Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης.(Β)

 


Συνεχίζουμε την παρουσίαση της  τρίτης ενότητας  της εργασίας του επισκόπου Κυρίλου για την Σύνοδο της Κρήτης που  έχει τίτλο:ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΙ

(ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

 https://www.imdleo.gr/Synod/meta17/2017-07-03_Abydou-Synodos_Kritis.pdf

---------------------------------------------------------------------------------

Τα  βασικά Σημεία της ενότητας αυτής είναι τα παρακάτω.

1. Το Κριτήριο της Δογματικής Ακρίβειας (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Το κείμενο ξεκινά με μια βασική επισήμανση από τον Συνοδικό Τόμο της Συνόδου του 1351 (γραμμένο από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά), ο οποίος διαχωρίζει την «υπέρ της ευσεβείας αντιλογία» (θεολογική αντιπαράθεση/συζήτηση) από την «της πίστεως ομολογία».

Στη μεν συζήτηση/αντιλογία δεν υπάρχει απόλυτη ανάγκη να ακριβολογεί κανείς στις λέξεις (σύμφωνα και με τον Μέγα Βασίλειο). Αντίθετα, στην επίσημη ομολογία πίστεως, η ακρίβεια τηρείται και απαιτείται αυστηρά σε όλα.

Παραπέμποντας στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τονίζεται ότι δεν πρέπει να υπάρχει «ζυγομαχία» (μάχη) για τα ονόματα και τις λέξεις, εφόσον το νόημα («ο νους») παραμένει υγιές, διότι η αλήθεια και η ευσέβεια βρίσκονται στα πράγματα (στην ουσία) και όχι στα ρήματα.

2. Το Κανονικό Κριτήριο του «Αιρετικού» και οι Ρωμαιοκαθολικοί

Εξετάζεται η κατηγορία ότι το κείμενο της Συνόδου δεν αποκαλεί τους Ρωμαιοκαθολικούς (και τους Προτεστάντες) «αιρετικούς». Ο συγγραφέας επικαλείται τον στ΄ κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ορίζει ως αιρετικούς όσους έχουν παλαιότερα αποκηρυχθεί από την Εκκλησία ή αναθεματίστηκαν μεταγενέστερα.

Υποστηρίζεται ότι για να χαρακτηριστεί κάποιος επίσημα ως αιρετικός, προϋποτίθεται η επίσημη καταδίκη του από Οικουμενική Σύνοδο.

Σημειώνεται ότι για τους Ρωμαιοκαθολικούς έχουν υπάρξει καταδίκες επιμέρους δοξασιών τους από τοπικές Συνόδους (π.χ. η Σύνοδος επί Ι. Φωτίου το 879/80 για το Filioque, και οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του 1341, 1347, 1351 για την κτιστή χάρη), αλλά δεν υφίσταται μια γενική, επίσημη καταδίκη από Οικουμενική Σύνοδο.

Αναφέρεται η προσωπική γνώμη του κανονολόγου Θεοδώρου Βαλσαμώνα, λίγες δεκαετίες μετά το 1054, ο οποίος απέφευγε να αποκαλέσει τους Λατίνους «αιρετικούς», χαρακτηρίζοντάς τους απλώς ως «κακόφρονας» και κάνοντας λόγο για «σχίσμα» μεταξύ Ανατολής και Δύσεως λόγω δογματικών αιτιών.

3. Ιστορικά Παραδείγματα Χρήσης των Όρων «Αίρεση» και «Εκκλησία»

Το κείμενο παραθέτει συμβολικά κείμενα της Ανατολικής Εκκλησίας, όπου οι Δυτικοί καταδικάζονται μεν ως αιρετικοί, αλλά ταυτόχρονα τους αποδίδεται ο όρος «Εκκλησία»:

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (15ος αι.): Στην εγκύκλιό του χαρακτηρίζει τους Ρωμαιοκαθολικούς ως αιρετικούς λόγω του Filioque («ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν»). Παράλληλα όμως, δεν διστάζει να αποκαλέσει το περιώνυμο άθροισμα της Ρώμης ως «Δυτική Εκκλησία». Επίσης, δεχόταν τους προσερχόμενους Καθολικούς στην Ορθοδοξία μόνο με Χρίσμα Μύρου, παραλείποντας τον αναβαπτισμό (κατ' αναλογία του 7ου κανόνα της Β΄ Οικουμενικής).

Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως (1638): Καταδικάζει την «καλβινοφρονούσα» Ομολογία του Κυρίλλου Λουκάρεως ως αιρετική, αλλά στο ίδιο το κείμενο η Ορθόδοξη Εκκλησία αυτοπροσδιορίζεται ως «Ανατολική», υποδηλώνοντας την ύπαρξη μιας «Δυτικής Εκκλησίας».

Συνοδική Επιστολή (1836): Στρέφεται κατά των Προτεσταντών (Λούθηρου, Καλβίνου, Σβίγγλιου), αποκαλώντας τους «αιρεσιάρχες» και τους οπαδούς τους «Λουθηροκαλβίνους», ενώ την ίδια στιγμή κάνει λόγο για «Δυτική Εκκλησία».

Εγκύκλιος των Πατριαρχών της Ανατολής (1848): Χαρακτηρίζει τον Παπισμό ως αίρεση και τον εξομοιώνει με τον Αρειανισμό («έστι δε την σήμερον και ο Παπισμός»), εντούτοις σε πολλά σημεία της η Εγκύκλιος αποκαλεί τον Παπισμό «Εκκλησία».

Συνέδριο της Μόσχας (1948): Καταγγέλλει τη «διαφθορά της καινοδιαθηκικής διδασκαλίας» από τον Παπισμό και την εισαγωγή «καινοφανών δογμάτων», αλλά αποφεύγει τον ρητό χαρακτηρισμό τους ως αιρετικών και χρησιμοποιεί τον όρο «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία».

4. Η Σύγχρονη Μετάβαση στον Όρο «Ετερόδοξος»

Η Άρση των Αναθεμάτων (1965): Με τις Εγκυκλίους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1902, 1920), την άρση των αναθεμάτων του 1054 το έτος 1965 και τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις, αποφασίστηκε η έναρξη θεολογικών διαλόγων. Έκτοτε, οι Χριστιανοί της Δύσης ονομάζονται επίσημα «ετερόδοξοι».

Η Έννοια της «Ακοινωνησίας»: Κατά τον καθηγητή Βλ. Φειδά, η άρση των αναθεμάτων ήρε το κανονικό πλαίσιο της καταδίκης και μετέβαλε το οριστικό σχίσμα σε μια κατάσταση «ακοινωνησίας» (διακοπής κοινωνίας), έως ότου λυθούν οι δογματικές διαφορές. Ήταν μια πράξη με ψυχολογική σημασία για τη διευκόλυνση του διαλόγου, χωρίς να αποκαθιστά την πλήρη μυστηριακή κοινωνία.

Θεολογική Ταυτότητα των Όρων: Επισημαίνεται ότι στην αρχαία εκκλησιαστική γραμματεία (Μ. Αθανάσιος, Ιωάννης Δαμασκηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος, Ευσέβιος) οι όροι «αιρετικός» και «ετερόδοξος» χρησιμοποιούνταν αδιακρίτως και εναλλάσσονταν χωρίς εννοιολογική διαφορά για να δηλώσουν τη διαφοροποίηση στην πίστη.

Γιατί προτιμάται σήμερα το «Ετερόδοξος»:

Διότι ο όρος «αιρετικός» είναι ιστορικά αρνητικά φορτισμένος, προσβλητικός και παραπέμπει σε ομάδες που πολεμούσαν την ίδια την υπόσταση της Εκκλησίας.

Ο όρος «ετερόδοξος» δηλώνει μεν σαφώς τη δογματική διαφοροποίηση («άλλως δοκούντα»), αλλά κρατά μια πιο ουδέτερη στάση, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει κοινή πίστη σε θεμελιώδη θέματα, και επιτρέπει τη διεξαγωγή διαλόγου «επί ίσοις όροις» και με σεβασμό στη διαφορετική άποψη.

5. Η Σύγχρονη Ρωσική Θεολογική Άποψη (Μητρ. Ιλαρίων)

Η Διαφοροποίηση από τις Αρχαίες Αιρέσεις: Ο Μητροπολίτης Βολοκολάμσκ Ιλαρίων υποστηρίζει ότι οι αρχαίες αιρέσεις (Αρειανισμός, Μονοφυσιτισμός κ.λπ.) αρνούνταν τις ίδιες τις βάσεις της πίστης (θεότητα Χριστού, ομοτιμία προσώπων Τριάδος). Αντίθετα, οι σύγχρονες χριστιανικές ομολογίες αποδέχονται τα θεμελιώδη αυτά δόγματα, επομένως οι Ορθόδοξοι πρέπει να διακρίνουν μεταξύ αιρετικών και ετεροδόξων.

Η γνώμη του Αγίου Φιλαρέτου Μόσχας: Επικαλείται τη θέση του Αγίου Φιλαρέτου (19ος αι.) ότι είναι «άσπλαχνο και όχι ορθό» να τοποθετείται ο Καθολικισμός στο ίδιο επίπεδο με τον Αρειανισμό, και ότι καμία Εκκλησία που πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ψευδής».

Τα Όρια της Εκκλησίας: Ο Μητροπολίτης Ιλαρίων, βασιζόμενος σε χωρίο του Ιερού Αυγουστίνου, τονίζει ότι «μόνο ο Θεός ξέρει πού είναι τα όρια της Εκκλησίας». Το να θεωρεί κανείς ότι εκτός της Ορθοδοξίας δεν υπάρχει χάρη Θεού, αποτελεί προσπάθεια περιορισμού της παντοδυναμίας του Θεού. Καταδικάζει έτσι έναν «άμετρο θριαμβολογισμό» που θεωρεί ότι το 99% του ανθρώπινου πληθυσμού οδηγείται στην απώλεια.

Απόρριψη των θέσεων του Ιουστίνου Πόποβιτς: Ο Ιλαρίων αντικρούει τις απόψεις του π. Ιουστίνου Πόποβιτς (που θεωρούσε τον οικουμενισμό «παναιρέση» και τον Παπισμό «αίρεση των αιρέσεων») και του Αρχιεπισκόπου Αβερκίου, στηριζόμενος αντίθετα σε θεολόγους όπως οι Bulgakov, Florovskij, Schmemann, Meyendorff και Antony Bloom. Επισημαίνει μάλιστα ότι πολλά σχίσματα δημιουργήθηκαν από πολιτικά και όχι θεολογικά αίτια. 

Σύντομη κριτική των απόψεων

«...οὐ γὰρ ἐν ῥήμασιν ἡμῖν, ἀλλἐν πράγμασιν ἀλήθεια τε καὶ εὐσέβεια...» — Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί τυπικό δείγμα οικουμενιστικής διπλωματίας, η οποία επιχειρεί μέσω νομικίστικων ακροβατισμών και λεκτικών ελιγμών να σχετικοποιήσει τις δογματικές διαφορές και να εξωραΐσει την αίρεση.

1. Η Απάτη της «Απουσίας Καταδίκης από Οικουμενική Σύνοδο»

Το κείμενο επιστρατεύει τον  κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου για να ισχυριστεί ότι, εφόσον δεν υπάρχει «γενική επίσημη καταδίκη» του Παπισμού από μια Οικουμενική Σύνοδο, ο χαρακτηρισμός των Ρωμαιοκαθολικών ως αιρετικών είναι κανονικά μετέωρος.  Πρόκειται για έναν πρωτοφανή νομικίστικο στρουθοκαμηλισμό που υποτιμά την ίδια την ιστορία της Εκκλησίας. Το κείμενο παραδέχεται την ύπαρξη των Μεγάλων Συνόδων του 879–880 (επί Μεγάλου Φωτίου) και των Ησυχαστικών Συνόδων του 14ου αιώνα (1341, 1347, 1351), αλλά τις υποβιβάζει εσκεμμένα σε «τοπικές συνόδους περιορισμένης εμβέλειας».

Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η εμβέλεια μιας Συνόδου δεν κρίνεται από τον τίτλο της, αλλά από το αν η δογματική της διδασκαλία έγινε καθολικά αποδεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Η Σύνοδος του 879–880 (την οποία η ορθόδοξη συνείδηση αναγνωρίζει ως Η΄ Οικουμενική) καταδίκασε ρητά την προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Οι Σύνοδοι του 14ου αιώνα (που αποτελούν τη Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο) καταδίκασαν τη βλάσφημη παπική θεωρία περί «κτιστής χάριτος». Το να ισχυρίζεται κανείς ότι ο Παπισμός δεν είναι επίσημα καταδικασμένη αίρεση επειδή οι Σύνοδοι αυτές δεν ονομάστηκαν τυπικά «Οικουμενικές» από κοσμικούς ή δυτικούς φορείς, αποτελεί νόθευση της Ορθόδοξης Συνοδικής Αυτοσυνειδησίας.

2. Το Προσωπείο του Όρου «Ετερόδοξος» και η Θεωρία των Κλάδων

Ο συγγραφέας επιχειρεί να νομιμοποιήσει τη σύγχρονη στροφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς τον όρο «ετερόδοξος», παρουσιάζοντάς τον ως μια δήθεν «ουδέτερη στάση» που επιτρέπει τον διάλογο «επί ίσοις όροις». Το ίδιο το κείμενο παγιδεύεται στην αντίφασή του, καθώς αποδεικνύει με παραθέματα (Μ. Αθανάσιος, Ιωάννης Δαμασκηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος) ότι στην εκκλησιαστική γραμματεία οι όροι «αιρετικός» και «ετερόδοξος» ταυτίζονταν απόλυτα και χρησιμοποιούνταν εναλλάξ για να δηλώσουν την έκπτωση από την ορθή πίστη.

Η σύγχρονη προσπάθεια να διαχωριστεί ο «ετερόδοξος» από τον «αιρετικό» –με το επιχείρημα ότι ο δεύτερος είναι «προσβλητικός» ή «υβριστικός»– δεν είναι τίποτα άλλο παρά λεκτική διπλωματία. Όταν ο διάλογος γίνεται «επί ίσοις όροις» με κοινότητες που έχουν παραμορφώσει το δόγμα, η Ορθοδοξία παύει να ενεργεί ως η Μία και Μόνη Εκκλησία και υποβιβάζεται σε ένα απλό «συμβαλλόμενο μέρος». Αυτό αποτελεί έμμεση πλην σαφή αποδοχή της προτεσταντικής «Θεωρίας των Κλάδων», όπου καμία Εκκλησία δεν κατέχει την πλήρη Αλήθεια, αλλά όλες αποτελούν κομμάτια μιας διαιρεμένης χριστιανοσύνης.

3. Η Αποκάλυψη της Θεολογικής Διγλωσσίας (Το Σκάνδαλο Ιλαρίωνα)

Το πιο συγκλονιστικό και αποκαλυπτικό σημείο του κειμένου είναι η καταγγελία για τη λογοκρισία στο έργο του Μητροπολίτη Ιλαρίωνα «Μυστήριο της Πίστεως». Το γεγονός ότι το φιλελεύθερο, οικουμενιστικό κεφάλαιο «Η Εκκλησία και οι Εκκλησίες» υπάρχει στη γερμανική μετάφραση, αλλά εξαφανίστηκε από την ελληνική και τη ρωσική έκδοση, ξεσκεπάζει τη μεθοδολογία του σύγχρονου οικουμενισμού. Πρόκειται για μια εσκεμμένη θεολογική διγλωσσία. Οι οικουμενιστές θεολόγοι παρουσιάζουν ένα πρόσωπο αβροφροσύνης, σχετικοποίησης και «αγάπης» όταν απευθύνονται στα ακροατήρια της Δύσης, ενώ το αποκρύπτουν όταν έρχονται αντιμέτωποι με τα παραδοσιακά αντανακλαστικά των ορθοδόξων λαών. Αυτή η τακτική στερείται εκκλησιαστικού ήθους, βασίζεται στο ψεύδος και προκαλεί, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο συγγραφέας, μόνο βαθιά θλίψη.

4. Η Σχετικοποίηση των Δογμάτων και η Ισοπέδωση των Πατέρων

Το κείμενο υιοθετεί τη θέση του Μητροπολίτη Ιλαρίωνα ότι ο Καθολικισμός και ο Προτεσταντισμός «δεν εξομοιώνονται με τις αρχαίες αιρέσεις» επειδή δήθεν αποδέχονται τα θεμελιώδη τριαδικά και χριστολογικά δόγματα.

Η θέση αυτή είναι θεολογικά ασύστατη και έρχεται σε πλήρη ρήξη με την πατερική παράδοση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, τον οποίο το κείμενο προσπαθεί να φέρει στα μέτρα του, υπήρξε κατηγορηματικός: «αἱρετικός ἐστι καὶ τοῖς κατὰ τῶν αἱρετικῶν νόμοις ὑπόκειται ὁ καὶ μικρὸν γοῦν τι παρεκκλίνων τῆς ὀρθῆς πίστεως». Το Filioque δεν είναι μια «μικρή λεπτομέρεια»· εισάγει δυαρχία στην Αγία Τριάδα και αλλοιώνει το ορθόδοξο δόγμα. Η διδασκαλία περί «κτιστής χάριτος» αποκόπτει τον άνθρωπο από την πραγματική, άμεση κοινωνία με τον Θεό. Το Παπικό Πρωτείo και το Αλάθητο καταλύουν τη συνοδική φύση της Εκκλησίας, τοποθετώντας έναν άνθρωπο στη θέση του Χριστού. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι οι Δυτικοί «αποδέχονται τα θεμελιώδη δόγματα» είναι μια πλάνη που υποτιμά το μέγεθος της δογματικής τους εκτροπής.

5. Η Θεωρία της «Ψυχολογικής» Άρσης των Αναθεμάτων και η Αόρατη Εκκλησία

Το κείμενο επικαλείται τον καθηγητή Βλ. Φειδά για να υποστηρίξει ότι η άρση των αναθεμάτων το 1965 μετέβαλε το σχίσμα σε μια απλή «κατάσταση ακοινωνησίας», δημιουργώντας μια γέφυρα προσέγγισης, και χρησιμοποιεί λόγια του Ιερού Αυγουστίνου για να δείξει ότι «μόνο ο Θεός ξέρει τα όρια της Εκκλησίας». Εδώ επιχειρείται η εισαγωγή μιας νεοφανικής εκκλησιολογίας, η οποία διαχωρίζει την «Ορατή» Εκκλησία από μια «Αόρατη» Εκκλησία, τα όρια της οποίας εκτείνονται αυθαίρετα μέσα στις αιρέσεις.Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, είναι συγκεκριμένη, ορατή και κατέχει την καθολική Αλήθεια. Δεν υφίσταται ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ Εκκλησίας και αίρεσης. Η λεγόμενη «κατάσταση ακοινωνησίας» είναι ένας εφευρεμένος όρος της οικουμενιστικής διπλωματίας για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Η άρση των αναθεμάτων το 1965, χωρίς την προηγούμενη μετάνοια και αποκήρυξη των κακοδοξιών εκ μέρους της Ρώμης, αποτέλεσε μια θεολογική αυθαιρεσία που υποσκάπτει τα θεμέλια της Πίστεως, θυσιάζοντας την αλήθεια των πραγμάτων στον βωμό των δημόσιων σχέσεων.

 ΠΗΓΗ.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ 9ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΕΙ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου