Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Ο σχισματικός Επιφάνιος Ντουμένκο απονέμει βραβείο σε «κληρικό» που εμπλέκεται σε καταλήψεις Ιερών Ναών

Βράβευση του  «κληρικού» Ρόμαν Χρίστσουκ υπό το χειροκρότημα πλήθους «ιεραρχών» του παραεκκλησιαστικού μορφώματος (Βίντεο)

Ο επικεφαλής της ψευδοεκκλησίας των αχειροτόνητων και καθηρημένων της Ουκρανίας, Επιφάνιος Ντουμένκο, βράβευσε τον γνωστό «κληρικό» Ρόμαν Χρίστσουκ (Roman Hryshchuk) τις πρώτες μέρες του Ιουλίου [1].

Υπενθυμίζεται ότι ένα χρόνο νωρίτερα, ο «κληρικός» Χρίστσουκ της «Εκκλησίας» του Επιφανίου Ντουμένκο συμμετείχε σε βίαιη νυχτερινή διάρρηξη και απόπειρα κατάληψης του Ι. Ναού Αγίου Νικολάου της [κανονικής] Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βέρχνιε Στανοβτσί (Verkhni Stanivtsi), φορώντας ένα φούτερ με κουκούλα (φωτογραφία) ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους πιστούς [2].

Βράβευση του  «κληρικού» Ρόμαν Χρίστσουκ υπό το χειροκρότημα πλήθους «ιεραρχών» του παραεκκλησιαστικού μορφώματος (Βίντεο)

Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Τσερνιβτσί, ο σχισματικός ψευδομητροπολίτης Κιέβου Επιφάνιος Ντουμένκο απένειμε στον Χρίστσουκ, – ο οποίος είναι γνωστός για τη συμμετοχή του στην κατάληψη Ορθόδοξων Ιερών Ναών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μπουκοβίνα -, έναν χρυσό σταυρό (φωτογραφία).

 Το πρόβλημα της Ουνίας στο ‘’απυρόβλητο’’

 Î‘ποτέλεσμα εικόνας για ΟΥΝΙΑ


Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Δυστυχώς το πρόβλημα της Ουνίας, ολοένα αυξάνεται και οξύνεται. Δυστυχώς η αλλαγή στάσης κάποιων Ορθοδόξων απέναντι στην Ουνία, γίνεται αρωγός σε αυτή την επαύξησή της.  Η επαύξηση των δραστηριοτήτων των Ουνιτών στις Σλαβικές κυρίως χώρες είναι γεγονός.

 Οι Παπικοί Ουνίτες εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση μετά τη πτώση των αντίθεων κομμουνιστικών καθεστώτων, και μετεχειρίστηκαν, αλλά και μεταχειρίζονται διάφορους τρόπους για να οδηγήσουν στον  Παπισμό ανυποψίαστους Ορθόδοξους Χριστιανούς.  Και μόνη η εξωτερική ‘’αμφίεση’’ των ηγητόρων των Ουνιτών, αρκεί για να ξεγελάσουν ανυποψίαστους Ορθόδοξους Χριστιανούς. 

 Η πρόσφατη εύνοια, όχι μόνο του καθεστώτος της Ουκρανίας απέναντι στους Ουνίτες, αλλά και Ορθοδόξων, οι οποίοι αντιπαλεύονται την μόνη αναγνωρισμένη Εκκλησία της Ουκρανίας από την πλειοψηφία των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, μεθερμηνεύει πολλά, αλλά και γίνεται αρωγός στην επαύξηση των Ουνιτών στη χώρα αυτή. 

 Και μόνη την αντιεκκλησιαστική έχθρητα των ουνιτών να προσμετρήσει κανείς προς την Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, αλλά και προς το Πατριαρχείο Ρωσίας, πολύ πιο πριν την κληθείσα Ενωτική Σύνοδο στην Ουκρανία, η οποία έφερε τον κλονισμό της εκκλησιαστικής ενότητας, αρκεί. 

 Να σημειώσουμε επίσης, ότι οι Ουνίτες, δεν αρκούνται μόνο σε αυτή την ‘’τακτική’’, αλλά και  πολλούς Ναούς Ορθοδόξων έχουν αρπάξει με βίαιο τρόπο.  Κάποιοι Ορθόδοξοι δυστυχώς όλα αυτά τα λησμόνησαν για προφανείς λόγους. 

Λησμονούμε τη στάση Παπών απέναντι στην Ουνία;  Μπορούμε να λησμονήσουμε τη στάση Παπών για την Ουνία;  Να υπενθυμίσουμε ότι ο Πάπας Πίος ΧΙΙ (1939 - 1958), με εγκύκλιό του για την ένταξη των Ουνιτών της Ρουθηνίας στον Παπισμό, οι οποίοι στις ΗΠΑ παρουσιάζονται ως ‘’Βυζαντινή καθολική εκκλησία’’, δεν έχει αρκεσθεί μόνο να αναφερθεί στην υποδοχή των ουνιτών αυτών στον Παπισμό, αλλά είχε εκφράσει και την λύπη του ότι, δεν έχει έρθει η «έρθει η ευτυχισμένη μέρα όπου όλοι οι λαοί της Ανατολής θα επιστρέψουν στην παπική ‘’ποίμνη’’».  Δεν παρέλειψε φυσικά να αναφερθεί και στο παπικό πρωτείο  εξουσίας, την ‘’προεδρία του Πέτρου’’ ως το κέντρο της ‘’Καθολικής ενότητας’’ όπως την χαρακτήρισε.

 

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 και Οικουμενισμός.

 


Διαπρύσιος κήρυκας της οικουμενικότητας  
της «θεανθρώπινης» Ορθοδοξίας

Άσπονδος εχθρός του «ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού

[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.


*****

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς)

 

Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών - και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι - η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυ­τός ο ι­ε­ρός Κα­νών των α­γί­ων Α­πο­στό­λων δεν προσ­δι­ο­ρί­ζει ποί­α α­κρι­βώς προ­σευ­χή η α­κο­λου­θί­α α­πα­γο­ρεύ­ε­ται, αλ­λά α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε κοι­νήν με­θ’ αι­ρε­τι­κών προ­σευ­χήν, έ­στω και την κα­τ’ ι­δί­αν (“συ­νευ­ξά­με­νος”­). Εις δε τας οι­κου­με­νι­στι­κάς κοι­νάς προ­σευ­χάς μή­πως δεν γί­νων­ται και α­δρό­τε­ρα και ευ­ρύ­τε­ρα τού­των; Ο 32ος  κα­νών της εν Λα­ο­δι­κεί­α Συ­νό­δου ο­ρί­ζει· «Ό­τι ου δεί αι­ρε­τι­κών ευ­λο­γί­ας λαμ­βά­νειν, αί­τι­νές ει­σιν α­λο­γί­αι μάλ­λον η ευ­λο­γί­αι». Μή­πως ό­μως δεν συμ­βαί­νει εις τας κοι­νάς οι­κου­με­νι­στι­κάς συ­ναν­τή­σεις και συμ­προ­σευ­χάς να ευ­λο­γούν αι­ρε­τι­κοί ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ε­πί­σκο­ποι και ι­ε­ρείς, προ­τε­στάν­ται πά­στο­ρες, α­κό­μη δε και γυ­ναίκ­ες; (­!­).

Αυ­τοί και ό­λοι οι άλ­λοι σχε­τι­κοί κα­νό­νες των α­γί­ων Α­πο­στό­λων και των α­γί­ων Πα­τέ­ρων ί­σχυ­ον ό­χι μό­νον κα­τά την πα­λαι­άν ε­πο­χήν, αλ­λ’ ε­ξα­κο­λου­θούν να εί­ναι εν α­πο­λύ­τω ι­σχύ­ϊ και σή­με­ρον, δι’ ό­λους η­μάς τους συγ­χρό­νους ορ­θο­δό­ξους Χρι­στι­α­νούς.  Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν;  Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε ! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα,  του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.

 

Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν.


Ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, ὑπ. δρ Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.

  Ὁ κατ’ ἐξοχὴν κανόνας ποὺ ἐπικαλοῦνται κατὰ κύριο λόγο οἱ νέοι κανονολόγοι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὁ Ζ΄ (7ος) τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (καὶ ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν ἐπαναλαμβάνει). 

Στὴ σύγχρονη πρακτικὴ παρατηρεῖται ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ἀφειδῶς καὶ ἀπροϋπόθετα γιὰ ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς ὡς εἶδος “κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ”, ποὺ ἄκομψα οἰκονομεῖ τοὺς πάντες, δίχως νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν οὔτε τὸ γράμμα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ λανθασμένη ἄποψη ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ὁ “κανόνας τῆς οἰκονομίας” καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ παραπέμπεται ἀλόγιστα ὡς κανονικὸ στήριγμα ἀθεμελίωτων προτροπῶν, ἰδίως δὲ σὲ περιβάλλοντα οἰκουμενικῶν συγκλήσεων. Ἔτσι, ἀναφέρεται ἀδόκιμα, αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ ἐπιθυμεῖται νὰ ἀσκηθεῖ (ἀπροϋπόθετη) οἰκονομία, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ γιὰ περιπτώσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐξ αἱρέσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος [1], ἔχοντας οὐδεμία σχέση μὲ αὐτὸ τῆς ἱερωσύνης. Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τοῦ ἀντιεπιστημονικοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικοῦ τρόπου χρήσης τῶν κανόνων.

  Ὡς πρὸς τὴν οὐσία τοῦ 7ου κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά. Ἀρχικὰ ὁ κανόνας αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται μόνον σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ δύνανται νὰ οἰκονομηθοῦν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ποὺ δὲν οἰκονομοῦνται, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀκρίβεια τῆς βάπτισης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται σὲ ἐμπροϋπόθετη καὶ ὄχι ἀπροϋπόθετη οἰκονομία, καὶ συν­επῶς δὲν εἶναι μονομερῶς ὁ «κανόνας τῆς οἰκονομίας». Οἱ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ οἰκονομοῦνται καὶ γίνονται δεκτὲς μόνο μὲ λίβελλο πίστεως καὶ χρῖσμα, εἶναι ὁμάδες ποὺ εὑρίσκοντο ὡς συνοδικῶς ἀκατάκριτες, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεκρίθησαν ὡς αἱρέσεις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τὸ τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στὶς ὁμάδες αὐτὲς ἔγινε δεκτὸ τὸ βάπτισμα, διότι τελέσθηκε κατὰ τὸν τύπο καὶ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μὴ καθηρημένους -εἰσέτι- ἱερεῖς [2]. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν (ἡμιαρειανοὶ) ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ὡς ἀρειανικές, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς ἐκκινοῦσα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση», δὲν ἀποδέχονταν τὸν ὅρο «ὁμοούσιος», διότι τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς ὅρο ποὺ κατέλυε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ· εἴτε ὡς «ὁμοϋπόστατος», δηλαδὴ ὡς τὴν συναλοιφὴ τῶν τριῶν ὑποστάσεων σὲ μία (στὴν περίπτωση ποὺ τονιζόταν ἡ μία φύση ὡς μία ὑπόσταση), εἴτε ὡς διαίρεση τῶν ὑποστάσεων λόγῳ ἑτερουσιότητας αὐτῶν (στὴν ἀντίστροφη ἑρμηνεία τῶν τριῶν ὑποστάσεων ὡς τριῶν διαφορετικῶν φύσεων), δεδομένα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι τοὺς ταυτίζουν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου ἢ τοῦ Εὐνομίου (Ἀνόμοιοι) ἀντίστοιχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν. Οἱ δὲ Μακεδονιανοὶ Πνευματομάχοι, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε, δὲν ἔχουν εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασθεῖ ἀπὸ Γενικὴ Σύνοδο (συνοδικῶς ἀκατάκριτοι αἱρετικοὶ ἔχοντες ὑποστατὰ μυστήρια)· αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται τελεσιδίκως ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων (φύση-ὑπόσταση), δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 5224/2025


ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Προς : τoν κ. Υπουργό Προστασίας του Πολίτη
Θέμα : Καταγγελίες για εισβολές της ΕΛ.ΑΣ. σε σπίτια και συλλήψεις Ορθοδόξων ιερέων. Βεβηλώσεις ιερών σκευών. Ποινικοποιείται η Ορθόδοξη λατρεία στην Ελλάδα με την εφαρμογή του Ν. 5224/2025;
Κύριε Υπουργέ,
Καταγγελειες του Δεσποτη Ειρηναιου & ηρωϊκες ἀπαντησεις
Μια σειρά σοβαρών περιστατικών έχει προκαλέσει εύλογη αγανάκτηση και σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο, με τον οποίο συμπεριφέρονται οι δυνάμεις της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι σε Ορθοδόξους κληρικούς.
Το πρώτο περιστατικό σημειώθηκε στην Ήπειρο και προβλήθηκε από μεγάλα ειδησεογραφικά μέσα1, συνοδευόμενη από φωτογραφία της «Γενικής Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης Ηπείρου, Υποδιεύθυνση Δίωξης & Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ιωαννίνων»! Φωτογραφία κατασχεμένων ιερών εκκλησιαστικών σκευών, μεταξύ των οποίων το κατασχεμένο Άγιο Δισκοπότηρο και το Ιερό Ευαγγέλιο… Είναι φανερή η προσπάθεια επικοινωνιακής αξιοποίησης της αστυνομικής επιχείρησης.
Το δεύτερο περιστατικό αφορά την περίπτωση ενός γνωστού ορθοδόξου ιερέως, του Αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Αγγέλου Αγγελακόπουλου, ο οποίος συνελήφθη με αστυνομική επιχείρηση μέσα στην οικία του, σε ένα μικρό:
https://www.protothema.gr/.../sullipsi-47hronou-sta... apati διαμέρισμα στον Πειραιά. Σύμφωνα με δημόσια καταγγελία του ιερέως, παρέμεινε κρατούμενος στο Αστ. Τμήμα Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς στον 3ο όροφο, καθισμένος σε περιορισμό σε μια παλαιά σχισμένη και ασταθή καρέκλα από το πρωί της Κυριακής 07 Ιουνίου μέχρι την Δευτέρα 08 Ιουνίου 2026, χωρίς να του δοθεί φαγητό ή νερό επί τουλάχιστον ένα 12ωρο, «διότι δὲν ἤταν καταγεγραμμένος στὴ λίστα τῶν κρατουμένων, γιὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν μερίδα φαγητοῦ»2 (από συγκυρία είχε 5 € πάνω του και έτσι μπόρεσε να δώσει χρήματα για να του φέρουν κάτι). Πέρα από την απάνθρωπη μεταχείριση ενός ιερέως του Υψίστου, τίθεται το ζήτημα της εμπλοκής της Ελληνικής Αστυνομίας σε μια υπόθεση, που συνδέεται με εκκλησιαστικές διαφορές, ζητήματα πίστεως και διακοπής μνημόνευσης Επισκόπου.
Το τρίτο περιστατικό αφορά πολύτεκνο, ευλαβή ιερέα, τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρεσβύτερο π. Παύλο Καλλίκα στο Μηλοχώρι (ένα μικρό χωριό στην Πτολεμαΐδα). Στις 21 Ιουλίου 2026 αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στην κατοικία του, ένα μικρό σπίτι δύο υπνοδωματίων, όπου ζει με την πρεσβυτέρα και τα πέντε παιδιά του. Τα τέσσερα από αυτά είναι μικρά παιδιά Δημοτικού. Τα παιδιά, που βρέθηκαν μπροστά σε όλη τη διάρκεια της αστυνομικής επιχείρησης, τρομοκρατήθηκαν και, σύμφωνα με τις καταγγελίες3, είδαν πάνοπλους αστυνομικούς με όπλα και χειροπέδες. Ο πατέρας τους, ένας κατά κοινή ομολογία σεμνός, ταπεινός και ευλαβής ιερέας, όπως πληροφορήθηκα, συνελήφθη και οδηγήθηκε αρχικά στο Αστυνομικό Τμήμα Πτολεμαΐδας και στη συνέχεια στην Εισαγγελία Κοζάνης σε μια ταλαιπωρία, που κράτησε πάνω από 6 ώρες.
Μάλιστα, σύμφωνα με τα ίδια δημοσιεύματα, είχε προηγηθεί και άλλη αντίστοιχη αστυνομική επιχείρηση στο ίδιο σπίτι, την Κυριακή 24 Μαΐου 2026, με τη συμμετοχή πολυάριθμων αστυνομικών δυνάμεων (σε δημοσιεύματα αναφέρονται «10 οχήματα της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ασφαλίτες, μαυροφορεμένοι ΟΠΚΕ, διοικητές από Πτολεμαΐδα και Κοζάνη»4, για να εισβάλουν σε ένα φτωχικό σπιτάκι).
Επισημαίνεται ότι και οι δύο κληρικοί, ο π. Παύλος και ο π. Άγγελος, είναι κανονικοί ιερείς, δεν έχουν καθαιρεθεί, ούτε έχουν τιμωρηθεί εκκλησιαστικά.
Η εικόνα είναι βαριά. Ένας πολύτεκνος ιερέας. Πέντε παιδιά. Μια αστυνομική επιχείρηση μέσα στο σπίτι τους. Ένας πατέρας, που συλλαμβάνεται και οδηγείται κρατούμενος, επειδή μέσα στην οικία του είχε ένα μικρό εκκλησάκι. Και όλα αυτά σε μια υπόθεση, που, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, συνδέεται με τη λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας και με την επιλογή του κληρικού να διακόψει τη μνημόνευση του Επισκόπου του.
Κύριε Υπουργέ
Η ύπαρξη ενός παρεκκλησίου δεν μπορεί να θεωρείται αδίκημα. Ένας ιδιωτικός χώρος μπορεί να χρησιμοποιείται από μια οικογένεια και τα στενά ή οικεία τους πρόσωπα, για προσευχή και λατρευτική ζωή, χωρίς να τελείται δημόσια λατρεία. Μπορεί να συγκεντρώνονται εκεί μέλη μιας οικογένειας ή πιστοί, να προσεύχονται και να συζητούν. Δεν μπορεί κάθε ιδιωτικός χώρος προσευχής να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως παράνομος χώρος λατρείας και να κινητοποιείται ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός σε τέτοια κλίμακα.
Ουδέποτε διαβάσαμε ή είδαμε φωτογραφίες «Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων» από αντίστοιχες εισβολές της ΕΛ.ΑΣ. σε τζαμιά. Δεν μπορεί να θεωρείται αδίκημα η ύπαρξη ενός μικρού παρεκκλησίου και να συλλαμβάνεται ο ιδιοκτήτης του, να σέρνεται στα αστυνομικά τμήματα και να σχηματίζονται σωρηδόν δικογραφίες ενώ στην Ελλάδα λειτουργούν εκατοντάδες παράνομα τζαμιά όπου προσέρχονται και πρόσωπα που ενδεχομένως βρίσκονται παράνομα στη χώρα μας με ότι κινδύνους αυτό συνεπάγεται για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια.
Στην περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά, σύμφωνα με τις καταγγελίες, υπήρξε κατάσχεση ιερών αντικειμένων, όπως το Ιερό Ευαγγέλιο, το Άγιο Ποτήριο, το θυμιατό κλπ. Πρόκειται για ιερά σκεύη, άμεσα συνδεδεμένα με την ιεροσύνη. Δεν είναι κοινά αντικείμενα. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται από την ΕΛ.ΑΣ. ως εγκληματικά όργανα και στοιχεία. Ιερά σκεύη μπορεί να βρίσκονται στην κατοχή κληρικών ή ακόμη και σε ιδιωτικούς χώρους ως κειμήλια ή για λόγους που συνδέονται με την εκκλησιαστική ζωή.
Εάν πράγματι κατασχέθηκαν τα ανωτέρω ιερά σκεύη, όπως επίσημα καταγγέλλει ο ιερέας, τότε απαιτείται σαφής απάντηση για το ποιός έδωσε την εντολή. Απαιτείται επίσης απάντηση για το εάν οι αστυνομικοί άγγιξαν και μάλιστα επανειλημμένα (για να κατάσχουν και να φωτογραφίσουν) τα πιο ιερά λειτουργικά σκεύη και ειδικά το Άγιο Δισκοπότηρο, παρά τις επισημάνσεις του κληρικού για την ιερότητά τους και την απαγόρευση άγγιξής τους από λαϊκούς.
Η Πολιτεία οφείλει να δείχνει σεβασμό στα ιερά αντικείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας –αλλά και κάθε θρησκείας- και να μην τα μετατρέπει σε αντικείμενα αστυνομικής επίδειξης ή δημοσιότητας. Θυμόμαστε όλοι το είχε γίνει κάποτε στην Αθήνα όταν κυκλοφόρησε η φήμη ότι κάποιος αστυνομικός έσκισε σελίδες από το κοράνι …
Επιπλέον, το μισθωμένο διαμέρισμα των 70 τμ του ιερέως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί χώρο δημόσιας λατρείας και όπως εξηγεί ο ιερέας : «…δέν ἐμπίπτω στόν ἀσαφή, προβληματικό, ἀντισυνταγματικό καί ἀσύμβατο μέ τά εὐρωπαϊκά νομικά δεδομένα Ν.5224/2025. Δέν ἔπηξα σ’ αὐτό θυσιαστήριο, οὔτε δημιούργησα Ἱερό Ναό, οὔτε ἔπραξα κάτι παρ’ ἐνορίαν. Ὁ χώρος στό σπίτι μου εἶναι ἕνας μή ἐγκαινιασμένος χώρος καί συνεπῶς δέν θεωρεῖται Ἱερός Ναός.
Σύμφωνα μέ τήν ὑπάρχουσα νομολογία, τέτοιος χώρος δέν ἔχει τήν βασική ἐκκλησιαστική προϋπόθεση τῆς πλήρους ἐκκλησιαστικῆς ἀναγνώρισης ὡς Ἱερός Ναός, πού εἶναι τά θυρανοίξια ἤ τά ἐγκαίνια, καί στερεῖται τῆς πνευματικῆς καί λειτουργικῆς ἰσχύος, πού ἀποκτᾶ ἕνας κανονικά ἐγκαινιασμένος ναός. Ἐπίσης, ὁ χώρος στό σπίτι μου δέν ἔχει τίποτε ἀπ ́ ὅσα ἔχει ἕνας Ἱερός Ναός (δηλ. Ἀρχιτεκτονική, Ἱερό – Ἅγιο Βῆμα, Ἁγία Τράπεζα, Προσκομιδή, Κόγχη Ἱεροῦ, Τέμπλο, Σολέα, Ψαλτήρια, Κυρίως Ναό, Παγκάρια, Τοιχογραφίες, Ἁγιογραφίες, Πολυελαίους)»5.
Κύριε Υπουργέ,
οι πρόγονοί μας θυσιάστηκαν «Υπέρ Πίστεως και Πατρίδας». Γι αυτό και το Σύνταγμα της Ελλάδος αναγνωρίζει επικρατούσα θρησκεία και ξεκινάει με την επίκληση στο όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.
Δεν είναι δυνατόν στην ελεύθερα Ελλάδα να ποινικοποιούνται τα ορθόδοξα παρεκκλήσια ή βεβηλώνονται τα Ιερά σκεύη και να συλλαμβάνονται και να σχηματίζονται δικογραφίες σε ορθοδόξους ιερείς. Δεν ζούμε στην κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση που το κράτος αναγνώριζε μόνον την «ζώσα εκκλησία» του Σεργίου και καταδίωκε και φυλάκιζε στα γκουλάγκ τους ορθοδόξους ιερείς.
Το ζήτημα, όμως, δεν σταματά στα συγκεκριμένα περιστατικά. Η περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά ανέδειξε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα : τη σχέση του Ν. 5224/2025 με το Σύνταγμα, τους Ιερούς Κανόνες, τη θρησκευτική ελευθερία και το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Ο Ν. 5224/2025 δημιουργεί σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τα ευρωπαϊκά και διεθνή νομικά δεδομένα. Ο νόμος επιβάλει περιορισμούς αποκλειστικά τους ιδιωτικούς χώρους λατρείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έτσι δημιουργείται ζήτημα ισονομίας και άνισης μεταχείρισης σε σχέση με άλλες θρησκείες και ομολογίες.
Το ακόμη σοβαρότερο ζήτημα είναι η κρατική παρέμβαση στην ίδια την εκκλησιαστική ζωή. Το κοινό διακύβευμα είναι η χειραγώγηση της άσκησης των θρησκευτικών δικαιωμάτων από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Είναι ο καθορισμός των εσωτερικών ζητημάτων της εκκλησιαστικής ζωής από την εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι ο καθορισμός, με αστικούς νόμους, του τρόπου με τον οποίο οι Ορθόδοξοι θα ασκούν τη λατρεία τους. Και τελικά είναι η παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή.
Κύριε Υπουργέ,
Το άρθρο 13 του Συντάγματος προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και το δικαίωμα άσκησης της λατρείας. Όταν, όμως, η λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας εξαρτάται από την άδεια της τοπικής εκκλησιαστικής αρχής, ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα κινδυνεύει να μετατραπεί ουσιαστικά σε δικαίωμα που εξαρτάται από την έγκριση του τοπικού Μητροπολίτη.
Επιπλέον, το άρθρο 3 του Συντάγματος αναφέρεται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και στην τήρηση των Ιερών Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων και της Ιεράς Παράδοσης. Τί γίνεται, όμως, όταν ένας κληρικός διαπιστώνει ότι η εκκλησιαστική αρχή παραβιάζει αυτούς τους Ιερούς Κανόνες; Τί γίνεται, όταν ένας κληρικός, για λόγους πίστεως και συνειδήσεως, διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του; Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας των τριών υποθέσεων.
Οι Ιεροί Κανόνες προβλέπουν τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης (αποτείχιση) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Ο 15ος Κανόνας της ΑΒ ́ Πρωτοδευτέρας Συνόδου, όχι μόνο δεν επιτρέπει την τιμωρία όσων διακόπτουν τη μνημόνευση, αλλά αντιθέτως επαινεί την διακοπή μνημόνευσης για λόγους πίστεως.
Ο 31ος Αποστολικός Κανόνας προβλέπει επίσης τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης, όχι μόνο σε περιπτώσεις δογματικής διαφωνίας, αλλά και για λόγους δικαιοσύνης.
Με το ίδιο σκεπτικό, εάν η Πολιτεία αντιμετωπίζει ως παράνομη κάθε τέτοια πρακτική, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη ακόμη και η Λειτουργία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου σε χώρο, που διαμόρφωσε σε ναό, και τον ονόμασε Αγία Αναστασία. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από περιπτώσεις, όπου η λατρευτική ζωή δεν περιορίστηκε στους τυπικά αναγνωρισμένους μεγάλους ναούς.
Δεν μπορεί, επομένως, να ταυτίζεται η δογματική ορθότητα με την εκάστοτε εκκλησιαστική διοίκηση. Η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας αποδεικνύει ότι εκκλησιαστικές αρχές υπέπεσαν πολλές φορές σε αιρέσεις και πλάνες, και καθαιρέθηκαν και αναθεματίστηκαν από Οικουμενικές Συνόδους (π.χ. Μακεδόνιος,
Νεστόριος, Σέργιος, Πύρρος, Παύλος, Πέτρος, Αναστάσιος, Κωνσταντίνος, Νικήτας, όλοι τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως).
Γι’ αυτό και οι Ιεροί Κανόνες, στους οποίους αναφέρεται το ίδιο το άρθρο 3 του Συντάγματος, προβλέπουν τί μπορεί να πράξει ο κληρικός και ο πιστός σε τέτοιες περιπτώσεις.
Η πράξη αυτή δεν αποτελεί σχίσμα, ούτε ίδρυση νέας Εκκλησίας. Πρόκειται για ζήτημα, που ανάγεται στην εκκλησιαστική τάξη, στην πίστη και στη συνείδηση του κληρικού και στη διαχρονική ορθόδοξη παράδοση αντιμετώπισης των αιρέσεων μέσα στην Εκκλησία.
Αυτό ακριβώς δεν προβλέπει ο Ν. 5224/2025. Δεν προβλέπει εξαίρεση για την περίπτωση, κατά την οποία ένας κληρικός διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του, βάσει των Ιερών Κανόνων και για λόγους πίστεως και συνειδήσεως.
Έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη κατάσταση. Ο κληρικός μπορεί να βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα : είτε να υποταχθεί σε μια εκκλησιαστική αρχή, που θεωρεί ότι παραβιάζει τους συνταγματικά κατοχυρωμένους Ιερούς Κανόνες, είτε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός κρατικού νόμου. Αυτό δεν αποτελεί πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Αποτελεί κρατική παρέμβαση στην εκκλησιαστική ζωή, παραβίαση του συντάγματος και της θρησκευτικής ελευθερίας και λατρείας.
Παράλληλα, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) προστατεύει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας και την εκδήλωση της θρησκείας ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή ιδιωτικά, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων. Οι περιορισμοί επιτρέπονται μόνο, όταν προβλέπονται από τον νόμο και είναι απολύτως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για συγκεκριμένους και θεμιτούς σκοπούς, όπως η προστασία της δημόσιας τάξης και ασφάλειας (κάτι που προφανώς δεν διακινδυνεύθηκε από τους προαναφερθέντες ταπεινούς και ευλαβείς ιερείς).
Η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να περιορίζεται αυθαίρετα. Δεν μπορεί η «πνευματική κρίση» μιας εκκλησιαστικής αρχής – ενός και μόνου προσώπου του τοπικού επισκόπου- να μετατρέπεται σε απόλυτη εξουσία, χωρίς σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς διαφάνεια και χωρίς ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο, όπως συμβαίνει με τον Ν. 5224/2025. Υφίσταται σοβαρό ζήτημα παραβίασης των αρχών της ΕΣΔΑ. Παράλληλα, τίθενται ζητήματα σε σχέση με την απαγόρευση των διακρίσεων και την απαγόρευση της κατάχρησης δικαιώματος.
Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται επίσης από το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως ο Ν. 5224/2025 παραβιάζει ξεκάθαρα το ευρωπαϊκό και το διεθνές δίκαιο.
Και όμως, οι αστυνομικές αρχές φαίνεται να επικαλούνται με υπέρμετρο ζήλο το γράμμα του νόμου, με αστυνομικές επιχειρήσεις μέσα σε ιδιωτικές κατοικίες, με συλλήψεις κληρικών, και ακόμη και σε κατάσχεση-βεβήλωση ιερών αντικειμένων!
Κύριε Υπουργέ,
Η Ελληνική Αστυνομία έχει αποστολή να προστατεύει τους πολίτες και να αντιμετωπίζει το έγκλημα. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο επίλυσης εκκλησιαστικών διαφορών, ούτε σε μηχανισμό επιβολής μιας συγκεκριμένης εκκλησιαστικής γραμμής. Δεν μπορεί να εισβάλλει σε σπίτια κληρικών και να τρομοκρατεί ανήλικα παιδιά για ζητήματα, που αφορούν την πίστη, τη συνείδηση, τους Ιερούς Κανόνες και την εκκλησιαστική τάξη.
Δεν είναι δυνατόν να κινητοποιούνται πολυάριθμες αστυνομικές δυνάμεις, ακόμη και με συμμετοχή ειδικών μονάδων (αναφέρονται «μαυροφορεμένοι της ΟΠΚΕ»), διοικητών και εισαγγελικών αρχών, για την αντιμετώπιση ενός πολύτεκνου ιερέως μέσα σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι, παρουσία των ανήλικων παιδιών του. Αυτή δεν μπορεί να είναι η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και την άσκηση θρησκευτικής λατρείας. Οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα. Οφείλει να σέβεται τους Ιερούς Κανόνες και την Ιερά Παράδοση, στους οποίους το ίδιο το Σύνταγμα αναφέρεται. Και οφείλει να σέβεται το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο.
Ερωτάται ο κ. Υπουργός :
1. Γιατί χρησιμοποιούνται αστυνομικές δυνάμεις σε περιπτώσεις που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, έχουν στον πυρήνα τους εκκλησιαστικές διαφορές, ζητήματα πίστεως, Ιερούς Κανόνες και διακοπή μνημόνευσης Επισκόπων; Ποιά ακριβώς ήταν η νομική βάση των αστυνομικών επιχειρήσεων και συλλήψεων, όταν φανερά παραβιάζονται στοιχειώδη συνταγματικά και με ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες κατοχυρωμένα ανθρώπινα δικαιώματα ;
2. Στην υπόθεση του π.Παύλου στο Μηλοχώρι Πτολεμαΐδας,
α) γιατί πραγματοποιήθηκαν οι δύο αστυνομικές επιχειρήσεις στην κατοικία ενός πολύτεκνου ιερέως, παρουσία των ανήλικων παιδιών του, και ποιός έδωσε την σχετική εντολή;
β) Για ποιό λόγο κρίθηκε αναγκαία η κινητοποίηση τόσο μεγάλων αστυνομικών δυνάμεων, προκαλώντας τρόμο στα ανήλικα παιδιά του, για μια υπόθεση, που αφορά ιδιωτικό χώρο και εκκλησιαστική διαφορά;
3. Στην περίπτωση του π. Αγγέλου στον Πειραιά,
α) υπήρξε κατάσχεση ιερών αντικειμένων και, ειδικότερα, του Ιερού Ευαγγελίου, του Αγίου Ποτηρίου και του θυμιατού; Εάν ναι, με ποιά ακριβώς νομική βάση και ποιός έδωσε την εντολή;
β) Με ποιό δικαίωμα αστυνομικοί μεταχειρίστηκαν και άγγιξαν ιερά λειτουργικά σκεύη, παρά τις επισημάνσεις του κληρικού για την ιερότητά τους;
γ) παρέμεινε πράγματι χωρίς να του χορηγηθεί φαγητό και νερό κρατούμενος ο ιερέας επί τουλάχιστον ένα 12ωρο από το πρωί μέχρι το βράδυ της Κυριακής 07 Ιουνίου 2026; Ποιός ευθύνεται για την συμπεριφορά αυτή;
4. Γιατί η Ελληνική Αστυνομία αντιμετωπίζει ως παράνομη πράξη την ύπαρξη ή τη λειτουργία ιδιωτικού χώρου λατρείας από κληρικό, που επικαλείται τους Ιερούς Κανόνες και τη θρησκευτική του συνείδηση; Πώς διακρίνεται νομικά ένας ιδιωτικός χώρος προσευχής και λατρευτικής ζωής από έναν χώρο δημόσιας λατρείας;
5. Με ποιόν τρόπο συμβιβάζεται η εφαρμογή του Ν. 5224/2025 με το άρθρο 3 και το άρθρο 13 του Συντάγματος, όταν οι ίδιοι οι Ιεροί Κανόνες, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 3, προβλέπουν τη δυνατότητα διακοπής μνημόνευσης Επισκόπου, βάσει των Ιερών Κανόνων και για λόγους πίστεως και συνειδήσεως;
6. Έχουν αναζητηθεί η ποινική ευθύνη για τα αστυνομικά όργανα και τους επικεφαλείς τους, όταν με πρόσχημα τον (πρόδηλα αντισυνταγματικό) Ν. 5224/2025, διατάσσονται να παραβιάσουν το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ και τις λοιπές διατάξεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, που προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία και λατρεία; Και ειδικότερα, είναι συμβατό με τη θρησκευτική ελευθερία να εξαρτάται η άσκηση της λατρείας από την έγκριση μιας εκκλησιαστικής αρχής (ενός και μόνο προσώπου, του οικείου μητροπολίτη), χωρίς να έχουν προσδιοριστεί σαφή, αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια;
7. Και τελικά, ποιός αποφασίζει, εάν ένας κληρικός, που διακόπτει τη μνημόνευση του Επισκόπου του, επικαλούμενος τους Ιερούς Κανόνες και τη θρησκευτική του συνείδηση, παραβιάζει τον νόμο; Η Ελληνική Αστυνομία; Ή η Εκκλησία; Και εάν πρόκειται για καθαρά εκκλησιαστικό και ιεροκανονικό ζήτημα, ποιός είναι ο λόγος, για τον οποίο κινητοποιείται ο κρατικός κατασταλτικός μηχανισμός;
Αίτηση κατάθεσης εγγράφων
Παρακαλώ να μού γνωστοποιήσετε για το πεντάμηνο (Φεβρουάριος 2026 – Ιούνιος 2026)
1. Πόσες αντίστοιχες επιχειρήσεις της ΕΛ.ΑΣ, έχουν γίνει σε παράνομα τζαμιά, τα οποία είναι διάσπαρτα σε όλη την Αθήνα και σε όλη την Ελλάδα (αναλυτικά : ημερομηνία, πόλη, διεύθυνση).
2. Υπήρξαν συλλήψεις θρησκευτικών λειτουργών του Ισλάμ στο παραπάνω διάστημα εξαιτίας της λειτουργίας παράνομων τζαμιών;
3. Πόσες περιπτώσεις επέμβασης της ΕΛ.ΑΣ. σημειώθηκαν για την παράνομη υπαίθρια λειτουργία ισλαμικών τελετών (σε δημόσιους χώρους, πλατείες κλπ), αλλά και περιπτώσεις, στις οποίες διαπιστώνονται περιστατικά ομαδικών αυτοτραυματισμών (αυτομαστιγώσεων με αιχμηρά όργανα, όπως μαχαίρια,μαστίγια) στα πλαίσια θρησκευτικών μωαμεθανικών τελετών (κυκλοφορεί πλήθος σχετικών βίντεο και δημοσιευμάτων από τους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας πχ εδώ6, εδώ7, εδώ8, εδώ9, εδώ10); Πόσα πρόσωπα συνελήφθησαν σε κάθε επιχείρηση;
Ο ερωτών Βουλευτής Νικόλαος Παπαδόπουλος
Ανεξ. Βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης

Η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων και η Ε' Οικουμενική Σύνοδος

 


Επιμέλεια κειμένου:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

1. Πώς Προκύπτει η Αρχή των Συγκοινωνούντων Δοχείων

Σύμφωνα με το «consensus Patrum» και τα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων, η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» προκύπτει ως ο πνευματικός μηχανισμός μέσω του οποίου μεταδίδεται ο μολυσμός της αίρεσης από ένα μέλος της Εκκλησίας σε άλλο. Η αρχή αυτή δεν αφορά την οντολογική απώλεια της ιερωσύνης, αλλά τη συμμετοχή στην ασέβεια, την κατάκριση και το σχίσμα του αιρετικού.

Οι βασικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται και «λειτουργεί» αυτή η αρχή είναι οι εξής:

Α. Η Εκκλησιαστική Κοινωνία ως Μεταδότης. Ο μολυσμός λειτουργεί μεταδοτικά. Όπως το υγρό ρέει μεταξύ συγκοινωνούντων δοχείων, έτσι και η κακοδοξία μεταφέρεται από τον αιρετικό στον Ορθόδοξο που κοινωνεί μαζί του, και από αυτόν στον «τρίτο» που θα κοινωνήσει με τον ήδη μολυνθέντα. Η κακοδοξία μεταδίδεται αναγκαίως μέσω της κοινωνίας, καθιστώντας τον Ορθόδοξο συμμέτοχο, έστω και αν ο ίδιος δηλώνει ότι δεν συμφωνεί με την πλάνη.

Β. Η Μνημόνευση (Δίπτυχα).Η αναφορά του ονόματος ενός επισκόπου στην ιερή αναφορά θεωρείται πλήρης συμμετοχή στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται. Μέσω της μνημονεύσεως, ο Ορθόδοξος —ακόμη και αν παραμένει ορθόφρων στο εσωτερικό του φρόνημα— καθίσταται κοινωνός της ασεβείας του αιρετικού.

Γ. Η Θεία Μετάληψη.  Η συμμετοχή στα μυστήρια που τελούνται από ακατάκριτους (μη καθηρημένους) αιρετικούς επιφέρει τον μολυσμό, διότι ο πιστός γίνεται «μέτοχος τς κακοδοξίας κα τς ατν γενώμεθα κατακρίσεως». Η κοινωνία αυτή χαρακτηρίζεται ως «πνευματική μοιχεία» και αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, προσοικειώνοντάς τον με τον διάβολο.

Δ. Συμπροσευχή και Συνεστίαση. Οι Άγιοι Πατέρες (Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, όσιος Σωφρόνιος κ.ά.) διδάσκουν ότι η αρχή αυτή επεκτείνεται και στη συμπροσευχή ή ακόμη και στην απλή φιλική συναναστροφή («βρώμα και πόμα») με αιρετικούς.  Βάσει της αρχής « κοινωνν κοινωνήτ κοινώνητος στω», όποιος κοινωνεί με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εκκλησιαστικής υγείας, καθίσταται και ο ίδιος ακοινώνητος για το υγιές σώμα της Εκκλησίας.

Ε. Θεολογική Θεμελίωση. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι διοικητική αλλά πνευματική («εν Πνεύματι μία»). Όταν ο επίσκοπος κηρύσσει αίρεση, διασπά την ενότητά του με τον Χριστό και μετατρέπει τα μυστήρια σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του εν γνώσει. Η αποδοχή αυτής της αρχής αποτελεί «αρχαον κα πάτριον θος» και κοινή ομολογία των Αγίων όλων των αιώνων.

Σύνοψη: Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων προκύπτει από την οργανική ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος, όπου η πνευματική κατάσταση της κεφαλής (επισκόπου) επηρεάζει αναπόφευκτα τα μέλη μέσω των λειτουργικών και μυστηριακών δεσμών.

2. Σχετικοί Ιεροί Κανόνες

Σύμφωνα με τις πηγές, υπάρχει ένα πλήθος ιερών Κανόνων που θεμελιώνουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη διακοπή της κοινωνίας με αιρετικούς και την αποφυγή του πνευματικού μολυσμού. Οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν απλώς διοικητικές διατάξεις, αλλά έχουν σωτηριολογικό σκοπό, αποσκοπώντας στη διαφύλαξη της ενότητας του πιστού με τον Χριστό.

Α. Βασικοί Κανόνες Διακοπής Κοινωνίας

  • 15ος Κανόνας της ΑΒ’ (Πρωτοδευτέρας) Συνόδου: Αποτελεί τον βασικό κανόνα που επιτρέπει και επαινεί τη διακοπή μνημοσύνου επισκόπου που κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή», πριν ακόμη καταδικαστεί από σύνοδο. Οι πηγές τονίζουν ότι ο κανόνας αυτός είναι υποχρεωτικός για την αποφυγή του μολυσμού.
  • 31ος Αποστολικός Κανόνας: Προβλέπει τη διακοπή κοινωνίας με επίσκοπο που σφάλλει σε θέματα «ευσεβείας και δικαιοσύνης».

Β. Η Αρχή «Ο κοινωνών ακοινωνήτω...»

Οι κανόνες αυτοί ορίζουν ότι όποιος έρχεται σε κοινωνία με πρόσωπα που έχουν τεθεί εκτός Εκκλησίας (ή κηρύττουν αίρεση), μολύνεται και καθίσταται ο ίδιος ακοινώνητος:

  • 10ος Αποστολικός Κανόνας: Διατάζει τον αφορισμό όποιου συμπροσευχηθεί με ακοινώνητο, έστω και σε σπίτι.
  • 2ος Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας: Ορίζει ρητά: «ο ακοινωνήτοις κοινωνών ακοινώνητος έστω», αρχή που σύμφωνα με τους Πατέρες ισχύει και για τους ακατάκριτους αιρετικούς προς αποφυγή του συμμολυσμού.
  • 11ος Αποστολικός Κανόνας: Επιβάλλει την ποινή της καθαιρέσεως σε κληρικό που συμπροσεύχεται με καθηρημένο.

Γ. Κανόνες για τη Συμπροσευχή και τη Λειτουργική Παρουσία

  • 33ος Κανόνας της Λαοδικείας: Απαγορεύει ρητά τη συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
  • 9ος Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας: Διδάσκει ότι η παρουσία αιρετικών κατά τη θεία Λειτουργία προκαλεί πνευματική βλάβη στον κληρικό, γι' αυτό και ο διάκονος προσφωνεί «οι ακοινώνητοι περιπατήσατε».
  • 33ος Αποστολικός Κανόνας: Απαγορεύει την αποδοχή ξένων κληρικών στην κοινωνία, εάν αυτοί αποδειχθούν αιρετικοί μετά από ανάκριση.

Δ. Άλλες Σχετικές Διατάξεις

  • 11ος Κανόνας της Καρθαγένης: Αναφέρεται στην απομάκρυνση από επίσκοπο για λόγους πίστεως.
  • 5ος Κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου: Περιλαμβάνεται στους κανόνες που επιβάλλουν την αποχή από την κοινωνία των ετεροδόξων.
  • 1ος και 3ος Κανόνες της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου: Καθορίζουν την έκπτωση και ακοινωνησία όσων ακολουθούν τις κακοδοξίες του Νεστορίου ή του Κελεστίου.

Συμπέρασμα: Η διαχρονική συνείδηση της Εκκλησίας (consensus Patrum) ερμηνεύει αυτούς τους κανόνες ως ένα ενιαίο πνευματικό πλαίσιο που επιβάλλει τη διακοπή κοινωνίας με την αίρεση, προκειμένου να μην ενεργήσει η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων» και μεταδοθεί ο μολυσμός στο υγιές σώμα των πιστών.

3. Εφαρμογή της Αρχής στην Ε' Οικουμενική Σύνοδο

Η εφαρμογή της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων» στην Ε’ Οικουμενική Σύνοδο (553 μ.Χ.) αποτελεί, σύμφωνα με τις πηγές, το κεντρικό εκκλησιολογικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η αίρεση μεταδίδεται μέσω της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ακόμη και πριν από μια επίσημη καθαίρεση.

Η εφαρμογή αυτή εκδηλώθηκε με τους εξής τρόπους:

Α. Η Διαγραφή του Πάπα Βιγιλίου από τα Δίπτυχα

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων όταν αποδέχθηκε την πρόταση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού («Θείος Τύπος») να διαγραφεί το όνομα του Πάπα Βιγιλίου από τα ιερά δίπτυχα. Παρόλο που ο Πάπας δεν είχε ακόμη καθαιρεθεί επίσημα από τη Σύνοδο, η διαγραφή του κρίθηκε απαραίτητη διότι ο ίδιος είχε ταυτιστεί με την ασέβεια των «Τριών Κεφαλαίων».

Β. Ο Μολυσμός ως «Συμμετοχή στην Ασέβεια»

Το σκεπτικό της Συνόδου, όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ήταν ότι η συνεχιζόμενη μνημόνευση και κοινωνία με τον Πάπα θα σήμαινε ότι και οι Ορθόδοξοι Πατέρες της Συνόδου «θα βρεθούμε να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου».

  • Η αρχή λειτούργησε ως πνευματικός μεταδότης. Η  κακοδοξία του ενός μέλους (του Πάπα) «έρρεε» προς τα υπόλοιπα μέλη μέσω της λειτουργικής αναφοράς του ονόματός του.
  • Διευκρινίζεται ότι αυτή η συμμετοχή στον μολυσμό δεν σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιερωσύνης για τους Ορθοδόξους, αλλά τους καθιστούσε συνυπεύθυνους στην αλλοτρίωση από τον Θεό.

Γ. Η Μίανση της Καθαρότητας των Μυστηρίων

Μια από τις πιο καίριες εφαρμογές της αρχής στην Ε’ Οικουμενική ήταν η διακήρυξη ότι η κοινωνία με τον αιρετικό επίσκοπο «μιαίνει την καθαρότητα των μυστηρίων».Σύμφωνα με τη Σύνοδο, ο μολυσμός αυτός δεν καθιστά τα μυστήρια ανυπόστατα (άκυρα), αλλά μεταβάλλει το αποτέλεσμά τους στον πιστό: αντί για άφεση αμαρτιών, η μετάληψη μετατρέπεται σε «κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν «εν γνώσει» με την ασέβεια. Η Σύνοδος δίδαξε ότι ο πιστός μπορεί να ελπίζει σε άφεση αμαρτιών μόνο όταν κοινωνεί από ιερείς που «λατρεύουν τον Θεό ορθοδόξως».

Δ. Η Διάκριση μεταξύ Προσώπου και Θρόνου

Η Σύνοδος εφάρμοσε την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων με μεγάλη ακρίβεια, διακρίνοντας το πρόσωπο του Βιγιλίου από τον θρόνο της Ρώμης. Ενώ διέκοψε την κοινωνία με τον Βιγίλιο για να αποφύγει τον συμμολυσμό, διατήρησε την ενότητα με την «αποστολική καθέδρα». Αυτό δείχνει ότι ο μολυσμός αφορά τη συγκεκριμένη πνευματική σχέση με τον ατομικό φορέα της αίρεσης και όχι την οντολογία της Εκκλησίας.

Ε. Η Καθολική Ισχύς της Αρχής

Η στάση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου απέδειξε πως η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων αποτελεί κοινή ομολογία και διαχρονική θέση της Εκκλησίας. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου δεν θεωρήθηκε σχίσμα, αλλά «χρέος» και «σωτηριώδης ενέργεια» για τη διαφύλαξη της υγείας του εκκλησιαστικού σώματος

 ΠΗΓΗ.ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ -Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΜΟΛΥΣΜΟΥ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου