Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Όταν η «οικουμενική» αποστολή γίνεται γεωπολιτική αντιπροσωπεία

 

Γεώργιος Αποστολάκης

Η επίσκεψη του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ουκρανία και η άνιση εκκλησιαστική ευαισθησία απέναντι στους διωκόμενους πιστούς του Μητροπολίτη Ονουφρίου

Η επίσκεψη αντιπροσωπείας του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» στην Ουκρανία, από τις 14 έως τις 17 Ιουλίου 2026, υπό τον γενικό γραμματέα του, καθηγητή Jerry Pillay, παρουσιάστηκε ως αποστολή αλληλεγγύης προς τον ουκρανικό λαό και υποστήριξης της ειρήνης.

Κανείς δεν αμφισβητεί το χριστιανικό καθήκον συμπαραστάσεως προς έναν λαό που δοκιμάζεται από τη ρωσική εισβολή, με τους θανάτους, τις καταστροφές και την προσφυγιά που αυτή προκάλεσε. Ούτε μπορεί να μένει χωρίς κριτική η θρησκευτική δικαιολόγηση του πολέμου από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην επιλεκτικότητα της εκκλησιαστικής ευαισθησίας και στην ευκολία με την οποία η αλληλεγγύη προς έναν λαό μετατρέπεται σε επικύρωση της κρατικής και γεωπολιτικής γραμμής της ηγεσίας του.

Δύο συνομιλίες, αλλά όχι ίση αντιμετώπιση

Στις 15 Ιουλίου η αντιπροσωπεία του ΠΣΕ συναντήθηκε με το Πανουκρανικό Συμβούλιο Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων και πραγματοποίησε ιδιαίτερη επίσκεψη στην κατοικία του Επιφανίου, επικεφαλής της αποκαλούμενης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η συνάντηση προβλήθηκε αναλυτικά και συνοδεύθηκε από φωτογραφικό υλικό. Εκεί εκφράστηκε η «ακλόνητη υποστήριξη» προς την Ουκρανία και καταδικάστηκε η ρωσική επιθετικότητα ως παράνομη, ανήθικη και απολύτως απαράδεκτη.

Μετά την ολοκλήρωση της επισκέψεως, το ίδιο το ΠΣΕ ανακοίνωσε ότι πραγματοποιήθηκαν «στοχευμένες συνομιλίες» τόσο με την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Μητροπολίτη Ονουφρίου όσο και με την Εκκλησία του Επιφανίου. Η διευκρίνιση είναι ουσιώδης: δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αντιπροσωπεία αρνήθηκε κάθε επικοινωνία με την Εκκλησία του Ονουφρίου.

Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν κατονομάζει τους εκπροσώπους της, δεν αναφέρει συνάντηση με τον ίδιο τον Μητροπολίτη και δεν εκθέτει όσα καταγγέλθηκαν για αφαιρέσεις ναών, διώξεις κληρικών, έρευνες σε μονές, συλλήψεις, διοικητικές πιέσεις και το νομοθετικό πλαίσιο που απειλεί την υπόστασή της. Για τη μία πλευρά υπήρξαν ιδιαίτερη επίσκεψη, ονομαστική προβολή και φωτογραφίες· για την άλλη, μία συνοπτική αναφορά χωρίς πρόσωπα, περιεχόμενο ή δημόσια δέσμευση προστασίας των δικαιωμάτων της.

Η διαφορά δεν είναι απλώς επικοινωνιακή. Στην εκκλησιαστική διπλωματία, οι συναντήσεις, οι εικόνες, οι ανακοινώσεις και οι αποσιωπήσεις παράγουν θεσμικό και εκκλησιολογικό αποτέλεσμα.

Άκουσαν τους διωκόμενους – αλλά ποιον πίστεψαν;

Η Δογματική Ακρίβεια ως Προϋπόθεση Σωτηρίας: Μηνύματα από το «Λειμωνάριο» του Ιωάννη Μόσχου

 



Εισαγωγή

Το ΛειμωνάριονΝέος Παράδεισος) του σοφού μοναχού Ιωάννη Μόσχου (7ος αιώνας) αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα και διαχρονικά κείμενα της βυζαντινής αγιολογικής γραμματείας. Μέσα από τις απλές, αλλά συγκλονιστικές διηγήσεις του, ο συγγραφέας αποτυπώνει την πνευματική εμπειρία των Πατέρων της ερήμου. Ωστόσο, πέρα από την προβολή των ασκητικών αρετών, το Λειμωνάριο διασώζει και το έντονο δογματικό κλίμα της εποχής του. Σε μια περίοδο όπου η Εκκλησία συγκλονιζόταν από την αίρεση του Μονοφυσιτισμού (Σεβηριανοί, Ακέφαλοι), οι διηγήσεις του Μόσχου υπογραμμίζουν με κατηγορηματικό τρόπο ότι η ηθική τελειότητα είναι δώρον άδωρον αν δεν συνοδεύεται από την ορθή πίστη.

1. Ιστορικό Πλαίσιο: Η Μεταχαλκηδόνια Έρημος

Για να κατανοήσουμε το βάθος των διηγήσεων, πρέπει να μεταφερθούμε στον 6ο και 7ο αιώνα. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) είχε δογματίσει ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, «ασυνχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Οι Μονοφυσίτες, με κύριο εκφραστή τον Σεβήρο Αντιοχείας, απέρριψαν τη Σύνοδο, θεωρώντας ότι εισάγει δύο Χριστούς.

Η έρημος της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και του Σινά έγινε το πεδίο αυτής της πνευματικής μάχης. Οι μοναχοί καλούνταν να επιλέξουν: θα παρέμεναν πιστοί στην Καθολική Εκκλησία (Χαλκηδόνιοι) ή θα διολίσθαιναν στην αίρεση των «Ακεφάλων»;

2. Ανάλυση των Διηγήσεων: Το Τρίπτυχο της Δογματικής Εγρήγορσης

Α. Η Ψευδαίσθηση της «Ειρηνικής Συμβίωσης» (Η ιστορία του αββά Ζωσιμά)

Στην πρώτη διήγηση, ο αββάς Ζωσιμάς, ένας καθαρός και ειλικρινής μοναχός, έρχεται αντιμέτωπος με έναν σύγχρονο πειρασμό: τον θρησκευτικό σχετικισμό. Ένας Μονοφυσίτης μοναχός στη Βαιθήλ τον προσκαλεί σε συγκατοίκηση, υποσχόμενος ότι «το δογματικό θέμα δεν θα αποτελέσει πρόβλημα».

Η παρέμβαση του Πατριάρχη Ιακώβ στον ύπνο του Ζωσιμά είναι αποκαλυπτική. Ο δίκαιος πατριάρχης τον προτρέπει να φύγει μακριά από τους «αποστάτες της Χαλκηδόνας».

Το θεολογικό συμπέρασμα: Η πίστη δεν είναι ένα ιδεολογικό αξεσουάρ που μπορούμε να «παρακάμψουμε» χάριν μιας επιφανειακής κοινωνικής ειρήνης. Η συγκατοίκηση και η κοινή προσευχή με όσους έχουν αποκόψει τον εαυτό τους από την Εκκλησία συνιστά αλλοίωση του ορθόδοξου ήθους.

Β. Η Αίρεση ως «Πνευματική Πορνεία» (Η ιστορία των Σύρων τραπεζιτών)

Η δεύτερη διήγηση χρησιμοποιεί μια σκληρή αλλά παραστατική βιβλική μεταφορά. Ένας πιστός χριστιανός βλέπει σε όραμα τον αδελφό του να «πορνεύει με τη γυναίκα του καπήλου». Όταν ερευνά την υπόθεση, ανακαλύπτει ότι ο αδελφός του δεν διέπραξε κάποια σαρκική αμαρτία, αλλά κοινώνησε με τους οπαδούς του Σεβήρου.

Στην πατερική γλώσσα, η Εκκλησία είναι η Νύμφη του Χριστού. Όταν ο πιστός εγκαταλείπει την αλήθεια της Εκκλησίας και ενώνεται με την αίρεση, διαπράττει μοιχεία και πορνεία πνευματική. Ο Σεβήρος αποκαλείται «κάπηλος» διότι, όπως ο έμπορος νοθεύει το κρασί ή τα προϊόντα για το κέρδος, έτσι και ο αιρεσιάρχης νοθεύει το «ακέραιο νόμισμα» της ευαγγελικής αλήθειας.

Οι Κόπτες, η Δ Οικουμενική Σύνοδος και η σημερινή κατάσταση

 Αναδημοσίευση παλιότερου κειμένου με αφορμή την Κυριακή των Πατέρων της Δ Οικουμενικής Συνόδου.

 



Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η πρόσφατη επίσκεψη του Κόπτη Πατριάρχη    στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν αποτέλεσε απλώς μια τυπική κίνηση εκκλησιαστικής αβροφροσύνης, αλλά μια στιγμή υψηλού συμβολισμού που ανακίνησε μνήμες και ερωτήματα δεκαπέντε αιώνων. Το αόρατο αλλά στιβαρό τείχος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) στεκόταν και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

 

Οι Κόπτες: Οι Απευθείας Απόγονοι των Αρχαίων Αιγυπτίων

Οι Κόπτες αποτελούν έναν από τους αρχαιότερους χριστιανικούς πληθυσμούς στον κόσμο, όντας οι άμεσοι εθνοτικοί και πολιτισμικοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων. Η ταυτότητά τους σφυρηλατήθηκε μέσα από την παράδοση που θέλει τον Ευαγγελιστή Μάρκο να ιδρύει την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας γύρω στο 42 μ.Χ., μετατρέποντας την Αίγυπτο σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του πρώιμου χριστιανισμού και της μοναστικής ζωής.

Η ιστορία τους σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ., η οποία οδήγησε σε ένα από τα πρώτα και βαθύτερα σχίσματα στην ιστορία της Εκκλησίας. Η διαφωνία ήταν δογματική και αφορούσε τη φύση του Χριστού: η επίσημη Αυτοκρατορική Εκκλησία (Βυζάντιο) υιοθέτησε το δόγμα των δύο φύσεων, ενώ οι Κόπτες επέμεναν στη «μία φύση του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη». Αυτή η ρήξη οδήγησε σε αμοιβαίους αναθεματισμούς που κράτησαν για 1.500 χρόνια, με την κάθε πλευρά να θεωρεί την άλλη αποκλίνουσα από την ορθή πίστη.

Παρά τη θρησκευτική απομόνωση και την αραβική κατάκτηση του 7ου αιώνα, οι Κόπτες κατάφεραν να διασώσουν τη μοναδική τους κληρονομιά. Η Κοπτική Γλώσσα, η τελευταία εξέλιξη της γλώσσας των Φαραώ, διατηρήθηκε ως η ιερή γλώσσα της λατρείας τους, ενώ η τέχνη και η αρχιτεκτονική τους παρέμειναν διακριτές.

 

Γιατί καταδικάστηκαν οι Μονοφυσίτες από την Δ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ.

Η καταδίκη των μονοφυσιτών — γνωστή ως Τρίτη Σύνοδος της Εφέσου (449 μ.Χ.) και η επιβεβαίωσή της στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) — δεν ήταν απλώς θεολογική διαφωνία, αλλά η κρισιμότερη στιγμή για τον ορισμό της χριστολογίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το δόγμα που αναθεματίστηκε

Οι μονοφυσίτες (με επικεφαλής τον Ευτυχή) δίδασκαν ότι στο πρόσωπο του Χριστού υπάρχει μία μόνο φύση — η θεία — και ότι η ανθρώπινη φύση είτε απορροφήθηκε πλήρως από τη θεία, είτε ήταν τόσο αλλοιωμένη ώστε να μην είναι πλέον αληθινά ανθρώπινη.

Γιατί αναθεματίστηκαν

Οι μονοφυσίτες αναθεματίστηκαν για τέσσερις θεμελιώδεις λόγους.

Πρώτον, για την άρνηση της πλήρους ανθρωπότητας του Χριστού: αν ο Χριστός δεν είναι πλήρως άνθρωπος, δεν μπορεί να εκπροσωπήσει την ανθρωπότητα ούτε να σώσει τον άνθρωπο.

Δεύτερον, για την άρνηση του πάθους και του σταυρού ως πραγματικών: η σωτηρία απαιτεί αληθινό ανθρώπινο πάθος — αν το πάθος ήταν «φαινομενικό» (δοκησις), η θυσία είναι άκυρη.

Τρίτον, για την ανατροπή της Τριαδολογίας: η ενότητα προσώπου απαιτεί διατήρηση των δύο φύσεων, όχι σύγχυσή τους.

Τέταρτον, για την κατάλυση της μεσολαβητικής λειτουργίας: ο Χριστός ως Μεσίτης πρέπει να είναι και Θεός και άνθρωπος, όχι κάτι ενδιάμεσο.

Η χαλκηδόνεια  οριοθέτηση

Η Σύνοδος της Χαλκηδόνας διατύπωσε τον όρο: «Ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα» και επικύρωσε την έκφραση του Λέοντα Α΄ (τόμος προς Φλάβιανον): «συγχύτως, τρέπτως, διαιρέτως, χωρίστως» — δύο φύσεις σε ένα πρόσωπο, χωρίς σύγχυση, χωρίς μεταβολή, χωρίς διαίρεση, χωρίς χωρισμό.

Ποιοι αναθεματίστηκαν,

Ο  Διόσκορος αναθεματίστηκε στη Χαλκηδόνα. Ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας, πρωταγωνιστής της Ληστρικής Συνόδου της Εφέσου (449 μ.Χ.), όπου είχε αποκαταστήσει τον Ευτυχή και φονεύσει τον Άγιο Φλαβιανό .

Στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) αναθεματίστηκαν επίσημα:

  • Νεστόριος — ήδη καταδικασμένος από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.), αλλά επαναβεβαιώθηκε το αναθεματισμός του
  • Ευτυχής — αρχιμανδρίτης Κωνσταντινουπόλεως, ο κύριος εκφραστής του μονοφυσιτισμού.
  • Διόσκορος — Πατριάρχης Αλεξανδρείας, προστάτης του Ευτυχή και οργανωτής της Ληστρικής Συνόδου

Οι Πατέρες της Συνόδου αναφώνησαν προς τον αυτοκράτορα: «Νεστορίω και Ευτυχεί ανάθεμα. Ανάθεμα και Διοσκόρω...» και επανέλαβαν: «Νεστορίω και Ευτυχεί και Διοσκόρω ανάθεμα»

. Η Σύνοδος καθαίρεσε τον Διόσκορο, καταδίκασε τον Ευτυχή και αποκατέστησε τους αναθεματισμένους επισκόπους της Ληστρικής Συνόδου

Αργότερα, το 787 μ.Χ., η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος αποκάλεσε επίσης αιρετικό τον Διόσκορο.

ΤΡΙΤΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

 


Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html

Α. Αν ο Ι.Π. και ο θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη «απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.

Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως κανονικότητα:

  • Μετά τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα, η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
  • Σε περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ», δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.

Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·. Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Β. Ας αφήσει τις φτηνές υπεκφυγές  ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και την οποία ανήκει; (Για  άλλους Αγίους δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).

Γ.   Για  το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος  διάβασα ότι  το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία) που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη. Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός Εκκλησίας.

Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ  ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;

Για περισσότερα  στα εξής κείμενα:

1,Το Διάγγελμα των Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935

(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)

2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ Συνόδου

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

 

1.      Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των ΓΟΧ

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)

Επίσης μπορεί  να μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. Ο παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή  οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;

Δ. Αναφορικά με το ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π  αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον καταδικάζουν.

Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα εσωτερικά και  προβλήματα της παράταξής  του  μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ, ειλικρινά λυπάμαι για την  κατάντια.

Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»

Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας, τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.

 Όταν δημοσιεύετε  κείμενα σε ένα ανοιχτό, δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε  μόνο στο στενό οπαδικό  σας  ακροατήριο ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι  από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε  δημόσιο έλεγχο και  κριτική . Το να απαιτείτε  τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας, επειδή προφανώς αδυνατείτε  να ψελλίσετε  το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.

Καθίσταται πλέον φανερό  ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.

Η  αναφορά του σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας

π.Δ.Α

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

 


Με αφορμή το νέο δημοσίευμα του ιστολογίου «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» υπό τον τίτλο «Οι αντιφάσεις μιας "οφειλομένης απαντήσεως"» (17 Ιουλίου 2026),( https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_17.html)

καθίσταται επιβεβλημένη μια δεύτερη απάντηση για  αποκατάσταση της αλήθειας.

Α. Πριν μπούμε στο θέμα, πρέπει να θυμίσουμε στον συντάκτη κ. Ι.Π. το αυτονόητο: το να υπερασπιζόμαστε δημόσια στο διαδίκτυο τις θεολογικές απόψεις που έχουμε δημοσιεύσει είναι  δικαίωμά μας. Δεν απαιτείται καμία «άδεια» ή «πρόσκληση», για να αντικρούσει κανείς την κριτική που δέχεται στο δημόσιο βήμα.

Β. Το κείμενο του κ. Ι.Π. αποτελεί μνημείο επικοινωνιακού εντυπωσιασμού και θρίαμβο του «φαίνεσθαι» έναντι του εκκλησιολογικού «είναι». Με περίτεχνη ρητορική μαεστρία, επιχειρεί να ικανοποιήσει ένα ακροατήριο διψασμένο για «εύκολες και γρήγορες νίκες», στερούμενο όμως παντελώς θεολογικού βάθους. Αφού πρώτα διολίσθησε σε προσωπικές επιθέσεις  κατά του γράφοντος, στη συνέχεια, με έναν λόγο που αγγίζει τα όρια του παραληρήματος, απέφυγε συστηματικά να απαντήσει στα καίρια δογματικά ερωτήματα. Διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μας, σπεύδει τώρα να «κλείσει την πόρτα» του διαλόγου, προφανώς, για να αποφύγει την αναπόφευκτη και συντριπτική θεολογική αντιπαράθεση. Πρόκειται για την κλασική τακτική εκείνου που επιδιώκει να έχει τον τελευταίο λόγο «στα χαρτιά», αποφεύγοντας όμως να εκτεθεί σε έναν αληθή, ζωντανό διάλογο επί των Πηγών και των Ιερών Κανόνων.

Γ. Ο κ. Ι.Π. αποκρύπτει τεχνηέντως τις χαοτικές εκκλησιολογικές διαφορές μεταξύ του αντι-οικουμενιστικού αγώνα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στον οποίο βασίζεται  η στάση του αγωνιστού Ιεράρχου Αρτεμίου) και της ιδιότυπης παλαιοημερολογιτικής διασπάσεως του 1924. Αντ' αυτού, προτιμά να αναλώνεται σε γραφειοκρατικές λεπτομέρειες και προσωπικές αιχμές.

Δ. Τα Αναπάντητα Δογματικά Ερωτήματα

Ο κ. Ι.Π. απέτυχε παταγωδώς να αγγίξει τα συντριπτικά δογματικά και ιστορικά επιχειρήματα που θέσαμε (Σημεία Α, Β, Γ, Δ, Ζ της πρώτης ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ). Συγκεκριμένα, άφησε στο απόλυτο θεολογικό σκοτάδι τα εξής:

  • Γιατί οι Γ.Ο.Χ. αρνούνται να αναγνωρίσουν την αγιότητα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς;
  • Πώς εξισώνεται η διακοπή κοινωνίας του 1924 για ένα ημερολογιακό ζήτημα (το οποίο δεν μετέβαλλε το Πασχάλιο, άρα δεν συνιστούσε αίρεση) με την αποτείχιση του Αρτεμίου, η οποία έγινε αποκλειστικά για την παναίρεση του Οικουμενισμού;
  • Πώς συμβιβάζεται η ακραία θέση των Γ.Ο.Χ. ότι οι νεοημερολογίτες στερούνται παντελώς Μυστηριακής Χάριτος, με την ισορροπημένη εκκλησιολογία του Αρτεμίου που δεν προβαίνει σε τέτοιες αυθαίρετες δογματικές γενικεύσεις;
  • Πώς παρακάμπτεται το πρόβλημα της προβληματικής κανονικής προελεύσεως των χειροτονιών των Γ.Ο.Χ. (με τις συνεχείς κρίσεις, καθαιρέσεις και την αναζήτηση χειροτονιών από τη Ρωσική Διασπορά), τη στιγμή που η αρχιερατική χειροτονία του Αρτεμίου υπήρξε απολύτως αδιαμφισβήτητη και οικουμενικά αναγνωρισμένη;

Ε. Αντί να απαντήσει σε αυτά, ο κ. Ι.Π. μεταθέτει το θέμα στο προσωπικό επίπεδο, προσπαθώντας να πλήξει την αξιοπιστία του γράφοντος (π.Δ.Α.). Η αντικειμενική αλήθεια μιας εκκλησιολογικής θέσεως (ότι η Σύνοδος του Αρτεμίου αποτελεί την πλέον συνεπή δογματικά λύση) δεν εξαρτάται από την προσωπική στάση του εισηγητή της. Παραδείγματος χάριν, αν ένας ιατρός που καπνίζει προειδοποιήσει ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, η ιατρική αυτή αλήθεια παραμένει 100% έγκυρη, παρά την προσωπική του ασυνέπεια. Η αναφορά μας ότι «ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων για λόγους που δεν είναι του παρόντος» δεν παρέχει στον κ. Ι.Π. το δικαίωμα να ακυρώσει τη θεολογική ανάλυση. Αυτό αποτελεί φθηνή ρητορική υπεκφυγή. Και για να μην ανησυχεί ο Ι.Π ας γνωρίζει  ότι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Οφειλόμενη απάντηση στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

 



Στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Περί Γ.Ο.Χ., αποτειχίσεως και της “μοναδικής οδού”» (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_16.html), το οποίο σχολιάζει δικό μου κείμενο με τίτλο «Σχόλια σε δημοσίευση για ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ» — δημοσιευμένο στο Facebook, καθώς και στα ιστολόγια «ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ» 

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/07/blog-post_65.html)

και «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» (https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_15.html).

Επειδή ο αρθρογράφος (κ. Ι.Π.) επιχειρεί να αποδομήσει τις απόψεις μου με τρόπο που κρίνω παραπλανητικό, θεωρώ υποχρέωσή μου να απαντήσω, ώστε να μη δημιουργηθεί σύγχυση στους αναγνώστες.

Το κύριο πρόβλημα του κ. Παπαρήγα εστιάζεται στο γιατί προτείνω την ένταξη των αποτειχισμένων στη Σύνοδο του Επισκόπου Αρτεμίου και όχι στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Αρχιεπίσκοπο Καλλίνικο, επιστρατεύοντας για τον σκοπό αυτό ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ απόψεις του γράφοντα  περί της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας», τις οποίες αποφεύγει να δημοσιεύσει.

Πριν αναπτύξω τις θέσεις μου, διευκρινίζω δύο πράγματα: Πρώτον, ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων, για λόγους που δεν είναι του παρόντος· Δεύτερον, ο κ. Παπαρήγας βιάστηκε να εξάγει συμπεράσματα, χωρίς να γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το μοντέλο ένταξης που προτείνω.

Ξεχνάει ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ο κ.Ι.Π, ότι η Σύνοδος του μακαριστού επισκόπου  Αρτεμίου αποτελεί συνέχεια της διδασκαλίας του μεγάλου ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς  τον οποίον οι Γ.Ο.Χ. δεν αναγνωρίζουν ως Άγιο. Ξεχνά, επίσης, ο Ι.Π. ότι ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς αποδόμησε τα προσυνοδικά κείμενα της Συνόδου της Κρήτης ως αιρετικά και ο αντι-οικουμενιστικός του αγώνας είχε ως αποτέλεσμα να αποκλεισθεί στη Μονή Τσέλιε, ο ίδιος δε, αποτειχίστηκε από τους αιρετικούς επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Γερμανού.

Η Ομολογία Πίστεως των Γ.Ο.Χ. δεν έχει καμία σχέση με τη θεολογία της Συνόδου Αρτεμίου· η παρουσίασή τους ως ισοδύναμων εκκλησιολογικών λύσεων συνιστά θεολογικό σφάλμα. Οι βασικές διαφορές ΓΟΧ και Συνόδου Αρτεμίου είναι οι εξής:

Α. Η ιστορική ύπαρξη των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα ξεκινά το 1924, με κύρια αιτία την αλλαγή του εκκλησιαστικού ημερολογίου (εισαγωγή του Διορθωμένου Ιουλιανού), την οποία θεωρούν πρωταρχική «καινοτομία» πίστεως. Αντιθέτως, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν άλλαξε ποτέ το ημερολόγιό της· ακολουθεί το Ιουλιανό μέχρι σήμερα. Η ρήξη του Αρτεμίου με τη Σύνοδο του Βελιγραδίου δεν είχε λοιπόν καμία σχέση με το ημερολόγιο, αλλά βασίστηκε σε δογματικές διαφωνίες (συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, προσεγγίσεις με το Βατικανό) και σε ζητήματα εκκλησιαστικής διοίκησης.(Κοσσυφοπέδιο)

Β. Η πλειοψηφία των παλαιοημερολογητικών παρατάξεων θεωρεί ότι οι επίσημες (νεοημερολογίτικες) Εκκλησίες έχουν απωλέσει τη Θεία Χάρη και ότι τα μυστήριά τους είναι άκυρα ή ελλιπή. Ενδεικτική είναι η πορεία του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (Καβουρίδη), ηγετικής μορφής του κινήματος των Γ.Ο.Χ., που σημαδεύτηκε από έντονες μεταβολές και αναθεωρήσεις.

Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, ξεκίνησε τον αγώνα του με την αυτοσυνειδησία του κανονικού Σέρβου Επισκόπου που διώκεται αναίτια. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ίδιος και οι μοναχοί του απέφυγαν να κηρύξουν τις επίσημες Ορθόδοξες Εκκλησίες «στερημένες Χάριτος». Και αν στη συνέχεια η στάση του σκληρύνθηκε, αυτό οφείλεται στους συνεχιζόμενους διωγμούς και την αλλοίωση της πίστης. Η  αρχική του προσέγγιση δεν ήταν η πλήρης απόρριψη του ορθοδόξου κόσμου, αλλά η κάθαρση της δικής του τοπικής Εκκλησίας.

Γ. Ο Επίσκοπος Αρτέμιος εφάρμοσε το πνεύμα του ΙΕ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας και του ΛΑ Αποστολικού. Η  ηγεσία του Πατριαρχείου Σερβίας, υποστήριξε, είχε διολισθήσει στην αίρεση του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού (συμμετοχή στο Π.Σ.Ε, συμπροσευχές με ετεροδόξους κ.λπ.). Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του ΙΕ Κανόνα, η διακοπή κοινωνίας ήταν επιβεβλημένη και «άξια επαίνου», καθώς έγινε για δογματικούς λόγους και όχι για προσωπικά κίνητρα. Συνεπώς, η δημιουργία νέας δομής δεν αποτελεί σχίσμα — το οποίο καταδικάζει ο ΛΑ Αποστολικός — αλλά συνέχεια της αυθεντικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που διαφυλάττει την πίστη.

Οι τρεις Αρχιερείς των Γ.Ο.Χ., στην αποκήρυξή τους, το 1935, δεν επικαλέστηκαν κανέναν συγκεκριμένο ιερό κανόνα, για να δικαιολογήσουν τη διακοπή κοινωνίας. Κι όμως, η Εκκλησία της Ελλάδος εισήγαγε το 1924 το Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο — το οποίο διατηρεί το παραδοσιακό Πασχάλιο — και όχι το Γρηγοριανό. Το Γρηγοριανό είχε καταδικαστεί τον 16ο αιώνα, επειδή άλλαζε τον υπολογισμό του Πάσχα· το Διορθωμένο Ιουλιανό διαφέρει, σαφώ,ς από αυτό (διαφορετικές ημερομηνίες εορτών των αγίων, απουσία παπικών εορτών κ.λπ.).

Για τους Γ.Ο.Χ. το ημερολογιακό ζήτημα αποτελεί πρωτεύον δογματικό ζήτημα και ορόσημο της πτώσης· για τη Σύνοδο Αρτεμίου είναι δευτερεύον μπροστά στον κίνδυνο του δογματικού συγκρητισμού και του Οικουμενισμού. (ο τρόπος με τον οποίο έγινε η ημερολογιακή μεταβολή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ).

Δ. Οι Γ.Ο.Χ. αντιμετώπισαν σοβαρές εσωτερικές κρίσεις ως προς την κανονικότητα των επισκοπικών τους χειροτονιών, αναζητώντας κατά περιόδους αναγνώριση ή χειροτονίες από εξωτερικές πηγές (όπως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς). Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, διέθετε αδιαμφισβήτητη, έγκυρη και κανονική χειροτονία από την επίσημη Σερβική Εκκλησία (χειροτονήθηκε το 1991)· όταν καθαιρέθηκε, προχώρησε στη χειροτονία δικών του «χωρεπισκόπων», με απόφαση κληρικολαϊκής συνέλευσης, για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της κίνησής του.

Ζ. Οι Γ.Ο.Χ. λειτουργούν ως πλήρως παράλληλη και αυτόνομη εκκλησιαστική δομή, με ιεραρχία που αυτοπροσδιορίζεται ως η μόνη αληθινή Εκκλησία στην επικράτεια, όπως γράφεται στην ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΟΧ. Η Σύνοδος Αρτεμίου, αντιθέτως, αυτοπροσδιορίζεται από την αρχή ως «Επαρχία εν διωγμώ και εξορία»: αποτειχισμένο τμήμα εντός της ίδιας της Σερβικής Εκκλησίας, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με στόχο την αντίσταση εκ των έσω στην αίρεση του Οικουμενισμού και με την ελπίδα ότι η επίσημη Σερβική Εκκλησία θα επιστρέψει κάποτε στην ορθή τροχιά.

Η Εκκλησία της Ινδονησίας: Ορθόδοξη — όχι «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας»

Η αναφορά σε «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας» είναι ανακριβής. Υπάρχει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI — Gereja Ortodoks Indonesia), η Ορθοδοξία της οποίας αποδεικνύεται από την πορεία και το έργο της, και όχι από την ένταξή της στη Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Καλλινίκου. Η ταύτισή της με το γοχικό σχήμα αποτελεί ιστορική και εκκλησιολογική ανακρίβεια.

Ο γράφων παρακολουθεί την πορεία της επί δύο δεκαετίες — δεν την «ανακάλυψε» πρόσφατα, όπως έκανε ο κ. Παπαρήγας, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεκινήσει  αντιοικουμενιστικό αγώνα. Η αναγνώριση της Ορθοδοξίας της GOI δεν είναι ευκαιριακή ρητορική στρατηγική, αλλά καρπός μακροχρόνιας παρακολούθησης και γνώσης της εκκλησιαστικής πραγματικότητας της περιοχής.

Ο κ. Παπαρήγας, αντί να παρουσιάσει την πλήρη εικόνα, επιλέγει να αποσιωπήσει τα σχετικά μου άρθρα: δεν δημοσιεύει το πρωτογενές υλικό, δεν παραθέτει τις αναλύσεις που έχουν δημοσιευθεί επί σειρά ετών, δεν αναφέρει τη μακροχρόνια παρακολούθηση της GOI. Αρκείται σε συμπεράσματα που κατασκευάζει ερήμην του πραγματικού υλικού. Αυτό δεν είναι επιχειρηματολογία· είναι επιλεκτική παρουσίαση στην υπηρεσία προκαθορισμένης ατζέντας. Αντί να απαντήσει στα επιχειρήματά μου — τα οποία δεν συνάδουν με τη γοχική αφήγηση — προτιμά να τα αποσιωπήσει, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Έτσι, ο αναγνώστης μένει με την ψευδή εντύπωση ότι η αναγνώριση της GOI είναι κάτι πρόσφατο, ευκαιριακό και συνδεδεμένο με το γοχικό σχήμα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για Ορθόδοξη Εκκλησία με ανεξάρτητη πορεία, της οποίας η αναγνώριση προηγείται χρόνια της εμπλοκής του κ. Παπαρήγα.

Ας τεθεί, λοιπόν, ένα απλό και μετρήσιμο ερώτημα: πόσους Προτεστάντες και Μωαμεθανούς βάφτισαν Ορθοδόξους τα τελευταία είκοσι χρόνια οι Γ.Ο.Χ. Ελλάδος;

Όταν, λοιπόν, ο κ. Παπαρήγας συγκρίνει τα δύο σχήματα ως ισοδύναμα εκκλησιολογικά, αποσιωπά το θεμελιωδέστερο κριτήριο: το έργο της Εκκλησίας στον κόσμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο δυναμικούς πυρήνες Ορθόδοξης ιεραποστολής στη Νοτιοανατολική Ασία, με χιλιάδες βαπτίσεις πρώην Προτεσταντών και Μουσουλμάνων. Ασκεί συστηματική, μαζική ιεραποστολή, επιδεικνύει εξωστρέφεια και η Ορθοδοξία της σφραγίζεται από το ζωντανό της έργο.

Η Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται με θεωρητικές κατηγορίες, εσωστρέφεια και αφηγήσεις δογματικού ελέγχου. Αποδεικνύεται με έργο, με ιεραποστολή και με τη ζωντανή μαρτυρία της Πίστεως στα έθνη. Η Εκκλησία της Ινδονησίας διαθέτει αυτό το έργο.

 

Επίλογος.

Η αντίφαση, τελικά, δεν βρίσκεται στη δική μου θέση· βρίσκεται στην προσπάθεια του κ. Παπαρήγα να εντάξει διαφορετικά, ασύμβατα εκκλησιολογικά και θεολογικά σχήματα σε μια ενιαία «αντιοικουμενιστική» παράταξη, αγνοώντας θεμελιώδεις δογματικές διαφορές και αποσιωπώντας οποιοδήποτε υλικό που δεν εξυπηρετεί την αφήγησή του.

π.Δ.Α.
ΠΗΓΗ.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου