Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ὁ Ζ΄ Κανών τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου καὶ ἡ προχειρότης ἐπικλήσεώς του ἐκ τῶν συγχρόνων ἑνωτικῶν.


Ὑπὸ τοῦ Βασιλείου Ἰ. Τουλουμτσῆ, ὑπ. δρ Θεολογικῆς Σχολῆς Ε.Κ.Π.Α.

  Ὁ κατ’ ἐξοχὴν κανόνας ποὺ ἐπικαλοῦνται κατὰ κύριο λόγο οἱ νέοι κανονολόγοι ὡς πρὸς τὴν ἄσκηση τῆς οἰκονομίας, εἶναι ὁ Ζ΄ (7ος) τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς (καὶ ὁ 95ος τῆς Πενθέκτης ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν ἐπαναλαμβάνει). 

Στὴ σύγχρονη πρακτικὴ παρατηρεῖται ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς χρησιμοποιεῖται ἀφειδῶς καὶ ἀπροϋπόθετα γιὰ ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς ὡς εἶδος “κολυμβήθρας τοῦ Σιλωάμ”, ποὺ ἄκομψα οἰκονομεῖ τοὺς πάντες, δίχως νὰ λαμβάνεται ὑπόψιν οὔτε τὸ γράμμα ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κανόνα. Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ λανθασμένη ἄποψη ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς εἶναι ὁ “κανόνας τῆς οἰκονομίας” καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ παραπέμπεται ἀλόγιστα ὡς κανονικὸ στήριγμα ἀθεμελίωτων προτροπῶν, ἰδίως δὲ σὲ περιβάλλοντα οἰκουμενικῶν συγκλήσεων. Ἔτσι, ἀναφέρεται ἀδόκιμα, αὐθαίρετα καὶ ἀλόγιστα γιὰ ὅλα τὰ ζητήματα ποὺ ἐπιθυμεῖται νὰ ἀσκηθεῖ (ἀπροϋπόθετη) οἰκονομία, καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ γιὰ περιπτώσεις μὲ τὶς ὁποῖες ὁ κανόνας δὲν ἔχει ἀπολύτως καμία σχέση, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς ἱερωσύνης ἐξ αἱρέσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον στὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος [1], ἔχοντας οὐδεμία σχέση μὲ αὐτὸ τῆς ἱερωσύνης. Δεῖγμα καὶ αὐτὸ τοῦ ἀντιεπιστημονικοῦ καὶ ἀντιεκκλησιαστικοῦ τρόπου χρήσης τῶν κανόνων.

  Ὡς πρὸς τὴν οὐσία τοῦ 7ου κανόνα τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συν­όδου ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικά. Ἀρχικὰ ὁ κανόνας αὐτὸς δὲν ἀναφέρεται μόνον σὲ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ δύνανται νὰ οἰκονομηθοῦν, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ποὺ δὲν οἰκονομοῦνται, καὶ ἑπομένως ἐπιβάλλεται ἡ ἀκρίβεια τῆς βάπτισης. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ κανόνας ἀναφέρεται σὲ ἐμπροϋπόθετη καὶ ὄχι ἀπροϋπόθετη οἰκονομία, καὶ συν­επῶς δὲν εἶναι μονομερῶς ὁ «κανόνας τῆς οἰκονομίας». Οἱ ὁμάδες αἱρετικῶν ποὺ οἰκονομοῦνται καὶ γίνονται δεκτὲς μόνο μὲ λίβελλο πίστεως καὶ χρῖσμα, εἶναι ὁμάδες ποὺ εὑρίσκοντο ὡς συνοδικῶς ἀκατάκριτες, οἱ ὁποῖες ὅμως κατεκρίθησαν ὡς αἱρέσεις ἀπὸ αὐτὴν τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (381) (Ἀρειανοὺς μέν, καὶ Μακεδονιανούς, καὶ Σαββατιανούς, καὶ Ναυατιανούς, τοὺς λέγοντας ἑαυτοὺς καθαρούς, καὶ Ἀριστερούς, καὶ τοὺς Τεσσαρεσκαιδεκατίτας, εἴτουν τετραδίτας, καὶ Ἀπολιναριστὰς δεχόμεθα διδόντας Λιβέλλους, καὶ ἀναθεματίζοντας πᾶσαν αἵρεσιν, μὴ φρονοῦσαν ὡς φρονεῖ ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ σφραγιζομένους πρῶτον τῷ ἁγίῳ Μύρῳ, τὸ τε μέτωπον, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ τὰς ρίνας, καὶ τὸ στόμα, καὶ τὰ ὦτα, καὶ σφραγίζοντες αὐτούς, λέγομεν, σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου). Στὶς ὁμάδες αὐτὲς ἔγινε δεκτὸ τὸ βάπτισμα, διότι τελέσθηκε κατὰ τὸν τύπο καὶ τὴν ἐπίκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἀπὸ μὴ καθηρημένους -εἰσέτι- ἱερεῖς [2]. Οἱ ὁμάδες τῶν Ὁμοίων καὶ Ὁμοιουσιανῶν (ἡμιαρειανοὶ) ὀνομάζονταν καὶ αὐτὲς ὡς ἀρειανικές, ὄχι διότι ταυτίζονταν μὲ τὴν καταδικασμένη αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ διότι, ἔχοντας υἱοθετήσει ὡς ἐκκινοῦσα ἑρμηνευτικὴ ἀρχὴ τὴν ταύτιση τῶν ὅρων «οὐσία» καὶ «ὑπόσταση», δὲν ἀποδέχονταν τὸν ὅρο «ὁμοούσιος», διότι τὸν ἀντιλαμβάνονταν ὡς ὅρο ποὺ κατέλυε τὴν Τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ· εἴτε ὡς «ὁμοϋπόστατος», δηλαδὴ ὡς τὴν συναλοιφὴ τῶν τριῶν ὑποστάσεων σὲ μία (στὴν περίπτωση ποὺ τονιζόταν ἡ μία φύση ὡς μία ὑπόσταση), εἴτε ὡς διαίρεση τῶν ὑποστάσεων λόγῳ ἑτερουσιότητας αὐτῶν (στὴν ἀντίστροφη ἑρμηνεία τῶν τριῶν ὑποστάσεων ὡς τριῶν διαφορετικῶν φύσεων), δεδομένα ποὺ θεωροῦσαν ὅτι τοὺς ταυτίζουν μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Σαβελλίου ἢ τοῦ Εὐνομίου (Ἀνόμοιοι) ἀντίστοιχα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν. Οἱ δὲ Μακεδονιανοὶ Πνευματομάχοι, γιὰ τὸ χρονικὸ πλαίσιο ποὺ ἐξετάζουμε, δὲν ἔχουν εἰσέτι συνοδικὰ καταδικασθεῖ ἀπὸ Γενικὴ Σύνοδο (συνοδικῶς ἀκατάκριτοι αἱρετικοὶ ἔχοντες ὑποστατὰ μυστήρια)· αὐτοὶ ἀντιμετωπίζονται καὶ καταδικάζονται τελεσιδίκως ἀπὸ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381, ὅπου ἡ Ἐκκλησία τελικὰ διασάφησε τὸ περιεχόμενο τῶν ἀνωτέρω φιλοσοφικῶν ὅρων (φύση-ὑπόσταση), δίδοντας σὲ αὐτοὺς σαφὲς θεολογικὸ περιεχόμενο.

Περαιτέρω, πέραν τῶν ἤδη κεκριμένων αἱρετικῶν, ὑπῆρχαν κι ἄλλες ὁμάδες συνοδικῶς ἀκατάκριτων αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ οἰκονομηθοῦν. Πρόκειται γιὰ τὶς ὁμάδες ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες, λόγῳ τῶν ἀκραίων ἀρειανικῶν τους θέσεων, εἶχαν παραλλάξει εἴτε τὸν τύπο τοῦ βαπτίσματος (μονὴ κατάδυση) εἴτε τὴν ἐπίκληση τῶν ὀνομάτων τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων, τὶς ὁποῖες δὲν δέχονταν καὶ δὲν πίστευαν ὡς ὁμοούσιες (Εὐνομιανοὺς μέντοι τοὺς εἰς μίαν κατάδυσιν βαπτιζομένους, καὶ Μοντανιστὰς τοὺς ἐνταῦθα λεγομένους Φρύγας, καὶ Σαββελλιανοὺς τοὺς υἱοπατορίαν διδάσκοντας, καὶ ἕτερά τινα χαλεπὰ ποιοῦντας, καὶ τὰς ἄλλας πάσας αἱρέσεις, (ἐπειδὴ πολλοὶ εἰσιν ἐνταῦθα, μάλιστα οἱ ἀπὸ τῆς Γαλατῶν χώρας ὁρμώμενοι)· πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα. Καὶ τὴν πρώτην ἡμέραν ποιοῦμεν αὐτοὺς χριστιανούς· τὴν δὲ δευτέραν κατηχουμένους, εἶτα τῇ τρίτῃ ἐξορκίζομεν αὐτούς, μετὰ τοῦ ἐμφυσᾶν τρίτον εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εἰς τὰ ὦτα, καὶ οὕτω κατηχοῦμεν αὐτούς, καὶ ποιοῦμεν χρονίζειν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἀκροάσθαι τῶν Γραφῶν, καὶ τότε αὐτοὺς βαπτίζομεν). Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι ὁ τρόπος τῆς διατύπωσης κατὰ τὴν ἔναρξη τοῦ κανόνα: «Τοὺς προσ­τιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν δεχόμεθα κατὰ τὴν ὑποτεταγμένην ἀκολουθίαν καὶ συνήθειαν» [3]. Ὁ κανόνας ἀναφέρει ὅτι ὁ τρόπος ἀποδοχῆς ποὺ ἐμπεριέχεται δὲν εἶναι κάτι ἔκτακτο, ἀλλὰ “ὑποτεταγμένη ἀκολουθία καὶ συνήθεια”, δεδομένο τὸ ὁποῖο προδίδει τὴν πρόθεση συνοδικῆς κατοχύρωσης τῆς πάγιας πρακτικῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία θεμελιοῦται στὴν σαφῆ διάκριση ἀκατάκριτων καὶ κεκριμένων αἱρετικών [4] ἀπὸ τὴν μία, καὶ στὴν διατήρηση τῶν λειτουργικῶν τύπων (ἐπίκληση, τριττὴ κατάδυση), ἀπὸ τὴν ἄλλη. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ὁ κανόνας οἰκονομεῖ διὰ λιβέλλου καὶ χρίσματος τὶς ἀντίστοιχες ὁμάδες, τὶς ὁποῖες ἀναφέρει ρητὰ καὶ ὀνομαστικά, ἐνῶ τὶς ὑπόλοιπες τὶς χαρακτηρίζει ὡς ἀνοικονόμητες (πάντας τοὺς ἀπ’ αὐτῶν θέλοντας προστίθεσθαι τῇ ὀρθοδοξίᾳ, ὡς Ἕλληνας δεχόμεθα), γιὰ τὶς ὁποῖες ἐπιβάλλεται ὁ (ἀνα)βαπτισμός. Ἐπιπρόσθετα κάνει λόγο γιὰ “προστιθεμένους τῇ ὀρθοδοξίᾳ, καὶ τῇ μερίδι τῶν σωζομένων ἀπὸ αἱρετικῶν”. Στὴν διατύπωση αὐτὴ ὑποκρύπτεται σαφῶς ἡ περὶ ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλία καὶ ὁ σωτηριώδης χαρακτήρας τῆς Μίας Ἐκκλησίας, διατύπωση ἡ ὁποία φανερώνει τὸν ἀποκλειστικὸ (καὶ ὄχι περιεκτικὸ) χαρακτήρα τῆς ἐκκλησιολογίας. Οἱ κατεγνωσμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ συν­επῶς ἐκτὸς τῆς σωτηρίας, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία ἐξετάζει τὸν τρόπο προσδοχῆς αὐτῶν στὴν σωτηριώδη ἑνότητα πίστεως καὶ κοινωνίας τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγ. Πνεύματος. Μὲ βάση τὶς σύγχρονες ἐκκλησιολογικὲς θεωρήσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ἀποφεύγεται ἡ χρήση τοῦ ὅρου «αἱρετικός», ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθεῖ ὅλες τὶς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν μονότροπα καὶ μόνο μὲ χρῖσμα, ἁπλὰ καὶ μόνον ἐπειδὴ εἶχαν «τριαδικὴ ἐπίκληση» στὸ βάπτισμα. Βλέπουμε ὅμως ὅτι ἡ Β΄ Σύν­οδος ἔθεσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις δίχως νὰ καταλύει τὰ ἐκκλησιολογικὰ ὅρια καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν θεμελιώδεις ἐκκλησιολογικοὺς ἄξονες, διακρίνοντας τοὺς αἱρετικοὺς σαφῶς σὲ χριστέους καὶ βαπτιστέους [5].

Τὸ ἀνωτέρω ἀποτελεῖ ἕνα σπουδαῖο διακριτικὸ στοιχεῖο τοῦ πῶς ὁρίζεται ἡ οἰκονομία στὴν διαχρονία τῆς συνοδικῆς πράξης καὶ πῶς στὴ σύγχρονη πρακτικὴ τῶν ἑνωτικῶν ζυμώσεων, τῆς ὑποβόσκουσας οἰκουμενικῆς θεολογίας καὶ τῆς συναφοῦς “περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας”. Ἡ οἰκονομία ἀσκεῖται στὴν Ἐκκλησία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁρίων της. Ἔχοντας ὡς δεδομένο ὅτι οἱ σχισματικοὶ καὶ οἱ συνοδικῶς κεκριμένοι αἱρετικοὶ βρίσκονται ἐκτὸς αὐτῆς, θέτει ὅρους καὶ κριτήρια προκειμένου νὰ τοὺς προσλάβει καὶ νὰ τοὺς καταστήσει ὡς γνήσια μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ χῶρος τῶν σύγχρονων ἑνωτικῶν στερεῖται σοβαρῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι νὰ χαρακτηρίζονται ἀφενὸς ἀπὸ πιστότητα πρὸς τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφετέρου ἀπὸ ποιότητα ὡς πρὸς τὸν ἐπιστημονικὸ χαρακτήρα τῆς γραφίδας τους. Ὁ ἰδιοτελὴς τρόπος χρήσης τῶν πηγῶν πρὸς ὑποστήριξη λήψεως τοῦ ζητουμένου δὲν παραπέμπει ἀσφαλῶς σὲ σοβαροὺς ἐπιστήμονες, ἀλλὰ μᾶλλον σὲ ἡμιμαθεῖς ἐντολοδόχους.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ἐπὶ παραδείγματι Θεόδωρος Γιάγκου, Μέγας Φώτιος καὶ Νικόδημος Ἁγιορείτης· ἡ συμβολή τους στὴν ἀποτύπωση τοῦ Κανονικοῦ Συνειδότος, στὸ Θεολογία ΠΗ΄ (2017), σ. 195. Στὸ ἀνωτέρω ἄρθρο σημειώνεται ἡ ἐν λόγῳ λανθασμένη χρήση τῶν κανόνων 7 τῆς Β΄ καὶ 95 τῆς Πενθέκτης πρὸς τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης. Οἱ σημειούμενες θέσεις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἔτους 2017 ἔρχονται σὲ εὐθεῖα ἀντίθεση μὲ παλαιότερο πόνημα τοῦ ἔτους 2009 τοῦ ἰδίου καθηγητῆ ὡς αὐτοαναιρούμενες. Γιὰ τὴν ἀναίρεση τῶν θέσεων τοῦ 2017 βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 327-337.

[2] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, Ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ Ζ΄ Κανόνος τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες καὶ τὸν Κων/νο Οἰκονόμο, ἔκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 19962,  σ. 37-56.

[3] Πηδάλιον, σ. 163.

[4] Βλ. Βασίλειος Ἰ. Τουλουμτσής, Τὸ Ἐκκλησιολογικὸ πλαίσιο, σ. 235-265. Πρβλ. Οἱ Κολλυβάδες καὶ ὁ Δωρόθεος Βουλησμᾶς, Τὸ ζήτημα τῆς “ἀνακρίσεως τοῦ” Πηδαλίου καὶ τοῦ Κανονικοῦ, ἔκδ. Ἔρεισμα, Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερῶν, Χαλανδρίτσα Ἀχαΐας 2020, σ. 661-670, ὅπου ὑπάρχει σχετικὸ ὑποκεφάλαιο ὑπὸ τὸν τίτλο «Ἱστορικο-κανονικὴ θεώρησις τῆς διακρίσεως ἐληλεγμένων καὶ ἀνεξελέγκτων αἱρετικῶν».

[5] Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμολογῶ ἓν Βάπτισμα, σ. 47

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου