Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Πέτρου Heers Καθηγητοῦ
Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης στήν Ὀρθόδοξη Ἱερατική Σχολή Ἁγίας Τριάδος
(Holy Trinity Orthodox Seminary), Jordanville, Νέα Ὑόρκη.
ΜΕΡΟΣ -Β
--------------------------------------------------------------------------------------------
2. Τά
κείµενα καί οἱ
δηλώσεις τῆς
Συνόδου.
Ἄς
στραφοῦµε τώρα ἀπό τήν ὀργάνωση τῆς «Συνόδου» στά κείµενά της.
Τρία ἀπό
τά ἕξη κείµενα παρουσίασαν σοβαρά
προβλήµατα γιά κάποιες Ἐκκλησίες.
Αὐτά ἦσαν
: «Ἡ ἀποστολή
τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσµον»[12],
«Τό Μυστήριο τοῦ
Γάµου καί τά κωλύµατα αὐτοῦ» καί «οἱ σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας µέ τόν λοιπόν Χριστιανικόν
Κόσµον». Θά µιλήσω ἐν
συντοµίᾳ ὅσον
ἀφορᾶ
στό δεύτερο κείµενο καί θά ἑστιάσω
τήν προσοχή µου στό τρίτο, τό ὁποῖο πραγµατικά ἀποτέλεσε τή βάση τῆς Συνόδου.
A. Τό
Μυστήριο τοῦ
Γάµου καί τά κωλύµατα αὐτοῦ.
Στό κείµενο γιά τόν Γάµο, ἔγιναν διαδοχικά τρεῖς τοποθετήσεις σχετικά µέ τούς
«µικτούς Γάµους», δηλ. τό γάµο ἑνός
Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ µέ τό µέλος µιᾶς Ἑτερόδοξης
ὁµολογίας ἤ µέ κάποιον πού ἀνήκει σέ µιά ἀπό τίς θρησκεῖες τοῦ
κόσµου:
1. Ὁ Γάµος µεταξύ Ὀρθοδόξων καί µή Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἀπαγορεύεται
σύµφωνα µέ τήν κανονική ἀκρίβεια
( Κανών 72 τῆς
Πενθέκτης Οἰκουµενικῆς Συνόδου).
2. Ἔχοντας τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου
ὡς σκοπό, ἡ δυνατότητα ἀσκήσεως ἐκκλησιαστικῆς Οἰκονοµίας
σέ σχέση µέ τά κωλύµατα τοῦ
γάµου πρέπει νά ἀποφασισθεῖ ἀπό
τήν Ἱερά Σύνοδο κάθε αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σύµφωνα µέ τίς ἀρχές τῶν ἱερῶν κανόνων καί µέ πνεῦµα ποιµαντικῆς διακρίσεως.
3. Ὁ γάµος µεταξύ Ὀρθοδόξων καί µή Χριστιανῶν εἶναι
κατηγορηµατικά ἀπαγορευµένος
σύµφωνα µέ τήν κανονική ἀκρίβεια.
Tώρα, βεβαίως, τό ζήτηµα τῶν µικτῶν γάµων εἶναι ἕνα
ἀκανθῶδες
καί δύσκολο ποιµαντικό πρόβληµα, εἰδικά
γιά τήν Ἐκκλησία ἔξω ἀπό
τίς παραδοσιακές ὀρθόδοξες
χῶρες, ὅπως
γιά τήν Ἐκκλησία στήν Ἀµερική. Χωρίς νά θέλουµε στό
παραµικρό νά µειώσουµε αὐτήν
τήν ποιµαντική πρόκληση, µιά πρόκληση, προκειµένου νά ἀντιµετωπισθεῖ ὀρθά
ἀπό τούς ποιµένες κατά περίπτωση, εἶναι ἐπιτακτική
ἀνάγκη ἡ ποιµαντική πρακτική νά µήν
χαλαρώνει ἀπό
τήν δογµατική της πρόσδεση. Στό σηµεῖο
αὐτό τό ἐνδιαφέρον µου στρέφεται στίς
δογµατικές ἐπιπτώσεις
αὐτῆς
τῆς ἀποφάσεως.
Σύµφωνα µέ τόν Καθηγητή Δηµήτριο Τσελεγγίδη ἡ κίνηση «γιά νά νοµιµοποιηθεῖ ἡ
τέλεση τῶν µικτῶν γάµων» εἶναι κάτι σαφῶς ἀπαγορευµένο
ἀπό τόν 72ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου. [Εἶναι ἀπαράδεκτο
ἑποµένως] γιά µία σύνοδο, ὅπως ἡ
ʺἉγία καί Μεγάλη Σύνοδοςʺ τῆς Κρήτης νά σχετικοποιεῖ ἀπερίφραστα
τήν ἀπόφαση µιᾶς Οἰκουµενικῆς Συνόδου» [13].
Στό σχετικό ἀπόσπασµα
τοῦ συνοδικοῦ κειµένου πού διάβασα προηγουµένως,
παρατηρῶ ὅτι,
ἐνῷ
ὁ κατ’οἰκονοµίαν γάµος Ἑτεροδόξων καί Ὀρθοδόξων θεωρεῖται δυνατός, ὁ γάµος εἶναι αὐστηρά
ἀπαγορευµένος µέ τούς µή
Χριστιανούς. Γιατί αὐτή
ἡ διαφορά; Πάνω σέ ποιά βάση
γίνονται οἱ
Ἑτερόδοξοι δεκτοί σέ ἕνα µυστήριο τῆς Ἐκκλησίας;
Ποιά εἶναι τά κριτήρια ἀποδοχῆς;
Ἄς
θυµηθοῦµε τόν 72ο Κανόνα, ὁ ὁποῖος δέν θα µποροῦσε νά διατυπωθεῖ εὐκρινέστερα
προκειµένου νά δείξει ὅτι
εἶναι βασισµένος πάνω στή δογµατική
διδασκαλία τῆς
Ἐκκλησίας καί γι΄αὐτό δέν ἐπιτρέπει οἰκονοµία:
Δέν ἐπιτρέπεται
ὀρθόδοξος ἄνδρας νά συνάπτεται µέ αἱρετική γυναῖκα, οὔτε
ὀρθόδοξη γυναίκα νά δέχεται γιά
σύζυγό της αἱρετικό
ἄνδρα. Καί ἄν τυχόν συµβεῖ κάτι τέτοιο, νά θεωρεῖται ἄκυρος
ὁ γάµος αὐτός καί νά διαλύεται αὐτή ἡ
ἄθεσµη συνοίκηση. Δέν πρέπει νά ἀναµιγνύονται τά ἄµικτα, οὔτε νά ἑνώνεται ὁ λύκος µέ τό πρόβατο, καί ὁ κλῆρος
τῶν ἁµαρτωλῶν µέ τήν µερίδα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἄν κάποιος παραβεῖ ὅσα
ἔχουµε ὁρίσει νά ἀφορίζεται. Ἄν δέ κάποιοι πού εἶναι ἄπιστοι
καί δέν ἔχουν ἀκόµη
συγκαταλεχθεῖ
στήν ποίµνη τῶν
ὀρθοδόξων ἑνώθηκαν µεταξύ τους µέ γάµο νόµιµο
καί ἔπειτα ὁ ἕνας
ἀπ΄αὐτούς
διάλεξε τό καλό καί πρόστρεξε στό φῶς
τῆς ἀληθείας
ἐνῷ
ὁ ἄλλος
κατέχεται ἀπό
τόν δεσµό τῆς
πλάνης χωρίς νά θέλει νά ἀτενίσει
τίς θεῖες ἀκτῖνες [τῆς Χάριτος] ( καί συµφωνεῖ ἡ
ἄπιστη νά ζεῖ µαζί µέ τόν πιστό ἤ τό ἀντίθετο
συµφωνεῖ δηλαδή ὁ ἄπιστος
νά ζεῖ µαζί µέ τήν πιστή) ἄς µήν χωρίζονται σύµφωνα µέ τόν Ἀπόστολο : ἔχει ἁγιασθεῖ ὁ
ἄπιστος ἄνδρας διά τῆς ἑνώσεως
µέ τή γυναῖκα
του καί ἔχει ἁγιασθεῖ ἡ
ἄπιστη γυναῖκα διά τῆς ἑνώσεως
µε τόν ἄνδρα της.
Αὐτό
πού εἶναι σηµαντικό ἐδῶ
εἶναι ὅτι
ἡ Σύνοδος στήν Κρήτη εἰσήγαγε γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία µιά συνοδική ἀπόφαση, ἡ ὁποία
ἐπιτρέπει τήν ἀνατροπή ἑνός Κανόνος µιᾶς Οἰκουµενικῆς Συνόδου καί, τό πιό σπουδαῖο, τήν ὑποκείµενη δογµατική της βάση. Δέν
βλέπω πῶς θά µποροῦσε κάποιος νά κατανοήσει αὐτό [δηλ. τό νά ἐπιτρέπονται οἱ µικτοί γάµοι ] ἀλλιῶς.
Γιατί πάνω σέ ποιά βάση ἐπιτρέπουν
τούς µικτούς γάµους ἄν
ὄχι πάνω σέ µιά ἄλλη θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας
καί τῶν Ὁρίων
Της, τά ὁποῖα
τώρα περιλαµβάνουν τούς ἑτεροδόξους
( µέ κάποιο τρόπο «ἐπειδή
εἶναι βαπτισµένοι»;). Ἀλλιῶς
θά εἶναι τρέλλα νά µιλᾶµε γιά γάµο-ἕνα ἀληθινό
µυστήριο ἑνότητος
ἐν Χριστῷ- µεταξύ ἑνός βαπτισµένου καί µεµυηµένου
µέλους τοῦ
Σώµατος τοῦ
Χριστοῦ καί κάποιου µή βαπτισµένου καί µή
µεµυηµένου.
Γι΄ αὐτό,
τό ὑπονοούµενο, ἔστω κι ἄν ἡ
[συνοδική] ἀπόφαση
ἀναφέρεται ἐδῶ
ὡς κατ΄οἰκονοµίαν, βρίσκεται στό γεγονός ὅτι οἱ
ἑτερόδοξοι εἶναι «βαπτισµένοι» καί πάνω σ΄αὐτή τή βάση αὐτοί (ἀντίθετα
ἀπό ἐκείνους
πού ἀνήκουν σέ ἄλλες θρησκεῖες) µποροῦν νά συµµετέχουν στό µυστήριο τοῦ γάµου. Στ’ἀλήθεια αὐτό εἶναι
πού καταλαβαίνει κάποιος ὅταν
δώσει προσοχή στίς ἐξηγήσεις
τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν
µικτῶν γάµων. Αὐτό ἐν
τούτοις σηµαίνει ὅτι
κάτω ἀπό τήν ὑποτιθέµενη «οἰκονοµία» τῶν µικτῶν γάµων εἶναι οἱ
θεωρίες τῆς
λεγόµενης «βαπτισµατικῆς
θεολογίας» καί τῆς
«περιεκτικῆς
ἐκκλησίας», οἱ ὁποῖες βρίσκονται στήν καρδιά τοῦ συγκριτιστικοῦ οἰκουµενισµοῦ. Αὐτό
βρίσκεται σέ ἁρµονία
µέ τούς καρπούς πού ἔχουµε
δεῖ ἀπό
τούς µικτούς γάµους δηλαδή ὅτι
πάνω στή βάση τῶν
µικτῶν γάµων οἱ οἰκουµενιστικά
σκεπτόµενοι δικαιολογοῦν
ἄλλες παραβιάσεις τῶν κανόνων, ὅπως τήν κοινή προσευχή µέ τούς αἱρετικούς, ἤ ἀκόµη τήν προσφορά τῆς
Θ. Κοινωνίας κατά τή διάρκεια τῆς
τελετῆς τοῦ
γάµου. (Ἔµαθα ὅτι
αὐτό πράγµατι ἐφαρµόζεται ἀπό κάποιον διακεκριµένο καθηγητή ἑνόν Βορειοαµερικανικοῦ Ὀρθοδόξου
Σεµιναρίου).
Εἶναι
ξεκάθαρο ὅτι
δέν ὑπάρχει καµµιά θεολογική βάση γιά
τούς µικτούς γάµους, ὅτι
δέν µπορεῖ
νά θεωρηθεῖ
«οἰκονοµία» ἐφόσον δέν ὁδηγεῖ
στήν ἀκρίβεια, ἀλλά ἀνατρέπει
τήν ἑνότητα - ταυτότητα τῶν µυστηρίων µέ τό Ἕνα Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί ὅτι
ἀνοίγει τήν πόρτα γιά περαιτέρω
διάβρωση τῆς
κανονικῆς καί µυστηριακῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας.
Β. Σχέσεις τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσµο
Ἄς
στραφοῦµε τώρα στό κείµενο τό ὁποῖο
πολλοί θεωροῦν
ὅτι συνιστᾶ τή βάση τῆς Συνόδου : «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας µέ τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσµον»[14]. Εἶναι
κοινή ἄποψη ὅτι
αὐτό τό κείµενο, τό ἕκτο καί τελευταῖο κείµενο πού ἔγινε ἀποδεκτό
ἀπό τή «Σύνοδο», εἶναι γεµάτο σφάλµατα καί σύγχυση,
παρά κάποια σποραδικά ἀξιόλογα
ἀποσπάσµατα.
1. Πρόϊόν
µιᾶς οἰκουµενιστικῆς προοπτικῆς
Ὡς
κείµενο µέ καθαρό δογµατικό-ἐκκλησιολογικό
προσανατολισµό θά ἔπρεπε
νά διακρίνεται ἀπό
ἀπόλυτη σαφήνεια τοῦ νοήµατός του καί ἀκρίβεια στή διατύπωσή του, ὥστε νά ἀποκλείεται ἡ δυνατότητα ποικιλίας ἑρµηνειῶν ἤ
ἐσκεµµένες παρερµηνεῖες. Δυστυχῶς, ἀντιθέτως,
σέ βασικά ἀποσπάσµατα
συναντοῦµε ἀσάφεια
καί ἀµφισηµία, καθώς ἐπίσης ἀντιφάσεις καί ἀντινοµία πού ἐπιτρέπουν διαµετρικά ἀντίθετες ἑρµηνεῖες.
Εἶναι
χαρακτηριστική ἡ
δυσκολία µέ τήν ὁποία
ἦλθε ἀντιµέτωπη
ἡ «Σύνοδος» στό ἔργο της νά ἐγκρίνει αὐτό τό κείµενο, τό ὁποῖο
σχεδόν τριάντα ἐπίσκοποι
ἀρνήθηκαν νά ὑπογράψουν καί πολλοί ἄλλοι τό ὑπέγραψαν µετά τό πέρας τῆς Συνόδου καί ἀφοῦ
οἱ τέσσερεις ἐκδοχές του (σέ τέσσερεις γλῶσσες) εἶχαν ὁριστικά
ὁλοκληρωθεῖ.
Γιά νά βεβαιωθεῖ
κάποιος ὅτι τό κείµενο εἶναι προϊόν µιᾶς οἰκουµενιστικῆς-ὄχι
οἰκουµενικῆς-νοοτροπίας, τό µόνο πού
χρειάζεται εἶναι
νά ἀναλογισθεῖ τί ἔγραψε
ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος(Βλάχος) σχετικά µέ τό
κείµενο αὐτό
καί τή συζήτηση γύρω ἀπ’αὐτό κατά τή διάρκεια τῆς «Συνόδου».
... ὅταν
δηµοσιευθοῦν
τά Πρακτικά τῆς
Συνόδου, ὅπου
ἀποτυπώνονται οἱ αὐθεντικές
ἀπόψεις αὐτῶν
πού ἀποφάσισαν καί ὑπέγραψαν τά κείµενα, τότε θά φανῆ καθαρά ὅτι στήν Σύνοδο κυριαρχοῦσαν
ἡ θεωρία τῶν κλάδων, ἡ βαπτισµατική θεολογία καί κυρίως ἡ ἀρχή
τῆς περιεκτικότητος, δηλαδή ἡ διολίσθηση ἀπό τήν ἀρχή τῆς
ἀποκλειστικότητος στήν ἀρχή τῆς
περιεκτικότητος.... Κατά τήν διάρκεια τῶν
ἐργασιῶν
τῆς Συνόδου στήν Κρήτη ἐλέχθησαν διάφορα παραποιητικά τῆς ἀληθείας,
[προκειµένου νά ὑποστηρίξουν
τό κείµενο] ὅσον
ἀφορᾶ
τόν ἅγιο Μάρκο τόν Εὐγενικό, τήν Σύνοδο τοῦ 1484 καί τό Συνοδικό κείµενο τῶν Πατριαρχῶν τῆς
Ἀνατολῆς,
τό 1848, σέ σχέση µέ τήν λέξη Ἐκκλησία
στούς ἀποκοµµένους Χριστιανούς ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία.
Ὁ
Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀναφέρει
ἀλλοῦ
ὅτι οἱ
υποστηρικτές τοῦ
κειµένου καί τῆς
ἀναγνωρίσεως τῆς «ἐκκλησιαστικότητος»
τῶν Δυτικῶν ὁµολογιῶν µεταχειρίστηκαν ἐπιθετικότητα καί πολλή πίεση χωρίς
νά λείψουν καί λόγια ἄσχηµα
ἐναντίον ὅσων ἦσαν
ἀντίθετοι.
2. Προώθηση
τοῦ Οἰκουµενισµοῦ
Εἴχαµε
ἀναφέρει προηγουµένως ὅτι ἕνας
ἀπό τούς σκοπούς αὐτῆς
τῆς «Συνόδου» ἦταν νά παγιώσει τή δέσµευση τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας στόν οἰκουµενισµό. Τό κείµενο αὐτό πού ἀφορᾶ
στίς σχέσεις µέ τούς Ἑτεροδόξους
κατορθώνει αὐτόν
τόν στόχο. Περιέχει θετικές ἀναφορές
γιά τό Παγκόσµιο Συµβούλιο Ἐκκλησιῶν πού ἔχουν γίνει µέ φανερό ἐνθουσιασµό.
Στήν παράγραφο 21 τοῦ
κειµένου διακηρύσσονται τά ἀκόλουθα:
Ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐπιθυµεῖ τήν ἐνίσχυσιν
τοῦ ἔργου
τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις» καί µετ’ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος παρακολουθεῖ τήν µέχρι τοῦδε θεολογικήν αὐτῆς
προσφοράν. Ἐκτιµᾶ θετικῶς τά ὑπ’αὐτῆς
ἐκδοθέντα θεολογικά κείµενα, τῇ σπουδαίᾳ συνεργίᾳ καί ὀρθοδόξων
θεολόγων, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογον
βῆµα εἰς
τήν Οἰκουµενικήν Κίνησιν διά τήν
προσέγγισιν τῶν
χριστιανῶν.
Ἡ
θετική καί µόνο ἀποτίµηση
τῶν κειµένων πού ἔχουν γίνει δεκτά ἀπό τό ΠΣΕ εἶναι ἀρκετή
γιά νά ἀπορρίψει ἕνας Ὀρθόδοξος
τό κείµενο «Σχέσεις τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας µέ τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσµον». Εἶναι
δυνατόν γιά µία Πανορθόδοξη Συνοδο νά βλέπει µέ θετικό τρόπο θεολογικά κείµενα
τοῦ ΠΣΕ, αὐτά τά συγκεκριµένα κείµενα πού εἶναι γεµάτα ἀπό αἱρετικές
προτεσταντικές ἀπόψεις
οἱ ὁποῖες ἔχουν
ὑποστεῖ
ἐπανειληµµένα κριτική ἀπό πολλές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες;
Στήν παράγραφο 19 τοῦ
κειµένου ἡ
Δήλωση τοῦ
Toronto τοῦ
ΠΣΕ ἀναφέρεται θετικά, σάν ἕνα θεµελιῶδες κείµενο γιά τήν ὀρθόδοξη συµµετοχή στό ΠΣΕ. Τί ἐκφράζει ὅµως αὐτή
ἡ δήλωση; Μεταξύ ἄλλων διακηρύσσει ὅτι τό ΠΣΕ περιλαµβάνει ἐκκλησίες πού ὑποστηρίζουν ὅτι :
· ἡ Ἐκκλησία
εἶναι οὐσιαστικά
ἀόρατη,
· ὑπάρχει µιά διάκριση µεταξύ τοῦ ὁρατοῦ καί ἀοράτου
σώµατος στήν Ἐκκλησία,
· τό
βάπτισµα τῶν
ἄλλων ἐκκλησιῶν εἶναι
ἔγκυρο καί ἀληθινό
· ὑπάρχουν «στοιχεῖα τῆς
ἀληθινῆς
Ἐκκλησίας» καί «ἴχνη τῆς
Ἐκκλησίας» σέ ἄλλα µέλη-ἐκκλησίες στό ΠΣΕ καί ἡ οἰκουµενική
κίνηση εἶναι βασισµένη σ’ αὐτό,
· ὑπαρχουν µέλη-ἐκκλησίες extra muros (ἐκτός τῶν τειχῶν) καί ὅτι
· αὐτές aliquo modo( κατά κάποιον
τρόπο) ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία καί ὅτι
· ὑπάρχει µιά «Ἐκκλησία ἐντός τῆς µιᾶς
Ἐκκλησίας».
Πάνω σ΄ αὐτό
τό θεµέλιο οἱ
Ὀρθόδοξοι συµµετέχουν στό ΠΣΕ, ἕνα ὀργανισµό,
στόν ὁποῖο
ἡ ἀντορθόδοξη
θεωρία περί «ἀοράτου
καί ὁρατῆς
Ἐκκλησίας» κυριαρχεῖ, ἀνατρέποντας
ὁλόκληρη τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία.
Ἡ
«Σύνοδος τῆς
Κρήτης εἶναι ἡ
µόνη Σύνοδος ἐπισκόπων
πού ἔχει ποτέ ἀναγνωρίσει, προωθήσει ἐπαινέσει καί ἀποδεχθεῖ τόν οἰκουµενισµό καί τό Παγκόσµιο
Συµβούλιο Ἐκκλησιῶν. Αὐτό
βρίσκεται σέ ἀντίθεση
µέ τή µαρτυρία τῆς
χορείας τῶν
Ἁγίων, στούς ὁποίους περιλαµβάνεται –µεταξύ πολλῶν ἄλλων
- καί ὁ µεγάλος γέροντας Ἐφραίµ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ ὁποῖος µετά ἀπό ἀποκάλυψη
πληροφορήθηκε ὅτι
ὁ οἰκουµενισµός
κυριαρχεῖται ἀπό
ἀκάθαρτα πνεύµατα.
Οἱ
συνέπειες εἶναι
τεράστιες : Τί ἐµπειρία
καί ἔµπνευση ἐξ Ἁγίου
Πνεύµατος θά µποροῦσαν
νά ἐκφράσουν στήν Κρήτη ὅταν βρίσκονται σέ ἀντίθεση µέ τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας;