Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Ομολογητής Θεοφάνης ο Γραπτός. (11 Oκτωβρίου)

 



Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Αυτού‧ πλασμένος για την αιώνια ζωή. Ο άνθρωπος παράκουσε την εντολή του Θεού, διώχθηκε από τον παράδεισο και έκτοτε υπόκειται στη φθορά και τον θάνατο.

            Ο Θεός επιθυμεί  το τελειότερο δημιούργημά Του, ο άνθρωπος, να σωθεί. Νύκτα και ημέρα εργάζεται ο Θεός για την σωτηρία μας. Επιτρέπει θλίψεις, πόνους, πειρασμούς, και καταστάσεις για να ομολογήσουμε την πίστη μας σε Εκείνον.

            Στη σημερινή εποχή, δεν υπάρχουν διωγμοί όπως παλαιότερα . Η σημερινή εποχή αντιτείνουν πολλοί δεν έχει ευκαιρίες να ομολογήσουμε την αφοσίωσή μας στον Χριστό. Δεν υπάρχουν τα άγρια θηρία να μας κατασπαράξουν το σώμα. Υπάρχουν, όμως, άλλα «θηρία» που ζητούν να υποδουλώσουν την αθάνατη ψυχή. Ένα απλό «Δόξα σοι ο Θεός» ή το να κάνουμε το σημείο του Σταυρού περνώντας έξω από μια Εκκλησία αποτελεί ομολογία.

            Ας στρέψουμε τον νου μας πίσω στα δύσκολα χρόνια της εικονομαχίας που ταλάνισε την εκκλησιαστική ζωή περισσότερα από 100 χρόνια. Η εποχή ανέδειξε μάρτυρες και ομολογητές, μεγάλους θεολόγους και αγίους. Ένας από τους φλογερούς Ομολογητές είναι ο Θεοφάνης ο Γραπτός στον οποίο αφιερώνεται το παρόν κείμενο.

            Ο Όσιος Θεοφάνης ήταν αδελφός του Θεοδώρου του Γραπτού (η μνήμη του τιμάται  27 Δεκεμβρίου) και γεννήθηκε στην Μωαβίτιδα γη ανατολικά της Νεκράς θαλάσσης. Οι γονείς του ευσεβείς και ενάρετοι σφόδρα δίδασκαν τις αρετές στα παιδιά τους. Ο πατέρας των Ιωάννης εγκατέλειψε τα εγκόσμια και έγινε μοναχός με το όνομα Ιωνάς. Η Αγία μας Εκκλησία τον αγιοκαταταξε και τιμάται η μνήμη του 21 Σεπτεμβρίου μετά του ομώνυμου Προφήτου Ιωνά.

            Ο Όσιος μαζί με τον αδελφό του πήγαν για να σπουδάσουν στην περίφημη Μονή Αγίου Σάββα του  Αγιασμένου κοντά στον σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ. Σπούδασε την ιερή επιστήμη της Θεολογίας και τα αρχαία ελληνικά, γραμματική, ποίηση και μουσική. Σπουδαίο το ενδιαφέρον και ο ζήλος του για την μάθηση και την υπακοή. Μυήθηκαν στην χριστιανική πνευματικότητα και στο μοναχικό ασκητικό πνεύμα. Το 811 μ.Χ. ο δάσκαλός τους τους πήρε ως υποτακτικούς στην Μονή των Σπουδαίων . Ο Πατριάρχης Θωμάς τους χειροτόνησε ιερείς και τους έστειλε πρεσβευτές στην Ρώμη και στην Κωνσταντινούπολη για να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους Χριστιανούς από τους εικονομάχους και επί πλέον να ενημερώσουν για τις απειλές και τη βία που ασκούσαν οι Άραβες Μουσουλμάνοι εναντίον του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.

            Το 815 μ.Χ. πέθανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α  Ραγκαβές και ο νέος αυτοκράτορας 

     Λέων ο Ε΄ ο Αρμένιος εγκαινιάζει μια σκληρότερη περίοδο για τους Ορθοδόξους απαγορεύοντας πλήρως την προσκύνηση  και τιμή των ιερών εικόνων (με ποινή θανάτου για τους ανυπάκουους), καταστροφή των ιερών εικόνων και ασβέστωμα όλων των τοιχογραφιών. Ο Θεοφάνης με τον δάσκαλό του Μιχαήλ και τον αδελφό του Θεόδωρο, αψηφώντας τον κίνδυνο και ομολογώντας την πίστη τους, παρουσιάστηκαν στον αυτοκράτορα και τον ήλεγξαν για το διάταγμά του. Αυτός δεν πτοήθηκε αλλά διέταξε βασανισμούς σκληρούς . Μετά  τους βασανισμούς τους έκλεισαν στη φυλακή. Παρενέβει ο μελλοντικός εικονομάχος πατριάρχης Ιωάννης Γραμματικός να πείσει τους τρεις να αλλάξουν πίστη, αλλά μάταια η προσπάθεια Έπειτα, κλείνουν τους δυο αδελφούς σε ένα φρούριο στο Βόσπορο στερώντας τους ακόμη και την τροφή.

              Το 820 μ.Χ. με την δολοφονία του Λέοντα κόπασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δυο αδέλφια πήγαν και εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Σωσθενίου στο Βόσπορο, όπου με τον υποδειγματικό ασκητικό αγώνα και τις πολλές επιστολές στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη των κατοίκων της περιοχής. Αυτά μέχρι το 829, δηλαδή για εννέα χρόνια. Τη χρονιά αυτή ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο φανατικός εικονομάχος Θεόφιλος και εξαπολύει άγριο διωγμό εναντίον των ομολογητών ορθοδόξων. Τα δυο αδέλφια εξορίζονται στη νήσο Αφουσία. 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΔΙΩΓΜΟ: Η συγκλονιστική διαδρομή, η εξορία και η αλύγιστη πίστη του Γέροντα Παΐσιου (Jung)»


Ο Αρχιμανδρίτης Παΐσιος (Jung) | Φωτογραφία: Αρχείο BVZ

----------------------------------------

 Άρθρο αυστριακής εφημερίδας αναφέρει τις τεράστιες διαφωνίες του κεκημημένου Γέροντα Ηγούμενου Παϊσίου, με τον Μητροπολίτη Αρσένιο της Αυστρίας, κατά την διάρκεια του Κορονοϊού, αλλά και για το Ουκρανικό ζήτημα.

https://orthodoxnews.de/.../89153-zweijaehriges...

Για πρώτη φορά το κοντινό περιβάλλον του Γέροντος Παϊσίου, αναφέρει λεπτομερείς αφηγήσεις για εκείνο το χρονικό διάστημα,

"Παρακάτω η μετάφραση του άρθρου"

 

----------------------------------------------------------------------------------

Διετής μνήμη της μακαρίας κοιμήσεως του Αρχιμανδρίτη Παΐσιου τιμήθηκε στη Βιέννη

7 Οκτωβρίου, 20:22


Συντάκτης: Συντακτική Επιτροπή της UOJ


Στο μνημόσυνο στη Βιέννη, οι πιστοί θυμήθηκαν τη ζωή, το θάρρος της πίστης και τη πνευματική παρακαταθήκη του Αρχιμανδρίτη Παΐσιου (Jung).

Στις 7 Οκτωβρίου 2026 τιμήθηκε η διετής μνήμη της μακαρίας κοιμήσεως του Αρχιμανδρίτη Παΐσιου Jung με μνημόσυνο πάνω από τον τάφο του. Όπως μεταδίδει ο ανταποκριτής της UOJ, το σημερινό κήρυγμα επικεντρώθηκε στη ζωή και την πίστη του πατρός Παΐσιου, ιδιαίτερα δε στην αφοσίωσή του στην αγία Ορθόδοξο Πίστη και στο ακλόνητο θάρρος του να εκφράζει αυτό που έπρεπε να λεχθεί – ανεξάρτητα από το αν άρεσε σε κάποιον ή όχι. Ο πατήρ Παΐσιος υπήρξε παράδειγμα για εμάς, αναφέρθηκε στη συνέχεια, καθώς ακόμη και στις δυσκολίες της ζωής δεν έχανε τον πρόσχαρο χαρακτήρα του και, σαν ένας νέος Χρυσόστομος, μπορούσε να εμπνέει τους ανθρώπους με τα κηρύγματά του. Ο πατήρ Παΐσιος ήταν γνωστός σε πολλούς από τις ομιλίες και τα κηρύγματά του στο YouTube. Είχε επίσης πολλά πνευματικά τέκνα σε όλο τον κόσμο.

Παρουσιάζουμε στους αναγνώστες μας ορισμένα σύντομα γεγονότα από τη ζωή του γνωστού ιεραποστόλου πατρός Παΐσιου, τα οποία συγκέντρωσε ο δημοσιογράφος μας μαζί με πιστούς που τίμησαν σήμερα τη μακαρία κοίμησή του – Μια βιογραφία του Αρχιμανδρίτη Παΐσιου Jung.



Ο τάφος του Αρχιμανδρίτη Παΐσιου Jung, όπου τελέστηκε σήμερα, 7 Οκτωβρίου 2026, το μνημόσυνο. Φωτογραφία: στάλθηκε από πιστούς.

Από τη γέννηση έως τη ρωμαιοκαθολική μοναχική ζωή

Γεννήθηκε ως Michael Jung στις 8 Ιουλίου 1962, γιος του Anton και της Waltraut στο Σάαρλαντ, και βαπτίστηκε ρωμαιοκαθολικός. Αργότερα εισήλθε στην Ιερά Μονή Weltenburg, έλαβε το μοναχικό όνομα Μαξιμιλιανός και ξεκίνησε σπουδές Θεολογίας και Φιλοσοφίας στη Θεολογική Σχολή του Stift Heiligenkreuz και στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, χειροτονήθηκε διάκονος και αργότερα ιερέας, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην ποιμαντική μέριμνα και την εκπαίδευση.

Ο δρόμος προς την Ορθοδοξία

Μετά από χρόνια αναζήτησης, ανακάλυψε τον πλούσιο θησαυρό της Ορθοδοξίας και πήγε στην Ελλάδα για να προσέλθει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να γίνει ορθόδοξος μοναχός. Αυτό συνέβη στην Ιερά Μονή Αγίου Αρσενίου στη Χαλκιδική, όπου έλαβε επίσης τη χειροτονία του ως ιεροδιάκονος και ιερομόναχος.

Ίδρυση μοναστηριού στο Μπούργκενλαντ

Από εκεί εστάλη το 2015 μαζί με άλλους αδελφούς για την ίδρυση μοναστηριού στην Αυστρία. Πρώτος Ηγούμενος αυτού του μοναστηριού διορίστηκε ο πατήρ Παΐσιος, ο οποίος ενθρονίστηκε στις 11 Οκτωβρίου 2015. Το 2016, η μονή ιδρύθηκε αντικανονικά/κανονικά από τον Μητροπολίτη Αυστρίας Αρσένιο στο St. Andrä am Zicksee στο Μπούργκενλαντ και αφιερώθηκε στην προστασία της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Αγίου Παΐσιου του Αγιορείτου. Το μοναστήρι προσέλκυε προσκυνητές από εγγύς και μακράν, τα κηρύγματά του ήταν περιζήτητα και ο ίδιος αποτελούσε καταφύγιο ως σύμβουλος και πνευματικός για πολλούς προσκυνητές. Ορισμένα από τα πνευματικά του τέκνα έγιναν ιερείς και μετέδιδαν τις διδαχές του στις ενορίες τους.


Σχετικά με το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα

Την ημέρα της αναγνώρισης της ουκρανικής ψευδοεκκλησίας, ο πατήρ Παΐσιος κήρυξε σθεναρά εναντίον της. Είπε, μεταξύ άλλων: «Με αυτόν τον Τόμο ξεκίνησε ένα μεγάλο σχίσμα». Στη συνέχεια εξήγησε: «Αυτό το σχίσμα είναι χειρότερο από το σχίσμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας, επειδή είναι ένα σχίσμα μεταξύ Ορθοδόξων στη σημερινή εποχή. Και αυτό δυστυχώς προέρχεται από το Φανάρι». Κατά τη γνώμη του, η αναγνώριση ήταν προϊόν της αμερικανικής και δυτικής αντιρωσικής πολιτικής, μέσω της οποίας ο Πατριάρχης και οι επίσκοποι του Φαναρίου επηρεάστηκαν με μεγάλα χρηματικά ποσά.

Στο κήρυγμά του ενώπιον του συγκεντρωμένου λαού είχε καλέσει ρητά τους πιστούς να παραμείνουν στο πλευρό του κανονικού τους Μητροπολίτη Ονούφριου. Υποστήριξε την άποψη ότι η Ρωσική Εκκλησία αντέδρασε απόλυτα δικαιολογημένα στη μεταβολή της στάσης απέναντι στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, διευρύνοντας την εκκλησιαστική της δραστηριότητα, μεταξύ άλλων, στην Αφρική και την Τουρκία. Η στάση του ήταν ευρέως γνωστή, και από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησαν τα προβλήματα με τον Μητροπολίτη Αρσένιο. Παρά ταύτα, μεταξύ του πατρός Παΐσιου και του τότε Μητροπολίτη του υπήρχε καλή σχέση.

Η αρχή των εντάσεων: ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας

Κατά τη διάρκεια της δύσκολης περιόδου του κορωνοϊού, ο Μητροπολίτης Αρσένιος ήταν ο πρώτος επίσκοπος σε ολόκληρο το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ενδεχομένως σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο που άλλαξε τον παραδοσιακό τρόπο μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας. Απαίτησε τότε από τους ιερείς του να μη μεταδίδουν πλέον το Τίμιο Σώμα και Αίμα του Χριστού με τον παραδοσιακό τρόπο, με την Αγία Λαβίδα στο στόμα των πιστών, αλλά να δίνουν τη Θεία Κοινωνία στο χέρι.

Ο πατήρ Παΐσιος το αρνήθηκε αυτό κατόπιν συνεννόησης με τον πνευματικό του πατέρα, τον γνωστό Έλληνα Γέροντα Θεόκλητο. Διότι, όπως διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες, η υπακοή είναι ανώτερη από τη νηστεία και την προσευχή. Υπάρχουν όμως δύο πράγματα απέναντι στα οποία δεν επιτρέπεται καμία υπακοή: απέναντι στην αίρεση και απέναντι στην αμαρτία. Ακριβώς αυτό εξήγησε ο πατήρ Παΐσιος και στον επίσκοπό του. Για τον επίσκοπο, η πράξη αυτή αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» και χαρακτήρισε την άρνηση του πατρός Παΐσιου ως ανυπακοή.

Η Ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως

Όπως είναι γνωστό, ο πατήρ Παΐσιος ήταν σπουδαίος κήρυκας και είχε μεγάλη επιρροή σε Ορθοδόξους διαφόρων εθνικοτήτων – μεταξύ άλλων Ελλήνων, Σέρβων, Ρώσων, Ρουμάνων, Αράβων, Βουλγάρων και Αντιοχέων.

Πολλοί άνθρωποι που προηγουμένως δεν ήταν Ορθόδοξοι, βρήκαν τον δρόμο προς την Ορθοδοξία μέσα από τα κηρύγματά του. Ορθόδοξοι χριστιανοί, με τη σειρά τους, ενισχύθηκαν στην πίστη τους μέσω των κηρυγμάτων του. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, ενίσχυσε πνευματικά τους πιστούς ιδιαίτερα μέσω των ζωντανών βιντεοσκοπήσεών του (live videos).

Κάποια μέρα τον ρώτησαν αν μπορούσε να εξηγήσει πώς προέκυψε το Σχίσμα μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας. Σε μια ομιλία διάρκειας περίπου 30 λεπτών, εξήγησε την ορθόδοξη διδασκαλία επί του موضوعτος – όσο αυτό ήταν εφικτό μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο.

Μόλις 30 λεπτά αργότερα, ο Μητροπολίτης τηλεφώνησε εξαιρετικά οργισμένος και ανέφερε ότι επικοινώνησαν μαζί του τρεις Καθολικοί επίσκοποι και διαμαρτυρήθηκαν για το κήρυγμα.

Ο πατήρ Παΐσιος τον ρώτησε τότε αν είχε δει ο ίδιος το βίντεο και του επεσήμανε ότι τα όσα λέχθηκαν σε αυτό ανταποκρίνονται στη διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ο επίσκοπος του κατέστησε τότε σαφές ότι στη μητρόπολή του δεν επιθυμεί καμία ὁμολογία πίστεως – καμία δημόσια ομολογία της πίστης.

Όπως ακριβώς το ζήτημα της μετάδοσης της Θείας Κοινωνίας αποτελούσε κόκκινη γραμμή για εκείνον, έτσι και αυτή η δήλωση έγινε κόκκινη γραμμή για τον πατέρα Παΐσιο. Δίδασκε πάντοτε ότι οφείλουμε να ομολογούμε την ορθόδοξη πίστη μας ανά πάσα στιγμή και σε κάθε τόπο.

Από εκείνη τη στιγμή του απαγορεύτηκε να συνεχίσει τη δραστηριότητά του στο διαδίκτυο. Επιπλέον, δεν του επιτρεπόταν πλέον να δέχεται επισκέπτες και δοκίμους στο μοναστήρι ούτε να κηρύττει δημοσίως. Σε αυτά προστέθηκε και η απαγόρευση υποδοχής Καθολικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω του Αγίου Βαπτίσματος. Αυτός ήταν αρχικά – σε συνεννόηση με τον πνευματικό του πατέρα – ένας από τους όρους υπό τους οποίους ο πατήρ Παΐσιος είχε έρθει εξ αρχής στην Αυστρία, και ο οποίος είχε γίνει τότε αποδεκτός. Ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος είχε γίνει δεκτός στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω του Αγίου Βαπτίσματος και είχε διέλθει όλα τα στάδια του μοναχισμού (δόκιμος, ρασοφόρος, μικρόσχημος, χειροτονία σε διάκονο και πρεσβύτερο, μεγαλόσχημος, χειροθεσία σε αρχιμανδρίτη, ηγούμενο και πνευματικό), παρόλο που είχε ήδη διέλθει αυτά τα στάδια προηγουμένως στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ήταν αυστηρά υπέρ της υποδοχής των Καθολικών στην Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω του Ιερού Μυστηρίου του Βαπτίσματος.

΅Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του καθηγητή Στυλιανού Τσομπανίδη«Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον»: Ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας – Παρακαταθήκη και προοπτικές 10 χρόνια μετά (Chantilly, October 6th 2026)(Β)

 


ΜΕΡΟΣ Β

Πέρα από το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», με το οποίο ασχολούμαστε εδώ, ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτες, ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου, είναι και οι σχετικές αναφορές στην «Εγκύκλιο» και στο «Μήνυμα» της Συνόδου. Τα δύο κείμενα συμπυκνώνουν τον προβληματισμό και το όραμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αναδεικνύοντας βασικές θέσεις των έξι επίσημων κειμένων της. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνεται σε αυτά, «θεμέλιο τῶν θεολογικῶν μας ἀναζητήσεων ὑπῆρξε ἡ βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ζεῖ γιά τόν ἑαυτό της. Μεταδίδει τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί προσφέρει σέ ὅλη την οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, την καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος». Στην προοπτική αυτή επισημαίνεται ότι «ἡ Ἐκκλησία μας ἀνταποκρινομένη στό χρέος νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια και τήν ἀποστολική της πίστη, ἀποδίδει μεγάλη σημασία στόν διάλογο κυρίως με τούς ἑτεροδόξους Χριστιανούς». Από την ίδια αφετηρία αναδεικνύεται και η αξία του νηφάλιου διαθρησκειακού διαλόγου, ο οποίος, όπως αναφέρεται, συμβάλλει σημαντικά στην προώθηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της ειρήνης και της καταλλαγής.

Η αντίληψη αυτή αποκτά ακόμη ευρύτερη προοπτική στο «Μήνυμα» της Συνόδου, το οποίο καταλήγει με τη βαρυσήμαντη παραδοχή ότι η «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἄνοιξε τόν ὁρίζοντά μας στή σύγχρονη πολύμορφη οἰκουμένη. Τόνισε τήν εὐθύνη μας μέσα στόν χῶρο καί τόν χρόνο, πάντοτε μέ προοπτική τήν αἰωνιότητα» (§ 12).

Μέσα σε αυτή την προοπτική, η ευθύνη και η αποστολή της Ορθοδοξίας στον 21ο αιώνα περιγράφονται από τη Σύνοδο ως μαρτυρία εν διαλόγω[. Ήδη στις Συνάξεις των Προκαθημένων του 2008 και του 2014, που εντατικοποίησαν την προετοιμασία και προσανατόλισαν την Ορθοδοξία οριστικά προς τη Σύνοδο, είχε διακηρυχθεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέραν του διαλόγου, προκειμένου η Εκκλησία να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις. Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε μια αντίληψη του διαλόγου όχι μόνο ως διαλογικής μαρτυρίας αλλά και ως λειτουργικής διακονίας, ως «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία», υπογραμμίζοντας την κοινωνικοηθική και ποιμαντική του αναγκαιότητα, καθώς και τις αντίστοιχες προεκτάσεις του.

Η συνοδική αναγνώριση και κατοχύρωση του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής μαρτυρίας αποτελεί κεκτημένο της προσυνοδικής πορείας και την επίσημη επισφράγισή της. Πρόκειται για μια εξέλιξη που οφειλόταν ιστορικά, δικαιώνοντας μια μακρά και επίπονη προσπάθεια, οι βασικές συντεταγμένες της οποίας είχαν ήδη διαμορφωθεί από τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις περίφημες Εγκυκλίους του 1902 και 1904 και, ιδίως, με την Εγκύκλιο του 1920.

Ενώ όμως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποτελεί ένα μεγάλο βήμα ως προς την εδραίωση του οικουμενικού διαλόγου, το βήμα αυτό έμεινε μετέωρο. Δεν μπόρεσε να διασαφηνίσει με πλήρη ευκρίνεια σε αυτούς με τους οποίους διαλέγεται πώς βιώνει η Ορθοδοξία τη σχέση της μαζί τους και τι είναι αυτοί για την Ορθοδοξία. Το ζήτημα αυτό αποτελεί τη λεγόμενη «εκκλησιολογική πρόκληση».

Ογδόντα χρόνια μετά από την επίσημη έναρξη της Οικουμενικής Κίνησης αποδεικνύεται ότι η εκκλησιολογική θεώρηση την άλλων χριστιανικών Ομολογιών είναι ένα άλυτο πρόβλημα και ας ρωτήθηκαν ξανά οι Ορθόδοξοι από την Ειδική Επιτροπή του ΠΣΕ πριν από περίπου 25 χρόνια, με ένα συγκεκριμένο ερώτημα που άγγιζε το εκκλησιολογικό τους νεύρο: «Υπάρχει χώρος για άλλες Εκκλησίες στην ορθόδοξη εκκλησιολογία; Πώς μπορεί να περιγραφεί αυτός ο χώρος και τα όριά του;».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η Σύνοδος της Κρήτης προσπάθησε να δικαιολογήσει τον οικουμενισμό, παρουσιάζοντας τον διάλογο με τους ετερόδοξους ως «αποστολική μαρτυρία». Στην πραγματικότητα, όμως, υποτάχθηκε στις απαιτήσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) και αλλοίωσε την ορθόδοξη πίστη.

Το επιχείρημα ότι η Εκκλησία πρέπει να είναι «ανοιχτή στον κόσμο» είναι μια σοφιστεία για να δικαιολογηθεί ο ανακατεμός των θρησκειών (συγκρητισμός). Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ζει κλεισμένη στον εαυτό της, αλλά ζει μέσα στην απόλυτη αλήθεια και χάρη ως το Σώμα του Χριστού. Η αποστολή της δεν είναι να κάνει ασαφή διπλωματία για την παγκόσμια ειρήνη, αλλά να διδάσκει, να βαπτίζει τα έθνη και να τα καλεί να επιστρέψουν στην αλήθεια.

Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στις Πατριαρχικές Εγκυκλίους του 1902, του 1904 και κυρίως του 1920, οι οποίες ξεκίνησαν τη λάθος αντίληψη ότι οι αιρετικοί είναι «αδελφές εκκλησίες». Η Σύνοδος της Κρήτης απλώς επισημοποίησε αυτή την εκκλησιαστική παρέκκλιση ενός αιώνα.

Το ότι η Σύνοδος παραδέχεται πως δεν μπορεί να απαντήσει καθαρά στο τι είναι οι ετερόδοξοι και αν υπάρχουν «άλλες Εκκλησίες», δείχνει την αμηχανία της. Για τους Αγίους Πατέρες, η απάντηση είναι ξεκάθαρη εδώ και αιώνες: Έξω από τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία δεν υπάρχει άλλη Εκκλησία, παρά μόνο αιρέσεις και σχίσματα. Η αδυναμία της Συνόδου να πει την αλήθεια δείχνει ότι φοβήθηκε να έρθει σε ρήξη με το πνεύμα της εποχής.

 

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήδη από τη δεκαετία του 1990, αναφερόμενο στην «εκκλησιολογική πρόκληση» μπροστά στην οποία θέτει τις Εκκλησίες η συμμετοχή τους στην Οικουμενική Κίνηση και η ύπαρξη του ΠΣΕ ως «κοινωνίας Εκκλησιών», είχε επισημάνει την ανάγκη να διευκρινίσουν οι Εκκλησίες-μέλη την έννοια και την έκταση της κοινωνίας που βιώνουν στο Συμβούλιο, καθώς επίσης και την εκκλησιολογική σημασία της κοινωνίας, που είναι ο στόχος του Συμβουλίου και όχι μία δεδομένη πραγματικότητα.

Μέσα στις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες και μεταξύ τους υπάρχει ασυμφωνία και οι τοποθετήσεις είναι αμφιταλαντευόμενες και ασυνεπείς, με αρνητικότατα αποτελέσματα όχι μόνο στην κατάθεση μαρτυρίας προς τον έξω κόσμο αλλά και στη συμφωνία με τα ίδια τα λόγια και τις πράξεις τους.

Είναι γνωστό, αλλά αξίζει να το επισημάνω για τη συζήτησή μας εδώ, ότι μετά από έντονες συζητήσεις και πολλές προταθείσες τροπολογίες στο λεγόμενο εκκλησιολογικό κείμενο που έγινε αποδεκτό και υπεγράφη από τη μεγάλη πλειοψηφία των μελών της Συνόδου απαλείφθηκε ο όρος «Εκκλησίαι» (πρβλ. π.χ. §§ 19, 20 και 21) για τον χαρακτηρισμό των άλλων χριστιανικών ολοτήτων και εταίρων στον οικουμενικό διάλογο και η φράση στην επίμαχη παράγραφο 6 έγινε: «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται [αντί: αναγνωρίζει] τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν [αντί: ύπαρξιν] τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων [προστέθηκε] ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» (η υπογράμμιση δική μου). Η εγκριθείσα αυτή φράση θεωρήθηκε ασαφής και ανοικτή σε ποικίλες ερμηνείες.

Πάντως, το όλο εκκλησιολογικό θέμα δεν αποσαφηνίζεται και για αυτό πολύ σωστά στο εκκλησιολογικό κείμενο αναφέρεται ότι οι σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τις άλλες ετερόδοξες Εκκλησίες και Ομολογίες «πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος» (§ 6).

Να αποσαφηνιστεί, όμως, όχι μόνο από τους άλλους, αλλά και από τους Ορθόδοξους, όπως ήταν η αρχική πρόταση στο άκρως ενδιαφέρον εισηγητικό κείμενο του 1971: «Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» και στην Α΄ και Γ΄ Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις στο Σαμπεζύ (1976, 1986): «Πρός καλήν δέ τοῦ διαλόγου διεξαγωγήν… δέον ὃπως ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἀποσαφηνίσῃ τάς ἀρχάς αὐτῆς ὡς πρός τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν καί καθορίση τήν φύσιν, τήν ἒννοιαν καί τά ὃρια ἐν οἷς αὒτη ὁφείλει νά κινηθῇ μελλοντικῶς ἐν τῇ οἰκουμενικῇ ἀποστολῇ τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέον νά διατυπωθῶσι σαφῶς αἱ ἐκκλησιολογικαί ἀρχαί καί νά καθορισθῇ ἡ ἐκκλησιολογική βάσις, ἡ προοπτική καί ἡ μεθοδολογία ἀναφορικῶς πρός τάς σχέσεις καί τόν διάλογον ἡμῶν μετά τῶν ἐτεροδόξων».

Μια ειλικρινής και ξεκάθαρη απάντηση θα βοηθήσει τον διάλογο. Ισχύει ακόμη στο ακέραιο η προτροπή του «Πατριάρχη των Διαλόγων» του Παρθένιου του Γ΄ (του μακαριστού Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής): «Χρειάζεται να πούμε ειλικρινά, με θάρρος και τόλμη, και στους εαυτούς μας και σε όσους διαλέγονται μαζί μας, πώς τους βλέπομε, πώς τους νοιώθουμε, τι είναι για μας. Παραδεχόμεθα ότι είναι και αυτοί Εκκλησία; Δεν χρειάζεται η απάντησις να είναι ‘ήξεις αφήξεις’, ίσως, εάν, και τα παρόμοια.

Είναι έξω από την Εκκλησίαν; Είναι μέσα εις την Εκκλησίαν; Να το πούμε ολοκάθαρα. Δεν χρειάζεται να μας πουν οι άλλοι τι σκέπτονται για μας. Για μας η αλήθεια και η αγάπη ζητεί να πούμε εμείς ποια στάση έχομε, και πώς τους βλέπομε, χωρίς φόβο και πάθος. Η απάντηση θα βοηθήση τον διάλογο, είτε είναι θετική, είτε είναι αρνητική».

Δικαιολογημένα εκφράζεται η απορία από ετερόδοξους εταίρους στο διάλογο για πόσο χρονικό διάστημα θα αντέξει η Ορθόδοξη Εκκλησία αυτή την εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στην προθυμία για διάλογο και την άρνηση κάθε μορφής εκκλησιαστικής αναγνώρισης εκτός του σώματός της.

Το θέμα αυτό, που αποτελεί από τις πιο σοβαρές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει σύνολη η Ορθοδοξία, συνδέεται με την έλλειψη επαρκούς και απροκατάληπτης ενημέρωσης του πληρώματος της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, για τα ζητήματα της Οικουμενικής Κίνησης. Αυτή η ανάγκη πολύ σωστά τονίζεται στην παράγραφο 11 της απόφασης της Συνόδου για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: «Ἡ κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἀκολουθουμένη μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν διαφορῶν…, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων τῶν διαλόγων».

 

ΣΧΟΛΙΑ: Το ίδιο το κείμενο παραδέχεται ότι η φράση «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν... τῶν... ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» θεωρήθηκε «ασαφής και ανοικτή σε ποικίλες ερμηνείες». Το οικουμενιστικό εκκλησιολογικό κείμενο της Συνόδου χρειάστηκε να καταφύγει σε νομικίστικες φρασεολογικές ακροβασίες («ἀποδέχεται» αντί «ἀναγνωρίζει», «ὀνομασίαν» αντί «ὕπαρξιν») απλώς για να περάσει.

Ο καθηγητής αναφέρει ότι οι Διασκέψεις του Σαμπεζύ (1976 και 1986) ζητούσαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία να ξεκαθαρίσει τις αρχές της. Είναι τραγικό  το ότι, σαράντα χρόνια μετά, το θέμα αυτό παραμένει ακόμα «εκκρεμές». Αυτό δεν είναι μια απλή καθυστέρηση, αλλά μια εσκεμμένη ασάφεια: ο οικουμενισμός επιβιώνει μόνο όσο αποφεύγει να πει την αλήθεια. Αν δήλωνε καθαρά ότι οι αιρετικές κοινότητες δεν είναι Εκκλησία, θα σταματούσαν αμέσως οι διάλογοι, οι συμπροσευχές και οι σχέσεις μαζί τους.

Το ερώτημα αν οι ετερόδοξοι είναι μέσα ή έξω από την Εκκλησία έχει απαντηθεί προ πολλού: «Όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας». Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται νέες συνόδους για να το αποφασίσει αυτό· το έχουν ήδη πει η Αγία Γραφή, οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Άγιοι Πατέρες.

Το κείμενο παραδέχεται ότι οι σχέσεις με τους ετερόδοξους συνεχίζονται, παρόλο που δεν έχει ξεκαθαριστεί το εκκλησιολογικό τους καθεστώς. Καμία οικοδομή ή επιστήμη δεν μπορεί να στηριχθεί σε σαθρά θεμέλια. Αυτό εξυπηρετεί μόνο την «οικουμενιστική βιομηχανία» — έναν μηχανισμό από συνέδρια, επιτροπές και ταξίδια, που θέλει το ζήτημα να μένει πάντα ασαφές για να μην τελειώσει ποτέ αυτή η δραστηριότητα.

Επίσης, η αναφορά στην ενημέρωση των πιστών είναι υποκριτική. Αφού πρώτα δίδαξαν στον λαό μισές αλήθειες και φοβέρισαν όσους διαφωνούσαν αποκαλώντας τους «σχισματικούς», τώρα μιλούν για ενημέρωση. Η Εκκλησία όμως δεν είναι κράτος για να βγάζει κυβερνητικά δελτία τύπου, αλλά το Σώμα του Χριστού.

Τέλος, είναι αποκαλυπτικό το ότι το κείμενο αναρωτιέται πόσο θα «αντέξει» η Ορθοδοξία αυτή την ισορροπία απέναντι στους ετερόδοξους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία φτάνει στο σημείο να λογοδοτεί στους αιρετικούς για την πίστη της. Αυτό δεν είναι ισότιμος διάλογος, αλλά υποταγή. Η Εκκλησία δεν κάνει υποχωρήσεις ούτε διαπραγματεύεται την αλήθεια της για να αρέσει στους άλλους· απλώς την ομολογεί.

 

Πόσες όμως τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες το εφάρμοσαν αυτό; Πόσα από τα μέλη των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ακόμη και από εκείνα που ασκούν ποιμαντικό και θεολογικό έργο σε ανώτερα επίπεδα ευθύνης, έχουν επαρκή ενημέρωση για τα γενόμενα, τα τρέχοντα, τα σχεδιαζόμενα στο χώρο της Οικουμενικής Κίνησης; Πόσες Μητροπόλεις πραγματοποίησαν ιερατικές συνάξεις για να ενημερώσουν τους ιερείς τους για τα θέματα και την πορεία των διαλόγων; Πόσες Μητροπόλεις ενημέρωσαν κληρικούς και λαϊκούς για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και τις αποφάσεις της;

Τί έκαναν οι Μητροπόλεις τόσα χρόνια που Οργανώσεις, ομάδες ιεραρχών, κληρικών, μοναχών και λαϊκών, ποικιλώνυμες και ποικιλόμορφες παρασυναγωγές, λυμαίνονταν (διάβρωναν, δηλητηρίαζαν) τις εκκλησιαστικές συνειδήσεις στην Ελλάδα, μονοπολούσαν την Ορθοδοξία, την κατανοούσαν με όρους ομολογιακούς, και σε πολλές περιπτώσεις κατάφεραν να τη θέσουν στο περιθώριο της ιστορίας;

Επανειλημμένα έχει επισημανθεί σε διορθόδοξο επίπεδο ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης της χριστιανικής ενότητας και καταλλαγής δεν θα έχει αποτελέσματα, εάν δεν ξεκινάει από τη «βάση», από τη «ρίζα προς τα επάνω» σε κάθε τόπο, σε κάθε ενορία, σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε αυτοκέφαλη Εκκλησία. Όπως εύστοχα και με διορατικότητα είχε τονισθεί από την Ορθόδοξη πλευρά στη Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στην Καμπέρα (1991), η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο οικουμενικό όραμα «δύναται να διαρθωθή και να εκπληρωθή μόνον όταν αύτη συμμετέχει εις την βάσιν» και η συμμετοχή της θα ήταν περισσότερο αποτελεσματική «εάν εδίδετο μεγαλυτέρα προσοχή εις τον καταρτισμόν κληρικών και λαϊκών ανδρών και γυναικών εις τα οικουμενικά θέματα».

Η παράκαμψη μεγάλου μέρους του λαού και του κλήρου και η έλλειψη ενημέρωσής του είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδηγούν στην αδιαφορία και την άρνηση της Οικουμενικής Κίνησης. Σε αυτό οφείλεται και η παράλυση κάθε προσπάθειας για δράση και εφαρμογή αυτών που αποφασίζονται.

Ήταν ευκαιρία κατά τη μετασυνοδική πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δέκα χρόνια τώρα, να αλλάξουν τα πράγματα και να γίνουν αυτοδιορθωτικές κινήσεις στο θέμα αυτό. Δεν είναι αργά. Είναι καιρός να βελτιωθούν οι εσωτερικές σχέσεις, να ξεπεραστεί η ιεραρχική δομή και να αναζητηθούν τρόποι για την έκφραση της συλλογικότητας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Με άλλα λόγια είναι ευκαιρία να καλλιεργηθεί και να ανθίσει το «μυστήριο της συνυπευθυνότητας», δηλαδή της συνοδικότητας σε όλα τα επίπεδα και τα πεδία της εκκλησιαστικής ζωής παρά τις υπάρχουσες προσώρας δυσχέρειες.

Διαφορετικά, όπως έχει παρατηρήσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ήδη από το 1983 (ως Μητροπολίτης τότε Φιλαδελφείας), «διατηρώντας το λαό μακριά από τις σχετικές διαδικασίες, εκείνοι που επιθυμούν να μην επιχειρήσουν τα τολμηρά και αποφασιστικά βήματα προς τη χριστιανική καταλλαγή και ένωση, θα έχουν όλη την άνεση να επικαλούνται ως «άλλοθι», την «ανωριμότητα», την «άγνοια» και το «ανέτοιμον» του λαού. Μήπως αυτό δεν ισχυρίστηκαν οι ακραίοι κύκλοι που δεν επιθυμούσαν την πραγματοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου;

Γίνεται, επομένως, φανερό ότι η πορεία προς τη χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της εκκλησιαστικής βάσης, αλλά και χωρίς ενημέρωση και καλλιέργεια συνοδικού φρονήματος. Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται, ιδιαίτερα στη μετασυνοδική πορεία που άνοιξε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, να ενισχύσει τη συνοδικότητα σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής. Είναι, τέλος, μια ευκαιρία ο συνοδικός θεσμός να καταστεί σταθερή παράμετρος της πορείας της Ορθοδοξίας, ώστε να καλλιεργηθεί βαθύτερα ο συνοδικός τρόπος ζωής και η συνυπευθυνότητα μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

Όταν ο συνοδικός τρόπος ζωής λειτουργεί σωστά, δηλαδή συλλογικά και συμμετοχικά σε όλα τα επίπεδα, τότε «το ‘σώμα’ ενεργεί δια της Συνόδου και η Σύνοδος υπέρ του ‘σώματος’», τότε το πλήρωμα της Εκκλησίας γίνεται πραγματικός θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης και της κατά Χριστόν ζωής· περιφρουρεί την ενότητα και την αλήθεια και δραστηριοποιείται δυναμικά μέσα στον κόσμο και, μέσα από τη συνοδική της ζωή και την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, καταθέτει την αυθεντική ορθόδοξη οικουμενική μαρτυρία προς τον σύγχρονο κόσμο.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Οι ίδιοι οι οικουμενιστές παραδέχονται ότι ο πιστός λαός και ο κλήρος αγνοούν ή απορρίπτουν τις μεθοδεύσεις των διαλόγων και τις αποφάσεις της Κρήτης. Ωστόσο, η ερμηνεία που δίνουν σε αυτή την αντίδραση αντιστρέφει την πραγματικότητα, ενοχοποιώντας το πλήρωμα της Εκκλησίας.

Το κείμενο θέτει αμείλικτα ερωτήματα για το πώς οι τοπικές Εκκλησίες και οι Μητροπόλεις απέφυγαν συστηματικά να ενημερώσουν τον λαό. Ο λόγος είναι προφανής: αν ο πιστός λαός διδασκόταν την πατροπαράδοτη ακρίβεια και όχι τις προτεσταντικές θεωρίες του ΠΣΕ, η αποδοχή των κειμένων της Κρήτης θα ήταν αδύνατη.Όπως ορθά επισημαίνεται, η έλλειψη ενημέρωσης βαφτίζεται από τους θιασώτες του οικουμενισμού ως «ανωριμότητα» ή «άγνοια» του λαού, η οποία χρησιμεύει ως «άλλοθι» για να προχωρήσουν σε ακόμη πιο τολμηρά και αντικανονικά βήματα ένωσης.  Οι αγωνιστές Ιεράρχες, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί που αντιστέκονται στον συγκρητισμό δεν «λυμαίνονται» τις συνειδήσεις, όπως αδίκως κατηγορούνται, αλλά αποτελούν το ζωντανό τείχος προστασίας της Εκκλησίας.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

΅Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του καθηγητή Στυλιανού Τσομπανίδη«Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον»: Ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας – Παρακαταθήκη και προοπτικές 10 χρόνια μετά (Chantilly, October 6th 2026).

 



Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύεται στο link. https://fosfanariou.gr/index.php/2026/10/07/stylianou-tsobanidi-scheseis-tis-orthodoxou-ekklisias-pros-ton-loipon-christianikon-kosmon.

Στα πλαίσια υπάρχουν τα αποσπάσματα της ομιλίας του καθηγητή.

 

 

MEΡΟΣ-Α

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης αποτέλεσε αναμφίβολα κομβικό σταθμό στην πορεία της Ορθοδοξίας μέσα στον σύγχρονο κόσμο.

Μετά από μια μακρά πορεία και προσπάθεια, άνοιξε έναν νέο ορίζοντα για την παρουσία και τη μαρτυρία της Ορθοδοξίας, μαζί με τους άλλους χριστιανούς, στον σύγχρονο κόσμο και σε όλη την οικουμένη.

Αυτό το κατάφερε υπογραμμίζοντας τη σχεσιακή διάσταση του μυστηρίου της Εκκλησίας, εξετάζοντας το δεσμό που ενώνει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες μεταξύ τους και τον ιστό που αυτές ύφαναν με άλλες Εκκλησίες, προβάλλοντας τη συναίσθηση της ευθύνης τους για καταλλαγή και ενότητα, καθώς και τη σημασία τού να συλλαμβάνουν αυτές τα «σημεία των καιρών».

Η απουσία Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών από τη Σύνοδο και οι όποιες δυσκολίες και παρεκκλίσεις δεν μείωσαν το κύρος των αποφάσεων της Συνόδου. Απεναντίας, αφομοιώθηκαν από αυτή στην καθολικότητα των κριτηρίων της ορθόδοξης παράδοσης, που φέρουν χαρακτήρα υπερεθνικό, πανανθρώπινο και οικουμενικό με κοσμικές διαστάσεις (περιλαμβάνουν δηλαδή όλη τη δημιουργία).

Όσο και αν οι αδυναμίες και τα προβλήματα αδυνατίζουν τη φωνή της Ορθοδοξίας και αποδυναμώνουν το ενιαίο σώμα της, αυτή δεν φτωχαίνει θεολογικά και πνευματικά∙ διατηρεί αλώβητο τον μυστηριακό και σωτηριολογικό χαρακτήρα της και δεν στερείται κοινού λόγου προς τον κόσμο, στου οποίου τις αναζητήσεις, τις αγωνίες και την κραυγή για δικαιοσύνη και ειρήνη παραμένει ανοικτή και ευαίσθητη.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το κείμενο θεωρεί τη Σύνοδο «κομβικό σταθμό» επειδή «άνοιξε νέο ορίζοντα» στη μαρτυρία της Ορθοδοξίας «μαζί με τους άλλους χριστιανούς». Εδώ συντρέχει βαθύ δογματικό λάθος. Η Ορθοδοξία δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως μία «Εκκλησία» ανάμεσα σε πολλές, αλλά ως την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία — την ίδια που ομολογούν οι επτά Οικουμενικές Σύνοδοι. Η φράση «μαζί με τους άλλους χριστιανούς» αποδέχεται de facto τη θεωρία των κλάδων: δηλαδή την ιδέα ότι η Εκκλησία σχίστηκε σε ίσα μέρη και η Ορθοδοξία είναι απλώς ο ένας από τους κλάδους. Αυτό αντιβαίνει στη δογματική διδασκαλία. Η Εκκλησία δεν σχίστηκε ποτέ· ο εαυτόν αυτής αποκόψας, απεκόπη (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς). Αυτοί που αποσχίστηκαν εκτέμνονται από την Εκκλησία, όχι η Εκκλησία από τον εαυτό της. Η εκκλησιολογία της Κρήτης, με τη γλώσσα της «σχεσιακότητας», αμβλύνει ακριβώς αυτή τη δογματική διαχωριστική γραμμή.

Στα επίσημα κείμενα της Κρήτης δεν υπάρχει ούτε μία φορά ο όρος «αίρεση» για τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες. Οι ετερόδοξοι αποκαλούνται «Εκκλησίες» και «εκκλησιαστικές κοινότητες». Αυτή είναι η ουσία του εγγράφου «Σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο» (2016), που υιοθετεί τη θεωρία των κλάδων και του «βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδος» ως ικανής συνδέσμου με το σώμα της Εκκλησίας. Αντιθέτως, οι Πατέρες διδάσκουν ότι τα αιρετικά βαπτίσματα είναι άκυρα και ο βαπτιζόμενος σε αίρεση «εβαπτίσθη εις νεκρούς» — χειρότερα κι από τον αβαπτίστο (Αγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων). Η άρνηση του όρου «αίρεση» δεν είναι θέμα ευγένειας· είναι δογματική απόκλιση από τη συνοδική παράδοση.

Ο καθηγητής  ισχυρίζεται ότι οι απουσίες «δεν μείωσαν το κύρος». Θεολογικά, αυτό είναι ανυπόστατο. Για να θεωρηθεί μια σύνοδος Οικουμενική, απαιτείται η σύμπνοια και συμμετοχή όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών (κανών 5 της Πρωτοδευτέρας, κανών 6 της Πρωτής και ΣΤ΄ Οικουμενικής). Η απουσία της Εκκλησίας της Ρωσίας, της Γεωργίας, της Βουλγαρίας, της Αντιοχείας και της Σερβίας σημαίνει ότι η Κρήτη δεν ήταν ούτε καν σύνοδος — ήταν επισκοπικό συμβούλιο ορισμένων Εκκλησιών. Δεν υπάρχει προηγούμενο στην εκκλησιαστική ιστορία συνοδικών αποφάσεων που θεωρήθηκαν δεσμευτικές ενώ απουσίαζε η πλειοψηφία της Ορθοδοξίας. Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νικαία Β΄, 787) επικυρώθηκε αργότερα από τις απουσούσες Εκκλησίες — και μέχρι τότε δεν εθεωρείτο τελεσίδικη. Η Κρήτη δεν είχε καν αυτή τη μεταγενέστερη επικύρωση από πολλές από τις απουσούσες.

Το κείμενο αναφέρεται σε «ιστό που ύφαναν με άλλες Εκκλησίες». Με ποιες άλλες Εκκλησίες; Η Ορθοδοξία δεν έχει «ιστό» κοινωνίας με αιρετικούς. Η κοινωνία (κοινωνία) στην πατερική θεολογία είναι το ίδιο το μυστήριο της θεώσεως. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ορίζει: όποιος δεν δέχεται τη χάρη ως ακτιστο (το Φιλιόκβε, τη δεσποτική παρέμβαση) βρίσκεται εκτός Εκκλησίας. Οι Πατέρες δεν προσεύχονταν μαζί με αιρετικούς· αρνούνταν ακόμη και την προσκύνηση στον ίδιο ναό. Το κείμενο αντικαθιστά την ορθοδοξία (όρθος δόξα) με μια αδιάκριτη «χριστιανική φιλία», η οποία ιστορικά οδήγησε στην άρνηση ακόμα και των μαρτυρίων των Νεομαρτύρων — αν οι Τούρκοι επέβαλλαν αλλαξοπιστία, η λογική της Κρήτης λέει ότι «δεν έπρεπε να μαρτυρήσουν για μια διαφορά σε λέξεις».

Το κείμενο μιλά για «κοινό λόγο προς τον κόσμο» και «ευθύνη για καταλλαγή». Η καταλλαγή, όμως, μεταξύ ποίων; Μεταξύ της Εκκλησίας και των αιρέσεων; Αυτή η γλώσσα αποκαλύπτει μια σαρκομένη εκκλησιολογία. Η καταλλαγή γίνεται με τον Θεό διά της μετανοίας, όχι με ανθρώπινες διαπραγματεύσεις. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν αυστηρός: «επείσακτον ημίν τούτο και ου δεκτόν». Η συμφωνία με ετεροδόξους στα κοινωνικά ζητήματα (πείνα, ειρήνη) επιτρέπεται στο επίπεδο της φιλανθρωπίας, αλλά ποτέ ως θεολογική συνεργασία που σημαίνει αναγνώριση της χάριτός τους.

Το κείμενο αναφέρει σχεδόν αποκλειστικά ανθρωπιστικά θέματα: «αγωνίες», «κραυγή για δικαιοσύνη», «ειρήνη», «κοσμικές διαστάσεις». Αυτό είναι χαρακτηριστικό του σύγχρονου οικουμενισμού: η Εκκλησία μετατρέπεται από σωματικός οργανισμός θεώσεως σε ΜΚΟ με θρησκευτικό προσωπείο. Ο Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά να σώσει τον κόσμο. Όταν η δικαιοσύνη υποκαθιστά τη σωτηρία, τότε η Εκκλησία ομοιάζει με κάθε άλλη ιδεολογία. Η «κοινωνική διάσταση» δεν είναι άχρηστη, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί το κριτήριο ενότητας — διαφορετικά, η Εκκλησία ενώνεται με όλους τους καλούς ανθρώπους, ακόμα και τους αθέους, αρνούμενη ότι η σωτηρία είναι δώρο μοναδικό της Εκκλησίας.

Ιδιαίτερα η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» είναι ιστορική και σημαντική, αποτελεί ορόσημο της ορθόδοξης οικουμενικής μαρτυρίας, γιατί:

1. επισήμως επικυρώνει και εμπεδώνει, υπό την επιτυχή προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και παρά τους ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων παραδοσιαρχικών κύκλων και τα πυκνά «σύννεφα» που μαζεύτηκαν πάνω από την Oικουμενική Κίνηση ιδίως τα τελευταία χρόνια, τη βούληση της συνέχισης της ενεργού συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση, καθώς επίσης και την υποχρέωσή της να διαλέγεται με τον «άλλον», με ανθρώπους άλλων πολιτισμών και άλλων θρησκευτικών πεποιθήσεων.

2. όχι μόνο αποφεύγει να κατατάξει τη Χριστιανοσύνη σε αιρετικές και σχισματικές κοινότητες που απειλούν την Ορθοδοξία, αλλά και υπενθυμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωτοστάτησε στη σύγχρονη αναζήτηση της ενότητας μαζί τους και ότι μετείχε στην Οικουμενική Κίνηση αφού αυτή, όπως δηλώνεται ρητά, «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί την ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν».

3. κατέδειξε ότι η συνέχιση και ανάπτυξη των σχέσεων με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο μέσω του διαλόγου ενισχύεται από την προσευχή προς τον Χριστό: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί ‘γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν’ (Ἰω. 10,16)».

4. ασχολήθηκε (§ 22) με τις ακραίες εκδηλώσεις στους κόλπους της που τείνουν ή συγγενεύουν προς τον φονταμενταλισμό και απειλούν την ενότητά της, καταφέροντας πλήγματα στο σώμα της με κίνδυνο να το καταστήσουν σώμα νεκρό και αντικείμενο προς συντήρηση, ξένο προς τους αγωνιώδεις προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου και αδιάφορου να δείξει σε αυτόν το αληθινό μήνυμα του Ευαγγελίου. Αυτό αποτέλεσε πραγματικά μια νέα εξέλιξη και δυναμική τοποθέτηση της Ορθοδοξίας ενώπιον νέων προκλήσεων.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αποδοχή της Οικουμενιστικής Κίνησης από τη Σύνοδο της Κρήτης και ο χαρακτηρισμός των αντιδράσεων ως «παροξυσμών» κρίνεται από τον ομιλητή  ως αντιπατερικός. Η αλήθεια δεν καθορίζεται από πλειοψηφίες ή διπλωματικές ισορροπίες, αλλά ομολογείται. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν υπήρξε γραφικός «παροξυσμένος», αλλά ο θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας στη Φλωρεντία, εφαρμόζοντας το εκκλησιαστικό αξίωμα της ακρίβειας απέναντι στην πλάνη. Σύμφωνα με την Πατερική παράδοση, ο διάλογος με τους ετεροδόξους αποσκοπεί αποκλειστικά στην αναίρεση της αίρεσης και στην επιστροφή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και όχι στην αμοιβαία αναγνώρισή τους ως εκκλησιαστικών σωμάτων. Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς δίδασκε ότι ο διάλογος που διεξάγεται χωρίς την αλήθεια και χωρίς προϋπόθεση μετάνοιας ισοδυναμεί με προδοσία της αποστολικής παρακαταθήκης. Κατά τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, η αίρεση συνιστά έργο της σάρκος και ο αιρετικός αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας. Οι Ρωμαιοκαθολικές και Προτεσταντικές κοινότητες θεωρούνται εσχατολογικές και στερούμενες έγκυρης χάριτος, καθώς η σωτηρία και τα μυστήρια τελούνται αποκλειστικά εντός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η Οικουμενιστική Κίνηση δεν ελκύει την καταγωγή της από τους Πατέρες, αλλά αποτελεί προϊόν προτεσταντικών κυρίως διεργασιών του 19ου αιώνα (και ιστορικά συνδέεται με τη Μεταρρύθμιση).

Η χρήση του χωρίου ««μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ιωάν. 10,16) για την οικουμενιστική προσευχή είναι εσφαλμένη. Τα «άλλα πρόβατα» δεν αφορούν τις σύγχρονες ομολογίες, αλλά τα έθνη (εθνικούς) που προσελκύθηκαν στο σώμα της Εκκλησίας διά του βαπτίσματος. Με βάση τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η κοινή προσευχή προϋποθέτει κοινή πίστη (κοινωνία μυστηρίων). Η συμπροσευχή με αμετανόητους ετεροδόξους αντιστρέφει την εκκλησιολογική τάξη και μετατρέπει την προσευχή σε πράξη αλλοίωσης του δόγματος.

Ο χαρακτηρισμός της πατερικής αφοσίωσης ως «φονταμενταλισμού» αποτελεί, σύμφωνα με το κείμενο, προσφιλή οικουμενιστική τακτική με στόχο την απαξίωση της Ορθόδοξης ακρίβειας. Η Εκκλησία δεν καθίσταται «νεκρό σώμα» όταν φυλάσσει την παράδοση, αλλά όταν συμβιβάζεται με το πνεύμα των καιρών. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και το Εβρ. 13,8, η αλήθεια του Χριστού παραμένει αμετάβλητη στους αιώνες, απορρίπτοντας κάθε έννοια «νέας δυναμικής εξέλιξης» εις βάρος του δόγματος.

Ο Παύλος Μελάς και οι λοιποί ήρωες πατριώτες του Μακεδονικού αγώνα μας οδηγούν.

 

  



Το όνομα του ήρωα Παύλου Μελά είναι στενά συνδεδεμένο με τον μακεδονικό αγώνα για να μη γράψω ότι ταυτίζεται με τον αγώνα. Μακεδονικός αγώνας ονομάζεται ο ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, κυρίως, και άλλων σλαβόφωνων κατά την περίοδο 1904 έως 1908 με το θέατρο των συγκρούσεων να είναι η τουρκοκρατούμενη τότε Μακεδονία.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η λήξη της επανάστασης του 1821 δεν βρήκε ολόκληρη την Ελλάδα ελεύθερη. Τα βόρεια σύνορα της ελεύθερης Ελλάδας αποτελούσε η Θεσσαλία. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι ένα μεγάλο τμήμα του Ελληνισμού παρέμεινε υποδουλωμένο εις την οθωμανική αυτοκρατορία. Η Θεσσαλία του Ρήγα Φεραίου, η Μακεδονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άλλες ένδοξες και ελληνικότατες περιοχές Ήπειρος, Κρήτη, Θράκη και πόλεις όπως Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Μοναστήρι, Ρόδος, Βέροια στέναζαν κάτω από την μπότα του τούρκου δυνάστη.

Ο ελεύθερος ελληνισμός το έφερε βαρέως το γεγονός αυτό. Η περιοχή της Μακεδονίας μας ήταν εμπορικό σταυροδρόμι της εποχής και η ανάμειξη ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών και γλωσσών ήταν γεγονός αναπόφευκτο. Ο τούρκος δυνάστης απαγόρευε την λειτουργία ελληνικών σχολείων για εκατοντάδες χρόνια. Αναμενόμενο ήταν κάποιοι άνθρωποι να αρχίζουν να μη μιλάνε Ελληνικά, να αναπτύσσονται τοπικοί διάλεκτοι και να παρεισφρέουν και σλαβικές λέξεις. Μήπως σήμερα που λειτουργούν σχολεία δεν παρατηρούμε την άναρχη εισβολή ξένων λέξεων εις το καθημερινό λεξιλόγιό μας;;.

Οι Βούλγαροι και άλλοι σλαβικοί λαοί έβλεπαν τις πλούσιες μακεδονικές πεδιάδες με τους μεγάλους ποταμούς και τα λιμάνια της Μακεδονίας, κυρίως της Θεσσαλονίκης, και επιθυμούσαν σφόδρα να τα προσαρτήσουν. Νόμισαν ότι βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία να προσαρτήσουν την ελληνική Μακεδονία. Οι ευρωπαίοι προβλέπουν την διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και προσπαθούν να κερδίσουν ότι μπορούν.

Για να προσαρτήσει την Μακεδονία η Βουλγαρία έπρεπε να αποδείξει ότι οι Μακεδόνες είναι Βούλγαροι. Για το σκοπό αυτό ιδρύει μια οργάνωση το Κομιτάτο και τα μέλη της ονομάζονται κομιτατζήδες. Ο ρόλος των κομιτατζήδων ήταν με την βία και τον εξαναγκασμό να αποδείξουν ότι ο ντόπιος πληθυσμός ακολουθεί την Βουλγαρία. Εκβιάζουν και απειλούν τους Ορθόδοξους Χριστιανούς να μη εκκλησιάζονται εις τις εκκλησίες που ανήκουν εις το οικουμενικό πατριαρχείο αλλά  εις τις εκκλησίες που ανήκουν εις τη βουλγαρική εξαρχία. Στην Οθωμανική τάξη η εκκλησιαστική ένταξη αποτελούσε κριτήριο εθνικής κατηγοριοποίησης. Η ένταξη κάποιου σε μία από τις δύο Εκκλησίες, τη βουλγαρική Εξαρχία ή το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, σήμανε τη δήλωσή του ως «Βούλγαρου» ή «Έλληνα» αντίστοιχα. Μεγάλη η πίεση και η αγριότητα που αντιμετώπιζαν οι Μακεδόνες για να ενταχθούν εις την Βουλγαρική εξαρχία και μέσω αυτής να υποδουλωθούν εις την Βουλγαρία. Ταυτόχρονα οι κομιτατζήδες ιδρύουν και σχολεία εις τα οποία διδάσκεται αποκλειστικά και μόνο η βουλγαρική γλώσσα.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Απόψεις και σχόλια στην ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη για τα δέκα χρόνια από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης (Γ).

 


MEΡΟΣ-Γ-ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Ἐν τῷ πνεύματι τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει νά εἶναι μαρτυρία ἐλευθερίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἐλευθερωτής καί ἡ Ἐκκλησία Του εἶναι κίνημα καί τόπος «βιωμένης ἐλευθερίας». Ὅλη ἡ ἀλήθεια περί τῆς ἐλευθερίας συμπυκνώνεται εἰς τήν ἀξονικήν φράσιν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Τῇ ἐλευθερίᾳ […] Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. ε’, 1).

Αὐτή βιοῦται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς συνελευθερία, ὡς κοινωνία τῶν προσώπων καί ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ». Καί ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης δίδει ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τήν ἀλήθειαν ὡς ἐλευθερίαν καί εἰς τήν ἐλευθερίαν ὡς ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός. «Ἐάν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. η’, 31-32). 

Εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας τό μυστήριον τῆς ἐλευθερίας ἀποκαλύπτεται εἰς ὅλον του τό ὑπαρξιακόν καί κοινωνικόν βάθος. Ἡ ὑψίστη ἐλευθερία τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι τό «τέλος τοῦ δικαιώματος», ἐφ᾿ ὅσον αὐτό ταυτίζεται μέ τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ». Ἡ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι, ὅπως ἔχει γραφῆ, «ὄχι μόνον θυσία τοῦ ἔχειν, ἀλλά προπαντός τοῦ εἶναι μας». Ὁ Χριστός ἀπορρίπτει τό «θησαυρίζειν ἐν ἑαυτῷ» τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. ιβ’, 16-21), ἀλλά καί τήν αὐτοδικαιωτικήν κενοδοξίαν τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη’, 9-14). Ἡ χριστοδώρητος ἐλευθερία εἶναι ὁ «νέος οἶνος», ὁ ὁποῖος διαρρηγνύει τούς «παλαιούς ἀσκούς» (Ματθ. θ’, 17). Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐποχήν τῶν πολλῶν ἐλευθεριῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι φανέρωσις ἐκείνης τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἀνθρώπινον κατόρθωμα, ἀλλά δωρεά τῆς Θείας Χάριτος, gratia gratis data, εἶναι ὄχι «κτῆσις, ἀλλά σχέσις». Μιᾶς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀναπτερώνει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, διευρύνει καί ἐνισχύει τήν καλήν μαρτυρίαν του ἐν τῷ κόσμῳ, ἀπαλλάσσει τήν ζωήν καί τά ἔργα του ἀπό τό στίγμα τῆς ματαιότητος.  

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η επίκληση της «ελευθερίας» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να αλλοιωθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Παρουσιάζουν την Εκκλησία σαν ένα χαλαρό «κίνημα» που προσαρμόζεται στα μέτρα του σύγχρονου κόσμου, χάνοντας τον χαρακτήρα της ως αποκλειστικού θεματοφύλακα της Αλήθειας. Η αληθινή εν Χριστώ ελευθερία δεν είναι μια κοσμική «ελευθερία» ούτε μια θεωρία χωρίς δεσμεύσεις. Είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την τήρηση της Παράδοσης και την ακέραια ομολογία της Ορθόδοξης Αλήθειας. Όταν οι οικουμενιστές μιλούν για «σχέσεις» και «διάλογο» χωρίς δογματικά όρια, καταργούν τα όρια της Εκκλησίας και μετατρέπουν τη θεία χάρη σε μια κοσμική ιδεολογία. Η εν Χριστώ ελευθερία δεν σημαίνει άρνηση των δογμάτων ούτε συμβιβασμό με τις αιρέσεις χάριν μιας ψεύτικης αγάπης. Αντιθέτως, η γνήσια ελευθερία του Πνεύματος προστατεύει το «σώμα» της Εκκλησίας από τον συγκρητισμό και δεν υποτάσσεται στα σχέδια εκείνων που θέλουν να διαλύσουν την ιερή Παράδοση.

Εἰς τό κέντρον τῆς παρακαταθήκης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀνήκει ἡ μέριμνα διά τήν νεότητα. Οἱ νέοι καί αἱ νέαι καλοῦνται νά ἐνταχθοῦν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν της, μέ πυρῆνα τήν πίστιν εἰς τόν Θεόν καί τήν ἀγάπην πρός τόν πλησίον, τόν συνάνθρωπον, τόν ἀδελφόν. Τό εἶναι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι συνεῖναι, κοινωνία σχέσεων. Τό «καινόν» εἶναι τό «κοινόν», «κοινή ἐλευθερία», κοινή ἐλπίς τῆς «κοινῆς βασιλείας». Εἶναι συμπόρευσις μετά τῶν ἀδελφῶν καί συνοδοιπορία μετά τοῦ Κυρίου, κατά τόν λόγον Αὐτοῦ: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’, 20). Ὁ Χριστός, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος […] τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῇς, ΣΤ΄, PG 150, 680). Ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ νέα γενεά ἀποκτᾷ τήν ὀρθήν ὀπτικήν διά τά κοινωνικά δρώμενα καί τάς πολιτισμικάς ἐξελίξεις, διά τό νόημα τῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς προόδου, καί δύναται νά κτίσῃ ἐπί σταθερόν θεμέλιον τό μέλλον της. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν νέων, ὁ δυναμισμός καί ἡ ροπή των πρός δρᾶσιν ἐμπλουτίζονται μέ νέα κίνητρα διά τῆς συμμετοχῆς των εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί ἀποκτοῦν νέαν κατεύθυνσιν καί προοπτικήν. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει εἰς τούς νέους «ὄχι ἁπλῶς “βοήθειαν”, ἀλλά τήν “ἀλήθειαν” τῆς θεανθρωπίνης καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς». Οἱ συνοδικοί Πατέρες τῆς Κρήτης καλοῦν τούς νέους «νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταὐτοχρόνως δέ καί συνεχισταί αὐτῆς», «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας» ὡς «ἡ ἐνεργός ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ παρόντι» (Ἐγκύκλιος, § 8). 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά των οικουμενιστών στη νεότητα και στον δήθεν «δυναμισμό» της, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται για να αποσπάσει τους νέους από την πατερική παράδοση και να τους εντάξει σε μια χαλαρή, κοσμική αντίληψη της Εκκλησίας. Παρουσιάζουν την εκκλησιαστική ζωή σαν μια κοινωνική ομάδα ή ένα απλό «κίνημα» σχέσεων, παραλείποντας την αποκλειστική αλήθεια της πίστης. Η αληθινή ένταξη των νέων στην Εκκλησία δεν γίνεται με βάση τα σύγχρονα κοσμικά πρότυπα ούτε με συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η Παράδοση της Ορθοδοξίας δεν είναι ένα τυπικό στοιχείο που απλώς το κληρονομούμε για να το προσαρμόζουμε στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά η αμετάθετη αλήθεια που φυλάσσεται ακέραια. Όταν οι οικουμενιστές καλούν τους νέους σε μια «κοινή πορεία» με ετεροδόξους υπό το πρόσχημα της δήθεν αγάπης, τους απομακρύνουν από τη σωτηρία. Η γνήσια διαφύλαξη των αιώνιων αξιών της Ορθοδοξίας δεν επιτυγχάνεται με τη νεωτεριστική προσαρμογή, αλλά με τη γενναία ομολογία και την άρνηση κάθε συγκρητιστικού συμβιβασμού. Η Εκκλησία δεν προσφέρει στους νέους μια κοινωνική ιδεολογία, αλλά την αποκλειστική οδό της εν Χριστώ ζωής, η οποία μένει σταθερή στους αιώνες.

Πολύτιμον παρακαταθήκην τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἡ ἔμπρακτος ἀναγνώρισις τοῦ ρόλου τῆς θεολογίας εἰς τήν κατάρτισιν τῶν κειμένων, εἰς τήν λειτουργίαν τῆς Συνόδου καί εὐρύτερον εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπεκάλυψε τήν δύναμιν τῆς θεολογίας ὡς τοῦ σιδηροῦ βραχίονος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς «διαλεγομένης θεολογίας», ἡ ὁποία ἑρμηνεύει τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν καί δίδει τήν χριστιανικήν μαρτυρίαν ἐντός ἑνός συνεχῶς ἐξελισσομένου, σήμερον δέ ταχύτατα μεταβαλλομένου κόσμου. Θεολογία ἐν διαλόγῳ μέ τόν πολιτισμόν οὐδόλως σημαίνει προσαρμογήν εἰς τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί συσχηματισμόν μέ τόν κόσμον. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ ἄποψις, μέ κριτικήν διάθεσιν, ὅτι τό ἄνοιγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν σύγχρονον κόσμον, ὅπως διαφαίνεται διά τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἕν «ἐλεγχόμενον ἄνοιγμα», ἐκφράζει σαφέστατα τάς προθέσεις τῶν Συνοδικῶν Πατέρων περί τῆς ὄχι ἀπροϋποθέτου στάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ συνάντησις μέ τόν κόσμον, πάντοτε ἐν ἀμετακινήτῳ πιστότητι πρός τήν παράδοσιν τῆς Ἀληθείας, περιλαμβάνει τήν μελέτην τοῦ πνεύματος, ἐπίγνωσιν τῶν ἀδιεξόδων καί τῶν θετικῶν προοπτικῶν τῆς ἐποχῆς, γνῶσιν τοῦ πολιτισμικοῦ πλαισίου, ἐντός τοῦ ὁποίου ἡ Ἐκκλησία ἐξαγγέλλει τό Εὐαγγέλιον καί ἡ θεολογία της ἑρμηνεύει ἐπικαίρως τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά σε μια «διαλεγόμενη θεολογία» και σε ένα δήθεν «ελεγχόμενο άνοιγμα» προς τον σύγχρονο κόσμο, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά συγκαλύπτει τη σταδιακή υποχώρηση της Ορθόδοξης δογματικής ακρίβειας. Παρουσιάζουν τη θεολογία όχι ως φύλακα της αμετάθετης Αλήθειας, αλλά ως ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμογής στα αιτήματα της εποχής. Η αληθινή θεολογία της Εκκλησίας δεν βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με τις κοσμικές ιδεολογίες ούτε επιδιώκει συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η συνάντηση με τον πολιτισμό, όταν επιχειρείται από τους οικουμενιστές χωρίς δογματικά σύνορα, καταλήγει σε συγκρητιστικές θεωρίες και σε αλλοίωση του ευαγγελικού μηνύματος. Η Παράδοση δεν ερμηνεύεται με βάση τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του κόσμου, αλλά μένει σταθερή και ανέπαφη. Η γνήσια θεολογική  ομολογία δεν αποδέχεται τα «ανοίγματα» εκείνα που υποτάσσουν την Εκκλησία στις κοσμικές μεθοδεύσεις. Η Ορθόδοξα θεολογία φυλάττει την ακεραιότητα της Πίστης, απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης και κάθε ψεύτικη συνάντηση που θυσιάζει την πατερική ακρίβεια χάριν μιας κοσμικής αποδοχής.

 

Στοιχοῦσα εἰς τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία ὀφείλει νά ἀνθίσταται σθεναρῶς εἰς τόν φονταμενταλισμόν, αὐτήν τήν «ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος» (Ἐγκύκλιος, § 17), ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ τήν μισαλλοδοξίαν καί τήν βίαν «ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ» καί δίδει εὐπρόσδεκτα ἐπιχειρήματα εἰς τούς ἀρνητάς Του. Ἀπάντησιν εἰς τάς φονταμενταλιστικάς στάσεις δίδει ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος, ὁ ὁποῖος, ὅπως σημειώνεται εἰς τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλη Συνόδου, «συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων» (§ 4). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.

 

ΣΧΟΛΙΑ. Η προσπάθεια των οικουμενιστικών κύκλων να ταυτίσουν την πατερική ακρίβεια και την αδιαπραγμάτευτη ομολογία της Πίστης με τον λεγόμενο «φονταμενταλισμό» αποτελεί μια μεθοδευμένη αλλοίωση του ορθόδοξου ήθους. 

Με το πρόσχημα της καταδίκης της νοσηρής θρησκευτικότητας και της βίας, επιχειρείται η αποδυνάμωση του δογματικού φρονήματος και η επιβολή μιας πνευματικής ουδετερότητας, η οποία ανοίγει την πόρτα στον θρησκευτικό συγκρητισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η μοναδική κιβωτός της Σωτηρίας και φύλακας της Αλήθειας, ούτε ασπάζεται ούτε ανέχεται τη θρησκευτική βία, διότι ο Θεός μας «αγάπη εστί» και η αλήθεια μαρτυρείται δια του Σταυρού και της θυσίας, και όχι δια της επιβολής. Πλην όμως, η αληθινή αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την Αλήθεια. Οι διαθρησκειακοί διάλογοι, καθώς διεξάγονται υπό την αιγίδα του σύγχρονου οικουμενισμού, τείνουν να εξισώσουν το φως με το σκοτάδι και την Αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσοντας την ιερή Παράδοση στις κοσμικές σκοπιμότητες μιας ψεύτικης παγκόσμιας ειρήνης. Η γνήσια θεολογική μαρτυρία αρνείται να θυσιάσει τον δογματικό πλούτο και την αποκλειστικότητα της εν Χριστώ αποκαλύψεως στον βωμό ενός ανώδυνου συγκρητιστικού ανθρωπισμού. Η πραγματική ειρήνη και καταλλαγή του κόσμου δεν επιτυγχάνονται δια της αισθητικής ή διοικητικής συγχωνεύσεως των θρησκειών, αλλά δια της αδιαπραγμάτευτης κηρύξεως του Ιησού Χριστού ως της «μιιας οδού, της αληθείας και της ζωής», χωρίς εκπτώσεις, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις στα πνεύματα του αιώνος τούτου.

 

Σημαντικήν ἔκκλησιν πρός τήν θεολογίαν ἐμπερικλείει καί τό κείμενον «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε μόνον σημαντικός παράγων τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἀλλά ἕν ἐκ τῶν ἱδρυτικῶν μελῶν της. Ἠχεῖ καί σήμερον ὁ λόγος τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ἡ τραγῳδία τῆς διαιρέσεως εἶναι τό μεγαλύτερο καί κρισιμώτερο πρόβλημα τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση, ἐκδ. Ἀλτιντζῆ, Θεσσαλονίκη 2018, σ. 34). Παρά τάς άλλοτριώσεις καί τάς ἰδιομορφίας, χριστιανική Ἀνατολή καί Δύση ἀνήκουν ὀργανικά, μαζί, στήν ἑνότητα τῆς Χριστιανοσύνης» (ὅ.π., σ. 33). Ὅπως τονίζει καί ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἔχει ἰδιαιτέραν ἁρμοδιότητα καί ἀποστολήν, ὡς μία ζωντανή παρουσία μιᾶς ἀδιάσπαστης παραδόσεως στή θεολογική σκέψη καί στή λατρεία. Ἀντιπροσωπεύει, ὅπως προσθέτει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὄχι μιά ὁρισμένη, “ἰδιαίτερη” παράδοση, ἀλλά τήν παράδοση τῶν αἰώνων, τήν παράδοση τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας (ὅ.π. σ. 34).

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το επίσημο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» συνιστά μια βαθύτατα προβληματική εκκλησιολογική υποχώρηση, η οποία επιχειρεί να νομιμοποιήσει συνοδικώς τον σύγχρονο οικουμενισμό. Ο χαρακτηρισμός των ετεροδόξων κοινοτήτων ως «εκκλησιών» μέσα από τα κείμενα αυτά καταργεί τα αμετάθετα δογματικά όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να συναινέσει στον συγκρητιστικό αποχρωματισμό της Αλήθειας. Η αναγνώριση «ιστορικών ονομάτων» και η συμμετοχή σε διαλόγους χωρίς προϋπόθεση την επιστροφή των αιρετικών στη Μία Εκκλησία, μετατρέπει την αδιαπραγμάτευτη Ορθόδοξη Αυτοσυνειδησία σε μια απλή «συμβολική» παρουσία μέσα σε μια παν-χριστιανική ομοσπονδία. Η σκληρή και ασυμβίβαστη πατερική αλήθεια απαιτεί την απόρριψη κάθε τέτοιας συνοδικῆς κατοχυρώσεως του οικουμενισμού. Η Εκκλησία του Χριστού δεν διαπραγματεύεται την ενότητά Της, διότι η ενότητα είναι ιδιότητα της Αλήθειας και όχι προϊόν διοικητικών συμβιβασμών ή εκκλησιολογικών εκπτώσεων.

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τον οποίο επικαλούνται παραπλανητικά οι οικουμενιστές, υπήρξε ο σθεναρότερος πολέμιος της «θεωρίας των κλάδων» και ποτέ δεν εννόησε τη Δύση ως «οργανικό τμήμα» μιας διαιρεμένης χριστιανικότητας υπό την έννοια της ισοτιμίας των αιρέσεων. Η «τραγῳδία της διαιρέσεως» δεν αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία μιας ψεύτικης υπερ-εκκλησίας ούτε με την υποχώρηση της δογματικής ακρίβειας στον βωμό μιας ασαφούς «κοινής συμπόρευσης». Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένας ιστοριστικός «παράγων» διαλόγων, αλλά η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η οποία ποτέ δεν έχασε την ενότητά Της. Οποιαδήποτε απόπειρα να παρουσιαστεί η Εκκλησία ως συνιστώσα ενός ευρύτερου χριστιανικού κόσμου διαστρεβλώνει την πατερική παράδοση και οδηγεί κατευθείαν στον εκκλησιολογικό συγκρητισμό.

Καί εἰς τό θέμα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων ἡ θεολογική ἐργασία ἀπαιτεῖ ἀκαταπόνητον πνευματικόν μόχθον, μελέτην, ἀλλά καί ἐσωτερικήν δέσμευσιν, ἐφ᾿ ὅσον ποτέ δέν εἶναι ἀμέτοχος πληροφόρησις περί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἡ ὁποία δέν περιέχει, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας «ἀρχαιολογικούς θησαυρούς πού άνήκουν εἰς ἀρχεῖον ἤ μουσεῖον» (Ἰ. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Τρίτη χιλιετία», εἰς τό ἔργον: Στ. Φωτίου (ἐπιμ.), Ἡ ὑποδοχή τοῦ ἄλλου. Ὀρθόδοξες πνευματικές ἀξίες καί Νεωτερικότητα, ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα 2009, σ. 121). Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου προσθέτει ὅτι «δέν ὑπάρχει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν ἔχει κάτι νά πεῖ γιά τά πραγματικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου» (ὅ.π.). 

 

ΣΧΟΛΙΑ: Η επίκληση της θεολογικής εργασίας και των θέσεων  Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα από τους υποστηρικτές των διαχριστιανικών διαλόγων, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, επιχειρεί να νομιμοποιήσει μια νεωτεριστική εκκλησιολογία.

Η  θεολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα εντοπίζεται σε τέσσερα βασικά προβληματικά σημεία: Η  ευχαριστιακή του εκκλησιολογία δημιουργεί σύγχυση για τα όρια της Εκκλησίας και διευκολύνει την αναγνώριση των μυστηρίων των ετεροδόξων.  Οι θέσεις του γύρω από το παπικό πρωτείο και τους διαλόγους θεωρούνται προετοιμασία για απαράδεκτους εκκλησιολογικούς συμβιβασμούς.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι απλώς μια «ζώσα πραγματικότητα» που προσαρμόζεται διαρκώς στα αιτήματα της εποχής, ούτε τα δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν απλές απαντήσεις σε κοσμικά προβλήματα προς διαπραγμάτευση με τους ετεροδόξους. Ο ισχυρισμός ότι η Παράδοση δεν είναι «μουσειακός θησαυρός» χρησιμοποιείται συχνά από τους οικουμενιστές ως πρόσχημα για να υποβαθμιστεί η δογματική ακρίβεια και να εισαχθούν αλλοιώσεις στην πίστη, στο όνομα ενός δήθεν «ποιμαντικού ανοίγματος». Η αληθινή Παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι φύλαξη απαραχάρακτη της Αλήθειας και όχι ένα ευέλικτο εργαλείο για την επίτευξη μιας ψεύτικης εκκλησιολογικής συνθέσεως με τους αιρετικούς. Η σκληρή πατερική πραγματικότητα απαιτεί την απόρριψη κάθε διαλόγου που αντιμετωπίζει τα δόγματα ως ανοιχτά ζητήματα προς συζήτηση. Η Ορθόδοξος Εκκλησία κατέχει την πλήρη και αναλλοίωτη Αλήθεια· δεν την αναζητά μέσα από τα σχήματα και τις συμβιβαστικές φόρμουλες του σύγχρονου οικουμενισμού.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου