Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026 Η Σχέση της Συνόδου της Κρήτης με τα Κείμενα του ΠΣΕ (Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM)

 


Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Αν και η Σύνοδος της Κρήτης (2016) περιέλαβε ονομαστική αναφορά και αποδοχή της Δήλωσης του Τορόντο, απέφυγε στην επίσημη ορολογία της να κατονομάσει και να εγκρίνει ρητά άλλα κείμενα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ωστόσο, στο τελικό κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (ιδιαίτερα στις παραγράφους 16–21), η Σύνοδος προέβη σε μια συνολική, θετική αποτίμηση του έργου του ΠΣΕ, εστιάζοντας κυρίως στην προσφορά της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order).

Η σχέση της Συνόδου με τη θεολογική παραγωγή του ΠΣΕ εξειδικεύεται στα ακόλουθα σημεία στην  γενική αποδοχή των κειμένων της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις».

Στην παράγραφο 21 του επίσημου κειμένου της Κρήτης αναφέρεται χαρακτηριστικά:

 

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία [...] εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής [της Επιτροπής Πίστις και Τάξις] εκδοθέντα θεολογικά κείμενα [...] τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών».

 

 

Με τη διατύπωση αυτή, η Σύνοδος παρείχε μια ευρεία «συνοδική αναγνώριση» στη θεολογική συνεισφορά της Επιτροπής, αξιολογώντας τα κείμενα αυτά ως χρήσιμα εργαλεία για την αμοιβαία προσέγγιση των Χριστιανών, χωρίς ωστόσο να τα εξισώνει με την Ορθόδοξη Δογματική Παράδοση.

Παρά το γεγονός ότι δεν κατονομάστηκαν ρητά στο τελικό κείμενο —προκειμένου να αποτραπούν περαιτέρω εσωτερικές αντιδράσεις και πολώσεις—, η θετική αυτή αποτίμηση αντανακλά κυρίως δύο ιστορικά κείμενα συγκλίσεως του ΠΣΕ, στη διαμόρφωση των οποίων είχαν συμπράξει κορυφαίοι Οικουμενιστες θεολόγοι:

•          Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM): (Baptism, Eucharist, Ministry). Αποτελεί το πλέον εμβληματικό κείμενο της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις», το οποίο επιχειρεί να αναδείξει μια κοινή χριστιανική συνισταμένη στα τρία αυτά θεμελιώδη μυστήρια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετείχε ενεργά στη σύνταξή του, διατηρώντας πάντως σαφείς επιφυλάξεις απέναντι σε ορισμένες προτεσταντίζουσες διατυπώσεις.

•          Το Κείμενο «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα» (2013): Ένα μεταγενέστερο κείμενο θεολογικής σύγκλισης, το οποίο επικεντρώνεται στην Εκκλησιολογία (τη φύση, την αποστολή και τη δομή της Εκκλησίας.

Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM): (Baptism, Eucharist, Ministry).

Το Κείμενο της Λίμα (1982): Μυστήρια, Κριτική και οι Πρωταγωνιστές

1. Η Προσέγγιση των Τριών Μυστηρίων

Α. Βάπτισμα: «Είμαστε όλοι Χριστιανοί»

Το βάπτισμα στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι η κοινή αρχή για όλους. Όποιος βαπτίζεται, καθαρίζεται από την αμαρτία και μπαίνει στην οικογένεια του Χριστού. Το κείμενο προτείνει οι Χριστιανοί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα των άλλων ομολογιών, δηλαδή ένας Καθολικός ή Ορθόδοξος να δέχεται ότι και ο Προτεστάντης είναι βαπτισμένος Χριστιανός, ώστε να μην επαναλαμβάνεται το βάπτισμα χωρίς λόγο.

Β. Ευχαριστία (Θεία Κοινωνία): «Το κέντρο της πίστης»

Η Θεία Κοινωνία δεν είναι ένα απλό θρησκευτικό έθιμο ή μια απλή ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου. Είναι το κέντρο της ζωής της Εκκλησίας, όπου προσφέρεται η θυσία του Χριστού και ευλογείται ο κόσμος από το Άγιο Πνεύμα. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να φέρει τους Προτεστάντες, που συχνά βλέπουν την Κοινωνία ως κάτι καθαρά συμβολικό, πιο κοντά στην Ορθόδοξη και Καθολική άποψη ότι εκεί υπάρχει η πραγματική παρουσία του Χριστού.

Γ. Ιερωσύνη: «Ποιος οδηγεί την Εκκλησία;»

Η Εκκλησία χρειάζεται ανθρώπους με ειδική κλήση και χειροτονία, όπως Επισκόπους, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, για να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και να τελούν τα μυστήρια, συνεχίζοντας το έργο των Αποστόλων. Η διατύπωση αυτή προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους Ορθοδόξους και Καθολικούς, που έχουν αυστηρή ιεραρχία και Αποστολική Διαδοχή, και τους Προτεστάντες, που δεν έχουν επισκόπους με την ίδια έννοια.

Θεολογική ορθόδοξη κριτική

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εξέφρασε επιφυλάξεις επειδή το κείμενο χρησιμοποιεί κάπως γενικές και θολές εκφράσεις για να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Για παράδειγμα, η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι το ψωμί και το κρασί γίνονται πραγματικά Σώμα και Αίμα Χριστού, ενώ το κείμενο της Λίμα το διατυπώνει πιο ποιητικά και αφηρημένα για να μπορούν να το υπογράψουν και οι Προτεστάντες. Γενικότερα, η κριτική εστιάζει στο ότι το κείμενο προσπαθεί να εξισώσει τα μυστήρια των Ορθοδόξων με τις τελετές των Προτεσταντών.

Όσον αφορά το βάπτισμα, εισάγεται η ιδέα της βαπτισματικής ενότητας, ότι δηλαδή όλοι οι βαπτισμένοι χριστιανοί ανήκουν ήδη στην ίδια Εκκλησία. Η ορθόδοξη κριτική απαντά ότι δεν υπάρχει βάπτισμα έξω από τη Μία Εκκλησία. Αν αποδεχτούμε ότι το βάπτισμα των αιρετικών είναι έγκυρο χωρίς προϋποθέσεις, τότε αποδεχόμαστε ότι η Εκκλησία είναι ήδη διαιρεμένη σε κλάδους, πράγμα που καταρρίπτει το Σύμβολο της Πίστεως.

ΜΙΑ ΕΚΛΑΙΚΕΥΜΕΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Απαραίτητα  στοιχεία.

Δύο χρόνια μετά τη συγκρότηση του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ, η Κεντρική Επιτροπή συνήλθε στο Τορόντο του Καναδά (8-15 Ιουλίου 1950) για να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Τι ακριβώς είναι το ΠΣΕ εκκλησιολογικά; Οι επικριτές του Συμβουλίου το κατηγορούσαν ότι επιδιώκει να γίνει μια «υπερ-εκκλησία» που θα υποκαταστήσει τις τοπικές Εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχε ήδη ενταχθεί στο Συμβούλιο, αντιμετώπιζε εσωτερικές πιέσεις να διασαφηνίσει τη σχέση της με μια οργάνωση που περιελάμβανε ετερόδοξες κοινότητες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.

Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο:

  • Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη του κειμένου.
  • Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο Κανονικό Δίκαιο.

Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από διαπρεπείς καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι είχαν οριστεί ως επίσημοι σύνεδροι:

  • Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής, εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεολόγων με τεράστια συμβολή στις πρώτες δεκαετίες του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης: Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια «Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο).
  • Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής.

 

 

Τα βασικά σημεία της δηλωσης  Τορόντο 

Η Δήλωση του Τορόντο, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ξεκίνησε με πέντε καθοριστικές αρνήσεις που οριοθέτησαν τι δεν είναι το ΠΣΕ:

Πρώτον, «το ΠΣΕ δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνει υπερ-εκκλησία». Αυτή η διακήρυξη απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο το Συμβούλιο να αποκτήσει εκκλησιαστική εξουσία πάνω στα μέλη του. Το ΠΣΕ δεν είναι Εκκλησία, αλλά εργαλείο των Εκκλησιών.

Δεύτερον, ο σκοπός του δεν είναι να διαπραγματευθεί ενώσεις μεταξύ Εκκλησιών — κάτι που ανήκει αποκλειστικά στις ίδιες τις Εκκλησίες — αλλά να φέρει τις Εκκλησίες σε ζωντανή επαφή και να προωθήσει τη μελέτη και συζήτηση των ζητημάτων της εκκλησιαστικής ενότητας.

Τρίτον, το ΠΣΕ «δεν μπορεί και δεν πρέπει να βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία». Δεν προκαταλαμβάνει το εκκλησιολογικό πρόβλημα. Αυτό σήμαινε ότι η ένταξη στο Συμβούλιο δεν απαιτούσε από καμία Εκκλησία να αποδεχθεί την εκκλησιολογία μιας άλλης.

Τέταρτον, η ιδιότητα του μέλους δεν συνεπάγεται ότι μια Εκκλησία αντιμετωπίζει τη δική της αντίληψη για την Εκκλησία ως απλώς σχετική.

Πέμπτον, η ιδιότητα του μέλους δεν συνεπάγεται την αποδοχή μιας συγκεκριμένης διδασκαλίας για τη φύση της εκκλησιαστικής ενότητας.

Η Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου.  Αυτή η «λύση» δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί — και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη έννοια».

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε»

Η Σύνοδος της Κρήτης και η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ

Στο επίσημο κείμενό της Συνόδου  με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και στην παράγραφο 19 γράφονται τα εξής:

«Α ρθόδοξοι κκλησίαι μέλη θεωροσιν ς παραίτητον ρον τς συμμετοχς ατν ες τ Π.Σ.. τν θεμελιώδη διάταξιν το Καταστατικο ατο, συμφώνως πρός τήν ποίαν μέλη ατο δύνανται νά εναι μόνον κενοι, οτινες πιστεύουσιν ες τόν Κύριον μν ησον Χριστόν ς Θεόν καί Σωτρα, κατά τάς Γραφάς, καί μολογοσι τόν ν Τριάδι Θεόν, Πατέρα, Υόν καί γιον Πνεμα, κατά τό Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Εναι βαθειά πεποίθησις ατν τι α κκλησιολογικαί προϋποθέσεις τς Δηλώσεως το Τορόντο (1950), κκλησία, α κκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τν κκλησιν”, ποτελοσι κεφαλαιώδη σημασίαν διά τήν ρθόδοξον συμμετοχήν ες τ Συμβούλιον.»

Με την αναφορά αυτή, η Σύνοδος της Κρήτης ουσιαστικά υπεραμύνεται της συμμετοχής των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ, χρησιμοποιώντας τη Δήλωση του Τορόντο ως «ασπίδα».

Επομένως, η Σύνοδος της Κρήτης επικαλέστηκε το Τορόντο για να τονίσει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει στον διαχριστιανικό διάλογο χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην πίστη της ότι αποτελεί τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».

Γιατί προκάλεσε αντιδράσεις;

Παρά την παραπάνω διευκρίνιση, η ρητή αναφορά στη Δήλωση του Τορόντο προκάλεσε έντονες θεολογικές συζητήσεις και αντιδράσεις, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της Συνόδου (ορισμένες μάλιστα Τοπικές Εκκλησίες, όπως της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Αντιοχείας, τελικά δεν παρέστησαν στη Σύνοδο).

Οι επικριτές της αναφοράς υποστήριξαν ότι:

  • Η έμμεση ή άμεση αποδοχή κειμένων του ΠΣΕ εισάγει μια «νέα εκκλησιολογία».
  • Η χρήση του όρου «Εκκλησίες» για τις ετερόδοξες κοινότητες (έστω και μέσα από το πλαίσιο του Τορόντο) αποδυναμώνει την ορθόδοξη αποκλειστικότητα.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές της Συνόδου τόνισαν ότι η αναφορά ήταν απαραίτητη για να ξεκαθαριστεί ότι η Ορθοδοξία δεν απομονώνεται, αλλά συνομιλεί με τον υπόλοιπο κόσμο υπό πολύ συγκεκριμένους, αυστηρούς και ήδη συμφωνημένους όρους.

Εκλαϊκευμένη κριτική της Δήλωσης του ΤΟΡΟΝΤΟ

Η μεγαλύτερη και πιο βαθιά παγίδα της Δήλωσης του Τορόντο βρίσκεται στην εκκλησιολογική σχετικοποίηση της Αλήθειας μέσω της διπλωματικής γλώσσας.

Αν έπρεπε να την απομονώσουμε σε μία φράση, η παγίδα είναι η εξής: Η Δήλωση επέτρεψε στα μέλη του ΠΣΕ να συνυπάρχουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «Εκκλησία», χωρίς όμως να απαιτείται κοινή συμφωνία για το τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Εκκλησία».

Αυτή η κεντρική παγίδα αναλύεται σε τρία συγκεκριμένα επίπεδα, τα οποία εξηγούν γιατί πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι μιλούν για «θεολογική νάρκωση»:

Α. Το κείμενο λέει ότι κανένα μέλος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τα άλλα μέλη ως «Εκκλησίες στην αληθινή και πλήρη έννοια».  Ενώ αυτό ακούγεται ως προστασία για την Ορθοδοξία (ώστε να μην αναγνωρίσει τους Προτεστάντες ως πραγματική Εκκλησία), στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν χώρο όπου η ίδια η έννοια της Εκκλησίας υποβαθμίζεται. Αν κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι ενός οργανισμού που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών», αλλά αποδέχεσαι ότι οι διπλανοί σου μπορεί να μην είναι καν Εκκλησία (ή αυτοί να θεωρούν εσένα απλώς ένα «κομμάτι» της Εκκλησίας), τότε αποδέχεσαι τη χρήση της λέξης «Εκκλησία» ως έναν απλό κοινωνιολογικό τίτλο και όχι ως τη μοναδική, σωστική κιβωτό.

Β. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια είναι απόλυτη, ιστορικά αποκαλυμμένη και βιώνεται ως πληρότητα. Το Τορόντο δημιούργησε ένα πλουραλιστικό μοντέλο όπου όλες οι απόψεις είναι ισότιμες. Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της ότι «Εγώ είμαι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», μέσα στο περιβάλλον του Τορόντο αυτή η δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως η «ιδιαιτερότητα» ή η «υποκειμενική πεποίθηση» των Ορθοδόξων. Έτσι, η δογματική βεβαιότητα υποβιβάζεται σε μια «θρησκευτική άποψη» ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.

Γ. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι το Τορόντο νομιμοποίησε τη διαίρεση παρουσιάζοντάς την ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Υποσχόμενο έναν «ασφαλή χώρο» όπου κανείς δεν θα πιέσει κανέναν να αλλάξει πίστη, το ΠΣΕ αφαίρεσε το κίνητρο για τον πραγματικό σκοπό του διαλόγου: την επιστροφή στην κοινή, αδιαίρετη πίστη των πρώτων αιώνων. Όταν όλοι είναι «ασφαλείς» και κανείς δεν ελέγχεται για τις αιρέσεις ή τις θεολογικές του αποκλίσεις, ο διάλογος σταματά να αναζητά την Αλήθεια και μετατρέπεται σε ένα αέναο διπλωματικό φόρουμ (έναν εκκλησιολογικό αγνωστικισμό), όπου η ειρηνική συνύπαρξη έγινε πιο σημαντική από τη δογματική ακρίβεια.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι έδωσε στην Ορθοδοξία ένα «πιστοποιητικό» ότι δεν κινδυνεύει η πίστη της εντός του Συμβουλίου, αλλά το τίμημα αυτού του πιστοποιητικού ήταν η αποδοχή ενός περιβάλλοντος όπου η ίδια η έννοια της μίας και μοναδικής Αλήθειας είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΗΛΩΣΙ ΠΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

ΦΕΥΓΟΥΜΕ ΜΑΚΡΥΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ. 




1. Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου να εκλέξει άλλον Επίσκοπο Πάφου στη θέση του ήδη υπάρχοντος, ο οποίος εξελέγη κανονικά και από τον ορθόδοξο λαό, δεν γίνεται αποδεκτή από τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου.

2. Ο λόγος για τον οποίο ο κανονικός Επίσκοπος της Μητροπόλεως Πάφου, Τυχικός, τέθηκε σε αργία είναι το γεγονός ότι δεν υπέγραψε την αναγνώριση της λεγόμενης «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», που πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη το 2016. Και εμείς, τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απορρίπτουμε και αναθεματίζουμε αυτή τη σύνοδο, διότι αποτελεί αιρετική σύνοδο που άλλαξε τον δογματικό ορισμό του όρου Εκκλησία.
3. Η σύνοδος αυτή αποδέχθηκε ως βάση του διαλόγου με τους αιρετικούς το κείμενο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο επικύρωσε τη Διακήρυξη του Τορόντο του 1950, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», όπου η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία παρουσιάζεται ως μία εκκλησία ανάμεσα σε άλλες ομολογίες («εκκλησίες»), έχοντας ως κοινή βάση το βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος, την κοινή πίστη στην Αγία Τριάδα και στον Ιησού Χριστό ως Κύριο και Σωτήρα, και όχι ως Θεό και Άνθρωπο, ώστε να μην ενοχληθούν οι μονοφυσίτες.
4. Στην ουσία αλλοιώθηκε το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ορίζεται πλέον ως η Μία και μοναδική Σώμα του Χριστού, και μόνο Αυτή, αλλά χρησιμοποιούνται πονηρές και αντιφατικές εκφράσεις, οι οποίες παρουσιάζονται ξεκάθαρα στη Διακήρυξη του Τορόντο (1950), που υιοθετήθηκε και επικυρώθηκε ως βάση διαλόγου από τη Σύνοδο της Κρήτης του 2016, όπου δηλώνεται ότι «τα όρια της δικής μας Εκκλησίας (της Ορθόδοξης) δεν είναι τα όρια της Εκκλησίας του Χριστού», με την Εκκλησία του Χριστού να περιλαμβάνει, πέρα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, και τις άλλες ομολογίες («χριστιανικές εκκλησίες»).
Αυτό αποτελεί βλασφημία και αίρεση, την οποία αποδέχθηκε η Σύνοδός μας, θέτοντας τον εαυτό της εκτός Ορθοδοξίας μέσω αιρετικών διδασκαλιών που αλλοιώνουν τα Δόγματα που παραδόθηκαν από το Πνεύμα της Αγιότητος, τα οποία διδάσκουν ότι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία του Συμβόλου της Πίστεως, η Μία. 

Οι υπόλοιποι είναι αιρετικοί και δεν μπορούν να ονομάζονται χριστιανοί. Χριστιανός είναι εκείνος που έχει το Άγιο Πνεύμα και είναι μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να αποδεχθούμε και απορρίπτουμε αυτή την απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου να αποδεχθεί την ψευδή Σύνοδο της Κρήτης.
Επίσης, πιστεύουμε σε ένα Βάπτισμα, με τριπλή κατάδυση, που αποτελεί την πύλη εισόδου στη Μία και Μοναδική Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι αιρετικοί δεν έχουν βάπτισμα αλλά βεβήλωση, όπως αναφέρει ο 47ος Αποστολικός Κανόνας.
Ο Μητροπολίτης Τυχικός απέρριψε τις αιρέσεις σας και γι’ αυτό διώκεται από εσάς, που έχετε εξέλθει από την Αλήθεια. Η Εκκλησία δεν είναι τα κτίρια ούτε η Σύνοδος, παρά μόνο στον βαθμό που διδάσκεται ορθά ο Λόγος της Αληθείας.
5. Επίσης, ο Μητροπολίτης Τυχικός δεν αποδέχθηκε την κοινωνία με το ουκρανικό σχισματικό-αιρετικό μόρφωμα. Και εμείς απορρίπτουμε και αποστασιοποιούμαστε από το ουκρανικό μόρφωμα που έχει ως κεφαλή τον Επιφάνιο Ντουμένκο, το οποίο έγινε αποδεκτό από τον Αρχιεπίσκοπο Γεώργιο.
6. Ζητούμε την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου Κύπρου, ο οποίος μας οδήγησε σε σχίσμα, αίρεση και αιώνιο θάνατο, αποδεικνύοντας ότι είναι λύκος με ένδυμα προβάτου και όχι ποιμένας.
Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος είναι η αιτία της πνευματικής μας καταστροφής. Θέτει σε κίνδυνο τη σωτηρία μας και μας έθεσε, μαζί με τα γραφεία και τις εκκλησίες, εκτός Εκκλησίας. Η Εκκλησία βρίσκεται εκεί όπου ομολογείται η Ορθοδοξία και όχι η αίρεση, ακόμη κι αν αποτελείται από λίγους διωγμένους και καταπιεσμένους ανθρώπους, που προτιμούν την κοινωνική απομόνωση και την καταδίκη παρά την κοσμική δόξα και την αιώνια απώλεια.
7. Δεν αποδεχόμαστε τη συνοδική απόφαση σύμφωνα με την οποία ο ορθόδοξος λαός αποκλείεται από την εκλογή του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών.
Μέσω αυτής της νέας διαδικασίας, ο λαός παραμερίζεται από την εκλογή επισκόπων, αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών.
Απευθύνουμε έκκληση προς ολόκληρη την κυπριακή κοινωνία — κληρικούς, λαϊκούς, πολιτικούς κ.λπ. — να λάβουν θέση και να συμμετάσχουν στην αποκατάσταση της Αλήθειας της Πίστεως.
Αγαπητοί Συνοδικοί,
Σας υπενθυμίζουμε ότι η Εκκλησία δεν είναι μόνο η Σύνοδος, ούτε μόνο οι Επίσκοποι, ούτε μόνο οι πρεσβύτεροι, ούτε μόνο ο ορθόδοξος λαός, αλλά η Εκκλησία αποτελείται από όλους αυτούς μαζί.
Και εάν συμβεί η Σύνοδος να πέσει στην αίρεση, όπως συμβαίνει τώρα, η Χάρις του Πνεύματος της Αγιότητος μάς οδηγεί να αποστασιοποιηθούμε από τη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου και να ομολογήσουμε δημόσια ότι εμείς, ο λαός, δεν αποδεχόμαστε τον εμπαιγμό που επιβάλλεται με παπικό τρόπο από τη Σύνοδο και τον Αρχιεπίσκοπο.
Σας προειδοποιούμε να αποκηρύξετε τη Σύνοδο της Κρήτης και να άρετε την αργία που επιβλήθηκε στον Μητροπολίτη Τυχικό και να τον επανατοποθετήσετε δημόσια στον Θρόνο της Πάφου· διαφορετικά, θα συμβούν τα εξής:
Δεν θα είμαστε πλέον μαζί σας, δεν θα σας στηρίζουμε πλέον, δεν θα πληρώνουμε πλέον τίποτα στα κτίριά σας, δεν θα συμμετέχουμε πλέον στις ακολουθίες όπου λειτουργείτε εσείς προσωπικά ή ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος, αλλά θα πηγαίνουμε μόνο σε αληθινούς ιερείς με ορθόδοξο φρόνημα.
Η Εκκλησία του Χριστού είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία και θα συναθροιζόμαστε μόνο με όσους πιστεύουν αυτή την Αλήθεια. Ο λαός του Θεού σώζεται μέσω της ομολογίας της Αλήθειας και μέσα στην αγάπη και την ενότητα μεταξύ μας, του κυπριακού λαού.
Ο Χριστός συγχωρεί τα πάντα, αλλά όχι τη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.
Αμήν.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

 

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού – δέκα τοποθετήσεις σε δέκα ερωτήσεις (Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Δράγας)



1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;
6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;
7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;
8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;
9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;
10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;

---------------------------------------------------------------------

1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;


Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του,
συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’
αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους
ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα
δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους
άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν
ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και
πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα
ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές
του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις
προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και
μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;

Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός
«ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό
ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η
λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή
είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε
ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό,
αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην
‘αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας’ του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε,
ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία,
ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε
πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε
τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον
αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το
κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής
ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την
Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης
πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο
πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας
την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.

3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;

Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές
του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την
καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την
Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της
Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό,
σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με
δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με
το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και
απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των
ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του
ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το
ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού
ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των
Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;

Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον
γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η
κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του
Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του
πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους
βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να
προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της
Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι
Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι
ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί
είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και
Σωτήρας του κόσμου.

5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια -- Απάντηση σε Νεοπαγανιστές και Προτεστάντες του π. Γ. Δ. Μεταλληνού,






Πηγή: Απομαγνητοφωνημένη ομιλία: Κωνσταντίνος ο Μέγας και η ιστορική αλήθεια



Ο π. 



Είναι γεγονός ότι η στάση των ιστορικών απέναντι στο Μέγα Κωνσταντίνο είναι αντιφατική. Για άλλους υπήρξε μέγα αίνιγμα ή στυγνός δολοφόνος και καιροσκόπος, για άλλους δε, το μέγα θαύμα της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει διότι επικρατούν συνήθως ιδεολογικά κριτήρια και παραταξιακές εκτιμήσεις ερήμην των πηγών. Ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στο χώρο της ιστορίας, που οδηγεί αυτόχρημα στην αυτοκατάργηση του ιστορικού και των ερευνών του, είναι η χρησιμοποίηση της ιστορίας με οποιεσδήποτε διασκευές της κατά το δοκούν, ώστε να χρησιμοποιείται για να αποδειχθούν πράγματα που ιστορικά δεν θεμελιώνονται.
Ένα άλλο επίσης πρόβλημα είναι όχι μόνον η ιδεολογική χρήση της ιστορίας και των πηγών ακόμη, αλλά είναι και ο ιστορικός αναχρονισμός. Να επιχειρούνται δηλαδή ερμηνευτικές προσβάσεις στα ιστορικά γεγονότα και στα ιστορικά πρόσωπα μέσα από κρίσεις και προϋποθέσεις του παρόντος, του οποιουδήποτε παρόντος. Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι όταν συντάσσει κανείς μια ιστορική διατριβή και μάλιστα αν είναι διδακτορική διατριβή που είναι η σημαντικότερη εργασία ενός επιστήμονος, παραθέτει ένα εισαγωγικό ή πρώτο κεφάλαιο που αναφέρεται στην εποχή μέσα στην οποία τοποθετούνται τα θέματα με τα οποία ασχολείται. Αυτή η τοποθέτησις είναι απολύτως αναγκαία, σφαιρική από πάσης πλευράς τοποθέτηση, για να μπορεί κανείς τα συμπεράσματα τα οποία θα συναγάγει, να τα τεκμηριώνει και μάλιστα κατά τρόπον αναμφισβήτητον. Ο ιστορικός αναχρονισμός και η ιδεολογική χρήση της ιστορίας, επαναλαμβάνω, είναι από τις μεγαλύτερες αρρώστιες των ασχολουμένων με την ιστορία, στην εποχή μας περισσότερο. Επίσης, είναι δυνατόν, να στοχάζεται κανείς εις τα ιστορικά γεγονότα ερήμην των πηγών. Αυτό είναι μυθιστόρημα, δεν είναι ιστορία. Μυθιστόρημα σημαίνει, ή ιστορικό ρομάντσο ακόμη, σημαίνει ότι χρησιμοποιεί κανείς κάποια γεγονότα τα οποία έστω, στηρίζονται στις πηγές και τα συνδέει με έναν αυθαίρετο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι πάλι άλλη νόσος της ιστορικής επιστήμης. Ο μακαρίτης, ο μέχρι του θανάτου του πατριάρχης των εκκλησιαστικών ιστορικών στον τόπο μας, ο Απόστολος Βακαλόπουλος, μ’ ένα κλασικό έργο που μας έδωσε για την ιστορία, πολύτομο, του νέου ελληνισμού, αναγκάζεται να απολογηθεί στην επανέκδοση του πρώτου και δευτέρου τόμου και να πει το εξής, ότι «με κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές», έλεγε ο Βακαλόπουλος, «και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας».
Επαναλαμβάνω λοιπόν, ιδεολογική χρήση της ιστορίας, ιστορικός αναχρονισμός, παραταξιακή νοοτροπία, και εν συνεχεία ανέρειστος, αθεμελίωτος στοχασμός, καταργούν τον ιστορικό και την έρευνά του.

Οι πηγές

 

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

megas konstantinos

Του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη


Ἡ μεταστροφή του στό χριστιανισμό, προπαντός μετά τούς φοβερούς διωγμούς τοῦ σκληροῦ Διοκλητιανοῦ, ἦταν θεία ἐπέμβαση.

Ἐπιλογή, ἀπόφαση Θεοῦ. Καί ὁ Θεός δέν τόν ἐπέλεξε τυχαίως. Κατακοσμεῖτο ἀπό χαρίσματα· προπαντός, ἀπό ταπείνωση καί εὐσπλαγχνία.

Ὅταν στά Μεδιόλανα (312) νίκησε τό Μαξέντιο, καί ἔμπαινε ὡς νικητής στή Ρώμη, οἱ ἄνθρωποιτοῦ Μαξεντίου περίμεναν τό τέλος τους.

Ὅμως, ἔγραψαν γι'αὐτόν: «Τί εὐτυχία πλημμυρίζει τή Ρώμη! Δέν ἐπέτρεψες ν'ἀγγίξουν οὔτε ἐκείνους τῶν ὁποίων τό θάνατο ζητοῦσε ἡ Ρώμη!» (Εberhard Horst. Μέγας Κων/νος. «Ὠκεανίδα». 2007, σελ. 249).

Καί ὅταν τήν ἄνοιξη τοῦ (313 μ.Χ.) ἐξεστράτευσε στήν Ἄνω Ἰταλία, καί κατέκτησε τήν πόλη Σενούσιο (Σούσα περιοχῆς Τορίνου) δέν ἐπέτρεψε στούς στρατιῶτες του, νά πάρουν λάφυρα· καί τά δικαιοῦντο!

Τό ἄλλο; Βλέποντας τά σπίτια τῶν κατοίκων νά καίγονται ἀπό τή φωτιά, ἔστειλε τούς στρατιῶτες του νά σβήσουν τή φωτιά!

Τό νέο διαδόθηκε ἀστραπιαίως καί οἱ πόλεις ἄνοιγαν τίς πύλες τους καί τόν ὑποδέχονταν ὡς Μεσσία! (Αὐτόθι, σελ. 218-219).

Πολλοί ἀπό τούς Ἐπισκόπους πού μετεῖχαν στήν Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδο, εἶχαν βασανισθεῖ ἀπό τούς διωγμούς.

Ὁ Μ. Κων/νος μπαίνοντας στήν Αἴθουσα, ἔσκυψε καί μέ δάκρυα τούς ἀσπάσθηκε.

Εἶχε τέτοια ταπείνωση καί ὑπομονή, ὥστε τούς ἀσπάσθηκε ἕναν, ἕναν! Καί ἦταν ἐν συνόλῳ 318!

Καί ἐνῶ στήν Αἴθουσα τοῦ εἶχαν ἑτοιμάσει ἕναν ὑψηλό, περίλαμπρο θρόνο, αὐτός κάθισε σέ καθισματάκι!

Μέ τό σκεπτικό ὅτι ὁ θρόνος ἀνήκει στό Χριστό. Θεωροῦσε τόν ἑαυτό του ἀνάξιο νά καθίσει σέ τέτοιο θρόνο.

Καί μόνο ὅτι ἔβαλε στόπ στούς φοβερούς διωγμούς, ἦταν ἀρκετό νά χαρακτηρισθεῖ εὐεργέτης τῆς Ἐκκλησίας.

Ἄν ἰσχύει, ὅποιος σχίζει τήν Ἐκκλησία, ἡ ἁμαρτία του δέν συγχωρεῖται οὔτε μέ τό μαρτύριο (Ἰωάννης Χρυσόστομος P.G. 62:85), ἰσχύει καί ὅποιος σώζει τήν Ἐκκλησία ἀπό τά μαρτύρια, τούς διωγμούς, εἶναι ἀνώτερος ἀπό μεγαλομάρτυρα.

Ὁ αἱματηρός διωγμός κατά τῶν χριστιανῶν ἀπό τήν κρατική ἐξουσία «παρήγαγε» μάρτυρες Χριστοῦ.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος «διωγμός», ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά εἶναι ἀναίμακτος, ἀλλά «παράγει» ἀποστάτες.

Εἶναι ἡ θέσπιση ἀντιχριστιανικῶν νόμων, πού διαστρέφει τό φρόνημα τῶν χριστιανῶν, καί τούς ὁδηγεῖ στήν ἀποστασία.

Θά ἦταν προτιμότερο, ἡ Πολιτεία νά κυνηγοῦσε τούς χριστιανούς γιά νά τούς ἀποκεφαλίσει, παρά νά τούς ὁδηγεῖ στή «δαιμονοποίηση» θεσπίζοντας τέτοιους νόμους!

Γι'αὐτό ὁ θεόσοφος Μ. Κων/νος δέν ἔβαλε ἁπλῶς ἕνα τέλος στούς διωγμούς, ἀλλά προστάτευσε, θωράκισε τό φρόνημα τῶν χριστιανῶν, καταργώντας τή ρωμαϊκή, εἰδωλολατρική νομοθεσία, καί ἀντικαθιστώντας την μέ νόμους χριστιανιακούς.

Χωρίς αὐτό, ἡ προσφορά του στό χριστιανισμό θά ἦταν λειψή. Γι'αὐτό καί δοξάσθηκε τρανῶς ἀπό τό Θεό.

Τό σκήνωμά του ἀνέβλυζε μύρο, καί ὁ τάφος του ἔγινε πηγή θαυμάτων· «οὗ καί ἡ λάρναξ ἰάσεις βρύει» (Δόξα Ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ ΚΑ' Μαϊου).

«Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου