Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΙΓΙΛΛΙΩΝ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ (Β)-ΤΟ ΝΟΘΟ ΣΙΓΙΛΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗ

 

  • ΜΕΡΟΣ Β

ΤΟ ΝΟΘΟ ΣΙΓΙΛΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗ

Το λεγόμενο «Νόθο Σιγίλλιο» (που συχνά παρουσιάζεται εσφαλμένα με τη χρονολογία 1583 ή 1848) αποτελεί ένα μεταγενέστερο, κατασκευασμένο κείμενο, το οποίο συντάχθηκε από τον μοναχό Ιάκωβο τον Νεοσκητιώτη (περί τα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα) για να υποστηρίξει τον αγώνα κατά της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως.

Το κείμενο αυτό δανείστηκε τη δομή και τη γλώσσα παλαιότερων πατριαρχικών εγγράφων, αλλά προσέθεσε ακραίες, μισαλλόδοξες διατυπώσεις και βαριές αφοριστικές εκφράσεις κατά του Γρηγοριανού (Νέου) Ημερολογίου.

Το Πλαστό «Σιγγίλιον» (1583)

Τίτλος & Προοίμιο

Σιγγίλιον

Πατριαρχικῆς διατυπώσεως ἐγκυκλίου τῆς ἀπανταχοῦ ᾿Ορθοδόξοις Χριστιανοῖς εἰς τὸ μὴ παραδέχεσθαι τὸ νεώτερον Πασχάλιον ἢ καλενδάριον τοῦ καινοτομηθέντος μηνολογίου ἀλλ᾿ ἐμμένειν τοῖς ἅπαξ καὶ καλῶς διατυπωθεῖσι παρὰ τῖς ῾Αγίοις (318) τριακοσίοις δέκα ὀκτὼ Θεοφόραις Πατράσι τῆς ῾Αγ. Οἰκουμενικῆς πρώτης Συνόδου μετ᾿ ἐπιτιμίου καὶ ἀναθέματος.

Πᾶσι τοῖς ἐν Τριγοβύστι καὶ ἁπανταχοῦ Χριστιανικοῖς γνησίοις τέκνοις τῆς ῾Αγίας τοῦ Χριστοῦ Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ᾿Ανατολικῆς χάρις εἴη καὶ εἰρήνη καὶ ἔλεος παρὰ Θεοῦ Παντοκράτορος.

Εισαγωγικό Κείμενο

Οὐ μικρά τε ζάλη τὴν παλαιὰν ἐκείνην Κιβωτὸν κατέλαβε, ὅτε σφοδρῶς κλυδωνιζομένη ἐφέρετο ἐπὶ τῶν ὑδάτων καὶ εἰ μὴ Κύριος ὁ Θεὸς μνησθεὶς τοῦ Νῶε εὐδοκήσειε κοπᾶσαι τὸ ὕδωρ, οὐδεμία ἐλπὶς σωτηρίας αὐτῇ ἧν. Οὕτω καὶ τὴν Νέαν Κιβωτὸν τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ᾿Εκκλησίας, ἐπὶ ἄσπονδον πόλεμον οἱ κακόδοξοι ἤγειραν καθ᾿ ἡμῶν, κατὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τὸν παρόντα τόμον ἐγκαταλιπεῖν ἔγνωμεν, ὅπως τοῖς ἐν τούτῳ γεγραμμένοις ἔχετε κατὰ τῶν τοιούτων ἀσφαλεστέρως τὴν ὑμετέραν ὀρθοδοξίαν συνηγορεῖν. ᾿Αλλ᾿ ἵνα μὴ τοῖς ἁπλουστέροις φορτηκὸν εἴη τὸ σύγγραμμα, ἁπλῇ διαλέκτῳ πᾶσαν ὑμῖν τὴν ὑπόθεσιν καταρτῆσαι ἔγνωμεν, ἥτις ἔχει οὑτωσί.

Εἰς ἁπλῆν διάλεκτον

᾿Απὸ τὴν Παλαιὰν Ρώμην ἤλθασι τινές, ὁποῦ ἔμαθον ἐκεῖ νὰ λατινοφρονοῦσι· καὶ τὸ κακὸν εἶναι πῶς ἀπὸ Ρωμαῖοι τῆς Ρούμελης γεννήματα καὶ θρέμματα ὄντες, ὄχι μόνον ἤλλαξαν τὴν πίστιν τους, ἀλλὰ καὶ πολεμοῦσι τὰ ᾿Ορθόδοξα δόγματα καὶ ἀληθινὰ τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας ὅπου μᾶς ἐπαρέδωκεν αὐτὸς ὁ Χριστὸς καὶ οἱ θεῖοι ᾿Απόστολοι, καὶ αἱ ἅγιαι Σύνοδοι τῶν ῾Αγίων Πατέρων. ῞Οθεν τούτους ὡς σεσηπότα μέλη ἀποκόπτοντες ὁρίζομεν:

  • Α΄) ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ καρδίᾳ καὶ στόματι ὅτι εἶνε τέκνον τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας ᾿Ορθοδόξως βαπτισμένος, καὶ ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνον, οὐσιωδῶς καὶ ὑποστατικῶς, καθὼς λέγει ὁ Χριστὸς εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, χρονικῶς δὲ ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, ὁ τοιοῦτος ἂς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησίαν μας καὶ ἔστω ἀναθεματισμένος.
  • Β΄) ῞Οποιος δὲν ὁμολογεῖ ὅτι εἰς τὸ Μυστήριον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας πρέπει καὶ οἱ Κοσμικοὶ νὰ μεταλαμβάνουν καὶ ἀπὸ τὰ δύο εἴδη τοῦ Σώματος τοῦ Τιμίου καὶ Αἵματος, ἀμὴ λέγουν πῶς μόνον ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ ἀρκεῖ μόνον νὰ μεταλάβῃ τὴν Σάρκα, ὅτι εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸ Αἷμα, εἰς καιρὸν ὅπου ὁ Χριστὸς εἶπε, καὶ ἔδωκε ξεχωριστὰ κάθε ἕνα, καὶ αὐτοὶ δὲν τὰ φυλάττουν, οἱ τοιοῦτοι ἔστωσαν ἀναθεματισμένοι.
  • Γ΄) ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἰς τὸν Μυστικὸν Δεῖπνον εἶχεν ἄζυμον (λειψὸν) καθὼς οἱ ῾Εβραῖοι, καὶ ὄχι ἄρτον εὔζυμον, ἤγουν ψωμὶ ἀναβατόν, ἂς ἦγε μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἔστω εἰς τὸ ἀνάθεμα ὡς ᾿Ιουδαϊκὰ φρονῶν καὶ τὰ τοῦ ᾿Απολιναρίου, καὶ τῶν ᾿Αρμενίων δόγματα προσφέρων εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν μας, διὰ τοῦτο καὶ ἐκ δευτέρου ἂς ἔχει τὸ ἀνάθεμα.
  • Δ΄) ῞Οποιος λέγει ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ Θεὸς ἡμῶν, ὅταν ἔλθῃ νὰ κρίνῃ, δὲν ἔρχεται νὰ κρίνῃ ψυχὰς ὁμοῦ καὶ σώματα, ἀμὴ ἔρχεται διὰ νὰ ἀποφασίσῃ μόνον τὰ σώματα, ἀνάθεμα ἔστω εἰς αὐτόν.
  • Ε΄) ῞Οποιος λέγει πῶς καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν Χριστιανῶν ὅπου ἐμετανόησαν εἰς τὸν κόσμον, ἀφὴ δὲν ἔκαμαν τὸν κανόνα τους, πηγαίνουν εἰς τὸ καθαρτήριον πῦρ ὅταν ἀποθάνουν, ὅπου εἶναι φωτιὰ καὶ κόλασις καὶ καθαρίζονται, τὸ ὁποῖον εἶνε μῦθος ἑλληνικὸς καὶ φρονοῦν πῶς δὲν εἶναι κόλασις αἰώνιος ὡς ὁ ᾿Ωριγένης καὶ δίδουν ἀφορμὴν μὲ αὐτὸ ἐλευθερίας εἰς τὸ νὰ ἁμαρτάνουν, ἀνάθεμα ἔστω.
  • ΣΤ΄) ῞Οποιος λέγει πῶς ὁ Πάπας εἶνε κεφαλὴ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ οὐχὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὅτι ἔχει ᾿Εξουσίαν νὰ ἐμβάζῃ εἰς τὸν Παράδεισον μὲ τὰ γραμματά του, καὶ συγχωρεῖ καὶ τὰ ὅσα ἁμαρτήματα ἔχει νὰ πράξῃ· ὅποιος μὲ χρήματα λάβῃ ἀπὸ αὐτὸν ἰνδουλγειεντζιῶνα (συγχωροχάρτι), ἀνάθεμα ἐχέτω ὁ τοιοῦτος.
  • Ζ΄) ῞Οποιος δὲν ἀκολουθεῖ τὰ ἔθιμα τῆς ᾿Εκκλησίας καθὼς αἱ ῾Επτὰ ῞Αγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι ἐθέσπισαν καὶ τὸ ῞Αγιον Πάσχα, καὶ τὸ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ καλῶς ἐνομοθέτησαν νὰ ἀκολουθῶμεν, καὶ θέλει νὰ ἀκολουθᾶ τὸ νεοφεύρετον Πασχάλιον καὶ ΝΕΟΝ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ τῶν ἀθέων ᾿Αστρονόμων τοῦ Πάπα, καὶ ἐναντιώνεται εἰς αὐτὰ ὅλα, καὶ θέλει νὰ ἀνατρέψῃ καὶ νὰ χαλάσῃ τὰ πατροπαράδοτα δόγματα καὶ ἔθιμα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἂς ἔχῃ τὸ ἀνάθεμα καὶ ἔξω τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς τῶν Πιστῶν ῾Ομηγύρεως ἂς ἦνε.
  • Η΄) ᾿Εσεῖς δὲ οἱ Εὐσεβεῖς καὶ ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοὶ μένετε ἐν οἷς ἐμάθατε καὶ ἐγεννήθητε, ἀνετράφητε καὶ ὅταν τὸ καλέσῃ ὁ καιρὸς καὶ ἡ χρεία αὐτὸ τὸ αἷμα σας νὰ χύνεται διὰ νὰ φυλάξετε τὴν Πατροπαράδοτον Πίστιν καὶ ὁμολογίαν σας· καὶ φυλάγεσθε ἀπὸ τῶν τοιούτων καὶ προσέχετε, ἵνα καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστὸς σᾶς βοηθᾶ ἅμα καὶ ἡ εὐχὴ τῆς ἡμῶν μετριότητος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν, ἀμήν.

