ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ
ΦΡΟΝΗΜΑΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ
(σχέδιο προβληματισμού και διαλόγου)
Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου (χημικός - βιοχημικός)
«Δεύτε διαλεχθώμεν» (Ησ. 1, 18)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ
Kανόνες πίστεως - Επεξηγήσεις
Δεν αποδέχομαι τη ψευδοσύνοδο του Κολυμπαρίου ως αγία και
μεγάλη, την οποία καταγγέλλω ως ληστρική, κατά τα παπικά πρότυπα, αφού ψήφισαν
μόνο οι προκαθήμενοι των Εκκλησιών και όχι όλοι οι Επίσκοποι, στερούμενη Αγίου
Πνεύματος και πάσης θεοπνευστίας και δεν αποδέχομαι ως εκκλησίες, με
ψευδομυστήρια και με ψευδοϊεροσύνη τις αιρέσεις των καταδικασμένων παπικών,
προτεσταντών, μονοφυσιτών και κάθε αιρετικής ομολογίας.
Επίσης την απορρίπτω και για τους εξής ακόμα λόγους.
α. Καθιέρωσε τη μεταπατερική και βαπτισματική θεολογία.
Διευκρινίσεις:
Ειδήμονες διαπρεπείς θεολόγοι αποφάνθηκαν πως οι αποφάσεις της
«Συνόδου» της Κρήτης υποκρύπτουν τις αιρετικές πλάνες της «αοράτου Εκκλησίας»,
της «θεωρίας των κλάδων» και της «ευχαριστιακής και βαπτισματικής θεολογίας».
Η προσπάθεια, να δοθεί εκκλησιαστική υπόσταση στις αιρετικές
κοινότητες και η επιμονή να παρουσιαστεί η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «ελαφρώς
καλλίτερη» από αυτές, φανερώνει περίτρανα αυτή την τραγική παράμετρο! Το
αποτέλεσμα ήταν να μην κληθούν σε αυτή οι αιρετικοί να επιστρέψουν στην
Ορθοδοξία, την αληθινή Εκκλησία του Χριστού, αλλά να επιστρέψουν στην
ακαθόριστη «πίστη της πρώτης χιλιετίας», την οποία όμως «βλέπουν» οι αιρετικοί,
από τη δική τους σκοπιά, ότι δήθεν δικαιώνει τη δική τους πίστη, όχι όμως την
πίστη των αγίων Συνόδων ώστε να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις αυτών, στο
απαραχάρακτο «Σύμβολο της Πίστεως».
β. Νομιμοποίησε επίσημα και συνοδικά την παναίρεση του
Οικουμενισμού.
Σχόλια
Ο πραγματικός σκοπός της συγκλήσεως της «Συνόδου» της Κρήτης δεν
είναι άλλος, από την επισφράγιση και «συνοδική» κατοχύρωση των οικουμενιστικών
ανοιγμάτων της Ορθοδοξίας του 20ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι από τους πρώτους
και πλέον ένθερμους οραματιστές της υπήρξε ο αλήστου μνήμης Οικουμενικός
Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης και ο μέγας προωθητής του οικουμενισμού,
Αθηναγόρας. Είναι γνωστό πως τα τολμηρά, έως απαράδεκτα, οικουμενιστικά
ανοίγματα των θιασωτών του Οικουμενισμού του 20ου αιώνα και των τελευταίων χρόνων,
έτυχαν σκληρής κριτικής από ορθοδόξους και προκάλεσαν μεγάλες αναταράξεις και
γι’ αυτό έπρεπε να αποστομωθούν.
Να περιβληθούν οι επιλογές τους με ορθόδοξο μανδύα, να
κατοχυρωθεί η λεγομένη «Οικουμενική Κίνηση» συνοδικά, να αποστομωθούν οι
επικριτές της από το κύρος μίας Πανορθοδόξου Συνόδου.
Να δοθεί στους ατελέσφορους και ζημιογόνους για την Ορθοδοξία,
θεολογικούς διαλόγους, συνοδική κάλυψη.
Να πεισθεί και να εφησυχάσει το ορθόδοξο εκκλησιαστικό πλήρωμα
ότι δήθεν η «Οικουμενική Κίνηση», στην ουσία, οικουμενιστική, δεν προδίδει την
Ορθοδοξία, ότι δήθεν είναι συμβατή με την ορθόδοξη διδασκαλία, ότι δήθεν είναι
μία σύγχρονη αναγκαιότητα, ότι δήθεν επιτελεί σπουδαίο ποιμαντικό έργο, το
οποίο έχει ως στόχο τη γνωριμία της Ορθοδοξίας στους ετεροδόξους, με σκοπό την
προσέλκυσή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αλλά, όπως είναι γνωστό, οι ετερόδοξοι
γνωρίζουν τόσο καλά την Ορθοδοξία, όσο γνωρίζουμε και εμείς τους ετερόδοξους.
Στους εδώ και τριάντα χρόνους διαλόγους, ουδείς ετερόδοξος, ως πρόσωπο, πολλώ
δε μάλλον ως «εκκλησία», προσήλθε στην Ορθοδοξία! Αντίθετα, ο μεγάλος χαμένος
είναι η Ορθοδοξία, διότι οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι κάνουν συνεχώς υποχωρήσεις,
ενώ οι αιρετικοί συνομιλητές τους παραμένουν αμετακίνητοι στις πλάνες τους και
το χειρότερο: αποθρασύνονται και γίνονται προκλητικότεροι από τον ενδοτισμό,
τις υποχωρήσεις και την απουσία ξεκάθαρου ομολογιακού λόγου από τους
ορθοδόξους. Δεν προβάλλουν την αλήθεια της Εκκλησίας με το δυναμισμό που πρέπει
και δέχονται να συζητούν τις κακοδοξίες των αιρετικών συζητητών τους, όχι για
να τις αναιρέσουν, αλλά για να τις «κατανοήσουν» ως δήθεν «διαφορετική
εκκλησιαστική παράδοση», όπως λ. χ. η «κατανόηση του πρωτείου του επισκόπου
Ρώμης»! Ουδέποτε κάλεσαν τους αιρετικούς σε μετάνοια και επιστροφή στην
Ορθοδοξία, την αληθινή Εκκλησία, αλλά επιστροφή σε μία ομιχλώδη και ακαθόριστη
«πίστη της πρώτης χιλιετίας», σαν να μην υπήρχαν προβλήματα με τους αιρετικούς
και θεολογικές διαμάχες και διαφοροποιήσεις στην πρώτη χιλιετία! Έστω για
παράδειγμα: το «πρωτείο του Ρώμης», αλλά και το φιλιόκβε, δεν προβάλονταν ως
ορθή πίστη από τους δυτικούς στην πρώτη χιλιετία;
γ. Εκκλησιαστικοποίησε τις αιρέσεις, δηλαδή έγινε δεκτό
ότι ο Παπισμός καθώς και λοιποί αιρετικοί είναι Εκκλησίες και όχι αιρέσεις.
Σχόλια
Το επίμαχο κείμενο της Συνόδου του Κολυμπαρίου («Σχέσεις της
Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον») ονομάζει τις
χριστιανικές αιρέσεις «Εκκλησίες»: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδέχεται την ιστορική
ονομασία των άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών που δεν ευρίσκονται
σε κοινωνία με αυτήν» (παρ. §6). Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύμβολο
της Πίστεως, όπου ομολογείται η πίστη μας «εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και
Αποστολικήν Εκκλησίαν»· στο «Πιστεύω» θεωρείται αυτονόητο, σε συνάρτηση με την
Αγία Γραφή και την Παράδοση, ότι στη Μία Εκκλησία μας αυτή υπάρχει «ένας
Κύριος, μία Πίστη, ένα Βάπτισμα» (Προς Εφεσίους 4, 5). Αντιθέτως, αυτοί τους
οποίους το Κολυμπάρι ονόμασε «Εκκλησίες» (Μονοφυσίτες, Παπικοί, Προτεστάντες
κ.α.) έχουν δόγματα καταδικασμένα ως αιρετικά επί αιώνες από την Εκκλησία μας,
από το 451 έως το 879 και έως το 1895 (άρα δεν έχουμε «μία πίστη», την ίδια –
γι΄ αυτό άλλωστε λέγονται και ετερόδοξοι, «ετέρου δόγματος»). Έχουν ακόμη και
διαφορετικό τρόπο βαπτίσματος (ράντισμα, δήθεν νοητή επιφοίτηση κ.α.).
Από τους Οικουμενιστές προβλήθηκε η δικαιολογία, ότι η λέξη αυτή
(«Εκκλησία») είναι εδώ «προσφώνηση ευγενείας» ή «τεχνικός όρος» και δεν έχει
την κυριολεκτική της σημασία. Όμως αυτό είναι αναληθές. Οι Άγιοι Πατέρες μας
επισήμαναν, ότι πρέπει να αναζητούμε το νόημα που κρύβουν οι αιρετικοί πίσω από
μία διφορούμενη ή επιφανειακώς σωστή ορολογία (π.χ. Μ. Αθανάσιος PG 25,
545c.560ab).
Οι υπόλοιπες αποφάσεις του Κολυμπαρίου δείχνουν ότι τα μέλη της
Συνόδου του Κολυμπαρίου πιστεύουν, ότι στις αιρέσεις ενεργείται η σωτηρία·
συνεπώς δεν τις θεωρούν αιρέσεις, αλλά «Εκκλησία», έστω και «διαφορετική» ή
«κάπως ελλιπή».
Επίσης, ακόμη και αν δεχθούμε, ότι ο όρος «Εκκλησία»
χρησιμοποιήθηκε ως «προσφώνηση ευγενείας» ή «τεχνικός όρος», καταχρηστικώς, και
πάλι αυτό αποδεικνύει αιρετικό φρόνημα, διότι οι Άγιοι Πατέρες προειδοποιούν,
ότι οι αιρετικοί προσπαθούν να «θολώνουν» την ορολογία, ενώ οι Ορθόδοξοι
προσπαθούν πάντοτε να την διαλευκαίνουν και να την κάνουν «μονοσήμαντη» (να
έχει μία μόνον έννοια), ώστε να μη ξεγελώνται οι ακατάρτιστοι (Μ. Αθανάσιος PG
25, 561a & PG 26, 773d-776a).
δ. Χρησιμοποίησε στις αποφάσεις της μια διπλωματική και
διφορούμενη γλώσσα