Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος
Δημήτριος Αθανασίου
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Παρουσιάζουμε , μετά από σχετική απομαγνητοφώνηση, τη
συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου Επισκόπου Ξενοφώντος, προϊσταμένου της Επισκοπής
Ράσκας και Πρίζρεν «στην Εξορία». Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στις 23 Απριλίου
2026 στην επίσημη ιστοσελίδα της Επισκοπής « Ράσκας-Πριζρένης εν εξορία».
Σκοπός της παρουσίασης δεν είναι η ανάλυση ή η κρίση των θέσεων που
διατυπώνονται, αλλά η ακριβής παρουσίαση των βασικών θέσεων της συγκεκριμένης
εκκλησιαστικής δομής, όπως αυτές διατυπώνονται από τον ίδιο τον Επίσκοπο.
Η Επισκοπή Ράσκας και Πρίζρεν «στην Εξορία» αποτελεί
μια περίπτωση οργανωμένης ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ
στη σύγχρονη Ορθοδοξία: Πρόκειται για
μια κοινότητα κλήρου και λαού που δημιουργήθηκε, μετά την απομάκρυνση του Επισκόπου Αρτεμίου
από το Κοσσυφοπέδιο το 2010.Ο μακαριστός επίσκοπος Αρτέμιος αρνήθηκε να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του
Πατριαρχείου Σερβίας, θεωρώντας ότι η επίσημη εκκλησιαστική ηγεσία είχε
παρεκκλίνει από την ορθόδοξη παράδοση μέσω του οικουμενισμού και του
συμβιβασμού με την πολιτική εξουσία.
Ο Επίσκοπος Ξενοφών παρουσιάζει την Επισκοπή του ως
φορέα συνέχειας της πνευματικής κληρονομιάς του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς και
του Μακαριστού Αρτεμίου, επιμένοντας στην αυστηρή τήρηση των ιερών κανόνων και
στην άρνηση κάθε συμβιβασμού που θίγει το δόγμα. Η συνέντευξη καλύπτει ένα ευρύ
φάσμα θεμάτων: από την εσωτερική οργάνωση και τη δομή της Επαρχίας, την κριτική
στην επίσημη εκκλησιαστική ηγεσία και τον οικουμενισμό, έως τα εθνικά ζητήματα,
την ιστορική μνήμη, και τις σύγχρονες προκλήσεις όπως ο ψηφιακός έλεγχος και ο
μεταανθρωπισμός.
Η παρούσα ανάλυση οργανώνεται σε θεματικές ενότητες,
ακολουθώντας τη λογική των ερωτημάτων που τέθηκαν, με στόχο να δώσει μια
ολοκληρωμένη εικόνα του πνευματικού, εκκλησιολογικού και κοινωνικού λόγου της
Επισκοπής Ράσκας και Πρίζρεν «στην Εξορία».
Η συνέντευξη του Επισκόπου Ξενοφώντος είναι μια
κατάθεση ενός «μοναχικού δρόμου». Συνδυάζει την αυστηρή δογματική περιφρούρηση
με την εθνική αγωνία και την πνευματική ελπίδα. Για τον ίδιο και την κοινότητά
του, η «Εξορία» δεν είναι τιμωρία, αλλά το τίμημα της ελευθερίας τους να
παραμείνουν αυτό που θεωρούν αυθεντική Ορθοδοξία.
Ακολουθούν τα κύρια σημεία των αναφορών του:
- Μελετάκης
(Μελέτιος Μεταξάκης): Ο Επίσκοπος τον αναφέρει ως
το πρόσωπο από το οποίο ξεκίνησε η «μεγάλη πτώση» του Οικουμενικού
Πατριαρχείου στις αρχές του 20ού αιώνα [15:38].
Τον κατηγορεί για την εισαγωγή σειράς «νεοτερισμών» και κανονικών
παραπτωμάτων στην πράξη της ελληνικής εκκλησίας [15:48].
- Αθηναγόρας
και Δημήτριος: Χαρακτηρίζονται ως συνεχιστές της
γραμμής του Μεταξάκη και «ενεργοί συμμετέχοντες» στην οικουμενιστική
κίνηση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο [16:41]. Ο Επίσκοπος αναφέρεται ιδιαίτερα στις στενές
τους σχέσεις με το Βατικανό και στις συναντήσεις τους με τον Πάπα, όπως η
άρση των αναθεμάτων το 1965 από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Πάπα Παύλο
ΣΤ' [16:55].
- Βαρθολομαίος: Ο Επίσκοπος Ξενοφών σχολιάζει τη δήλωση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι «ο οικουμενισμός είναι δρόμος χωρίς επιστροφή» [18:25]. Συμφωνεί ότι είναι όντως δρόμος χωρίς επιστροφή, αλλά με την έννοια ότι οδηγεί στην «άβυσσο» και την καταστροφή [18:32]. Υποστηρίζει μάλιστα ότι «ο Θεός των ορθοδόξων και ο Θεός των οικουμενιστών δεν είναι ο ίδιος», ανεξάρτητα από τα άμφια που φορούν [18:59].
- Σχέση με τον Πάπα: Σχολιάζει τη συνάντηση
του Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Πάπα ως μέρος μιας σειράς γεγονότων όπου η
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία χρησιμοποιεί έναν "πιο μαλακό" και
"υποκριτικό" τρόπο προσέγγισης (μέσω της αγάπης και του διαλόγου) για
να προσελκύσει τους Ορθοδόξους [
].19:18
Γενικότερα, ο Επίσκοπος Ξενοφών χρησιμοποιεί αυτά τα
παραδείγματα για να υποστηρίξει ότι η δική του εκκλησιαστική δομή (σε εξορία)
παραμένει η «μόνη ελεύθερη σερβική αρχή» που διατηρεί την καθαρότητα της πίστης
ενάντια σε αυτές τις οικουμενιστικές τάσεις [39:19].
------------------------------------------------------------------------------
ΤΑ
ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΣ ΣΕ ΕΝΌΤΗΤΕΣ
Α. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ
Ο Επίσκοπος τονίζει ότι η Επαρχία τους αποτελεί
συνέχεια της πνευματικής κληρονομιάς του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς και του
Μακαριστού Επισκόπου Αρτεμίου, με στόχο τη διαφύλαξη της «καθαρής πηγής» της
Ορθοδοξίας. Περιγράφει την Εκκλησία ως έναν θεανθρώπινο οργανισμό και μια
ενότητα ιεραρχίας και πιστού λαού, και όχι ως έναν απλό εγκόσμιο θεσμό που
πρέπει να συμβιβάζεται με την πολιτική. Η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός
(όπως μια ΜΚΟ ή ένα κράτος) αλλά ένας ζωντανός οργανισμός, το Σώμα του Χριστού.
Ο στόχος της δεν είναι η κοινωνική πρόνοια ή η πολιτική επιρροή, αλλά η παροχή
της αιώνιας ζωής στον άνθρωπο μέσω της ένωσής του με τον Θεό. Τονίζει ότι η
Εκκλησία δεν είναι μόνο οι Επίσκοποι. Χωρίς τον «πιστό λαό» (το πλήρωμα), η
ιεραρχία δεν έχει λόγο ύπαρξης. Υπονοεί ότι ο λαός έχει το αισθητήριο να
αναγνωρίζει πότε η ηγεσία παρεκκλίνει από την αλήθεια. Όπως αναφέρει, η πίστη
είναι αυτή που καθορίζει την Εκκλησία, και όχι οι «σφραγίδες» των εγκόσμιων
γραφείων.
Η «Εξορία» ως Επιλογή: Η χρήση του όρου «στην
εξορία» για την Επαρχία τους υποδηλώνει ακριβώς αυτό: ότι προτιμούν να
στερηθούν κτίρια και επίσημη αναγνώριση, προκειμένου να μην συμβιβάσουν τα
δογματικά και πνευματικά τους πιστεύω με την τρέχουσα πολιτική ατζέντα. Είναι
μια θέση που δίνει έμφαση στην αυθεντικότητα έναντι της νομιμότητας,
υποστηρίζοντας ότι η αληθινή Εκκλησία βρίσκεται εκεί που ομολογείται σωστά η
πίστη, ακόμη και αν βρίσκεται υπό διωγμό.
Η Δομή και η Λειτουργία
Παρά την έλλειψη πρόσβασης σε μεγάλους καθεδρικούς ναούς, η Επαρχία έχει αναπτυχθεί σημαντικά: Αναφέρεται συχνά σε «εκκλησίες-κατακόμβες». Πρόκειται για μικρούς ναούς ή παρεκκλήσια που έχουν χτιστεί σε ιδιωτικά κτήματα, όπου η λατρεία γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο, χωρίς αλλοιώσεις. Τονίζει ότι η καρδιά της Επαρχίας είναι ο μοναχισμός. Περισσότεροι από 100 μοναχοί και μοναχές που εγκατέλειψαν τα μοναστήρια τους στο Κοσσυφοπέδιο το 2010, παραμένουν ενωμένοι κάτω από αυτή τη δομή.
Η «Ετικέτα» του Παρασυνάγωγου
Απαντά στην κατηγορία ότι είναι μια «παρασυναγωγή» ή
μια «σέκτα»:
- Δηλώνει
ότι η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη από περιόδους όπου η αλήθεια
φυλάχθηκε από μια μειοψηφία στην έρημο ή στην εξορία (αναφέροντας τον Άγιο
Αθανάσιο και τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή).
- Για
τον Ξενοφώντα, η Επισκοπή του είναι «ελεύθερο έδαφος» της Σερβικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας που δεν ελέγχεται από πολιτικά κέντρα.
Η Ηγετική Πυραμίδα
Μετά την κοίμηση του Επισκόπου Αρτεμίου, η ηγεσία οργανώθηκε με τρόπο που να διασφαλίζει τη συνέχεια:Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι από ένας επίσκοποι (όπως ο Ξενοφών, ο Χορέπισκοπος Νικόλαος κ.α.), οι οποίοι μοιράζονται τις διοικητικές και πνευματικές ευθύνες. Παρόλο που υπάρχει ιεραρχία, ο Επίσκοπος τονίζει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα την πιστότητα στην παρακαταθήκη του Αρτεμίου.
Η «Ευλογία της Φτώχειας»
Ο Επίσκοπος παρουσιάζει την οικονομική τους
στενότητα όχι ως πρόβλημα, αλλά ως πνευματικό πλεονέκτημα. Υποστηρίζει ότι η
έλλειψη πλούτου τους καθιστά ελεύθερους από πολιτικούς εκβιασμούς. «Όταν δεν
έχεις να χάσεις κτίρια ή προνόμια, μπορείς να λες την αλήθεια χωρίς φόβο».
Η Στήριξη από τους Πιστούς
Ο Επίσκοπος τονίζει ότι η Επαρχία στην Εξορία
επιβιώνει χάρη στις εθελοντικές προσφορές των πιστών.
- Δεν
υπάρχουν σταθεροί μισθοί ή οικονομική στήριξη από το κράτος ή το
Πατριαρχείο.
- Οι
πιστοί προσφέρουν από το υστέρημά τους επειδή αναγνωρίζουν σε αυτή τη δομή
την πνευματική καθαρότητα που αναζητούν.
Κατακόμβες και Μονές
Λόγω της ρήξης με το Πατριαρχείο και της απομάκρυνσής τους από τους επίσημους ναούς, η Επαρχία οργανώνεται σε «κατακόμβες» :Πρόκειται για πάνω από 40 λατρευτικούς χώρους σε όλη τη Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη διασπορά. Οι ναοί αυτοί είναι συχνά παρεκκλήσια ενσωματωμένα σε σπίτια ή αυτόνομα κτίσματα σε ιδιωτικά οικόπεδα, ώστε να μην μπορούν να κατασχεθούν από την επίσημη Εκκλησία.
Ο Μοναχικός Πυρήνας
Η οργάνωση είναι κατεξοχήν μοναχοκεντρική:
- Μετακίνηση
Αδελφοτήτων: Όταν ο Αρτέμιος απομακρύνθηκε το
2010, ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες (από τα μοναστήρια Crna Reka, Sveti
Arhangeli κ.α.) τον ακολούθησαν.
- Διασπορά: Αυτές οι αδελφότητες αποτέλεσαν τη «μαγιά» για τη δημιουργία των νέων μοναστικών κέντρων στην εξορία, τα οποία λειτουργούν ως διοικητικά και πνευματικά κέντρα για τους λαϊκούς της κάθε περιοχής.




