Από την εργασία του Φαναριώτη επισκόπου Κυρίλου (πρώην
Αβύδου και Μητροπολίτης Κρήνης και
Πατριαρχικός Έξαρχος Μελίτης από το 2021.) δημοσιεύουμε χαρακτηριστικά
αποσπάσματα από την εργασία του με τίτλο «Ἡ
Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση» , όπου φαίνεται
καθαρά η οικουμενιστική αντιμετώπιση της Κολυμπάριας Συνόδου 2016.Η δημοσίευση
έχει ως σκοπό ενημερωτικό και συγχρόνως διαλογικό, ώστε να αναιρεθούν οι
απόψεις που δημοσιεύονται.
π.Δ.Α
† Ἐπίσκοπος
Αβύδου Κύριλλος (Κατερέλος)Ἡ
Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης: Νέα Εκκλησιολογία ἢ Πιστότητα στὴν Παράδοση;
1. Εἰσαγωγικές
θεωρήσεις
Στὰ
Πρακτικὰ τῆς Ε΄ Οἰκουμενικής Συνόδου παρατίθενται τὰ ἑξῆς: «Δὲν πρέπει, οὔτε
νὰ τοποθετῆται ἡ ἐλπὶς τῆς Ἐκκλησίας
εἰς τοὺς ἀνθρώπους,
ὅταν εἶναι καλοί, οὔτε ὅταν εἶναι
κακοὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία
χάθηκε. Παρὰ ταῦτα ἐμεῖς
δεχόμαστε καὶ τὴ δική τους κατηγορία, ἀφοῦ
εἶναι ἀδελφοί μας. Καὶ ἐὰν
μπορέσουν νὰ μᾶς ἀποδείξουν
ὅτι εἶναι ἔνοχοι (αὐτοί,
τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν), ἐμεῖς
θὰ τοὺς ἀναθεματίσουμε
τὴν ἴδια ἡμέρα.
Τὴν Ἐκκλησία ὅμως,
τὴν ὁποία ὁ
Θεὸς μᾶς ὑπεσχέθη
καὶ μᾶς ἐδώρησε,
οὔτε την «πουλᾶμε», οὔτε τὴν
ἐγκαταλείπουμε».
Τὰ
παραπάνω βαρυσήμαντα λόγια ἀποδίδονται
στὸν Ἱερὸ
Αὐγουστῖνο στὰ πρακτικὰ
τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης ποὺ συνῆλθε τὸ
411 μ.Χ. Δὲν εἶναι ἀσφαλῶς
τυχαῖο ὅτι τὸ παραπάνω ἀπόσπασμα
διαβάστηκε στὴν Ε΄ Πράξη τῆς Οἰκουμενικής Συνόδου στὸ
γενικώτερο προβληματισμό της, ἐὰν
εἶναι δυνατὸς ὁ
ἀφορισμὸς καὶ κεκοιμημένων αἱρετικῶν.
Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης
Νικοπόλεως Μελέτιος, ὁ ὁποῖος
ἐξέδωσε τὰ Πρακτικὰ τῆς
Ε΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου, παρατηρεῖ σχετικά: «Τὰ λόγια αὐτὰ
τοῦ ἱεροῦ
πατρός, περιβεβλημένα μὲ τὸ κῦρος
τῆς ἐπικυρώσεώς τους ὑπὸ τῆς
Ε΄ Οἰκ. Συνόδου, εἶναι ὁδηγητικὰ
διὰ τὴν ὀρθὴν περὶ σχίσματος ἐκκλησιαστική
ἀντίληψιν καὶ πρέπει νὰ ἀποτελοῦν ὄχι
μόνον σαφῆ καὶ ἀναντίρητον
καταδίκην τῶν ἀποσχιστικῶν τάσεων τοῦ
τύπου τοῦ
παλαιοημερολογιτισμοῦ, ἀλλὰ
καὶ γνώμονα ἑρμηνείας τῶν σχετικῶν κανόνων τῆς
Συνόδου τῆς λεγομένης
Πρωτοδευτέρας».
Λίγο προηγούμενα στὴν
Ε΄ Οἰκουμενική Σύνοδο ἐξ ἀφορμῆς τῆς περιπτώσεως τοῦ
ἐπισκόπου Καικιλιανοῦ εἶχε
ἀναγνωσθεῖ ἕνα
ἄλλο ἀπόσπασμα τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου,
τὸ ὁποῖο
ἀφορᾶ καὶ
τὸν Καικιλιανό, ὁ ὁποῖος δὲν ἔγινε
ποτέ «προδότης» τῆς πίστης,
ἀλλὰ καὶ
ὅσους ἐξ αἰτίας αὐτοῦ εἶχαν
ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν
Ἐκκλησία: «κἂν ἀληθῆ δυνατόν δειχθῆναι τὰ παρ᾿
αὐτῶν ἀντιτεθέντα
Καικιλιανῷ καὶ ὑμῖν καὶ ἀποθανόντα
ἂν αὐτὸν
ἀναθεματίζομεν· ἀλλ᾿
ὅμως τὴν τοῦ Χριστοῦ
Ἐκκλησίαν, ἥτις οὐ ταῖς
φιλονίκοις δόξαις μεταβάλλεται ἀλλὰ ταῖς θείαις μαρτυρίαις βεβαιούται, δι οἱονδήποτε ἄνθρωπον καταλιπεῖν
οὐκ ὀφείλομεν».
Εἶναι
χρήσιμο νὰ ἀναφερθεῖ καὶ
ἕνα τρίτο ἀπόσπασμα ἀπὸ
τὸ ἔργο τοῦ
ἱεροῦ Αὐγουστίνου,
τὸ ὁποῖο
ἐπίσης κρίθηκε σκόπιμο νὰ ἀναγνωστεῖ στὴν ἴδια
πράξη τῆς Πέμπτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ
ὁποῖο εἶναι
ἐξ ἴσου σημαντικὸ
καὶ ὅπου ὁ
ἱερὸς πατὴρ
ἀποφαίνεται: «Ἐγὼ
εἶμαι μέσα στὴν Ἐκκλησία,
τῆς ὁποίας μέλη εἶναι
ὅλες ἐκεῖνες
οἱ Ἐκκλησίες, γιὰ
τὶς ὁποῖες
γνωρίζουμε ὅτι γεννήθηκαν
χάρις στοὺς μόχθους τῶν Ἀποστόλων...
Καὶ δὲν πρόκειται τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος νὰ ἐγκαταλείψω
τὴν κοινωνία μὲ αὐτὲς οὔτε στὴν
Ἀφρική οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ. Ἐὰν
δὲ μέσα σ αὐτὴ
τὴν κοινωνία ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ προδότες, (τοὺς
ὁποίους τώρα ἀγνοώ), ὅταν θὰ
μοῦ τοὺς φανερώσεις, ἐγὼ
θὰ τοὺς καταραστῶ ὄχι
μόνο μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ
καὶ μὲ τὴν
καρδιά. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν
θὰ ἀποκοπῶ
ἐξ αἰτίας μερικῶν
«νεκρῶν», ἀπὸ
τούς «ζῶντες», οἱ ὁποίοι
παραμένουν στὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας
αὐτῆς Ἐκκλησίας».
Εἶναι
προφανὲς ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ
λόγια τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου,
ἐπικυρωμένα μάλιστα μὲ τὴν
αὐθεντία τῆς Ε΄ Οἰκουμενικής Συνόδου, γιὰ κάποιους σήμερα δὲ
σημαίνουν ἀπολύτως τίποτα.
Εἶναι αὐτοὶ
ποὺ θεωροῦν ὅτι
δικαιούνται νὰ ὑπερβοῦν τὴ
συνοδικὴ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση καὶ αὐθεντία,
ὅπως αὐτὴ
ἐκφράστηκε τὸν Ἰούνιο
τοῦ παρελθόντος ἔτους στὴν Ἁγία
καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἔτσι ὥστε, εἴτε
νὰ θεωροῦν αὐτούς, οἱ
ὁποῖοι ὑπέγραψαν
τὶς ἀποφάσεις τους ὡς
αἱρετικοὺς καὶ προδότες τῆς
ὀρθόδοξης πίστης, εἴτε νὰ ἀποτειχίζωνται
καλώντας καὶ ἄλλους νὰ πράξουν τὸ
ἴδιο. Ἐκπλήσσεται κανεὶς νὰ διαπιστώνει ὅτι,
ἐντὸς καὶ
ἐκτὸς Ἑλλάδος,
ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ αὐτόκλητοι,
δογματολόγοι, ἐκκλησιολόγοι,
κανονολόγοι καὶ ἱστορικοί, κληρικοί, λαϊκοί,
μοναχοὶ καὶ μοναχές, ἄνθρωποι, στοὺς ὁποίους
διαπιστώνεις πολύ συχνὰ ὄχι μόνο ὅτι τοὺς
λείπει ἡ στοιχειώδης
θεολογική παιδεία, ὥστε νὰ μὴ
χρειάζεται νὰ προσέξεις τὴ γνώμη τους, ἀλλὰ
τοὺς λείπει καὶ ἐκείνη
ἡ πνευματική συγκρότηση καὶ ἀκτινοβολία,
ὥστε νὰ προβληματισθεῖς γιὰ τὴν
ὀρθότητα τῶν δικῶν σου ἀπόψεων
καὶ νὰ βοηθηθεῖς πνευματικὰ
καὶ στὴν δική σου ἀδυναμία.
Ὅταν τὸ ἕνα
ἀπὸ τὰ
δύο ἢ καὶ τὰ
δύο αὐτὰ ἐλλείματα
συνδυαστοῦν καὶ μὲ
τὴν ἔλλειψη τοῦ
κοινοῦ νοῦ, τότε ή κατάσταση φαντάζει
δύσκολα θεραπεύσιμη. Ὅταν
λείπει ἡ αὐτογνωσία ἢ χριστιανικά εἰπωμένο
ἡ ταπείνωση, τότε θυμᾶσαι ἢ τὸ
τοῦ Θουκιδίκη στὸν ἐπιτάφιο
τοῦ Περικλῆ, «ἀμαθία μὲν
θράσος, λογισμὸς δὲ ὅκνον
φέρει» ἢ τὸ γνωστὸ καὶ
στὴν περίπτωση περισσότερο
κατάλληλο χωρίο, «μωραίνει Κύριος, ὃν
βούλεται ἀπολέσαι». Ἂν ὅμως
περισσότερο ὅλων ἐπιτυχὲς εἶναι
τὸ τοῦ Ἀπ.
Παύλου: «...φάσκοντες εἶναι
σοφοὶ ἐμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22). Ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ
ἀξία τοῦ βιβλικού χωρίου δὲν αἴρεται, κυρίως ὅταν,
γενικῶς ὑπάρχει μὲν ἢ
θὰ ἔπρεπε νὰ
ὑπάρχει ή θεολογική
παιδεία, πρυτανεύει ὅμως ή ἀλαζονεία.
Εἶναι στ᾿ ἀλήθεια
οἱ συγκροτήσαντες τὴν Ἁγία
καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐπίσκοποι, αἱρετικοί;
Εἶναι ὁ Κωνσταντινουπόλεως
Βαρθολομαίος, ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος, ὁ Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος,
ὁ Τιράννων Αναστάσιος, οἱ ὑπόλοιποι
Προκαθήμενοι, Μητροπολίτες καὶ
Ἐπίσκοποι τῶν Ὀρθοδόξων
Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχαν καὶ ὑπέγραψαν
τὰ κείμενα καὶ ἰδιαίτερα
τὸ κείμενο γιὰ τὶς
σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς
τὸ λοιπὸ Χριστιανικό κόσμο αἱρετικοί; Πῶς δὲ μπορεῖ
ταυτόχρονα νὰ διαφεύγουν τῆς κριτικῆς Ἐκκλησίες,
οἱ ὁποῖες
εἶχαν ὑπογράψει τὰ ἴδια
κείμενα ποὺ εἶχαν προετοιμασθεῖ στὶς προηγούμενες Προσυνοδικές Διασκέψεις -σε μια
«χειρότερη» γιὰ τοὺς τώρα ἀντιφρονοῦντες
ἐκδοχή, ὅπως θὰ δειχθεῖ
κατωτέρω καὶ εἶχαν συμφωνήσει στη σύγκληση τῆς Συνόδου, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ
τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸν Ἰανουάριο
τοῦ 2016, ἢ μὲ
Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες στὶς σχέσεις τους μὲ
τοὺς ἑτεροδόξους ξεπερνοῦν κατὰ πολὺ
τὰ ὅρια ποὺ
θέτει ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ
Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας καὶ ὅπως
καὶ αὐτὸ
θὰ δειχθεῖ παρακάτω;
Ἡ
βαρύτατη καὶ πολὺ ἄδικη
ταυτόχρονα κατηγορία εἶναι:
Ἡ ἀπόφαση τῆς
Συνόδου καταργεῖ τὴν Ἐκκλησιολογία
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καὶ δέχεται τὴν ὕπαρξη
Ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας,
Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Τὰ κείμενα τῆς Συνόδου δὲν ὁμιλοῦν γιὰ αἱρετικούς,
ἀλλὰ ἁπλὰ γιὰ ἑτεροδόξους.
Ἡ ἀποδοχή Ἐκκλησιῶν ἐκτὸς τῆς Μίας, Ἁγίας,
Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας
σχετικοποιεῖ τὴν ἀλήθεια
καὶ ὁδηγεῖ
διὰ τοῦ οἰκουμενισμοῦ στὴν Πανθρησκεία. Ἔχουν
σχέση τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας
καὶ Μεγάλης Συνόδου μὲ τὴ
βαπτισματική Θεολογία, τὴ
θεωρία τῶν κλάδων καὶ τὸν
Οἰκουμενισμὸ τῆς
ἐνσωμάτωσης;
2. ΙΕ΄ Κανόνας τῆς
Πρωτοδευτέρας (861)
Γιὰ αὐτοὺς
τοὺς κύριους λόγους, ἀπαντώντας θετικά στὰ παραπάνω ἐρωτήματα, κάποιοι σύγχρονοι
«μαχητές» ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας
καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς καθολικότητας, ταυτίζοντες ἑαυτοὺς μὲ
τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο,
τὸ Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή,
τὸ Θεόδωρο Στουδίτη, τὸ Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ καὶ πολλοὺς
ἄλλους, θεωροῦν, ὅτι μποροῦν
νὰ ἐπικαλοῦνται
τὸ δεύτερο σκέλος τοῦ ιε΄ κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδους (861)
τοῦ διαλαμβάνοντος «...Οἱ γὰρ
δι αἵρεσίν τινα, παρὰ τῶν
ἁγίων συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρὸς τὸν
πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτοὺς διαστέλλοντες, ἐκείνου τὴν αἵρεσιν
δηλονότι δημοσίᾳ
κηρύττοντος καὶ γυμνή κεφαλῇ ἐπ᾿ ἐκκλησίας
διδάσκοντος, οἱ τοιοῦτοι, οὐ μόνον τῇ
κανονική ἐπιτιμήσει οὐχ ὑποκείσονται,
πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτοὺς τῆς
πρὸς τὸν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλὰ
καὶ τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις
ἀξιωθήσονται».
Οἱ
σύγχρονοι «μαχητές» τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ
κατηγοροῦν τοὺς ἐπισκόπους
τους γιὰ αἵρεση, δὲν ὁδηγοῦνται οὐσιαστικὰ
σὲ ἀποτειχισμό, ὅπως
προβλέπει τὸ γράμμα, τὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ ἡ
ἑρμηνεία τοῦ συγκεκριμένου κανόνα, γιατὶ ὁ
κανόνας προβλέπει τὴν ἔξοδο ἀπὸ
μιὰ αἱρετικὴ Ἐκκλησία,
τῆς ὁποῖας
ἡγεῖται ἕνας
αἱρετικός Πατριάρχης καὶ τὴ
διακοπὴ τῆς κοινωνίας μαζί του μὲ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.
Ἐκεῖνοι, ἐνῶ προβαίνουν στὴν ἐκκλησιολογικὰ ἀπαράδεκτη
διακοπή τοῦ μνημοσύνου τοῦ Ἐπισκόπου,
στὸν ὁποῖο
ἀνήκουν –καὶ ὄχι
τοῦ Πατριάρχου, τὸν ὁποῖο οὕτως ἢ
ἄλλως δὲ μνημονεύουν καὶ δὲν
ὀφείλουν νὰ μνημονεύουν- ἐπιθυμοῦν νὰ
παραμένουν, νὰ λειτουργοῦν καὶ νὰ
κηρύττουν στὸν Ἱ. Ναό, στὴν Ἱ.
Μονὴ ἢ Σκήτη, ὅπου εὑρίσκονται,
προκειμένου νὰ
δραστηριοποιούνται στο ποίμνιο τοῦ
«αἱρετικοῦ» -ὑποτίθεται- ἐπισκόπου.
Ταυτόχρονα στὶς
πανομοιότυπες δηλώσεις «ἀποτείχισής»
τους -ὄχι τυχαία βεβαίως-
σπεύδουν νὰ δηλώσουν
κατηγορηματικὰ ὅτι δὲ δημιουργοῦν
σχίσμα, οὔτε προσχωροῦν σὲ κάποια ἄλλη
σχισματικὴ Ἐκκλησία. Ἔτσι η ὅλη
στάση τῶν "ἀνεπισκόπων" κληρικῶν ἔχει
περισσότερο το χαρακτήρα μιᾶς
διαμαρτυρίας πρὸς ἐπιβολὴ τῶν
θεολογικῶν τους ἀπόψεων παρὰ τὴ
δημιουργία σχίσματος μὲ
διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας,
ἐνῶ οὕτως
ἢ ἄλλως ἰσχύει
ἡ ἐπισήμανση καὶ
ἡ προτροπή τοῦ Ἁγ.
Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, «πᾶν γὰρ τὸ
ἀκέφαλον καὶ ἄναρχον
ἄτακτον καὶ στασιώδες, οὐ λυτρωθείημεν». Ἡ προσπάθειά τους αὐτὴ
ποὺ ἀνάγει στὴν
ἀντιφατικότητα τῶν προσώπων τους θυμίζει τὴ λαϊκή παροιμία, «καὶ ἡ
πίττα σωστὴ καὶ ὁ
σκύλος χορτάτος»!
Εἶναι
προφανὲς ὅτι, ἐὰν καὶ
ὅποτε ἤθελε ἐφαρμοστεῖ
ἡ ἀκρίβεια τοῦ
κανόνα στὸ πρῶτο του σκέλος, τότε ή διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου τοῦ
Πατριάρχου καὶ ἡ διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας
θὰ ἔπρεπε, ὅταν
αὐτὰ βεβαίως πράγματι συντρέχουν ὑπὸ
τὶς προϋποθέσεις ποὺ θέτει ὁ κανόνας, νὰ
ὁδηγοῦν στὴν καθαίρεση: «Ὥστε,
εἴ τις πρεσβύτερος ἢ ἐπίσκοπος
ἢ μητροπολίτης τολμήσειεν ἀποστῆναι τῆς
πρὸς τὸν οἰκεῖον
πατριάρχην κοινωνίας καὶ μὴ ἀναφέροι
τὸ ὄνομα αὐτοῦ, κατὰ τὸ
ὡρισμένον καὶ τεταγμένον ἐν τῇ θεία μυσταγωγία, ἀλλὰ πρὸ ἐμφανείας
συνοδικής καὶ τελείας αὐτοῦ
κατακρίσεως σχίσμα ποιήσει τοῦτον
ὥρισεν ἡ ἁγία
σύνοδος πάσης ἱερατείας
παντελῶς ἀλλότριον εἶναι, εἰ μόνον ἐλεγχθείη
τοῦτο παρανομήσας».
Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχει
προγενέστερη συνοδική καταδίκη τοῦ
Πατριάρχη γιὰ αἵρεση, ὁ κανόνας στὸ
πρῶτο του σκέλος δὲν μπορεῖ νὰ
ἔχει ἐφαρμογή. Προφανέστατα ὁ κανόνας δὲν ἔχει
ἐφαρμογή σὲ Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους
μὴ ὑπαγομένους στὴν
ἄμεση δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου, γιατὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ
ἐν λόγῳ Πρεσβύτεροι καὶ Ἐπίσκοποι
δὲ μνημονεύουν, οὔτε ὑποχρεούνται, οὔτε
δικαιοῦνται νὰ μνημονεύουν τοῦ ὀνόματος
τοῦ Πατριάρχου κατὰ τὴ
Θ. Λειτουργία. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, τὴν
ἔλλειψη δηλ. προγενέστερης
συνοδικής καταδίκης τοῦ
Πατριάρχου, οἱ σύγχρονοι
«αμύντορες» τῆς Ὀρθοδοξίας θεωροῦν (ἐσφαλμένα), ὅτι
δικαιούνται νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ
δεύτερο σκέλος τοῦ κανόνα
ποὺ δικαιολογεῖ τὸν
ἀποτειχισμό στὴν περίπτωση ποὺ ὁ
Πατριάρχης κηρύσσει τὴν αἵρεση «γυμνῇ τῇ
κεφαλῇ». Στὴν περίπτωση αυτή, ὅταν ὄντος πρόκειται για «ψευδεπίσκοπο καὶ ψευδοδιδάσκαλο» Πατριάρχη, στὴν πραγματικότητα «οὐ σχίσματι τὴν Ἐκκλησίαν
κατέτεμον, ἀλλὰ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν
ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ῥύσασθαι».
Στὴν
περίπτωσή μας κατ' ἀρχὴν οἱ σύγχρονες «ἀμύντορες»
τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ
ἔπρεπε ἀπαραιτήτως νὰ δείξουν, ποιὰ αἵρεση
κηρύσσεται ἀπὸ Πατριάρχη "γυμνῇ τῇ
κεφαλῇ" σήμερα, ποιὲς Συνόδους καὶ ποιοὺς Πατέρες καὶ
ποιὲς αἱρέσεις ἐννοεῖ
ἡ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε τὸ
861 καὶ ἐὰν σ᾽ αὐτὲς τὶς κατηγορίες μποροῦν
νὰ ἐντάσσωνται οἱ
σύγχρονοι ἑτερόδοξοι, (οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς
καὶ δὲν ὑπῆρχαν κατὰ τὸ
χρόνο θέσπισης τοῦ κανόνα, ἐνῶ
στὴν Ἀνατολὴ δὲν
εἶχε καταδικασθεῖ μέχρι τότε οὔτε ή κακοδοξία τοῦ Filioque, εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ
ὅτι ἀκόμα καὶ
κατὰ τὴ μεταγενέστερη Σύνοδο τοῦ 879/80 καταδικάζεται –ἐξ ἀφορμῆς βεβαίως τοῦ filioque- ἡ οἱαδήποτε
προσθήκη στὸ Σύμβολο
Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως καὶ
ὄχι αὐτὴ
καθ' ἑαυτὴ ἡ
περὶ Filioque διδασκαλία).
Οἱ ἐπικαλούμενοι σήμερα τὸν κανόνα δὲ διασποῦν τὴν
ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα
μὲ τὸ νὰ
ἐντάσσωνται ἢ νὰ
δημιουργοῦν μιὰ νέα (ὀρθόδοξη γι᾿
αὐτούς) Ἐκκλησία καὶ νὰ
καθίστανται ἀληθινὰ σχισματικοί, κάτι ποὺ δικαιολογείται στην περίπτωση
Πατριάρχου κηρύττοντος αἵρεση
«γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, δηλ. ἀπροκάλυπτα
καί "παρρησία", ὅπως
έρμηνευτικά παρατηρεῖ ὁ Ἅγ.
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Τὸ νὰ
θεωρεῖ κάποιος ὅτι ἡ προσπάθεια προσέγγισης τῶν ἑτεροδόξων
διὰ τοῦ διαλόγου συνιστᾶ αἵρεση,
αὐτὸ ὡς
ἐπιχείρημα στερεῖται σοβαρότητας. Περαιτέρω, εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἐφαρμογή
τόσο τοῦ πρώτου, ὅσο καὶ τοῦ
δευτέρου σκέλους τοῦ κανόνα
προϋποθέτει Πρεσβυτέρους, Ἐπισκόπους
καὶ Μητροπολίτες ὑπαγομένους στὴν ἄμεση
δικαιοδοσία τοῦ Πατριάρχου,
κάτι ποὺ δὲ συντρέχει στὴν περίπτωσή μας, ὅπως ἤδη ἔχει
μνημονευθεῖ.
Ὅλα αὐτὰ
σημαίνουν, ὅτι δὲ συντρέχουν τὰ πραγματικά γεγονότα ποὺ συνιστοῦν τὸν
εἰδικὸ ὅρο
ἄρσεως τοῦ ἀδίκου
τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
ἀδικήματος ποὺ περιγράφει ὁ ιε΄ Κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας στὸ τελευταῖο σκέλος του. Ήδη ἀπὸ τὴν
ἐποχὴ τοῦ
Ἁγίου Κυπριανοῦ Καρθαγένης, τὸν κατ᾿ ἐξοχὴν Θεολόγο τοῦ σχάσματος, ἡ ἔννοια
τοῦ σχίσματος καὶ ἡ
διάρρηξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας
εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν
δημιουργία ἑτέρας Ἐκκλησίας ἔξω ἀπὸ τὰ
κανονικὰ ὅρια τῆς ἤδη
ὑπαρχούσης. Τοῦτο ὁρίζει ἐπίσης
καὶ ὁ συναφὴς
πρὸς τὸν 15. κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας 31. κανόνας τῶν Ἀποστόλων,
ὁ ὁποῖος
γιὰ τὴν ἐφαρμογή
του ἀπαιτεῖ "...ὁ πρεσβύτερος καταφρονήσας τοῦ ἰδίου
Ἐπισκόπου ... θυσιαστήριον ἕτερον πήξη..."
Σχετικὰ
μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ ιε΄ κανόνα τῆς
Πρωτοδευτέρας σὲ σχέση μὲ τὴ
σύγχρονη συγκυρία μποροῦν νὰ γίνουν οἱ ἑξῆς παρατηρήσεις:
- Τὸ πλάτος τῆς γενικῆς ἐννοίας τῆς
αἵρεσης στὸν ιε΄ κανόνα δὲν μπορεῖ ἐξ ἀντικειμένου
νὰ περιλαμβάνει
μεταγενέστερες χρονολογικά κακοδοξίες. Εἶναι
ἀντικειμενικὰ ἀδύνατο νὰ
ἦταν αὐτὴ ἡ
βούληση τῶν Πατέρων τῆς Πρωτοδευτέρας, ἀφοῦ δὲν
ὑπῆρχαν μέχρι τότε οἱ σύγχρονοι ἑτερόδοξοι. Ἡ ἐφαμογὴ
τοῦ κανόνα προϋποθέτει
"αἵρεσίν τινα παρὰ τῶν ἁγίων
συνόδων ἢ Πατέρων
κατεγνωσμένην", ὅπως
ἦσαν οἱ ὑπὸ
τῶν προηγηθέντων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδικασθεῖσες αἱρέσεις. Κατὰ τὸ χρόνο τῆς
θεσπίσεως τοῦ κανόνα
(861) δὲν εἶχε συνοδικῶς καταδικασθεῖ οὔτε η κακοδοξία τοῦ Filioque, η ὁποία
ἀσφαλῶς ὑπῆρχε
στη Δύση. Ἐξ ἄλλου οὐδέποτε μιὰ τέτοια διδασκαλία ἔγινε δεκτή στὴν Ἀνατολή, ὥστε
νὰ ὑπάρχει η ὑποψία, ὅτι ὁ κανόνας θεσπίστηκε γιὰ τὸ
λόγο αὐτό. Δεδομένων τῶν περιορισμῶν καὶ τῶν
προϋποθέσεων που θέτει τὸ
δεύτερο σκέλος τοῦ
κανόνα καὶ δεδομένου τοῦ γεγονότος ὅτι η ἐπίκληση καὶ ἐφαρμογή του εἶναι
κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ
ήττον ἄγνωστη στὴν ἐκκλησιαστική γραμματεία, θὰ ἔπρεπε κανεὶς
νὰ μπορεῖ νὰ ἀποδείξει,
ὅτι ἀποτελοῦσε βούληση τῶν Πατέρων ποὺ τὸν θέσπισαν, νὰ
ἔχει ἐφαρμογὴ σὲ ὁποιαδήποτε
μεταγενέστερη «κατεγνωσμένη» κακοδοξία, κάτι ποὺ δὲν
μπορεῖ ποτὲ νὰ συμβεῖ,
ἀφοῦ μετὰ τὴ
Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο,
δὲν ὑπάρχει ἄλλη Οἰκουμενική Σύνοδο στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία,
ὥστε νὰ ἰσχύει ὁ
ἐξαιρετικὸς ὅρος ἄρσεως
τοῦ ἀδίκου καὶ στὴν περίπτωση αυτή.
- Σε
κάθε περίπτωση οἱ
Πατέρες τῆς
Πρωτοδευτέρας θέτοντας τὴν
προϋπόθεση τῆς
«κατεγνωσμένης» κακοδοξίας, ἔθεταν
ὡς ὅρο, εἴτε τὴν προϋπάρχουσα καταδίκη τῆς αἱρέσεως ἀπὸ Οἰκουμενική Σύνοδο, εἴτε τὴν
ὕπαρξη ἑνὸς Consensus Patrum, ἐὰν βέβαια οἱ
Πατέρες ποὺ ἐννοεῖ ὁ
κανόνας μποροῦν νὰ διακριθοῦν ἀπὸ
τοὺς Πατέρων τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων, πράγμα ποὺ δὲν ὑπάρχει σήμερα οὔτε
ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμηση
τοῦ ἐὰν οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ
εἶναι αἱρετικοὶ ἤ σχισματικοί, οὔτε
ὡς πρὸς τὸ γενικώτερο προσδιορισμὸ τῶν
σχέσεων μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, κατὰ
τρόπο ἑνιαῖο στὸν ὀρθόδοξο
χώρο. Σκοπὸς τῶν Πατέρων τῆς Πρωτοδευτέρας ἦταν η διασφάλιση τῆς ἑνότητας, γιὰ
τὴν ἀντιμετώπιση τῆς αἵρεσης καὶ
ὄχι ὁ διχασμὸς τῶν Ὀρθοδόξων
μεταξύ τους. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἔθεσαν
ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση αὐτὴ τὴν
ἀσφαλιστική δικλείδα. Ἐκτὸς τούτου ὁ
οἱοσδήποτε, ὁ ὁποῖος
ἐπικαλεῖται τὸ συγκεκριμένο κανόνα, θὰ ἔπρεπε κυρίως νὰ
μπορεῖ νὰ καταδείξει, ποιά κακοδοξία
τῶν ἑτεροδόξων ἔχει υἱοθετηθεῖ ἀπὸ
Πατριάρχη καὶ
κηρύσσεται δημοσίᾳ.
- Οἱ σήμερον ἀποτειχιζόμενοι –εὐτυχῶς ἐλάχιστοι–
δὲ δημιουργοῦν σχίσμα, ὅπως ἤδη ἔχει
ἐπισημανθῆ, διασπώντες τὴν ἐκκλησιαστική ἑνότητα,
γιατὶ κάτι τέτοιο
προϋποθέτει τὴν πήξη ἄλλου θυσιαστηρίου ἐκτὸς τῆς
κανονικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Καθηγητής Σπ. Τρωϊάνος ἐπισημαίνει: «Στενή σχέση μὲ τὸ σχίσμα ἔχει
τὸ ἀδίκημα τῆς παρασυναγωγῆς. Στὸ πρῶτο εἶναι
ἀναγκαία η παρουσία
μεταξὺ τῶν δραστῶν ἑνὸς
τουλάχιστον ἐπισκόπου,
ἐνῶ τὸ δεύτερο διαπράττεται ἀπὸ
πρεσβύτερο». Ὁ
Καθηγητής Γ. Πουλῆς ἀναφερόμενος στὸ σχίσμα παρατηρεῖ: «Τὸ ἰδιάζον
χαρακτηριστικό τοῦ ἀδικήματος αὐτοῦ εἶναι
ὅτι ὡς αὐτουργὸς
ἢ τουλάχιστον ὡς ἄμεσος συνεργὸς
νοεῖται κληρικὸς μὲ τὸ
βαθμὸ τοῦ ἐπισκόπου. Καὶ
τοῦτο προφανῶς, γιατὶ τὸ σχίσμα ἐμπεριέχει
μιὰ ἔστω ὑποτυπώδη ὀργανωτική
δομή, η ὁποία ἀναγκαίως γιὰ νὰ λειτουργήσει χρειάζεται ἐπίσκοπο προκειμένου νὰ καθιερώσει ναούς, νὰ χειροτονήσει κληρικούς
κ.λ.π. Διαφορετικά, ὅταν
κατὰ κανόνα τὴν αὐτουργικὴ
δράση ἀναπτύσσει
πρεσβύτερος, στοιχειοθετεῖται
τὸ κανονικό ἀδίκημα τῆς παρασυναγωγῆς». Οἱ ἀποτειχιζόμενοι, παρότι καὶ κατὰ τὴ
δήλωσή τους, δὲ
δημιουργοῦν σχίσμα, ἐπικαλοῦνται κανόνα ποὺ προϋποθέτει τὸ σχίσμα.
Τὸ ἴδιο κατὰ σαφέστατο τρόπο ἐπισημαίνει
καὶ ὁ ἀείμνηστος
Πρωτοπρεσβύτερος Εὐάγγελος
Μαντζουνέας: «Ἡ διαφορὰ μεταξύ σχίσματος καὶ Παρασυναγωγῆς κατὰ τοὺς
Ἱεροὺς κανόνας ἔγκειται
εἰς τὸν δράστην τοῦ κανονικοῦ ἐγκλήματος.
Οὕτως, ἐνῶ
τὸ σχίσμα διαπράττεται ὑφ᾽
ἑνὸς ἢ
πολλῶν Ἐπισκόπων μετὰ τῶν
ὑπ᾿ αὐτοὺς κληρικῶν καὶ
λαϊκῶν, η παρασυναγωγὴ τελεῖται οὐχὶ ὑπὸ Ἐπισκόπων
ἀλλ᾽ ὑπὸ Πρεσβυτέρων, οἵτινες ἐκτελοῦν
ἱεροπραξίας ἐν οἴκοις ἰδιωτικοῖς ἢ
δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν
ἴδιον Ἐπίσκοπον, μὴ μνημονεύοντες αὐτὸν
κατὰ τὰ ἐν
ταῖς τελεταῖς διατεταγμένα, ἔστω καὶ ἐν
τῇ περιπτώσει, καθ᾿ ἣν
οὗτος ὑπέπεσεν εἰς ἔγκλημα
ἢ αἵρεσιν πρὶν
ἢ καταδικαστῇ τελεσιδίκως. Διότι ὁ πρεσβύτερος φέρων τὸν β΄ τῆς Ἱερωσύνης
βαθμὸν δὲν δικαιοῦται νὰ
κρίνῃ καὶ καταδικάσῃ τὸν
Ἐπίσκοπον».
- Ἡ Πρωτοδευτέρα Σύνοδος ὡς αἱρετικοὺς
ἐννοεῖ κατ᾿ ἐξοχὴν τοὺς Εἰκονομάχους,
αὐτὸς δὲ εἶναι
ἄλλωστε ὁ λόγος γιὰ τοὺς ὁποῖους συνεκλήθη. Ἡ εἰκονομαχία ἀποτελοῦσε τότε κακοδοξία "παρὰ τῶν ἁγίων
συνόδων ἢ Πατέρων
κατεγνωσμένην". Ἡ
ἁπλῆ ἀνάγνωση τοῦ
κανόνα πείθει, ὅτι
στρέφεται κατὰ ὑπολοίπων «ζηλωτών» μοναχῶν καὶ κληρικῶν,
γιὰ νὰ προληφθεῖ ἐκ μέρους τους μιὰ
νέα εἰκονομαχικὴ ἀντίδραση. Ὁ
κανόνας δὲν προσβλέπει
σὲ μεμονωμένες
περιπτώσεις, ἀλλὰ σὲ μιὰ
διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἀπὸ ὁμάδες προσώπων, κάτι ποὺ δὲ
συντρέχει στὴν
περίπτωσή μας.
Οἱ
διεξαγωγή σήμερα κατόπιν πανορθοδόξων ἀποφάσεων
θεολογικών διαλόγων οὐδόλως
σημαίνει ὅτι η ὀρθόδοξη πλευρὰ υἱοθετεῖ τίς δογματικὲς ἀποκλίσεις
τῶν συνομιλητών της. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση δὲ
θὰ ἦταν ἀπαραίτητος
ὁ διάλογος. Ἐὰν ὁ θεολογικὸς
διάλογος μετὰ τῶν ἑτεροδόξων
καθ ἑαυτὸς ἀποτελεῖ "αἵρεση" καὶ
μάλιστα "παναίρεση", σ' "αὐτήν"
ἔχει περιπέσει η Ἐκκλησία καὶ οἱ
Πατέρες της ἀπὸ ἀρχαιοτάτων
χρόνων.
- Οὐδεμία κακοδοξία τῶν ἑτεροδόξων κηρύσσεται "δημοσίᾳ" ἀπὸ Πατριάρχη, ὅπως
ἀπαιτεῖ ὁ κανόνας. Σὲ
ὅ,τι ἀφορᾶ τὰ
ἐγκριθέντα κείμενα
στην Κρήτη, θὰ
καταδειχθεῖ κατωτέρω, ὅτι αὐτὰ
ὄχι μόνο δὲν συνιστοῦν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν παραδεδομένη δογματική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,
ἀλλὰ ἀντίθετα ἐμμένουν
σ᾽ αὐτή.
- Οἱ κανόνες ιγ΄, ιδ΄, καὶ ιε΄ τῆς Πρωτοδευτέρας ἀναφερόμενος στη διακοπή
μνημοσύνου, ὁ μὲν πρῶτος τοῦ
Ἐπισκόπου ὑπὸ πρεσβυτέρου ἢ
Διακόνου, ὁ δεύτερος
τοῦ Μητροπολίτου ὑπὸ τοῦ
Ἐπισκόπου καὶ ὁ τρίτος τοῦ
Πατριάρχου ὑπὸ Μητροπολιτῶν, Ἐπισκόπων καὶ
Πρεσβυτέρων, δικαιολογεῖ
μόνον, στὴν τρίτη
περίπτωση, δηλ. μόνο σὲ
περίπτωση αἵρεσης τοῦ Πατριάρχου τὴ διακοπή μνημοσύνου, ὑπὸ τοὺς
περιοριστικούὺς ὅρους, ὅτι αὐτὴ
εἶναι κατεγνωσμένη ὑπὸ Συνόδων καὶ
Πατέρων καὶ κηρύσσεται
δημοσία, παρρησία, «γυμνῇ
τῇ κεφαλῇ», ἀπὸ
ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
ὑποχρεούνται νὰ τὸν μνημονεύουν. Ὁ
13. κανόνας τῆς
Πρωτοδευτέρας -ὅπως καὶ 31. τῶν Ἀποστόλων, ὁ
ὁποῖος γιὰ τὴν ἐφαρμογή
του ἀπαιτεῖ ἐκτὸς
ἀπὸ τὴ διακοπή μνημοσύνου καὶ τὴ
δημιουργία σχίσματος, κάτι ποὺ
δὲ συντρέχει στὴν παροῦσα συγκυρία, εἶναι σημαντικός, γιατὶ ἀποκλείει κάθε αὐθαίρετη
πρὸ συνοδικής
καταδίκης πράξη ἐναντίον
τοῦ Μητροπολίτου ὑπὸ Πρεσβυτέρων ἢ
Μοναχῶν: «Ὁ γὰρ ἐν
πρεσβυτέρου τάξει τεταγμένος καὶ
τῶν μητροπολιτῶν ἁρπάζων τὴν
κρίσιν, καὶ πρὸ κρίσεως αὐτὸς κατακρίνων, ὅσο
τὸ ἐπ᾿ αὐτῷ, τὸν οἰκεῖον πατέρα καὶ ἐπίσκοπον, οὗτος
οὐδὲ τῆς τοῦ
πρεσβυτέρου ἐστὶν ἄξιος τιμῆς
ἢ ὀνομασίας. Οἱ δὲ τούτῳ
συνεπόμενοι, εἰ μὲν τῶν ἱερωμένων
εἶέν τινες, καὶ αὐτοὶ
τῆς οἰκείας τιμῆς ἐκπιπτέτωσαν· οἱ
δὲ μοναχοὶ ἢ λαϊκοί, ἀφοριζέσθωσαν
παντελῶς τῆς Ἐκκλησίας, μέχρις ἂν τὴν
πρὸς τοὺς σχισματικούς συνάφειαν
διαπτύσαντες, πρὸς τὸν οἰκεῖον
ἐπίσκοπον ἐπιστραφεῖεν».
Γιὰ τὴν κρίση τῶν Πρεσβυτέρων, οἱ
ὁποῖοι μεμονωμένα καὶ
αὐτοβούλως παύουν νὰ μνημονεύουν στη Θ. Λειτουργία τὸ Μητροπολίτη τους, ἀρκεῖ καὶ
μόνο η ἐφαρμογή τοῦ στ΄ Γάγγρας. Ἐκτὸς
αὐτοῦ τοῦ
κανόνα μπορεῖ νὰ ἔχει
ἐφαρμογή καὶ ὁ
31. κανόνας τῆς Πενθέκτης:
«Τοὺς ἐν εὐκτηρίοις οἴκοις,
ἔνδον οἰκίας τυγχάνουσι, λειτουργοῦντας ἢ βαπτίζοντας κληρικούς, ὑπὸ
γνώμην τοῦτο πράττειν τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου
ὁρίζομεν· ὥστε, εἴ τις κληρικός μὴ
τοῦτο παραφυλάξη,
καθαιρείσθω». (Ταυτόχρονα ὅμως
θὰ πρέπει νὰ τονίσει κανείς, ὅτι η ἐφαρμογὴ
τῶν κανόνων ἀνήκει στην κρίση τῆς Ἐκκλησίας
καὶ μόνον αὐτῆς,
η ὁποία ὀφείλει νὰ χρησιμοποιήσει κάθε ποιμαντικό μέσο πρὸς σωφρονισμό τῶν παρεκτραπέντων καὶ νὰ
διαπιστώσει, ἐάν, κατὰ περίπτωση, πληρούται η ὑποκειμενικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση
τοῦ ἀδικήματος).
Ὁ ιε΄
κανόνας τῆς Πρωτοδευτέρας, ὅπως ἤδη ἔχει
γραφεῖ, δὲν παρέχει δικαίωμα διακοπῆς μνημοσύνου Πατριάρχου σὲ πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν στη δικαιοδοσία ἄλλου Μητροπολίτου. Κάτι τέτοιο θὰ καταργοῦσε τὴν
καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας,
θεμελιώδη ἀρχὴ τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας. Εἶναι δηλ. προφανές, ὅτι οἱ Πατέρες τῆς
Πρωτοδευτέρας ἤθελαν νὰ ἀποτρέψουν
μιὰ καταχρηστικὴ ἄσκηση
τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου, γι᾿
αὐτὸ ἔθεσαν
τὸν ἐξαιρετικό ὅρο
ἄρσεως τοῦ ἀδίκου
μόνο στὴν περίπτωση ἑνὸς
αἱρετικοῦ Πατριάρχου, μόνο ὅταν η αἵρεση εἶναι
«κατεγνωσμένη», μόνο ὅταν αὐτῇ
κηρύσσεται δημοσία καὶ
μόνο, ὅταν η διακοπή
μνημοσύνου γίνεται ἀπὸ ἐκείνους,
οἱ ὁποῖοι
ἔχουν ὑποχρέωση νὰ τὸν
μνημονεύουν.
Ἐνῶ οἱ
ἱεροὶ κανόνες δὲν
παρέχουν σε Πρεσβυτέρους κανένα δικαίωμα νὰ
διακόπτουν τὸ μνημόσυνο τοῦ Μητροπολίτου τους γιὰ κανένα λόγο πρὸ συνοδικῆς αὐτοῦ καταδίκης (ιγ΄ Πρωτοδευτέρας),
τὸ ἐπιχείρημα τῶν
ἀποτειχιζομένων, ὅτι πράττουν αὐτό, ἐπειδή -ὑποτίθεται-
ὁ Μητροπολίτης τους εὑρίσκεται σὲ ἐπικοινωνία
μὲ ἄλλους –ὑποτίθεται-
«αἱρετικούς» Μητροπολίτες ἢ Πατριάρχες, εἶναι κανονικὰ ἀβάσιμο,
ἐὰν ὄχι φαιδρό. Ἀκόμα
καὶ ἐὰν θεωρηθεῖ,
ὅτι ὁ Μητροπολίτης τους (ἐπι)κοινωνεῖ μὲ
ἄλλους ὄντως αἱρετικούς Μητροπολίτες ἢ Πατριάρχες, δὲ
θὰ μποροῦσε ἀσφαλῶς
νὰ τοῦ καταλογισθεῖ τὸ
ἀδίκημα τῆς αἵρεσης, ἐπειδὴ δὲν
πληροῦται η ὑποκειμενικὴ ὑπόσταση
τοῦ ἀδικήματος τῆς
αἵρεσης, τοῦ Μητροπολίτου προφανώς εύρισκομένου
σὲ πλάνη.
Ἐφαρμόζοντας
ὅμως το «ἰδιοφυές» ἐπιχείρημα τῶν
«νεομολογητῶν» τῆς Ὀρθοδοξίας,
θὰ μποροῦσε, ἢ μᾶλλον
θὰ ἔπρεπε, καὶ
ὁ οἱοσδήποτε ρῶσσος,
βούλγαρος, γεωργιανὸς καὶ ἀντιοχειανός
πρεσβύτερος νὰ διακόψει τὴν ἐκκλησιαστική
κοινωνία μὲ τὸ δικό του Μητροπολίτη, γιατὶ ἐκεῖνος, ὁ Πατριάρχης καὶ
η Ἐκκλησία, στὴν ὁποία
ἀνήκει, ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία μὲ τοὺς
«αἱρετικούς» Πατριάρχες καὶ Μητροπολίτες τῶν ὑπολοίπων
10 αυτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν! Ὑπάρχει μεγαλύτερη παράνοια ἀπὸ
τὸ νὰ ὑποστηρίζει
κανεὶς κάτι τέτοιο; Ὑπάρχει ἔστω καὶ
μία τέτοια περίπτωση στὸν
κόσμο ὁλόκληρο; Γιατὶ οἱ
4 Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες συνεχίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὶς
ὑπόλοιπες 10, οἱ ὁποῖες συμμετείχαν στὴν Ἁγία
καὶ Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἐὰν οἱ 10 Προκαθήμενοι τῶν
Ἐκκλησιῶν ποὺ συμμετείχαν εἶναι
«αἱρετικοί»; Τόση η
παράνοια!!!
Ανεξάρτητα ὅμως
ἀπὸ τὴν
παντελῶς ἀτυχή ἑρμηνευτική προσέγγιση στὸν ιε΄ κανόνα τῆς
Πρωτοδευτέρας ἀπὸ τοὺς «αποτειχιζομένους», ὑπάρχει τὸ
σπουδαιότερο, ὑπάρχει τὸ πρόβλημα οὐσίας: Εἰσάγει η Ἁγία
καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης μιὰ νέα Ἐκκλησιολογία ἀποκλίνουσα
ἀπὸ τὴν
ὀρθόδοξη δογματική
διδασκαλία;
Εἶναι
σημαντικὴ η ἐπισήμανση τοῦ Ἁγ.
Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στο συνοδικό Τόμο τῆς Συνόδου τοῦ 1351: «...ἕτερόν ἐστὶν
η ὑπὲρ τῆς
εὐσεβείας ἀντιλογία καὶ ἕτερον
η τῆς πίστεως ὁμολογία· καὶ ἐπὶ μὲν
τῆς ἀντιλογίας οὐκ
ἀνάγκη περὶ τὰς
λέξεις ἀκριβολογεῖσθαι τὸν ἀντιλέγοντα,
ὡς καὶ μέγας φησὶ Βασίλειος, ἐπὶ
δὲ τῆς ὁμολογίας
ἀκρίβεια διὰ πάντων τηρεῖται καὶ ζητεῖται...».
Λίγο παρακάτω ὁ ἴδιος συνοδικός Τόμος ἐπισημαίνει: «...οὐδὲ
γὰρ περὶ τῶν
ὀνομάτων, κατὰ τὸν
Θεολόγον ζυγομαχήσωμεν, κίνδυνον οὐδένα
εἰδότες περὶ τὰς
λέξεις, ἕως ἂν ὁ
νοῦς ὑγιαίνειν δοκῇ... οὐ γὰρ
ἐν ῥήμασιν ἡμῖν, ἀλλ᾽
ἐν πράγμασιν η ἀλήθεια τε καὶ εὐσέβεια,
κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον». Ἀποδεικτέον λοιπὸν εἶναι, ἐὰν
τὰ κείμενα τῆς Συνόδου ἀκριβολογοῦν διὰ
τῶν λέξεων δηلوῦντες τὴν ἀλήθειαν
τῶν πραγμάτων καὶ ἐὰν
οἱ ὑπὲρ
τῆς «εὐσεβείας» ἀντιλέγοντες ὄχι
ἁπλὰ μόνο δὲν
ἀκριβολογοῦν, κάτι ποὺ θὰ
ἦταν ἐπιτρεπτό, ἀλλὰ
λανθάνουν.
Τα βασικά λάθη και αδυναμίες του κειμένου
1. Στρέβλωση της θέσης των αντιπάλων
Το κείμενο παρουσιάζει τους επικριτές της Συνόδου ως Αυτοκλήτους,
αμόρφωτους, αλαζόνες, Νεομάρτυρες που ταυτίζονται με τον Άγιο Αθανάσιο
(ειρωνικά, άτομα χωρίς «στοιχειώδη θεολογική παιδεία» και «πνευματική
συγκρότηση»
Αγνοεί ότι πολλοί από τους επικριτές της Συνόδου της
Κρήτης ήταν διακεκριμένοι θεολόγοι (π.χ. καθηγητές Πανεπιστημίων, μητροπολίτες,
αγιορείτες πατέρες).
2. Παρερμηνεία του ιε΄ Κανόνα της
Πρωτοδευτέρας
Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο κανόνας:
- Αφορά
μόνο Πατριάρχη που κηρύσσει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή»
- Προϋποθέτει
προγενέστερη συνοδική καταδίκη
- Δεν
έχει εφαρμογή σε μεταγενέστερες αιρέσεις
Τα λάθη:
- Ο
κανόνας δεν περιορίζεται σε προγενέστερες συνοδικές καταδίκες — μιλάει για
αίρεση «παρά των αγίων συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην», που μπορεί να
περιλαμβάνει και την αυθεντία των Πατέρων.
- Η
διάκριση «μεταγενέστερης αίρεσης» είναι τεχνητή: η αίρεση είναι αίρεση,
ανεξαρτήτως χρονολογίας.
- Ο
κανόνας δίνει το δικαίωμα αποτειχισμού σε όσους αποσχίζονται από
αιρετικό επίσκοπο — δεν το περιορίζει μόνο σε υποτακτικούς του Πατριάρχη.
3. Αυθαίρετη ερμηνεία του τι
συνιστά «σχίσμα»
Ο Κατερέλος υποστηρίζει ότι οι αποτειχιζόμενοι
κληρικοί δεν δημιουργούν σχίσμα επειδή δεν στήνουν «άλλο θυσιαστήριο» έξω από
την Εκκλησία. Αυτό είναι νομικιστική προσέγγιση. Το σχίσμα δεν απαιτεί
αναγκαστικά άλλο θυσιαστήριο — αρκεί η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ο ίδιος ο Άγιος Κυπριανός (που επικαλείται) ορίζει το σχίσμα ως διακοπή της
ενότητας, όχι αναγκαστικά ως δημιουργία νέας δομής.
4. Αποσιώπηση των ουσιαστικών
θεολογικών προβλημάτων
Το κείμενο αποφεύγει να απαντήσει σε συγκεκριμένες
κατηγορίες:
- Γιατί
το κείμενο της Συνόδου δεν ονομάζει τους ετεροδόξους «αιρετικούς» αλλά
«ετεροδόξους»;
- Γιατί
αναγνωρίζει «Εκκλησίες» εκτός της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής;
- Πώς
συμβιβάζεται αυτό με την εκκλησιολογία των Οικουμενικών Συνόδων;
Αντί ουσιαστικής απάντησης, επικαλείται τον Άγιο
Γρηγόριο Παλαμά για «ακρίβεια λέξεων» — αλλά ο Παλαμάς μιλούσε για δογματική
ακρίβεια, όχι για χαλάρωση της ορολογίας.
5. Αυτοαναιρούμενη λογική
Ο συγγραφέας επικαλείται τον Άγιο Αυγουστίνο για να
πει «δεν εγκαταλείπουμε την Εκκλησία». Αλλά ο ίδιος ο Αυγουστίνος διέκοψε
την κοινωνία με τους Δονατιστές επειδή ήταν αιρετικοί. Η παραπομπή είναι
επιλεκτική — αγνοεί ότι ο Αυγουστίνος υπερασπιζόταν την καθολικότητα της
αληθούς Εκκλησίας, όχι την ανοχή αιρέσεων.
6. Συγκάλυψη της πραγματικότητας
των «Εκκλησιών»
Το κείμενο ισχυρίζεται ότι τα κείμενα της Συνόδου
«δεν αποκλίνουν από την παραδεδομένη διδασκαλία». Αλλά:
- Η
Σύνοδος αναγνωρίζει «Εκκλησίες» στους ετεροδόξους — κάτι που ποτέ δεν
έγινε από Οικουμενική Σύνοδο.
- Η
ορολογία «ετερόδοξοι» αντί «αιρετικοί» είναι de facto αναγνώριση.
- Η
«βαπτισματική θεολογία» που αρνείται ότι εισάγεται, ήδη υπονοείται.
7. Αδικαιολόγητη επίθεση στην
εφαρμογή του κανόνα
Ο Κατερέλος λέει ότι «δεν υπάρχει προγενέστερη
συνοδική καταδίκη» — αλλά:
- Η
Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787) καταδίκασε το Filioque.
- Η
Σύνοδος του 879/80 καταδίκασε κάθε προσθήκη στο Σύμβολο.
- Οι
ετερόδοξοι έχουν καταδικαστεί επανειλημμένα από τοπικές Συνόδους.
Η απαίτηση για «νέα Οικουμενική Σύνοδο» είναι
προφασιστική — οι Πατέρες δεν περίμεναν νέα Σύνοδο για κάθε παραλλαγή αίρεσης.
8. Υποκρισία ως προς την «ενότητα»
Κατηγορεί τους επικριτές για διχασμό, αλλά:
Η ίδια η Σύνοδος της
Κρήτης ήταν μη πανορθόδοξη (απουσία Ρωσίας, Γεωργίας, Βουλγαρίας,
Αντιοχείας).
Οι υπογράφοντες δεν
εκπροσωπούσαν την πλειοψηφία της Ορθοδοξίας.
Ο ίδιος ο Οικουμενικός
Πατριάρχης είχε προβεί σε μονομερείς ενέργειες (Ουνία, Φινλανδία, Εσθονία,
Ουκρανία).
Διάβασα λίγες μόνον παραγράφους ἀπό τήν ἀρχήν αὐτῆς τῆς ἀναρτήσεως. Ἰδών ὅτι πρόκειται γιά ἄκρως ὑποκριτικόν καί αἱρετικόν κείμενον, ὅπως τό ἀνέμενα, σταμάτησα, διότι, πρῶτον, εἶναι νομίζω σπατάλη χρόνου νά διαβάζῃ κανείς τέτοια κείμενα καί, δεύτερον, ἡ ἀναίρεσις ὁλοκλήρου τοῦ κειμένου θ' ἀπαιτοῦσε πολλές σελίδες σχολίων, ὅπερ περιττόν, διότι καθ' ἥν στιγμήν ὁ συγγραφεύς εἶναι μέ τήν αἵρεσιν ἀλλ' ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι μέ τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, δέν βλέπω τόν λόγον νά σπαταλᾶται χρόνος καί σέ δευτερεύοντα ζητήματα. Ἐρωτῶ, λοιπόν, τόν κ. Κατερέλον:
ΑπάντησηΔιαγραφή(1) Ἔχει μετανοήσει δημοσίως πού πρό ἐτῶν στήν Γερμανίαν ἔφτυσε δημοσίως τόν Θεολόγον Ν. Σωτηρόπουλον ἐπειδή αὐτός ἐδίδασκε τήν Ὀρθοδοξίαν; Ἐάν ὄχι, τότε ποίαν ἀξίαν δύνανται νά ἔχουν τά ὅσα γράφει;
(2) Γνωρίζει ὅτι οἱ μή κεκριμένοι εἰσέτι αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἷς ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι καί αὐτός, δέν εἶναι κανονικοί, ἀλλά δυνάμει ἐκτός Ἐκκλησίας, διότι: (i) κατά τούς ἱ. Κανόνες, εἶναι «ψευδεπίσκοποι» (15ος Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας), ἤτοι «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζ', Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, τ. Γʹ, σ. 873), (ii) κατά τόν Δοσίθεον Ἱεροσολύμων (Δωδεκάβιβλος, βιβλίον Ζ', Κεφ. Η', τ. 4, σ. 116), ὡς αἱρετικοί, ὄχι μόνον δέν εἶναι Ἐπίσκοποι, ἀλλ' οὔτε κἄν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπερ συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογίαν τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσὶ» («Ἀναίρεσις Γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας», Ε.Π.Ε. 3), καί (iii) δέν ἔχουν ἀποστολικήν διαδοχήν (Δογματική Χ. Ἀνδρούτσου, ἔ.ἀ., σ. 281-282);
(3) Γνωρίζει ὅτι ἡ Ε' Οἰκ. Σύνοδος, τήν ὁποίαν ἐπικαλεῖται μέ Φαρισαϊκήν ὑποκρισίαν, ἀναθεματίζει ὅσους ἀρνοῦνται ν' ἀναθεματίσουν τούς αἱρετικούς, καί ἄρα ἡ Κολυμπάρεια «σύνοδος» εἶναι ὑπό τό ἀνάθεμα τῆς Ε' (καί τῆς Γ') Οἰκ. Συνόδου: (i) «εἰ τις μή ἀναθεματίζει Ἄρειον, Εὐνόμιον, Μακεδόνιον, Ἀπολινάριον, Νεστόριον, Εὐτυχέα, καί Ὠριγένην, μετά τῶν ἀσεβῶν αὐτῶν συγγραμμάτων ... ὁ τοιοῦτος ἀνάθεμα ἔστω» (Εʹ Οἰκ. Σύνοδος, ιαʹ ἀναθεματισμός, Πρακτικά, ἔ.ἀ., τ. Βʹ, σ. 343)ˑ (ii) «ὁ μή ἀναθεματίζων Νεστόριον, ἀνάθεμα ἔστω» (Πρακτικά, ἔ.ἀ., τ. Αʹ, σ. 575); Χρειάζονται κι' ἄλλα γιά νά ἰδῇς ὅτι εἶσαι ἐχθρός τοῦ Χριστοῦ, κ. Κατερέλε;
Πολυ καλα τα λετε αγαπητε μου κ. Χατζηνικολαου. Σημερα Γεμει η Εκκλησια ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ιδια αρχιερεων με Πρωτοκορυφαιον τον Παγκακιστον Βαρθολομαιον τον Αρχιτρομοκρατην του Πλανητου. Και ολοι αυτοι οι ουτιδανοι τον τρεμουν να μην πεσουν στην μηνυν του. Οι δε παντες οι αλλοι σιωπουν ή τον κολακευουν γλοιωδεδεστατα με αμοιβη τους δεσποτικους θρονους οπως και τον βρωμερο Κατερελο που τον διορισε εξαρχο Μαλτας.
ΑπάντησηΔιαγραφή