Εισαγωγικά.
Πριν προχωρήσουμε
στις δημοσιεύσεις άρθρων σχετικά με τα κείμενα Chieti και Αλεξάνδρειας καθώς και για τις πρόσφατες
εξελίξεις δημοσιεύουμε απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να γνωρίζουμε για το
ΠΡΩΤΕΙΟ και την Συνοδικότητα. Το ζήτημα του πρωτείου στην Εκκλησία
αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικότερους θεολογικούς και εκκλησιολογικούς
λόγους διαίρεσης μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής
Εκκλησίας (Παπισμού). Η διαφορά δεν εντοπίζεται τόσο στην ύπαρξη ενός τιμητικού
ή λειτουργικού πρωτείου, όσο στον τρόπο άσκησης, στη θεμελίωση και στη φύση
αυτού του πρωτείου (καθολική δικαιοδοσία και αλάθητο έναντι συνοδικότητας).
1. Το Πρωτείο
στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Η Ορθόδοξη
Εκκλησία αναγνωρίζει πρωτείο, αλλά πρόκειται για πρωτείο τιμής και διακονίας.
Δεν πρόκειται για πρωτείο εξουσίας ή διοικητικής υπεροχής επί ολόκληρης της
Οικουμένης. Θεολογικά, η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, όπου όλες οι
τοπικές Εκκλησίες είναι πλήρεις, ισότιμες και αυτοκέφαλες, με αποκλειστική
Κεφαλή τον Ιησού Χριστό. Η διοίκηση της Εκκλησίας ασκείται συνοδικά, και
κανένας επίσκοπος δεν βρίσκεται πάνω από τους άλλους σε μυστηριακή ή δογματική
εξουσία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης θεωρείται «πρώτος μεταξύ ίσων» (primus inter pares), έχοντας το προνόμιο του συντονισμού και
της εκπροσώπησης, αλλά όχι δικαιοδοσία παρέμβασης στα εσωτερικά των άλλων
Πατριαρχείων. Ιστορικά, το πρωτείο απονεμήθηκε στους επισκόπους των σπουδαίων
κέντρων της αυτοκρατορίας, όπως η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια, η
Αντιόχεια και τα Ιεροσόλυμα. Η βάση αυτή στηρίχθηκε στα πρεσβεία τιμής των
κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων και όχι σε κάποιο προσωπικό προνόμιο του
Αποστόλου Πέτρου που μεταβιβάστηκε αποκλειστικά σε έναν διάδοχο.
2. Το Πρωτείο
στον Παπισμό (Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία)
Στη
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, το πρωτείο του Πάπα είναι πρωτείο εξουσίας,
δικαιοδοσίας και αλάθητου. Σύμφωνα με το ρωμαιοκαθολικό δόγμα, ο Χριστός
όρισε τον Απόστολο Πέτρο αρχηγό των Αποστόλων και ορατή κεφαλή της Εκκλησίας.
Το προνόμιο αυτό θεωρείται ότι μεταβιβάζεται διαδοχικά σε κάθε επίσκοπο Ρώμης
(Πάπα) ως διάδοχο του Πέτρου. Ο Πάπας θεωρείται ότι έχει «πλήρη, ανώτατη, άμεση
και οικουμενική εξουσία» επί ολόκληρης της Εκκλησίας και επί κάθε τοπικής
Εκκλησίας και επισκόπου ξεχωριστά. Σύμφωνα με την Α' Βατικανή Σύνοδο (1870), ο
Πάπας είναι αλάθητος (infallibilis) όταν ομιλεί ex cathedra (επήκοα/επίσημα από τον θρόνο του) επί
θεμάτων πίστης και ηθικής, διατυπώνοντας διδασκαλία που δεσμεύει ολόκληρη την
Εκκλησία.
Η Ερμηνεία του «Επί ταύτῃ τῇ πέτρᾳ» (Ματθ. 16, 18)
Η θεμελιώδης
διαφορά ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται η γνωστή φράση του
Χριστού προς τον Απόστολο Πέτρο: «Κι εγώ λέω σ' εσένα πως εσύ είσαι ο
Πέτρος, και πάνω σ' αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου...»
- Η
Ρωμαιοκαθολική Ερμηνεία:
- Ταυτίζει τη λέξη «πέτρα» άμεσα με το
πρόσωπο του Αποστόλου Πέτρου.
- Υποστηρίζει ότι ο Χριστός όρισε τον
Πέτρο ως το ατομικό θεμέλιο και την ορατή κεφαλή της Εκκλησίας.
- Επειδή ο Πέτρος μαρτύρησε στη Ρώμη
και υπήρξε ο πρώτος επίσκοπός της, αυτό το πρωτείο εξουσίας κληροδοτείται
εξ ολοκλήρου στους διαδόχους του, τους Πάπες Ρώμης.
- Η
Ορθόδοξη Ερμηνεία:
- Ερμηνεύει τη «πέτρα» όχι στο πρόσωπο
του Πέτρου, αλλά στην ομολογία πίστεως που μόλις είχε κάνει ο
Πέτρος («Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού ζώντος»).
- Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας
(όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Αυγουστίνος), η Εκκλησία είναι χτισμένη
πάνω στην πέτρα της πίστης στον Χριστό, και ο Πέτρος εκπροσωπεί εδώ όλους
τους Αποστόλους.
- Οι Ορθόδοξοι δέχονται ότι ο Πέτρος
είχε όντως ένα «πρωτείο τιμής» ή πρωτοβουλίας μεταξύ των Αποστόλων (ήταν
ο "πρώτος"), αλλά αυτό δεν σήμαινε διοικητική εξουσία ή
αυθεντία πάνω στους άλλους αποστόλους, οι οποίοι ήταν κι αυτοί ισιότιμοι
(ο Παύλος π.χ. έλεγξε ανοιχτά τον Πέτρο στην Αντιόχεια, όπως αναφέρεται
στην Προς Γαλάτας επιστολή).
Ιστορική
Εξέλιξη: Από την Πρώτη Χιλιετία στη Σχίσμα
Η εξέλιξη του θεσμού
πέρασε από τρία βασικά στάδια:
- Η Αρχαία Εκκλησία (Πρώτη Χιλιετία): Στην ενιαία τότε Εκκλησία, η Ρώμη
απολάμβανε πράγματι τα «πρεσβεία τιμής» ως η πρωτεύουσα της
Αυτοκρατορίας και ως η Εκκλησία που ιδρύθηκε από τους κορυφαίους
Αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Ο Πάπας θεωρούνταν ο «πρώτος» μεταξύ
των Πατριαρχών, αλλά οι αποφάσεις λαμβάνονταν συνοδικά. Ουδέποτε ο Πάπας
είχε δικαιοδοσία να επεμβαίνει στα εσωτερικά των άλλων Πατριαρχείων
(Ανατολής) χωρίς αίτημα ή συναίνεση, ούτε υπήρχε δόγμα περί αλάθητου.
- Η Σταδιακή Απόκλιση (Μεσσαίωνας): Λόγω των πολιτικών συνθηκών στη Δύση
(κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), ο Πάπας ανέλαβε
πολιτικούς και κοσμικούς ρόλους, γεγονός που ενίσχυσε τη συγκεντρωτική του
εξουσία. Στη Δύση άρχισε να
επικρατεί η αντίληψη ότι ο Πάπας δεν είναι απλώς «πρώτος μεταξύ ίσων»,
αλλά ο απόλυτος μονάρχης της Εκκλησίας, από τον οποίο πηγάζει η εξουσία
όλων των άλλων επισκόπων.
- Η Οριστική Ρήξη: Η κορύφωση ήρθε τον 11ο αιώνα (1054
- Σχίσμα) και παγιώθηκε τον 19ο αιώνα με τις αποφάσεις της Α’ Συνόδου του
Βατικανού (1870), η οποία κατοχύρωσε δογματικά το Παπικό Αλάθητο
και την παντοδυναμία του Πάπα, απομακρυνándose οριστικά από το συνοδικό πολίτευμα της
αρχαίας Εκκλησίας.
Η Συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον
Παπισμό
Η έννοια της συνοδικότητας (η συμμετοχή και η κοινωνία όλων των μελών της Εκκλησίας στη λήψη αποφάσεων και στη ζωή της υπό την ηγεσία των επισκόπων) αποτελεί θεμελιώδη δομή της εκκλησιολογίας, αλλά εφαρμόζεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στον Ρωμαιοκαθολικισμό (Παπισμό).




