Περίληψη.
Το κείμενο αφηγείται το πρώτο κήρυγμα του νεαρού τότε
Κωνσταντίνου Καλλινίκου στη Σμύρνη το
1895, όταν, μετά τον σεισμό που κατέστρεψε τη Θεολογική Σχολή του, αναγκάστηκε
να αναζητήσει εργασία ως ιεροκήρυκας. Παρά την έλλειψη διπλώματος και τον
χαμηλό μισθό, αποδέχεται δοκιμαστικά τη θέση σε εκκλησιαστική αδελφότητα.
Στο κήρυγμά του εξηγεί εγκύκλιο του μητροπολίτη Σμύρνης που
προειδοποιεί για τις ενωτικές κινήσεις της Ρώμης. Με αλληγορία τον γηρασμένο
λέοντα που παγιδεύει τα ζώα, στηλιτεύει τον πάπα ΛΕΟΝΤΑ XIII και τις προσηλυτιστικές μεθόδους των
Ουνιτών. Το κήρυγμα ενθουσιάζει το κοινό, και ο συγγραφέας κλείνει με
συγκινημένη ανάμνηση των νεανικών, ιδεαλιστικών του χρόνων.
---------------------------------------------------------
Το κείμενο.
Ἡ
καραμέλα τοῦ Λέοντος
ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΜΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑ· Τῷ
1895 σεισμὸς εἶχε μεταβάλει εἰς ἐρείπια
τὴν Θεολογικὴν Σχολήν μας, οἱ δὲ
ἄπτεροι ἀετιδεῖς της τῇδε
κακεῖσε διεσκορπίσθησαν. Ἐγώ, ναυαγὸς τῆς
τύχης, ἐξεβράσθην εἰς τὴν προκυμαίαν τῆς
ὡραίας πρωτευούσης τῆς ἑλληνικωτάτης
Ἰωνίας ζητῶν πόρον ζωῆς. Κατὰ συγκυρἰαν ἔμαθον ὅτι ἡ
νεοσύστατος ἐν Σμύρνῃ ἀδελφότης
«Εὐσέβεια» ἐζήτει ἱεροκήρυκα κατὰ
τὰς ἡμέρας ἐκείνας.
Παρὰ φίλου ἔμαθον τίνες οἱ συγκροτοῦντες τὸ
Διοικητικὸν Συμβούλιόν της
καὶ μετ᾿ ὀλίγον
εὑρισκόμην ἐνώπιον ἑνὸς
τῶν ἀξιοτίμων μελῶν
τοῦ προεδρείου της.
-Ἔμαθα,
κύριε, εἶπον μὲ ἄκραν
συστολήν, ὅτι ἡ ἀδελφότης
σας θέλει ἱεροκήρυκα καὶ ἦλθα,
ἂν μὲ θεωρῆτε
κατάλληλον, νὰ ζητήσω τὴν θέσιν.
-Καὶ ποῦ εἶναι
τὰ διπλώματά σου; μὲ ἠρώτησεν.
-Διπλώματα δὲν
ἔχω. Δὲν ἐπρόφθασα
νὰ δώσω ἐξετάσεις ἕνεκα τοῦ
σεισμοῦ. Ἓν καὶ μόνον ἔτος
μοὶ ὑπελείπετο.
-Τότε λοιπὸν
δὲν ἔχεις καμμίαν ἀξίαν,
μοὶ ἀπήντησεν ἐταστικῶς βλέπων με ὁ ἄνθρωπος,
καὶ ἤρχισε νὰ
τρίβῃ τὰς χεῖρας.
-Ὥστε,
διέκοψα ἐγὼ μετά τινας στιγμὰς ῥίπτων
ἐπ᾿ αὐτοῦ τὸ
βλέμμα ἱκετευτικόν, δὲν ὑπάρχει
ἐλπίς;
-Ξέρω κι ἐγώ;
Ἐν τούτοις πέρασε αὔριο, νὰ τὸ
πῶ στοὺς συναδέλφους μου.
Τὴν ἑπομένην ἤμην καὶ
πάλιν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἀνθρώπου,
ὁ ὁποῖος
μοῦ ἔδωκε καὶ
καθέκλαν αὐτὴν τὴν φοράν.
-Τὰ
συνεζητήσαμεν μὲ τοὺς ἄλλους,
ἤρχισεν ὁ γοργόφθαλμος Λέσβιος, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀκόλουθον
ἀπόφασιν. Ἐπειδὴ εἶσαι
ἀκόμη χωρὶς δίπλωμα νὰ σὲ
ὑποβάλωμεν εἰς δοκιμήν. Καὶ ἂν
μᾶς ἀρέσῃς,
καλά· εἰ δὲ μή, ὥρα σου καλή. Γνωρίζεις τί μισθὸν προσφέρομεν; Ὀκτὼ
μετζιτιέδες τὸν μῆνα.
Ὀκτὼ μετζιτιέδες τὸν μῆνα, εἶπα
κατ᾿ ἐμαυτόν. Ἓν φράγκον δηλαδὴ
τὸ ἡμερονύκτιον. Δυστυχὴς
Θεολογία! Μὲ αὐτὸ
νὰ φάγῃς, νὰ ἐνδυθῇς,νὰ κοιμηθῇς,
ν᾿ ἀγοράσῃς
γραφικὴν ὕλην ἢ βιβλία! Καὶ
προηγουμένως νὰ δοκιμασθῶ, ὡσὰν νὰ ἤμην
κανεὶς ψάλτης!
-Ἀλλά, ἐτόλμησα ὑποτραυλίζων νὰ
ἐξωτερικεύσω τὰς σκέψεις μου, ἡ «Εὐσέβεια», ὡς
μανθάνω, ἀριθμεῖ πολλὰς ἑκατοντάδας
μελῶν, τῶν ὁποίων
αἱ συνδρομαὶ ἀποφέρουν
μηνιαίως τοὐλάχιστον 30
λίρας. Μὲ 8 μετζίκια πῶς νὰ ζήσω;
-Χά, χά,, ἐξερράγη μὲ ἠχηροὺς γέλωτας ὁ καταστηματάρχης. «Διδάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις»! Καὶ δὲν λέγει τὸ Εὐαγγέλιον «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ «ψυχῇ ὑμῶν» καὶ «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ»; Καὶ πῶς θὰ μᾶς ἐξηγῇς σὺ αὐτὰ τὰ λόγια, ὅταν δεικνύεσαι δοῦλος τοῦ χρυσοῦ καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ; Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον διὰ νὰ μὴ ξεπέσωμεν, ὅπως ἡ προκάτοχος [ἀδελφότης] «Ὀρθοδοξία» μὲ τοὺς μεγάλους μισθούς της. Καὶ ἔπειτα Διατί νὰ μὴ κάμετε καὶ σεῖς κάποιαν θυσίαν οἱ κληρικοί; Δὲν εἶναι αἶσχος ἡμεῖς οἱ μπακάληδες καὶ χασάπηδες νὰ ζητοῦμεν μὲ τὸν ὀβολόν μας νὰ φέρωμεν τὸ κήρυγμα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐνῷ ἡ ἐπίσημος ἐκκλησία, τῆς ὁποίας εἶναι καθῆκον νὰ κηρύττῃ, μᾶς ἀφῆκε νὰ λιμοκτονοῦμεν, καὶ ἀγρὸν ἠγόρασεν;





