(ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)
Το πλήρες κείμενο του εγγράφου «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου» (Relations of the Orthodox Church with the Rest of
the Christian World) είναι
διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου:
holycouncil.org/rest-of-christian-world
|
6. Κατά την
οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή.
Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη
ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών
και Ομολογιών, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να
στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας
αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας
παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής
διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη τόσον δια θεολογικούς,
όσον και δια ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον μετά των λοιπών
χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την συμμετοχήν
γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη
πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της
εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής,
με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την
ενότητα |
Σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Οικουμενιστική
θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα "Ιστορική ονομασία των
Εκκλησιών"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_08.html
γράψαμε τα εξής: Ο συγγραφέας (επίσκοπος Κύριλλος Κατερέλλος) επικαλείται
πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ
Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η
επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.
Πρώτον,
η χρήση του
όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες
της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν
εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο
παραμέτρους που σήμερα έχουν
καταρρεύσει:
- Η
«Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία
με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι
παρούσα πραγματικότητα.
- Οι
Πατέρες της Βʹ
Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.
Δεύτερον,
ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική
Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού
(Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη
Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της
Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου,
σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τρίτον,
ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε
τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό
και τις χιλιάδες
σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο
Μάρκο τον Ευγενικό για να
δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών»
είναι ιεροσυλία.
Στη συνέχεια θα επεκτείνουμε την κριτική της
παραγράφου 6 σε σχέση με άλλες παραγράφους του ίδιου κειμένου (που ο επίσκοπος
αποκρύπτει επιμελώς να παρουσιάσει) ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ
ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ,
προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει «ΙΣΤΟΡΙΚΗ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ».
Οι αποφάσεις του Π.Σ.Ε. που αποδέχθηκε η
Σύνοδος
1. Η Δήλωση του Τορόντο (1950)
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 19): «Αι Ορθόδοξοι
Εκκλησίαι, αι όντες μέλη του Π.Σ.Ε., θεωρούν ως απαράβατον όρον της
συμμετοχής αυτών εις το Π.Σ.Ε. τον θεμελιώδη όρον του Συντάγματος αυτού, καθ'
ον μέλη αυτού δύνανται να είναι μόνον οι πιστεύοντες εις τον Κύριον Ιησούν
Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα κατά τας Γραφάς, και ομολογούντες την Τριάδα,
Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, κατά το Σύμβολον της
Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Είναι βαθεία αυτών πεποίθησις ότι αι
εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), τιτλοφορουμένης
"Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών",
είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον συμμετοχήν εις το Συμβούλιον.» |
Τι διδάσκει η Δήλωση του Τορόντο:
- Αναγνωρίζει
ως «Εκκλησίας» τα μέλη του Π.Σ.Ε. (περισσότερα από 345 ομολογίες, εκ των
οποίων οι περισσότρες προτεσταντικές).
- Διδάσκει
την θεωρία των «ατελών Εκκλησιών» ,
καθ' ην έκαστον μέλος του Π.Σ.Ε. «έχει στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».
- Διδάσκει
την έννοιαν της «ενότητος εν ποικιλία» , ήτις αρνείται την δογματικήν
ενότητα.
- Διακρίνει
μεταξύ «Εκκλησίας» (της Ορθοδόξου Εκκλησίας) και «Εκκλησιών» (των
αιρετικών), αφαιρούσα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
- Ομολογεί
ότι «οι εκκλησίαι αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της
εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της
ίδιας του της εκκλησίας» (§ 2) — δηλαδή υπάρχει «Εκκλησία του Χριστού»
υπέρ τας εκκλησίας-μέλη του Π.Σ.Ε.!
- Αναγνωρίζει
«εκκλησιαστικήν υπόστασιν» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
- Αποδέχεται
το βάπτισμα των αιρετικών ως έγκυρο.
