ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
ΜΕΧΡΙ ΤΑ 30 ΤΟΥ;
του Δρ. Κων. Σιαμακη
ΜΕΧΡΙ ΤΑ 30 ΤΟΥ;
του Δρ. Κων. Σιαμακη
Ο σχισματικός Επιφάνιος Ντουμένκο απονέμει βραβείο σε «κληρικό» που εμπλέκεται σε καταλήψεις Ιερών Ναών
Ο επικεφαλής της ψευδοεκκλησίας των αχειροτόνητων και καθηρημένων της Ουκρανίας, Επιφάνιος Ντουμένκο, βράβευσε τον γνωστό «κληρικό» Ρόμαν Χρίστσουκ (Roman Hryshchuk) τις πρώτες μέρες του Ιουλίου [1].
Υπενθυμίζεται ότι ένα χρόνο νωρίτερα, ο «κληρικός» Χρίστσουκ της «Εκκλησίας» του Επιφανίου Ντουμένκο συμμετείχε σε βίαιη νυχτερινή διάρρηξη και απόπειρα κατάληψης του Ι. Ναού Αγίου Νικολάου της [κανονικής] Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βέρχνιε Στανοβτσί (Verkhni Stanivtsi), φορώντας ένα φούτερ με κουκούλα (φωτογραφία) ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους πιστούς [2].
Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Τσερνιβτσί, ο σχισματικός ψευδομητροπολίτης Κιέβου Επιφάνιος Ντουμένκο απένειμε στον Χρίστσουκ, – ο οποίος είναι γνωστός για τη συμμετοχή του στην κατάληψη Ορθόδοξων Ιερών Ναών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μπουκοβίνα -, έναν χρυσό σταυρό (φωτογραφία).
Το πρόβλημα της Ουνίας στο ‘’απυρόβλητο’’

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Δυστυχώς το πρόβλημα της Ουνίας, ολοένα αυξάνεται και οξύνεται. Δυστυχώς η αλλαγή στάσης κάποιων Ορθοδόξων απέναντι στην Ουνία, γίνεται αρωγός σε αυτή την επαύξησή της. Η επαύξηση των δραστηριοτήτων των Ουνιτών στις Σλαβικές κυρίως χώρες είναι γεγονός.
Οι Παπικοί Ουνίτες εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση μετά τη πτώση των αντίθεων κομμουνιστικών καθεστώτων, και μετεχειρίστηκαν, αλλά και μεταχειρίζονται διάφορους τρόπους για να οδηγήσουν στον Παπισμό ανυποψίαστους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Και μόνη η εξωτερική ‘’αμφίεση’’ των ηγητόρων των Ουνιτών, αρκεί για να ξεγελάσουν ανυποψίαστους Ορθόδοξους Χριστιανούς.
Η πρόσφατη εύνοια, όχι μόνο του καθεστώτος της Ουκρανίας απέναντι στους Ουνίτες, αλλά και Ορθοδόξων, οι οποίοι αντιπαλεύονται την μόνη αναγνωρισμένη Εκκλησία της Ουκρανίας από την πλειοψηφία των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, μεθερμηνεύει πολλά, αλλά και γίνεται αρωγός στην επαύξηση των Ουνιτών στη χώρα αυτή.
Και μόνη την αντιεκκλησιαστική έχθρητα των ουνιτών να προσμετρήσει κανείς προς την Αυτόνομη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, αλλά και προς το Πατριαρχείο Ρωσίας, πολύ πιο πριν την κληθείσα Ενωτική Σύνοδο στην Ουκρανία, η οποία έφερε τον κλονισμό της εκκλησιαστικής ενότητας, αρκεί.
Να σημειώσουμε επίσης, ότι οι Ουνίτες, δεν αρκούνται μόνο σε αυτή την ‘’τακτική’’, αλλά και πολλούς Ναούς Ορθοδόξων έχουν αρπάξει με βίαιο τρόπο. Κάποιοι Ορθόδοξοι δυστυχώς όλα αυτά τα λησμόνησαν για προφανείς λόγους.
Λησμονούμε τη στάση Παπών απέναντι στην Ουνία; Μπορούμε να λησμονήσουμε τη στάση Παπών για την Ουνία; Να υπενθυμίσουμε ότι ο Πάπας Πίος ΧΙΙ (1939 - 1958), με εγκύκλιό του για την ένταξη των Ουνιτών της Ρουθηνίας στον Παπισμό, οι οποίοι στις ΗΠΑ παρουσιάζονται ως ‘’Βυζαντινή καθολική εκκλησία’’, δεν έχει αρκεσθεί μόνο να αναφερθεί στην υποδοχή των ουνιτών αυτών στον Παπισμό, αλλά είχε εκφράσει και την λύπη του ότι, δεν έχει έρθει η «έρθει η ευτυχισμένη μέρα όπου όλοι οι λαοί της Ανατολής θα επιστρέψουν στην παπική ‘’ποίμνη’’». Δεν παρέλειψε φυσικά να αναφερθεί και στο παπικό πρωτείο εξουσίας, την ‘’προεδρία του Πέτρου’’ ως το κέντρο της ‘’Καθολικής ενότητας’’ όπως την χαρακτήρισε.
Διαπρύσιος κήρυκας της
οικουμενικότητας
της
«θεανθρώπινης» Ορθοδοξίας
Άσπονδος εχθρός του
«ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού
[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.
*****
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς)
Πανιερώτατοι
Πατέρες,
Την
στάσιν της έναντι των αιρετικών - και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι - η
Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων
και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της
μοναδικής και αναλλοιώτου.
Συμφώνως
προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε
συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι
«τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε
συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6,
14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η
πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν
αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυτός ο ιερός Κανών των αγίων
Αποστόλων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς προσευχή η ακολουθία απαγορεύεται,
αλλά απαγορεύει κάθε
κοινήν μεθ’ αιρετικών προσευχήν, έστω και την κατ’ ιδίαν
(“συνευξάμενος”). Εις δε τας οικουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως
δεν γίνωνται και αδρότερα και ευρύτερα τούτων; Ο 32ος
κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου ορίζει· «Ότι ου δεί αιρετικών
ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον η ευλογίαι». Μήπως
όμως δεν συμβαίνει εις τας κοινάς οικουμενιστικάς συναντήσεις και
συμπροσευχάς να ευλογούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι
και ιερείς, προτεστάνται πάστορες, ακόμη δε και γυναίκες; (!).
Αυτοί
και όλοι οι άλλοι σχετικοί κανόνες των αγίων Αποστόλων και των αγίων
Πατέρων ίσχυον όχι μόνον κατά την παλαιάν εποχήν, αλλ’ εξακολουθούν να είναι εν απολύτω
ισχύϊ και σήμερον, δι’ όλους ημάς τους συγχρόνους ορθοδόξους Χριστιανούς.
Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και
προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί
δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο
Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον
ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν
αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας
και «αλαθήτως» εδογμάτισε ! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του
πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.
Και
η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την
τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.
Ένεκα
τούτου, αν είμεθα
Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να
τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα, του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου
Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και
Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών
και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν
ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.
Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,
Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν.
Ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, ὑπ. δρ Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.
Ὁ κατ’ ἐξοχὴν κανόνας ποὺ ἐπικαλοῦνται κατὰ κύριο λόγο οἱ νέοι κανονολόγοι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὁ Ζ΄ (7ος) τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (καὶ ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν ἐπαναλαμβάνει).
Στὴ σύγχρονη πρακτικὴ παρατηρεῖται ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ἀφειδῶς καὶ ἀπροϋπόθετα γιὰ ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς ὡς εἶδος “κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ”, ποὺ ἄκομψα οἰκονομεῖ τοὺς πάντες, δίχως νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν οὔτε τὸ γράμμα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ λανθασμένη ἄποψη ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ὁ “κανόνας τῆς οἰκονομίας” καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ παραπέμπεται ἀλόγιστα ὡς κανονικὸ στήριγμα ἀθεμελίωτων προτροπῶν, ἰδίως δὲ σὲ περιβάλλοντα οἰκουμενικῶν συγκλήσεων. Ἔτσι, ἀναφέρεται ἀδόκιμα, αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ ἐπιθυμεῖται νὰ ἀσκηθεῖ (ἀπροϋπόθετη) οἰκονομία, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ γιὰ περιπτώσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐξ αἱρέσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος [1], ἔχοντας οὐδεμία σχέση μὲ αὐτὸ τῆς ἱερωσύνης. Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τοῦ ἀντιεπιστημονικοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικοῦ τρόπου χρήσης τῶν κανόνων.
Ὡς πρὸς τὴν οὐσία τοῦ 7ου κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά. Ἀρχικὰ ὁ κανόνας αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται μόνον σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ δύνανται νὰ οἰκονομηθοῦν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ποὺ δὲν οἰκονομοῦνται, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀκρίβεια τῆς βάπτισης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται σὲ ἐμπροϋπόθετη καὶ ὄχι ἀπροϋπόθετη οἰκονομία, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι μονομερῶς ὁ «κανόνας τῆς οἰκονομίας». Οἱ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ οἰκονομοῦνται καὶ γίνονται δεκτὲς μόνο μὲ λίβελλο πίστεως καὶ χρῖσμα, εἶναι ὁμάδες ποὺ εὑρίσκοντο ὡς συνοδικῶς ἀκατάκριτες, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεκρίθησαν ὡς αἱρέσεις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τὸ τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στὶς ὁμάδες αὐτὲς ἔγινε δεκτὸ τὸ βάπτισμα, διότι τελέσθηκε κατὰ τὸν τύπο καὶ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μὴ καθηρημένους -εἰσέτι- ἱερεῖς [2]. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν (ἡμιαρειανοὶ) ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ὡς ἀρειανικές, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς ἐκκινοῦσα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση», δὲν ἀποδέχονταν τὸν ὅρο «ὁμοούσιος», διότι τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς ὅρο ποὺ κατέλυε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ· εἴτε ὡς «ὁμοϋπόστατος», δηλαδὴ ὡς τὴν συναλοιφὴ τῶν τριῶν ὑποστάσεων σὲ μία (στὴν περίπτωση ποὺ τονιζόταν ἡ μία φύση ὡς μία ὑπόσταση), εἴτε ὡς διαίρεση τῶν ὑποστάσεων λόγῳ ἑτερουσιότητας αὐτῶν (στὴν ἀντίστροφη ἑρμηνεία τῶν τριῶν ὑποστάσεων ὡς τριῶν διαφορετικῶν φύσεων), δεδομένα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι τοὺς ταυτίζουν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου ἢ τοῦ Εὐνομίου (Ἀνόμοιοι) ἀντίστοιχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν. Οἱ δὲ Μακεδονιανοὶ Πνευματομάχοι, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε, δὲν ἔχουν εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασθεῖ ἀπὸ Γενικὴ Σύνοδο (συνοδικῶς ἀκατάκριτοι αἱρετικοὶ ἔχοντες ὑποστατὰ μυστήρια)· αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται τελεσιδίκως ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων (φύση-ὑπόσταση), δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο.