Ο π. Χερουβείμ Τσινόγλου, ενεργώντας χωρίς σύνεση,
πέφτει στην πολύ σοβαρή πλάνη μιας αντιπατερικής ταύτισης της Εκκλησίας με τη
διοικητική της δομή και τη μηχανική υποταγή στην ιεραρχία. Στην Ορθόδοξη
Εκκλησιολογία, ο Επίσκοπος δεν έχει δική του εξουσία πάνω από την Πίστη, αλλά
στέκεται «εις τύπον και τόπον Χριστού» αυστηρά και μόνο εφόσον διδάσκει σωστά
τον λόγο της αλήθειας. Η αυθεντία του πηγάζει από την ταύτισή του με την
Παράδοση των Αγίων· όταν αυτή η ταύτιση διακόπτεται από την αίρεση, η κανονική
του εξουσία γίνεται πνευματικά νεκρή και ανενεργή.
Όταν ένας Επίσκοπος παρασύρεται στην αίρεση —είτε
πρόκειται για τον Οικουμενισμό είτε για άλλη κακοδοξία— παύει αυτόματα να είναι
εγγυητής της ενότητας και μετατρέπεται, κατά τους Πατέρες, σε «βαρύ λύκο» που
απειλεί το ποίμνιο του Χριστού. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι οργανωτική ή
γραφειοκρατική, αλλά ενότητα «μέσα στην Αλήθεια». Επομένως, σε μια τέτοια
κρίσιμη εκτροπή, η τυφλή και άκριτη υπακοή που κηρύττει ο π. Χερουβείμ δεν
είναι χριστιανική αρετή ή ταπείνωση, αλλά εγκληματική συνέργεια στην προδοσία
της Πίστης και συμμετοχή στην αλλοίωση του Ευαγγελίου.
Η επιμονή του π. Χερουβείμ να επιβάλλει υποταγή
ακόμη και μπροστά στην παναίρεση του Οικουμενισμού, δείχνει «σκοτισμένο νου»
που έχει χάσει τα πνευματικά αισθητήρια της διάκρισης. Πρόκειται για βαριά
πνευματική ασθένεια που ταιριάζει στον «κατά φαντασίαν Χριστιανό»· σε εκείνον
δηλαδή που επαναπαύεται στους τύπους και στις νομικές δομές, ενώ η ουσία της
Πίστης αδειάζει. Η «υπακοή» του π. Χερουβείμ μετατρέπεται έτσι σε είδωλο που
θυσιάζει την Αλήθεια στον βωμό της διοικητικής τάξης, αγνοώντας ότι η Εκκλησία
επιβιώνει στην ιστορία όχι μέσω των συμβιβασμένων διοικήσεων, αλλά μέσω των
ομολογητών που αρνήθηκαν να έχουν κοινωνία με την πλάνη.
Η θέση του π. Χερουβείμ ακυρώνει το συνοδικό και
δημοκρατικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, μετατρέποντας τον Επίσκοπο σε «αλάθητο»
ηγεμόνα τύπου Πάπα. Η Αλήθεια όμως προηγείται του Επισκόπου. Όταν ο Επίσκοπος
προδίδει την Αλήθεια, ο πιστός λαός και ο κλήρος έχουν χρέος, σύμφωνα με τον
Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, να μην ακολουθούν «κακούς οδηγούς» στον γκρεμό της
απώλειας.
Ο π. Χερουβείμ σφάλλει βαριά και κανονικά όταν
χαρακτηρίζει την Αποτείχιση ως «σχίσμα». Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας
Συνόδου (861 μ.Χ.) παραμένει ακλόνητος: όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο Επισκόπου
που κηρύττει δημόσια μια καταδικασμένη αίρεση, όχι μόνο δεν χωρίζουν την
Εκκλησία, αλλά τη φυλάσσουν από το σχίσμα. Η λέξη «αποτειχίζομαι» σημαίνει ότι
ο πιστός υψώνει τείχος απέναντι στον ψευδοεπίσκοπο και όχι απέναντι στο Σώμα
του Χριστού. Η προσπάθεια του π. Χερουβείμ να παρουσιάσει την ομολογία ως «ανταρσία»
αποτελεί διαστρέβλωση των Κανόνων με σκοπό την προστασία μιας ιεραρχικής
πυραμίδας που θυμίζει «Ορθόδοξο Παπισμό».
Αν ίσχυε η λογική της «αλάθητης» διοίκησης που προβάλλει ο π. Χερουβείμ, τότε οι Άγιοι Μάξιμος ο Ομολογητής και Μάρκος ο Ευγενικός θα έπρεπε να είχαν υποταχθεί στις αιρετικές συνόδους και στους Πατριάρχες της εποχής τους. Όμως η ιστορία της Εκκλησίας γράφτηκε από εκείνους που «απείθησαν» στη γραφειοκρατία της διοίκησης για να μείνουν πιστοί στην Παράδοση. Στην Ορθοδοξία, ο τελικός φύλακας της Πίστης είναι ο λαός του Θεού, και η θεωρία ότι ο Επίσκοπος είναι πάνω από κάθε κρίση ακόμη και όταν αλλοιώνει το Δόγμα, αποτελεί εκκλησιολογική αίρεση που ακυρώνει το συνοδικό πολίτευμα.
Η στάση του π. Χερουβείμ δεν είναι απλώς μια
λανθασμένη εκτίμηση, αλλά μια συνειδητή υποταγή στις απαιτήσεις των καιρών και
στα κοσμικά συμφέροντα που θέλουν μια Εκκλησία υποταγμένη στη διπλωματία. Όταν
οι Επίσκοποι ξεστρατίζουν από τον δρόμο των Πατέρων και οδηγούν το ποίμνιο στον
γκρεμό του Οικουμενισμού —που ακυρώνει τη μοναδικότητα της Σωτηρίας στον
Χριστό— ή στην αλλοίωση της μυστηριακής ζωής, η Αποτείχιση παύει να είναι μια
απλή κανονική δυνατότητα. Γίνεται μονόδρομος σωτηρίας, επειδή η κοινωνία με τον
αιρετίζοντα επίσκοπο μολύνει τον πιστό, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αγίου
Θεοδώρου του Στουδίτου: «η κοινωνία με τους αιρετικούς οδηγεί σε κοινή
απώλεια».
Η θεολογία που χρησιμοποιεί ο π. Χερουβείμ
αποδεικνύεται όχι μόνο ρηχή, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνη για τη σωτηρία των
ψυχών. Αντί να ασκήσει τον προφητικό έλεγχο που οφείλει κάθε ιερέας απέναντι σε
«λυκοποιμένες» που καταστρέφουν το Δόγμα, επιλέγει να επιτίθεται με μένος
εναντίον εκείνων που, με μεγάλο προσωπικό κόστος, δίνουν τη μάχη για την
περιφρούρηση της Ορθής Δόξας. Αυτή η αντιστροφή των αξιών —όπου ο ομολογητής
βαφτίζεται «σχισματικός» και ο αιρετίζων «κανονικός»— αποτελεί την πλήρη
διαστρέβλωση του Ορθόδοξου ήθους.
Επιπλέον, η άρνηση του δικαιώματος της Αποτείχισης
από τον π. Χερουβείμ τον καθιστά θεολογικό συνήγορο της πλάνης. Αν αποδεχτούμε,
όπως σωστά διέγνωσε ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ότι ο Οικουμενισμός είναι η
«παναίρεση» που συγκεντρώνει όλες τις πλάνες της Δύσης, τότε όποιος κηρύττει
την υποταγή σε φορείς αυτής της αίρεσης γίνεται συμμέτοχος στο ίδιο
ανοσιούργημα. Η ιστορία της Εκκλησίας είναι αμείλικτη: η Αλήθεια ούτε
τεμαχίζεται, ούτε διαπραγματεύεται χάριν μιας ψεύτικης «ενότητας» κάτω από το
ωμοφόριο ενός αιρετικού.Η προσπάθεια του π. Χερουβείμ να επιβάλλει την κοινωνία
με την αίρεση ως προϋπόθεση για να ανήκει κανείς στην Εκκλησία αποτελεί τον
ορισμό της εκκλησιολογικής αλλοίωσης. Η Αποτείχιση είναι το «ζωντανό τείχος»
που υψώνει η Εκκλησία για να παραμείνει αλώβητη από τον ιό της αποστασίας.
Όποιος χλευάζει αυτό το τείχος, στην πραγματικότητα επιθυμεί την άλωση της
Ορθοδοξίας από το πνεύμα αυτού του κόσμου.
Η σιωπή μπροστά στην αίρεση δεν είναι «εκκλησιαστικό
φρόνημα», αλλά πνευματική αυτοκτονία. Είθε ο Θεός να μας φυλάει από δασκάλους
που χρησιμοποιούν το ράσο για να βαφτίσουν το σκοτάδι ως φως και την προδοσία
ως υπακοή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου