τήν πόλη Σενούσιο (Σούσα περιοχῆς Τορίνου) δέν ἐπέτρεψε στούς στρατιῶτες του, νά πάρουν λάφυρα· καί τά δικαιοῦντο!

Τό ἄλλο; Βλέποντας τά σπίτια τῶν κατοίκων νά καίγονται ἀπό τή φωτιά, ἔστειλε τούς στρατιῶτες του νά σβήσουν τή φωτιά!

Τό νέο διαδόθηκε ἀστραπιαίως καί οἱ πόλεις ἄνοιγαν τίς πύλες τους καί τόν ὑποδέχονταν ὡς Μεσσία! (Αὐτόθι, σελ. 218-219).

Πολλοί ἀπό τούς Ἐπισκόπους πού μετεῖχαν στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, εἶχαν βασανισθεῖ ἀπό τούς διωγμούς.

Ὁ Μ. Κων/νος μπαίνοντας στήν Αἴθουσα, ἔσκυψε καί μέ δάκρυα τούς ἀσπάσθηκε.

Εἶχε τέτοια ταπείνωση καί ὑπομονή, ὥστε τούς ἀσπάσθηκε ἕναν, ἕναν! Καί ἦταν ἐν συνόλῳ 318!

Καί ἐνῶ στήν Αἴθουσα τοῦ εἶχαν ἑτοιμάσει ἕναν ὑψηλό, περίλαμπρο θρόνο, αὐτός κάθισε σέ καθισματάκι!

Μέ τό σκεπτικό ὅτι ὁ θρόνος ἀνήκει στό Χριστό. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο νά καθίσει σέ τέτοιο θρόνο.

Καί μόνο ὅτι ἔβαλε στόπ στούς φοβερούς διωγμούς, ἦταν ἀρκετό νά χαρακτηρισθεῖ εὐεργέτης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄν ἰσχύει, ὅποιος σχίζει τήν Ἐκκλησία, ἡ ἁμαρτία του δέν συγχωρεῖται οὔτε μέ τό μαρτύριο (Ἰωάννης Χρυσόστομος P.G. 62:85), ἰσχύει καί ὅποιος σώζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά μαρτύρια, τούς διωγμούς, εἶναι ἀνώτερος ἀπό μεγαλομάρτυρα.

Ὁ αἱματηρός διωγμός κατά τῶν χριστιανῶν ἀπό τήν κρατική ἐξουσία «παρήγαγε» μάρτυρες Χριστοῦ.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος «διωγμός», ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά εἶναι ἀναίμακτος, ἀλλά «παράγει» ἀποστάτες.

Εἶναι ἡ θέσπιση ἀντιχριστιανικῶν νόμων, πού διαστρέφει τό φρόνημα τῶν χριστιανῶν, καί τούς ὁδηγεῖ στήν ἀποστασία.

Θά ἦταν προτιμότερο, ἡ Πολιτεία νά κυνηγοῦσε τούς χριστιανούς γιά νά τούς ἀποκεφαλίσει, παρά νά τούς ὁδηγεῖ στή «δαιμονοποίηση» θεσπίζοντας τέτοιους νόμους!

Γι'αὐτό ὁ θεόσοφος Μ. Κων/νος δέν ἔβαλε ἁπλῶς ἕνα τέλος στούς διωγμούς, ἀλλά προστάτευσε, θωράκισε τό φρόνημα τῶν χριστιανῶν, καταργώντας τή ρωμαϊκή, εἰδωλολατρική νομοθεσία, καί ἀντικαθιστώντας την μέ νόμους χριστιανιακούς.

Χωρίς αὐτό, ἡ προσφορά του στό χριστιανισμό θά ἦταν λειψή. Γι'αὐτό καί δοξάσθηκε τρανῶς ἀπό τό Θεό.

Τό σκήνωμά του ἀνέβλυζε μύρο, καί ὁ τάφος του ἔγινε πηγή θαυμάτων· «οὗ καί ἡ λάρναξ ἰάσεις βρύει» (Δόξα Ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ ΚΑ' Μαϊου).

«Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».

Περί του Αγίου Κωνσταντίνου ( Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου)


              

____________________

«Tην οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω Κτίστη σου», με αυτό τον λόγο το Δοξαστικό των Στιχηρών, της ακολουθίας του Εσπερινού, από την εορτή των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης,  ο υμνογράφος αποδίδει το «ισαπόστολον κάλλος» και το μέγεθος του έργου του Αγίου Κωνσταντίνου, έργο το οποίο την απαρχή είχε από το Διάταγμα των Μεδιολάνων με το οποίο «έκανε ένα σημαντικό βήμα προς την αναγνώριση της Χριστιανικής Πίστης, ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας ευνοώντας έμπρακτα τους Χριστιανούς», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η καθηγήτρια της Ιστορίας στο King’s College του Λονδίνου, Judith Herrin στο σύγγραμμα της «Τι είναι το Βυζάντιο».

Οι διωγμοί τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, ήταν πολύ μεγάλοι. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος επί τη1700ετηρίδι από της εκδόσεως του Διατάγματος των Μεδιολάνων, ‘’Μέχρι της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, η ιστορία του κόσμου, του προ Χριστού «παλαιού Ισραήλ», αλλά και μετά την θεανθρώπινην ένσαρκον παρουσίαν του «καινού Ισραήλ» και η ελευθέρα έκφρασις της συνειδητής πίστεως του ανθρώπου ήτο πλήρης διώξεων και διωγμών μέχρι μαρτυρίου αίματος υπέρ της αληθείας’’. 

Μετά από τρεις αιώνες διωγμών, ο Μέγας Κωνσταντίνος, ως αυτοκράτορας της Ανατολής και ο Λικίνιος ως αυτοκράτορας της Δύσεως εξέδωσαν το έτος 313 μ.Χ το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί της ελευθερίας της θρησκευτικής πίστης.

Κατά καιρούς όμως, εκφράστηκαν και εκφράζονται «απόψεις», οι οποίες εδράζονται κυρίως σε αντιεκκλησιαστικές πολεμικές, αθεμελίωτες ιστορικά, οι οποίες αμφισβητούν τα ειλικρινή κίνητρα του Αγίου Κωνσταντίνου, όσον αφορά την έκδοση του Διατάγματος των  Μεδιολάνων, θεωρώντας τα ως πολιτικά κίνητρα. 

Ο εθνικός ιστορικός Ζώσιμος (425-518) μ.Χ,, ο οποίος ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, στο έργο του «Ιστορία Νέα», έγραψε για τον Άγιο Κωνσταντίνο, ότι «εγκατέλειπε το πάτριον δόγμα και ησπάσθη την ασέβειαν».  Τα περί πολιτικών κινήτρων καταρρίπτονται από το γεγονός, ότι ο Άγιος ασπάστηκε την αληθινή Πίστη.  

Συνειρμικά λοιπόν, έρχεται κατά νου το αναφερόμενο στην Ακολουθία της Εορτής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, «επειδήπερ ειδώλων κατεφρόνησεν», καθώς και αυτό που ψάλουμε  εις το Δοξαστικό των Στιχηρών προσομοίων «…εξ απιστίας εις πίστην Θεότητος μετοχετευθείς». 

Αξίζει να αναφέρουμε τα λόγια του Χάϊνριχ Κράφτ, ο οποίος τονίζει ότι, ‘’ο Ρωμαϊκός κόσμος ήταν ώριμος να γίνει χριστιανικός και ο Κωνσταντίνος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη της εποχής, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό’’ (1).

Εάν όντως συνέβαινε αυτό που οι αμφισβητούντες λέγουν, πως λοιπόν ένας αυτοκράτορας, ο οποίος αναμφισβήτητα για την εποχή του ήταν ο πανίσχυρος αυτοκράτορας της Οικουμένης, θα κατεδείκνυε ως άλλος Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος εμπράκτως, το «εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι» Ιω.3,30, αποποιούμενος το παλαιόν έθος, της θεοποίησης του αυτοκράτορα και ανταλλάσσοντας την βασιλική αλουργίδα με το λευκό του Αγίου Βαπτίσματος ένδυμα, το οποίο διατήρησε μέχρι τον θάνατό του;  

Είναι άξια αναφοράς τα λόγια του Ρούντολφ Χέρνεγκερ, ο οποίος σημειώνει ότι ‘’δεν υπάρχει στην Ιστορία σχεδόν καμία άλλη προσωπικότητα που η ακτινοβολία της να διαρκεί αδιάκοπα επί δεκαεπτά αιώνες‘’.  Και το μεγαλείο τούτο αφορά τον καθοριστικό ρόλο του Αγίου Κωνσταντίνου στην εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Η μετέπειτα πορεία των δύο αυτοκρατόρων, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου αποδεικνύει την πρόθεση, καθώς και τα κίνητρα ενός εκάστου.  Το κίνητρο της πολιτικής σκοπιμότητος, θα μπορούσε κάποιος να το αποδώσει κάλλιστα στον Λικίνιο, ο οποίος παρεβίασε το Διάταγμα των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας, μετά την ήττα του από τον Άγιο Κωνσταντίνο στην Κάτω Παννονία και τη απόσυρση του στο Σύρμιο, διώκοντας και πάλι τους Χριστιανούς.

Αντιθέτως η μετέπειτα στάση του Αγίου Κωνσταντίνου του Πρώτου Χριστιανού Αυτοκράτορα, του «μεγαλύτερου ηγέτη της Ρωμιοσύνης», όπως τον καλεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, αποδεικνύει  ότι η υποστήριξη προς τους χριστιανούς, κάθε άλλο παρά επιφανειακή ήταν και ο κατ’ εξοχήν λόγος, ήταν η πίστις του Αγίου Κωνσταντίνου στον Χριστό. 

‘’Τα φιλάνθρωπα διατάγματα και οι γενναιόδωροι νόμοι, που έβγαλε είναι στοιχεία αποδεικτικά της μεγάλης του ευσεβείας’’ (2).   Αν οι λόγοι ήταν πολιτικοί, και όχι προσωπικοί, η ενέργεια αυτή θα ήταν επιφανειακή και κατά συνέπεια θα ήταν παροδική.

Όταν εγκαινίαζε ο Μέγας Κωνσταντίνος τη Νέα Ρώμη, η αφιέρωση στην αναθηματική ιδρυτική στήλη ανέγραφε τα εξής : ‘’Σοι Χριστέ Κόσμου Βασιλεύς και δεσπότης, σοι προστίθημι την δε την δούλην πόλιν και σκήπτρα της δε και το παν Ρώμης Κράτος, φύλαττε ταύτην, σώζε δ’ εκ πάσης βλάβης’’. 

Ο καθιερωθείς επίσης τίτλος του κάθε βυζαντινού αυτοκράτορος, όπως τούτο σημειώνει η Ελένη Γλυκατζή –Αρβελέρ στο πόνημά της «Γιατί το Βυζάντιο», είναι «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», τίτλος ο οποίος  διατηρήθηκε μέχρι την άλωση της Πόλης.  Είναι χαρακτηριστικό το πρώτιστο στοιχείο του τίτλου αυτού «Πιστός εν Χριστώ τω Θεώ βασιλεύς», όπως   επίσης και το γεγονός ότι «γρήγορα η Κωνσταντινούπολη ονομάστηκε εκτός από Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ και Νέα Σιών», όπως αναφέρει η ίδια συγγραφεύς.

Με την ενέργεια αυτή του Αγίου  Κωνσταντίνου, το Κράτος των Ρωμιών, έγινε το «πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν Κράτος», όπως αναφέρει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, ο οποίος έζησε τον 6ο αιώνα.  Και έγινε τούτο το Κράτος των Ρωμιών,  «Έθνος Χριστιανών», όπως αποκάλεσε τους Βυζαντινούς ο Λέων ο Στ΄ ο Σοφός. 

‘’Οπωσδήποτε, αυτά τα δύο σημαντικότατα γεγονότα, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και η αποδοχή του Χριστιανισμού, οφείλονται σ’ έναν μόνο άνθρωπο, τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο’’ (3).

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης στο βιβλίο του «Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη», σημειώνει τα ακόλουθα : ‘’Αφ’ ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες, αφ’ ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι.  Ακολουθούν πως το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου, το έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο Ελληνοχριστιανικός πολιτισμός με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν νέαν Ρώμην’’.

Επιπρόσθετη απόδειξη, ότι είναι παντελώς λανθασμένη η άποψη ότι ο Άγιος  Κωνσταντίνος εξέδωσε το Διατάγμα  των Μεδιολάνων περί ανεξιθρησκείας με σκοπό να κερδίσει τη εύνοια των χριστιανών, είναι το γεγονός ότι οι χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην Αυτοκρατορία τον καιρό εκείνο της έκδοσης του διατάγματος.

O βυζαντινολόγος Steven Runciman στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Θεοκρατορία», αναφέρει τα εξής : ‘’Εχει υπολογιστεί ότι την εποχή του Διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, όταν η Χριστιανική Εκκλησία απέκτησε πλήρη ελευθερία λατρείας και νομική υπόσταση, οι χριστιανοί δεν αριθμούσαν περισσότερο από το ένα έβδομο του πληθυσμού της αυτοκρατορίας’’. 

Πως ήταν δυνατό λοιπόν, τα ελατήρια του Αγίου Κωνσταντίνου να ήταν πολιτικά, εφ’ όσον οι Χριστιανοί αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στην αυτοκρατορία;  Συνεπώς είναι παράλογο να υποθέσει κανείς, ότι το έπραξε τούτο με ιδιοτελή σκοπό, για να κερδίσει την εύνοια των χριστιανών. 

Το τι φρονεί η Μία Αγία Εκκλησία για τον Άγιο Κωνσταντίνο, εκφράζεται στην Ιερή Υμνωδία της, στην Ακολουθία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.  Ο Άγιος Κωνσταντίνος καλείται Ισαπόστολος στα Στιχηρά Ιδιόμελα της Λιτής.  

‘’Χρεωστικώς εκτελούμεν την μνήμην σου, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε…’’, ψάλουμε στην Εκκλησία μας.  Στα Στιχηρά Προσόμοια, καλείται ‘’Πρώτος Βασιλεύς Χριστιανών’’.  Στον Εσπερινό,  στα Στιχηρά των Αγίων ψάλουμε, «Πρώτος καθυπέταξας, την αλουργίδα αείμνηστε, βασιλεύ εκουσίως Χριστώ, αυτόν επιγνούς Θεόν και παμβασιλέα…’’ και ‘’…την οικουμένην ως προίκα προικοδοτήσας τω κτίστη σου, και πόλιν βασιλεύουσαν θεοσεβή…’’.  

Στη Λιτή, στα Στιχηρά Ιδιόμελα ψάλουμε, ‘’…πάσαν εφαίδρυνας την Εκκλησίαν του Χριστού…» και «ουκ εξ ανθρώπων την κλήσιν έλαβες, αλλ’ ως  ο θεσπέσιος Παύλος, έσχες μάλλον ένδοξε ταύτην εξ ύψους, Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, παρά Χριστού του Θεού’’.

 

ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ — ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

 



Η παρουσία των Ελλήνων στον Πόντο πανάρχαια χάνεται στους μυθικούς χρόνους και τους θρύλους της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ο Φρίξος, γιος της Νεφέλης και του βασιλέως του Ορχομενού οδηγείται στον τόπο της θυσίας, όμως ένα χρυσόμαλλο κριάρι σταλμένο από τον Δία κατέρχεται από τον ουρανό, ο Φρίξος και η αδελφή του Έλλη ανεβαίνουν στην ράχη του και φεύγουν πετώντας για την Ανατολή. Πάνω από την θάλασσα η Έλλη ζαλίζεται, πέφτει και πνίγεται. Η θαλάσσια περιοχή που πνίγηκε η Έλλη ονομάσθηκε Ελλήσποντος, δηλ. πόντος (=θάλασσα) της Έλλης. Ο Φρίξος συνέχισε το ταξίδι του στον Εύξεινο Πόντο φθάνοντας στην Κολχίδα. Εκεί θυσίασε το κριάρι στον Δία και χάρισε το δέρμα του ζώου (χρυσόμαλλο δέρας) στον βασιλιά Αιήτη. Αργότερα, ο Ιάσονας, γιος του βασιλέως της Ιωλκού Πελία, ξεκινά για την μακρυνή Κολχίδα με στόχο να φέρει πίσω το χρυσόμαλλο δέρας και να κερδίσει τον θρόνο της Ιωλκού. Έτσι οργανώνεται μία εκστρατεία στην οποία συμμετείχαν φημισμένοι ήρωες και βασιλείς της Ελλάδος, όπως ο Ηρακλής, Πυλέας, Θησέας, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Λαέρτης πατέρας του Οδυσσέως κ.ά. Οι ήρωες αυτοί ταξιδεύουν με το πλοίο Αργώ (εξ ού και η ονομασία Αργοναύτες) και φθάνουν στην Κολχίδα μετά από πολλές περιπέτειες. Ο Ιάσων εκτελεί τους άθλους και με την βοήθεια της κόρης του Αιήτη Μήδειας θα πάρει το χρυσόμαλλο δέρας και την ίδια. Οι μύθοι αυτοί εμπεριέχουν τις πρώτες ιστορικές αναφορές για το ενδιαφέρον των Ελλήνων για την περιοχή, τις στρατιωτικές και εμπορικές τους βλέψεις. Οι Έλληνες ονόμασαν τα αφιλόξενα νερά του Άξενου Πόντου σε Εύξεινο, δηλ. φιλόξενο, Πόντο. Και πράγματι, με την εγκατάσταση των Ελλήνων αποικιστών η περιοχή μεταβλήθηκε σε φιλόξενο

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες στον Πόντο και την Μαύρη Θάλασσα χρονολογούνται στα 800 π.Χ. Με την κάθοδο των Δωριέων στην Ελλάδα, άλλα ελληνικά φύλα, οι Αχαιοί και οι Ίωνες, μεταναστεύουν σε διάφορες περιοχές. Ιδρύονται πόλεις, όπως η Ηράκλεια, η Σινώπη, τα Κοτύωρα, η Κερασούντα, η Τραπεζούντα, η Αμισσός (Σαμψούντα), η Φάσις, το Παντικάπαιον, η Ολβία, η Οδησσός κ.ά. Η περιοχή είχε μεγάλο εμπορικό ενδιαφέρον για τους Έλληνες, καθώς ήταν πηγή χρυσού, αργύρου, σιδήρου, χαλκού, ξυλείας, μαλλιού, και σιτηρών. Ο Πόντος αποτελούσε τον σιτοβολώνα της αρχαίας Ελλάδος και όποιος ήλεγχε την περιοχή και τα Στενά, είχε κυρίαρχη θέση στα ελληνικά πράγματα. Οι άποικοι του Πόντου διατηρούσαν τους πολιτιστικούς δεσμούς με την μητροπολιτική Ελλάδα, και ανέπτυξαν επαφές και ανταλλαγές με τους γηγενείς, όπως οι Χάλυβες, Χαλδαίοι, Σκυθηνοί, στους οποίους μετέδωσαν τον ελληνικό πολιτισμό. Όλες αυτές οι ελληνικές πόλεις και οι γηγενείς λαοί είχαν επαφές και συναλλαγές, δεν απέκτησαν όμως πολιτική ενότητα.

Στους κλασσικούς χρόνους ο Πόντος συνδέθηκε με την Κάθοδο των Μυρίων. Ο ιστορικός Ξενοφών μας περιγράφει την δύσκολη πορεία της επιστροφής των Ελλήνων, που πολέμησαν στο πλευρό του Κύρου, μέσα από τα βουνά του Κουδιστάν και της Δυτικής Αρμενίας, για να φθάσουν στον Φάση ποταμό και στα παράλια του Πόντου, και να αναφωνήσουν το περίφημο «θάλαττα! θάλαττα!!!» (400/399 π.Χ.). Οι ελληνικές πόλεις του Πόντου δέχθηκαν τους Μυρίους, του έδωσαν τρόφιμα και πλοία για να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Ο Πόντος αποτελούσε περσική σατραπεία, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους ιδρύθηκε το βασίλειον του Πόντου από τον Μιθριδάτη Α' (337-302 π.Χ.). Το κράτος του Πόντου υπό τους Μιθριδάτες ευνόησε την διάδοση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού, και την επαφή των Ελλήνων και των γηγενών, ώστε να δημιουργηθεί ένα συμπαγές κράτος. Στους ρωμαϊκούς χρόνους οι Μιθριδάτες πολέμησαν κατά της ρωμαϊκής απειλής, και μάλιστα ο Μιθριδάτης ο Ευπάτωρ επεξέτεινε την κυριαρχία του κράτους του στην Γαλατεία, Μ. Ασία, Καππαδοκία, στο Αιγαίο. Το 88 π.Χ. ο Μιθριδάτης θα διατάξει γενική σφαγή των Ρωμαίων της Μ. Ασίας και θα περάσει απέναντι στην Αθήνα, όπου θα αναζητήσει συμμάχους τις ελληνικές πόλεις στην εκστρατεία του κατά της Ρώμης. Ο Ρωμαίος στρατηγός Σύλλας σε επάλληλες μάχες κατατρόπωσε τα στρατεύματα του Μιθριδάτη. Ακολούθησαν άλλοι δύο μιθριδατικοί πόλεμοι κατά της Ρώμης, ώσπου ο Πομπήιος νίκησε κατά κράτος τον Μιθριδάτη. Με τον θάνατο του Μιθριδάτη καταλύεται το βασίλειο του Πόντου και καθίσταται ρωμαϊκή επαρχία.

Στους χρόνους του Διοκλητιανού ο Πόντος διαιρείται σε τρεις επαρχίες, 1) τον Διόσποντο (που αργότερα ο Μ. Κων/νος προς χάριν της μητέρας του Ελένης, μετωνόμασε σε Ελενόποντο), με πρωτεύουσα την Αμάσεια, και πόλεις όπως Ευχάιτα, Ζήλα, Λεοντόπολη, Σινώπη, Αμισό, 2) τον Πόντο Πολεμωνιακό (περιοχή Ανατολικού Πόντου), με πρωτεύουσα την Νεοκαισάρεια, και πόλεις όπως Κόμανα, Πολεμώνιο, Κερασούντα, Τραπεζούντα, 3) την Μικρά Αρμενία, με πρωτεύουσα την Σεβάστεια, και πόλεις όπως Κολωνία, Σάταλα, Σεβαστόπολη. Η διοικητική αυτή διαίρεση θα διατηρηθεί ως τα χρόνια του Ιουστινιανού (6ος αι.), που διαιρεί την αυτοκρατορία σε μεγάλες διοικητικές περιφέρειες (θέματα). Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέδιδαν μεγάλη σημασία στρατηγική στον Πόντο, καθώς ευρίσκονταν στα ανατολικά σύνορα του κράτους και αποτελούσε το ανάχωμα κάθε εχθρικής εξ ανατολών επιδρομής (Περσών, Αράβων, Τούρκων) Οι πόλεις του Πόντου οχυρώνονται με τείχη. Περίφημα είναι τα τείχη της Τραπεζούντας που χτίζονται με εντολή του Ιουστινιανού. Με τους αγώνες υπεράσπισης των συνόρων της αυτοκρατορίας («των άκρων») συνδέονται οι περίφημοι ακρίτες, τα πολεμικά κατορθώματα των οποίων απετέλεσαν πηγή υπερηφάνειας και έμπνευσης των ακριτικών τραγουδιών. Μεγάλο μέρος των ακριτικών τραγουδιών συνδέονται με την περιοχή του Πόντου. Επί Ιουστινιανού και στους επομένους χρόνους θα ακμάσουν πόλεις του Πόντου ως διοικητικά, εκκλησιαστικά, στρατιωτικά και εμπορικά κέντρα. Η Τραπεζούντα, πρωτεύουσα του θέματος της Χαλδίας (που κάλυπτε εδαφικά το μεγαλύτερο μέρος του Πόντου), η Κερασούντα, η Τρίπολη, τα Κοτύωρα, η Σινώπη, η Νικόπολη, η Αμισός (Σαμψούντα), η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, είναι μερικές από τις σημαντικότερες πόλεις του Πόντου την βυζαντινή εποχή.

Ο χριστιανισμός θα διαδοθεί από πολύ νωρίς στον Πόντο. Πρώτος κήρυκας του Ευαγγελίου στην περιοχή του Πόντου φέρεται ο Απόστολος Ανδρέας. Στα χρόνια των φοβερών διωγμών του Διοκλητιανού και του Μαξιμιανού, ο ποντιακός χριστιανισμός προσέφερε στην Εκκλησία πλήθος μαρτύρων της πίστεως, με γνωστότερους τον Άγιο Ευγένιο (πολιούχο της Τραπεζούντας) και τους Αγίους Σαράντα Μάρτυρες της Σεβαστείας. Με την αναγνώριση του χριστιανισμού ως επισήμου θρησκείας του κράτους από τον Μ. Κων/νο, η Εκκλησία μπορεί ανεμπόδιστα να οργανωθεί και να αναπτυχθεί. Στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325) από την περιοχή του Πόντου μετέχουν οι επίσκοποι Τραπεζούντος, Αμασείας, Κομάνων, Ζήλων, Νεοκαισαρείας, Πιτυούντος. Τα βουνά του Πόντου προσφέρουν τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του μοναχισμού. Στον Πόντο μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Περίφημα μοναστήρια, κέντρα θρησκευτικής και πνευματικής ζωής ιδρύονται, μεταξύ αυτών της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, γνωστού και ως Μονή Βαζελώνος, της Παναγίας Γουμερά, του Αγ. Γεωργίου Περιστερεώτου κ.ά. Η περιοχή του Πόντου ανέδειξε μεγάλες πατερικές μορφές της Εκκλησίας, όπως ο Γρηγόριος Νεοκαισαρείας και ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ιδρυτής του Αγιορείτου Μοναχισμού, που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 930. Οι επίσκοποι του Πόντου είχαν σημαντική ανάμειξη στα εκκλησιαστικά ζητήματα καθ' όλην την βυζαντινή περίοδο. Ιδίως ο εκάστοτε επίσκοπος Τραπεζούντος απέκτησε κύρος, ώστε συχνά να προεδρεύει Συνόδων ακόμη και Οικουμενικών, όπως λ.χ. ο Τραπεζούντος Θεόδωρος στην Σύνοδο της Κων/πόλεως το 680 ή ο Τραπεζούντος Χριστόφορος στην Ζ' Οικουμενική Σύνοδο (787). Ο επίσκοπος Νήφων προήδρευσε της Συνόδου του 1351 που κατεδίκασε τον Βαρλαάμ και τους οπαδούς του και δικαίωσε την ησυχαστική διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά. Ο Τραπεζούντος Δωρόθεος είχε ρόλο στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ακόμη και ως Πρόεδρος αυτής.

Την ακτινοβολία του ποντιακού χριστιανισμού και την σημαντική του προσφορά στην Εκκλησία μαρτυρούν οι περίφημες μονές και οι αναρίθμητοι περικαλλείς ναοί που κόσμησαν και καθαγίασαν την περιοχή του Πόντου. Ιδίως η Τραπεζούντα μπορούσε να καυχηθεί για τους μεγαλοπρεπείς ναούς της. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Τραπεζούντος ήταν η Παναγία η Χρυσοκέφαλη (ωνομάσθηκε έτσι διότι η εικόνα της Παναγίας είχε την κεφαλή Της από χρυσές ψηφίδες). Σε αυτόν γίνονταν οι στέψεις οι γάμοι, βαπτίσεις, κηδείες αυτοκρατόρων, ενθρονίσεις Μητροπολιτών, επίσημες δοξολογίες για νίκες κατά των βαρβάρων. Άλλος μεγαλοπρεπής ναός ήταν αυτός του πολιούχου Αγίου Ευγενίου. Η μορφή του Αγίου ήταν χαραγμένη στα νομίσματα της Τραπεζούντος, στον ναό του Αγ. Ευγενίου κατέφευγαν οι Τραπεζούντιοι για να ζητήσουν την προστασία του. Μάλιστα, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος, επειδή θεώρησε σημαντική την βοήθεια του Αγίου στην νίκη του κατά των Βουλγάρων, ήρθε προσκυνητής στον ναό του Αγ. Ευγενίου στην Τραπεζούντα. Φημισμένη επίσης για την ομορφιά και τις σπουδαίες τοιχογραφίες της ήταν ο ναός της Αγίας Σοφίας, έξω από τα τείχη της πόλεως, που άρχισε να κτίζεται γύρω στα 1204.

Η περίφημη Μονή της Παναγίας Σουμελά, στο όρος Μελά, απετέλεσε για αιώνες το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού, με πνευματική αλλά και οικονομική επιρροή, καθώς τα προνόμια των Πατριαρχών, των αυτοκρατόρων και των σουλτάνων, της επέτρεψαν να διατηρεί μετόχια και κτήματα, εργαστήρια, νερόμυλους, αποθήκες. Οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, με την καθοδήγηση της Παναγίας, ξεκίνησαν από την Αθήνα για να φθάσουν στον ορεινό Πόντο, και στο όρος Μελά να ιδρύσουν το μοναστήρι, με την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας και το Αγίασμα, που αποτελούσαν πόλο έλξης προσκυνητών, χριστιανών και μουσουλμάνων που ευλαβούντο την Παναγία, ως τις μέρες μας ακόμη, παρ' ότι η Μονή είναι ερειπωμένη και εγκαταλελειμμένη από το 1922. Αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, πατριαρχικά σιγίλλια, σουλτανικά φιρμάνια περιγράφουν τα κτήματα και εξαρτήματα της Μονής, ως και τα προνόμιά της. Μεγάλος δωρητής της Μονής υπήρξε ο Αλέξιος Γ' Κομνηνός, της δυναστείας των Κομνηνών της Τραπεζούντος, που βασίλευσε μεταξύ 1349-1390, που ανακαίνισε τα κτίρια της Μονής και μερίμνησε για την αγιογράφηση. Στην θύρα της Μονής σώζεται η κτιτορική επιγραφή του Αλεξίου Γ'. Αλλά και οι σουλτάνοι σεβάστηκαν τα προνόμια και τις απαλλαγές που είχε η Μονή, κάτι που της επέτρεψε να διατηρήσει την αίγλη και την θρησκευτική της επιρροή καθ' όλα τα δύσκολα χρόνια της οθωμανοκρατίας. Μητέρες σουλτάνων, όπως του Σελήμ και του Βαγιαζίτ Β' (15ος αι.) ευλαβούνταν την Παναγία, και μεσολαβούσαν στους σουλτάνους για την παραχώρηση προνομίων και την προστασία της Μονής. Το θρησκευτικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού έσβησε το 1923, όταν οι τελευταίοι μοναχοί το εγκατέλειψαν για να σωθούν. Τα πολύτιμα χειρόγραφα και βιβλία της Μονής μεταφέρθηκαν από τους Τούρκους στο Μουσείο της Άγκυρας. Την καταστροφή και την ερήμωση ολοκλήρωσε η πυρκαγιά του 1930. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα κάτοικοι της περιοχής, αλλά και Έλληνες από την Ελλάδα πηγαίνουν προσκυνητές στην ερειπωμένη Μονή.

Η Παναγία Σουμελά βρήκε νέο καταφύγιο στο όρος Βέρμιο της Βεροίας, όπου ιδρύθηκε η Νέα Μονή που φιλοξενεί την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον Σταυρό με Τίμιο Ξύλο, αφιέρωμα των αυτοκρατόρων Κομνηνών, που μετέφερε στην Ελλάδα το 1930 ο μοναχός Αμβρόσιος Σουμελιώτης με την άδεια του Τούρκου πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού. Έτσι ο ποντιακός και απανταχού ελληνισμός απέκτησε νέο θρησκευτικό κέντρο στην Μακεδονία, με την νέα Μονή της Παναγίας Σουμελά.

Οι Έλληνες του Πόντου για 3000 χρόνια πέτυχαν να διατηρήσουν τον ελληνικό τους χαρακτήρα, την γλώσσα τους, και μάλιστα έως και σήμερα η ποντιακή διάλεκτος διατηρεί πολλά στοιχεία της αρχαίας ιωνικής διαλέκτου στην προφορά και στο λεξιλόγιο, και να καλλιεργήσουν τα γράμματα, τις τέχνες και τον πολιτισμό. Από τους αρχαίους χρόνους ξεχωρίζει η μορφή του γεωγράφου Στράβωνος, που καταγόταν από τον Πόντο. Στους βυζαντινούς χρόνους ο Πόντος αναδεικνύει λογίους, επιστήμονες, εκκλησιαστικούς άνδρες, όπως λ.χ. ο Πατριάρχης Ιωάννης Ξιφιλίνος, γνωστός νομομαθής και καθηγητής της νομικής στην Κων/πολη, ο Βησσαρίων, επίσκοπος Νικαίας και καρδινάλιος στην Ρώμη, μία μορφή του ύστερου Βυζαντίου και της πρώιμης ευρωπαϊκής αναγεννήσεως, που πολλά συνεισέφερε στην διάδοση των ανθρωπιστικών ιδεών και την μελέτη των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων στην Δύση. Μεγάλη όμως ανάπτυξη των γραμμάτων σημειώθηκε την περίοδο της μεγάλης ακμής του Πόντου, με τους Κομνηνούς, που μετά την Άλωση της Κων/πόλεως από τους Φράγκους (1204), ίδρυσαν στον Πόντο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, με έδρα την Τραπεζούντα. Οι Κομνηνοί φρόντισαν για τα γράμματα, τις τέχνες, το εμπόριο. Έκτισαν μεγαλοπρεπή δημόσια κτίρια, εκπαιδευτήρια (περίφημη υπήρξε η Σχολή της Τραπεζούντας), ναούς και μοναστήρια. Οι πόλεις και οι μονές του Πόντου κατέστησαν μορφωτικά και πολιτιστικά κέντρα, όπου διδάσκονταν θεολογία, φιλοσοφία, αστρονομία,

Την πολιτιστική αυτήν ανάπτυξη που συνοδευόταν και από αντίστοιχη οικονομική ευημερία ήρθε να ανακόψει η οθωμανική κατάκτηση. Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας μετά από 247 έτη ζωής, έπαυσε να υπάρχει. Το 1461 υπετάγη στους Οθωμανούς, και έτσι καταλύθηκε το τελευταίο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο Πόντος, μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό εισήλθε στην μακραίωνη και σκληρή περίοδο της τουρκοκρατίας, με τις πολλές διώξεις, τους περιορισμούς στην φυσική και οικονομική ελευθερία των πληθυσμών, την μετατροπή ναών σε τζαμιά (όπως η Παναγία η Χρυσοκέφαλη, ο Άγιος Ευγένιος), τους εκτοπισμούς των κατοίκων της Τραπεζούντας και των άλλων μεγάλων πόλεων που διέταξε ο Μωάμεθ ο Πορθητής,, τους βίαιους εξισλαμισμούς. Ωστόσο, οι Έλληνες του Πόντου διατήρησαν την γλώσσα και την παράδοσή τους, κράτησαν την χριστιανική πίστη παρά τις διώξεις και τις πιέσεις. Στους αιώνες της οθωμανοκρατίας εμφανίσθηκε το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών, που φανερά δήλωναν μουσουλμάνοι και κρυφά παρέμεναν χριστιανοί, που διατηρούσαν κρυφά εικόνες, λειτουργούνταν κρυφά, είχαν μυστικούς ιερείς. Στον Πόντο ο αριθμός των κρυπτοχριστιανών υπήρξε μεγάλος. Ολόκληρα χωριά και περιοχές ήσαν κρυπτοχριστιανικές. Τόσο οι φανεροί χριστιανοί, όσο και οι κρυπτοχριστιανοί, προσέφεραν πολλούς νεομάρτυρες στην Εκκλησία και το έθνος. Οι οθωμανοί βασάνιζαν άγρια και θανάτωναν όσους αρνούνταν να αλλαξοπιστήσουν και έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, όσους υπό πίεση και πρόσκαιρα για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, μεταπηδούσαν στο Ισλάμ, και σε κάποια στιγμή μετανοούσαν και διακήρυσσαν ανοιχτά ότι επιστρέφουν στον Χριστό, και όσους κρυπτοχριστιανούς συνελάμβαναν να ασκούν κρυφά την χριστιανική τους πίστη. Σύμφωνα με το Ισλάμ, όσοι εγκατέλειπαν το Κοράνι για άλλη θρησκεία, τιμωρούνταν με θάνατο. Σύμφωνα με το βιβλίο του Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρυσάνθου «Η Εκκλησία της Τραπεζούντας» οι νεομάρτυρες του Πόντου ανέρχονται σε 50.000. Άλλοι πάλι πληθυσμοί εξισλαμίσθηκαν πλήρως, διατήρησαν όμως την παράδοση του Πόντου, την μουσική, την ποντιακή διάλεκτο. Ακόμη και σήμερα, στον τουρκικό Πόντο υπάρχουν ελληνόφωνοι Πόντοι και Μαυροθαλασσίτες, που διατηρούν πολιτιστικούς συλλόγους για την διάσωση των χορών και της μουσικής του Πόντου.

Στις δύσκολες περιόδους της δουλείας, οι Πόντιοι, με την καθοδήγηση και πνευματική στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατόρθωσαν να διατηρήσουν την πίστη και την γλώσσα. Τα σχολεία που διατηρούσε η Εκκλησία ανεδείχθησαν κέντρα καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων, κέντρα μορφωτικά και πολιτιστικά που συνέβαλαν στην διατήρηση της θρησκευτικής πίστεως και του εθνικού χαρακτήρος των Ποντίων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε διαιρέσει τον Πόντο σε έξι Μητροπόλεις (Τραπεζούντος, Ροδοπόλεως, Κολωνίας, Χαλδίας-Κερασούντος, Νεοκαισαρείας, και Αμασείας), και με βάση την εκκλησιαστική αυτή διαίρεση οργανώθηκε και η μέριμνα για τους κατοίκους του Πόντου. Στα τέλη του 19ου αι.-αρχές 20ου αι. στον Πόντο υπήρχαν 1.047 σχολεία, με 1.247 δασκάλους και 76.000 μαθητές και μαθήτριες. μεταξύ των οποίων περίφημα ήσαν τα Φροντιστήρια Τραπεζούντος και Αργυρουπόλεως, το Γυμνάσιο Κερασούντος κ.ά.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΣΙΣ ή ΘΑΥΜΑ;

 


Στο κέντρο της αρχαίας ως και της σύγχρονης Σόφιας (Βουλγαρίας), στο µέσο ενός µεγάλου δρόµου, δεσπόζει µια όµορφη αρχαία εκκλησία που σεµνύνεται στην Αγία Πέτκα, δηλαδή Παρασκευή (όχι τη γνωστή Παρθενοµάρτυρα Παρασκευή), είναι τοπική αγία και τα άγια λείψανά της βρίσκονται στη Ρουµανία.

Ο ναός αυτός κτίστηκε στα µέσα του 11ου αιώνα, ήταν η προστάτιδα των σαγµατοποιών (σαµαράδων), και οι τοιχογραφίες είναι του 14ου αιώνα. Εδώ θάφτηκε και ο εθνικός ήρωας της Βουλγαρίας Βασίλ Λέφκσι (Ορθόδοξος µοναχός που πρωτοστάτησε για την απελευθέρωση της Βουλγαρίας από την Οθωµανική κυριαρχία και εκτελέστηκε δια απαγχονισµού).

Σ’ αυτό το Ναό συνέβησαν εντυπωσιακά και τροµερά γεγονότα και ίσως εδώ έχει η εφαρµογή το “Όπου Θεός δε βούλεται, νικάται φύσεως τάξις”, η ακαταµάχητη Θεού δύναµη.

Το 1963 το Κοµµουνιστικό καθεστώς στη Βουλγαρία είναι στα καλύτερά του, αποφάσισε να διαπλατύνει τον κεντρικό δρόµο που περνούσε δίπλα από το Ναό της αγίας Πέτκας, έτσι ο ναός θα βρίσκονταν στο µέσο του δρόµου, γι’ αυτό έπρεπε να κατεδαφιστεί. Το συνεργείο κατεδάφισης ετοιµάστηκε, η µπουλντόζα που ξεκίνησε, έπαθε βλάβη, την έφτιαξαν αλλά και πάλι χάλασε, αυτό επαναλαµβάνονταν και ήταν αδύνατο ακόµα και να πλησιάσουν το ναό και σαν να µην έφθανε αυτό, ο χειριστής του µηχανήµατος, ο οποίος µε πείσµα επιθυµούσε το γκρέµισµα, όταν γύρισε στο σπίτι του, βρήκε νεκρό µέλος της οικογένειάς του.

Ο υπεύθυνος των εργασιών, όταν πληροφορήθηκε από τους εργάτες αυτά που συνέβησαν και δεν κατόρθωσαν τίποτα, του φάνηκαν όλα ανόητα και θυµωµένος τους είπε: “Δεν αξίζετε τίποτα. Μόνο για παραµύθια είσαστε. Αύριο θα πάω να το γκρεµίσω ο ίδιος”. Όπως και έγινε! Την εποµένη ανέβηκε εκνευρισµένος επάνω στην µπουλντόζα και ενώ κατευθύνονταν προς το ναό, συνέβη το εξής: Όχι µόνο το µηχάνηµα πηγαίνοντας έσπασε στο δρόµο, αλλά το συνταρακτικότερο ήταν που ο ίδιος πέθανε επάνω στο τιµόνι!

Όλοι ξαφνιάστηκαν, τροµοκρατήθηκαν και αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν τη διαταγή της κατεδάφισης και για να οµορφύνει, ώστε να µη φαίνεται κάτι παράταιρο, έφτιαξαν σαν είδος πλατεία γύρω από το ναό και στο υπόγειο κάποια µικρά καταστήµατα για σουβενίρ.

Σύµπτωσις ή θαύµα!

Στο επόµενο παρόµοιες Συµπτώσεις (!).

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου