ΜΕΡΟΣ
Δ
Οι δεκαέξι συνεδρίες στη Φεράρα, και το
υπόμνημα που επέδωσε στον Πάπα ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εφέσου, εκ μέρους
των Ορθοδόξων, το οποίο αποτελούσε προτροπή για ένωση, ελέγχοντας την κακοδοξία
των Δυτικών και κυρίως τη χρήση των αζύμων· και οι αγώνες του υπέρ των ορθών
δογμάτων της Ορθόδοξης Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας.
Μετά την παρέλευση κάποιων ημερών, ο Αυτοκράτορας
απαιτούσε να παρευρεθούν στη Σύνοδο όχι μόνο όλοι οι Λατίνοι επίσκοποι, αλλά
και οι Βασιλείς και οι Δούκες, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπων
(τοποτηρητών)· ο Πάπας όμως έλεγε ότι αυτό ήταν αδύνατο λόγω των διχονοιών και
των εσωτερικών συγκρούσεων που υπήρχαν μεταξύ των Λατίνων. Επειδή όμως ο
Αυτοκράτορας επέμενε ζητώντας το ως συμφωνημένο, ο Πάπας ζήτησε προθεσμία
τεσσάρων μηνών. Αφού δόθηκε η προθεσμία, ο Πάπας έστειλε παντού επιστολές
καλώντας όλους τους ηγεμόνες και τους επισκόπους στη Σύνοδο. Ωστόσο, ελάχιστοι
ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του.
Είχε αποφασιστεί οι συνεδρίες της Συνόδου να
πραγματοποιηθούν στον ναό της Φεράρας που τιμάται στο όνομα του Μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου, ο οποίος είχε διακοσμηθεί καταλλήλως για τον σκοπό αυτό, και στον
οποίο είχαν τοποθετηθεί τα καθίσματα που απαιτούνταν για όσους θα συμμετείχαν.
Για τη σειρά των θέσεων έγιναν μεγάλες διαφωνίες
μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων. Διότι οι Λατίνοι ζητούσαν να κάθονται οι ίδιοι στη
μία πλευρά του ναού, ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης και οι υπόλοιποι Έλληνες στην
άλλη, και στη μέση ο Πάπας σε υπερυψωμένο θρόνο, ως συνδετικός κρίκος και
κεφαλή και των δύο πλευρών. Μετά από πολλές συζητήσεις και φιλονικίες,
αποφασίστηκε ο Πάπας με τους περί αυτόν να καθίσει στα αριστερά, και στα δεξιά
ο Αυτοκράτορας με τους υπόλοιπους Έλληνες.
Έτσι, αφού κάθισαν, κηρύχθηκε η έναρξη των εργασιών
της Συνόδου στις 9 Απριλίου του έτους 1438, η οποία συνέπιπτε με τη Μεγάλη
Τετάρτη. Το έγγραφο της ανακήρυξης αναγνώστηκε από τον άμβωνα, στα Ελληνικά από
τον Δωρόθεο Μυτιλήνης και στα Λατινικά από τον Αρχιεπίσκοπο Γρανδένσης. Οι
συζητήσεις διεξάγονταν στα Ελληνικά από τους δικούς μας, που είχαν ως διερμηνέα
τον Νικόλαο Σεκουνδινό, άνθρωπο πολύ έμπειρο τόσο στην ελληνική όσο και στη
λατινική γλώσσα, και στα Λατινικά από τους δυτικούς επισκόπους, οι οποίοι είχαν
ως διερμηνέα τον Λατίνο επίσκοπο Ρόδου, Ανδρέα. Στο μέσο βρισκόταν το ιερό
Ευαγγέλιο, βάσει του οποίου όφειλαν να επιλυθούν οι διαφορές Ελλήνων και
Λατίνων.
Αφού κάθισαν έτσι, ο Άγιος Μάρκος της Εφέσου,
λαμβάνοντας την άδεια από τον Βασιλέα και τον Πατριάρχη, σηκώθηκε και μίλησε ως
εξής:
Ο περίφημος Λόγος του Αγίου Μάρκου του
Ευγενικού προς τον Πάπα Ευγένιο Δ΄ κατά τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.
«Ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους»
Σήμερα είναι τα προοίμια της παγκόσμιας χαράς,
σήμερα οι νοητές ακτίνες του Ήλιου της Ειρήνης ανατέλλουν προκαταβολικά σε
ολόκληρη την οικουμένη. Σήμερα τα μέλη του Σώματος του Δεσπότη Χριστού, που για
πολλούς χρόνους πριν ήταν διασκορπισμένα και πληγωμένα, επείγονται προς την
ένωση μεταξύ τους. Διότι η κεφαλή των πάντων, ο Χριστός ο Θεός, δεν ανέχεται να
βρίσκεται πάνω σε ένα διαιρεμένο σώμα, ούτε η αγάπη θέλει να καταργηθεί εντελώς
από εμάς ο δεσμός της αγάπης.
Γι’ αυτό, εξήγειρε εσένα, τον πρώτο ανάμεσα στους
Ιερείς Του, προς αυτή τη δική μας κλήση. Ξεσήκωσε τον ευσεβέστατο Βασιλιά μας
προς την υπακοή, και τον αγιώτατο Ποιμένα και Πατριάρχη μας τον έκανε να
λησμονήσει το γήρας και τη μακρά ασθένεια. Εμάς, τους ποιμαινομένους από αυτόν,
μας συγκέντρωσε από παντού και μας έκανε να τολμήσουμε μακρύ ταξίδι, πέλαγα και
άλλους κινδύνους, πράγμα που φανερά έγινε με τη δύναμη και την κρίση του Θεού.
Και το πόσο καλό και φίλο στον Θεό θα είναι αυτό, προαναγγέλλεται ήδη από τώρα.
Έλα λοιπόν, αγιώτατε Πάτερ, υποδέξου τα τέκνα σου
που έρχονται από μακριά από τις ανατολές, αγκάλιασε θερμά αυτούς που για πολύ
χρόνο βρίσκονταν μακριά και κατέφυγαν στις αγκάλες σου. Θεράπευσε αυτούς που
σκανδαλίστηκαν, και δώσε εντολή να αφαιρεθεί από τη μέση κάθε εμπόδιο και
σκάνδαλο που κωλύει την ειρήνη. Πες και εσύ στους αγγέλους, ως μιμητής του
Θεού: "Ανοίξτε τον δρόμο για τον λαό μου και απομακρύνετε τις πέτρες από
τον δρόμο".
Μέχρι πότε εμείς, που είμαστε του ίδιου Χριστού και
της ίδιας πίστεως, θα αλληλοπληγωνόμαστε και θα κατατεμνόμαστε; Μέχρι πότε
εμείς, προσκυνητές της ίδιας Τριάδας, θα δαγκώνουμε και θα κατατρώμε ο ένας τον
άλλον, μέχρι να αναλωθούμε μεταξύ μας και να παραδοθούμε στους έξωθεν εχθρούς
για να εκμηδενιστούμε; Μη γένοιτο, Χριστέ Βασιλιά, να συμβεί αυτό, ούτε να
νικήσει την αγαθότητά Σου το πλήθος των αμαρτιών μας. Αλλά όπως στους
παλαιότερους χρόνους, όταν είδες την κακία να έχει εξαπλωθεί και να έχει προχωρήσει
πολύ, την ανέκοψες με τη δική Σου δύναμη και των Αποστόλων Σου από την ορμητική
της φορά και επέστρεψες τους πάντες στη δική Σου επίγνωση, έτσι και τώρα, διά
μέσου των υπηρετών Σου, που δεν έθεσαν τίποτα πιο σημαντικό από τη δική Σου
αγάπη, σύνδεσε εμάς μεταξύ μας και με Εσένα, και κάνε να ολοκληρωθεί εκείνη η
ευχή που έλεγες προσευχόμενος λίγο πριν πας στο Πάθος: "Δώσε τους να είναι
ένα, όπως Εμείς ένα είμαστε".
Βλέπεις, Κύριε, τη διασπορά μας πόσο ελεεινή είναι,
και πώς οι μεν, συνηθισμένοι στην αυτονομία και την αυθάδεια, καταχραστήκαμε
την ελευθερία ως αφορμή για τη σάρκα και γίναμε δούλοι της αμαρτίας και καθαρά
σαρκικοί. Οι δε, παραδοθήκαμε στους εχθρούς του Σταυρού Σου για διαρπαγή και
δουλεία, και λογιστήκαμε ως πρόβατα σφαγής. Ιλάσθητι, Κύριε, πρόσεξε, Κύριε,
αντελάβο, Κύριε.
Αυτό που από παλιά διαλαλούνταν, ότι δηλαδή υπάρχει
ανάγκη Οικουμενικής Συνόδου για τα πράγματα, σήμερα εμείς το εκπληρώσαμε και
έχουμε εισφέρει όλο το δικό μας μέρος· δώσε λοιπόν και Εσύ τα αναγκαία για την
τελείωση αυτών που αρχίσαμε, γιατί μπορείς αν θελήσεις μόνο, και το θέλημά Σου
είναι πράξη συντελεσμένη. Πες και σε εμάς, όπως παλαιότερα διά μέσου του
Προφήτη Σου: "Ιδού εγώ είμαι μαζί σας και το Πνεύμα μου βρίσκεται ανάμεσά
σας". Γιατί αν Εσύ είσαι παρών, όλα πλέον θα γίνουν εύκολα και ομαλά.
Και αυτά μεν ας είναι η ευχή μου για το παρόν. Προς
εσένα όμως πλέον, αγιώτατε Πάτερ, θα απευθύνω τον λόγο. Ποια είναι αυτή η τόση
φιλονεικία σχετικά με αυτή την καινοτόμο προσθήκη [το Filioque], που κατέκοψε
και διέσχισε το σώμα του Χριστού και διίστασε τόσο πολύ τις γνώμες αυτών που
καλούνται από Αυτόν; Ποια είναι η μακρά και χρόνια ένσταση, η αφιλάνθρωπη
υπεροψία και η αλλοτρίωση των αδελφών που σκανδαλίζονται; Τι κακό βρήκαμε στους
Πατέρες, ώστε, παραβαίνοντας τις κοινές τους παραδόσεις, φρονούμε και λέμε
άλλα; Θέτουμε τη δική τους πίστη ως ελλιπή και εισάγουμε τη δική μας ως
τελειότερη; Γιατί κηρύσσουμε άλλο ευαγγέλιο από αυτό που παραλάβαμε;
Ποιος πονηρός δαίμονας μάς φθόνησε την ομόνοια και
την ένωση; Ποιος αφαίρεσε από εμάς την αδελφική αγάπη, εισάγοντας τη διάφορη
θυσία [τα άζυμα] που προσφέρεται κατά τρόπο μη ορθό; Είναι άραγε αυτά προϊόντα
αποστολικής ψυχής, πατρικής γνώμης και αδελφικής διάθεσης; Ή μήπως το αντίθετο,
ενός ανθρώπου σκαιού, διεστραμμένου και αυθαίρετου, που δεν θεωρούσε τίποτα
τρομερό ακόμη κι αν χάνονταν όλοι;
Εγώ πιστεύω ότι εκείνος που εισήγαγε αυτή τη
διαίρεση και έσχισε τον από πάνω υφαντό χιτώνα του δεσποτικού σώματος, υποφέρει
ποινή μεγαλύτερη και από τους σταυρωτές, και μεγαλύτερη από όλους τους ασεβείς
και αιρετικούς από καταβολής κόσμου. Αλλά για εσένα, μακαριώτατε Πάτερ, θα
είναι το αντίθετο, αν θελήσεις μόνο να ενώσεις τα διεστώτα, να γκρεμίσεις το
μεσότοιχο του φραγμού και να εργαστείς ένα έργο της οικονομίας του Θεού. Την
αρχή αυτού του έργου εσύ την έθεσες, και με τις λαμπρές σου φιλοτιμίες και τις μεγάλες
δωρεές το αύξησες· αξιώσου να το ολοκληρώσεις, γιατί δεν θα βρεις καταλληλότερο
καιρό από αυτόν που σου παρείχε σήμερα ο Θεός.
Ύψωσε κυκλικά τα μάτια σου και δες: πολιές αιδέσιμες και ιεροπρεπείς, που γέρνουν πλέον από το βάρος και έχουν ανάγκη αναπαύσεως, ξεσηκώθηκαν από τα οικεία τους όρια και έτρεξαν προς τη δική σου τελειότητα, συνεχόμενες μόνο από την ελπίδα στον Θεό και την αγάπη προς εσάς. Δες το στεφάνι της δόξας που πλέχτηκε και μην αναβάλεις να το φορέσεις. Ένας άλλος κατέτεμε, εσύ θεράπευσε το τραύμα· ένας άλλος διέσχισε και έσπευσε να κάνει το κακό αδιόρθωτο, εσύ φιλοτίμησε να επανορθώσεις το γεγονός, σαν να μην είχε γίνει ποτέ εξ αρχής.


