Επιμέλεια
κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Περίληψη της
Ομιλίας
Εισαγωγή
(§1)
Ο Χρυσόστομος
αρχίζει με ρητορικό τόνο: έρχεται να εκπληρώσει την υπόσχεσή του να εξηγήσει
την απιστία του Θωμά. Ζητά από το ακροατήριο να συνεργαστεί και να «ικετεύσει»
τον Απόστολο Θωμά να «νευρώσει τη γλώσσα του» — δηλαδή να του δώσει έμπνευση
για την ερμηνεία.
Η Οικονομία
της Απουσίας (§2-3)
Ο Θωμάς
απουσίαζε όταν ο Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στους μαθητές με κλεισμένες
τις πόρτες. Αυτή η απουσία δεν ήταν τυχαία, αλλά θεία οικονομία:
«Ἡ ἀπομάκρυνση
τοῦ μαθητοῦ νὰ προξενήσῃ περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα»
Αν ήταν παρών,
δεν θα είχε αμφιβολίες → δεν θα ζητούσε να ψηλαφήσει → δεν θα ομολογούσε
«Κύριος καὶ Θεός» → δεν θα είχαμε διδαχθεί να δοξολογούμε έτσι τον Χριστό.
Η
Μεθοδολογία της Έρευνας του Θωμά
Ο Θωμάς δεν
αρνείται την αλήθεια από πείσμα, αλλά θέτει τις βάσεις μιας εμπειρικής
επαλήθευσης. Το αίτημά του κινείται σε τρία κλιμακούμενα επίπεδα:
Πρώτον, ζητά να
δει τα ίχνη των καρφιών στις παλάμες, επιζητώντας την οπτική επιβεβαίωση της
πραγματικότητας της Σταύρωσης. Δεύτερον, προχωρά στην απαίτηση να θέσει το δάχτυλό
του επί τον τύπον των ήλων, ώστε να βεβαιωθεί μέσω της αφής ότι η Ανάσταση δεν
είναι μια φανταστική ή πνευματική οπτασία, αλλά ένα γεγονός με υλική υπόσταση.
Τέλος, ζητά να βάλει το χέρι του στην πλευρά του Χριστού, επιδιώκοντας την
απόλυτη ταύτιση: ο αναστημένος Διδάσκαλος πρέπει να φέρει το ανεξίτηλο σημάδι
από τη λόγχη, αποδεικνύοντας πως είναι το ίδιο ακριβώς πρόσωπο που μαρτύρησε.
Η
Παιδαγωγική Αξία της Αμφιβολίας
Ο Ιωάννης ο
Χρυσόστομος, με την οξυδερκή του ματιά, δεν επιπλήττει τον Θωμά. Αντιθέτως, εγκωμιάζει
την επιμονή του. Χρησιμοποιεί τη φράση «Ἀγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου,
γιατί κόβει κάθε διχασμό», θέλοντας να δείξει πως η προσωρινή αμφιβολία ενός
ανθρώπου γίνεται το φάρμακο για την αμφιβολία όλων των υπολοίπων.
Σημείωση: Ο
Θωμάς λειτουργεί ως ο εκπρόσωπος του ορθολογισμού μέσα στον κύκλο των Μαθητών.
Η δική του «απιστία» είναι στην πραγματικότητα μια φιλότιμη αναζήτηση
βεβαιότητας.
Η Απιστία ως
Θεμέλιο Πίστης
Η στάση αυτή
μετατρέπεται σε «παιδαγωγικό εργαλείο» για την Εκκλησία και την ιστορία. Η
λεπτομερής εξέταση των σημαδιών του Χριστού από τον Θωμά αφαιρεί από κάθε
μεταγενέστερο σκεπτικιστή το επιχείρημα ότι οι Μαθητές υπήρξαν θύματα
ψευδαίσθησης ή εύπιστοι ακόλουθοι.
Με αυτόν τον
τρόπο, η ερευνητική διάθεση του Θωμά δεν γκρεμίζει την πίστη, αλλά την
οικοδομεί πάνω σε ακλόνητα, «ψηλαφητά» θεμέλια, καθιστώντας την εμπειρία του
μια παγκόσμια κληρονομιά βεβαιότητας.
Η Δεύτερη
Εμφάνιση του Χριστού (§9-13)
Μετά από οκτώ
ημέρες, ο Χριστός εμφανίζεται πάλι με κλεισμένες τις πόρτες. Απευθύνεται
απευθείας στον Θωμά, επαναλαμβάνοντας ακριβώς τα λόγια που είχε πει ο μαθητής:
«Βάλε τὸ
δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου»
Ο Χρυσόστομος
εκπλήσσεται από την ταπείνωση του Θεού: δεν περιμένει ο Θωμάς να πλησιάσει — ο
Χριστός τραβάει ο ίδιος το χέρι του μαθητή στις πληγές Του.
Η Θεολογία
των Πληγών (§14-17)
Οι πληγές του
Χριστού έχουν πολλαπλή λειτουργία:
- Αποδεικτική: κατά των Ιουδαίων που
θα αρνηθούν τη σταύρωση
- Θεραπευτική: «γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ
χτυπήματα τῶν δικῶν σας ψυχῶν»
- Εγγυητική: «ὁμήρους γιὰ τὸν
ξαναγεννημό σας», «ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας»
- Προστατευτική: «ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ
βυθὸ τοῦ Ἅδη»
Η Ομολογία
της Πίστεως (§18-20)
Αφού ψηλάφησε,
ο Θωμάς ξεσπά σε ύμνο:
«Κύριέ μου καὶ
Θεέ μου»
Ο Χρυσόστομος
αναλύει αυτή την ομολογία:
- Κύριος: ως άνθρωπος και φιλάνθρωπος
- Θεός: ως Θεός και Δημιουργός
Ο Θωμάς πλέον
αποκηρύσσει την περιέργεια και ασπάζεται την πίστη χωρίς εξέταση:
«Πιστεύω, δὲν
κάνω πιὰ ἔλεγχο. Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ»
Επίλογος
(§21)
Η ομιλία
κλείνει με δοξολογία: «Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι
δεδοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.»
Στην
συνέχεια δημοσιεύουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του λόγου.
---------------------------------------------------------------------------------------
¨…Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου. Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγουμένως; Δὲν εἶπες, ἂν δὲ δῶ μέσα στὰ χέρια τοῦ τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγῆκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲ ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι᾿ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. Γι᾿ αὐτὸ εἶμαι κοντὰ σας δεύτερη φορά, γι᾿ αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ἦρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω. Μὴ διστάσῃς λοιπὸν νὰ μάθῃς ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιτάξῃς καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγῃς νὰ βάλῃς τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά.
Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τὴν κακία τῶν ἐχθρῶν. Μὲ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καὶ δὲν ἀγανάκτησα καὶ δὲ θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἐξέταση; Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ τραυματίστηκαν γιὰ σᾶς, γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶν σὰς ψυχῶν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου καὶ συλλογίσου ἂν εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ θεληματικὰ σταυρώθηκε ἡ κάποιος ἄλλος. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ ἄφησα νὰ διατηροῦν τὰ σύμβολα τῆς Ἑβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μὲ τὴ συνηθισμένη ἀναίδειά τούς μοῦ ποῦν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι ἐμεῖς Κύριε, δὲ σὲ σταυρώσαμε, τότε θὰ δείξω σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μὲ πολέμησαν, τὰ χέρια μου μ᾿ αὐτὴ τὴ μορφὴ καὶ θὰ ντροπιάσω τοὺς Ἑβραίους μόλις τ᾿ ἀντικρύσουν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, καὶ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεώς μου μὴ νομίσῃς πῶς εἶναι μία φαντασία. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ὁμήρους γιὰ τὸν ξαναγεννημό σας.
Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας μέσα ἀπὸ τὸν τάφο. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη. Καμμιὰ χειμωνιὰ τῆς ζωῆς μὴ φοβηθῇς, καμμιὰ ζάλη τοῦ κόσμου ἂς μὴ σὲ ζαλίσῃ. Μὴ φοβηθῇς τὸ φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἂς μὴ σὲ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν.
Πέρνα μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατώντας τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστά σου σὰν λιμάνι τὸν οὐρανό. Ταξίδευε καὶ νὰ φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τὸ ναυάγιο. Περιγέλα τὸ θάνατο σὰ νεκρό, περίπαιζε τὴ φθορὰ σὰν ἀνίσχυρη. Ἀποδέχου γιὰ χάρη μου τὸ τέλος τῆς ζωῆς σὰν ἀρχὴ μιᾶς πιὸ ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Ἄντλησε μὲ τὸ χέρι σου ἀπὸ τὴ βρύση αὐτὴ τῆς ζωῆς τὸ νᾶμα ποὺ ποθεῖς, τὴ δίψα σου ἀνακούφισε. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Βάλε τὸ χέρι στὸ ἰατρεῖο τῆς πλάσης καὶ βγάλε τὸ φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας σου.
Δέχομαι ἄγγιγμα χεριοῦ ποὺ μ᾿ ἀγαπᾷ ἐγὼ ποὺ δέχτηκα τὴν πληγὴ τῆς λόγχης. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀγωνίζεσαι γι᾿ αὐτήν, γιὰ νὰ μπορεῖς ν᾿ ἀποκριθῇς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μὲ εἶδες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ μ᾿ ἀναγνώρισες καὶ μὲ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Γιὰ σένα τὴν ἄφησα ἔτσι ἐγὼ ποὺ θεράπευσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων. Πρόβλεψα σὰν Θεὸς ὅτι θὰ θελήσῃς νὰ τὴ δῇς ἔτσι καὶ βλέποντας τ᾿ ἀχνάρια τοῦ πάθους στὴν σάρκα μου θέλησα νὰ θεραπεύσῃς τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τὸ χέρι σου, καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου ποὺ τὴ φύλαξα ἔτσι μὲ κάποιο σκοπό. Ὅταν γυρίσω πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω σὲ θρόνο κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν νὰ ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι κατάματα τὰ ἔργα τῆς κακίας τους καὶ μόνοι τους ν᾿ αὐτοδικαστοῦν - καὶ μὴ φανῇς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Κακὸ ἡ ἀπιστία, κάνει τὸν νοῦ νὰ βουλιάξῃ. Ἢ πίστη τὸν ἀναρπάζει στὸν οὐρανό. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχή.
Ἡ πίστη σκορπᾷ
τὸ φῶς της στοὺς
λογισμούς. ἡ πίστη καὶ τὰ
ἀόρατα κατακάθαρα βλέπει, ὁ ἄπιστος
εἶναι σ᾿ ἄγνοια
ὁλοκληρωτική. Μὴ γίνῃς ἄπιστος
ἀλλὰ πιστός. Παραμέρισε τὸ
νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σὲ ὅλους
ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητάς μου. Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι
αὐτὸς ποὺ
μὲ συνάντησε καὶ εἶδε
τέτοια ὅπως ἐσύ. Ὅμοια μὲ
τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ
κάλεσα, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια
μ᾿ αὐτοὺς
ὁπλίσου. Ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι
εἶδαν, ὅμοια μ᾿ αὐτοὺς σὲ ἐμπιστεύθηκα
σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅμοια
μ᾿ αὐτοὺς
κήρυξε τὴ δύναμή μου. Μὴν πῶς πάλι, ἀφοῦ μὲ
εἶδες μία φορά. Ἂν δὲ δῶ
πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲ
θὰ πιστέψω. Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε
ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου. Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ
οὐράνιο κλῆμα ὅλα τὰ
κλαδιὰ καὶ τὰ
σταφύλια τοῦ ἐρεύνησε. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς,
ἀπ᾿ ὅπου
ἦρθα στὴ γῆ,
θ᾿ ἀνεβῶ,
ὅπου εἶμαι. Θ᾿ ἀνεβῶ μὲ
τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου
γιὰ χάρη σὰς κατέβηκα μὲ τὴ
θεία μου φύση. Θ᾿ ἀνεβῶ μ᾿
αὐτό μου τὸ σῶμα,
ἂν καὶ χωρὶς αὐτὸ ἦρθα
ἀπὸ κεῖ
κι ἔμεινα ἐκεῖ
πέρα. Θ᾿ ἀνεβῶ στοὺς
κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ
δική σας φύση, ἂν καὶ εἶμαι
στοὺς κόλπους τοῦ πατέρα. Τελείωσα τὸ ἔργο
μου γιὰ χάρη τοῦ ἔκανα
αὐτὴ τὴν
πορεία.
Ἀφοῦ ἄγγιξε
λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ
χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ
θεία πλευρὰ γέμισε ἀπὸ
δειλία καὶ ἀπὸ
χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ
ποὺ ἐπιθύμησε καὶ
ἀμέσως ξεσπᾷ σὲ
ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας. Κύριέ μου
καὶ Θεέ μου. Σὺ εἶσαι
ὁ Κύριος καὶ ὁ
Θεός. Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος
καὶ ὁ φιλάνθρωπος. Σὺ
εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης. Δὲν
κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ᾿ ἄρρωστα
μέλῃ, δὲν καῖς μὲ
τὴ φωτὰ τὶς
πληγές, δὲν μαζεύεις ἀπ᾿
τὰ βοτάνια τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους
τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς
ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης,
ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ
καταπονημένα μέλη. Ἔχεις
λόγο ποὺ εἶναι πιὸ κοφτερὸς
ἀπὸ τὸ
μαχαῖρι. Ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ᾿ τὴ
φωτιά. Ἔχεις βλέμμα ἀπ᾿
τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό.
Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις
χωρὶς κόπο τὸ δημιούργημά σου, σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῇς
μεταπλάθεις τὰ πλάσματά
σου. Σὺ κατὰ τὸ
θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες, τοὺς κουτσούς τους ἔκανες νὰ τρέχουν, τοὺς
παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεβάτια τους, τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ
πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι. Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ᾿
τὰ δημιουργήματά σου, μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ᾿
τοὺς ἐχθροὺς καὶ
ἀπ᾿ τοὺς
Ἑβραίους, τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα
σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.
Ἀναγνώρισα
τὸν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα
καὶ φύλακά μου, ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ
Κύριό μου. Ὦ Κύριέ μου καὶ Θεέ μου. Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν ἀνάληψη
ἀπὸ μέρους σου τῆς
φροντίδας μου, πιστεύω στὸν
προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στὰ
παθήματα τῆς σάρκας σου,
πιστεύω στὸν τριήμερο
θάνατό σου, πιστεύω στὴν ἀνάστασή σου. Λοιπὸν δὲν ἔχω
πιὰ περιέργεια. Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο.
Πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ
ζυγαριὰ τοῦ νοῦ. Πιστεύω, δὲν
ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου. Μὲ
δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα
νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο.
Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι
νὰ φιλονικῶ. Ἕνα
Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριό μου Χριστό. Ἂς εἶναι δεδοξασμένος καὶ
δυνατὸς στοὺς αἰῶνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου