Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Οι χαρακτηρισμοί και η θεολογία του Τιμίου Σταυρού στην υμνογραφία της 14ης Σεπτεμβρίου (Απόσπασμα)

 



Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Τι γιορτάζουμε στις 14 Σεπτεμβρίου;

Την 14η Σεπτεμβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού.

Το Συναξάρι της ημέρας συνδέεται με τα εξής  κορυφαία ιστορικά γεγονότα:

  1. Η ανεύρεση από την Αγία Ελένη (326 μ.Χ.): Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος επικράτησε στη Ρώμη, η μητέρα του, Αγία Ελένη, μετέβη στα Ιεροσόλυμα για να αναζητήσει τον Τίμιο Σταυρό. Στον Γολγοθά, οι ειδωλολάτρες είχαν χτίσει ναό της Αφροδίτης και είχαν σωρεύσει χώματα. Η Αγία Ελένη γκρέμισε το ναό και, έπειτα από έρευνες, βρήκε τρεις σταυρούς (του Χριστού και των δύο ληστών) καθώς και τους  Τίμιους  Ήλους (τα καρφιά). Για να διαπιστώσουν ποιος ήταν ο Σταυρός του Κυρίου, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος ακούμπησε διαδοχικά τους σταυρούς πάνω σε μια νεκρή γυναίκα, η οποία αναστήθηκε μόλις την άγγιξε ο Σταυρός του Χριστού.
  2. Η πρώτη Ύψωση (335 μ.Χ.): Στις 13 Σεπτεμβρίου έγινε τα εγκαίνια του μεγάλου ναού της Αναστάσεως (το λεγόμενο Μαρτύριο) που έχτισε ο Μέγας Κωνσταντίνος στα Ιεροσόλυμα. Την επομένη, 14 Σεπτεμβρίου, ο Πατριάρχης Μακάριος ύψωσε ψηλά τον Τίμιο Σταυρό για να τον προσκυνήσει το πλήθος των πιστών που είχε συρρεύσει.
  3. Η επανίδρυση από τον Ηράκλειο (628 μ.Χ.): Το δεύτερο ιστορικό γεγονός που τιμάται συμπληρωματικά αφορά την αρπαγή του Σταυρού από τους Πέρσες το 614 μ.Χ. και την ανάκτησή του από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο. Ο Ηράκλειος τον επανέφερε στα Ιεροσόλυμα στις 14 Σεπτεμβρίου του 628, όπου ο Πατριάρχης Ζαχαρίας τον ύψωσε εκ νέου στον Ναό της Αναστάσεως.

Η Εκκλησία, όμως, δεν αρκείται να «διηγηθεί» τα γεγονότα. Μέσα από τους ύμνους της ημέρας — τα στιχηρά του Μικρού και του Μεγάλου Εσπερινού, το κανόνα του αγίου Κοσμά του Μαΐστορος, το κοντάκιο, τα εξαποστειλάρια — μας μιλά για το τι είναι ο Σταυρός, ποιες δυνάμεις κρύβει και τι σημαίνει για τη ζωή μας. Ας δούμε, λοιπόν, με απλά λόγια, τους χαρακτηρισμούς και τη θεολογία του Σταυρού, όπως τους ψάλλει η Εκκλησία στις 14 Σεπτεμβρίου.

Οι χαρακτηρισμοί του Σταυρού στους ύμνους της εορτής και η θεολογία τους.

1. Τρόπαιο νίκης. Οι ύμνοι δεν βλέπουν ποτέ τον Σταυρό ως σύμβολο ήττας και ντροπής. Τον βλέπουν ως το μεγαλύτερο σημείο νίκης στην ιστορία. Τον ονομάζουν «αήττητον τρόπαιον», «ακαταμάχητον όπλον», «θυρεόν απροσμάχητον» και «σκήπτρον ένθεον». Το κοντάκιο της γιορτής τελειώνει με τα λόγια: «όπλον ειρήνης αήττητον τρόπαιον». Δηλαδή: ο Σταυρός είναι το αήττητο έπαθλο της νίκης και το όπλο που φέρνει την ειρήνη.

2. Σκέπη και προστασία. «Σύ μου σκέπη κραταιά υπάρχεις, ο τριμερής Σταυρός του Χριστού» ψάλλει η Εκκλησία. Ο Σταυρός αποκαλείται «απροσμάχητον τείχος», «φυλακτήριον» των πιστών, «περιτείχισμα της Εκκλησίας». Σε αυτόν στάθηκαν και οι αυτοκράτορες: τον αποκαλούν «βασιλέων κραταίωμα», γιατί με το σημείο του Σταυρού — όπως ο Κωνσταντίνος με το «Εν τούτω νίκα» — κέρδιζαν τις μάχες τους.

3. Ξύλο ζωής και πηγή θεραπείας. Ο Σταυρός είναι το «ζωηφόρον ξύλον», το ξύλο που δίνει ζωή, και «των ασθενούντων ιατρός», ο γιατρός των ασθενών. Η Παλαιά Διαθήκη μιλούσε για το ξύλο της ζωής στον παράδεισο· τώρα οι ύμνοι βλέπουν το ξύλο του Σταυρού ως το αληθινό Ξύλο της Ζωής, που γιατρεύει όχι μόνο το σώμα, αλλά κυρίως την ψυχή.

4. Φως που φωτίζει τον κόσμο. «Σταυρός ο φωσφόρος», «φωτολαμπής» — ο Σταυρός είναι φως. Ο Ανδρέας Ιεροσολυμίτης ψάλλει στη λιτή: «Σημειωθήτω εφ' ημάς το φως του προσώπου σου», και ο Ανατόλιος: «Φώτισον ημάς τη ελλάμψει σου, Σταυρέ ζωηφόρε». Στην εποχή μας, όπου τόσα σκοτάδια περιβάλλουν τον άνθρωπο, ο Σταυρός μένει το φως που δεν σβήνει.

5. Δρόμος προς τον ουρανό. Ο Σταυρός είναι «θεία κλίμαξ», ουράνια σκάλα: «δι' ης ανατρέχομεν εις ουρανούς». Είναι η «θύρα του Παραδείσου», που είχε κλείσει με την πτώση του Αδάμ και τώρα ξανανοίγει. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, το «ύψωμα» του Σταυρού είναι το ανέβασμα όλης της ανθρωπότητας: «υψώθημεν από γης προς ουράνια».

6. Η ελπίδα και η ομορφιά της Εκκλησίας. Ίσως ο πιο συγκινητικός χαρακτηρισμός είναι το ιδιόμελο του Όρθρου: «Σταυρέ του Χριστού, χριστιανών η ελπίς, πεπλανημένων οδηγέ, χειμαζομένων λιμήν, εν πολέμοις νίκος, οικουμένης ασφάλεια, ασθενούντων ιατρέ, νεκρών η ανάστασις, ελέησον ημάς». Και το εξαποστειλάριο τα συμπυκνώνει όλα: «Σταυρός, ο φύλαξ πάσης της οικουμένης· Σταυρός, η ωραιότης της Εκκλησίας· Σταυρός, βασιλέων το κραταίωμα· Σταυρός, πιστών το στήριγμα· Σταυρός, αγγέλων η δόξα, και των δαιμόνων το τραύμα». Προσέξτε: ο Σταυρός είναι «ωραιότης» της Εκκλησίας — όχι ντροπή, αλλά καύχημα, όπως έλεγε και ο απόστολος Παύλος.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 



(Σύντομο κατηχητικό σημείωμα)

Ο Σταυρός είναι το κέντρο της Χριστιανικής πίστης. Για κάθε Χριστιανό, ο σταυρός δεν είναι απλώς ένα σύμβολο· είναι το σημείο όπου η αγάπη του Θεού συνάντησε την αμαρτία του ανθρώπου. Όμως, όπως συμβαίνει με πολλά θέματα της πίστης, η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Ρωμαιοκαθολικισμός (που συχνά ονομάζεται «παπισμός» στα θεολογικά κείμενα) κατανοούν τον Σταυρό με διαφορετικό τρόπο. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε, με απλά λόγια, ποια είναι η θεολογία του Σταυρού στον παπισμό και πού εντοπίζονται οι βασικές διαφορές από την Ορθόδοξη παράδοση.

Τι είναι ο Σταυρός για τον Ρωμαιοκαθολικισμό;

Για την Καθολική Εκκλησία, ο Σταυρός είναι πρώτα απ' όλα η θυσία του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Χριστός πέθανε στον σταυρό για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία. Αυτή η βασική αλήθεια είναι κοινή σε όλες τις Χριστιανικές Εκκλησίες. Η διαφορά βρίσκεται στο πώς εξηγείται αυτή η θυσία.

Η θεωρία της «ικανοποίησης»

Η σημαντικότερη κατανόηση του Σταυρού στον παπισμό οφείλεται στον  Ανσέλμο Καντερβούρης (11ος αιώνας). Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, ο άνθρωπος αμάρτησε και όφειλε στον Θεό μια «οφειλή» — μια χρεωστική υποχρέωση που δεν μπορούσε να πληρώσει. Ο Θεός, ως δίκαιος, δεν μπορούσε να αγνοήσει την αμαρτία. Έτσι, ο Χριστός ήρθε και πλήρωσε τη χρέη αντί για μας, προσφέροντας τον εαυτό Του ως θυσία.

Η θεολογική σύλληψη του Ανσέλμου Καντερβούρη (11ος αιώνας), η οποία διατυπώθηκε κυρίως στο έργο του Cur Deus Homo (Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος), αποτελεί τη θεμελιώδη βάση της δυτικής σωτηριολογίας γύρω από το νόημα του Σταυρού. Ο Ανσέλμος επηρεάστηκε βαθύτατα από το φεουδαρχικό σύστημα της εποχής του, θεωρώντας ότι η αμαρτία του ανθρώπου δεν είναι μια απλή ηθική παράβαση, αλλά μια άπειρη προσβολή προς την υπέρτατη θεία Μαεστρία. Επειδή ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος, αδυνατεί να προσφέρει κάτι επαρκές για να εξιλεώσει αυτή την προσβολή, με αποτέλεσμα να χρωστά στον Θεό μια «οφειλή»  που παραμένει διαρκώς απλήρωτη, καθώς η θεία δικαιοσύνη απαιτεί απόλυτη τάξη. Επειδή ο άνθρωπος αδυνατούσε να πληρώσει, αλλά ο Θεός επιθυμούσε να τον σώσει, απαιτήθηκε η παρέμβαση του Ιησού Χριστού, ο οποίος ως αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος διέθετε ταυτόχρονα την απαιτούμενη ιδιότητα και αξία. Ο θάνατός Του πάνω στον Σταυρό λειτούργησε ως μια εκούσια προσφορά υπέρμετρης τιμής προς τον Πατέρα, εξισορροπώντας το βάρος της ανθρώπινης αμαρτίας και ικανοποιώντας πλήρως τη θεία δικαιοσύνη αντί για εμάς. Αυτή η προσέγγιση προσέδωσε στη λύτρωση έναν έντονα νομικό, λογιστικό και συναλλακτικό χαρακτήρα, εστιάζοντας κυρίως στο πώς ο Θεός ικανοποιεί τη δικαιοσύνη Του, σε αντίθεση με την ανατολική παράδοση που ερμηνεύει τον Σταυρό πρωτίστως ως νίκη κατά του θανάτου και έκφραση της άπειρης αγάπης.

Σε απλά λόγια: ο Θεός ήταν «θυμωμένος» με τον άνθρωπο λόγω της αμαρτίας, και ο Χριστός «ικανοποίησε» αυτή την απαίτηση της δικαιοσύνης με το θάνατό Του. Αυτή η προσέγγιση τονίζει τη δικαιοσύνη του Θεού και παρουσιάζει τον Σταυρό ως μια οικονομική ή νομική συναλλαγή.

Η τιμωρία και η δικαιοσύνη

Μια παραλλαγή αυτής της θεωρίας, που έγινε ιδιαίτερα γνωστή από τον μεταρρυθμιστή Λούθηρο και επηρέασε πολύ τη Δύση, είναι η ιδέα της «υποκατάστασης», σύμφωνα με την οποία ο Χριστός τιμωρήθηκε στη θέση μας, καθώς ο Θεός «μετέθεσε» τις αμαρτίες μας πάνω στον Χριστό κι Εκείνος υπέστη την τιμωρία που εμείς αξίζαμε. Στον Ρωμαιοκαθολικισμό σήμερα αυτή η εικόνα έχει μαλακώσει, αλλά παραμένει η ιδέα ότι ο θάνατος του Χριστού ήταν μια «τιμωρία» που χρειαζόταν να εξαγοραστεί για λογαριασμό μας.. Αυτή η αντίληψη, γνωστή στη θεολογία ως ποινική υποκατάσταση, αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους τρόπους με τους οποίους η Δυτική Χριστιανοσύνη ερμήνευσε το νόημα του Σταυρού και της Σωτηρίας, βασιζόμενη στη θεία δικαιοσύνη, όπου ο Θεός ως υπέρτατος Κριτής απαιτεί την τιμωρία κάθε παράβασης.

Οι βασικοί πυρήνες της θεωρίας αυτής περιλαμβάνουν τη μεταφορά της ενοχής, όπου οι αμαρτίες όλης της ανθρωπότητας λογαριάστηκαν στον Ιησού Χριστό, και την εκτέλεση μιας θανατικής ποινής, κατά την οποία ο Χριστός υπέφερε την οργή του Θεού και αποπλήρωσε πλήρως το χρέος της αμαρτίας. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται αισθητά από την παράδοση της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, η οποία ερμηνεύει τον σταυρικό θάνατο με όρους λύτρωσης, νίκης κατά του θανάτου και θεραπείας της ανθρώπινης φύσης, ενώ η Δύση είδε τη σχέση Θεού και ανθρώπου μέσα από το πρίσμα του ρωμαϊκού νομικού συστήματος και του δικαίου.

Η εξέλιξη της ιδέας διακρίνεται στον Προτεσταντισμό, ιδιαίτερα στον Καλβινισμό και τον Λουθηρανισμό, όπου η ποινική υποκατάσταση έγινε το κέντρο της σωτηριολογίας και ο άνθρωπος δικαιώνεται δια πίστεως αποδεχόμενος αυτή την αντικατάσταση. Αντίθετα, στην Καθολική Εκκλησία, αν και διατηρήθηκε η ιδέα της ικανοποίησης της θείας δικαιοσύνης, οι σύγχρονοι θεολόγοι αποφεύγουν τις ακραίες δικανικές ερμηνείες, τονίζοντας τον θάνατο του Χριστού ως την υπέρτατη πράξη υπακοής και αγάπης μέχρι θανάτου που εξιλεώνει την ανθρωπότητα.

 

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Εκκλησιολογία Πενταρχίας και Οικουμενιστικό Όραμα. Αποκρυπτογραφώντας την ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαιου στην Βουδαπέστη.



Εισαγωγικά

Η ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατά τη λήξη των εργασιών του 27ου Διεθνούς Συνεδρίου της Εταιρείας Δικαίου των Ανατολικών Εκκλησιών, στις 4 Σεπτεμβρίου 2026, στο νεοεγκαινιασθέν Ορθόδοξο Χριστιανικό Κέντρο Διαλόγου «Φανάριον» της Βουδαπέστης, διακρίνεται από οικουμενιστική λογική και προοπτική.

Η εκδήλωση πλαισιώθηκε από την παρουσία σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως ο απερχόμενος Πρόεδρος της Εταιρείας, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Γρηγόριος, και ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος και οικοδεσπότης, Ελλογιμώτατος Καθηγητής Péter Szabó. Ο Πατριάρχης , ως ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας από το 1969 και πρώτος Αντιπρόεδρός της, απέτισε φόρο τιμής στους πνευματικούς του πατέρες και ιδρυτές: τον αοίδιμο πατέρα Ivan Žužek, υπό την επίβλεψη του οποίου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στη Ρώμη, και τον αλησμόνητο Καθηγητή Αμίλκα Αλιβιζάτο.

Κεντρικό ορόσημο της εκδήλωσης αποτέλεσε η ίδρυση του νέου Κέντρου «Φανάριον», η οποία σηματοδοτεί τη θεμελίωση ενός σύγχρονου οικουμενιστικού κόμβου στην καρδιά της Ευρώπης και αποτελεί καρπό των  μόχθων του Μητροπολίτου Αυστρίας και Εξάρχου Ουγγαρίας κ. Αρσενίου.

 Υπό το πρόσχημα μιας δήθεν ενότητας, ο Πατριάρχης επιχείρησε να νομιμοποιήσει τον «νομικό οικουμενισμό», υποβιβάζοντας τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας σε ευλύγιστα εργαλεία προσαρμογής. Αντί οι κανόνες να αποτελούν τα αδιαπραγμάτευτα όρια που διαχωρίζουν την αλήθεια από την πλάνη και την Εκκλησία από τον αιρετικό κόσμο, μετατρέπονται σε μοχλούς διάλυσης της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η κατάργηση των παραδοσιακών ορίων και η εργαλειοποίηση της κανονικής τάξης για χάρη του συγκρητιστικού διαλόγου προωθούν μια ψευδεπίγραφη «ενότητα» που αγνοεί το δόγμα, προδίδει την Παράδοση των Πατέρων και υποτάσσει την Ορθοδοξία στις επιταγές του πανθρησκειακού οικουμενισμού.

 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

(Ολόκληρο το κείμενο στα αγγλικα βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση : https://fosfanariou.gr/index.php/2026/09/05/omilia-tou-oikoumenikou-patriarchou-stin-voudapesti-4-septemvriou-2026/

 

Η Εκκλησιολογία της Πενταρχίας κατά την Πρώτη Χιλιετία

Η Πενταρχία λειτούργησε κατά την πρώτη χιλιετία ως ο βασικός θεσμικός πυλώνας διαφύλαξης της ενότητας και της ευταξίας στην αδιαίρετη χριστιανική Εκκλησία. Η Αναλογία των Πέντε Αισθήσεων, όπως διατυπώθηκε τον 9ο αιώνα από τον Αναστάσιο τον Βιβλιοθηκάριο, απέδωσε την αρμονική διακυβέρνηση του εκκλησιαστικού σώματος παραβάλλοντάς την με τις πέντε αισθήσεις του ανθρώπινου οργανισμού, καταδεικνύοντας ότι η εύρυθμη λειτουργία εξαρτιόταν απολύτως από την ομόνοια και τη συνεργασία των πέντε θρόνων. Το Σύστημα της Κοινωνίας (Communio Patriarcharum) διασφάλιζε την ενότητα μέσω της κανονικής αυτονομίας κάθε Πατριάρχη στον τοπικό του χώρο, η οποία συνυπάρχαινε με την αδιάσπαστη συμμετοχή όλων στην κοινή πίστη και τη συλλειτουργία γύρω από το ίδιο Ευχαριστιακό Ποτήριο. Το σύστημα αυτό αφορούσε ισότιμα τα Πατριαρχεία Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, τα οποία συνέθεταν συλλογικά το ορατό σύμβολο της παγκόσμιας εκκλησιαστικής συνοχής.

Η Φύση του Παπικού Πρωτείου και ο Τίτλος «Πατριάρχης της Δύσεως»

Η προσέγγιση του ρόλου του Επισκόπου Ρώμης βασίζεται στη «σπουδαία αρχή» του Joseph Ratzinger και στο όραμα του Πατριάρχη Αθηναγόρα, υιοθετώντας τη διατύπωση του τελευταίου για τον Πάπα ως «διάδοχο του Πέτρου, πρώτο κατά την τιμή μεταξύ ημών, προκαθήμενο στην αγάπη», ώστε το πρωτείο να νοείται ως διακονία αγάπης εντός της κοινωνίας των Εκκλησιών και όχι ως άμεση και παγκόσμια δικαιοδοσία υπεράνω αυτών, ενώ παράλληλα κρίσιμης σημασίας για τον οικουμενικό διάλογο κρίνεται η θετική αποκατάσταση του τίτλου «Πατριάρχης της Δύσεως» στο Annuario Pontificio του 2024, μετά την αφαίρεσή του το 2006 από τον Βενέδικτο ΙΣΤ΄.

5. Σύγχρονες Πρωτοβουλίες και η «Πεντάχορδη Λύρα»

Λόγω της συνεχιζόμενης στερήσεως της συνοδοιπορίας της Εκκλησίας της Πρεσβυτέρας Ρώμης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναλαμβάνει την εντατικοποιημένη ποιμαντική ευθύνη που του αναλογεί. Ο Πατριάρχης απέστειλε επιστολή στους τρεις άλλους αρχαίους Θρόνους της Ανατολής (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα), προσκαλώντας τους σε αδελφική Σύναξη. Οι τέσσερις αυτοί Θρόνοι παραμένουν «ακλώνητοι στύλοι και αρραγή θεμέλια της Αποστολικής Παραδόσεως». Οι επιδιώξεις της επικείμενης Σύναξης εστιάζουν στη συνοδική διάκριση των μεγάλων και πιεστικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο χριστώνυμος λαός του Θεού, στην επιβεβαίωση της ιστορικής συνέχειας της Αποστολικής Πίστης και στην αταλάντευτη και ενιαία μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο. Ως καταστάλαγμα αυτής της πορείας, το τελικό μήνυμα εκπέμπει ελπίδα για την αποκατάσταση της πλήρους ευχαριστιακής κοινωνίας, προσδοκώντας ότι η Πενταρχία θα καταστεί ξανά πλήρης ώστε η «πεντάχορδη λύρα» της παγκόσμιας Εκκλησίας να αντηχήσει και πάλι με την αρχαία της αρμονία, συμμετέχοντας ενεργά στη μαρτυρία της αλήθειας. Υπό αυτό το πρίσμα, το «Φανάριον» της Βουδαπέστης φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα διαρκές σταυροδρόμι συνάντησης και τοποθεσία της υπομονετικής αναζήτησης της αλήθειας εν αγάπη.

 

 Πρόσκλησης δόλια, 

πανήγυρης μετά δόλου

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟΡΙΑ.

 



Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα τυχαία στο Facebook μια  ενδιαφέρουσα  διαδικτυακή συζήτηση. Από τη μία πλευρά συμμετείχε ένας αποτειχισμένος κληρικός (ο Κ), πλαισιωμένος από την ομάδα του. 

Ο κληρικός Κ. είχε χειροτονηθεί μετά το 2016  από επίσκοπο (τον Ε) που ανήκε και  μνημόνευε  Σύνοδο (Σ), που αποδέχτηκε την Σύνοδο της Κρήτης (2016). Από την άλλη πλευρά βρισκόταν ένας σχολιαστής (ο Α).

Στην διάρκεια της συζήτησης  ο σχολιαστής Α απηύθυνε στον κληρικό (Κ) το εξής ερώτημα: «Μήπως θα ήταν καλύτερα, πάτερ μου, αντί να ασχοληθείτε με τα της αποτείχισης, να ασχοληθείτε με την αποκατάσταση της κανονικότητας της χειροτονίας σας;».

Αυτή η εύλογη παρατήρηση έγινε η αφορμή να εξαπολυθεί ένα κύμα διαδικτυακής επίθεσης εναντίον του σχολιαστη Α, ο οποίος ωστόσο απάντησε με υποδειγματική ηρεμία. Δεν μπόρεσα να αποθηκεύσω ακριβώς όλα τα σχόλια, επειδή η ομάδα του κληρικού Κ τα έσβησε και μάλλον μπλόκαρε και τον σχολιαστή Α. Σε γενικές γραμμές πάντως ο Α  έγραψε τα εξής.

«Η χειροτονία ενός επισκόπου που έχει πέσει σε αίρεση θεωρείται κανονικά έγκυρη από την Εκκλησία, αρκεί αυτός να μην έχει καθαιρεθεί επίσημα από κάποια Σύνοδο (ακατάκριτος επίσκοπος). Ο ακατάκριτος επίσκοπος διατηρεί το χάρισμα της ιερωσύνης του επειδή δεν έχει καταδικαστεί ή καθαιρεθεί συνοδικώς, ακόμη κι αν ασπάζεται λανθασμένες δοξασίες.

Ορθοδοξία – Παπισμός: Ένωση ή επιστροφή;

«Έκανα αγώνα να αφήσω τον Παπισμό και να τρέξω στην αλήθεια, στο Φως, στην Ορθοδοξία. Και τώρα θέλετε να με πάτε πίσω;»

Πρώην Παπικός νύν Ορθόδοξος και Αντιπαπικός

Εγώ βίωσα ό,τι χειρότερο μπορούσε να μου προσφέρει ο Παπισμός. Και όταν αποφάσισα να φύγω, δεν ήταν μια εύκολη απόφαση. Δέχθηκα πόλεμο, απόρριψη και αποκλεισμό ακόμη και από ανθρώπους του ίδιου μου του περιβάλλοντος. Έχασα σχέσεις, πλήρωσα κόστος, έμεινα μόνος.

Όμως δεν το έκανα επειδή μισούσα ανθρώπους.

Το έκανα γιατί ήθελα την αλήθεια.

Δεν ήθελα άλλο να ζω μέσα σε αυτό που η συνείδησή μου πλέον θεωρούσε πλάνη.

Δεν ήθελα να συνεχίσω έναν δρόμο που πίστευα ότι δεν οδηγεί στον Θεό. Αναζήτησα την Εκκλησία, την πίστη των Πατέρων, το Φως που τόσο καιρό έψαχνα.

Και όταν γνώρισα την Ορθοδοξία, κατάλαβα γιατί άξιζε όλος εκείνος ο αγώνας.

Γι’ αυτό σήμερα πονάω όταν ακούω για ένωση Ορθοδοξίας και Παπισμού χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματική συμφωνία στην πίστη.

Με ποιον Παπισμό θέλουμε να ενωθούμε;

Με τον Παπισμό ως διδασκαλία, με τις δογματικές του καινοτομίες και την αντίληψη του παπικού πρωτείου; Με όσα εξακολουθούν να μας χωρίζουν θεολογικά;

Και ακόμη περισσότερο, πώς μπορούμε να αγνοούμε τη βαθιά κρίση που βλέπουμε σε πλευρές της σύγχρονης παπικής πραγματικότητας, όταν μάλιστα ορισμένες θέσεις και πρακτικές προκαλούν σοβαρά ηθικά και εκκλησιολογικά ερωτήματα;

Δεν λέω ότι κάθε Παπικός είναι κακός άνθρωπος. Κάθε άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι ειλικρινείς, ευσεβείς και καλοπροαίρετοι. Τους αγαπώ και δεν έχω τίποτε προσωπικό εναντίον τους.

Αλλά άλλο ο άνθρωπος και άλλο η διδασκαλία.

Η αγάπη προς τον άνθρωπο δεν σημαίνει αποδοχή της πλάνης.

Και αυτό ακριβώς είναι που με φοβίζει σήμερα.

Εγώ έφυγα από τον Παπισμό για να έρθω στην Ορθοδοξία. Έκανα έναν δρόμο δύσκολο και επώδυνο για να βρω την αλήθεια. Και τώρα βλέπω να συζητείται μια ένωση ενώ βασικές δογματικές διαφορές παραμένουν, όπως το Filioque, το παπικό πρωτείο και το χειρότερο μια «εκκλησία» ο Παπισμός που κεφαλή της δεν είναι ο Χριστός αλλά ο Πάπας…

Και αναρωτιέμαι: θέλετε να με πάτε πίσω;

Δεν θέλω να γυρίσω πίσω.

Δεν θέλω μια ένωση που θα πραγματοποιηθεί με την Ορθοδοξία να κάνει πίσω από όσα παρέλαβε.

•Θέλω ένωση, αλλά ένωση στην αλήθεια.

•Θέλω διάλογο, αλλά διάλογο ειλικρινή.

•Θέλω αγάπη, αλλά αγάπη που δεν φοβάται να πει την αλήθεια.

Γιατί αν η Ορθοδοξία, στην προσπάθειά της να ενωθεί με τον Παπισμό, αρχίσει να εγκαταλείπει ή να υποβαθμίζει αυτά για τα οποία οι Άγιοι και οι Πατέρες αγωνίστηκαν, τότε δεν θα έχουμε κερδίσει την ενότητα.

Θα έχουμε χάσει την Ορθοδοξία.

Και αυτό δεν μπορώ να το δεχθώ.

Έκανα πολύ δρόμο για να φύγω από εκεί.

Δεν θέλω να γυρίσω πίσω.

Θέλω να μείνω στο Φως.

Θέλω να μείνω στην αλήθεια.

Θέλω να μείνω στην Ορθοδοξία.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου