ΜΕΡΟΣ
-Α
Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Η Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη, 2016)
υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς και εντατικής προπαρασκευαστικής πορείας που
διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του προβληματισμού,
των θεμάτων και της θεολογικής γλώσσας έπαιξαν τόσο οι Γενικές Συνελεύσεις
του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) όσο και οι διμερείς και
πολυμερείς Θεολογικοί Διάλογοι. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναδείξει
τους κρίσιμους σταθμούς αυτής της πορείας.
Ξεκινάμε από σήμερα μια σειρά άρθρων, προκειμένου να καταγράψουμε τους βασικούς σταθμούς που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης.
(Η βιβλιογραφία της έρευνας στο τέλος των άρθρων). Ωστόσο, αυτή η μακρά και παρασκηνιακή
προπαρασκευαστική πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης δεν υπήρξε
απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία δεκαετιών, αλλά μια συστηματική και
ασυγχώρητη προδοσία της Συνοδικής φύσης της Ορθοδοξίας. Οι Επίσκοποι και οι
τοπικές Σύνοδοι, οχυρωμένοι πίσω από την αλαζονεία της εξουσίας τους, επέλεξαν
συνειδητά το πέπλο της μυστικότητας, καταδικάζοντας το πιστό πλήρωμα της
Εκκλησίας σε πλήρη άγνοια. Αντί να ενημερώσουν υπεύθυνα, να διαφωτίσουν και να
αφουγκραστούν την αγωνία των πιστών, προτίμησαν να παραπλανήσουν τον λαό του
Θεού με ασαφείς διακηρύξεις και θεολογικούς ελιγμούς, υποτιμώντας τη συνείδησή
του και αντιμετωπίζοντάς τον ως αμέτοχο θεατή. Αντί να καλλιεργηθεί η
εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών, το ποίμνιο αφέθηκε θεολογικά ακατήχητο,
ανίκανο να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, ώστε να καταστεί ένας παθητικός και
χειραγωγήσιμος θεατής.
Αυτή η ηχηρή και ένοχη σιωπή των ποιμένων δεν
αποτελεί απλώς διοικητική αμέλεια, αλλά ευθεία καταγγελία μιας
εκκλησιαστικής ηγεσίας που περιφρόνησε τον ίδιο της τον λαό για να
εξυπηρετήσει διπλωματικές σκοπιμότητες. Όσο
ο πιστός λαός παραμένει ακατήχητος και στο περιθώριο, τόσο ευκολότερα
μετατρέπεται η Ορθόδοξη Μαρτυρία σε ακαδημαϊκή εισήγηση και διπλωματικά
ανακοινωθέντα, σε μια προσπάθεια να φανεί αρεστή στον
«σύγχρονο κόσμο» αντί να τον καλέσει σε μετάνοια.
Η Θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκό προνόμιο των
πανεπιστημίων και των γραφειοκρατών, αλλά βίωμα και αίμα των Αγίων και του
πιστού Λαού. Όταν η ηγεσία επιλέγει να κρατά το ποίμνιο ακατήχητο για να
αποφεύγει τον εκκλησιαστικό έλεγχο, υπονομεύει την ίδια την υπόσταση της
Συνοδικότητας. Οι Σύνοδοι που αγνοούν το πλήρωμα της Εκκλησίας και
σχετικοποιούν την Εκκλησιολογία, αυτοακυρώνονται στη συνείδηση του Ορθοδόξου
λαού.Όταν η Θεολογία αποκόπτεται από έναν ακατήχητο και περιθωριοποιημένο
Λαό και μετατρέπεται σε ακαδημαϊκή διπλωματία, παύει να είναι Ορθόδοξη.
ΜΕΡΟΣ
-Α.
1902:
Πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος προς τους προκαθημένους των Ορθοδόξων
Αυτοκεφάλων Εκκλησιών
Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, επί
Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, αποτελεί κομβικό σημείο στην εκκλησιαστική ιστορία. Αρχικά, διαπιστώνεται μια επικίνδυνη
μετάτοπιση από την παραδοσιακή «επιστροφή» στη «συνεργασία». Ενώ η αυθεντική
ορθόδοξη εκκλησιολογία πρεσβεύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία,
Καθολική και Αποστολική Εκκλησία —όπου η ενότητα νοείται αποκλειστικά ως
επιστροφή των αλλοδόξων στη μία αλήθεια και πίστη— η εγκύκλιος εισήγαγε μια
διπλωματική διαμόρφωση του διαλόγου και τη διερεύνηση σημείων επαφής. Με τον
τρόπο αυτό άνοιξε την πόρτα σε μια λογική εξίσωσης ή συνδιαλλαγής με τις
ετερόδοξες κοινότητες, όπως τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες,
παραμερίζοντας τη θεμελιώδη απαίτηση της μετανοίας.
Παράλληλα, καταγράφεται μια μορφή εκκοσμίκευσης και
εκκλησιολογικού συμβιβασμού, καθώς το ιστορικό πλαίσιο των αναταραχών στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο ανερχόμενος εθνικισμός ώθησαν το Πατριαρχείο να
αναζητήσει συμμάχους στη Δύση. Ωστόσο, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται να υποτάσσει
τη δογματική αλήθεια σε σκοπιμότητες διπλωματίας ή γεωπολιτικής επιβίωσης,
διότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετώπου χριστιανικών λαών απέναντι σε
εξωτερικές απειλές αλλοίωσε την πνευματική της φύση.
Τέλος, η εγκύκλιος λειτούργησε ως ο «Δούρειος Ίππος»
του μεταγενέστερου οικουμενισμού. Αν και διατηρούσε ακόμη ορισμένες
παραδοσιακές ορθόδοξες επιφυλάξεις σε σύγκριση με την εγκύκλιο του 1920,
αποτέλεσε το πρώτο ράγισμα, νομιμοποιώντας την ιδέα ότι η Ορθοδοξία οφείλει να
συζητά επισημοποιημένα με την αιρετική Δύση σε θεσμικό επίπεδο και
προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
και τις μεταγενέστερες συμπροσευχές.
Η πρωτοβουλία
του 1902, υπό το πρόσχημα της πανορθόδοξης ενότητας και της αντιμετώπισης των
ιστορικών προκλήσεων, διολίσθησε από την ομολογία της αλήθειας στον θεολογικό
μινιμαλισμό, ανοίγοντας την πόρτα στον εκκλησιολογικό σχετικισμό που ταλανίζει
την Εκκλησία μέχρι σήμερα.
1920: Συνοδική εγκύκλιος προς «τάς
απανταχού Εκκλησίας του Χριστού»
Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1920
(με τίτλο «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού») εκδόθηκε σε μια
περίοδο που ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως τελούσε σε χηρεία
(μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Γερμανού Ε΄ το 1918)
Θεωρείται ως το πλέον καθοριστικό και
επικίνδυνο βήμα στην ιστορία του
οικουμενισμού. Αν και παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια ανανέωσης της
πανορθόδοξης ενότητας και διαμόρφωσης μιας κοινής χριστιανικής φωνής απέναντι
στα δεινά της νέας εποχής, η εγκύκλιος αυτή εισήγαγε μια πρωτοφανή
εκκλησιολογική εκτροπή.
Ο πυρήνας της
εκτροπής είναι η επίσημη
αναγνώριση των ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών ως ισότιμων «Εκκλησιών του
Χριστού». Με τη χαρακτηριστική αυτή προσφώνηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο
θεωρείται ότι εξίσωσε την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία
με τις αιρετικές κοινότητες της Δύσης, αμβλύνοντας τα δογματικά όρια και
προωθώντας την ιδέα μιας αόριστης, «πλατιάς» χριστιανικής οικογένειας.
Επιπλέον, η πρόταση της εγκυκλίου για τη δημιουργία
μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών» —στα πρότυπα της πολιτικής Κοινωνίας των Εθνών—
αποδεικνύει την έντονη εισβολή της εκκοσμίκευσης και της πολιτικής διπλωματίας
στα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς η δογματική ακρίβεια θυσιάστηκε στον βωμό της
κοινωνικής αλληλεγγύης και της γεωπολιτικής σκοπιμότητας. Η εισαγωγή πρακτικών
μέτρων, όπως η υιοθέτηση του κοινού ημερολογίου για τον συνεορτασμό των εορτών
με τους ετεροδόξους και η διεξαγωγή συμπροσευχών, θεωρείται από τους επικριτές
της ως η πρακτική εφαρμογή μιας «δογματικής αδιαφορίας».
Με την αντι-οικουμενιστική προσέγγιση, η Εγκύκλιος
του 1920 δεν αποτελούσε απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά μια ουσιαστική
αλλοίωση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, η οποία νομιμοποίησε τον εκκλησιολογικό
σχετικισμό και άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για τη μεταγενέστερη οργανική
συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.
Συνυπογράφηκε από τον ίδιο και τα μέλη της Αγίας και
Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου: † Ο Κυζίκου Αθανάσιος, † Ο
Νικομηδείας Φιλόθεος, † Ο Νικαίας Ιερώνυμος, † Ο Προύσης Ναθαναήλ, † Ο
Νεοκαισαρείας Αλέξανδρος, † Ο Μυτιλήνης Κύριλλος, † Ο Δυρραχίου Προκόπιος, † Ο
Βελλάς και Κονίτσης Κωνστάντιος, † Ο Δρυϊνουπόλεως Λεόντιος, † Ο Ελασσώνος Πολύκαρπος,
† Ο Καρπάθου και Κάσου Σωφρόνιος.
1923
Το 1923 αποτελεί σημείο-καμπή για τη σύγχρονη
ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς σηματοδοτεί την πρώτη ουσιαστική
προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας μιας Πανορθόδοξης Συνόδου. Η πρωτοβουλία ήταν του
Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη) για τη σύγκληση του Πανορθοδόξου
Συνεδρίου στην Κωνσταντινούπολη (10 Μαΐου – 8 Ιουνίου 1923) έγινε μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο
γεωπολιτικό τοπίο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Η κατάρρευση της Οθωμανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αναδιαμόρφωσε ριζικά
τον χάρτη: το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρέθηκε σε εξαιρετικά εύθραυστη
θέση στο έδαφος της αναδυόμενης Τουρκικής Δημοκρατίας εν μέσαις των
διαπραγματεύσεων της Λωζάνης, ενώ η Εκκλησία της Ρωσίας δεχόταν σκληρούς
διωγμούς από το μπολσεβικικό καθεστώς.
Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση για τη σύσταση ειδικής Επιτροπής επί της συγκλήσεως της «μεγάλης Συνόδου», υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Κυζίκου Καλλινίκου (1855-1934), φανέρωνε τη σοβαρότητα της πρόθεσης και το θεσμικό βάρος του εγχειρήματος. Ο Καλλίνικος (Δεληκανής), ανέλαβε να συντονίσει την προπαρασκευαστική διαδικασία και να κωδικοποιήσει τα ζητήματα που απασχολούσαν τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Παρά την απουσία ορισμένων Πατριαρχείων (όπως Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) λόγω επιφυλάξεων, το Συνέδριο έλαβε σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου (Διορθωμένο Ιουλιανό) για τις ακίνητες εορτές, καθώς και τη μελέτη ποιμαντικών και κανονικών θεμάτων (όπως ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία).

