Επιμέλεια
κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Ο Ρώσος
Μητροπολίτης πρώην Βολοκολάμσκ κ. Ἱλαρίων γράφει τα εξής:
|
«Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ἡ στάση ἀπέναντι στοὺς αἱρετικοὺς ἦταν πολὺ αὐστηρή. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγόρευαν ὄχι μόνο τὴ συμμετοχὴ στὴν εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ τὴ συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς. Ἐν τούτοις δὲν πρέπει κάποιος νὰ ξεχνᾶ, ὅτι οἱ αἱρέσεις τῶν πρώτων αἰώνων, ὅπως ὁ Ἀρειανισμός, ὁ Σαβελλιανισμὸς καὶ ὁ Μονοφυσιτισμὸς ἀρνοῦνταν τὶς συμφυεῖς βάσεις τῆς χριστιανικῆς πίστης −τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁμοτιμία τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τριάδος, τὴν πληρότητα τῆς θείας καὶ ἀνθρώπινης φύσης στὸ Χριστό. Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ πεῖ κάποιος γιὰ τὶς σύγχρονες χριστιανικὲς ὁμολογίες, γιατὶ ἀποδέχονται τὰ θεμελιώδη δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανισμὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι κατὰ συνέπεια σὲ θέση, νὰ διακρίνει μεταξὺ αἱρετικῶν καὶ ἑτεροδόξων. Ὁ Ἅγιος Φιλάρετος τῆς Μόσχας θεωροῦσε, ὅτι εἶναι «ἄσπλαχνο καὶ ὄχι ὀρθό, τὸν παπισμό (δηλ. τὸν Καθολικισμό) νὰ τὸν τοποθετεῖ κανεὶς στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὸν Ἀρειανισμό». Κατὰ πολὺ λιγότερο εἶναι ὀρθὸ νὰ ἐφαρμόζει κανεὶς στοὺς σύγχρονους ἑτεροδόξους, αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ Πατέρες τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Συνόδων γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν αἱρετικῶν καὶ τὸ ἀνεπίτρεπτο τῆς κοινωνίας μὲ αὐτούς». ------------------------------------------------------------------------------ πηγη. Hilarion
Alfejev, Geheimnis des Glaubens. Einführung in die orthodoxe dogmatische |
Απο εκκλησιολογικης άποψης
ειναι σωστή η παραπάνω άποψη;
Α.Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης (συχνά κινούμενοι στον χώρο της οικουμενικής θεολογίας) χρησιμοποιούν τα εξής επιχειρήματα:
- Η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει
τους ετεροδόξους με «οικονομία» (επιείκεια), αναγνωρίζοντας στοιχεία
αλήθειας που έχουν διατηρήσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζεται μαζί
τους δογματικά.
- Εφόσον η Εκκλησία σε πολλές
περιπτώσεις δέχεται τους ετεροδόξους (π.χ. Καθολικούς ή κάποιους
Προτεστάντες) μέσω της «ομολογίας» και όχι μέσω αναβαπτισμού, αυτό
συνεπάγεται μια έμμεση αναγνώριση ότι διατηρούν έναν βαθμό
εκκλησιαστικότητας.
- Υποστηρίζουν ότι οι αποφάσεις των
Οικουμενικών Συνόδων για τους «αιρετικούς» αφορούσαν συγκεκριμένα πρόσωπα
και διδασκαλίες που ανέτρεπαν τη σωτηριολογική βάση της πίστης. Η μεταφορά
αυτών των αποφάσεων σε σύγχρονες ομολογίες που δέχονται το Σύμβολο της
Πίστεως θεωρείται από την πλευρά αυτή ως κατάχρηση της ιστορικής
εμπειρίας.
Β. Από την άλλη πλευρά, πολλοί θεολόγοι και
εκκλησιαστικοί κύκλοι θεωρούν τη θέση αυτή εκκλησιολογικά προβληματική για τους
εξής λόγους:
- Η επικρατούσα παραδοσιακή άποψη
τονίζει ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και δεν μπορεί να
«τεμαχίζεται». Κατά συνέπεια, όποιος βρίσκεται εκτός της Ορθόδοξης
Εκκλησίας (είτε λόγω δόγματος είτε λόγω σχίσματος) στερείται της
μυστηριακής χάριτος.
- Η διάκριση μεταξύ «αιρέσεως» και
«ετεροδοξίας» οδηγεί στον «θεολογικό σχετικισμό». Υποστηρίζουν ότι
οποιαδήποτε απόκλιση από το δόγμα, ακόμη και αν δεν αφορά άμεσα τον Χριστό
ή την Τριάδα, αλλοιώνει τη ζωή της Εκκλησίας και άρα εμπίπτει στην έννοια
της αίρεσης.
- Οι Ιεροί
Κανόνες που απαγορεύουν τη συμπροσευχή δεν είναι απλώς «πειθαρχικά μέτρα»
μιας συγκεκριμένης εποχής, αλλά δογματικά όρια που προστατεύουν την
ταυτότητα της Εκκλησίας. Θεωρούν ότι η αποδοχή της «ετεροδοξίας» ως κάτι
λιγότερο κακό από την «αίρεση» υπονομεύει την αποκλειστικότητα της
αλήθειας που πρεσβεύει η Ορθοδοξία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου