Η τελική πίεση και η σιωπή του Αγίου
Μάρκου
Τέλος ο Βασιλιάς, επιθυμώντας να δοθεί ένα τέλος στο
ζήτημα αυτό, συγκάλεσε όλους τους δικούς μας και τους δήλωσε ότι οι Λατίνοι
ζητούσαν εξηγήσεις στην ομολογία που είχαν στείλει. Αυτός όμως δεν το ενέκρινε
καθόλου, γιατί σε τέτοια περίπτωση θα άρχιζαν πάλι μακριές και άσκοπες
συζητήσεις. Γι' αυτό και τους πρότρεψε να σκεφτούν αν ήταν δυνατόν να επέλθει η
ένωση με άλλον τρόπο, παραδεχόμενων των δικών μας την προσθήκη και «εκ του
Υιού».
Αυτό προκάλεσε μακριές συζητήσεις, στις οποίες πάλι
πολλά ειπώθηκαν για τη σημασία των προθέσεων «εκ» και «διά», από τον Βησσαρίωνα
και τους γύρω του και από τον Άγιο Μάρκο. Αυτή η συνεδρία είχε το ιδιαίτερο ότι
από απόφαση του βασιλιά μπήκαν και οι άρχοντες, για να παρακολουθούν τις
συνεδρίες και να σχηματίσουν γνώμη για το ποιοι αληθινά ήταν αυτοί που
αγαπούσαν την πατρίδα τους και μόχθαγαν για το συμφέρον της.
Σε αυτή τη συνεδρία παρέστη και ο συγκλητικός
Ιάγαρις, που ακούγοντας τον Άγιο Μάρκο να μιλά και μόνος να αντιστέκεται στα
λεγόμενα των άλλων και με δύναμη να τους ελέγχει, εξεπλάγη τόσο ώστε ρώτησε
τους δίπλα του αν νόμιζαν ότι ήταν δυνατόν άνθρωπος παράφρονας να λέει τέτοια
και να αγωνίζεται μόνος εναντίον τόσων. Αυτά είπε γιατί οι εχθροί του Αγίου
Μάρκου είχαν διαδώσει ότι αυτός είχε παραφρονήσει και δεν ήξερε ούτε τι έλεγε
ούτε τι έπραττε.
Αυτή η συνεδρία διαλύθηκε χωρίς να καταλήξει σε
κανένα αποτέλεσμα, παρά μόνο στη γνωμοδότηση που εξεδόθη μετά από ερώτηση του
βασιλιά, ότι τα χωρία που είχαν παρουσιάσει οι Δυτικοί ήταν γνήσια των αρχαίων
πατέρων της Εκκλησίας της Δύσης. Πόση σπουδαιότητα είχε αυτή η γνωμοδότησή τους
φαίνεται εύκολα αν σκεφτεί κανείς ότι, ενώ οι περισσότεροι από αυτούς που
γνωμοδότησαν δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν ούτε τα χωρία των Ελλήνων πατέρων
παρόλο που ήταν σαφέστατα, τολμούσαν να κηρύξουν ως γνήσια χωρία γραμμένα σε
άλλη γλώσσα που δεν ήξεραν, χωρία παρεφθαρμένα και κολοβωμένα, που είχαν ανάγκη
διερμηνέων για να τα κατανοήσουν.
Η απαγόρευση συμμετοχής στους μη
Αρχιερείς
Τρεις μέρες αργότερα συγκροτήθηκε με πρόσκληση του
βασιλιά στα δωμάτιά του νέα συνεδρία, στην οποία λήφθηκε το μέτρο να
απαγορευθεί σε όλους εκτός από Αρχιερείς και Αρχιμανδρίτες να εκφράζουν γνώμες,
όπως γινόταν στις Οικουμενικές Συνόδους. Αυτό το μέτρο λήφθηκε για να
αποκλειστούν από το γνωμοδοτείν όλοι οι Εκκλησιαστικοί άρχοντες, όπως ο μέγας
Εκκλησιάρχης Συρόπουλος και άλλοι, που ήταν πολλοί και ακολουθούσαν και
υποστήριζαν μόνο τις γνώμες του Αγίου Μάρκου, του αληθινού προμάχου της
Ορθοδοξίας.
Σε αυτή τη συνεδρία τέθηκε πάλι στο τραπέζι προς
συζήτηση το θέμα της εκ του Υιού εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, και με πολλή
σφοδρότητα επιδίδοντας όλες τις δυνάμεις τους αγωνίστηκαν οι λατινόφρονες να
αποδείξουν το «και εκ του Υιού» και να αναιρέσουν τα λεγόμενα από τον Εφέσου.
Οι ύβρεις και οι απειλές κατά του Αγίου
Μάρκου
Οι λατινόφρονες, ασφαλείς πίσω από τις ύβρεις και
τις λοιδορίες τους κατά των αντιθέτων, έγιναν πιο θαρραλέοι και νόμιζαν ότι θα
τους ανάγκαζαν γρήγορα να υποχωρήσουν. Γι' αυτό άρχισαν πλέον φανερά να
επαινούν τα δόγματα των Λατίνων, και τόλμησαν σε κάποια συνεδρία μπροστά στον
Πατριάρχη να δηλώσουν ότι η υπάρχουσα διαφορά ήταν μικρή και ανάξια λόγου, και
ότι αν οι Ανατολικοί ήθελαν, η ένωση μεταξύ τους και των Λατίνων θα μπορούσε
πολύ εύκολα και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να ολοκληρωθεί.
Σύντομα όμως κατάλαβαν την απάτη στην οποία
βρίσκονταν, γιατί σηκώθηκε αμέσως ο φλογερός ζηλωτής της ευσέβειας και τους
απάντησε ότι, αντίθετα, ήταν πολύ μεγάλη και ιδιαίτερα σημαντική αυτή η
διαφορά.
«Δεν είναι αίρεση!» φώναζαν σε αυτόν οι
λατινόφρονες. «Ούτε μπορείς εσύ να τους χαρακτηρίσεις ως αιρετικούς, αφού αυτό
δεν έκανε κανένας από τους πριν από σένα έλλογους και άγιους άνδρες».
«Είναι αίρεση!» απάντησε ο πρόμαχος της Ορθοδοξίας.
«Και έτσι την χαρακτήριζαν και οι πριν από μας δάσκαλοι της Ορθοδοξίας, οι
οποίοι αν δεν αποκαλούσαν τους Δυτικούς αιρετικούς, το έκαναν μόνο γιατί
περίμεναν την επιστροφή τους στην Ορθοδοξία και διαπραγματεύονταν τη φιλία
τους». Πρόσθεσε ότι ήταν έτοιμος να αποδείξει αμέσως αυτόν τον ισχυρισμό του.
Μόλις όμως είχε προλάβει να πει αυτά τα λόγια, και
αμέσως εξεγερμένοι γεμάτοι οργή, φτάνοντας κοντά του οι αρχιεπίσκοποι Μυτιλήνης
και Λακεδαιμονίας, του είπαν: «Ποιος είσαι εσύ που τολμάς να υβρίζεις τους
Λατίνους ως αιρετικούς; Έως πότε θα σε ανεχόμαστε να λες τέτοια;» Και μετά από
σωρεία ύβρεων που εξαπέλυσαν κατ' αυτού, παρόντος του Πατριάρχη που σιωπούσε,
αφού απείλησαν ότι θα τον καταγγείλουν στον Πάπα ως χαρακτηρίζοντα αυτόν ως
αιρετικό για να δώσει ευθύνες της ύβρεως, αποχώρησαν από την αίθουσα σαν να
τους κυνηγούσαν δαιμόνια.
Δίκαιο είχε λοιπόν, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα,
ο σοφός Σχολάριος που έγραφε με πόνο ψυχής: «ότι εμάς που έπρεπε να μας έχει
συμμάχους, αντί για τέτοιους, φεύ! εχρησιμοποίησε ως εχθρούς». Γιατί αυτό το
παράδειγμα μίμησαν και άλλοι, και έτσι προς το τέλος σχεδόν όλοι είχαν κηρυχθεί
φοβεροί εχθροί του. Αυτό όμως συνετέλεσε στο να αναδείξει πιο λαμπρό τον στερεό
και αδαμάντινο χαρακτήρα του Αγίου Μάρκου, που, ομοιάζοντας σύμφωνα με την
παραβολή του Σωτήρα στο σπίτι χτισμένο πάνω στον βράχο, περιφρόνησε όλες τις
καταιγίδες, και όχι μόνο έμεινε ατραυμάτιστος, αλλά και πιο λαμπρός κατόρθωσε
να αναδειχθεί μετά από τόσες επιθέσεις που δέχτηκε από παντού.
Η άρνηση συγκατάβασης
Οι αντίθετοι, κατανοώντας ότι με τις ύβρεις και τις
απειλές δεν μπορούσαν να κατορθώσουν τίποτα, σκέφτηκαν να αλλάξουν τακτική. Γι'
αυτό και στη συνεδρία που συγκροτήθηκε μετά από δύο μέρες, άρχισαν να τον
παρακαλούν με ταπεινότητα να συγκαταβεί λίγο, εξοικονομώντας το δύσκολο των
πραγμάτων.
«Δεν επιτρέπονται συγκαταβάσεις στα ζητήματα της
πίστης» απάντησε ο Άγιος Μάρκος.
Επειδή όμως οι υπόλοιποι αντί να σταματήσουν,
άρχισαν αντίθετα πιο θερμά και με περισσότερη επιμονή να τον ικετεύουν να
υποχωρήσει λίγο, γιατί η διαφορά ήταν εντελώς ασήμαντη και συνεπώς μια μικρή
συγκατάβαση αρκούσε για να ολοκληρωθεί η ένωση, ανάγκασαν τον Άγιο Μάρκο να
τους πει ό,τι άλλοτε είπε ο Άγιος Θεόδωρος στον Έπαρχο που τον προέτρεπε να
κοινωνήσει μια φορά μαζί του, υποσχόμενος ότι αν το έκανε θα τον άφηνε
ελεύθερο.
«Παρόμοια λες», είπε στον Έπαρχο ο Άγιος Θεόδωρος,
«σαν να έλεγε κανείς σε κάποιον: επίτρεψέ μου να σου κόψω μια φορά το κεφάλι
και μετά πήγαινε όπου θέλεις».
Κάτι τέτοιο είπε και ο Άγιος Μάρκος σε αυτούς, ότι
αυτό ζητούσαν κι αυτοί από αυτόν, και αυτή την απάντηση τους έδωσε,
προσθέτοντας πάλι ότι δεν επιτρεπόταν συγκατάβαση στα της πίστης.
Η σύγκριση με τον Θεμιστοκλή
Μετά από αυτά τα λόγια του Αγίου Μάρκου, οι
αντίθετοι οργίστηκαν πολύ. Αυτοί που ως τότε τον παρακαλούσαν θερμά να θέσει
ειρηνικά τέλος στο ζήτημα της ένωσης, σηκώθηκε ο Νικαίας Βησσαρίων με μεγάλη
ιταμότητα και αναιδεία και άρχισε να τον σκώπτει και να τον υβρίζει. Και επειδή
έβλεπε ότι αυτός μόνος έμεινε μέχρι τέλους ανένδοτος στην ένωση με τον Πάπα,
σηκώθηκε και χτύπησε το στερεό και επίμονο της γνώμης του, όπως κάποτε στη
Σαλαμίνα ο Ευρυβιάδης χτύπησε τον Θεμιστοκλή, λέγοντας: «Περισσότερο κάνω και φιλονικώ
με άνθρωπο δαιμονιασμένο. Αυτός είναι τρελός».
Σε αυτά όμως ο Άγιος Μάρκος, βλέποντας ότι ο
κίνδυνος που περιβάλλει το έθνος ήταν μεγαλύτερος από αυτόν επί Θεμιστοκλέους,
είπε: «Εσύ είσαι κοπέλι και έκανες σαν κοπέλι».
Μόνο αυτά είπε ο ανεξίκακος και γνήσιος μαθητής του
Χριστού. Ο Πατριάρχης, βλέποντας και ακούγοντας τόση αταξία και αναιδεία του
Νικαία Βησσαρίωνα, έμεινε πιο άφωνος από ψάρι, όπως βεβαιώνει ο Συρόπουλος.
Η παρεμπόδιση ανάγνωσης χωρίων
Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα,
όταν συγκεντρώθηκαν όλοι με εντολή του βασιλιά στον Πατριάρχη, όπου παρίστατο
και ο βασιλιάς. Με δριμύτητα και ακοσμία γλώσσας ασυγχώρητη επιτέθηκαν κατά του
Αγίου Μάρκου εκ συμφώνου ο Νικαίας Βησσαρίων, ο Ρωσσίας Ισίδωρος, ο
Πρωτοσύγκελος Γρηγόριος και ο δάσκαλος Αμηρούτζης.
Ο Άγιος Μάρκος, προσπαθώντας να διαβάσει κάποια
μαρτυρία του Καβάσιλα, εμποδίστηκε από τον Ρωσσίας Ισίδωρο, που είπε ότι σκοπός
της συνέλευσης ήταν να επιτευχθεί η ένωση και η ειρήνη, και όχι να γίνονται
συζητήσεις που παρατείνουν το σχίσμα και τη διάσταση. «Ο Καβάσιλας δεν είναι
ενωτικός και συνεπώς δεν θέλουμε να διαβαστούν τα συγγράμματά του».
Μετά από αυτά σηκώθηκε και ο Λακεδαιμονίας και είπε
ότι αυτό ήταν περιττό, γιατί ο Καβάσιλας δεν ήταν άγιος, αλλά κάποιος απλός
αρχιερέας που δεν ξεχώριζε καθόλου από τους παρόντες.
Σε αυτά όμως απάντησε ο Άγιος Μάρκος ότι επιτρεπόταν
να διαβαστούν και οι δικές του γνώμες, αφού είχαν διαβαστεί και αυτές του
Βέκκου. «Ο Ηρακλείας, θέλοντας να διαβάσει
κάποια χωρία από ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο για να φωτίσει τη συζήτηση,
εξυβρίστηκε με τόση ιταμότητα και θρασύτητα από τον Γρηγόριο του πρωτοσυγκέλου,
ώστε ο δυστυχής, κατανοώντας το άσκοπο του αγώνα και εκπλαγείς από τέτοια
τόλμη, φοβηθείς και για άλλο λόγο (γιατί είδε ότι οι γύρω από τον Γρηγόριο ήταν
ιδιαίτερα εξοργισμένοι), αναγκάστηκε να κλείσει το βιβλίο και να σιωπήσει».
Η σιωπή του Αγίου Μάρκου
Αγανακτώντας για την ιταμότητα και το υπερβολικό
τους θράσος, και κατανοώντας ότι σχεδόν όλοι είχαν αποφασίσει προδίδοντας τη
θρησκεία των πατέρων τους να ασπαστούν τα δόγματα των Λατίνων, και ότι από αυτό
δεν επρόκειτο να προκύψει κανένα όφελος από τις συζητήσεις, σιώπησε. Και σε
πολλές συνεδρίες, αν και έγιναν πολλές συζητήσεις, ο Άγιος Μάρκος δεν πήρε
καθόλου το λόγο, αλλά παρακολουθούσε τα λεγόμενα, θρηνώντας μέσα του για την
άθλια κατάσταση της Εκκλησίας μας.
Εκμεταλλευόμενοι την αποχώρηση του Αγίου Μάρκου από
τον αγώνα, οι γύρω από τον Νικαία σε κάποια συνεδρία με εντολή του Πατριάρχη,
διάβασαν δημόσια τα διαφθαρέντα από τον Βέκκο χωρία των Αγίων Πατέρων, από τα
οποία φαινόταν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό.
Ο Πατριάρχης, μετά την ανάγνωση, δηλώνοντας ότι
αποδεχόταν ως γνήσια αυτά τα χωρία των Αγίων Πατέρων, αποδέχθηκε το δόγμα της
εκπορεύσεως και από τον Υιό. Μαζί του συντάχθηκαν και δέκα άλλοι αρχιερείς. Οι
περισσότεροι από τους παρόντες όμως αρνήθηκαν να το αποδεχθούν. Οι δε Αντώνιος
του Ηρακλείας, Δοσίθεος της Μονεμβασίας και Σωφρόνιος της Αγχιάλου αντέκρουσαν
την ένωση με τέτοιους όρους, δηλώνοντας ότι με κανέναν λόγο δεν μπορούσαν να
παραδεχθούν τον Υιό ως αιτία του Αγίου Πνεύματος, ούτε το Άγιο Πνεύμα ως
εκπορευόμενο από τον Πατέρα και τον Υιό ως από μια αρχή.
Ο Βασιλιάς πάλι πρότεινε να εγκαταλειφθούν οι
συζητήσεις, γιατί ο καιρός πίεζε. Στην εικοστή πέμπτη συνεδρία ο βασιλιάς τους
πρότρεψε να εκφράσουν γνώμη που να μη ζημιώνει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή τους,
αλλά να είναι σύμφωνη προς την ευσέβεια. Τότε όλοι απάντησαν αναθεματίζοντας
όσους δεν δέχονταν την ένωση και δεν την ποθούσαν με τέτοιους όρους.
Μετά από αυτά όμως, δυστυχώς, με πολλά δελεαστικά μέσα, οι μεν με απειλές, άλλοι με κολακείες και υποσχέσεις, και άλλοι αλλιώς, πρόδωσαν τα πάτρια, κατακρημνισθέντες στο βάραθρο της κακοδοξίας των Λατίνων.





