ΣΤ-ΤΟ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ
Έρευνα:
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Το Κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) επιχείρησε να
επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, θεμελιώνοντας μια νέα
οικουμενιστική προσέγγιση ενότητας στηριγμένη στην αποδοχή της υφιστάμενης
εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Αυτή η προοπτική πυροδότησε τη σφοδρή αντίδραση
της αντι-οικουμενιστικής πτέρυγας, καθώς η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους το
απέρριψε κατηγορηματικά με ιστορική ανακοίνωση, ενώ σημαντικές Αυτοκέφαλες
Εκκλησίες, όπως της Ελλάδος και της Γεωργίας, αρνήθηκαν να το επικυρώσουν
συνοδικά. Το αδιέξοδο αυτό οδήγησε σε ναυάγιο με την ατυχή έκβαση της Η΄
Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Emmitsburg της
Βαλτιμόρης των ΗΠΑ (9–19 Ιουλίου 2000). Καίτοι ο διάλογος βρισκόταν επί μία
εξαετία σε τελματώδη κατάσταση, με την επανέναρξή του στο Βελιγράδι το 2006
εισήλθε σε μια νέα φάση.
Η συνάντηση του Βελιγραδίου (2006) (Θ συνέλευση
Μικτής Θεολογικής Επιτροπής)
Η Θ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής
Επιτροπής πραγματοποιήθηκε από τις 18 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2006 στο Βελιγράδι
της Σερβίας, αποτελούμενη συνολικά από 60 μέλη (30 Ορθόδοξα και 30
Ρωμαιοκαθολικά). Τις εργασίες διεύθυναν ως συμπρόεδροι ο Καρδινάλιος Walter
Kasper και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), με γραμματείς τον
Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο και τον π. Ελευθέριο Fortino. Στη συνάντηση
συμμετείχαν αντιπρόεδροι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία
Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας,
καθώς και από τις Εκκλησίες Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας,
Τσεχίας-Σλοβακίας και Φινλανδίας (απουσίαζε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας), ενώ από
τη ρωμαιοκαθολική πλευρά απουσίασαν δύο μέλη.
Μετά την παρουσίαση του προηγούμενου έργου της
Επιτροπής (1980-2000), στο επίκεντρο τέθηκε η συζήτηση του κειμένου που είχε
καταρτιστεί στη Μόσχα το 1990 με τίτλο «Εκκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες
της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Συνοδικότητα και αυθεντία στην Εκκλησία».
Το κείμενο αυτό εξέταζε τη συνοδικότητα και την αυθεντία σε τρία επίπεδα
(τοπικό, επαρχιακό, παγκόσμιο) ως συνέχεια των κειμένων του Μονάχου (1982), του
Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988). Αν και κατά τη συνάντηση δεν κατέστη
δυνατό να εγκριθεί ένα τελικό, κοινώς αποδεκτό κείμενο, η γόνιμη ζύμωση και οι
παρατηρήσεις που κατατέθηκαν οδήγησαν στη σύσταση μικτής επιτροπής για την
αναθεώρησή του. Η διαδικασία αυτή έθεσε τις βάσεις ώστε το κείμενο να
παρουσιαστεί αρτιότερο και να τύχει κοινής αποδοχής στην επόμενη Γενική
Συνέλευση του 2007.
Η συνάντηση της Ραβέννας (2007)
Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής
Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας από τις 8 έως τις 14
Οκτωβρίου 2007. Το κεντρικό θέμα της συνάντησης αυτής ήταν η συζήτηση του
αναθεωρημένου κειμένου που είχε προκύψει από τις παρατηρήσεις και τα σχόλια
πάνω στο αρχικό κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της προηγούμενης
συνάντησης στο Βελιγράδι το 2006.
Κατά την πρώτη ημέρα της συνάντησης, όταν η
διορθόδοξη επιτροπή συνεδρίασε χωριστά για να συντονίσει το έργο της, προέκυψε
σοβαρή εσωτερική κρίση. Οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας αποχώρησαν
διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, την
οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ανακηρύξει «αυτόνομη», αλλά η Μόσχα δεν
την αναγνώριζε ως τέτοια. Παρά
την απουσία της ρωσικής αντιπροσωπείας, οι εργασίες και οι συζητήσεις
συνεχίστηκαν κανονικά. Το αποτέλεσμα ήταν η ομόφωνη έγκριση ενός κοινού
κειμένου με τίτλο: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής
φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία»
(γνωστό ως «Κείμενο της Ραβέννας»). Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο πριν την
Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το
κείμενο αυτό αποτελεί εκκλησιολογική συνέχεια των προηγούμενων κοινών κειμένων
του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988)
Οι
συμμετέχοντες
|
Από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο
Από την
Εκκλησία της Ελλάδος
|
ΤΑ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΑΡΘΡΟ
39
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Αντίθετα προς
τας τοπικάς και περιφερειακάς συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί
θεσμόν, ού οποίου η συχνότης δύναται να καθορισθή υπό των κανόνων· είναι
μάλλον ένα γεγονός, ένας καιρός εμπνευόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, το
οποίον οδηγεί την Εκκλησίαν, ώστε να γεννήση εν αυτή τους θεσμούς, ούς αύτη
χρήζει και οι οποίοι ανταποκρίνονται εις την φύσιν αυτής. Αύτη η αρμονία
μεταξύ της Εκκλησίας και των συνόδων είναι τοσούτω βαθεία, ώστε, ακόμη και
μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον κατέστησεν αδύνατην την σύγκλησιν
Οικουμενικών Συνόδων κατά την αυστηράν έννοιαν του όρου, αμφότεραι αι
Εκκλησίαι συνέχισαν να συγκαλώσι συνόδους ότε ανέκυπτον σοβαροί κίνδυνοι. Αι
σύνοδοι αύται συνήγαγον τους επισκόπους των τοπικών Εκκλησιών εις κοινωνίαν
μετά του Θρόνου της Ρώμης ή, καθώς εννοείται διαφορετικώς, μετά του Θρόνου
της Κωνσταντινουπόλεως, αντιστοίχως. Εν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μερικαί
εκ τούτων των συνόδων, αι οποίαι συνεκλήθησαν εν τη Δύσει, εθεωρήθησαν ως
οικουμενικαί. Η κατάστασις αύτη, η οποία υπεχρέωσεν αμφοτέρας τας πλευράς της
Χριστιανοσύνης να συγκαλώσι συνόδους ιδίας εκάστης, ευνόησεν τας διχονοίας
αίτινες συνετέλεσαν εις την αλληλοαπομάκρυνσιν. Αι μέθοδοι, αίτινες θα
επιτρέψουν την αποκατάστασιν της οικουμενικής συναίνεσεως, οφείλουν να
αναζητηθώσι.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι
εξισώνει τις συνόδους που συγκλήθηκαν από τη Ρώμη μετά το σχίσμα με τις
Οικουμενικές Συνόδους της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Οι συνόδοι της Ρώμης μετά το
1054 δεν ήταν οικουμενικές διότι οι Ορθόδοξοι δεν συμμετείχαν σε αυτές και οι
αποφάσεις τους περιείχαν αιρέσεις όπως το Φιλιόκβε και την παπική αλάθητο. Το
κείμενο παρουσιάζει το σχίσμα σαν να ήταν ένα απλό διοικητικό πρόβλημα και όχι ως
αποκοπή από την αλήθεια της πίστεως. Η φράση ότι και οι δύο πλευρές συνέχισαν
να συγκαλούν συνόδους υπονοεί ότι και οι δύο είχαν εξίσου νόμιμο δικαίωμα, ενώ
στην πραγματικότητα οι συνόδοι της Ρώμης ήταν τοπικές συνόδοι αιρετικών που δεν
είχαν καμία σχέση με την οικουμενικότητα. Αυτή η εξίσωση ανοίγει τον δρόμο για
να αναγνωριστούν οι παπικές συνόδοι ως έγκυρες, πράγμα που θα σήμαινε αποδοχή
των αιρέσεων.





