ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ,
ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΛΑΟ,
ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ
ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;
7-
Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗ ΛΙΜΑ (1982) ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ «ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΣ»
ΚΑΙ
Η ΣΤ΄ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ Π.Σ.Ε (Βανκούβερ,
1983)
Έρευνα:
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Η Συνέλευση της Λίμα (Ιανουάριος 1982)
αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της σύγχρονης
Οικουμενικής Κίνησης.
Πρόκειται για την Ολομέλεια της
Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) του Παγκοσμίου Συμβουλίου
Εκκλησιών (ΠΣΕ), η οποία συνήλθε στη Λίμα του Περού με σκοπό την οριστικοποίηση
των δογματικών συγκλίσεων μεταξύ των Χριστιανικών ομολογιών.\
ΟΙ
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
|
Στην
Ολομέλεια της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) στη Λίμα
του Περού (Ιανουάριος 1982), η Ορθόδοξος Εκκλησία εκπροσωπήθηκε από
επιφανείς ιεράρχες και πανεπιστημιακούς θεολόγους. Ανάμεσα στους συνέδρους
που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και έγκριση του ιστορικού κειμένου BEM (Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη), οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου
και της Εκκλησίας της Ελλάδος διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο. 1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Το
Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ηγετική παρουσία στις θεολογικές διαβουλεύσεις,
εστιάζοντας κυρίως στη διαμόρφωση της Ευχαριστιακής Θεολογίας και της δομής
της Ιερωσύνης:
2. Εκκλησία της Ελλάδος
Γενικές Πηγές & Επίσημα Πρακτικά της Λίμα
|
|
|
Η Επιτροπή «Πίστη και
Τάξη» και το Κείμενο της Λίμας (1982)
Η Επιτροπή «Πίστη και
Τάξη» (Faith and Order) αποτελεί τον θεολογικό πυρήνα της Οικουμενικής Κίνησης.
Το κείμενο που συντάχθηκε στη Λίμα του Περού το 1982, με τίτλο «Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (BEM), θεωρείται το πιο επιδραστικό οικουμενικό θεολογικό
κείμενο του 20ού αιώνα.
To κείμενο BEM (Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη) της Λίμα (1982) χωρίζεται σε 3 κύρια μέρη
και αποτελείται συνολικά από 108 αριθμημένα άρθρα (paragraphs),
συνοδευόμενα από επεξηγηματικά σχόλια (commentaries).
|
ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΒΕΜ ΜΕ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ Στο κείμενο BEM (Βάπτισμα,
Ευχαριστία, Ιερωσύνη) της Λίμα (1982), η «οικουμενιστική λογική»
αποτυπώνεται κυρίως μέσω της τεχνικής της «θεολογικής σύγκλισης»
(theological convergence) και της διφορούμενης ή συμπεριληπτικής γλώσσας. Ο στόχος των συντακτών ήταν να βρεθεί
ένα κοινό λεκτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε σε διαμετρικά αντίθετες θεολογικές
παραδόσεις (π.χ. Ορθόδοξοι, Ρωμαϊκοκαθολικοί, Προτεστάντες, Βαπτιστές) να
συνυπογράψουν το κείμενο. Αυτό οδήγησε στη συμπερίληψη
συγκεκριμένων άρθρων τα οποία επικρίθηκαν έντονα από συντηρητικούς και
ορθόδοξους θεολόγους ως «οικουμενιστικοί συμβιβασμοί» ή τεχνητή
εξίσωση ασύμβατων δογμάτων. ------------------------------------------------------------------------ 1. Άρθρα για το Βάπτισμα με Οικουμενιστική
Λογική
«Το βάπτισμα τελείται με νερό στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...» Η οικουμενιστική λογική: Εξισώνει την ορθόδοξη/αποστολική τριπλή κατάδυση και ανάδυση με τον δυτικό ραντισμό ή την επίχυση, θεωρώντας τον τρόπο τέλεσης «δευτερεύοντα τύπο» προκειμένου να γίνουν αποδεκτές όλες οι προτεσταντικές πρακτικές.
«...τόσο το βάπτισμα των νηπίων όσο και το βάπτισμα των πιστών (ενηλίκων) ενσαρκώνουν την ίδια μυστηριακή πραγματικότητα...» (Άρθρο 12) Η οικουμενιστική λογική: Επιχειρεί να συνταιριάξει δύο θεολογικά αντίθετες εκκλησιολογίες (την ιστορική εκκλησιαστική παράδοση του παιδοβαπτισμού με την αναβαπτιστική/ευαγγελική θέση περί βαπτίσματος μόνο μετά από ενήλικη ομολογία), παρουσιάζοντάς τες ως «συμπληρωματικές» εκφράσεις του ίδιου μυστηρίου.
«Η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι εγγενής στο βάπτισμα... είτε εκφράζεται με το χρίσμα είτε με την επίθεση των χειρών είτε με την αυξανόμενη εμπειρία της πίστης.» Η οικουμενιστική λογική: Σχετικοποιεί το Μυστήριο του Χρίσματος, προκειμένου να καλύψει τις προτεσταντικές ομολογίες που δεν τελούν Χρίσμα, υποβαθμίζοντάς το σε μια απλή «συμβολική πράξη» ή μετατοπίζοντάς το στη μεταγενέστερη εμπειρία του πιστού.
2. Άρθρα για την Ευχαριστία με
Οικουμενιστική Λογική
«Η Ευχαριστία είναι η ανάμνηση των μεγάλων έργων του Θεού... Η ανάμνηση δεν είναι απλή ανάκληση του παρελθόντος, αλλά η παρούσα πραγματικότητα της θυσίας του Χριστού...» Η οικουμενιστική λογική: Χρησιμοποιείται ο βιβλικός όρος «ανάμνηση» ως θεολογικό «γεφύρωμα». Έτσι, οι μεν Ορθόδοξοι και Καθολικοί διαβάζουν σε αυτόν την πραγματική αναιμάκτω θυσία, οι δε Προτεστάντες διαβάζουν μια συμβολική/αναμνηστική τελετή, αποφεύγοντας τον σαφή δογματικό προσδιορισμό (π.χ. μεταβολή, μετουσίωση/transubstantiation).
«Ο Χριστός είναι αληθινά παρών στην Ευχαριστία... Ο τρόπος της παρουσίας του Χριστού είναι μυστήριο...» Η οικουμενιστική λογική: Ενώ γίνεται λόγος για «αληθινή παρουσία», αποφεύγεται εσκεμμένα να αποσαφηνιστεί πώς και πότε τα Δώρα γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού, ώστε να γίνονται δεκτές τόσο οι ορθόδοξες όσο και οι λουθηρανικές (συνουσίαση) ή καλβινικές (πνευματική παρουσία) αντιλήψεις.
«Καθώς οι Εκκλησίες αυξάνουν στην κοινή κατανόηση της Ευχαριστίας... ενθαρρύνονται να ξεπεράσουν τα εμπόδια για την κοινή τράπεζα...» Η οικουμενιστική λογική: Προωθείται η ιδέα ότι η κοινή Ευχαριστία (intercommunion) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την επίτευξη της ενότητας, αντιβαίνοντας την ορθόδοξη αρχή ότι η Θεία Κοινωνία είναι η κορωνίδα και το αποτέλεσμα της πλήρους δογματικής ταύτισης.
3. Άρθρα για την Ιερωσύνη με
Οικουμενιστική Λογική
«Όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται να ανακαλύψουν τα χαρίσματά τους... Η ειδική ιερωσύνη υπάρχει για να υπηρετεί τη γενική ιερωσύνη των πιστών...» Η οικουμενιστική λογική: Υποβαθμίζεται ο μυστηριακός και οντολογικός χαρακτήρας της Ιερωσύνης (όπως τον αντιλαμβάνονται Ορθόδοξοι και Καθολικοί), παρουσιάζοντάς την περισσότερο ως «λειτουργική ανάθεση καθηκόντων» (office/function) για να ικανοποιηθεί η προτεσταντική εκκλησιολογία.
«Η Αποστολική Διαδοχή εκφράζεται πρωτίστως ως συνέχεια στην αποστολική διδασκαλία και πίστη... Η ιστορική διαδοχή των επισκόπων είναι ένα πολύτιμο σημείο, αλλά όχι η μόνη εγγύηση...» Η οικουμενιστική λογική: Αποσυνδέεται η Αποστολική Διαδοχή από την αδιάσπαστη αλυσίδα χειροτονιών των Επισκόπων, προκειμένου να αναγνωριστούν ως «έγκυρες» οι χειροτονίες των Προτεσταντικών Εκκλησιών που δεν διατήρησαν την ιστορική επισκοπική διαδοχή.
«Οι Εκκλησίες βρίσκονται σε διαφωνία όσον αφορά τη χειροτονία των γυναικών... Ορισμένες βλέπουν σε αυτήν μια νέα δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ άλλες θεωρούν ότι αντιβαίνει την Αποστολική Παράδοση...» Η οικουμενιστική λογική: Το κείμενο τηρεί στάση «ίσων αποστάσεων», αποφεύγοντας να καταδικάσει τη χειροτονία γυναικών ως δογματική εκτροπή, ώστε να μην διαταραχθούν οι σχέσεις ούτε με τις Προτεσταντικές/Αγγλικανικές Εκκλησίες (που τη χειροθετούν) ούτε με τις Ορθόδοξες/Καθολικές (που την απορρίπτουν). Συμπεράσματα: Η «οικουμενιστική λογική» των παραπάνω
άρθρων στηρίχθηκε στη χρήση «διφορούμενης γλώσσας». Αυτό διευκολύνει
τη συνύπαρξη διαφορετικών ομολογιών υπό το ίδιο κείμενο· εντούτοις, σύμφωνα
με την ορθόδοξη κριτική συγκαλύπτει τις πραγματικές δογματικές
διαφωνίες αντί να τις επιλύει.
|
Το BEM ήταν κείμενο σύγκλισης και όχι δογματική απόφαση.
Βάπτισμα: Αναγνωρίστηκε η θεμελιώδης ενότητα του βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδας και η σύνδεσή του με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωάννης Ζηζιούλας υποστήριξε ότι τα όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν με τα όρια του Βαπτίσματος. Παρόλο που οι ετερόδοξοι βρίσκονται σε κατάσταση σχίσματος ή αίρεσης και δεν απολαμβάνουν την πληρότητα της εκκλησιαστικής ζωής (αφού λείπει η πλήρης ευχαριστιακή κοινωνία), το Βάπτισμά τους στο όνομα της Τριάδας δεν είναι «κενό περιεχομένου». Δημιουργεί μια «ελλειμματική» ή «τραυματισμένη» εκκλησιαστικότητα, η οποία αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πρέπει να στηριχθεί η προσπάθεια αποκατάστασης της ενότητας. Οι υποστηρικτές του διαλόγου υπενθυμίζουν ότι οι Ιεροί Κανόνες (π.χ. ο 7ος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο 95ος της Πενθέκτης) προέβλεπαν την αποδοχή ορισμένων αιρετικών/σχισματικών στην Εκκλησία «δι' επιρίψεως μύρου» ή ακόμα και μόνο με λιβέλλο (χειρόγραφη μετάνοια), χωρίς αναβάπτιση. Αυτό αποδεικνύει ότι η Εκκλησία αναγνώριζε ιστορικά κάποια μορφή «εκκλησιαστικότητας» ή εγκυρότητας στα μυστήρια των εκτός αυτής, κάνοντας χρήση της Ποιμαντικής Οικονομίας.
Ευχαριστία: Υπογραμμίστηκε η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας, με το μυστήριο να νοείται ως ανάμνηση της θυσίας, επίκληση του Πνεύματος και κοινωνία των πιστών. Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία (Ζηζιούλας, Αφανάσιεφ κ.ά.) τονίζει ότι η Εκκλησία φανερώνεται στην ολότητά της στη Θεία Ευχαριστία υπό τον Επίσκοπο. Ο διάλογος δεν αποσκοπεί σε μια «συνομοσπονδία εκκλησιών» (όπως φοβούνται οι επικριτές), αλλά στην υπέρβαση των ιστορικών διααιρέσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η κοινή μετοχή στο ίδιο Ποτήριο (Intercommunio), που είναι ο μόνος τελικός κριτής της ενότητας.
Ιερωσύνη: Εντοπίστηκε η δομή της διακονίας (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως ιστορικά διαμορφωμένη και απαραίτητη για την ενότητα.Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κειμένου. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) επηρέασε καταλυτικά τα κεφάλαια για την Ευχαριστία και την Ιερωσύνη.
ΟΡΘΟΔΟΞΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ
1. «Βαπτισματική
Θεολογία» & Μυστηριακός Συγκρητισμός : Η αναγνώριση
ενός «κοινού βαπτίσματος» μεταξύ όλων των Χριστιανών (ανεξαρτήτως δογματικών
διαφορών) θεωρείται θεολογικά απαράδεκτη. Η αποδοχή του βαπτίσματος των ετεροδόξων
θεωρείται ότι εισάγει μια «αόρατη ενότητα» ή εξισώνει την αλήθεια με την
αίρεση.
2. Δογματικός
Μινιμαλισμός :Η
προσπάθεια εξεύρεσης μιας «κοινής συνισταμένης» ή φράσεων «σύγκλισης» υποβαθμίζει τις ουσιαστικές δογματικές
διαφωνίες. Κείμενα τύπου BEM χρησιμοποιούν ασαφή ή διφορούμενη θεολογική
γλώσσα, ώστε να μπορούν να τα υπογράψουν ταυτόχρονα Ορθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί
και Προτεστάντες, θυσιάζοντας την ακρίβεια του δόγματος χάριν μιας επιφανειακής
ενότητας.
3. Θεωρία των «Κλάδων»
& Εκκλησιολογική Αλλοίωση :Η συμμετοχή στο
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) και η αποδοχή του ως χώρου «συνομιλίας
Εκκλησιών» νομιμοποιεί έμμεσα τη λεγόμενη «Θεωρία των Κλάδων» (Branch Theory). Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς «ένα τμήμα»
ή «ένας κλάδος» της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης, αλλά η πλήρης και μόνη
αυθεντική Εκκλησία του Χριστού. Συνεπώς, η αντιμετώπιση άλλων ομολογιών ως
«ισότιμων εκκλησιών» θεωρείται εκκλησιολογική εκτροπή.
4. Παραβίαση των Ιερών
Κανόνων (Συμπροσευχές): Η πρακτική πλευρά του οικουμενισμού
περιλαμβάνει κοινές προσευχές, λατρευτικές συνάξεις (όπως η «Λειτουργία της
Λίμα») και διαχριστιανικά συνέδρια. Οι
Αποστολικοί Κανόνες και οι αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων απαγορεύουν ρητά τη συμπροσευχή με
ετεροδόξους/αιρετικούςεπειδή οι πρακτικές αυτές αμβλύνουν το ορθόδοξο φρόνημα
των πιστών.
5. Υποβάθμιση της
Πατερικής και Μυστηριακής Ακρίβειας: Ειδικά για θέματα όπως
η Ιερωσύνη και η Ευχαριστία, υποστηρίζεται ότι οι προτεσταντικές ομολογίες
στερούνται αποστολικής διαδοχής και έγκυρης ιερωσύνης. Η προσπάθεια να
περιγραφεί η διακονία (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως απλώς «ιστορικά
διαμορφωμένη δομή» (όπως συχνά διατυπώνεται σε οικουμενιστικά κείμενα)
παραγνωρίζει τον μυστηριακό και αδιάσπαστο θεοσύστατο χαρακτήρα της Ιερωσύνης
στην Ορθόδοξη Παράδοση.
----------------------------------------------------------------------
Η
ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση (Βανκούβερ, 1983)
Η ΣΤ΄ Γενική
Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ (1983)
εστίασε στο κεντρικό θέμα: «Ιησούς Χριστός, η ζωή του κόσμου», δίνοντας
έμφαση στον εορταστικό χαρακτήρα, τη θεολογική θεμελίωση των αποφάσεων και την
κοινή πορεία των Εκκλησιών.
ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
|
Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για την άντληση των ονομάτων και των πληροφοριών σχετικά με τη συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Βανκούβερ 1983, Λίμα 1982 και Ειδική Επιτροπή) είναι οι εξής:
Εκκλησία της Ελλάδος Γενικές Βιβλιογραφικές Παραπομπές για
τη Συμμετοχή:
|
Οι
Προτεραιότητες του ΠΣΕ
Με βάση τις παραπάνω
διεργασίες, η Συνέλευση του Βανκούβερ έθεσε τις εξής προτεραιότητες για τη
μελλοντική δράση του ΠΣΕ:
- Κοινή διατύπωση της Αποστολικής
Πίστης στο σήμερα, ως θεμέλιο για την
ενότητα.
- Προώθηση οικουμενικών σχέσεων
σε όλα τα επίπεδα (μεταξύ Εκκλησιών, κοινοτήτων και οργανισμών).
- Συντονισμός και εντατικοποίηση της
θεολογικής έρευνας (σχέση Ευαγγελίου-πολιτισμού,
θεολογική θεμελίωση κοινωνικής ηθικής).
- Υποστήριξη των Εκκλησιών-Μελών στον
ευαγγελισμό και σαφής διακριτοποίηση από τον
προσηλυτισμό.
- Καταπολέμηση του ρατσισμού, της
οικονομικής εκμετάλλευσης, του μιλιταρισμού
και της ηθικής εκτροπής της επιστήμης/τεχνολογίας.
- Διαμόρφωση μίας νέας κοινωνικής
δομής, όπου κλήρος, λαός, άνδρες, γυναίκες, νέοι,
ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρία θα συνυπάρχουν ως ισότιμα μέλη μιας
οικογένειας.
Με τις προτεραιότητες
αυτές, η Συνέλευση επιδίωξε να επιφέρει μια ουσιαστική ισορροπία στη δράση του
ΠΣΕ, χωρίς να λείψουν και τα ψηφίσματα για θέματα διεθνούς επικαιρότητας (Νότια
Αφρική, Κεντρική Αμερική, Ειρηνικός, Λίβανος, Παλαιστίνη, Ιεροσόλυμα, Αφγανιστάν,
Κύπρος).
Οι
συνελεύσεις ΛΙΜΑ και ΒΑΝΚΟΥΒΕΡ και ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.
Η Σύνοδος στην Κρήτη
(2016) επηρεάστηκε καταλυτικά από τις εξελίξεις στον διαχριστιανικό διάλογο των
δεκαετιών του 1980, με επίκεντρο τη διάσκεψη της Λίμα (1982) και τη Ζ΄ Γενική
Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ (1983).
Στη Λίμα του Περού
διαμορφώθηκε το ιστορικό κείμενο «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (BEM -
Baptism, Eucharist and Ministry), το οποίο εισήγαγε την έννοια της
«συγκλίσεως» και της αμοιβαίας
αναγνώρισης του βαπτίσματος μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών. Η
ορθόδοξη θεολογική προετοιμασία για την Κρήτη έλαβε σοβαρά υπόψη τη γλώσσα και
τις παραδοχές της Λίμα, κάτι που αποτυπώθηκε στο τελικό κείμενο της Συνόδου
«Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», όπου
επιχειρήθηκε η αναγνώριση της «ιστορικής ύπαρξης» άλλων χριστιανικών Εκκλησιών
και Ομολογιών χωρίς παράλληλα να υποχωρήσει η Ορθοδοξία από τη δογματική της
αποκλειστικότητα.
Στη συνέχεια, στο
Βανκούβερ του Καναδά, το ΠΣΕ υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό τα πορίσματα της Λίμα,
προωθώντας τη λεγόμενη «Βαπτισματική Θεολογία» (Baptismal Theology)—την ιδέα
δηλαδή ότι όλα τα βαπτισμένα μέλη διαφόρων ομολογιών μοιράζονται ήδη μια
θεμελιώδη, αν και ατελή, χριστιανική ενότητα. Η εξέλιξη αυτή καθόρισε το
πλαίσιο συμμετοχής των Ορθοδόξων στον διαχριστιανικό διάλογο και επηρέασε τη
Σύνοδο της Κρήτης διπλά: αφενός επικυρώθηκε η συνέχιση της συμμετοχής στο ΠΣΕ
για τη μαρτυρία της αλήθειας, αφετέρου ξεκαθαρίστηκε ότι η συμμετοχή αυτή δεν
σημαίνει αποδοχή της «Θεωρίας των Κλάδων» ή εξίσωση της Ορθοδοξίας με τις άλλες
ομολογίες.
Τέλος, η γλώσσα που
διαμορφώθηκε στη Λίμα και το Βανκούβερ αποτελεί «δογματικός μινιμαλισμός»,
καλλιεργώντας έντονη καχυποψία γύρω από τα προσυνοδικά κείμενα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου