Ό άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναλύει θαυμάσια την περικοπή
μέσα από την όλη εκκλησιαστική εμπειρία. Λέγει ότι οι δίκαιοι θα απολαύσουν την
Βασιλεία του Θεού όχι απλώς για μια μικρή ελεημοσύνη, την οποία επέδειξαν, αλλά
για την όλη τους αναγεννημένη ύπαρξη. Αυτό φαίνεται από τρία πράγματα.
Πρώτον, από το ότι αποκαλούνται πρόβατα. Με τον ορό
αυτόν δείχνει ότι είναι δίκαιοι, πραεϊς, επιεικείς και βάδισαν την ομαλή και
πεπατημένη οδό των αρετών, ακολούθησαν, δηλαδή, τον Χριστό, πού είναι ο
πραγματικός Ποιμήν των ανθρώπων. Και όχι μόνο τον ακολούθησαν, αλλά ομοιώθηκαν
με Αυτόν, πού είναι ο αμνός του θεοί. Αυτό σημαίνει και ότι τήρησαν σε όλη τους
την ζωή τις εντολές του Θεού, αλλά και ότι ήταν διαρκώς έτοιμοι «εις τον υπέρ
του καλού θάνατον». Από αυτούς άλλοι είναι υιοί του Θεού, επειδή είναι φύλακες
«της εκ Θεού μυστικής αναγεννήσεως», και άλλοι μισθωτοί, γιατί απέκτησαν την
Χάρη πάλι με τους ίδρωτες της μετανοίας και της ταπεινώσεως.
Δεύτερον, οι δίκαιοι έζησαν στην ζωή τους την αγάπη
πού είναι πλήρωμα νόμου, είναι η αρετή πού υπέρκειται όλων των άλλων αρετών και
αποτελεί την κεφαλή τους. Ή φιλανθρωπία είναι έκφραση του αναγεννημένου
ανθρώπου, ιδίως μάλιστα όταν ή φιλανθρωπία γίνεται μέσα στα πλαίσια της
φιλοθεΐας.
Τρίτον, οι δίκαιοι χαρακτηρίζονται και από την ταπείνωση. Γιατί, καίτοι ο Χριστός τους υπενθυμίζει τι έκαναν, αυτοί δεν το αισθάνονται. Ή ταπείνωση συνδέεται με την αγάπη. Οι δίκαιοι αισθάνονται ανάξιοι των επαίνων. Επομένως, οι δίκαιοι με όλα αυτά τα γνωρίσματα δείχνουν ότι ήταν ενωμένοι με τον Θεό, αναγεννημένοι πνευματικά. Το αντίθετο συμβαίνει με τους αμαρτωλούς, πού θα σταθούν στα αριστερά του Χριστού. Δεν καταδικάζονται απλώς για τις παραλείψεις μερικών μικρών έργων αγάπης και φιλανθρωπίας, αλλά για τους αντίθετους λόγους, για τους οποίους επαινέθηκαν οι δίκαιοι.

