Ἡ ὑποδούλωσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τοῦ κ. Nicolò Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος, Scienze dell’ Antichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia
Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Τὸ παρὸν συνέδριο, στὸ ὁποῖο ἔχω τὴν τιμὴ νὰ συμμετέχω, τονίζει τὶς σκοτεινὲς συσχετίσεις ἀνάμεσα στὶς προσπάθειες ὑπονομεύσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκ τῶν ἔσω, μέσῳ τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καὶ στὰ στρατηγικὰ συμφέροντα ὁρισμένων παγκόσμιων δυνάμεων γιὰ τὸν ἀφανισμὸ αὐτοῦ ποὺ οἱ ἴδιες θεωροῦν ὡς ἕνα ἁπλό γεωπολιτικὸ χῶρο, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο χῶρο.
Ἡ σχέσις μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος, γιὰ νὰ μιλᾶμε εἰλικρινά, συνοδεύει αὐτὴν τὴν αἵρεσιν ἀπὸ τὴν γέννησί της· ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ κυρίως λεγόμενου οἰκουμενισμοῦ, μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἦταν συχνὰ ἕτοιμη νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ὀρθόδοξη πίστι στὸ ὄνομα τοῦ στρατηγικοῦ συμφέροντος.
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ λίγα παραδείγματα ποὺ σκοπεύω νὰ σᾶς παρουσιάσω, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουμε μία προκαταρκτικὴ διάκρισι. Ὀφείλουμε πράγματι νὰ διακρίνουμε τουλάχιστον τρία εἴδη οἰκουμενισμοῦ, τὰ ὁποῖα – παρόλο ποὺ συνεργάζονται καὶ συχνὰ συγχέονται – εἶναι καρπὸς διαφορετικῶν ἰδεολογιῶν καὶ ἐπιδιώκουν διαφορετικούς στόχους.
Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος ἱστορικὸς οἰκουμενισμός, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ ἐφαρμόστηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξι τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὡς ἰδεολογίας καὶ θεολογίας κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ τὸν διάλογο μεταξὺ χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ ἀπέβλεπε στὴν ἀναζήτηση συμφωνιῶν, κυρίως χρήσιμων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση κοινῶν ἐχθρῶν.
Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς περιπτώσεις ποὺ ἀφοροῦσαν ἄμεσα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τὶς προσπάθειες διαλόγου μὲ τοὺς Καλβινιστὲς ἐπὶ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως γιὰ ἀντιλατινικὸ σκοπό· ἐκεῖνες μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς «μὴ ὁρκιζομένους» (Non-jurors) ποὺ διεξήχθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσαλύμων καὶ τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα, καὶ τὶς προσπάθειες ἑνώσεως τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς τὸ 1875, πάντοτε μὲ σκοπὸ τὴν ἀντιπαράθεσι πρὸς τὸν παπισμό.