Η κριτική:
Η Σύνοδος αποδέχεται τη Δήλωση του Τορόντο ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Τι λέει
αυτή η Δήλωση; Ότι το Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών) δεν είναι μια
«υπερ-Εκκλησία», αλλά και ότι καμία Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάξει
τη δική της εκκλησιολογία (τη διδασκαλία της για την Εκκλησία).
Όμως, η ίδια Δήλωση αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» όλα
τα μέλη του Π.Σ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των προτεσταντικών ομολογιών που
δεν έχουν ιεροσύνη, δεν έχουν μυστήρια και δεν έχουν αποστολική διαδοχή.
Η Σύνοδος της Κρήτης, με το να αποδεχτεί αυτή τη
Δήλωση, έβαλε και επίσημα την «εκκλησιολογία των ατελών Εκκλησιών» μέσα στη
διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
2. Το Κείμενον Λίμα (BEM – Baptism, Eucharist and Ministry, 1982)
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 21): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία επιθυμεί να στηρίξη το έργον της Επιτροπής "Πίστις και
Τάξις" και παρακολουθεί με ιδιαιτέραν προσοχήν την θεολογικήν αυτής
συμβολήν μέχρι σήμερον. Εκτιμά θετικώς τα υπ' αυτής εκδοθέντα θεολογικά
κείμενα, τα οποία επεξεργάσθησαν με την σημαντικήν συμμετοχήν Ορθοδόξων
θεολόγων και αποτελούν επαινετόν βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την
προσέγγισιν των Εκκλησιών. Παρ' όλα ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί
επιφυλάξεις επί κεφαλαιωδών ζητημάτων της πίστεως και της τάξεως, διότι αι μη
Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι απεκλίνησαν από την αληθινήν πίστιν της
Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.» |
Τι διδάσκει το Κείμενον Λίμα (BEM):
α) Περί Βαπτίσματος (§ 6, 13, 15):
- «Το
κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει,
αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος... Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την
ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής
εργασίας» (§ 6).
- «Το
βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να
αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως
"επαναβαπτισμός"... αι Εκκλησίαι... θα απέχουν πάσης πρακτικής η
οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων
Εκκλησιών» (§ 13).
- «Αι
Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το
βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού... Η
αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον
και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ.
Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν
κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (§ 15).
β) Περί Ευχαριστίας (§ 19, 21):
- «Εάν
μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας
Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ' αυτών και εις τους λειτουργούς των το
δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν ή να προΐστανται αυτής, η
καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (§ 19).
- «Έχομεν
τεθή υπό συνεχή κρίσιν... ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις
αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (§ 21).
γ) Περί Ιερωσύνης (§ 53, 54):
- «Διά
να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι
διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι
Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να
αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης,
το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην»
(§ 53).
- «Ορισμέναι
Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας.
Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ό,τι αφορά εις την αμοιβαίαν
αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα
πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (§ 54).
Η κριτική: Εδώ
η Σύνοδος αποδέχεται θετικά το Κείμενο της Λίμα (BEM – Βάπτισμα, Ευχαριστία και
Ιεροσύνη, 1982), το οποίο:
- Διδάσκει
την αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και
αιρετικούς.
- Προωθεί
την κοινή Θεία Κοινωνία (Ευχαριστία) ανάμεσα σε διάφορες «Εκκλησίες».
- Καταδικάζει
την «ομολογιακή εμμονή» (την επιμονή δηλαδή στην ορθόδοξη ομολογία πίστης)
ως εμπόδιο για την ενότητα.
- Αναγνωρίζει
«αποστολικό περιεχόμενο» στην ιεροσύνη αιρετικών που δεν έχουν αποστολική
διαδοχή.
- Θεωρεί
τη χειροτονία γυναικών ως ένα ζήτημα που δεν αποτελεί «εμπόδιο
αποφασιστικού χαρακτήρα».
Η φράση «επαινετό βήμα στην Οικουμενική Κίνηση»
σημαίνει ότι η Σύνοδος θεωρεί το κείμενο BEM ως θετική εξέλιξη και όχι ως
αίρεση. Οι «επιφυλάξεις» που επικαλείται είναι χωρίς ουσία, επειδή στην
πραγματικότητα η αποδοχή είναι πλήρης.
3. Η Συνταγματική Βάσις του Π.Σ.Ε.
|
«Έν των
κυριωτέρων σωμάτων εν τη ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως είναι το
Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Ορισμέναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ήσαν
μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Συμβουλίου και ύστερον, πάσαι αι τοπικαί
Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη. Το Π.Σ.Ε. είναι διαρθρωμένον
διαχριστιανικόν σώμα, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει πάσας τας μη
Ορθοδόξους χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας.» |
Η απόφαση της Συνόδου (§ 16):
Η κριτική:
Η Σύνοδος αναγνωρίζει το Π.Σ.Ε. ως «διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα» και
αποδέχεται την συμμετοχή Ορθοδόξων Εκκλησιών σε αυτό. Η φράσις «πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι
Εκκλησίαι εγένοντο μέλη» αποτελεί δικαιολόγηση της συμμετοχής, άνευ ελέγχου των θεολογικών
προϋποθέσεων. Η αποχώρηση των Εκκλησιών Γεωργίας (1997) και Βουλγαρίας (1998)
αναφέρεται ως «ιδία γνώμη» αυτών, ενώ αύτη εκφράζει την ορθόδοξη συνείδηση.
4. Η Εκκλησιολογία της «Ενότητος εν
Ποικιλία»
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 4): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία, ήτις αδιαλείπτως προσεύχεται "υπέρ της ενώσεως πάντων",
αεί καλλιέργησε τον διάλογον μετά των απ' αυτής αλλοτριωθέντων, των μακράν
και εγγύς. Εν ιδιαιτέρα, έπαιξε πρωταγωνιστικόν ρόλον εις την σύγχρονον
αναζήτησιν οδών και μέσων διά την αποκατάστασιν της ενότητος των πιστευόντων
εις τον Χριστόν, και συμμετείχεν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν εξ αρχής, και
συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν και περαιτέρω ανάπτυξιν αυτής.» |
Η κριτική:
Η Σύνοδος αποδέχεται την Οικουμενική Κίνηση ως θετική εξέλιξη και δικαιολογεί
τη συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτήν. Η φράση «συνέβαλε στη διαμόρφωση και την
παραπέρα ανάπτυξή της» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαμόρφωσε και προώθησε
τον Οικουμενισμό, και όχι ότι απλώς συμμετέχει σε αυτόν.
5. Η Αμοιβαία Αναγνώριση
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 20): «Αι προοπτικαί
διεξαγωγής θεολογικών διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λοιπού
χριστιανικού κόσμου καθορίζονται αεί επί της βάσεως των κανονικών αρχών της
Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη καθιερωμένης
Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κανών 7ος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανών
95ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).» |
Η κριτική:
Παρά την επίκληση των Κανόνων, η Σύνοδος δεν τους εφαρμόζει. Ο 7ος Κανόνας της
Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης ορίζουν ότι τα μυστήρια των
αιρετικών είναι άκυρα και ότι όσοι προσέρχονται στην Ορθοδοξία πρέπει να
αναβαπτίζονται. Η Σύνοδος, αντίθετα, διδάσκει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση»,
πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει το ζήτημα ανοιχτό.
6. Η Εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για
την Ορθόδοξην Συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 17): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία επιχαίρει διότι εγκρίθη η εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την
Ορθόδοξην συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.» |
Τι προέβλεπεν η Εισήγησις:
- Ομολογιακή
κοινή προσευχή
- Διομολογιακή κοινή προσευχή
Η κριτική: Αυτές οι πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες προς την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την κανονική τάξη (45ος Κανόνας των Αποστόλων, 10ος Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, 32ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας). Η Σύνοδος «χαίρεται» για την έγκριση προτάσεων οι οποίες καταργούν τους ιερούς Κανόνες.
.jpg)