Εισαγωγικά
Η διοργάνωση του Διεθνούς Θεολογικού Συμποσίου
«Μνήμη και Τιμή Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου: Μάρτυς της δόξης του Θεού
και οδηγός εν Πνεύματι» (8–10 Μαΐου 2026), με επίκεντρο το πολυτελές ξενοδοχείο
Wyndham Grand στην Αθήνα, εγείρει σοβαρά θεολογικά και εκκλησιολογικά
ερωτήματα.
Ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης αναγνωρίζεται
ως μια εμβληματική μοναστική μορφή του 20ού αιώνα, η οποία σφράγισε
ανεξίτηλα την αναζωογόνηση του σύγχρονου ορθόδοξου μοναχισμού. Η προσωπικότητά
του ήταν ένας σπάνιος συνδυασμός βαθιάς ασκητικότητας, πνευματικής αρχοντιάς
και απόλυτης αφοσίωσης στη λατρευτική ζωή, στοιχεία που τον καθιέρωσαν ως έναν
χαρισματικό ηγούμενο και πνευματικό πατέρα.
Υπάρχουν βαθιές αντιφάσεις ανάμεσα στο ησυχαστικό
ήθος που πρέσβευε ο μακαριστός Γέρων και στη σύγχρονη τάση θεσμοποίησης,
ακαδημαϊκοποίησης και πρόωρης υποβόσκουσας προσπάθειας«αγιοποίησης» της χαρισματικής αυτής μορφής
της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
(ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ: https://www.romfea.gr/makkabaioi/76611-oi-ergasies-tou-diethnoys-theologikoy-symposiou-gia-ton-geronta-aimiliano
Απόψεις
και σχόλια
Α.
Είναι παράδοξο να τιμάται ένας άνθρωπος που αγάπησε
την αφάνεια και την ησυχία της ερήμου σε ένα πολυτελές
ξενοδοχείο πέντε αστέρων στην καρδιά της Αθήνας. Ο Γέροντας ζούσε μες στη
σιωπή, ενώ το συνέδριο στηρίχτηκε στον θόρυβο των ΜΜΕ και τη ζωντανή μετάδοση.
Β.
Υπάρχει ο κίνδυνος η διδασκαλία του Γέροντα να γίνει
απλώς ένα ακαδημαϊκό αντικείμενο. Η ορθόδοξη πίστη είναι εμπειρία και
προσευχή, όχι θεωρητικές ομιλίες των 20 λεπτών. Όταν η ασκητική ζωή μπαίνει σε
πρόγραμμα συνεδρίου, χάνει την αληθινή της δύναμη.
Γ.
Ένα από τα πλέον προβληματικά στοιχεία τέτοιων
διοργανώσεων είναι η έμμεση, αλλά σαφής, προσπάθεια επιβολής μίας de facto
αγιοποίησης του Γέροντα πριν αποφανθεί η
συνείδηση της Εκκλησίας και τα αρμόδια συνοδικά όργανα. Ο τίτλος του συνεδρίου
«Μάρτυς της δόξης του Θεού», καθώς και η τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών
Ιερωνύμου, ο οποίος κήρυξε την έναρξη χαρακτηρίζοντας τον Γέροντα «Μάρτυρα της
δόξης του Θεού και οδηγό εν Πνεύματι», χρησιμοποιούν ορολογία που παραδοσιακά
αποδίδεται σε αναγνωρισμένους αγίους.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει μία σοφή βραδύτητα στην
αναγνώριση της αγιότητας.
Η παρέλευση
μόλις επτά ετών από την κοίμηση του Γέροντα (9 Μαΐου 2019 — και το συμπόσιο
πραγματοποιείται ακριβώς την επέτειο, 8–10 Μαΐου 2026) είναι ελάχιστος χρόνος
για την ασφαλή αποτίμηση του έργου και της επιρροής του. Η βεβιασμένη προβολή
μέσω μεγαλοπρεπών συμποσίων δημιουργεί την εντύπωση μίας οργανωμένης
εκστρατείας προώθησης, η οποία δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Η αγιότητα
αναβλύζει φυσικά από το πλήρωμα της Εκκλησίας και δεν επιβάλλεται «άνωθεν» μέσω
συνεδρίων και δημοσίων σχέσεων.
Η ορθόδοξη πράξη γνωρίζει παραδείγματα αγίων που αναγνωρίστηκαν αιώνες μετά την κοίμησή τους, ακριβώς επειδή η Εκκλησία σέβεται το μυστήριο και δεν το εργαλειοποιεί. Η βιασύνη στην «αγιοποίηση» δεν είναι ευσέβεια — είναι ανυπομονησία που υποκρύπτει κοσμικά κίνητρα.



