Έρευνα:
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Η Στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας
Η Εκκλησία της Ελλάδας δεν πήγε καθόλου στη
συνάντηση του Μπαλαμάντ. Ήταν μία από τις έξι Ορθόδοξες Εκκλησίες που
απουσίαζαν. Η απουσία της δεν ήταν τυχαία. Είχε ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να
συμμετάσχει σε διάλογο αν η Ρωμαιοκαθολική πλευρά δεν απορρίψει πρώτα οριστικά
και ξεκάθαρα την Ουνία. Στην επιστολή που έστειλε προς τον Οικουμενικό
Πατριάρχη στις 8 Δεκεμβρίου 1994 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της
Ελλάδας εξέφρασε την απόλυτη απόρριψή της στο κείμενο. Η Σύνοδος τόνισε ότι το
κείμενο του Μπαλαμάντ υπονομεύει όσα είχαν συμφωνηθεί στο Φράιζινγκ το 1990,
όπου η Ουνία είχε καταδικαστεί ξεκάθαρα. Στο Μπαλαμάντ αντίθετα το πνεύμα
άλλαξε και η Ουνία παρουσιάστηκε με θετικό τρόπο. Μέσα από συγκεκριμένες
παραγράφους του κειμένου οι Ουνιτικές εκκλησίες νομιμοποιούνται όχι μόνο ως
προς την ύπαρξή τους αλλά και ως προς τη δράση τους. Η Σύνοδος κατηγόρησε τους
Ορθόδοξους αντιπροσώπους που υπέγραψαν ότι ξέχασαν τα βάσανα που προκάλεσαν οι
Ουνίτες στους Ορθόδοξους κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τους κατηγόρησε ότι
δέχτηκαν τους Ουνίτες ως ίσους συνομιλητές και ότι παραιτήθηκαν από την
πεποίθηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
Η Σύνοδος προειδοποίησε ότι το κείμενο οδηγεί σε επικίνδυνες εκκλησιολογικές
συνέπειες γιατί στην ουσία προτείνει άμεση κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξων και
Ρωμαιοκαθολικών κάτι που θα σταματούσε τον ίδιο τον θεολογικό διάλογο. Τελικά
το συμπέρασμα της Εκκλησίας της Ελλάδας ήταν ότι το κείμενο είναι απαράδεκτο
για κάθε Ορθόδοξο. Είναι ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και έρχεται σε ευθεία
αντίθεση με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων που είχαν ορίσει τα όρια του
διαλόγου.
Η
Κριτική του Πατέρα Θεόδωρου Ζήση
Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης σε βιβλίο του για την Ουνία
άσκησε έντονη κριτική στο κείμενο. Κατ' αρχάς είπε ότι το Μπαλαμάντ αναιρεί όσα
είχαν συμφωνηθεί στη Βιέννη και στο Φράιζινγκ. Παρόλο που η Ουνία απορρίπτεται
στα λόγια ως μέθοδος ένωσης στην πράξη το κείμενο την αθωώνει και τη δικαιώνει.
Αντί να την αντιμετωπίζει ως εκκλησιολογική ανωμαλία την επαινεί για την
πιστότητά της στη Ρώμη. Ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο διάλογος δεν θα προχωρούσε
χωρίς να λυθεί πρώτα το πρόβλημα της Ουνίας το κείμενο καλεί τους Ουνίτες να
συμμετάσχουν ως ίσοι. Ταυτόχρονα αφήνει αιχμές κατά των Ορθόδοξων λέγοντας ότι
αυτοί παρεμποδίζουν την ενότητα. Ο πατέρας Ζήσης είδε μεγάλες εκκλησιολογικές
υποχωρήσεις. Η απαγόρευση του αναβαπτισμού εξισώνει δογματικά τις δύο
Εκκλησίες. Θεωρεί ότι και οι δύο έχουν γνήσια πίστη μυστήρια και αποστολική
διαδοχή. Αυτό ακυρώνει την παράδοση αιώνων που θεωρεί τους Ρωμαιοκαθολικούς
αιρετικούς. Η αποδοχή του όρου αδελφές εκκλησίες είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία παύει να θεωρείται η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική
Εκκλησία και υποβιβάζεται σε απλό τμήμα της Εκκλησίας του Χριστού όπως λέει η
προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο πατέρας Ζήσης μίλησε και για διγλωσσία.
Είναι απαράδεκτο να αποδέχεσαι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αδελφή και
ταυτόχρονα να τη θεωρείς αιρετική και σχισματική. Η Εκκλησία εκφράζεται μέσα
στη Θεία Ευχαριστία. Όσοι δεν μνημονεύονται δεν είναι μέλη της. Συνεπώς δεν
μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα. Ο μόνος δρόμος για ένωση είναι να λυθεί η αιτία
της ακοινωνησίας. Επίσης επέκρινε την ορολογία. Αντί για Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία
που ήταν ο καθιερωμένος όρος στον διάλογο το κείμενο λέει Καθολική Εκκλησία.
Επίσης οι Ουνίτες ονομάζονται Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες κάτι που
προσβάλλει την ιστορική μνήμη της Ορθοδοξίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο
πατέρας Ζήσης θεωρεί το κείμενο απαράδεκτο και λέει ότι πρέπει να
προβληματιστούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αν ο διάλογος είναι τελικά χρήσιμος ή
επιζήμιος.
Η Κριτική του Καθηγητή Ηλία Πατσαβού
Ο καθηγητής Κανονικού Δικαίου Ηλίας Πατσαβός από τη Βοστώνη δημοσίευσε τον Μάιο του 1994 άρθρο στο περιοδικό Eastern Churches Journal με σκληρή κριτική. Είπε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το κείμενο αναγνωρίζει ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί μαζί αποτελούν τη Μία Αγία Εκκλησία. Με αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι εγκαταλείπουν την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχονται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο Πατσαβός τόνισε ότι στην Ορθόδοξη παράδοση αδελφές εκκλησίες λέγονται μόνο οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μεταξύ τους και όχι οι ετερόδοξες. Η αποδοχή του όρου στο Μπαλαμάντ είναι μόνο λεκτική και δεν έχει θεολογικό βάθος. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχτεί τη Ρωμαιοκαθολική ως αδελφή τότε αναγκάζεται να αναγνωρίσει ως αδελφές και τις Ουνιτικές Εκκλησίες που είναι σε κοινωνία με τη Ρώμη. Οπότε αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος να λέει το κείμενο ότι καταδικάζει την Ουνία όταν στην ουσία την αναγνωρίζει. Ο Πατσαβός είπε ότι το κείμενο δίνει στους Ουνίτες τη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν ορθή εκκλησιολογία και έτσι εμποδίζεται ο υγιής προβληματισμός μέσα στις Ουνιτικές Εκκλησίες. Σχετικά με την Αγία Γραφή ο Πατσαβός απέρριψε την ερμηνεία που δίνει το κείμενο στο χωρίο Ιωάννη 17:21 όπου ο Χριστός λέει ίνα πάντες εν ώσιν. Το Μπαλαμάντ ερμηνεύει το χωρίο ως προσευχή για την ένωση των εκκλησιών. Ο Πατσαβός λέει ότι ο Χριστός δεν προσεύχεται για την ένωση εκκλησιών αλλά για την ολοκλήρωση των διδασκαλιών Του μέσα από τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Χαρακτήρισε ανιστόρητη την παράγραφο 10 του κειμένου γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαμόρφωσε τη σωτηριολογία της ως αντίδραση στην Ουνία αλλά την είχε ήδη από τον Άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας πολύ πριν. Επίσης είπε ότι είναι άτοπο να συνδέεται η απαγόρευση του αναβαπτισμού με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν βαπτίζει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ο Πατσαβός φοβήθηκε ότι η προώθηση της ένωσης χωρίς να λυθούν πρώτα οι δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο το αλάθητο και η κτιστή χάρη κινδυνεύει να τις υποβαθμίσει σε απλά θεολογούμενα. Τέλος τόνισε ότι η απουσία έξι Ορθόδοξων Εκκλησιών από τη συνάντηση είναι πολύ σημαντικό γεγονός και ότι οι αντίρροπες ιστορικές μνήμες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες κάνουν τη συγχώρεση πολύ δύσκολη στην πράξη. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρεί τη σκληρή κριτική των Ορθοδόξων κατά του Μπαλαμάντ απόλυτα δίκαιη.