Χρονολογία & Υπογραφές

῎Ετους ἀπὸ Θεανθρώπου αφπγ΄ (1583), ᾿Ινδιτιῶνος ιβ΄, Νοεμβρίῳ Κ΄.

  • Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἱερεμίας
  • Ἀλεξανδρείας Σίλβεστρος
  • Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος

Καὶ οἱ λοιπο᾿Αρχιερεῖς τῆς Συνόδου παρόντες.

 

Πηγή. Γρηγορίου Ευστρατιάδου, Η πραγματική αλήθεια περί του Εκκλησιαστικού Ημερολογίου, σελ. 119-122, Αθήναι 1929. • Το κείμενο δημοσιεύεται ακριβώς ως έχει, τ.έ. με όλα τα τυπογραφικά και συντακτικά λάθη

Το Κείμενο του Νόθου Σιγιλλίου  στη Δημοτική.

Τίτλος & Προοίμιο

Σιγίλλιο

Πατριαρχική διακήρυξη και εγκύκλιος προς τους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς, με σκοπό να μην αποδεχθούν το νεότερο Πασχάλιο ή Ημερολόγιο του καινοτόμου μηνολογίου, αλλά να εμμένουν σε όσα μία για πάντα και καλώς ορίστηκαν από τους Αγίους (318) Τριακοσίους Δέκα και Οκτώ Θεοφόρους Πατέρες της Αγίας Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, επί ποινή επιτιμίου και αναθέματος.

Προς όλα τα γνήσια τέκνα της Αγίας του Χριστού Καθολικής και Αποστολικής Ανατολικής Εκκλησίας, που βρίσκονται στο Τεργκόβιστε [Τριγοβύστι] και παντού, είθε να υπάρχει χάρη, ειρήνη και έλεος από τον Παντοκράτορα Θεό.

Εισαγωγικό Κείμενο

Δεν ήταν μικρή η τρικυμία που κατέλαβε εκείνη την παλαιά Κιβωτό, όταν κλυδωνιζόταν σφοδρά πάνω στα κύματα· και αν ο Κύριος ο Θεός δεν θυμόταν τον Νώε ώστε να ευδοκήσει να κοπάσει το νερό, δεν θα υπήρχε καμία ελπίδα σωτηρίας για αυτήν. Έτσι και για τη Νέα Κιβωτό της Εκκλησίας μας, οι κακόδοξοι ξεσήκωσαν αμείλικτο πόλεμο εναντίον μας. Γι' αυτό κι εμείς αποφασίσαμε να αφήσουμε αυτόν τον παρόντα τόμο (έγγραφο), ώστε με όσα είναι γραμμένα σε αυτόν να έχετε τη δυνατότητα να υπερασπίζεστε με μεγαλύτερη ασφάλεια την ορθοδοξία σας απέναντι σε τέτοιους ανθρώπους. Όμως, για να μην είναι το σύγγραμμα αυτό δυσνόητο ή βαρύ στους πιο απλούς ανθρώπους, αποφασίσαμε να σας εκθέσουμε όλη την υπόθεση σε απλή γλώσσα, η οποία έχει ως εξής:

Σε απλή γλώσσα

Από την Παλαιά Ρώμη ήρθαν μερικοί, οι οποίοι έμαθαν εκεί να φρονούν τα λατινικά (παπικά) δόγματα. Και το κακό είναι ότι, ενώ είναι Ρωμαίοι (Γραικοί/Έλληνες) γεννημένοι και αναθρεμμένοι στη Ρούμελη, όχι μόνο άλλαξαν την πίστη τους, αλλά πολεμούν και τα Ορθόδοξα και αληθινά δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας, τα οποία μας παρέδωσε ο ίδιος ο Χριστός, οι θείοι Απόστολοι και οι άγιες Σύνοδοι των Αγίων Πατέρων. Γι' αυτό, αποκόπτοντας αυτούς ως σαπισμένα μέλη, ορίζουμε:

  • Α΄) Όποιος δεν ομολογεί με την καρδιά και το στόμα ότι είναι τέκνο της Ανατολικής Εκκλησίας, Ορθόδοξα βαπτισμένος, και ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, ουσιαστικά και υποστατικά (όπως λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο), ενώ αποστέλλεται χρονικά από τον Πατέρα και τον Υιό, ο τέτοιος ας είναι έξω από την Εκκλησία μας και ας είναι αναθεματισμένος.
  • Β΄) Όποιος δεν ομολογεί ότι στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας πρέπει και οι λαϊκοί να μεταλαμβάνουν και από τα δύο είδη (και το Σώμα και το Αίμα του Τιμίου Χριστού), αλλά ισχυρίζονται πως αρκεί να μεταλάβουν μόνο το Σώμα γιατί εκεί βρίσκεται και το Αίμα —τη στιγμή που ο Χριστός είπε και έδωσε το καθένα ξεχωριστά κι αυτοί δεν το τηρούν— οι τέτοιοι ας είναι αναθεματισμένοι.
  • Γ΄) Όποιος λέει ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στον Μυστικό Δείπνο είχε άζυμο ψωμί (λειψό), όπως οι Εβραίοι, και όχι άρτο ένζυμο (δηλαδή ψωμί φουσκωτό/με προζύμι), ας είναι μακριά από εμάς και ας είναι αναθεματισμένος ως ιουδαϊκόφρων που εισάγει στην Εκκλησία μας τα δόγματα του Απολιναρίου και των Αρμενίων· γι' αυτό και για δεύτερη φορά ας είναι αναθεματισμένος.
  • Δ΄) Όποιος λέει ότι ο Χριστός και Θεός μας, όταν έρθει να κρίνει, δεν έρχεται να κρίνει ταυτόχρονα ψυχές και σώματα, αλλά έρχεται για να αποφασίσει μόνο για τα σώματα, ας είναι αναθεματισμένος.
  • Ε΄) Όποιος λέει ότι οι ψυχές των Χριστιανών που μετανόησαν στον κόσμο αλλά δεν πρόλαβαν να κάνουν τον κανόνα (την επιτίμησή) τους, πηγαίνουν όταν πεθάνουν στο καθαρτήριο πυρ (όπου υπάρχει φωτιά και κόλαση και καθαρίζονται) —πράγμα που είναι ελληνικός (παγανιστικός) μύθος— και φρονούν όπως ο Ωριγένης ότι δεν υπάρχει αιώνια κόλαση, δίνοντας έτσι αφορμή και ελευθερία στο να αμαρτάνουν, ας είναι αναθεματισμένος.
  • ΣΤ΄) Όποιος λέει ότι ο Πάπας είναι η κεφαλή της Εκκλησίας και όχι ο Χριστός, και ότι έχει την εξουσία να βάζει στον Παράδεισο με τα έγγραφά του, συγχωρώντας όσες αμαρτίες πρόκειται κανείς να πράξει, και όποιος παίρνει από αυτόν με χρήματα ινδουλγέντζια (συγχωροχάρτι), ο τέτοιος ας είναι αναθεματισμένος.
  • Ζ΄) Όποιος δεν ακολουθεί τα έθιμα της Εκκλησίας, όπως τα θέσπισαν οι Επτά Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι και το Άγιο Πάσχα, και το ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ που καλώς νομοθέτησαν να ακολουθούμε, αλλά θέλει να ακολουθεί το νεοφεύρετο Πασχάλιο και ΝΕΟ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ των αθέων Αστρονόμων του Πάπα, και εναντιώνεται σε όλα αυτά και θέλει να ανατρέψει και να χαλάσει τα πατροπαράδοτα δόγματα και έθιμα της Εκκλησίας, ας είναι αναθεματισμένος και ας είναι έξω από την Εκκλησία του Χριστού και τη Σύναξη των Πιστών.
  • Η΄) Εσείς δε, οι Ευσεβείς και Ορθόδοξοι Χριστιανοί, να μένετε σε αυτά που μάθατε, γεννηθήκατε και ανατραφήκατε· κι αν το καλέσει ο καιρός και η ανάγκη, να χυθεί ακόμα και το ίδιο το αίμα σας για να φυλάξετε την Πατροπαράδοτη Πίστη και ομολογία σας. Να προφυλάσσεστε από τέτοιους ανθρώπους και να προσέχετε, ώστε και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να σας βοηθά, και η ευχή της μετριότητάς μας ας είναι μαζί με όλους εσάς, αμήν.

Χρονολογία & Υπογραφές

Έτους από τη Θεανθρώπηση 1583 (αφπγ΄), Ινδικτιώνος 12ης, Νοεμβρίου 20.

  • † Ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας
  • † Ο Αλεξανδρείας Σίλβεστρος
  • † Ο Ιεροσολύμων Σωφρόνιος

Και οι λοιποί Αρχιερείς της Συνόδου που ήταν παρόντες.

 

 

Γιατί θεωρείται αποδεδειγμένα Νόθο

  • Η γλώσσα περιέχει συνδυασμό εκκλησιαστικής καθαρεύουσας με μεταγενέστερες ιδιωματικές εκφράσεις του 19ου αιώνα, παντελώς ξένες προς τα πατριαρχικά σιγίλλια του 16ου αιώνα (1583).
  • Δεν υπάρχει κανένα πρωτότυπο χειρόγραφο ή επίσημη πατριαρχική καταγραφή στους κώδικες του Οικουμενικού Πατριαρχείου που να περιέχει αυτό το κείμενο.
  • Ο ίδιος ο μοναχός Ιάκωβος ο Νεοσκητιώτης αργότερα αναγνωρίστηκε ως ο συντάκτης/παραποιητής του κειμένου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε λαϊκά φυλλάδια στα τέλη του 19ου αιώνα.
  • Το κείμενο είναι του Λουκάρεως (1616), όχι της Συνόδου του 1583. Το περιεχόμενο είναι άσχετο με το Ημερολογιακό Ζήτημα. Εκεί υπάρχουν 6 αναθέματα για παπικές διδασκαλίες. Στο «Σιγγίλιο» προστέθηκε έβδομο ανάθεμα για όσους ακολουθούν το νέο Πασχάλιο και το «ΝΕΟΝ ΜΗΝΟΛΟΓΙΟΝ των αθέων Αστρονόμων του Πάπα»

·         Η άποψη ότι το κείμενο βασίζεται σε χειρόγραφο Κώδικα του Σινά, από τον οποίο εκδόθηκε το «Σιγγίλιον» στη Ρουμανία από τον Αρχιμανδρίτη Ουσπένσκι (1850), δεν τεκμηριώνεται. Ο Πορφύριος δημοσίευσε μόνο τον «Τόμο Αλεξάνδρινον» του Μελετίου Πηγά.

 

ΠΟΙΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ ΣΤΑ ΝΟΘΑ ΣΙΓΙΛΛΙΑ

Α.Η πλαστογράφηση της Συνόδου του 1583.

Στις περισσότερες εκδόσεις του νόθου κειμένου, ο συντάκτης προσέθεσε ψευδώς τις υπογραφές των Πατριαρχών του 1583, ώστε να δώσει στο κείμενο την ψευδαίσθηση ότι προέρχεται από την ιστορική αυτή Σύνοδο:

  • Ιερεμίας Κωνσταντινουπόλεως
  • Σίλβεστρος Αλεξανδρείας
  • Σωφρόνιος Ιεροσολύμων

 

Β. Η σύγχυση με το 1848.

Όταν το κείμενο συνδέθηκε εσφαλμένα με την Εγκύκλιο του 1848, ορισμένοι υποστήριξαν ότι φέρει τις υπογραφές των τότε Πατριαρχών. Στην πραγματικότητα, η αυθεντική Εγκύκλιος του 1848 υπεγράφη από:

  • Άνθιμο ΣΤ΄ — Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
  • Ιερόθεο — Πατριάρχη Αλεξανδρείας
  •  Μεθόδιο — Πατριάρχη Αντιοχείας
  • Κύριλλο — Πατριάρχη Ιεροσολύμων

Η Παλαιογραφική Απόδειξη της Πλαστογραφίας

Η παλαιογραφική απόδειξη της πλαστογραφίας αποκαλύπτεται μέσα από τα επίσημα Πατριαρχικά Αρχεία (Κώδικες), όπου φυλάσσονται τα αυθεντικά έγγραφα του 1583 και του 1848 με τις πραγματικές υπογραφές των Ιεραρχών. Αντίθετα, το νόθο κείμενο με τους ακραίους αφορισμούς δεν υπάρχει σε κανέναν απολύτως πατριαρχικό κώδικα. Για να εξαπατήσει τους πιστούς της εποχής του και να παρουσιάσει τις δικές του μισαλλόδοξες απόψεις ως «αρχαίο αφορισμό», ο συντάκτης του πλαστού κειμένου, Ιάκωβος ο Νεοσκητιώτης, πήρε την αυθεντική κατακλείδα (το τέλος δηλαδή με τις υπογραφές των Πατριαρχών του 1583) από ένα πραγματικό συνοδικό έγγραφο και την επικόλλησε κάτω από το δικό του, παραποιημένο κείμενο.

Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, λόγιοι Αγιορείτες μοναχοί και ιστορικοί —όπως ο μοναχός Ευλόγιος Κουρίλας— εξέτασαν τα φυλλάδια του Ιακώβου και απέδειξαν παλαιογραφικά ότι επρόκειτο για μια συρραφή φράσεων από παλαιά αφοριστικά έγγραφα, εμπλουτισμένη με δικές του προσθήκες. Παράλληλα, το κείμενο παρουσιάζει την αλλαγή του ημερολογίου ως «ήδη συντελεσμένη» εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πράγμα ιστορικά αδύνατο, καθώς το 1583 ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ είχε μόλις εισάγει το Γρηγοριανό ημερολόγιο στη Δύση (1582) και καμία Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διανοείτο να το εφαρμόσει τότε. Τέλος, αν το κείμενο θεωρηθεί ότι συντάχθηκε ή εκδόθηκε το 1848, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, τότε η αναγραφή των ονομάτων των Πατριαρχών του 1583 (Ιερεμία, Σιλβέστρου, Σωφρονίου) αποτελεί τεράστιο αναχρονισμό, αφού τα πρόσωπα αυτά είχαν πεθάνει σχεδόν 250 χρόνια πριν. Το 1848, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Άνθιμος ΣΤ΄, ο οποίος υπέγραψε την πραγματική και αυθεντική «Εγκύκλιο των Πατριαρχών της Ανατολής» — ένα κείμενο που δεν περιέχει απολύτως κανέναν αφορισμό για το ημερολόγιο.

ΤΙ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ ΣΤΗΝ ΔΩΔΕΚΑΒΙΒΛΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΙΓΙΛΛΙΑ

Τι καταγράφει ο Δοσίθεος στη Δωδεκάβιβλο

  1. Η Σύνοδος του 1583:

Ο Δοσίθεος αναφέρει ότι το 1583 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Σύνοδος υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό, με τη συμμετοχή και του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σιλβέστρου. Η Σύνοδος αυτή εξέτασε την πρόταση του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ για την αποδοχή του νέου (Γρηγοριανού) Ημερολογίου.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΙΓΙΛΛΙΩΝ ΤΟΥ 16ου ΑΙΩΝΑ (Α)

 


Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α-

Τα «Σιγίλλια για το Πασχάλιο» (ή Σιγίλλια κατά του Νέου Ημερολογίου σύμφωνα με ορισμένους ΓΟΧ)) αναφέρονται στις πατριαρχικές αποφάσεις και συνοδικά έγγραφα που εκδόθηκαν στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα (κυρίως το 1583, το 1587 και το 1593), με σκοπό την απόρριψη της ημερολογιακής μεταρρύθμισης του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ (Γρηγοριανό Ημερολόγιο).

Η αλλαγή αυτή επηρέαζε άμεσα τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα (Πασχάλιο).

1. Το Ιστορικό Πλαίσιο (1582)

Το 1582, ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ εισήγαγε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο για να διορθώσει το σφάλμα υπολογισμού του Ιουλιανού Ημερολογίου.

Η αλλαγή αυτή άλλαζε και τον τρόπο υπολογισμού του Πάσχα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέδρασε, θεωρώντας ότι η μονομερής αυτή αλλαγή από τη Ρώμη:

  1. Παραβίαζε τους κανόνες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (325 μ.Χ.), οι οποίοι όριζαν τον κοινό εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, πάντοτε όμως μετά το εβραϊκό Πάσχα.
  2. Απειλούσε τη λειτουργική ενότητα του χριστιανικού κόσμου.

2. Τα Πανορθόδοξα Συνέδρια & τα Γνήσια Σιγίλλια/Τόμοι

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός, σε συνεργασία με άλλους Πατριάρχες της Ανατολής (όπως τον Αλεξανδρείας Σίλβεστρο), συγκάλεσε συνόδους στην Κωνσταντινούπολη:

  • Σύνοδος του 1583: Εκδόθηκε συνοδική απόφαση (Τόμος) που απέρριπτε την παπική καινοτομία στο ημερολόγιο και το Πασχάλιο, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εμμένει στο Ιουλιανό Πασχάλιο.
  • Σύνοδος του 1593: Επιβεβαίωσε εκ νέου την απόφαση, ορίζοντας ότι όποιος αποδέχεται το ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟ  εορτολόγιο  και το παπικό Πασχάλιο τίθεται εκτός της Ορθόδοξης παράδοσης.

3. Το «Ψευδο-Σιγίλλιο» του 1583 (Το λεγόμενο «Ανάθεμα»)

Στη νεότερη εκκλησιαστική ιστορία, ιδιαίτερα κατά τις διαμάχες για το ημερολογιακό ζήτημα τον 20ό αιώνα, κυκλοφόρησε ευρύτατα ένα κείμενο γνωστό ως «Σιγίλλιο του 1583», το οποίο περιείχε σειρά από αναθεματισμούς:  Η σύγχρονη ιστορική και θεολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι το συγκεκριμένο λαϊκότροπο κείμενο με τα αναθέματα δεν είναι το γνήσιο έγγραφο του 1583, αλλά μεταγενέστερη κατασκευή (πλαστογραφία) που συντάχθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα (περί το 1858) από τον μοναχό Ιάκωβο της Νέας Σκήτης στο Άγιον Όρος. Ενώ η Σύνοδος του 1583 πράγματι απέρριψε τη μεταρρύθμιση του Πασχαλίου, το αυθεντικό συνοδικό κείμενο είχε επίσημο και κανονικό χαρακτήρα, χωρίς τις ακραίες εκφράσεις και τα αναθέματα του μεταγενέστερου «Ψευδο-Σιγιλλίου».

Η μελέτη των κειμένων αυτών παρουσιάζει τόσο θεολογικό όσο και έντονο παλαιογραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον. Στον δημόσιο και εκκλησιαστικό διάλογο διασταυρώνονται συχνά δύο διαφορετικές προσεγγίσεις:

  • Η θεολογική και κανονική θεώρηση, που εστιάζει στη διαφύλαξη των όρων της Α΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας (325 μ.Χ.) για τον κοινό εορτασμό του Πάσχα και στην απόρριψη κάθε μονομερούς δυτικής παρέμβασης στην ανατολική εκκλησιαστική τάξη.
  • Η ιστορικοκριτική και παλαιογραφική έρευνα, η οποία εξετάζει τα αυθεντικά χειρόγραφα (όπως αυτά που θησαυρίζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, κώδικες 2346 και 2347) για να διακριβώσει την ακριβή διατύπωση των κειμένων, διαχωρίζοντας τα αυθεντικά πρωτότυπα του Μελετίου Πηγά και του Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ από μεταγενέστερες διασκευές ή προσθήκες. (περισσότερα στην συνέχεια).

ΤΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΙΓΙΛΛΙΟΥ του 1583

(Χειρόγραφα Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης-Αρ. 2346-2347)

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Ο Ιερεμίας συγκάλεσε Σύνοδο το 1583, στην οποία συμμετείχε και ο Σιλβέστρος Αλεξανδρείας. Εξέδωσαν Τόμο κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου. Ο Μελέτιος Πηγάς (1549-1601, ως Πρωτοσύγκελλος) έγραψε μια ειδική μελέτη, ονομάζοντάς την «ἕτερον Τόμον Ἀλεξάνδρινον».

 

+Ἱερεμίας ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κων/πλεως νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης,

 

+Σίλβεστρος ἐλέῳ Θεοῦ πάπας καί πατριάρχης τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας καί κριτής τῆς Οἰκουμένης.

 

Ἐνδοξότατε, ἐκλαμπρότατε, εὐσεβέστατε καί ὀρθοδοξότατε αὐθέντα καί δέσποτα Ὀστροβίας, ἀρχηγέ Λιτβανίας καί Κιοβίας καί κριτά Βλαδιμηρίας, καί οἱ λοιποί ὀρθοδοξότατοι καί εὐσεβέστατοι δεσπόται καί ἄρχοντες πάσης τῆς μικρᾶς Ρωσίας, υἱοί κατά πνεῦμα ἀγαπητοί τῆς ἡμῶν μετριότητος χάριν, ἔλεος, εἰρήνην, εὐλογίαν, ῥῶσιν, ψυχῆς τε καί σώματος, καί πᾶν εἴ τι ἄλλον ἀγαθόν καί σωτήριον παρά Θεοῦ Πατρός καί Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δοθῆναι τῇ δεσποτικῇ ὑμῶν καί παντί τῷ ὑφ' ὑμῶν χριστωνύμῳ πληρώματι εὐχόμεθα.

 

Ἔφθασε καί εἰς τάς ἀκοάς τῆς ἡμῶν μετριότητος καί πάσης τῆς περί αὐτήν ἱερᾶς τῶν ἀρχιερέων συνόδου, ὅτι καί ἡ αὐτόθι τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἡ τῇ αὐτοῦ προνοίᾳ καί χάριτι, μέχρι τοῦ νῦν διατηρουμένη ἀκύμαντος καί ἀστασίαστος, στάσεως οὐ μικρᾶς πρό ὀλίγου καί ταραχώδει συνεταράχθη συγχύσει. Τό δ' αἴτιον, ὅτι καί πάλιν ἡ ἐκκλησία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, ὥστε ταῖς παραλόγοις καί ἀθέσμοις καινοτομίαις χαίρουσα, τοῖς περί αὐτήν ἀστρονόμοις ἀπερισκέπτως συνήνεσε, καί προφανῶς συγκεχώρηκεν. Ὡσάν τό μέν ἐπικρατῆσαν πασχάλιον τῶν χριστιανῶν εἰς οὐδέν λογισθείη ὡς σφαλερόν καί ἀβέβαιον, (ὅπερ μετά τῶν ἁγίων ἀπό τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου καί μέχρι τοῦ νῦν οἵ τε τῆς Νέας Ρώμης τῆς καθ' ἡμᾶς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ὑπήκοοι καί οἱ τῆς παλαιᾶς Ρώμης ἔστερξαν τε ἐκράτησαν, ὡς καρδίας θεωρηθέν καί παρ' ἁγίων καί θεοσόφων ἀνδρῶν τυπωθέν ἄριστα, εἰς κανόνιον θαυμάσιον), ἀντισαχθείη δέ παρ’ αὐτῶν ἄλλο νέον, ὡς αὐτοῖς δοκῇ, οὕτω πως βέλτιον. Οὗ δή γενομένου, τάς μέν ἑορτασίμους ἡμέρας συνέβη πάσας ἀνατραπῆναι, μάλιστα δέ τήν σεβασμίαν τε καί σωτήριον ἡμέραν τοῦ ἱεροῦ Πάσχα, ἡμᾶς δέ τούς εὐσεβεῖς καί Ὀρθοδόξους συγχύσεσι περιπεσεῖν καί ἀθυμίαις. Τοιγαροῦν, ἡ μετριότης ἡμῶν, χρέος ἔχουσα ἀπαραίτητον, τό ἐς ἀεί προνοῆσθαι καί ὑμῶν, ὡς λόγον τῷ Θεῷ ἀποδοσουσαν, διάσκεψαμένη συνοδικῶς, παρόντος καί τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Ἀλεξανδρείας τοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ, γράφοντος πρός ὑμᾶς καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ὑφηγεῖται καί διατάττεται:

να γινώσκητε καί μολογτε, μηδέν νεχόμενοι, ς οκ στιν σύστατον τό παρ' μν παλαιόν Πασχάλιον  καί ορτολόγιον λλά καί κόλουθον τος ρισθεσι παρά τν ν Νικαί γίων νδρν, καί κριβς ξετασθέν παρά θεοσόφων γίων νδρν, σκεμμένων τε καί πιστημόνων, τος εσεβέσι κδέδοται τυπωθέν· καί οδέποτε θετηθέντος, ς εί διαμέν φιλάττον τήν τάξιν ν λαχεν, τεσσάρων γάρ ντων τν το Πάσχα διορισμν, ς ν ατ τ κανονί πλατύτερον γνώσεσθε, μετ' πιμελείας ατό σκεπτόμενοι.

Ὁ πρῶτος (ὅρος) ἐντέλεται, ὅτι δεῖ μετά ἰσημερίαν ἐαρινήν τό Πάσχα ἐπιτελεῖν, ὁ δεύτερος (ὅρος), ὅτι οὐ τήν αὐτήν ἡμέραν τῆς ἰουδαϊκῆς τελετῆς, ὁ τρίτος, ὅτι οὐ αὐτήν μετά ἰσημερίαν (μόνον) ἀλλά τήν πρώτην μετά ἰσημερίαν πανσέληνον, ὁ δέ γε τέταρτος, ὅτι καί τῇ μετά τήν ἰσημερίαν πανσέληνον .... τῆς ἑβδομάδος πρώτῃ (ἡμέρᾳ Κυριακῇ).

Ὅθεν ὅλως μηδείς νομισάτω, ὅτι διέλαθε τῶν παναρίστων ἐκείνων Πατέρων καί διδασκάλων ἡμῶν τό δοκοῦν τοῦτο λάθος, ἵνα παρά τοῖς νῦν ἀστρονόμοις τύχῃ βελτίονος διορθώσεως. Καί γάρ ἐκεῖνοι διά τῷ καλούς καί ἐπιστήμονας εἰδέναι ταῦτα, ὡς πάσης σοφίας καί μαθηματικῆς ἐπιστήμης ἔμπλεοι, καί βίον ἔσχον θεόληπτον καί ἀνθρώπινον καί τήν ἀρετήν δίκην ἡλίου διαλάμπουσαν, καί τόν τῆς ψυχῆς αὐτῶν ὀφθαλμόν ἐπιφωτίζουσαν.

Τούτων οὖν οὕτως ἐχόντων καί καλῶς παρά τῶν ἁγίων θεωρηθέντων καί τεθέντων, ὄντως ὑπέρ τοῦ δέοντος καί τῆς ἀληθείας ἀφηρέθησαν αἱ δέκα ἡμέραι τοῦ Ὀκτωβρίου μηνός παρά τῶν ἀστρονόμων τῆς Παλαιᾶς 'Ρώμης, ἀρξαμένοις διακρῖναι ἀπό τῆς μετά Νίκαιαν γενομένης (καθάπερ εἴρηται διασκέψεως, καί τοῦτο γάρ πρός τοῖς ἄλλοις ἡ παλαιά 'Ρώμη κατετόλμησε τήν ἀφαίρεσιν τῶν δέκα ἡμερῶν ποιήσασα, ἤ μᾶλλον ἀπό τήν μετά σκέψεως πνευματεμφόρου ἀποφανθείσης ἀσφαλοῦς τάξεως σύγχυσιν, ἐν ἑαυτῷ περιέχει τήν ἀνατροπήν, ἀναλογιζόμενόν τε καί ἀναθεωρούμενον.

Εἰ γάρ δι' ὅλων 1134 ἐν δέκα αὐτῶν, νυχθήμερον ἕν πλῆρες συνάγεται, ὥς δοκεῖ τι οὐδέν αὐτῶν, εὔδηλον πάντως, ὅτι ἀπό τῆς πρώτης συνόδου μέχρι τοῦ νῦν ὄντων ἐτῶν 1265, τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ πρό αὐτῆς παρεληληθότων ἀπό τῆς Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν γεννήσεως ἡμέρας, μόνον ἐννέα καί ὥρας δέκα σύν στιγμαῖς λ καί δ (34 λεπτά), συμποσούμεναι καθεστήκασι καί τῷ ούδέν. Εἰ δέ πάλιν δι' ὅλων μόνων ρ καί κ (120) χρόνων ὡς .... αὐτῶν ἔδοξεν, νυχθήμερον ὁλόκληρον γίγνεται, ἡμέραι πλήρεις δέκα συνάζονται καί ὧραι δεκατρεῖς. Αἱ δέ τοιαῦται ἀναμετρήσεις, ἀμφότεραι οὐ καθ' ἑαυτάς μόνον εὑρίσκονται στασιάζουσαι, ὡς ἀλλήλαις ἀντικείμεναι, ἡμῶν ἔλαττον μέν τῶν δέκα ἡμερῶν, ἡ δέ πλεονάζουσα ἀλλά καί τούς περί τήν μαθηματικήν καί ἀστροθεάμονα ἐπιστήμην δεινούς, τόν μέγα φημί, Πτολεμαῖον καί τούς ἄλλους ἐσφαλμένον εὑρίσκοντες, θεωρούμεναι καί ποσούμεναι. Ἐν τριάκοντα γάρ ἔτεσιν ἐκεῖνος ὅλον νυχθήμερον ἕν συνάγεται καί ἀποφαίνεται καί τοῦτο οὐκ ἀπό τῆς τοῦ ἡλίου κινήσεως, (ὁμαλήν γάρ ἐκεῖνος ποιεῖται τήν κίνησιν καί ἀπαρέκλιτον), γίγνεσθαι, ἀλλά παρά τήν τῶν ἐνιαυσιέων ἡμερῶν ἀπαρίθμησιν. Ὥστε κατ' αὐτόν τόν πρῶτον καί δεινόν περί τά μετέωρα φροντιστήν ἡμέραι 4 καί ὧραι 5 καί στιγμαί 12 συναθροίζονται, ἀπό τῆς ἐν Νίκαιαν συγκροτηθείσης Πρώτης Συνόδου. Τούτου τοίνοιν οὕτως ἔχοντος οὐ μόνον τε ὥς καί ἄλλοτε ἡ ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οὐδεμιᾶς θεαρέστου σωτηριώδους ὠφελείας φαίνεται πρόξενος, καινοτομοῦσαν καί τῶν καλῶς ἐχόντων καταφονοῦσα καί παραβλέπουσα, ἀλλά καί πάσης συγχύσεως καί ἀκαταστασίας σκοτόμαιναν διεγείρει. Ἔνθεν κακεῖθεν ἀμβλυωποῦσα καί περινοστοῦσα δίκην στροφάλιγγος. Ἐπιλείψει διηγουμένους ἡμᾶς ὁ χρόνος, ἅτινα διά τό μάκρος καί ὅτι δῆλα παντί τῷ νοεῖν ἔχοντι τά λατίνοις καινοτομηθέντα. Τό γε νῦν ἔχον ἀφιέμεθα. Τοῦτο καί μόνον προσέτι λέγοντες, τοῦ χριστιανικοῦ πάσχα καί τῆς λοιπῆς τῶν ἑορτασίμων ἡμερῶνπαρατηρήσεως ὑπεραπολογούμενοι. Ὅτι οὐκ ἔξεστιν μεταποιεῖν τήν καλῶς καί θεοσόφως παρά τῶν ἁγίων ἀνδρῶν γεγονυῖαν τάξιν καί ὁροθέτησιν περί τοῦ πάσχα καί τῶν λοιπῶν κατασφαλιζομένην τῷ θείῳ κανόνι.

Πρῶτον μέν παρά τῶν σεπτῶν καί ἁγίων ἀποστόλων ἐγράφη καί κανονικῶς κηρύττομεν. Εἰ τά παρά τῆς Πρώτης Οἰκουμενικης καί Ἁγίας Συνόδου συζητηθεῖσαν καί ἀποφανθεῖσαν καί καθ' ἑξῆς ὑπό τῶν λοιπῶν ἁγίων ἀνδρῶν διερευνηθεῖσαν, τυπωθεῖσαν τε καί διελθοῦσαν εἰς κανόνιον κάλλιστον καί θαυμάσιον καί διατηρηθεῖσαν ὥς εἴρηται χρόνῳ μακρῷ παρά τε τῆς Παλαιᾶς καί Νέας Ρώμης καί τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Εἰ γάρ ταῖς τῶν θεολόγων γνώμαις καί ἀποφάσεσι παρ' αὐτῶν ταῦτα ἐδιορθώθησαν, εἶχεν ἄν τό ζητούμενον λόγον. 

Ἐπεί δέ τῇ τῶν ἔξω σοφῶν γνώμῃ ἀπερισκέπτως αὐτά ἐξετάζοντες καί παραλογιζόμενοι τοῖς θείοις μυστηρίοις τῆς ἀκραιφνοῦς ἡμῶν πίστεως, σύνοδος τ ... πηγήν αὐτούς εἶναι πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης σφετεριζόμενοι ὥς αὐτοῖς μόνοις δοκεῖν περί τήν ἀστροθεάμονα τέχνην ἀσχάλειν (ἴσως ἄν ἤσχοληκέναι) καί μέχρι τῆς περί τά μετέωρα λεπτῆς διασκέψεως καί κατανοήσεως πεφθακέναι, αὐτοκάρβανοι (;) ὡροσκόποι, ἀναφανέντες καί πάντας τούς περί τά τοιαῦτα μεγίστους, Πτολεμαῖον καί τούς ἄλλους περιφρονοῦντες καί τούς καθ' ἡμᾶς θεολόγους. Οὐχ ἵνα τά τῆς χριστιανικῆς καταστάσεως καί παραδόσεως ἡμῶν μυστήρια στηρίξωσι καί κρατίνωσι  (ς λέγουσιν ατοί μυθολογοντες καί διαπλάττοντες), λλ' να μέγα τι ποιοντες δόξωσι τος νθρώποις, διά τήν πέρογκον ατν δόξαν καί οησιν μή ασχυνόμενοι ν τας θέσμοις καί παραλόγοις καινοτομίαις ατν μετά λήρους παρσύροντες τούς μετέρους τν θεολόγων, (τε δεήσειεν), ες τό αυτν συστήσασθαι θέλημα, ς καί ν τ το παλαιο καί ζωοποιο πνεύματος πεποιήκασι, καί ν λλοις πολλος τος ξω καί πέραν τς θεολογικς γνώμης καί τς κκλησιαστικς μν παραδόσεως γενομένης. Καί πάντας ναφανδόν πάσ τ τάξει καί τος θείοις καί θεοπνεύστοις δόγμασι τς καθ' μν γίας κκλησίας καί καθολικς συνόδου. Διά τοι τοτο κατάπτυστος καί ρεσχελίας πάσης νάμεστος τε συζήτησις ατν καί πάσης τασθαλίας καί καταστασίας πλήρης παρ' ατν γενομένη πόφασις.

Μένετε τοιγαροῦν πάντες ὑμεῖς οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι, ἐνστερνιζόμενοι καί περπτυσσόμενοι, ἅ παρελάβετε παρά τε τῶν σοφῶν ἀποστόλων καί τῶν λοιπῶν ἁγίων ἀνδρῶν.

Διακατέχοντες ἀσφαλῶς τό ἐπικρατῆσαν περί τε τοῦ πάσχα κανόνιον καί τῶν λοιπῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν, ὀφείλοντες διακρατεῖν αὐτό καί ἑορτάζειν χριστιανικῶς ὡς ἐπεκράτησε.

Νεωτερισμοῖς καί καινοτομίαις τά ἐκείνων μή προσανέχοντες ὡς στάσεως ὅτι πλείστης καί παραβάσεως προφανοῦς τῆς τοῦ θείου τῶν δέκα (ἡμερῶν) διδασκαλίαις πρόξενα. Καλῶς γιγνώσκοντες ὅτι νῦν συντομίᾳ χρώμενοι, ταῦτα ὑμῖν ἐπιπέμπομεν ζητήσασιν ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι ἵνα μή τις παρακούσῃ.+

 

 

 

 

Στο γνήσιο κείμενο υπογράφουν οι Πατριάρχες των τριών μεγάλων πρεσβυγενών Πατριαρχείων της Ανατολής:

  • Ιερεμίας Β΄ — Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
  • Σίλβεστρος — Πατριάρχης Αλεξανδρείας
  • Σωφρόνιος IV — Πατριάρχης Ιεροσολύμων

(Σημείωση: Ο Πατριάρχης Αντιοχείας δεν υπέγραψε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε στη Σύνοδο).

 

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894–1979): Θεολογική Ομολογία και Αντιοικουμενιστικός Λόγος στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία του 20ού Αιώνα.(Παρουσίαση ενός συγκλονιστικού Ομολογιακού κειμένου)

 





Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Εισαγωγικά

Το  κείμενο  που παρουσιάζουμε σε  περιληπτικές ενότητες, λόγω της μεγάλης έκτασής του, γράφτηκε από τον Αρχιμανδρίτη Ιουστίνο Πόποβιτς (1894–1979) στις 14 Ιανουαρίου 1971, ημέρα μνήμης του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου, στο Κελί του στη Μονή Τσέλιε. Ο π. Ιουστίνος βρισκόταν ήδη από το 1948 σε περιθωριοποίηση, έπειτα από την άδικη απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου,λόγω της άρνησής του να συμβιβαστεί με το κομμουνιστικό καθεστώς. Η αφορμή της συγγραφής ήταν μια ανώνυμη επιστολή προς τον Πατριάρχη Σερβίας Γερμανό, στην οποία υπονοείτο ότι η περιθωριοποίησή του οφειλόταν στην αντίθεσή του στην εκλογή του Γερμανού.

Η Ιερά Σύνοδος, με πράξη της της 16ης Οκτωβρίου 1970, ζήτησε από τον π. Ιουστίνο να δηλώσει αν επιθυμούσε κάποια εκκλησιαστική λειτουργία στο Βελιγράδι.

Η απάντησή του υπερέβη το προσωπικό ζήτημα και αποτέλεσε έναν συστηματικό θεολογικό-εκκλησιολογικό λόγο ομολογίας. Το κείμενο θέτει τα καίρια προβλήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας του 20ού αιώνα, καταγγέλλει τον Οικουμενισμό ως αίρεση και απειλή για την ενότητα της Εκκλησίας, επικαλείται την πατερική παράδοση ως μοναδικό κριτήριο ορθοδοξίας και αναδεικνύει την αρχή «Υπακούετε τω Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής ζωής. Τοποθετείται έτσι στη σειρά των μεγάλων ορθόδοξων ομολογιών, από την Επιστολή των Ανατολικών Πατριαρχών του 1848 έως τις σύγχρονες αντιοικουμενιστικές ομολογίες.

Τα κύρια θεολογικά ζητήματα που θίγει είναι τέσσερα.

Πρώτον, η εκκλησιολογία του Οικουμενισμού: Ο  π. Ιουστίνος καταγγέλλει την προσχώρηση του Πατριαρχείου Βελιγραδίου στο Παγκόσμιο  Συμβούλιο Εκκλησιών, το οποίο χαρακτηρίζει «αιρετική ένωση» 233 αιρέσεων, και επεκτείνει την κριτική του στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τη Μόσχα και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Δεύτερον.Καταγγέλλει κοινές προσευχές, αναγνώριση μυστηρίων αιρετικών και λήψη «ευλογιών» από αιρετικούς, επικαλούμενος τους Αποστολικούς Κανόνες 45 και 64 και τους Λαοδικείους Κανόνες 32–37.

Τρίτον: Η  απραξία των Επισκόπων απέναντι στην αίρεση χαρακτηρίζεται «προδοσία του Θεού», με παραπομπή στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Με τη σιωπή προδίδει κανείς τον Θεό».

Το κείμενο καταλήγει με την επίκληση του Συνοδικού της Ορθοδοξίας και την έκκληση για επιστροφή στη «Θεανθρώπινη οδό των Αγίων Αποστόλων και Αγίων Πατέρων».

Η μέθοδος του συγγραφέα είναι ομολογιακή, όχι πολεμική. Επικαλείται συστηματικά τους Αγίους Πατέρες (Βασίλειο, Χρυσόστομο, Μάξιμο, Δαμασκηνό, Συμεών, Γρηγόριο Παλαμά), παραθέτει ακριβείς πατερικές παραπομπές και χρησιμοποιεί τη γλώσσα των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν επιτίθεται σε πρόσωπα, αλλά υπερασπίζεται την Αλήθεια. Όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνήθηκε να κοινωνήσει με τον αιρετικό Πατριάρχη Πύρρο χωρίς να κηρύξει σχίσμα, έτσι και ο Ιουστίνος αρνείται τη συλλειτουργία με όσους έχουν προδώσει την Ορθοδοξία, χωρίς να αποσχιστεί από την Εκκλησία.

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά τη συγγραφή του, το κείμενο παραμένει επίκαιρο. Τα ζητήματα που θίγει — η σχέση Ορθοδοξίας και Οικουμενισμού, η εκκλησιαστική συνείδηση, η υπακοή στην παράδοση, η στάση απέναντι στην αίρεση — εξακολουθούν να απασχολούν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η «Μεγάλη και Αγία Σύνοδος» της Κρήτης (2016), οι σχέσεις με το Βατικανό, οι διακοινωνίες με αιρετικούς και η κρίση της Ορθόδοξης ταυτότητας καθιστούν τον λόγο του Ιουστίνου προφητικό και αναγκαίο.

Το κείμενο προέρχεται από χειρόγραφο του Οσίου Ιουστίνου, δακτυλογραφημένο σε 17 σελίδες, με δική του υπογραφή και ημερομηνία («Την ημέρα του Αγίου Σάββα 1971, στο αρχοντικό του Κελιού»), και φυλάσσεται στο αρχείο της Ιεράς Μονής Τσέλιε.

«Η πρώτη και τελευταία μας ανάγκη σήμερα είναι: να επιστρέψουμε στην Ορθόδοξη οδό των Αγίων Πατέρων... Μόνο αυτό, και μόνο αυτό, μπορεί να μας σώσει, τους άθλιους και δυστυχισμένους.»

Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 

https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/07/blog-post_20.html

π.Δ.Α

-------------------------------------------

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΑΦΟΡΜΗ

Α. Η ανώνυμη επιστολή προς τον Πατριάρχη (Οκτώβριος 1970)

Τον Οκτώβριο του 1970, ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός έλαβε ανώνυμη επιστολή, η οποία ανέφερε τα εξής:

«Αγιώτατε,

Θεωρώ απαραίτητο να σας ενημερώσω ότι συζητείται πολύ τελευταία στον κόσμο για τον π. Ιουστίνο και ότι μαραζώνει στα Κελιά για πολύ καιρό μόνο και μόνο επειδή το θέλετε εσείς, επειδή ήταν αντίθετος στην εκλογή σας ως πατριάρχη.

Ο π. Ιουστίνος θεωρείται ο πιο μορφωμένος άνθρωπος στην Ορθοδοξία και κάποιοι τον αποκαλούν ακόμη και μάρτυρα του κόκκινου πατριάρχη. Αν σας έχει προσβάλει σε κάτι, θα πρέπει να τον συγχωρήσετε και να τον φέρετε στο Βελιγράδι για κάποιο καθήκον, και με αυτόν τον τρόπο διάφορες ιστορίες θα αποκόπτονταν.

Με σεβασμό, Ένας Ορθόδοξος»

Β. Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου (16 Οκτωβρίου 1970)

Παρουσιάζοντας την επιστολή, ο Πατριάρχης Γερμανός δήλωσε ότι ήταν βαθιά πεπεισμένος πως ο Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος δεν είχε καμία σχέση με το περιεχόμενό της, αλλά θεώρησε απαραίτητο να ενημερωθεί η Ιερά Σύνοδος για τις «εκδοχές του δρόμου» που κυκλοφορούσαν. Η Σύνοδος αποφάσισε:

«Δια του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Σάμπατς-Βάλιεβο Γ. Ιωάννη, του αρμόδιου επισκοπικού επισκόπου, να παραδοθεί στον σεβασμιότατο Αρχιμανδρίτη π. Ιουστίνο αντίγραφο της προαναφερθείσας επιστολής και να παρακληθεί να δηλώσει εάν θα ήθελε και θα μπορούσε να δεχτεί κάποια εκκλησιαστική λειτουργία στο Βελιγράδι και ποια.»

Γ. Η απάντηση του π. Ιουστίνου

Ο π. Ιουστίνος απαντά στον Επίσκοπο Γιόβαν, με την εξής εισαγωγική διαπίστωση:

«Έχοντας αφυπνίσει όλα τα μάτια της συνείδησής μου και έχοντας εξετάσει ολόκληρη την Ορθόδοξη συνείδησή μου από πάνω μέχρι κάτω σε όλο το θεϊκό της άπειρο μέσω της αγίας αποστολικής και πατερικής Παράδοσης, αποφάσισα να απαντήσω στην προαναφερθείσα πράξη. Αλλά η πολύ αναπόφευκτη και τρομακτική πραγματικότητά μας με αναγκάζει να παρουσιάσω στην απάντησή μου αυτό που είναι «μόνο απαραίτητο» (Λουκάς 10:42) και πιο σημαντικό από το πιο σημαντικό πράγμα στην Ορθόδοξη Σερβική Εκκλησία μας σήμερα.»

Ο π. Ιουστίνος απορρίπτει το προσωπικό ζήτημα ως δευτερεύον, και προχωρεί σε μια σφοδρή καταγγελία των καίριων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η Εκκλησία.

ΕΝΟΤΗΤΑ Αʹ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

1. Η μοναδικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Ο π. Ιουστίνος ξεκινά με τη θεμελιώδη εκκλησιολογική αρχή:

«Η Μία και Μοναδική Αγία Οικουμενική (καθολική) και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού στον ουρανό και στη γη, το μοναδικό ουράνιο και επίγειο Θεάνθρωπο Σώμα, είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Έτσι έχουμε αλάθητα διδαχθεί και έτσι έχουμε παραδοθεί παγκοσμίως: όλοι οι Άγιοι Απόστολοι, οι Άγιοι Πατέρες, οι Άγιοι Μάρτυρες, οι Άγιοι Ομολογητές, οι Άγιοι Νεομάρτυρες και όλες οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι.»

Παραπέμπει στη Σύνοδο της Ζίτσα και στον λόγο του Αγίου Σάββα, ο οποίος παρέδωσε στους διαδόχους του την Ορθόδοξη πίστη, την Εκκλησία, την Παράδοση, τα Δόγματα και τους Κανόνες. Ο Άγιος Σάββας χαρακτήρισε την πίστη αυτή ως «πνευματική διδασκαλία» που «δεν είναι παιχνίδι ούτε τρέλα των ανθρώπινων σκέψεων», αλλά «η αγία πίστη που κήρυξε, πάνω στην οποία θεμελιώθηκαν όλες οι άγιες αλήθειες για τον Χριστό Ιησού τον Κύριό μας».

2. Η προδοσία της Ορθοδοξίας

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει ότι αυτή η αγία Ορθόδοξη πίστη έχει αρχίσει να προδίδεται από πολλούς Ορθόδοξους Πατριάρχες, Επισκόπους και Ποιμένες. Οι διάδοχοι του Αγίου Σάββα, αντί να υπερασπίζονται την Ορθοδοξία, «συνεργάζονται, υποστηρίζουν και συμμετέχουν» στην καταστροφή της Εκκλησίας.

Θέτει το καυτό ερώτημα:

«Γιατί το Πατριαρχείο Βελιγραδίου (δεν θα πω ποτέ: η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία) υπό τον Πατριάρχη Γερμανό προσχώρησε στην αιρετική ένωση, που ονομάζεται «Οικουμενικό Συμβούλιο Εκκλησιών», η οποία αποτελείται από περίπου 233 αιρέσεις; Και επίσης: Γιατί ο Πατριάρχης της Ορθόδοξης Σερβικής Εκκλησίας δέχτηκε την προεδρία επί εκείνων των 233 αιρέσεων;»

Η Ορθόδοξη συνείδηση, «έκπληκτη, πληγωμένη, χτυπημένη στην καρδιά», φωνάζει: «Ω, φρίκη των φρικαλεοτήτων! Ω, ντροπή κάθε ντροπής!»

3. Η στάση απέναντι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει τη «νεοπαπική συμπεριφορά» του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος:

  • Αρνείται τη μοναδική και παντοσωτήρια αλήθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας
  • Αναγνωρίζει τις Ρωμαϊκές και άλλες αιρέσεις ως ίσες με την Αλήθεια
  • Αναγνωρίζει τον Ρωμαίο Ποντίφικα με «δαιμονικά αντιεκκλησιαστική υπερηφάνεια»
  • Προετοιμάζει μια «Μεγάλη Πανορθόδοξη Σύνοδο» με «σχολαστικό-προτεσταντικό θέμα»

4. Η σιωπή της Ιεραρχίας

Ο π. Ιουστίνος καταγγέλλει τη σιωπή της Σερβικής Ιεραρχίας απέναντι:

  • Στην απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας (16/29 Δεκεμβρίου 1969) για επικοινωνία με τους Ρωμαιοκαθολικούς
  • Στην αναγνώριση του μυστηρίου του γάμου που τελείται από Ρωμαιοκαθολικό ιερέα
  • Στις κοινές προσευχές με αιρετικούς αξιωματούχους
  • Στην κήρυξη του «οικουμενισμού» του προτεσταντικού συγκρητισμού από θεολόγους και καθηγητές

Παραπέμπει στα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Με τη σιωπή προδίδει κανείς τον Θεό» (PG 35, 1112).

5. Η αληθινή αγάπη έναντι της ψευδούς

Ο π. Ιουστίνος απορρίπτει τις «συναισθηματικές και κενές φράσεις» για τον «διάλογο της αγάπης» και το «πνεύμα του οικουμενισμού». Αυτές οι φράσεις είναι «επιφανειακές, αναληθείς, αδαείς και ψευδείς», διότι αντί για «αγάπη της Αλήθειας» (Β΄ Θεσ. 2:10) και «αλήθεια εν αγάπη» (Εφεσ. 4:15), οδηγούν σε «νεκρή θάλασσα ευρωπαϊκής επιπόλαιης ανθρωπολατρείας».

Παραθέτει τα λόγια του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή (PG 91, 465):

«Δεν θέλω να υποφέρουν οι αιρετικοί, ούτε να χαίρομαι για την κακία τους, Θεός φυλάξοι! αλλά μάλλον χαίρομαι για τη μεταστροφή τους... Επιθυμώ και συμβουλεύω μόνο να μην βοηθούνται οι αιρετικοί ως αιρετικοί να υποστηρίξουν την ανόητη πίστη τους, αλλά μάλλον να είναι κανείς σκληρός και ασυμβίβαστος.»

6. Ο κανόνας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ο π. Ιουστίνος επικαλείται τον κανόνα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1345):

«Όσοι είναι της Εκκλησίας του Χριστού είναι και της Αλήθειας· και όσοι δεν είναι της Αλήθειας δεν ανήκουν στην Εκκλησία του Χριστού... Διότι έχουμε μάθει να μετράμε τον Χριστιανισμό όχι με βάση τα πρόσωπα, αλλά με βάση την αλήθεια και την ακρίβεια της πίστης».

 20 Ιουλίου: Η ως εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις του Αγίου ενδόξου Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου.


Ούτος ήτον υιός Σωβάκ, καταγόμενος από την Θέσβην εκ της γης των Αράβων και εκ της φυλής του Ααρών. Εκατοίκει δε εις την Γαλαάδ. Η δε Θέσβη ήτον δεδομένη εις τους ιερείς. Όταν δε εγέννησεν αυτόν η μήτηρ του, είδεν οπτασίαν τοιαύτην ο πατήρ του Σωβάκ. Ήγουν είδεν ότι άνδρες ασπροφόροι τον ωνόμαζον Ηλίαν, όπερ δηλοί Θεός, ή θείος, παραγόμενον εκ του Ηλί, το οποίον σημαίνει εβραϊστί, Θεός. Και ότι τον εσπαργάνωναν με φωτίαν, και ότι έδιδον εις αυτόν να φάγη φωτίαν. Όθεν πηγαίνωντας εις την Ιερουσαλήμ, εφανέρωσε την οπτασίαν ταύτην εις τους ιερείς. Οι δε ιερείς είπον εις αυτόν δια χρηματισμού προφητικού και αποκαλύψεως ταύτα. Μη φοβηθής ω άνθρωπε, ότι η κατοίκησις του παιδίου, θέλει είναι φως, και ο λόγος του, μέλλει να ήναι απόφασις, και η ζωή του, μέλλει να ήναι κατά Κύριον, και ο ζήλος του, θέλει φανή ευάρεστος εις τον Θεόν, και έχει να κρίνη τον Ισραήλ με μάχαιραν και φωτίαν. Ούτος λοιπόν επροφήτευσε χρόνους εικοσιπέντε, και ήτον προ της ελεύσεως του Χριστού χρόνους οκτακοσίους δεκαέξ. Ούτος είναι ο Ηλίας εκείνος, οπού εκατέβασε φωτίαν από τον ουρανόν τρεις φοραίς. Ούτος με την γλώσσαν του εμπόδισε την βροχήν, και δεν έβρεξεν ο ουρανός τρεις ήμισυ χρόνους. Ούτος ανέστησε τον νεκρόν υιόν της Σαραφθίας χήρας. Ούτος κατέκαυσε τας δύω πεντηκοντάδας των ανθρώπων, τους οποίους απέστειλεν ο βασιλεύς Οχοζίας. Ούτος εις το όρος το Χωρήβ είδε τον Θεόν, καθώς είναι δυνατόν να τον ιδή ο άνθρωπος, και τον Ιορδάνην ποταμόν έσχισε και ανελήφθη με καρότζαν πυρίνην ωσάν εις τον ουρανόν. Ούτος και εις την Μεταμόρφωσιν επαραστάθη κοντά εις τον μεταμορφούμενον Χριστόν, μαζί με τον Προφήτην Μωϋσήν. Τελείται δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον σεβάσμιον αυτού Ναόν, τον ευρισκόμενον εις το Πετρίον, και εις την Εκκλησίαν την επονομαζομένην Νέαν.
Σημείωσαι, ότι ο Προφήτης ούτος Ηλίας ύστερον από οκτώ ή δέκα χρόνους της αυτού αναλήψεως, απέστειλε γράμματα (ίσως δι’ Αγγέλου θείου) προς Ιωράμ βασιλέα Ιούδα τον υιόν του Ιωσαφάτ, φοβεριστικά. Πως επειδή και αφήκε την λατρείαν του αληθινού Θεού, έχει να ασθενήση και να αποθάνη, ο και εγένετο. Αναγινώσκομεν γαρ εις το κα’ κεφάλαιον του Β’ των Παραλειπομένων, στίχον 12, ταύτα· «Και ήλθεν αυτώ (τω Ιωράμ δηλαδή) εν γραφή παρά Ηλιού του Προφήτου, λέγων. Τάδε λέγει Κύριος Θεός Δαβίδ του πατρός σου», και τα εξής. Ο δε Σειράχ λέγει περί αυτού· «Και ανέστη Ηλίας Προφήτης ως πυρ, και ο λόγος αυτού ως λαμπάς εκαίετο… ως εδοξάσθης Ηλία εν τοις θαυμασίοις σου! και τις όμοιός σοι καυχάσθαι; Ο εγείρων νεκρόν εκ θανάτου και εξ άδου εν λόγω υψίστου· ο καταγαγών βασιλείς εις απώλειαν […]· ο ακούων εν Σινά ελεγμόν, και εν Χωρήβ κρίματα εκδικήσεως· ο χρίων βασιλείς εις ανταπόδομα, και Προφήτας διαδόχους μετ’ αυτόν· ο αναληφθείς εν λαίλαπι πυρός εν άρμασιν ίππων πυρίνων. […] Μακάριοι οι ιδόντες σε, και οι εν αγαπήσει κεκοσμημένοι· και γαρ ημείς ζωή ζησόμεθα» (Σειρ. μη’, 1-11).
(Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ο Ηλίας ο Μέγας ως σύμβολο Μυστικής Θεολογίας

 

Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (+)


Κάθε λόγος περί μυστικής θεολογίας και κάθε αναφορά σε βιώματα και καταστάσεις αγιοπνευματικής εμπειρίας, που αποτελούν περιεχόμενα της θεολογίας αυτής, μας προκαλεί συχνά την αίσθηση μιας ασύλληπτης αποστάσεώς μας από τους ανθρώπους εκείνους του Θεού, που φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευνοημένοι και προικισμένοι για τέτοιες πνευματικές αναβάσεις και χαρισματικές εκστατικές ανυψώσεις στους μυστικούς πνευματικούς λειμώνες της νοητικής θεωρίας. 

    Ίσως η αιτία για μια τέτοια αίσθηση δεν θα πρέπει να είναι μόνο το είδος της αυτοσυνειδησίας μας για το πνευματικό μας επίπεδο και γενικά για τις δυνατότητές μας για μια δική μας μέθεξη στις ιερές και μυστικές αυτές αναβάσεις αλλά και η δικαιολογημένη πάντως σκέψη, ότι η μυστική θεολογία φαίνεται να γεννάται και να προοδεύει σε συνθήκες και όρους μιας απόλυτα ησυχαστικής ζωής. Ησυχία εσωτερική – αρμονία και ειρήνη ψυχικών δυνάμεων – και εξωτερική – μακριά από θορύβους και περισπασμούς πάσης φύσεως – είναι εύλογο να σκεπτόμαστε ίσως, ότι αποτελούν δυσεύρετη πραγματικότητα. Η πρώτη θέαση εκ μέρους μας του φαινομένου της μυστικής θεολογίας, μας δίνει την εικόνα του πλέον ευαίσθητου άνθους του πνευματικού λειμώνος της χάριτος του Θεού, που ο σπόρος του φαίνεται να σπείρεται σε εξαιρετικά ευνοημένες από το Θεό ψυχές.

     Αλλά όλες αυτές, οι πιο πάνω, πιθανές αντιδράσεις μας στο πνευματικό γεγονός της μυστικής θεολογίας, αν και εύλογες, φαίνεται να μην αποτελούν μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Ή τουλάχιστον να μην αποδίδουν σωστά την γενεσιουργό αιτία και τους λοιπούς συντελεστές του πνευματικού αυτού γεγονότος που λέγεται μυστική θεολογία

     Ο άγιος Μάξιμος, μας αιφνιδιάζει ίσως, όταν προβάλλει ως σύμβολο μυστικής θεολογίας τον πλέον δραστήριο, μαχητικό, ανήσυχο και α­καταπόνητο υπηρέτη των βουλών του Θεού – σε μια εποχή μάλιστα κυριαρχίας της πιο πληθωρικής και επίσης μαχητικής ειδωλολατρίας – τον θεσβίτη προφήτη, τον Ηλία τον Μέγα.

    Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο «Ηλίας ο μέγας, δι’ ων έπραττε τυπικώς» παρεδείκνυε το μυστήριο της μεταπλάσεως του ανθρώπου «προς την θείαν ομοίωσιν».

   Αλλά ποιά είναι τα κεντρικά στοιχεία ή γεγονότα της ζωής του μεγάλου προφήτου, που χρησιμοποιούνται αναγωγικά από τον άγιο Μάξιμο, για την παρουσίαση της εξελικτικής πορείας του γεγονότος της μυστικής θεολογίας, μέσα στην ανθρώπινη ψυχή;

α) Ο αγώνας εναντίον της ειδωλολατρίας.

     Ο προφήτης Ηλίας διακρίθηκε, όπως γνωρίζουμε, ως ανυποχώρητος πολέμιος και καθαιρέτης της ειδωλολατρίας της εποχής του. Αντιμετώπισε με ακατάβλητο σθένος όχι μόνο τους ιερείς των ειδώλων του Βάαλ αλλά και τους πεισματώδεις υπερασπιστές αυτών: το βασιλικό ζεύγος του βασιλείου του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ.

    Εντούτοις ο αγώνας του προφήτη Ηλία, εναντίον της ειδωλολατρίας, δεν ήταν απλώς περιστασιακή αντίδραση προς πρόσωπα και καταστάσεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου της εποχής του. Ήταν σταθερός και επίμονος αγώνας εναντίον της θεοποιημένης ύλης της εποχής του. Εναντίον της θεοποιήσεως των αισθητών στοιχείων, πραγμάτων και καταστάσεων του κόσμου τούτου.

    Με τον όρο αισθητά, στην πατερική γλώσσα δηλώνονται όλα αυτά τα εγκόσμια μεγέθη, τα οποία, από τη φύση τους, αποτελούν προκλήσεις ποικίλων επιθυμιών και επομένως παγίδες εμπλοκής του ανθρώπου στη δουλεία της ηδονής.

    Ο άγιος Μάξιμος επισημαίνει ότι ο αγώνας εναντίον των αισθητών στοχεύει πρωτίστως στην απελευθέρωση του χριστιανού ανθρώπου από την δεσποτεία της επιθυμίας και του θυμού. Στην επισήμανση αυτή οδηγείται μέσω της αναγωγικής ερμηνείας της παυλείου ρήσεως «ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού».

    Αναφερόμενος δηλ. στο γεγονός του αγώνος του χριστιανού ανθρώπου να επιτύχει την κατά Χριστόν μόρφωσή του, παρατηρεί ότι στο Χριστό δεν υπήρχε «άρρεν και θήλυ· τουτέστι θυμός και επιθυμία».

    Ο θυμός, κατά τον άγιο Μάξιμο, διαταράσσει την ψυχή, διότι συνεργεί στο να λειτουργεί τυραννικώς γι’ αυτήν ο λογισμός και να εξέρχεται η διάνοια έξω του νόμου της φύσεως, δηλ. να παραλογίζεται. Η επιθυμία εξάλλου είναι η αιτία της προτιμήσεως εκ μέρους του ανθρώπου των υλικών πραγμάτων αντί των πνευματικών δωρεών του Θεού· της εμπαθούς προσκολλήσεώς του στην λαμπρότητα και την δόξα των φαινομένων αντί στη λατρεία του Θεού, ο οποίος είναι «η μία και μόνη εφετή τε και απαθής αιτία και φύσις».

 Επιπροσθέτως η επιθυμία, προβάλλουσα και «εργαζομένη» πλέον ευχάριστη «την των φαινομένων απόλαυσιν», εμποδίζει τον νουν «τω κατ’ αίσθησιν λείω της ηδονής», να προσεγγίζει και να αντιλαμβάνεται τα νοητά, που ανήκουν στο χώρο της παρουσίας και της δόξης του Θεού.

    Επομένως ο αγώνας, εναντίον της με οποιοδήποτε τρόπο θεοποιη­μένης ύλης, των αισθητών, πρέπει να έχει πρώτιστο στόχο τη νέκρω­ση της επιθυμίας, η οποία διά της ηδονής, θολώνει το νου και δεν του επιτρέπει να προσεγγίζει και να βλέπει τα νοητά στο χώρο της θείας παρουσίας και ενεργείας. Εφόσον δε νεκρωθεί η επιθυμία, ο θυμός «γου μαίνεσθαι παύεσθαι πέφυκεν», όταν δει την επιθυμία νεκρωμένη.

    Σε μια τέτοια περίπτωση επέρχεται στην ψυχή ειρήνη και αρμονία των κινήσεων και ενεργειών της. Η ψυχή ελευθερώνεται από «τας ανίσους διαθέσεις» – τις συγκρουόμενες κινήσεις και λειτουργίες – οι οποίες είναι υπεύθυνες για την αλλοτρίωση της ανθρώπινης φύσεως, την πτώση της στο «παρά φύσιν»,

    Ο προφήτης Ηλίας είναι σύμβολο της νίκης κατά των αισθητών, επειδή με τον ανυποχώρητο αγώνα του εναντίον της θεοποιημένης ύλης, «την των ανίσων απέθετο γένεσιν, μη φέρων εν εαυτώ καθάπερ άρ­ρεν και θήλυ τας εναντίας τούτων των παθών αντιθέσεις». Έτσι ανέβηκε «προς τον Θεόν άνετος, ουδενί των όντων παντελώς κατά την σχέσιν κρατούμενος». «Απλούς τε την έφεσιν και την γνώμην ασύνθετος».

β). Η διάβαση του Ιορδανού ποταμού.

    Ο προφήτης  Ηλίας, αγωνιζόμενος εναντίον των αισθητών, της θεοποιημένης ύλης, ενήργησε «τομήν και διάβασιν» των «χρονικώς ρεόν­των», αφού στη φύση των αισθητών ανήκει το ρέον – «πάντα ρει» – και άρα το «άστατον». Τα αισθητά δεν παραμένουν ακίνητα αλλά συνεχώς ρέουν και για το λόγο αυτό, «τω θολερώ και ολισθηρώ» της φύσεώς των, αιχμαλωτίζουν τον νουν και τον εκτρέπουν της φυσικής του πορείας, που είναι ο προς τα νοητά και θεία προσανατολισμός του.

     Ο Ιορδάνης ποταμός «υπήρχε τύπος της αστάτου και ρεούσης φύσεως». Αναγωγικά δηλωτικός «των χρονικώς ρεόντων».

    Επομένως η διάβαση του Ιορδάνου εκ μέρους του προφήτου, με την θαυματουργική χρησιμοποίηση της μηλωτής του, εξεικονίζει αναγωγικά την υπέρβαση – «τομήν και διάβασιν» – εκ μέρους του νου των παραστάσεων και πραγμάτων του κόσμου τούτου· το πέρασμα της υλικής συνθέσεως των πραγμάτων του κόσμου τούτου.

γ). Η μηλωτή.

   Το πέρασμα του Ιορδάνου ποταμού πέτυχε ο προφήτης Ηλίας με τη χρησιμοποίηση της μηλωτής του. «Και έλαβεν Ηλιού την μηλωτήν αυτού και είλησε και επάταξε το ύδωρ και διηρέθη το ύδωρ ένθα και ένθα, και διέβησαν αμφότεροι εν ερήμω».

   Η μηλωτή αποτελεί τύπο, κατά τον άγιο Μάξιμο, της νεκρώσεως της σαρκός. Στη μηλωτή βεβαιώθηκε «το μεγαλοπρεπές της ηθικής κοσμιότητος», δηλ. ο κατά φύσιν τρόπος βιώσεως του ήθους, κατά τον αγώνα του προφήτου εναντίον της θεοποιημένης ύλης. Η βίωση του ήθους ήταν βίωση της νεκρώσεως της σαρκός και συγχρόνως βεβαίωση της ελευθερίας του προφήτου από κάθε αισθητό και γήινο, ακόμη και από αυτόν τον «κατ’ ήθος τρόπον» της εγκόσμιας ζωής.

δ). Οι «ίπποι πυρός».

    Ο προφήτης Ηλίας απεχωρίσθη του μαθητού του Ελισαίου αρπαγείς με πύρινο άρμα, το οποίο έσυραν προς τον ουρανό ίπποι πυρός. «Και εγένετο αυτών πορευομένων, επορεύοντο και ελάλουν και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλαν αναμέσον αμφοτέρων, και ανελήφθη Ηλιού εν συσεισμώ ως εις τον ουρανόν».

    Ο άγιος Μάξιμος βλέπει στους πύρινους ίππους το σύνολο των αρετών «γνωστικώς αλλήλαις συντηρημένων». Ο αγώνας του προφήτου για την υπέρβαση των αισθητών και την ενδημία του στο Χριστό, πραγματοποιήθηκε δυνάμει των αρετών του, του κατ’ ήθος τρόπου. Η πράξη, ως εργασία των εντολών του Θεού προς τον προφήτη, είχε ως καρπό την εν επιγνώσει απόκτηση των «αλληλούχων αρετών», οι οποίες, ως ίπποι πυρός, τον κατέστησαν ικανό να φθάσει ζων εν Χριστώ.

ε). Η εμπειρία του «και υπολέλειμαι εγώ μονώτατος».

    Η εμπειρία της αισθήσεως μιας καθολικής μονώσεως εκ μέρους του προφήτη Ηλία, ύστερα από συνεχείς σκληρούς αγώνες κατά της ειδωλολατρίας της εποχής του, επιτρέπει στον άγιο Μάξιμο να κάνει την σημαντικότερη ίσως αναγωγή του, κατά την πνευματική ερμηνεία της εικόνος της εγκόσμιας βιοτής του δυναμικού και μαχητικού κατά της ειδωλολατρίας θεσβίτη προφήτου.

    Η λέξη «μονώτατος» προεκτείνεται αναγωγικά στην καθαρότητα του λόγου του όντος, δηλ. της δημιουργικής αιτίας του ανθρώπου, που δηλώνεται σαφέστερα με τον όρο «κατ’ εικόνα». Όπως κάθε ον έχει το δικό του λόγο, που γεννήθηκε από τον δημιουργό Λόγο του Θεού, έτσι και ο άνθρωπος έχει τον δικό του λόγο, ο οποίος, στην περίπτωση του χριστιανού ανθρώπου, ενεργοποιείται λυτρωτικά διά του  Μυστηρίου του Βαπτίσματος.

    Ο άγιος Μάξιμος υπογραμμίζει ότι αυτό που ο προφήτης Ηλίας ο μέγας κατόρθωσε, οφείλεται στην καθαρότητα από πάθη και εσωτερικές ψυχικές αντιθέσεις και αντινομίες – «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» – που απέκτησε, κατά την υπέρβαση των αισθητών.

    Αγωνιζόμενος ο προφήτης εναντίον της θεοποιημένης ύλης, απελευθερώθηκε από τα ποικίλα πάθη της σαρκός και επέτυχε την καθαρότητα αυτή χάρις, αποκλειστικώς και μόνο, στην ενεργοποίηση των χαρισματικών δυνάμεων του λόγου, της δημιουργικής αιτίας που ο Θεός Λόγος δώρισε στην ανθρώπινη φύση ως όρο και παρακαταθήκη και δυνατότητα θείας ομοιώσεως και μεταπλάσεως.

    -Ποιός μπορεί να μεταπλασθεί σε θεό κατά χάρη, να επιτύχει το «καθ’ ομοίωσιν»;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να είναι μόνο μία, κατά τον άγιο Μάξιμο·

   -Μόνο «λόγος μονώταιος».

   Ο δημιουργικός λόγος της ανθρωπίνης φύσεως, στον οποίο «φυσικώς εγκέκραται το της θείας εικόνος σέβας», εφόσον καθαρθεί η ψυχή από τα πάθη, μεταπλάττει αυτήν εις «Πνεύματος αγίου παμφαές οικητήριον». Στην χαρισματική αυτή κατάσταση γεννάται μυστικώς ο Χρι­στός, «απεργαζόμενος την γεννώσαν ψυχήν μητέρα παρθένον». Ούτω· «αεί θέλων Χριστός γεννάται μυστικώς, διά των σωζόμενων σαρκούμενος» .

    Αυτό είναι το τελικό στάδιο της πορείας της βιωματικής μυστικής θεολογίας· η μυστική γέννηση του Χριστού στην καθαρή από τα πάθη ψυχή. Η σάρκωση του Λόγου στην ανθρώπινη ψυχή. Ό,τι ο Απόστολος Παύλος θα συνοψίσει στην ομολογία του· «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου