Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου
Λόγος Επιμνημόσυνος, που εκφωνήθηκε την 29η Μαΐου του 1916
Η εορτή της Πεντηκοστής του έτους 1916 συνέπεσε να είναι την 29η Μαΐου, αποφράδα ημέρα της αλώσεως της των πόλεων Βασιλίδος, της «Θεοτοκουπόλεως και Αγιοτόκου» Κωνσταντινουπόλεως. Ο εκ Κομοτηνής καταγόμενος και ορμώμενος, αοίδιμος Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών) κατ’ εκείνη την μεγάλη Κυριακή της Πεντηκοστής λειτουργούσε στον Μητροπολιτικό ναό της Τραπεζούντος και εκφώνησε εμπνευσμένο λόγο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εν είδει «ἐπιμνημοσύνου προσλαλιᾶς ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν βιαίῳ καί μαρτυρικῷ τῷ τρόπῳ πεσόντων καὶ τελειωθέντων ὑπερασπιστῶν τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ τελευταίου μάρτυρος καὶ μεγαλομάρτυρος Αὐτοκράτορος αὐτῆς, τοῦ Κωνσταντίνου ΙΑ΄ τοῦ Παλαιολόγου».
Η ομιλία αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κομνηνοί» του έτους 1916, υπό τον τίτλο: «Λόγος Ἐπιμνημόσυνος, ῥηθεὶς τῇ 29ῃ Μαΐου». Ο μνημειώδης αυτός λόγος του Τραπεζούντος Χρυσάνθου άρχεται με το ρητό: «Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος» (Θουκ. Βιβλ. Β΄. Κεφ. 43 εδαφ. 3). Ακολουθούν κάποια αποσπάσματά του.
«Ὅταν ὁ μέγας τῆς ἑλληνικῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος ρήτωρ καί πολιτικός Περικλῆς ἐξεφώνησε τόν λαμπρό ἐκεῖνο ἐπιτάφιο λόγο στούς πεσόντες ὑπέρ πατρίδος Ἀθηναίους κατά τόν Πελοποννησιακό πόλεμο εἶπε πλήν ἄλλων καί τούς ὑψηλούς τούτους λόγους: «Ἀνδρῶν ἐπιφανῶν πᾶσα γῆ τάφος», ὅτι δηλαδή τάφος τῶν ἡρώων εἶναι πᾶσα γῆ καί χώρα καί ὄχι κάτωθεν στηλῶν καί μαρμάρων φορτωμένων ἀπό μεγαλοπρεπεῖς καί πολυτελεῖς ἐπιγραφές. Καί στά πέρατα τῆς οἰκουμένης ἡ ἀνάμνηση τῶν κατορθωμάτων τους χαράσσεται στόν νοῦ καί τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων βαθύτερα, παρά στούς τάφους καί στά μνημεῖα.
Ἄν ὑπάρχει περίσταση κατά τήν ὁποία ἐφαρμόζεται τό ρητό τοῦτο σέ ὅλη του τήν ἔννοια, εἶναι ἀκριβῶς ἡ παροῦσα σεμνή καί εὔσημη ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία συνήγαγε ὅλους ἐμᾶς ὑπό τόν ἱερό θόλο τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ, προκειμένου, ἀφοῦ δεηθοῦμε μέ κλίση αὐχένος καί γονάτων ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν Πατέρων καί ἀδελφῶν μας, νά ἀναπέμψουμε εὐχές καί διά μνημοσύνου νά τιμήσουμε τούς ἐπί τῶν ἐπάλξεων τῶν τειχῶν τοῦ Βυζαντίου κατά τήν ἀποφράδα ταύτη ἡμέρα τῆς 29ης Μαΐου ἐνδόξως πεσόντες προγόνους μας, ἡγουμένου τοῦ γενναίου αὐτοκράτορος τῆς Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τοῦ ὁποίου ἡ ἡρωικός θάνατος ἐπεσφράγισε τόν μακρόν βίον καί τήν ἱστορίαν τοῦ βυζαντινοῦ κράτους.
Ἀδελφοί, ὅσους ἡ μνήμη τῶν ἡρῴων τούτων καί μαρτύρων τοῦ καταρρέοντος κράτους ἐκάλεσε ἐδῶ, ἄς ἀνοίξουμε πρός στιγμήν τήν φωτεινή καί ἔνδοξη ταύτη σελίδα τῆς περιπετειώδους ἱστορίας τοῦ Βυζαντίου καί ἄς θαυμάσουμε τήν ἀπαράμιλλη ψυχική ρώμη καί τόν ἡρωισμό, ὁ ὁποῖος ἔθαλε κατά τίς τελευταῖες φθινοπωρινές ἡμέρες τοῦ φθίνοντος βυζαντινοῦ κράτους καθ’ ὅν χρόνο βαρύς ἐπήρχετο ὁ βαρύς καί παγερός χειμῶνας τῆς τουρκικῆς βαρβαρότητας καί τυραννίας, ὁ ὁποῖος ἐπάγωσε τό αἷμα τῆς ζωῆς καί τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων. Ἀφοῦ δέ ἐξετάσουμε τά πραγματικά αἴτια τῆς παρακμῆς καί πτώσεως τοῦ Βυζαντίου, θά πορισθοῦμε τά προσήκοντα μαθήματα γιά τό παρόν καί τό μέλλον.
Μετά ἀπό μακρά πολιορκία κι ἀντίσταση τῶν γενναίων ὑπερασπιστῶν τῆς Πόλεως, ἀνέτειλε ἡ 29η Μαΐου 1453 καί ἐκυμάτιζε ἀκόμη ἐπί τῆς πύλης τοῦ Ρωμανοῦ ἡ σημαία τοῦ δικεφάλου ἀετοῦ. Ὁ Βασιλεύς ἀκούραστος ἔτρεχε ἐνθαρρύνοντας τόν στρατό καί λέγοντας: ‘’ἡμῶν ἐστιν ἡ νίκη, ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν πολεμεῖ’’. Οἱ Τοῦρκοι πολεμοῦσαν λυσσαλέως, ἐνῶ οἱ ἡμέτεροι ἀνθίσταντο ἐρρωμένως (μέ ρώμη). Ἕνα Ἀλλάχ! Ἀκουγόταν μέ ἄγρια φωνή καί οἱ ὁρμητικές ἐπιθέσεις στρατιωτῶν, σοφτάδων, γενιτσάρων, ἐπέρχονταν ὡς κύματα θαλάσσης, συντριβόμενα ἐπάνω στόν βράχο τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν ἡμετέρων.


