Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Ο Ηλίας ο Μέγας ως σύμβολο Μυστικής Θεολογίας

 

Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (+)


Κάθε λόγος περί μυστικής θεολογίας και κάθε αναφορά σε βιώματα και καταστάσεις αγιοπνευματικής εμπειρίας, που αποτελούν περιεχόμενα της θεολογίας αυτής, μας προκαλεί συχνά την αίσθηση μιας ασύλληπτης αποστάσεώς μας από τους ανθρώπους εκείνους του Θεού, που φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευνοημένοι και προικισμένοι για τέτοιες πνευματικές αναβάσεις και χαρισματικές εκστατικές ανυψώσεις στους μυστικούς πνευματικούς λειμώνες της νοητικής θεωρίας. 

    Ίσως η αιτία για μια τέτοια αίσθηση δεν θα πρέπει να είναι μόνο το είδος της αυτοσυνειδησίας μας για το πνευματικό μας επίπεδο και γενικά για τις δυνατότητές μας για μια δική μας μέθεξη στις ιερές και μυστικές αυτές αναβάσεις αλλά και η δικαιολογημένη πάντως σκέψη, ότι η μυστική θεολογία φαίνεται να γεννάται και να προοδεύει σε συνθήκες και όρους μιας απόλυτα ησυχαστικής ζωής. Ησυχία εσωτερική – αρμονία και ειρήνη ψυχικών δυνάμεων – και εξωτερική – μακριά από θορύβους και περισπασμούς πάσης φύσεως – είναι εύλογο να σκεπτόμαστε ίσως, ότι αποτελούν δυσεύρετη πραγματικότητα. Η πρώτη θέαση εκ μέρους μας του φαινομένου της μυστικής θεολογίας, μας δίνει την εικόνα του πλέον ευαίσθητου άνθους του πνευματικού λειμώνος της χάριτος του Θεού, που ο σπόρος του φαίνεται να σπείρεται σε εξαιρετικά ευνοημένες από το Θεό ψυχές.

     Αλλά όλες αυτές, οι πιο πάνω, πιθανές αντιδράσεις μας στο πνευματικό γεγονός της μυστικής θεολογίας, αν και εύλογες, φαίνεται να μην αποτελούν μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Ή τουλάχιστον να μην αποδίδουν σωστά την γενεσιουργό αιτία και τους λοιπούς συντελεστές του πνευματικού αυτού γεγονότος που λέγεται μυστική θεολογία

     Ο άγιος Μάξιμος, μας αιφνιδιάζει ίσως, όταν προβάλλει ως σύμβολο μυστικής θεολογίας τον πλέον δραστήριο, μαχητικό, ανήσυχο και α­καταπόνητο υπηρέτη των βουλών του Θεού – σε μια εποχή μάλιστα κυριαρχίας της πιο πληθωρικής και επίσης μαχητικής ειδωλολατρίας – τον θεσβίτη προφήτη, τον Ηλία τον Μέγα.

    Κατά τον άγιο Μάξιμο, ο «Ηλίας ο μέγας, δι’ ων έπραττε τυπικώς» παρεδείκνυε το μυστήριο της μεταπλάσεως του ανθρώπου «προς την θείαν ομοίωσιν».

   Αλλά ποιά είναι τα κεντρικά στοιχεία ή γεγονότα της ζωής του μεγάλου προφήτου, που χρησιμοποιούνται αναγωγικά από τον άγιο Μάξιμο, για την παρουσίαση της εξελικτικής πορείας του γεγονότος της μυστικής θεολογίας, μέσα στην ανθρώπινη ψυχή;

α) Ο αγώνας εναντίον της ειδωλολατρίας.

     Ο προφήτης Ηλίας διακρίθηκε, όπως γνωρίζουμε, ως ανυποχώρητος πολέμιος και καθαιρέτης της ειδωλολατρίας της εποχής του. Αντιμετώπισε με ακατάβλητο σθένος όχι μόνο τους ιερείς των ειδώλων του Βάαλ αλλά και τους πεισματώδεις υπερασπιστές αυτών: το βασιλικό ζεύγος του βασιλείου του Ισραήλ Αχαάβ και Ιεζάβελ.

    Εντούτοις ο αγώνας του προφήτη Ηλία, εναντίον της ειδωλολατρίας, δεν ήταν απλώς περιστασιακή αντίδραση προς πρόσωπα και καταστάσεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου της εποχής του. Ήταν σταθερός και επίμονος αγώνας εναντίον της θεοποιημένης ύλης της εποχής του. Εναντίον της θεοποιήσεως των αισθητών στοιχείων, πραγμάτων και καταστάσεων του κόσμου τούτου.

    Με τον όρο αισθητά, στην πατερική γλώσσα δηλώνονται όλα αυτά τα εγκόσμια μεγέθη, τα οποία, από τη φύση τους, αποτελούν προκλήσεις ποικίλων επιθυμιών και επομένως παγίδες εμπλοκής του ανθρώπου στη δουλεία της ηδονής.

    Ο άγιος Μάξιμος επισημαίνει ότι ο αγώνας εναντίον των αισθητών στοχεύει πρωτίστως στην απελευθέρωση του χριστιανού ανθρώπου από την δεσποτεία της επιθυμίας και του θυμού. Στην επισήμανση αυτή οδηγείται μέσω της αναγωγικής ερμηνείας της παυλείου ρήσεως «ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού».

    Αναφερόμενος δηλ. στο γεγονός του αγώνος του χριστιανού ανθρώπου να επιτύχει την κατά Χριστόν μόρφωσή του, παρατηρεί ότι στο Χριστό δεν υπήρχε «άρρεν και θήλυ· τουτέστι θυμός και επιθυμία».

    Ο θυμός, κατά τον άγιο Μάξιμο, διαταράσσει την ψυχή, διότι συνεργεί στο να λειτουργεί τυραννικώς γι’ αυτήν ο λογισμός και να εξέρχεται η διάνοια έξω του νόμου της φύσεως, δηλ. να παραλογίζεται. Η επιθυμία εξάλλου είναι η αιτία της προτιμήσεως εκ μέρους του ανθρώπου των υλικών πραγμάτων αντί των πνευματικών δωρεών του Θεού· της εμπαθούς προσκολλήσεώς του στην λαμπρότητα και την δόξα των φαινομένων αντί στη λατρεία του Θεού, ο οποίος είναι «η μία και μόνη εφετή τε και απαθής αιτία και φύσις».

 Επιπροσθέτως η επιθυμία, προβάλλουσα και «εργαζομένη» πλέον ευχάριστη «την των φαινομένων απόλαυσιν», εμποδίζει τον νουν «τω κατ’ αίσθησιν λείω της ηδονής», να προσεγγίζει και να αντιλαμβάνεται τα νοητά, που ανήκουν στο χώρο της παρουσίας και της δόξης του Θεού.

    Επομένως ο αγώνας, εναντίον της με οποιοδήποτε τρόπο θεοποιη­μένης ύλης, των αισθητών, πρέπει να έχει πρώτιστο στόχο τη νέκρω­ση της επιθυμίας, η οποία διά της ηδονής, θολώνει το νου και δεν του επιτρέπει να προσεγγίζει και να βλέπει τα νοητά στο χώρο της θείας παρουσίας και ενεργείας. Εφόσον δε νεκρωθεί η επιθυμία, ο θυμός «γου μαίνεσθαι παύεσθαι πέφυκεν», όταν δει την επιθυμία νεκρωμένη.

    Σε μια τέτοια περίπτωση επέρχεται στην ψυχή ειρήνη και αρμονία των κινήσεων και ενεργειών της. Η ψυχή ελευθερώνεται από «τας ανίσους διαθέσεις» – τις συγκρουόμενες κινήσεις και λειτουργίες – οι οποίες είναι υπεύθυνες για την αλλοτρίωση της ανθρώπινης φύσεως, την πτώση της στο «παρά φύσιν»,

    Ο προφήτης Ηλίας είναι σύμβολο της νίκης κατά των αισθητών, επειδή με τον ανυποχώρητο αγώνα του εναντίον της θεοποιημένης ύλης, «την των ανίσων απέθετο γένεσιν, μη φέρων εν εαυτώ καθάπερ άρ­ρεν και θήλυ τας εναντίας τούτων των παθών αντιθέσεις». Έτσι ανέβηκε «προς τον Θεόν άνετος, ουδενί των όντων παντελώς κατά την σχέσιν κρατούμενος». «Απλούς τε την έφεσιν και την γνώμην ασύνθετος».

β). Η διάβαση του Ιορδανού ποταμού.

    Ο προφήτης  Ηλίας, αγωνιζόμενος εναντίον των αισθητών, της θεοποιημένης ύλης, ενήργησε «τομήν και διάβασιν» των «χρονικώς ρεόν­των», αφού στη φύση των αισθητών ανήκει το ρέον – «πάντα ρει» – και άρα το «άστατον». Τα αισθητά δεν παραμένουν ακίνητα αλλά συνεχώς ρέουν και για το λόγο αυτό, «τω θολερώ και ολισθηρώ» της φύσεώς των, αιχμαλωτίζουν τον νουν και τον εκτρέπουν της φυσικής του πορείας, που είναι ο προς τα νοητά και θεία προσανατολισμός του.

     Ο Ιορδάνης ποταμός «υπήρχε τύπος της αστάτου και ρεούσης φύσεως». Αναγωγικά δηλωτικός «των χρονικώς ρεόντων».

    Επομένως η διάβαση του Ιορδάνου εκ μέρους του προφήτου, με την θαυματουργική χρησιμοποίηση της μηλωτής του, εξεικονίζει αναγωγικά την υπέρβαση – «τομήν και διάβασιν» – εκ μέρους του νου των παραστάσεων και πραγμάτων του κόσμου τούτου· το πέρασμα της υλικής συνθέσεως των πραγμάτων του κόσμου τούτου.

γ). Η μηλωτή.

   Το πέρασμα του Ιορδάνου ποταμού πέτυχε ο προφήτης Ηλίας με τη χρησιμοποίηση της μηλωτής του. «Και έλαβεν Ηλιού την μηλωτήν αυτού και είλησε και επάταξε το ύδωρ και διηρέθη το ύδωρ ένθα και ένθα, και διέβησαν αμφότεροι εν ερήμω».

   Η μηλωτή αποτελεί τύπο, κατά τον άγιο Μάξιμο, της νεκρώσεως της σαρκός. Στη μηλωτή βεβαιώθηκε «το μεγαλοπρεπές της ηθικής κοσμιότητος», δηλ. ο κατά φύσιν τρόπος βιώσεως του ήθους, κατά τον αγώνα του προφήτου εναντίον της θεοποιημένης ύλης. Η βίωση του ήθους ήταν βίωση της νεκρώσεως της σαρκός και συγχρόνως βεβαίωση της ελευθερίας του προφήτου από κάθε αισθητό και γήινο, ακόμη και από αυτόν τον «κατ’ ήθος τρόπον» της εγκόσμιας ζωής.

δ). Οι «ίπποι πυρός».

    Ο προφήτης Ηλίας απεχωρίσθη του μαθητού του Ελισαίου αρπαγείς με πύρινο άρμα, το οποίο έσυραν προς τον ουρανό ίπποι πυρός. «Και εγένετο αυτών πορευομένων, επορεύοντο και ελάλουν και ιδού άρμα πυρός και ίπποι πυρός και διέστειλαν αναμέσον αμφοτέρων, και ανελήφθη Ηλιού εν συσεισμώ ως εις τον ουρανόν».

    Ο άγιος Μάξιμος βλέπει στους πύρινους ίππους το σύνολο των αρετών «γνωστικώς αλλήλαις συντηρημένων». Ο αγώνας του προφήτου για την υπέρβαση των αισθητών και την ενδημία του στο Χριστό, πραγματοποιήθηκε δυνάμει των αρετών του, του κατ’ ήθος τρόπου. Η πράξη, ως εργασία των εντολών του Θεού προς τον προφήτη, είχε ως καρπό την εν επιγνώσει απόκτηση των «αλληλούχων αρετών», οι οποίες, ως ίπποι πυρός, τον κατέστησαν ικανό να φθάσει ζων εν Χριστώ.

ε). Η εμπειρία του «και υπολέλειμαι εγώ μονώτατος».

    Η εμπειρία της αισθήσεως μιας καθολικής μονώσεως εκ μέρους του προφήτη Ηλία, ύστερα από συνεχείς σκληρούς αγώνες κατά της ειδωλολατρίας της εποχής του, επιτρέπει στον άγιο Μάξιμο να κάνει την σημαντικότερη ίσως αναγωγή του, κατά την πνευματική ερμηνεία της εικόνος της εγκόσμιας βιοτής του δυναμικού και μαχητικού κατά της ειδωλολατρίας θεσβίτη προφήτου.

    Η λέξη «μονώτατος» προεκτείνεται αναγωγικά στην καθαρότητα του λόγου του όντος, δηλ. της δημιουργικής αιτίας του ανθρώπου, που δηλώνεται σαφέστερα με τον όρο «κατ’ εικόνα». Όπως κάθε ον έχει το δικό του λόγο, που γεννήθηκε από τον δημιουργό Λόγο του Θεού, έτσι και ο άνθρωπος έχει τον δικό του λόγο, ο οποίος, στην περίπτωση του χριστιανού ανθρώπου, ενεργοποιείται λυτρωτικά διά του  Μυστηρίου του Βαπτίσματος.

    Ο άγιος Μάξιμος υπογραμμίζει ότι αυτό που ο προφήτης Ηλίας ο μέγας κατόρθωσε, οφείλεται στην καθαρότητα από πάθη και εσωτερικές ψυχικές αντιθέσεις και αντινομίες – «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» – που απέκτησε, κατά την υπέρβαση των αισθητών.

    Αγωνιζόμενος ο προφήτης εναντίον της θεοποιημένης ύλης, απελευθερώθηκε από τα ποικίλα πάθη της σαρκός και επέτυχε την καθαρότητα αυτή χάρις, αποκλειστικώς και μόνο, στην ενεργοποίηση των χαρισματικών δυνάμεων του λόγου, της δημιουργικής αιτίας που ο Θεός Λόγος δώρισε στην ανθρώπινη φύση ως όρο και παρακαταθήκη και δυνατότητα θείας ομοιώσεως και μεταπλάσεως.

    -Ποιός μπορεί να μεταπλασθεί σε θεό κατά χάρη, να επιτύχει το «καθ’ ομοίωσιν»;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να είναι μόνο μία, κατά τον άγιο Μάξιμο·

   -Μόνο «λόγος μονώταιος».

   Ο δημιουργικός λόγος της ανθρωπίνης φύσεως, στον οποίο «φυσικώς εγκέκραται το της θείας εικόνος σέβας», εφόσον καθαρθεί η ψυχή από τα πάθη, μεταπλάττει αυτήν εις «Πνεύματος αγίου παμφαές οικητήριον». Στην χαρισματική αυτή κατάσταση γεννάται μυστικώς ο Χρι­στός, «απεργαζόμενος την γεννώσαν ψυχήν μητέρα παρθένον». Ούτω· «αεί θέλων Χριστός γεννάται μυστικώς, διά των σωζόμενων σαρκούμενος» .

    Αυτό είναι το τελικό στάδιο της πορείας της βιωματικής μυστικής θεολογίας· η μυστική γέννηση του Χριστού στην καθαρή από τα πάθη ψυχή. Η σάρκωση του Λόγου στην ανθρώπινη ψυχή. Ό,τι ο Απόστολος Παύλος θα συνοψίσει στην ομολογία του· «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

 




ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ:

ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

    Οι Οικουμενικές Σύνοδοι είναι, αναμφιβόλως, η συνείδηση της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτές με τον τελειότερο τρόπο κατέχουν, γνωρίζουν, διακρίνουν και ομολογούν την Αλήθεια του Χριστού· την υπερασπίζονται. Εφόσον ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η ενσάρκωση της Αληθείας, η Παν-αλήθεια, κάθε παρέκκλιση από αυτήν, κάθε επίθεση εναντίον της, αποτελεί για τις Συνόδους, κατ’ ουσίαν, παρέκκλιση και επίθεση εναντίον του Χριστού. Αυτός είναι ο τρόπος δράσεως του Αντιχρίστου και των προδρόμων του.

      Οι Άγιοι Πατέρες, οι αγιότεροι και διορατικότεροι οφθαλμοί της Εκκλησίας, διακρίνουν με οξυδέρκεια και βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί είναι οι «πρόδρομοι του αντιχρίστου»1. Όπως ακριβώς η έλευση και η δράση του Αντιχρίστου είναι όλη «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ» [βλ. Β΄Θεσ.2,9: «οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ᾿ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους (:Η παρουσία του ανόμου αυτού θα γίνει με κάθε δύναμη και με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο βοηθός και συνεργάτης του, σατανάς)»], έτσι και η δράση κάθε αιρέσεως είναι «κατ’ ἐνέργειαν» του διαβόλου.

     Οι θεοφόροι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου βεβαιώνουν ότι οι αιρετικοί «έχουν παρασυρθεί από τον διάβολο, ο οποίος ενεργεί μέσα τους, απεργάζεται το παράλογο και ψυχοφθόρο σχέδιό του»2. Είναι αγιοπατερική η μαρτυρία πως «σε κάθε αίρεση και πίσω από κάθε αίρεση κρύβεται ο διάβολος»3. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες των Συνόδων είναι οι αδάμαστοι πολέμιοι κάθε αιρέσεως. Αυτός είναι ο λόγος που, ομοψύχως και ομοφώνως, τις αναθεματίζουν4.

     Αφού όλοι οι παρόντες άγιοι Πατέρες της Αγίας ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου υπέγραψαν τις αποφάσεις της: «Ἡ Ἁγία Σύνοδος ἐξεβόησε: Πάντες οὕτως πιστεύομεν, μία πίστις· πάντες τὸ αὐτὸ φρονοῦμεν· πάντες συναινέσαντες καὶ ἀσμενίσαντες ὑπεγράψαμεν· ὀρθοδόξως πάντες πιστεύομεν. Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων. [...] Νεστορίῳ καὶ Εὐτυχεῖ καὶ Διοσκόρῳ ἀνάθεμα· Ἀπολιναρίῳ καὶ Σεβήρῳ ἀνάθεμα· τοῖς ὁμοφρόσιν αὐτῶν ἀνάθεμα· Θεοδώρῳ τῆς Φαρὰν ἀνάθεμα· Σεργίῳ καὶ Ὀνωρίῳ ἀνάθεμα· Πύρρῳ καὶ Παύλῳ ἀνάθεμα· Κύρῳ καὶ Πέτρῳ ἀνάθεμα· Μακαρίῳ καὶ Στεφάνῳ καὶ Πολυχρονίῳ ἀνάθεμα· ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα (: Η αγία Σύνοδος αναφώνησε: Όλοι έτσι πιστεύουμε, μία είναι η πίστη· όλοι το ίδιο φρονούμε· όλοι, αφού συμφωνήσαμε και το δεχθήκαμε με χαρά, υπογράψαμε· ορθόδοξα όλοι πιστεύουμε. Αυτή είναι η πίστη των αποστόλων, αυτή είναι η πίστη των πατέρων, αυτή είναι η πίστη των ορθοδόξων. [...] Στον Νεστόριο και στον Ευτυχή και στον Διόσκορο ανάθεμα· στον Απολινάριο και στον Σεβήρο ανάθεμα· στους ομοφρονούντες με αυτούς ανάθεμα· στον Θεόδωρο της Φαράν ανάθεμα· στον Σέργιο και στον Ονώριο ανάθεμα· στον Πύρρο και στον Παύλο ανάθεμα· στον Κύρο και στον Πέτρο ανάθεμα· στον Μακάριο και στον Στέφανο και στον Πολυχρόνιο ανάθεμα· σε όλους τους αιρετικούς ανάθεμα, [:οριστική δηλαδή καταδίκη των αιρετικών διδασκαλιών τους και αποκοπή από την εκκλησιαστική κοινωνία όσων εμμένουν σε αυτές και δεν μετανοούν]5.

     Η Αγία Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνος έλαβε την εξής απόφαση: «Να μην επιτραπεί σε κανέναν να δηλώσει ή να γράψει άλλη πίστη εκτός από αυτήν που έχει ορισθεί από τους αγίους Πατέρες, που συνήχθησαν Πνεύματι Αγίω. Και όποιος τολμήσει είτε να συνθέσει, είτε να παραθέσει άλλη πίστη, αν είναι επίσκοπος ή κληρικός να καθαιρείται, ο επίσκοπος από την επισκοπή του και ο κληρικός από τον κλήρο, ενώ αν είναι λαϊκός, ανάθεμα!»6. «Η Εκκλησία έκρινε πάντοτε πως είναι άξιος αποβολής από το σώμα της εκείνος που αφαιρεί ή προσθέτει κάτι στην πίστη. Γιατί η πίστη μας έχει παραδοθεί ξεκάθαρη από τους Αποστόλους, δεν επιτρέπει ούτε συμπλήρωση ούτε αφαίρεση»7.

      Η αίρεση είναι δύναμη που οδηγεί στην απώλεια της ψυχής και βυθίζει τον άνθρωπο σε όλους τους θανάτους, καθώς τον αποκόπτει από την Εκκλησία του Χριστού, μέσα στην οποία αποκλειστικά και μόνον βρίσκει ο άνθρωπος την αθανασία, την αιώνιο ζωή. Οι άγιοι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου ευαγγελίζονται: «Είναι προφανές, η αίρεση αποκόπτει κάθε άνθρωπο από την Εκκλησία»8.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Όταν η «οικουμενική» αποστολή γίνεται γεωπολιτική αντιπροσωπεία

 

Γεώργιος Αποστολάκης

Η επίσκεψη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ουκρανία και η άνιση εκκλησιαστική ευαισθησία απέναντι στους διωκόμενους πιστούς του Μητροπολίτη Ονουφρίου

Η επίσκεψη αντιπροσωπείας του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στην Ουκρανία, από τις 14 έως τις 17 Ιουλίου 2026, υπό τον γενικό γραμματέα του, καθηγητή Jerry Pillay, παρουσιάστηκε ως αποστολή αλληλεγγύης προς τον ουκρανικό λαό και υποστήριξης της ειρήνης.

Κανείς δεν αμφισβητεί το χριστιανικό καθήκον συμπαραστάσεως προς έναν λαό που δοκιμάζεται από τη ρωσική εισβολή, με τους θανάτους, τις καταστροφές και την προσφυγιά που αυτή προκάλεσε. Ούτε μπορεί να μένει χωρίς κριτική η θρησκευτική δικαιολόγηση του πολέμου από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην επιλεκτικότητα της εκκλησιαστικής ευαισθησίας και στην ευκολία με την οποία η αλληλεγγύη προς έναν λαό μετατρέπεται σε επικύρωση της κρατικής και γεωπολιτικής γραμμής της ηγεσίας του.

Δύο συνομιλίες, αλλά όχι ίση αντιμετώπιση

Στις 15 Ιουλίου η αντιπροσωπεία του ΠΣΕ συναντήθηκε με το Πανουκρανικό Συμβούλιο Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων και πραγματοποίησε ιδιαίτερη επίσκεψη στην κατοικία του Επιφανίου, επικεφαλής της αποκαλούμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η συνάντηση προβλήθηκε αναλυτικά και συνοδεύθηκε από φωτογραφικό υλικό. Εκεί εκφράστηκε η «ακλόνητη υποστήριξη» προς την Ουκρανία και καταδικάστηκε η ρωσική επιθετικότητα ως παράνομη, ανήθικη και απολύτως απαράδεκτη.

Μετά την ολοκλήρωση της επισκέψεως, το ίδιο το ΠΣΕ ανακοίνωσε ότι πραγματοποιήθηκαν «στοχευμένες συνομιλίες» τόσο με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Μητροπολίτη Ονουφρίου όσο και με την Εκκλησία του Επιφανίου. Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης: δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αντιπροσωπεία αρνήθηκε κάθε επικοινωνία με την Εκκλησία του Ονουφρίου.

Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν κατονομάζει τους εκπροσώπους της, δεν αναφέρει συνάντηση με τον ίδιο τον Μητροπολίτη και δεν εκθέτει όσα καταγγέλθηκαν για αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, έρευνες σε μονές, συλλήψεις, διοικητικές πιέσεις και το νομοθετικό πλαίσιο που απειλεί την υπόστασή της. Για τη μία πλευρά υπήρξαν ιδιαίτερη επίσκεψη, ονομαστική προβολή και φωτογραφίες· για την άλλη, μία συνοπτική αναφορά χωρίς πρόσωπα, περιεχόμενο ή δημόσια δέσμευση προστασίας των δικαιωμάτων της.

Η διαφορά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Στην εκκλησιαστική διπλωματία, οι συναντήσεις, οι εικόνες, οι ανακοινώσεις και οι αποσιωπήσεις παράγουν θεσμικό και εκκλησιολογικό αποτέλεσμα.

Άκουσαν τους διωκόμενους – αλλά ποιον πίστεψαν;

Η Δογματική Ακρίβεια ως Προϋπόθεση Σωτηρίας: Μηνύματα από το «Λειμωνάριο» του Ιωάννη Μόσχου

 



Εισαγωγή

Το ΛειμωνάριονΝέος Παράδεισος) του σοφού μοναχού Ιωάννη Μόσχου (7ος αιώνας) αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά κείμενα της βυζαντινής αγιολογικής γραμματείας. Μέσα από τις απλές, αλλά συγκλονιστικές διηγήσεις του, ο συγγραφέας αποτυπώνει την πνευματική εμπειρία των Πατέρων της ερήμου. Ωστόσο, πέρα από την προβολή των ασκητικών αρετών, το Λειμωνάριο διασώζει και το έντονο δογματικό κλίμα της εποχής του. Σε μια περίοδο όπου η Εκκλησία συγκλονιζόταν από την αίρεση του Μονοφυσιτισμού (Σεβηριανοί, Ακέφαλοι), οι διηγήσεις του Μόσχου υπογραμμίζουν με κατηγορηματικό τρόπο ότι η ηθική τελειότητα είναι δώρον άδωρον αν δεν συνοδεύεται από την ορθή πίστη.

1. Ιστορικό Πλαίσιο: Η Μεταχαλκηδόνια Έρημος

Για να κατανοήσουμε το βάθος των διηγήσεων, πρέπει να μεταφερθούμε στον 6ο και 7ο αιώνα. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) είχε δογματίσει ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, «ασυνχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Οι Μονοφυσίτες, με κύριο εκφραστή τον Σεβήρο Αντιοχείας, απέρριψαν τη Σύνοδο, θεωρώντας ότι εισάγει δύο Χριστούς.

Η έρημος της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και του Σινά έγινε το πεδίο αυτής της πνευματικής μάχης. Οι μοναχοί καλούνταν να επιλέξουν: θα παρέμεναν πιστοί στην Καθολική Εκκλησία (Χαλκηδόνιοι) ή θα διολίσθαιναν στην αίρεση των «Ακεφάλων»;

2. Ανάλυση των Διηγήσεων: Το Τρίπτυχο της Δογματικής Εγρήγορσης

Α. Η Ψευδαίσθηση της «Ειρηνικής Συμβίωσης» (Η ιστορία του αββά Ζωσιμά)

Στην πρώτη διήγηση, ο αββάς Ζωσιμάς, ένας καθαρός και ειλικρινής μοναχός, έρχεται αντιμέτωπος με έναν σύγχρονο πειρασμό: τον θρησκευτικό σχετικισμό. Ένας Μονοφυσίτης μοναχός στη Βαιθήλ τον προσκαλεί σε συγκατοίκηση, υποσχόμενος ότι «το δογματικό θέμα δεν θα αποτελέσει πρόβλημα».

Η παρέμβαση του Πατριάρχη Ιακώβ στον ύπνο του Ζωσιμά είναι αποκαλυπτική. Ο δίκαιος πατριάρχης τον προτρέπει να φύγει μακριά από τους «αποστάτες της Χαλκηδόνας».

Το θεολογικό συμπέρασμα: Η πίστη δεν είναι ένα ιδεολογικό αξεσουάρ που μπορούμε να «παρακάμψουμε» χάριν μιας επιφανειακής κοινωνικής ειρήνης. Η συγκατοίκηση και η κοινή προσευχή με όσους έχουν αποκόψει τον εαυτό τους από την Εκκλησία συνιστά αλλοίωση του ορθόδοξου ήθους.

Β. Η Αίρεση ως «Πνευματική Πορνεία» (Η ιστορία των Σύρων τραπεζιτών)

Η δεύτερη διήγηση χρησιμοποιεί μια σκληρή αλλά παραστατική βιβλική μεταφορά. Ένας πιστός χριστιανός βλέπει σε όραμα τον αδελφό του να «πορνεύει με τη γυναίκα του καπήλου». Όταν ερευνά την υπόθεση, ανακαλύπτει ότι ο αδελφός του δεν διέπραξε κάποια σαρκική αμαρτία, αλλά κοινώνησε με τους οπαδούς του Σεβήρου.

Στην πατερική γλώσσα, η Εκκλησία είναι η Νύμφη του Χριστού. Όταν ο πιστός εγκαταλείπει την αλήθεια της Εκκλησίας και ενώνεται με την αίρεση, διαπράττει μοιχεία και πορνεία πνευματική. Ο Σεβήρος αποκαλείται «κάπηλος» διότι, όπως ο έμπορος νοθεύει το κρασί ή τα προϊόντα για το κέρδος, έτσι και ο αιρεσιάρχης νοθεύει το «ακέραιο νόμισμα» της ευαγγελικής αλήθειας.

Οι Κόπτες, η Δ Οικουμενική Σύνοδος και η σημερινή κατάσταση

 Αναδημοσίευση παλιότερου κειμένου με αφορμή την Κυριακή των Πατέρων της Δ Οικουμενικής Συνόδου.

 



Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η πρόσφατη επίσκεψη του Κόπτη Πατριάρχη    στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποτέλεσε απλώς μια τυπική κίνηση εκκλησιαστικής αβροφροσύνης, αλλά μια στιγμή υψηλού συμβολισμού που ανακίνησε μνήμες και ερωτήματα δεκαπέντε αιώνων. Το αόρατο αλλά στιβαρό τείχος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) στεκόταν και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

 

Οι Κόπτες: Οι Απευθείας Απόγονοι των Αρχαίων Αιγυπτίων

Οι Κόπτες αποτελούν έναν από τους αρχαιότερους χριστιανικούς πληθυσμούς στον κόσμο, όντας οι άμεσοι εθνοτικοί και πολιτισμικοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων. Η ταυτότητά τους σφυρηλατήθηκε μέσα από την παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Μάρκο να ιδρύει την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας γύρω στο 42 μ.Χ., μετατρέποντας την Αίγυπτο σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του πρώιμου χριστιανισμού και της μοναστικής ζωής.

Η ιστορία τους σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ., η οποία οδήγησε σε ένα από τα πρώτα και βαθύτερα σχίσματα στην ιστορία της Εκκλησίας. Η διαφωνία ήταν δογματική και αφορούσε τη φύση του Χριστού: η επίσημη Αυτοκρατορική Εκκλησία (Βυζάντιο) υιοθέτησε το δόγμα των δύο φύσεων, ενώ οι Κόπτες επέμεναν στη «μία φύση του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη». Αυτή η ρήξη οδήγησε σε αμοιβαίους αναθεματισμούς που κράτησαν για 1.500 χρόνια, με την κάθε πλευρά να θεωρεί την άλλη αποκλίνουσα από την ορθή πίστη.

Παρά τη θρησκευτική απομόνωση και την αραβική κατάκτηση του 7ου αιώνα, οι Κόπτες κατάφεραν να διασώσουν τη μοναδική τους κληρονομιά. Η Κοπτική Γλώσσα, η τελευταία εξέλιξη της γλώσσας των Φαραώ, διατηρήθηκε ως η ιερή γλώσσα της λατρείας τους, ενώ η τέχνη και η αρχιτεκτονική τους παρέμειναν διακριτές.

 

Γιατί καταδικάστηκαν οι Μονοφυσίτες από την Δ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ.

Η καταδίκη των μονοφυσιτών — γνωστή ως Τρίτη Σύνοδος της Εφέσου (449 μ.Χ.) και η επιβεβαίωσή της στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) — δεν ήταν απλώς θεολογική διαφωνία, αλλά η κρισιμότερη στιγμή για τον ορισμό της χριστολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το δόγμα που αναθεματίστηκε

Οι μονοφυσίτες (με επικεφαλής τον Ευτυχή) δίδασκαν ότι στο πρόσωπο του Χριστού υπάρχει μία μόνο φύση — η θεία — και ότι η ανθρώπινη φύση είτε απορροφήθηκε πλήρως από τη θεία, είτε ήταν τόσο αλλοιωμένη ώστε να μην είναι πλέον αληθινά ανθρώπινη.

Γιατί αναθεματίστηκαν

Οι μονοφυσίτες αναθεματίστηκαν για τέσσερις θεμελιώδεις λόγους.

Πρώτον, για την άρνηση της πλήρους ανθρωπότητας του Χριστού: αν ο Χριστός δεν είναι πλήρως άνθρωπος, δεν μπορεί να εκπροσωπήσει την ανθρωπότητα ούτε να σώσει τον άνθρωπο.

Δεύτερον, για την άρνηση του πάθους και του σταυρού ως πραγματικών: η σωτηρία απαιτεί αληθινό ανθρώπινο πάθος — αν το πάθος ήταν «φαινομενικό» (δοκησις), η θυσία είναι άκυρη.

Τρίτον, για την ανατροπή της Τριαδολογίας: η ενότητα προσώπου απαιτεί διατήρηση των δύο φύσεων, όχι σύγχυσή τους.

Τέταρτον, για την κατάλυση της μεσολαβητικής λειτουργίας: ο Χριστός ως Μεσίτης πρέπει να είναι και Θεός και άνθρωπος, όχι κάτι ενδιάμεσο.

Η χαλκηδόνεια  οριοθέτηση

Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας διατύπωσε τον όρο: «Ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα» και επικύρωσε την έκφραση του Λέοντα Α΄ (τόμος προς Φλάβιανον): «συγχύτως, τρέπτως, διαιρέτως, χωρίστως» — δύο φύσεις σε ένα πρόσωπο, χωρίς σύγχυση, χωρίς μεταβολή, χωρίς διαίρεση, χωρίς χωρισμό.

Ποιοι αναθεματίστηκαν,

Ο  Διόσκορος αναθεματίστηκε στη Χαλκηδόνα. Ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας, πρωταγωνιστής της Ληστρικής Συνόδου της Εφέσου (449 μ.Χ.), όπου είχε αποκαταστήσει τον Ευτυχή και φονεύσει τον Άγιο Φλαβιανό .

Στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) αναθεματίστηκαν επίσημα:

  • Νεστόριος — ήδη καταδικασμένος από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.), αλλά επαναβεβαιώθηκε το αναθεματισμός του
  • Ευτυχής — αρχιμανδρίτης Κωνσταντινουπόλεως, ο κύριος εκφραστής του μονοφυσιτισμού.
  • Διόσκορος — Πατριάρχης Αλεξανδρείας, προστάτης του Ευτυχή και οργανωτής της Ληστρικής Συνόδου

Οι Πατέρες της Συνόδου αναφώνησαν προς τον αυτοκράτορα: «Νεστορίω και Ευτυχεί ανάθεμα. Ανάθεμα και Διοσκόρω...» και επανέλαβαν: «Νεστορίω και Ευτυχεί και Διοσκόρω ανάθεμα»

. Η Σύνοδος καθαίρεσε τον Διόσκορο, καταδίκασε τον Ευτυχή και αποκατέστησε τους αναθεματισμένους επισκόπους της Ληστρικής Συνόδου

Αργότερα, το 787 μ.Χ., η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αποκάλεσε επίσης αιρετικό τον Διόσκορο.

ΤΡΙΤΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

 


Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html

Α. Αν ο Ι.Π. και ο θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη «απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.

Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως κανονικότητα:

  • Μετά τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα, η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
  • Σε περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ», δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.

Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·. Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Β. Ας αφήσει τις φτηνές υπεκφυγές  ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και την οποία ανήκει; (Για  άλλους Αγίους δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).

Γ.   Για  το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος  διάβασα ότι  το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία) που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη. Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός Εκκλησίας.

Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ  ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;

Για περισσότερα  στα εξής κείμενα:

1,Το Διάγγελμα των Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935

(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)

2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ Συνόδου

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

 

1.      Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των ΓΟΧ

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)

Επίσης μπορεί  να μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. Ο παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή  οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;

Δ. Αναφορικά με το ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π  αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον καταδικάζουν.

Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα εσωτερικά και  προβλήματα της παράταξής  του  μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ, ειλικρινά λυπάμαι για την  κατάντια.

Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»

Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας, τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.

 Όταν δημοσιεύετε  κείμενα σε ένα ανοιχτό, δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε  μόνο στο στενό οπαδικό  σας  ακροατήριο ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι  από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε  δημόσιο έλεγχο και  κριτική . Το να απαιτείτε  τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας, επειδή προφανώς αδυνατείτε  να ψελλίσετε  το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.

Καθίσταται πλέον φανερό  ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.

Η  αναφορά του σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας

π.Δ.Α

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου