ΜΕΡΟΣ
Β-
-----------------------------------------------------------------------------
Η αποστολή της Εκκλησίας και η
«πολιτιστική ταυτότητα» (§6)
|
6. Τό ἀποστολικόν
ἔργον καί ἡ
ἐξαγγελία τοῦ
Εὐαγγελίου, γνωστή ὡς ἱεραποστολή, ἀνήκουν
εἰς τόν πυρῆνα
τῆς ταυτότητος τῆς
Ἐκκλησίας, ὡς
διαφύλαξις καί τήρησις τῆς ἐντολῆς
τοῦ Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα
τά ἔθνη» (Ματθ. κη’, 19). Εἶναι
ἡ πνοή ζωῆς,
τήν ὁποίαν ἐμφυσᾷ
ἡ Ἐκκλησία εἰς
τήν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων
καί ἐκκλησιοποιεῖ
τόν κόσμον διά τῶν ἑκασταχοῦ
νεοπαγῶν τοπικῶν
Ἐκκλησιῶν.
Ὑπό τό πνεῦμα
αὐτό, οἱ
ὀρθόδοξοι πιστοί εἶναι
καί ὀφείλουν νά εἶναι
ἀπόστολοι τοῦ
Χριστοῦ ἐν τῷ
κόσμῳ. Ἡ
ἀποστολή αὐτή
πρέπει νά ἐκπληροῦται
ὄχι ἐπιθετικῶς,
ἀλλ’ ἐλευθέρως,
ἐν ἀγάπῃ
καί ἐν σεβασμῷ
πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα ἀτόμων καί λαῶν.
Εἰς τήν προσπάθειαν αὐτήν
ὀφείλουν νά συμμετέχουν πᾶσαι
αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι
μέ τόν δέοντα σεβασμόν εἰς τήν
κανονικήν τάξιν.
|
Προβληματικό απόσπασμα:
«Ἡ ἀποστολή
αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι
ἐπιθετικῶς, ἀλλ’
ἐλευθέρως, ἐν ἀγάπῃ καί ἐν
σεβασμῷ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα ἀτόμων καί λαῶν.»
Σχολια: Το
Ευαγγέλιο δεν «διαπραγματεύεται» με την πολιτιστική ταυτότητα, αλλά μεταμορφώνει
τον πολιτισμό. Ο όρος «σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα» θεωρείται εισαγωγή
συγκρητιστικής λογικής. Η αποστολή δεν
είναι «διακοινωνιακή συνάντηση», αλλά κήρυξη μετανοίας. Η διατύπωση
αποδυναμώνει το ιεραποστολικό αίσθημα, παρουσιάζοντας την Ορθοδοξία ως έναν από
τους «πολιτισμούς» που συνυπάρχουν.
Η Οικογένεια: σιωπή επί του ζητήματος
του γάμου (§7)
|
7. Ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτον
ἀγαπητικήν ἕνωσιν
ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον
μέγα... εἰς Χριστόν καί
εἰς τήν Ἐκκλησίαν»,
(Ἐφεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν
ἐξ αὐτοῦ
οἰκογένειαν, ἡ
ὁποία ἀποτελεῖ
τήν μόνην ἐγγύησιν τῆς
γεννήσεως καί τῆς ἀνατροφῆς
τῶν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τῆς
θείας Οἰκονομίας, «Ἐκκλησίαν
μικράν»
(Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα
εἰς τήν πρός Ἐφεσίους
ἐπιστολήν, Κ’. PG
62, 143), παρέχουσα εἰς αὐτήν
τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.
Ἡ
σύγχρονος κρίσις τοῦ γάμου καί τῆς
οἰκογενείας εἶναι
ἀπότοκος τῆς
κρίσεως τῆς ἐλευθερίας
ὡς εὐθύνης,
τῆς συρρικνώσεως αὐτῆς
εἰς εὐδαιμονιστικήν
αὐτοπραγμάτωσιν, τῆς
ταυτίσεώς της μέ ἀτομικήν αὐταρέσκειαν,
αὐτάρκειαν καί αὐτονομίαν,
καί τῆς ἀπωλείας
τοῦ μυστηριακοῦ
χαρακτῆρος τῆς
ἑνώσεως ἀνδρός
καί γυναικός, ὡς καί τῆς
λήθης τοῦ θυσιαστικοῦ
ἤθους τῆς
ἀγάπης. Ἡ
σύγχρονος ἐκκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν
γάμον μέ ἀμιγῶς
κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροῦσα
αὐτόν ὡς
μίαν ἁπλῆν
μορφήν σχέσεως, μεταξύ ὅλων τῶν
ἄλλων, αἱ
ὁποῖαι
δικαιοῦνται ἐξ
ἴσου θεσμικῆς
κατοχυρώσεως.
Ὁ
γάμος εἶναι ἐκκλησιοτραφές
ἐργαστήριον ζωῆς
ἐν ἀγάπῃ
καί ἀνυπέρβλητος δωρεά τῆς
χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ «ὑψηλή
χείρ» τοῦ «συνδέτου» Θεοῦ
«ἀοράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ἁρμόζουσα»
μετά τοῦ Χριστοῦ
καί μετ’ ἀλλήλων. Οἱ
στέφανοι, οἱ ὁποῖοι
τοποθετοῦνται ἐπί
τῆς κεφαλῆς
τοῦ νυμφίου καί τῆς
νύμφης κατά τήν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου,
παραπέμπουν εἰς τήν διάστασιν τῆς
θυσίας καί τῆς πλήρους ἀφιερώσεως
εἰς τόν Θεόν καί εἰς
ἀλλήλους, ἀναφέρονται
δέ ἐπίσης καί εἰς
τήν ζωήν τῆς Βασιλείας τοῦ
Θεοῦ, ἀποκαλύπτοντες
τήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν
τοῦ μυστηρίου τῆς
ἀγάπης.
|
ΣΧΟΛΙΑ .Αν και το κείμενο ορθώς υπερασπίζεται τον
αδιάλυτο γάμο, αποφεύγει να κατονομάσει τις σύγχρονες μορφές αλλοίωσής του
(σύμφωνο συμβίωσης, γάμοι ομοφυλοφίλων, μονογονεϊκές οικογένειες). Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σύνοδος
απέφυγε συνειδητά να προκαλέσει τη «δυτική» κοινή γνώμη. Αυτό ερμηνεύεται ως προσαρμογή
στην πολιτική ορθότητα, ασυμβίβαστη με τον προφητικό λόγο των Πατέρων.
4. Η παγκοσμιοποίηση και η «συναλληλία»
με το κοσμικό κράτος (§16)
|
16. Ἡ
Ἐκκλησία δέν ἀναμιγνύεται εἰς
τήν πολιτικήν, ἐν τῇ στενῇ
σημασίᾳ τοῦ ὅρου,
ἀλλ’ ὅμως ἡ
μαρτυρία αὐτῆς εἶναι
οὐσιαστικῶς πολιτική, ὡς
μέριμνα διά τόν ἄνθρωπον καί τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν
του. Ὁ λόγος τῆς
Ἐκκλησίας ὑπῆρξε
πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς
τό διηνεκὲς μία ὀφειλετική
παρέμβασις ὑπὲρ τοῦ
ἀνθρώπου. Αἱ
κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται
σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν
συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου εἰς τό νέον
πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων,
συμφώνως πρός τό βιβλικόν «Ἀπόδοτε τά τοῦ
Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ
τῷ Θεῷ» (Ματθ.
κβ’, 21). Ἡ συναλληλία αὕτη δέον ὅπως
διασώζῃ τήν ἰδιοπροσωπίαν Ἐκκλησίας
καί κράτους καί διασφαλίζῃ τήν εἰλικρινῆ
συνεργασίαν αὐτῶν ἐπ’
ὠφελείᾳ τῆς
προστασίας τῆς μοναδικῆς ἀξίας
τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν
ἐντεῦθεν ἀπορρεόντων
δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡς
καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης.
Τά δικαιώματα
τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκονται
σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς
ὡς ἀπάντησις εἰς
τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί ἀνατροπάς
καί διά τήν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας
τοῦ ἀτόμου. Ἡ
προσέγγισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου
ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας ἐπικεντρώνεται
εἰς τόν κίνδυνον ἐκπτώσεως τοῦ
ἀτομικοῦ δικαιώματος εἰς
ἀτομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη ἐκτροπή
λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ
κοινοτικοῦ περιεχομένου τῆς ἐλευθερίας,
ὁδηγεῖ εἰς
τήν αὐθαίρετον μετατροπήν τῶν
δικαιωμάτων εἰς εὐδαιμονιστικάς
διεκδικήσεις καί εἰς τήν ἀναγωγήν τῆς
ἐπισφαλοῦς ταυτίσεως τῆς
ἐλευθερίας μέ τήν ἀσυδοσίαν τοῦ
ἀτόμου εἰς «οἰκουμενικήν
ἀξίαν», ἡ ὁποία
ὑποσκάπτει τά θεμέλια τῶν
κοινωνικῶν ἀξιῶν,
τῆς οἰκογενείας, τῆς
θρησκείας, τοῦ ἔθνους καί ἀπειλεῖ
θεμελιώδεις ἠθικάς ἀξίας.
Ἡ
ὀρθόδοξος λοιπόν κατανόησις τοῦ
ἀνθρώπου ἀντιτίθεται
τόσον εἰς τήν ἀλαζονικήν ἀποθέωσιν
τοῦ ἀτόμου καί τῶν
δικαιωμάτων του, ὅσον καί εἰς τήν
ταπεινωτικήν καταρράκωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου
προσώπου εἰς τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οἰκονομικάς,
κοινωνικάς, πολιτικάς καί ἐπικοινωνιακάς
δομάς. Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας
εἶναι ἀνεξάντλητος
πηγή ζωτικῶν ἀληθειῶν
διά τόν ἄνθρωπον. Οὐδείς ἐτίμησε
τόν ἄνθρωπον καί ἐμερίμνησε δι’
αὐτόν τόσον, ὅσον ὁ
Θεάνθρωπος Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του.
Θεμελιῶδες ἀνθρώπινον
δικαίωμα εἶναι ἡ προστασία τῆς
ἀρχῆς τῆς
θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό
πάσας τάς προοπτικάς αὐτῆς, ἤτοι
τῆς ἐλευθερίας τῆς
συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί
ὅλων τῶν ἀτομικῶν
καί συλλογικῶν ἐκφράσεων
θρησκευτικῆς ἐλευθερίας,
συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος ἑκάστου
πιστοῦ νά τελῇ ἀκωλύτως
ἀπό οἱανδήποτε
κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τῆς
ἐλευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τῆς
θρησκείας καί τῶν προϋποθέσεων λειτουργίας τῶν
θρησκευτικῶν κοινοτήτων.
|
Προβληματικό απόσπασμα:
«Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό
κοσμικόν κράτος δικαίου...»
και η επίκληση: «Ἀπόδοτε
τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ
τῷ Θεῷ»
(Ματθ. κβ', 21).
ΣΧΟΛΙΟ: Η έννοια της συναλληλίας δεν απορρίπτεται συλλήβδην από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως νεωτερισμός, αλλά αντιθέτως αποτελεί ιστορικά το παραδοσιακό βυζαντινό πρότυπο αρμονικής συνεργασίας και ισוτιμίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, λειτουργώντας ως τα δύο χέρια ενός σώματος. Ωστόσο, η κριτική απέναντι στον όρο εντοπίζεται κυρίως σε δύο επίπεδα. Ως προς την ιστορική συγκυρία, επισημαίνεται ότι η συναλληλία γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αυτοκράτορας ήταν ορθόδοξος και η Εκκλησία ταυτιζόταν με τα όρια ενός χριστιανικού κράτους, καθιστώντας την εφαρμογή της αδύνατη ή παρεξηγήσιμη στη σύγχρονη πολυεθνοτική και κοσμική πραγματικότητα. Παράλληλα, αποφεύγονται εκδοχές της που εκφυλίζονται σε κρατισμό ή σε υποταγή της Εκκλησίας στις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία και την εσχατολογική της ταυτότητα, αποφεύγοντας συμβιβαστικά σχήματα συνύπαρξης με έναν αθρήσκο ή πολυθεϊστικό κόσμο που θαρρετά αναιρούν την πνευματική της αυτονομία.
Η περίφημη ρήση του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21) αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους βιβλικούς στίχους στη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η σύγχρονη προσέγγιση επικαλείται το χωρίο για να νομιμοποιήσει έναν εκ των πραγμάτων διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εστιάζοντας στη διακριτότητα των σφαιρών όπου ο Καίσαρας εκπροσωπεί την κοσμική διοίκηση και ο Θεός την πνευματική ζωή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, τίθενται τα απαραίτητα όρια ώστε η πολιτεία να μην παρεμβαίνει στα θρησκευτικά ζητήματα και η Εκκλησία να μην ασκεί κοσμική εξουσία.
Αντιθέτως, η πατερική παράδοση ερμηνεύει το ίδιο χωρίο όχι ως ένδειξη διαχωρισμού, αλλά ως την απόλυτη υποταγή όλων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας, στον Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν δύο παράλληλες και ισότιμες εξουσίες, καθώς θεωρούν ότι εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ακόμη και ο Καίσαρας και τα υλικά αγαθά του ανήκουν τελικά σε Εκείνον. Η πολιτική εξουσία γίνεται αποδεκτή μόνο στο μέτρο που δεν αντιστρατεύεται τον θείο νόμο, και όταν ο κοσμικός άρχοντας απαιτεί εκείνο που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, η υπακοή παύει. Έτσι, η πατερική γραμματεία υποτάσσει την πολιτική σφαίρα κάτω από την ηθική και πνευματική εποπτεία της βασιλείας του Θεού, αρνούμενη την αυτονομία ενός κράτους που δρα εντελώς ανεξάρτητα από τις θείες εντολές.
Επιπλέον, η αποδοχή της «θρησκευτικής ελευθερίας» ως
«θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος» εισάγει φιλελεύθερη ανθρωπολογία στη θέση
της ορθοδόξου: το δικαίωμα στην πλάνη δεν είναι δώρο Θεού, αλλά ανθρώπινη
επινόηση.
Τα «δικαιώματα του ανθρώπου» ως
εκκοσμίκευση (§16)
Προβληματικό απόσπασμα:
«Τά δικαιώματα τοῦ
ἀνθρώπου εὑρίσκονται σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς...» και η προσοχή στην «ἐκτροπή» τους σε ατομοκεντρισμό.
Σχολια:
Αν και το κείμενο επιχειρεί να «ορθοδοξοποιήσει» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το
ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται δανεικό από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου (1948) και όχι από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται
να μιλάει γλώσσα «δικαιωμάτων», αλλά γλώσσα αληθείας και σωτηρίας. Η
υιοθέτηση της «δικαιωματικής» γλώσσας είναι ήδη υποχώρηση στη λογική της
εκκοσμίκευσης που υποτίθεται ότι καταγγέλλεται.
Ο «διαθρησκειακός διάλογος» (§17) — Ίσως
το κρισιμότερο σημείο
|
17. Βιοῦμεν
σήμερον ἔξαρσιν νοσηρῶν φαινομένων
βίας ἐν ὀνόματι τοῦ
Θεοῦ. Αἱ ἐκρήξεις
φονταμενταλισμοῦ εἰς τούς κόλπους
τῶν θρησκειῶν κινδυνεύουν
νά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἐπικράτησιν
τῆς ἀπόψεως ὅτι
ὁ φονταμενταλισμός ἀνήκει εἰς
τήν οὐσίαν τοῦ θρησκευτικοῦ
φαινομένου. Ἡ ἀλήθεια ὅμως
εἶναι ὅτι ὁ
φονταμενταλισμός,
ὡς «ζῆλος οὐ
κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ἀποτελεῖ
ἔκφρασιν νοσηρᾶς
θρησκευτικότητος.
Ὁ ἀληθής
χριστιανός, κατά τό πρότυπον τοῦ σταυρωθέντος
Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον αὐτόν
εἶναι ὁ αὐστηρότερος
κριτής τοῦ ὁποθενδήποτε
προερχομένου φονταμενταλισμοῦ. Ὁ
εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς
τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης,
εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης
καί τῆς καταλλαγῆς. Ἡ
Ἐκκλησία ἀγωνίζεται διά
νά καταστήσῃ αἰσθητοτέραν τήν
«ἄνωθεν εἰρήνην» ἐπί
τῆς γῆς. Ἡ
ἀληθινή εἰρήνη δέν ἐπιτυγχάνεται
μέ τήν δύναμιν τῶν ὅπλων, ἀλλά
μόνον διά μέσου τῆς ἀγάπης, ἥτις «οὐ
ζητεῖ τά ἑαυτῆς»
(Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό ἔλαιον τῆς
πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιῆται διά νά ἁπαλύνῃ
καί νά θεραπεύῃ τάς παλαιάς πληγάς τῶν
ἄλλων καί ὄχι νά ἀναρριπίζῃ
νέας ἑστίας μίσους.
|
Προβληματικό απόσπασμα:
«Ὁ εἰλικρινής
διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς
τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης
καί τῆς καταλλαγῆς.»
Σχολιασμός:
Αυτό είναι το πλέον αναθεματισμένο σημείο από αντιοικουμενιστές. Ο όρος
«διαθρησκειακός διάλογος» συνδέεται άμεσα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών
και τις συναντήσεις της Ασσίζης. Η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει «διαθρησκειακό
διάλογο» ως αξία, αλλά κήρυγμα μετανοίας προς τους αλλόθρησκους.
Η φράση «ἀμοιβαία
ἐμπιστοσύνη» μεταξύ Ορθοδοξίας και,
π.χ., Ισλάμ ή Βουδισμού, θεωρείται θεολογικά ασύστατη: η αλήθεια δεν
«διαλέγεται» με την πλάνη ως ίση προς ίση. Η ειρήνη «διά μέσου τῆς ἀγάπης»
ερμηνεύεται εδώ ως αγάπη χωρίς κήρυγμα αληθείας, δηλαδή ως συγκρητιστική
ουδετερότητα.