Έρευνα και σύνθεση κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος
Αθανασίου
Σύντομα
και απαραίτητα στοιχεία για την εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας
Το κείμενο
του Συνοδικού της Ορθοδοξίας είναι απολογητική και δογματική ομολογία της
Εκκλησίας. Δεν είναι απλώς μια πανηγυρική εορτή, αλλά σαφής καταδίκη κάθε
ψευδούς γνώσης (Α΄ Τιμ. 6,20). Η Εκκλησία χαρακτηρίζει την ημέρα αυτή ως
«οφειλόμενη ετήσια ευχαριστία προς τον Θεό», επειδή η νίκη της αλήθειας δεν
επιτεύχθηκε με στρατιωτική δύναμη ή ανθρώπινη σοφία, αλλά με τη θεία ενέργεια,
όπως αυτή φανερώθηκε στους Οσίους Πατέρες μας. Όπως διδάσκει ο Απόστολος
Παύλος: «Στήκετε και κρατείτε τις παραδόσεις που διδαχθήκατε» (Β΄ Θεσσ. 2,15),
έτσι και η Εκκλησία δεν προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτε, ούτε εισάγει
καινοτομίες, αλλά διαφυλάσσει με ακρίβεια ό,τι παρέλαβε από τους Αποστόλους.
Η αναφορά
στις «προφητικές ρήσεις», τις «αποστολικές παραινέσεις» και τις «ευαγγελικές
ιστορίες» φανερώνει την αδιάσπαστη ενότητα της θείας Αποκαλύψεως. Ό,τι είδαν οι
Προφήτες, ό,τι δίδαξαν οι Απόστολοι και ό,τι διατύπωσε δογματικά η Εκκλησία
στις Οικουμενικές Συνόδους, είναι ένα και το αυτό. Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
διδάσκει ότι η Παράδοση της Εκκλησίας είναι «η ζωντανή φωνή της αποστολικής
διδασκαλίας», ενώ ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει ότι η αλήθεια δεν
χρειάζεται βία, αλλά λάμπει από μόνη της και κατακαίει την πλάνη.
Κεντρικό
σημείο του κειμένου είναι η ομολογία της ενανθρώπησης του Θεού Λόγου. Αφού «ο
Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε ανάμεσά μας» (Ιω. 1,14), η απεικόνιση του
Χριστού δεν είναι απλό σύμβολο, αλλά ομολογία της πραγματικής Του σάρκωσης. Ο
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι «η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο
πρωτότυπο», εξηγώντας τη διάκριση ανάμεσα στη λατρεία που ανήκει μόνο στον Θεό
και την τιμητική προσκύνηση που αποδίδεται στους Αγίους. Αυτή η διάκριση
κατοχυρώθηκε δογματικά από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε όσους
αρνούνται την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων.
Η φράση «Οι
προφήτες όπως είδαν, οι απόστολοι όπως δίδαξαν, η Εκκλησία όπως παρέλαβε, οι
διδάσκαλοι όπως διατύπωσαν, η οικουμένη όπως συμφώνησε» εκφράζει την ενότητα
του σχεδίου της σωτηρίας. Η χάρη φανερώθηκε, η αλήθεια αποδείχθηκε και το
ψεύδος καταλύθηκε. Η Εκκλησία δεν δημιουργεί νέα πίστη, αλλά φυλάσσει την
παρακαταθήκη (Α΄ Τιμ. 6,20) που στήριξε την οικουμένη. Όπως ομολογεί ο
Απόστολος Παύλος: «Τον καλό αγώνα αγωνίστηκα, τον δρόμο τελείωσα, την πίστη
διατήρησα» (Β΄ Τιμ. 4,7).
Αναθεματισμός
των σημερινών αιρέσεων
Το κείμενο
κορυφώνεται στη διακήρυξη: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η
πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Η Ορθοδοξία δεν είναι
ανθρώπινη ιδεολογία, αλλά ζωντανή εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί
αδιάκοπα μέσα στην Εκκλησία.
Σε αντίθεση
με αυτή την πίστη, αναθεματίζονται:
Πρώτον, τους
Οικουμενιστές, που αρνούνται ότι η Εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική και
αποστολική. Αυτοί μπερδεύουν την αλήθεια με το ψέμα, λέγοντας ότι «όλες οι
θρησκείες οδηγούν στον ίδιο Θεό». Έτσι αρνούνται τον μοναδικό Σωτήρα Ιησού
Χριστό, που είπε: «Εγώ είμαι ο δρόμος και η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν
έρχεται στον Πατέρα παρά μόνο από μένα» (Ιωάννης 14,6).
Δεύτερον,
τους Καθολικούς (Παπικούς), που φέρνουν καινούργια πράγματα στην πίστη,
βάζοντας το «Filioque» στο Σύμβολο της Πίστεως. Αρνούνται την ουσία του Θεού με
τις δικές τους «άκτιστες ενέργειες» και δέχονται ότι ο Πάπας δεν κάνει λάθος.
Αυτό είναι ύβρις εναντίον του Αγίου Πνεύματος, που είναι ο μόνος φύλακας της
αλήθειας.
Τρίτον, τους
Προτεστάντες, που αρνούνται την Παράδοση της Εκκλησίας, τις Άγιες Εικόνες, την
μεσιτεία των Αγίων και την θεία Λειτουργία. Έχουν «μορφή ευσέβειας, αλλά
αρνούνται την δύναμή της» (Β' Τιμοθέου 3,5). Η Σύνοδος της Κρήτης στήριξε την
λειτουργική θεολογία, που είναι η καρδιά της Ορθόδοξης παράδοσης.
Τέταρτον,
τους Μονοφυσίτες και Μονοθελήτες, που αρνούνται την τέλεια ανθρωπότητα του
Χριστού.
Πέμπτον,
όλες τις νέες αιρέσεις, που αρνούνται την άκτιστη θεία ενέργεια, που βλέπουν
τον Θεό ως «ον» μεταφυσικό, και που κόβουν την θεολογία από την θέωση. Όπως ο
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς καταδίκασε τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, έτσι και εμείς.
Η Ορθόδοξη εκκλησιολογία του
Συνοδικού της Ορθοδοξίας και η εκκλησιολογία της Συνόδου της Κρήτης.
Α.Η άρνηση της μοναδικότητας της Εκκλησίας
Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας διακηρύττει: «Αυτή είναι η πίστη
των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των
ορθοδόξων». Η Σύνοδος της Κρήτης αντίθετα μιλάει για «εκκλησίες» στον
πληθυντικό, σαν η μία Εκκλησία να χωρίζεται σε «καθολικές ορθόδοξες εκκλησίες».
Αυτοί αρνούνται το μυστήριο της ενότητας, όπως το δίδαξε ο Απόστολος Παύλος:
«Ένα σώμα, ένα Πνεύμα» (Εφεσ. 4,4).
Η Σύνοδος της Κρήτης αντικατέστησε την εκκλησιολογία της
κοινωνίας με την εκκλησιολογία της συνομιλίας, σαν η Εκκλησία να μην είναι σώμα
του Χριστού, αλλά διακοινοβουλευτική ένωση θρησκευτικών ομάδων. Αυτό είναι
ύβρις εναντίον του Πνεύματος, που ενώνει την Εκκλησία σε ένα σώμα.
Β.Η σύγχυση της αλήθειας με το ψέμα
Το Συνοδικό καταδικάζει όσους αρνούνται την προσκύνηση των
Εικόνων, τους εικονομάχους, ως αρνητές της σάρκωσης. Η Σύνοδος της Κρήτης δεν
καταδίκασε καμία αίρεση, αλλά κάλεσε σε «διάλογο» τους Παπικούς , τους
Προτεστάντες, τους Μονοφυσίτες, σαν το ψέμα να μην είναι θανατηφόρο, αλλά άποψη
που συζητιέται.
Η Σύνοδος δογμάτισε: «Οι ορθόδοξες εκκλησίες αναγνωρίζουν η
μία την άλλη ως μέρη της μίας Εκκλησίας». Αυτό είναι ψέμα· η Εκκλησία δεν είναι
συνομοσπονδία μερών, αλλά πλήρωμα του Χριστού. Όπως διδάσκει ο Άγιος Μάξιμος ο
Ομολογητής: «Η Εκκλησία είναι ο πλήρης Χριστός», όχι συνέλευση αυτονομημένων
τοπικών ταυτοτήτων.
Γ.Η άρνηση της αποκλειστικότητας της σωτηρίας
Το Συνοδικό ομολογεί: «Τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσμεθα, την
πίστιν τετηρήκαμεν» (Β' Τιμ. 4,7). Η Σύνοδος της Κρήτης αρνήθηκε να ομολογήσει
ότι «δεν υπάρχει άλλη σωτηρία παρά αυτήν που είναι στον Χριστό». Το κείμενο «Η
αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» μιλάει για «συνάντηση με άλλες χριστιανικές
εκκλησίες», σαν οι αιρέσεις να μην αποκόπτονται από την ζωή, αλλά να «υστερούν
στην πλήρωση».
Αυτό είναι νέα αίρεση, που προετοιμάζει την ένωση με τον
Παπισμό μέσω της άρνησης της μοναδικότητας. Όπως η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος
καταδίκασε όσους αρνούνται την προσκύνηση, έτσι και εμείς καταδικάζουμε όσους
αρνούνται την μοναδικότητα της σωτηρίας μέσα στην Εκκλησία.
Δ. Τα κείμενα που υπογράφηκαν στα συνέδρια του Πουσάν (2013), του Τορόντο (2014), της Πόρτο Αλέγκρε (2015) και της Μπαλαμάντ (2016) αποτελούν προετοιμασία της Συνόδου της Κρήτης και αποκλίνουν από την εκκλησιολογία του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Παρακάτω αναλύουμε τις βασικές διαφορές.
Δ.1Η ενότητα της Εκκλησίας
Το Συνοδικό ομολογεί: «Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων,
αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων». Μιλάει για
μία Εκκλησία, ενιαία και αδιαίρετη.
Τα κείμενα Πουσάν-Τορόντο-Πόρτο Αλέγκρε-Μπαλαμάντ μιλάνε
συνεχώς για «εκκλησίες» στον πληθυντικό. Χρησιμοποιούν όρους όπως «καθολικές
ορθόδοξες εκκλησίες», «τοπικές εκκλησίες», «αυτοκέφαλες εκκλησίες». Αυτό
δείχνει ότι έχουν χάσει την αίσθηση της μίας Εκκλησίας. Σαν να λένε ότι η
Εκκλησία είναι συνομοσπονδία ανεξάρτητων ομάδων, όχι ένα σώμα με ένα κεφάλι,
τον Χριστό.
Στο Πουσάν (2013) αναφέρεται ότι οι «ορθόδοξες εκκλησίες»
είναι «μέρη της μίας Εκκλησίας». Αυτό είναι λάθος. Η Εκκλησία δεν χωρίζεται σε
μέρη. Είναι πλήρωμα Χριστού, όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.
Δ.2.Η σχέση με τις αιρέσεις
Το Συνοδικό καταδικάζει σαφώς τις αιρέσεις. Αναθεματίζει
τους εικονομάχους, τους αρνητές της σαρκώσεως. Δεν αφήνει κανένα περιθώριο
συμβιβασμού με το ψέμα.
Τα κείμενα των συνεδρίων αποφεύγουν να μιλήσουν για
αιρέσεις. Χρησιμοποιούν ευγενικούς όρους για τους Παπιστές και τους
Προτεστάντες. Στο Τορόντο (2014) μιλάνε για «άλλες χριστιανικές κοινότητες» και
«αδελφές εκκλησίες». Στο Πόρτο Αλέγκρε (2015) αναφέρονται σε «κοινή μαρτυρία»
με αυτούς που δεν έχουν την ορθόδοξη πίστη.
Αυτό είναι πρόδοση της παράδοσης. Ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι ο δρόμος και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μόνο από μένα» (Ιωάννης 14,6). Τα κείμενα αυτά σαν να λένε ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι.



.jpg)