Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο "Το Μυστήριον του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού» της Συνόδου της Κρήτης

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο Θεολογικός σχολιασμός επικεντρώνεται κυρίως στη θεολογική νομιμοποίηση των «Μικτών Γάμων» (Άρθρο ΙΙ.5.α) και στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας/βαπτίσματος σε ετεροδόξους (Άρθρο ΙΙ.5.β). Από παραδοσιακή  και αυστηρά Ορθόδοξη σκοπιά, αυτά τα άρθρα θεωρούνται ως υποχώρηση στον «οικουμενιστικό συγκρητισμό».

1. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (α)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος Ορθοδόξων μετά ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Σχόλια :

  • Υποβάθμιση του 72ου Κανόνα της Πενθέκτης:

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.

Κανὼν ΟΒ´. Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον εἶναι τὸ παράνομον συνοικέσιον, καὶ τὸν παράνομον γάμον διαλύεσθαι. Οὐ χρὴ γὰρ μίγνυσθαι τὰ ἀμίκτοις, οὐδὲ συνωδεύειν τῷ λύκῳ τὸ πρόβατον, καὶ τῷ Χριστοῦ κλήρῳ τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν μερίδα. Εἰ δὲ παρά τινες τῶν παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντων παραβήσονται, ἀφοριζέσθωσαν. Εἰ μέντοι τινὲς προأ τῆς ἐν ὀρθοδοξίᾳ αὐτῶν γενήσεως, ἀπιστοῦντες ἔτυχαν, εἶθ᾿ οὕτως ὁ ἕτερος μὲν εἵλετο ἐπὶ τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἐλθεῖν, ὁ δὲ ἕτερος τῷ τῆς ἀγνοίας σκότει συνείχετο, ὡς βούλεσθαι τὴν ἀσύμφωνον αὐτῷ συνοίκησιν, μὴ ἀπολλυμένων τῶν τῆς ἀγνοίας συζύγων διὰ τὴν τοῦ φωτὸς ἐπίφανειαν, εἴπερ αὐτῷ εὐδοκεῖ συνοικεῖν ὁ πιστός (φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅτι ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί), ὁ μὲν ἀπιστῶν διὰ τοῦτο σῳζέσθω· οἱ δὲ συνοικοῦντες τοῖς πιστοῖς ἐξέρχέσθωσαν, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον παραιτούμενοι

Δεν επιτρέπεται ο Ορθόδοξος άνδρας να παντρεύεται γυναίκα αιρετική, ούτε όμως και η Ορθόδοξη γυναίκα να συνάπτει γάμο με άνδρα αιρετικό.

Αν δε φανεί ότι κάποιος από όλους τους χριστιανούς κάνει κάτι τέτοιο, ο παράνομος αυτός συνοικισμός να θεωρείται άκυρος και ο γάμος να διαλύεται. Διότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται τα ασύμμεικτα, ούτε να συμπορεύεται ο λύκος με το πρόβατο και η μερίδα των αμαρτωλών με τον κλήρο του Χριστού.

Όσοι δε από τους πιστούς παραβούν αυτά που έχουν ορισθεί από εμάς, να αφορίζονται.

Αν όμως μερικοί, προτού ενταχθούν στην Ορθοδοξία (ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πλάνη της απιστίας/αίρεσης), παντρεύτηκαν, και στη συνέχεια ο ένας από τους δύο αξιώθηκε να έρθει στο φως της αλήθειας (της Ορθοδοξίας), ενώ ο άλλος παρέμεινε στο σκοτάδι της άγνοιας, και ο άπιστος/αιρετικός σύζυγος επιθυμεί να συνεχίσουν τη συζυγία τους, να μη χωρίζονται, εφόσον ο άπιστος συναινεί να ζει μαζί με τον πιστό (καθώς λέει ο θεῖος Απόστολος: «Διότι αγιάζεται ο άπιστος άνδρας από τη γυναίκα και αγιάζεται η άπιστη γυναίκα από τον άνδρα» – Α΄ Κοδ. 7, 14). Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν άπιστος σύζυγος ας σωθεί χάρη στον πιστό, εκείνοι δε που παντρεύονται εν γνώσει τους αιρετικούς μετά την ορθόδοξη πίστη τους, ας χωρίζουν, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο.

 

 

 Ο 72ος Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου δεν θέτει απλώς έναν «παιδαγωγικό» ή «διακριτικό» κανόνα, αλλά ακυρώνει εντελώς το έγκυρο του γάμου μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου («Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι·»). Θεωρεί τέτοιες ενώσεις «άκυρες» και «πορνεία».Eπομένως ΔΕΝ ΚΩΛΥΕΤΑΙ μόνο ο γάμος  αλλά ΑΚΥΡΩΝΕΤΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ.

Ο Γάμος είναι Μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Η τέλεση Μυστηρίου με μέλος που ανήκει σε αιρετική/ετερόδοξη κοινότητα διασπά την ενότητα της Πίστεως στο ίδιο το ποτήριο της Ευχαριστίας και στην οικογενειακή εστία («κατ' οίκον Εκκλησία»).

2. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (β)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ:

Εδώ έχουμε παραποίηση της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας»: Η «Οικονομία» στην Παράδοση της Εκκλησίας εφαρμόζεται για τη θεραπεία και την επιστροφή των αιρετικών στην αλήθεια (όπως το να δεχτείς κάποιον με μετανοημένο βάπτισμα/χρίσμα), όχι για τη νομιμοποίηση της ετεροδοξίας εντός της θείας Λατρείας. Η ευλογία ενός γάμου με ετερόδοξο συνιστά κατάχρηση της οικονομίας, η οποία ακυρώνει την «ακρίβεια» και καθιστά την εξαίρεση κανόνα. Η  διατύπωση  «Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα υποχώρησης από τα δογματικά όρια.

 Η  αποδοχή της συνύπαρξης διαφορετικών ομολογιών εντός της οικογένειας προάγει στην πράξη τον συγκρητισμό, αποδυναμώνοντας την αίσθηση της αποκλειστικότητας της αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητα από τη νομική δέσμευση για τη βάπτιση των τέκνων.

Η επίσημη ποιμαντική πρακτική της φιλανθρωπίας και της οικονομίας ερμηνεύεται όχι ως αναγκαία λύση ποιμαντικής μέριμνας, αλλά ως υποχώρηση στις πιέσεις μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας που υπονομεύει την πατερική ακρίβεια.

3.  ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (γ) [Συνέχεια παραγράφου]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος μεταξύ Ορθοδόξων και μη Χριστιανών κωλύεται απολύτως, κατά κανονικήν ακρίβειαν. Η δε εφαρμογή οικονομίας ως προς τας τοιαύτας περιπτώσεις εναπόκειται εις την τοπικήν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν, αναλόγως της ποιμαντικής ανάγκης.»

 

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Γ)

 

 


ΜΕΡΟΣ Γ

8. Η απουσία  ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ και η χρήση «γλώσσας της εποχής»

Στο  κείμενο απουσιάζουν  πλήρως από αναθέματα κατά συγκεκριμένων αιρέσεων. Οι Πατέρες των Συνόδων (π.χ. Ζ΄ Οικουμενική) δεν αρκούνταν σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά κατονόμαζαν: παπικό filioque, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό κ.λπ. Εδώ, η μόνη έμμεση αναφορά σε αίρεση είναι στο §3 (Φλωρεντία, Παλαμάς, εθνοφυλετισμός). Αλλά για τους σύγχρονους αιρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) επικρατεί σιωπή ή «διπλωματική» γλώσσα. Η Σύνοδος δεν τολμά να πει: «Ο Πάπας είναι αιρετικός» ή «Οι προτεστάντες δεν είναι Εκκλησία».


9. Η οικολογία ως αντικατάσταση της σωτηριολογίας (§14)

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
Η εκτενής αναφορά στην «ο
κολογικήν κρίσιν» και η χρήση όρων όπως «βιώσιμον περιβάλλον», «κλιματική λλαγή».

Το απόσπασμα  θίγει έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με τα όρια και τον χαρακτήρα της παρέμβασης της Εκκλησίας στα σύγχρονα περιβαλλοντικά ζητήματα, αντιπαραβάλλοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη ανθρωπολογία με τις σύγχρονες κοσμικές προσεγγίσεις.

 Η φροντίδα της κτίσης διαθέτει ισχυρά ερείσματα στην ορθόδοξη διδασκαλία, όπου ο κόσμος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα τεχνοκρατικό οικοσύστημα προς διαχείριση, αλλά ως έργο των θείων χειρών και δώρο εμπιστευμένο στον άνθρωπο προς καλλιέργεια και φύλαξη. Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, αναδεικνύουν τη βαθιά πνευματική ενότητα του ανθρώπου με τη δημιουργία, υπογραμμίζοντας ότι η αλόγιστη εκμετάλλευση πηγάζει από την εγωιστική αποκοπή του ανθρώπου από τον Δημιουργό.

Παρά τη θεμελιώδη αυτή μέριμνα, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις όταν η συνοδική διδασκαλία δείχνει να ευθυγραμμίζεται με την κοσμική και πολιτική ατζέντα διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ. Ο φόβος μετατόπισης του κέντρου βάρους από τη μυστηριακή ζωή, την εν Χριστώ αναγέννηση και την εσχατολογική προοπτική σε έναν ακτιβιστικό ρόλο, που κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία σε έναν κοσμικό οργανισμό οικολογικού ενδιαφέροντος ή σε ΜΚΟ.

Στην ασκητική παράδοση, η αμαρτία και η μετάνοια έχουν καθαρά προσωπικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, συνδεδεμένες με την ελεύθερη βούληση και την αποκατάσταση της σχέσης με τον Θεό. Η μεταφορά τους σε συλλογικά, κοσμικά ή οικοδομικά σχήματα, όπως η «αμαρτία της εκμετάλλευσης» στα πρότυπα της θεολογίας της απελευθέρωσης, θεωρείται από πολλούς θεολόγους ως ξένη προς το ορθόδοξο πνεύμα.

Το κρίσιμο ζήτημα που αναδύεται είναι πώς η Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο και πράξη για τη διάσωση της δημιουργίας, παραμένοντας πιστή στην πνευματική της αποστολή χωρίς να εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά σχήματα της εποχής

 

Η απουσία του μοναχισμού από την εκκλησιολογία
Σε ένα κείμενο 20 άρθρων για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται μόνο περιθωριακά στο §13 («δέν
φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον»).
Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ασκητικούς Πατέρες, ο μοναχισμός δεν είναι «επάγγελμα», αλλά η καρδιά της Εκκλησίας. Η απουσία του από την εκκλησιολογία της Συνόδου δείχνει μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία, όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με τη διοικητική δομή (14 Αυτοκέφαλες) και όχι με τη μυστηριακή ζωή. Η Σύνοδος μιλάει για «
κκλησία» ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως και ασκητικής πάλης.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Β)

 

 


ΜΕΡΟΣ Β-

-----------------------------------------------------------------------------

Η αποστολή της Εκκλησίας και η «πολιτιστική ταυτότητα» (§6)

 

6Τό ποστολικόν ργον καί ξαγγελία το Εαγγελίου, γνωστή ς εραποστολή, νήκουν ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη» (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν. Ες τήν προσπάθειαν ατήν φείλουν νά συμμετέχουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν ες τήν κανονικήν τάξιν.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν.»

Σχολια: Το Ευαγγέλιο δεν «διαπραγματεύεται» με την πολιτιστική ταυτότητα, αλλά μεταμορφώνει τον πολιτισμό. Ο όρος «σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα» θεωρείται εισαγωγή συγκρητιστικής λογικής. Η  αποστολή δεν είναι «διακοινωνιακή συνάντηση», αλλά κήρυξη μετανοίας. Η διατύπωση αποδυναμώνει το ιεραποστολικό αίσθημα, παρουσιάζοντας την Ορθοδοξία ως έναν από τους «πολιτισμούς» που συνυπάρχουν.


Η Οικογένεια: σιωπή επί του ζητήματος του γάμου (§7)

7.  ρθόδοξος κκλησία θεωρε τήν κατάλυτον γαπητικήν νωσιν νδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... ες Χριστόν καί ες τήν κκλησίαν», (φεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ξ ατο οκογένειαν, ποία ποτελε τήν μόνην γγύησιν τς γεννήσεως καί τς νατροφς τν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τς θείας Οκονομίας, «κκλησίαν μικράν» (ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τήν πρός φεσίους πιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα ες ατήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.

σύγχρονος κρίσις το γάμου καί τς οκογενείας εναι πότοκος τς κρίσεως τς λευθερίας ς εθύνης, τς συρρικνώσεως ατς ες εδαιμονιστικήν ατοπραγμάτωσιν, τς ταυτίσεώς της μέ τομικήν αταρέσκειαν, ατάρκειαν καί ατονομίαν, καί τς πωλείας το μυστηριακο χαρακτρος τς νώσεως νδρός καί γυναικός, ς καί τς λήθης το θυσιαστικο θους τς γάπης. σύγχρονος κκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ μιγς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροσα ατόν ς μίαν πλν μορφήν σχέσεως, μεταξύ λων τν λλων, α ποαι δικαιονται ξ σου θεσμικς κατοχυρώσεως.

γάμος εναι κκλησιοτραφές ργαστήριον ζως ν γάπ καί νυπέρβλητος δωρεά τς χάριτος το Θεο. «ψηλή χείρ» το «συνδέτου» Θεο «οράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ρμόζουσα» μετά το Χριστο καί μετ’ λλήλων. Ο στέφανοι, ο ποοι τοποθετονται πί τς κεφαλς το νυμφίου καί τς νύμφης κατά τήν τέλεσιν το μυστηρίου, παραπέμπουν ες τήν διάστασιν τς θυσίας καί τς πλήρους φιερώσεως ες τόν Θεόν καί ες λλήλους, ναφέρονται δέ πίσης καί ες τήν ζωήν τς Βασιλείας το Θεο, ποκαλύπτοντες τήν σχατολογικήν ναφοράν το μυστηρίου τς γάπης.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ .Αν και το κείμενο ορθώς υπερασπίζεται τον αδιάλυτο γάμο, αποφεύγει να κατονομάσει τις σύγχρονες μορφές αλλοίωσής του (σύμφωνο συμβίωσης, γάμοι ομοφυλοφίλων, μονογονεϊκές οικογένειες). Η   σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σύνοδος απέφυγε συνειδητά να προκαλέσει τη «δυτική» κοινή γνώμη. Αυτό ερμηνεύεται ως προσαρμογή στην πολιτική ορθότητα, ασυμβίβαστη με τον προφητικό λόγο των Πατέρων.


4. Η παγκοσμιοποίηση και η «συναλληλία» με το κοσμικό κράτος (§16)

16 κκλησία δέν ναμιγνύεται ες τήν πολιτικήν, ν τ στεν σημασί το ρου, λλ’ μως μαρτυρία ατς εναι οσιαστικς πολιτική, ς μέριμνα διά τόν νθρωπον καί τήν πνευματικήν λευθερίαν του.  λόγος τς κκλησίας πρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείν ες τό διηνεκς μία φειλετική παρέμβασις πρ το νθρώπου. Α κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου ες τό νέον πλαίσιον τν διεθνν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ’, 21). συναλληλία ατη δέον πως διασώζ τήν διοπροσωπίαν κκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζ τήν ελικριν συνεργασίαν ατν π’ φελεί τς προστασίας τς μοναδικς ξίας το νθρώπου καί τν ντεθεν πορρεόντων δικαιωμάτων ατο, ς καί τς κοινωνικς δικαιοσύνης.

Τά δικαιώματα το νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς ς πάντησις ες τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί νατροπάς καί διά τήν προστασίαν τς λευθερίας το τόμου. προσέγγισις τν δικαιωμάτων το νθρώπου πό τς ρθοδόξου κκλησίας πικεντρώνεται ες τόν κίνδυνον κπτώσεως το τομικο δικαιώματος ες τομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη κτροπή λειτουργε ες βάρος το κοινοτικο περιεχομένου τς λευθερίας, δηγε ες τήν αθαίρετον μετατροπήν τν δικαιωμάτων ες εδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί ες τήν ναγωγήν τς πισφαλος ταυτίσεως τς λευθερίας μέ τήν συδοσίαν το τόμου ες «οκουμενικήν ξίαν», ποία ποσκάπτει τά θεμέλια τν κοινωνικν ξιν, τς οκογενείας, τς θρησκείας, το θνους καί πειλε θεμελιώδεις θικάς ξίας.

ρθόδοξος λοιπόν κατανόησις το νθρώπου ντιτίθεται τόσον ες τήν λαζονικήν ποθέωσιν το τόμου καί τν δικαιωμάτων του, σον καί ες τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν το νθρωπίνου προσώπου ες τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί πικοινωνιακάς δομάς. παράδοσις τς ρθοδοξίας εναι νεξάντλητος πηγή ζωτικν ληθειν διά τόν νθρωπον. Οδείς τίμησε τόν νθρωπον καί μερίμνησε δι’ ατόν τόσον, σον Θεάνθρωπος Χριστός καί κκλησία Του. Θεμελιδες νθρώπινον δικαίωμα εναι προστασία τς ρχς τς θρησκευτικς λευθερίας πό πάσας τάς προοπτικάς ατς, τοι τς λευθερίας τς συνειδήσεως, τς πίστεως, τς λατρείας καί λων τν τομικν καί συλλογικν κφράσεων θρησκευτικς λευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί το δικαιώματος κάστου πιστο νά τελ κωλύτως πό οανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τς λευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τς θρησκείας καί τν προϋποθέσεων λειτουργίας τν θρησκευτικν κοινοτήτων.

 

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«Α
κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου...»
και η επίκληση: «
πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ', 21).

ΣΧΟΛΙΟ: Η έννοια της συναλληλίας δεν απορρίπτεται συλλήβδην από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως νεωτερισμός, αλλά αντιθέτως αποτελεί ιστορικά το παραδοσιακό βυζαντινό πρότυπο αρμονικής συνεργασίας και ισוτιμίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, λειτουργώντας ως τα δύο χέρια ενός σώματος. Ωστόσο, η κριτική απέναντι στον όρο εντοπίζεται κυρίως σε δύο επίπεδα. Ως προς την ιστορική συγκυρία, επισημαίνεται ότι η συναλληλία γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αυτοκράτορας ήταν ορθόδοξος και η Εκκλησία ταυτιζόταν με τα όρια ενός χριστιανικού κράτους, καθιστώντας την εφαρμογή της αδύνατη ή παρεξηγήσιμη στη σύγχρονη πολυεθνοτική και κοσμική πραγματικότητα. Παράλληλα, αποφεύγονται εκδοχές της που εκφυλίζονται σε κρατισμό ή σε υποταγή της Εκκλησίας στις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία και την εσχατολογική της ταυτότητα, αποφεύγοντας συμβιβαστικά σχήματα συνύπαρξης με έναν αθρήσκο ή πολυθεϊστικό κόσμο που θαρρετά αναιρούν την πνευματική της αυτονομία.

 Η περίφημη ρήση του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21) αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους βιβλικούς στίχους στη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η σύγχρονη προσέγγιση επικαλείται το χωρίο για να νομιμοποιήσει έναν εκ των πραγμάτων διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εστιάζοντας στη διακριτότητα των σφαιρών όπου ο Καίσαρας εκπροσωπεί την κοσμική διοίκηση και ο Θεός την πνευματική ζωή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, τίθενται τα απαραίτητα όρια ώστε η πολιτεία να μην παρεμβαίνει στα θρησκευτικά ζητήματα και η Εκκλησία να μην ασκεί κοσμική εξουσία.

Αντιθέτως, η πατερική παράδοση ερμηνεύει το ίδιο χωρίο όχι ως ένδειξη διαχωρισμού, αλλά ως την απόλυτη υποταγή όλων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας, στον Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν δύο παράλληλες και ισότιμες εξουσίες, καθώς θεωρούν ότι εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ακόμη και ο Καίσαρας και τα υλικά αγαθά του ανήκουν τελικά σε Εκείνον. Η πολιτική εξουσία γίνεται αποδεκτή μόνο στο μέτρο που δεν αντιστρατεύεται τον θείο νόμο, και όταν ο κοσμικός άρχοντας απαιτεί εκείνο που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, η υπακοή παύει. Έτσι, η πατερική γραμματεία υποτάσσει την πολιτική σφαίρα κάτω από την ηθική και πνευματική εποπτεία της βασιλείας του Θεού, αρνούμενη την αυτονομία ενός κράτους που δρα εντελώς ανεξάρτητα από τις θείες εντολές.

Επιπλέον, η αποδοχή της «θρησκευτικής ελευθερίας» ως «θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος» εισάγει φιλελεύθερη ανθρωπολογία στη θέση της ορθοδόξου: το δικαίωμα στην πλάνη δεν είναι δώρο Θεού, αλλά ανθρώπινη επινόηση.

Τα «δικαιώματα του ανθρώπου» ως εκκοσμίκευση (§16)

Προβληματικό απόσπασμα:
«Τά δικαιώματα το
νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς...» και η προσοχή στην «κτροπή» τους σε ατομοκεντρισμό.

Σχολια: Αν και το κείμενο επιχειρεί να «ορθοδοξοποιήσει» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται δανεικό από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και όχι από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να μιλάει γλώσσα «δικαιωμάτων», αλλά γλώσσα αληθείας και σωτηρίας. Η υιοθέτηση της «δικαιωματικής» γλώσσας είναι ήδη υποχώρηση στη λογική της εκκοσμίκευσης που υποτίθεται ότι καταγγέλλεται.


Ο «διαθρησκειακός διάλογος» (§17) — Ίσως το κρισιμότερο σημείο

17. Βιομεν σήμερον ξαρσιν νοσηρν φαινομένων βίας ν νόματι το Θεο. Α κρήξεις φονταμενταλισμο ες τούς κόλπους τν θρησκειν κινδυνεύουν νά δηγήσουν ες τήν πικράτησιν τς πόψεως τι φονταμενταλισμός νήκει ες τήν οσίαν το θρησκευτικο φαινομένου. λήθεια μως εναι τι  φονταμενταλισμός, ς «ζλος ο κατ’ πίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ποτελε κφρασιν νοσηρς θρησκευτικότητος. ληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον το σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον ατόν εναι αστηρότερος κριτής το ποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμο. ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς. κκλησία γωνίζεται διά νά καταστήσ ασθητοτέραν τήν «νωθεν ερήνην» πί τς γς. ληθινή ερήνη δέν πιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τν πλων, λλά μόνον διά μέσου τς γάπης, τις «ο ζητε τά αυτς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό λαιον τς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιται διά νά παλύν καί νά θεραπεύ τάς παλαιάς πληγάς τν λλων καί χι νά ναρριπίζ νέας στίας μίσους.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς.»

Σχολιασμός: Αυτό είναι το πλέον αναθεματισμένο σημείο από αντιοικουμενιστές. Ο όρος «διαθρησκειακός διάλογος» συνδέεται άμεσα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις συναντήσεις της  Ασσίζης. Η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει «διαθρησκειακό διάλογο» ως αξία, αλλά κήρυγμα μετανοίας προς τους αλλόθρησκους.

Η φράση «μοιβαία μπιστοσύνη» μεταξύ Ορθοδοξίας και, π.χ., Ισλάμ ή Βουδισμού, θεωρείται θεολογικά ασύστατη: η αλήθεια δεν «διαλέγεται» με την πλάνη ως ίση προς ίση. Η ειρήνη «διά μέσου τς γάπης» ερμηνεύεται εδώ ως αγάπη χωρίς κήρυγμα αληθείας, δηλαδή ως συγκρητιστική ουδετερότητα.

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Α)

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Εισαγωγικά
Η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη» χωρίς να είναι Οικουμενική. Στην παράδοση, «Μεγάλη Σύνοδος» σημαίνει Οικουμενική Σύνοδος (όπως η Α΄-Ζ΄). Μια σύνοδος που συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απουσία 4 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα για όλη την Ορθοδοξία, δεν δικαιούται να αυτοχαρακτηρίζεται «Μεγάλη». Αυτό συνιστά νομιμοποίηση εκ του μη όντος: η Σύνοδος επιχειρεί να αυτοθεσμοθετηθεί ως «Μεγάλη», επιβάλλοντας de facto ένα νέο είδος συνοδικότητας που δεν είναι ούτε Τοπική ούτε Οικουμενική .

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στη βασική στατιστική σύνθεση της «Συνόδου» (στην Κρήτη) έχουμε τα εξής δεδομένα.

  • Συμμετέχουσες Εκκλησίες: 10 από τις 14 Τοπικές Εκκλησίες (ποσοστό 71%)
  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Χριστιανών: Ποσοστό σχεδόν 30%.
  • Συμμετέχοντες Ορθόδοξοι Επίσκοποι: 162 συμμετείχαν από τους 350 που είχαν προσκληθεί (46%)
  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Επισκόπων: 162 επί συνόλου 850 παγκοσμίως (19%)
  • Συνολικός Αριθμός Ψηφισάντων Επισκόπων: 10 από τους 162 παριστάμενους επισκόπους (6%), ή 10 από τους 850 επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1.1%).

Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω με τις αληθινά «άγιες και Μεγάλες Συνόδους» της Εκκλησίας, οι οποίες αναγνωρίστηκαν κατόπιν ως «Οικουμενικές», υπάρχει τεράστια διαφορά, ιδιαίτερα όσον αφορά τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν οι ἱεράρχες των πρώτων αιώνων ως προς τις μετακινήσεις τους και την επικοινωνία. Παραδείγματος χάριν, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος είχε 325 θεοφόρους Πατέρες, η Δ’ Οικουμενική 630 Πατέρες και η Ζ’ 350 Πατέρες – όλοι αυτοί συμμετείχαν με δικαίωμα ψήφου.

Στα κείμενα που σχολιάζουμε διατηρούμε ακριβώς τους τίτλους, την γλώσσα και τον πολυτονισμό   των και επίσημων κειμένων.Σε πλαίσιο δημοσιεύουμε τα επίσημα άρθρα των κειμένων

---------------------------------------------------------------------------------

Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η ταύτιση Εκκλησίας — Θείας Ευχαριστίας (§1, §2, επίλογος)

1.      Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).

2.      Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 -----------------------------------------------------------

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιοῖ τό ὅλον μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν αὐτῆς, μέ ἐπίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσφέρει εἰς ἡμᾶς οὐχί τροφήν ἐπίκηρον καί φθαρτήν, ἀλλ’ αὐτό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σῶμα, «τόν οὐράνιον Ἄρτον», «ὅς ἐστί φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός φεσίους, Κ’. PG 5, 756).  θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας το κκλησιαστικο σώματος, καθώς καί τήν αὐθεντικήν βεβαίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διακηρύττει καί ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος: «Ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη (= διδασκαλία) τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» (Κατά αρέσεων Δ’, 18. PG 7, 1028).

 

 

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

§1: «πρόγευσις καί βίωσις τν σχάτων ν τ θεί Εχαριστί»

§2: « ρρηκτος σχέσις... το μυστηρίου τς κκλησίας πρός τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας»

· Επίλογος: « θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Εδώ διακρίνεται σαφώς η επιρροή του Ιωάννη Ζηζιούλα και της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας». Η Εκκλησία δεν «προέρχεται» από την Ευχαριστία, ούτε η Ευχαριστία είναι ο «σώτατος πυρήνας» της συνοδικότητας. Κατά τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι το Σώμα Χριστού που συγκροτείται από την ενσάρκωση, το βάπτισμα και την πίστη — και εντός αυτού του Σώματος τελείται η Ευχαριστία. Η ταύτιση Εκκλησίας = Ευχαριστίας αντιστρέφει τη σχέση: η Ευχαριστία είναι μέσον κοινωνίας με το Σώμα, όχι η ουσία της Εκκλησίας.

Αυτή η εκκλησιολογία αποδυναμώνει την Εκκλησία ως θεσμό σωτηρίας (νοσούντες, αμαρτωλοί, μετανοούντες) και την μετατρέπει σε «χώρο κοινωνίας προσώπων». Επιπλέον, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία διευκολύνει την κοινή προσευχή με αιρετικούς: αν η Εκκλησία «είναι» η Ευχαριστία, τότε όποιος «ευχαριστεί» συγκροτεί εκκλησία — πρόκειται για κρυφό οικουμενισμό.

Η «σχεσιακή»  εκκλησιολογία (§1)

Το προβληματικό απόσπασμα:
«
μία, γία, καθολική καί ποστολική κκλησία εναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος»

Σχολιασμός:
Ο όρος «κοινωνία»  εδώ δεν χρησιμοποιείται πατερικά, αλλά μεταπατερικά. Οι Πατέρες ομιλούν για Σ
μα Χριστο, Ποίμνιο, Μητέρα, Πόλη Θεού — όχι για «κοινωνία προσώπων». Η «κοινωνιακή» εκκλησιολογία είναι δανεική από την Β Βατικάνειο Σύνοδο  και από τον προτεσταντισμό.

Το πρόβλημα είναι ότι η «κοινωνία» είναι ασαφής έννοια: μπορεί να περιλάβει και τους αιρετικούς «εν μετρία κοινωνία». Η εκκλησιολογία του Σώματος είναι σαφής: είσαι μέλος ή αποκεκομμένος. Εδώ εντοπίζεται η  προσπάθεια να αντικατασταθεί η σωματική/ιεραρχική εκκλησιολογία με μια σχεσιακή, που διευκολύνει τους διαλόγους και τις «μερικές κοινωνίες» με τους αιρετικούς.

-----------------------------------------------------------------------------------------

Η σιωπή για το παπικό πρωτείο και τον Ουνιτισμό

3.      Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ κκλησία τν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου