Σε άρθρο του ο Β.Ξεσφίγγης (Β.Ξ στην
συνέχεια) με τίτλο –«Η Αποτείχιση του π.
Γεωργίου Σταύρου και οι Διώκτες της Αλήθειας « σε μια παράγραφο γράφει και τα
εξής:
|
Η Νομιμότητα
της Αποτείχισης και ο Ρόλος των Λαϊκών Η πράξη του π.
Γεωργίου δεν αποτελεί σχίσμα ούτε ανταρσία, αλλά μια καθόλα νόμιμη και
παραδοσιακή αντίδραση. Οι κληρικοί που προχωρούν σε αυτή την κίνηση
θωρακίζονται πλήρως από τον 15ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής Συνόδου,
ο οποίος επιτρέπει και επιτάσσει τη διακοπή μνημοσύνου του επισκόπου όταν
εκείνος κηρύττει γυμνή τη κεφαλή μια καταδικασμένη αίρεση. Ο π. Γεώργιος
έπραξε το καθήκον του ως φύλακας των Ιερών Κανόνων και η στάση του είναι άξια
σεβασμού και πνευματικής υποστήριξης. Για
εμάς, τους λαϊκούς πιστούς, ο δρόμος είναι διαφορετικός αλλά εξίσου
αγωνιστικός. Πιστεύω ακράδαστα ότι οι λαϊκοί πρέπει να δώσουμε τη μάχη κατά
του νεοτερισμού και του οικουμενισμού μέσα από την Εκκλησία. Δεν πρέπει να
εγκαταλείψουμε τα μετερίζια μας, δεν πρέπει να αφήσουμε τον Χριστό μόνο Του
μέσα στους ναούς μας. Οφείλουμε να γίνουμε το ανάχωμα απέναντι στην αλλοίωση
της πίστης μας, στηρίζοντας ταυτόχρονα με όλη μας τη δύναμη τους άξιους και
ομολογητές κληρικούς, όπως ο π. Γεώργιος, που θυσιάζουν την ηρεμία και την
ασφάλειά τους για την αλήθεια του Ευαγγελίου. Ο αγώνας για την Ορθή Πίστη
είναι κοινός και θα τον δώσουμε μέχρι τέλους. |
Σαν απάντηση στις πρωτοφανείς αυτές απόψεις είναι τα
παρακάτω.
Ναι κ.Β. Ξ οι λαϊκοί αποτειχίζονται και υποχρεούνται να
διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία από επισκόπους ή
ιερείς που κηρύσσουν δημοσίως αίρεση.
Η αποτείχιση των λαϊκών θεμελιώνεται στις εξής
βασικές αρχές:
1. Ο Σωτηριολογικός Χαρακτήρας της
Αποτείχισης
Παρότι η γλωσσική διατύπωση του 15ου Ιερού Κανόνα
της ΑΒ΄ Συνόδου αναφέρεται άμεσα στους κληρικούς (πρεσβυτέρους, επισκόπους,
μητροπολίτες), η απομάκρυνση από την αίρεση δεν αποτελεί απλό διοικητικό
προνόμιο των ιερωμένων, αλλά ζήτημα σωτηριολογικού χαρακτήρα που αφορά άμεσα
και τους λαϊκούς. Η διακοπή κοινωνίας γίνεται για την προστασία της ψυχής
από τον πνευματικό συμμολυσμό («ὁ
κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος
ἔστω»).
2. Ο Λαός ως «Φρουρός της Ορθοδοξίας»
Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο και την περίφημη
Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής (1848), ο πιστός λαός δεν είναι παθητικός
θεατής, αλλά ο οργανικός υπερασπιστής της Πίστεως:
3.
Ιστορικά Παραδείγματα Λαϊκής Αποτείχισης
Φλαβιανός
και Διόδωρος στην Αντιόχεια (344–358 μ.Χ.)
Όντας ακόμη λαϊκοί (ασκούντες την ασκητική
πολιτεία), ο Φλαβιανός (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας) και ο Διόδωρος
(μετέπειτα Επίσκοπος Ταρσού) διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τον
Επίσκοπο Αντιοχείας Λεόντιο, μόλις εκείνος χειροτόνησε τον ανόμοιο αρειανό
Αέτιο σε διάκονο. Οι δύο αυτοί λαϊκοί είχαν τεράστια επιρροή στο χριστεπώνυμο
πλήρωμα και συσπείρωσαν τους Ορθοδόξους της Αντιοχείας κατά της αρειανικής
κακοδοξίας.
Οι
Αιγύπτιοι Λαϊκοί Ασκητές (Ταβεννησιώτες - 4ος αι.)
Οι λαϊκοί ασκητές της Αιγύπτου (μαθητές του Οσίου
Θεοδώρου Ηγιασμένου και του Οσίου Παχωμίου), ακολουθώντας την εντολή του
Μεγάλου Αθανασίου, αρνήθηκαν να συμπροσευχηθούν ή να συνεστιάσουν με τον δούκα
Αρτέμιο, επειδή συνοδευόταν από ακατάκριτο αρειανό επίσκοπο. Εφάρμοσαν την
αγιοπατερική αρχή «ὧν
τὸ φρόνημα ἀποστρεφόμεθα, τούτους καὶ ἀπὸ τῆς
κοινωνίας προσήκει φεύγειν».
Ο
Λαός της Νικοπόλεως επί Μεγάλου Βασιλείου (4ος αι.)
Όταν
τοποθετήθηκε στη Νικόπολη ο αρειανόφρων επίσκοπος Φρόντων, ο ορθόδοξος λαός
αρνήθηκε να εισέλθει στους ναούς. Ο λαός
εγκατέλειψε τις εκκλησίες, τις οποίες ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήρισε «κοινούς
οίκους» (βεβηλωμένους ναούς), και συγκεντρωνόταν στην ύπαιθρο και τις ερημιές
για να προσευχηθεί.
Οι
«Ιωαννίτες» Λαϊκοί της Κωνσταντινουπόλεως (404 μ.Χ.)
Μετά την άδικη εξορία του Αγίου Ιωάννου του
Χρυσοστόμου και την αντικανονική ανάρρηση αντικαταστατών στον θρόνο, η
πλειονότητα του πιστού λαού της Κωνσταντινουπόλεως (οι ονομασθέντες
«Ιωαννίτες») διέκοψε αμέσως κάθε εκκλησιαστική κοινωνία με τους διώκτες του
Αγίου. Αρνήθηκαν να εισέλθουν στους ναούς υπό τους αντικανονικούς επισκόπους
και συγκεντρώνονταν στην ύπαιθρο για να λατρεύσουν τον Θεό. Ο ίδιος ο Άγιος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στο συνειδητό αυτό ποίμνιο, διακήρυξε την
καθολική ευθύνη του λαού λέγοντας: «Χωρὶς ὑμῶν οὐδὲν ἐργάσομαι».
Η
Οσία Μελάνη η Ρωμαία (5ος αι.)
Η Οσία Μελάνη, όντας λαϊκή ασκήτρια, αρνήθηκε
κατηγορηματικά να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων από ορθόδοξο στο φρόνημα
ιερέα, επειδή εκείνος μνημόνευε στα Ιερά Δίπτυχα μια ακατάκριτη αιρετική
γυναίκα. Η στάση της Οσίας καταγράφεται ως έμπρακτη εφαρμογή της αρχής «ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος
ἔστω», αποδεικνύοντας ότι η
μνημόνευση αιρετικού προσώπου μεταδίδει τον πνευματικό συμμολυσμό και στους
λαϊκούς που συμμετέχουν εν γνώσει.
Η
Στάση κατά του Νεστορίου (429 μ.Χ.).
Μόλις ο
Νεστόριος κήρυξε την αίρεσή του από τον άμβωνα, ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως
—με πρωτοστατούντα τον τότε λαϊκό Ευσέβιο (μετέπειτα Επίσκοπο
Δορυλαίου)— διέκοψε αμέσως την κοινωνία μαζί του και εγκατέλειψε τον ναό πριν
ακόμα συγκληθεί η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος.
Ο Ευσέβιος
—ασκώντας τότε το επάγγελμα του νομικού ως απλός λαϊκός στην
Κωνσταντινούπολη (μετέπειτα Επίσκοπος Δορυλαίου)— αντέδρασε συστηματικά στις
ομιλίες του Νεστορίου και τοιχοκόλλησε στον ναό της Αγίας Σοφίας δημόσια
καταγγελία/διαμαρτυρία, κατηγορώντας τον Πατριάρχη ότι δίδασκε τις κακοδοξίες
του Παύλου Σαμοσατέως.
Όταν ο επίσκοπος Δωρόθεος, παρουσία του Νεστορίου, αναθεμάτισε από τον άμβωνα όσους ονόμαζαν την Παναγία «Θεοτόκο», προκλήθηκε μεγάλη κραυγή και εξόρμηση/αποχώρηση του λαού από τον ναό, καθώς οι πιστοί αρνήθηκαν να συνεχίσουν να κοινωνούν με όσους φρονούσαν τέτοιες κακοδοξίες.






.jpg)

