Tο επίσημο ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟ
ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΟΥ Π.Σ.Ε
Έρευνα:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ, ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
ΜΕΡΟΣ -Η
1. Γενικά στοιχεία
Η Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών (ΠΣΕ) πραγματοποιήθηκε στην Καμπέρα της Αυστραλίας από 7 έως 20
Φεβρουαρίου 1991, με κεντρικό θέμα: «Έλθε, Άγιο Πνεύμα, ανακαίνισε την όλη
κτίση» («Come Holy Spirit, Renew the Whole Creation»). Η Συνέλευση αυτή
αποτέλεσε σημείο καμπής για τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με το ΠΣΕ, καθώς οι
Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι διαπίστωσαν μια «αυξανόμενη απομάκρυνση από τη βάση του
ΠΣΕ» και «απομάκρυνση από βιβλικώς θεμελιωμένες χριστιανικές κατανοήσεις» της Αγίας
Τριάδος, της σωτηρίας, του Ευαγγελίου και της φύσης της Εκκλησίας».
Το κλίμα έντασης επιδεινώθηκε από την κεντρική
ομιλία της καθηγήτριας Chung Hyun Kyung, η οποία εξίσωσε το Άγιο Πνεύμα με
πνεύματα της παραδοσιακής κορεατικής θρησκείας, προκαλώντας καταγγελίες για
συγκρητισμό από Ορθόδοξους και Ευαγγελικούς.
Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Παρθένιος (Ορθόδοξος
Ανατολικός) παρουσίασε την ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση για το Άγιο Πνεύμα,
τονίζοντας: «Όταν μιλάμε για το Άγιο Πνεύμα, μιλάμε για την Αγία Τριάδα. Δεν
υπάρχει Άγιο Πνεύμα χωρίς την Αγία Τριάδα».
Το κείμενο της επίκλησης της Δρος Τσανγκ Χιούνγκ Κιούνγκ,
Το κείμενο της επίκλησης της Δρος Τσανγκ Χιούνγκ Κιούνγκ, όπως
αυτό παρουσιάστηκε στη Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στην Καμπέρρα το 1991 και
καταγράφεται στις πηγές, έχει ως εξής:
|
«Με ταπεινή
καρδιά και σώμα, ας προσέξουμε στις κραυγές της δημιουργίας και τις κραυγές
του πνεύματος εντός αυτής.
Μετά την
ολοκλήρωση αυτών των επικλήσεων, η Δρ Τσανγκ έκαψε τον κατάλογο με τα ονόματα
και σκόρπισε τη στάχτη στον αέρα υπό τη συνοδεία μουσικής. Το κάψιμο ήταν
μια συμβολική πράξη απελευθέρωσης και επικοινωνίας με τα πνεύματα των
θυμάτων, ενώ για την Ορθόδοξη πλευρά αποτέλεσε μια «φρικτή βλασφημία» και
«δαιμονική» εκτροπή από τη βιβλική διδασκαλία |
Οι άλλες «επαναστατικές» θεολογίες που
προωθεί το Π.Σ.Ε στην Καμπέρα
Σύμφωνα με τις πηγές, το Π.Σ.Ε. προωθεί μια σειρά
από «νέες» ή ριζοσπαστικές θεολογικές τάσεις, οι οποίες συχνά χαρακτηρίζονται
ως «τριτοκοσμικές θεολογίες». Αυτές οι θεολογίες αποκλίνουν από την
παραδοσιακή χριστιανική διδασκαλία και ενσωματώνουν κοινωνικοπολιτικά και
τοπικά πολιτισμικά στοιχεία.
Οι κυριότερες από αυτές τις θεολογίες που
αναφέρονται είναι:
- Μὶν Τζοὺνγκ θεολογία
(Minjung Theology): Πρόκειται για μια κορεατική
«πολιτική θεολογία απελευθερώσεως» που αναπτύχθηκε τις τελευταίες
δεκαετίες,. Χαρακτηρίζεται από τη μείξη χριστιανικών στοιχείων με τον σαμανισμό,
τον βουδισμό, τον κομφουκιανισμό και διάφορες πολιτικές
ιδεολογίες,. Εστιάζει στον αγώνα των καταπιεσμένων («Μὶν-τζοὺνγκ» σημαίνει λαός
ή μάζα) ενάντια στην πολιτική καταπίεση και την κοινωνική
περιθωριοποίηση,.
- Θεολογία
της Απελευθέρωσης: Αναφέρεται ως το ευρύτερο
πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η Μιντζούνγκ θεολογία, δίνοντας έμφαση
στην πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση,,.
- Φεμινιστική
Θεολογία: Προωθείται έντονα μέσα στο Π.Σ.Ε.,
με τις γυναίκες να διεκδικούν ηγετικές θέσεις και να επηρεάζουν τη
θεολογική κατεύθυνση,. Ένα παράδειγμα είναι η «Ασιατική γυναικεία
θεολογία», η οποία επιδιώκει να κατανοήσει το Ευαγγέλιο μέσα από τις
εμπειρίες των γυναικών της Ασίας και την τοπική κουλτούρα,.
- Θεολογία
του Διαλόγου: Αυτή η τάση, που υποστηρίχθηκε από
ορθόδοξους οικουμενιστές όπως ο Μητροπολίτης Γεώργιος Κόδρ, επιδιώκει να
θεμελιώσει τη θρησκευτική επικοινωνία με τις άλλες θρησκείες,
αναγνωρίζοντας «πνευματικό πλούτο» και «σωστικές ενέργειες» του Αγίου
Πνεύματος έξω από τον Χριστιανισμό,.
- Θεολογία
του Πλουραλισμού: Προτείνει την υπέρβαση του
«Χριστοκεντρισμού», υποστηρίζοντας ότι η σωτηρία δεν πρέπει να
περιορίζεται αποκλειστικά στον Ιησού Χριστό, αλλά να αναγνωρίζεται η
παρουσία του θείου και σε άλλες θρησκευτικές παραδόσεις,,.
Οι πηγές αναφέρουν ότι αυτές οι «νέες θεολογίες»,
προωθούνται από ορισμένους κύκλους εντός του Συμβουλίου προκειμένου να καταστεί
δυνατός ο διαθρησκειακός διάλογος, γεγονός που προκαλεί ανησυχία για τη
δημιουργία ενός «νεφελώδους θεολογικού συγκρητισμού.
(πηγή.:Μητροπολίτη Κυπριανού: Παγκόσμιο Συμβούλιο
Εκκλησιών και Διαθρησκεική κίνησις)
|
Σύμφωνα με
τον επίσημο κατάλογο συμμετεχόντων της 7ης Συνέλευσης του Παγκοσμίου
Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στην Καμπέρα (1991), ο οποίος περιλαμβάνεται στην
επίσημη έκθεση "Signs of the Spirit", μπορούμε να επαληθεύσουμε
πλήρως την παρουσία των τεσσάρων από τα οκτώ πρόσωπα που αναφέρετε ως
επίσημων αντιπροσώπων (delegates) της Εκκλησίας της Ελλάδος:
Επιπλέον
μέλη της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος (1991): Από τις
πηγές προκύπτει ότι στην επίσημη αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην
Καμπέρα συμμετείχαν επίσης οι:
Σημειώνεται ότι στην ίδια Συνέλευση
συμμετείχε και η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία με δική της
αντιπροσωπεία, την οποία αποτελούσαν ο Αιδεσιμότατος Νικόλαος Στεφανίδης
ως αντιπρόσωπος και ο Δημήτρης Μπούκης ως νεανικός αντιπρόσωπος |
Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέβαλαν
ξεχωριστή δήλωση , εκφράζοντας ιδιαίτερες ανησυχίες και θέτοντας το ερώτημα αν
είχε έρθει η ώρα για επανεξέταση των σχέσεων των Ορθοδόξων Εκκλησιών με το ΠΣΕ.
|
3.
Συμμετέχοντες από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Σύμφωνα με
τον επίσημο κατάλογο των συμμετεχόντων στην 7η Συνέλευση του
Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Καμπέρα (1991), η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού
Πατριαρχείου ήταν πολυπληθής και αποτελούνταν από τα εξής πρόσωπα: Επίσημοι
Αντιπρόσωποι (Delegates) Συνολικά
αναφέρονται 17 επίσημοι αντιπρόσωποι (με δικαίωμα ψήφου), οι οποίοι
εκπροσωπούσαν διαφορετικές επαρχίες του Θρόνου ανά τον κόσμο:
Άλλες
Κατηγορίες Συμμετεχόντων Εκτός από
τους επίσημους αντιπροσώπους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε επίσης
από:
Αξίζει να
σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης είχε κεντρική θεολογική
συμβολή στις συζητήσεις, τονίζοντας ότι το Άγιο Πνεύμα δεν πρέπει να
συγχέεται με τις ανθρώπινες ψυχολογικές εμπειρίες, αλλά να λατρεύεται ως
Κύριος που αποκαλύπτει την αλήθεια ---------------------------------------------------------------------------- Οι πηγές
στις οποίες βασίστηκαν οι πληροφορίες για τη συμμετοχή του Οικουμενικού
Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στην 7η Συνέλευση του ΠΣΕ στην
Καμπέρα (1991), καθώς και για τη συμβολή του τότε Μητροπολίτη Βαρθολομαίου:
Αυτές οι
πηγές τεκμηριώνουν τα πρόσωπα και τα γεγονότα που συζητήσαμε, επιβεβαιώνοντας
τη χρονική σειρά των γεγονότων του 1991. |
ΟΡΘΟΔΟΞΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΕΡΑΣ
Η 7η Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών (ΠΣΕ) στην Καμπέρα το 1991 δεν αποτέλεσε απλώς μια αποτυχία, αλλά ένα
«θανάσιμο αμάρτημα» και ένα σημείο συγκρητιστικού εκφυλισμού για τον ορθόδοξο
κόσμο.
Οι βασικοί πυλώνες αυτής της κριτικής, όπως
προκύπτουν από τις πηγές, επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
1. Η Πρόκληση του Συγκρητισμού και η
«Βλασφημία» της Καμπέρας.
Η ορθόδοξη κριτική θεωρεί τη Συνέλευση της Καμπέρας ως
την απόλυτη επιβεβαίωση ότι το ΠΣΕ μετατράπηκε σε έναν πανθρησκειακό οργανισμό.
Το κεντρικό γεγονός που προκάλεσε την οργή των παραδοσιακών κύκλων ήταν η
παρουσίαση της Κορεάτισσας θεολόγου Chung Hyun Kyung, η οποία χρησιμοποίησε
στοιχεία κορεατικού σαμανισμού για να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα.
- Οι
επικριτές καταγγέλλουν τη σύγχυση του Αγίου Πνεύματος με «πνεύματα της
γης, του αέρα και της θάλασσας» ή πνεύματα νεκρών προσώπων, κάτι που
θεωρείται βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος και πνευματική τύφλωση.
- Υποστηρίζεται
ότι αυτή η προσέγγιση σχετικοποιεί πλήρως τη χριστιανική πίστη,
καθιστώντας την περιττή για τη σωτηρία του κόσμου.
2. Η Παραβίαση των Ιερών Κανόνων
(Συμπροσευχή)
Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της ορθόδοξης
κριτικής είναι η ρητή απαγόρευση
συμπροσευχής με αιρετικούς («Ου δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι»). Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στις λατρευτικές
συνάξεις της Καμπέρας παραβίασε κατάφωρα τους Αποστολικούς Κανόνες (όπως ο ΜΕ΄
και ο ΞΔ΄), οι οποίοι προβλέπουν καθαίρεση για τους κληρικούς και αφορισμό για
τους λαϊκούς.
3. Η Θεολογική «Προδοσία» και η Αλλοίωση
της Ορθόδοξης Μαρτυρίας
Οι αντι-οικουμενιστές κατηγορούν τους Ορθόδοξους
εκπροσώπους (τους οποίους αποκαλούν «Ορθόδοξους οικουμενιστές») ότι
νομιμοποιούν το ψεύδος παραμένοντας στο ΠΣΕ.
- Ασκείται
δριμεία κριτική σε προσωπικότητες όπως ο Μητροπολίτης Γεώργιος Khodr, ο
οποίος στην Άντις Αμπέμπα (1971) έθεσε τις βάσεις για τον διάλογο με άλλες
θρησκείες, αναγνωρίζοντας «πνευματική ζωή» εκτός Εκκλησίας, κάτι που
θεωρείται ότι «ποδοπάτησε κάθε σημείο της Πίστεως».
- Η
ίδια η συμμετοχή των Ορθοδόξων στην Καμπέρα θεωρείται ότι προετοίμασε το
έδαφος για έναν «ευρύτερο οικουμενισμό» (wider ecumenism), δηλαδή την
αποδοχή άλλων θρησκειών ως έγκυρων πνευματικών παραδόσεων.
4. Η Καταγγελία της «Οικουμενιστικής
Υποκρισίας»
Οι επικριτές καταγγέλλουν ότι οι Ορθόδοξοι ηγέτες,
ενώ στην Καμπέρα εξέφρασαν «έντονες ανησυχίες» για την απομάκρυνση από τη
βιβλική βάση του ΠΣΕ, στην πραγματικότητα δεν τόλμησαν να αποχωρήσουν. Θεωρούν
υποκριτική τη στάση των εκπροσώπων που χαρακτηρίζουν τους παραδοσιακούς πιστούς
ως «εξτρεμιστές» ή «σχισματικούς», ενώ οι ίδιοι επιδιώκουν την ενότητα με όσους
απορρίπτουν τα δόγματα της Εκκλησίας, την Παράδοση και την τιμή των Αγίων. Η
χρήση όρων όπως «Αδελφές Εκκλησίες» για τους ετεροδόξους χαρακτηρίζεται ως
θεολογικό ψεύδος που δημιουργεί σύγχυση στο πλήρωμα της Εκκλησίας.
5. Η Απόρριψη της «Φιλελεύθερης
Ατζέντας»
Η ορθόδοξη κριτική συνδέει τη θεολογική διολίσθηση της
Καμπέρας με την αποδοχή κοινωνικών ζητημάτων που είναι ξένα προς την Ορθοδοξία,
όπως η χειροτονία γυναικών, η συμπεριληπτική γλώσσα για τον Θεό και τα
δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων.
Υποστηρίζεται ότι το ΠΣΕ έχει καταληφθεί από μια
φιλελεύθερη προτεσταντική ηθική, η οποία επιβάλλει μια «οριζόντια»
κοινωνικο-πολιτική ατζέντα εις βάρος της «κάθετης» σωτηριολογικής αποστολής της
Εκκλησίας.
Άραγε,
μετά από όσα αναφέρθηκαν, είναι δυνατόν να θεωρείται νοσηρός φανατισμός η
αντίδρασή μας απέναντι στον Οικουμενισμό και η διακοπή της κοινωνίας μας με
τους ορθοδόξους Οικουμενιστές; Δεν γίνεται πλέον απολύτως σαφές
ότι πρόκειται για ζήτημα Πίστεως και διασφάλισης της ίδιας της Ορθόδοξης
υποστάσεώς μας, απέναντι στην πλημμυρίδα της πλέον ύπουλης αιρέσεως όλων των
εποχών;
Πώς επηρέασε η Συνέλευση της Καμπέρας
του Π.Σ.Ε. τη Σύνοδο της Κρήτης
Η Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στην
Καμπέρα το 1991 αποτέλεσε σταθμό επικίνδυνης απόκλισης από την ορθόδοξη
Εκκλησιολογία, αφού εκεί διατυπώθηκε η ιδέα της «κοινής μαρτυρίας» και της
«ενότητας» ερήμην της αλήθειας της Πίστεως. Το κείμενο της Καμπέρας, με τον
αμφίβολο τίτλο «Ελπίδα και Οπτασία», προέβη σε μια θεολογική εκτροπή,
αποδεχόμενο σχεδόν αδιακρίτως ποικίλες «χριστιανικές» ομολογίες, ακόμη και
εκείνες που έχουν απομακρυνθεί από την Αποστολική και Πατερική παράδοση, και
ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για τον συγκρητιστικό διάλογο με άλλες
θρησκείες.
Η επίδραση της Καμπέρας στη Σύνοδο της Κρήτης (2016)
είναι διακριτή και ανησυχητική. Η Σύνοδος, αντί να ομολογήσει τη μοναδικότητα
της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της μόνης πλήρους και ακέραιας Εκκλησίας του
Χριστού, υιοθέτησε μια γλώσσα ασαφή και συμβιβαστική, που θυμίζει έντονα το
πνεύμα της Καμπέρας. Η αναφορά σε «εκκλησιαστικές κοινότητες» αντί για
«αιρέσεις» και η αποδοχή του όρου «εκκλησίες» για ομολογίες που δεν
διαφυλάσσουν την Ορθόδοξη πίστη αποτελούν θεολογική υποχώρηση που ανάγεται στις
προϋποθέσεις που έθεσε το Π.Σ.Ε. από την εποχή εκείνη.
Ακόμη, η έμφαση που δόθηκε στη Σύνοδο της Κρήτης
στον «διάλογο» και στη «συνύπαρξη» με τον ισλαμισμό και τον ιουδαϊσμό, χωρίς
την αναγκαία ομολογία του αποκλειστικού σωτηριολογικού ρόλου της Ορθόδοξης
Εκκλησίας, αντανακλά την πνευματική κληρονομιά της Καμπέρας, όπου η
«δικαιοσύνη, ειρήνη και διαφύλαξη της κτίσης» υποκατέστησαν την κήρυξη της
μοναδικής σωτηρίας εν Χριστώ. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μια από τις
«εκκλησίες», αλλά η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Σύνοδος της
Κρήτης, υπό την επίδραση του Π.Σ.Ε., έχασε την ευκαιρία να ομολογήσει αυτή την
αλήθεια με θάρρος, παραδίδοντας αντί για αυτό ένα κείμενο που θυμίζει
περισσότερο πολιτικό συμβιβασμό παρά θεολογική ομολογία.
Η εμπειρία της Καμπέρας διδάσκει ότι ο οικουμενισμός
του Π.Σ.Ε. δεν επιδιώκει την ένωση εν τη αληθεία, αλλά τη συγχώνευση ερήμην
αυτής. Η Σύνοδος της Κρήτης, δυστυχώς, φάνηκε να ακολουθεί αυτό το μονοπάτι,
αδυνατώντας να διακρίνει την ουσιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθόδοξης
Εκκλησιολογίας και της πλουραλιστικής θεωρίας περί «εκκλησιών». Η αληθινή
ενότητα δεν επιτυγχάνεται δια των συμβιβασμών, αλλά δια της επιστροφής στην
κοινή πίστη των Αγίων Πατέρων. Η Σύνοδος της Κρήτης, υπό τη σκιά της Καμπέρας,
έχασε αυτή την ευκαιρία, αφήνοντας την Ορθοδοξία ανυπεράσπιστη απέναντι στις
θεολογικές εκτροπές του καιρού.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου