Γ-ΤΟ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)
Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού
Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή
Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της
Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον
επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως
«θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική
υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της
αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.
|
|
Οι
συμμετέχοντες.
Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο
πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο
ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti
Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική
έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες
Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του
Καρδιναλίου Johannes Willebrands
Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/
Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,
Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΡΘΡΩΝ (1988)
- Άρνηση
της Μοναδικότητας της Εκκλησίας:
|
ΑΡΘΡΟ 1:) Αφού εκφράσαμε την αντίληψή μας για το μυστηριώδες γεγονός της Εκκλησίας ως κοινωνίας πίστης και μυστηρίων, η οποία εκδηλώνεται κατά εξέχοντα τρόπο στη Θεία Λειτουργία, η Επιτροπή μας αντιμετωπίζει τώρα το κεφαλαιώδες ζήτημα της θέσης και του ρόλου της χειροτονίας στη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας. Θα πραγματευτούμε συνεπώς το μυστήριο της ιεροσύνης καθώς και τη χειροτονητική πράξη σε καθένα από τα τρία επίπεδα: την επισκοπή, το πρεσβυτέριο και τη διακονία. Θεμελιωνόμαστε στη βεβαιότητα ότι στις Εκκλησίες μας η αποστολική διαδοχή είναι θεμελιώδους σημασίας για τον αγιασμό και την ενότητα του λαού του Θεού. --------------------------------------------- ΑΡΘΡΟ 2. Οι Εκκλησίες
μας
επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη
διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι
Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας,
Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει
μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος. |
Η χρήση του πληθυντικού
«οι Εκκλησίες μας» (§1, §5) δημιουργεί θεολογική σύγχυση, καθώς εξομοιώνει την
Ορθόδοξη Εκκλησία με την παπική κοινότητα, παραγνωρίζοντας το δόγμα της
Ορθοδοξίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια —
είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της
Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την
Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος
Μάρκος απέρριψε.
- Αναγνώριση
Παπικών «Μυστηρίων» και Αποστολικής Διαδοχής: (§27-30, §44-50).
|
(27) Η
επισκοπική χειροτονία, η οποία, σύμφωνα με τους κανόνες, απονέμεται από
τουλάχιστον δύο ή τρεις επισκόπους, εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών με εκείνη
του εκλεγμένου: τον εντάσσει στην κοινωνία των επισκόπων. Κατά τη χειροτονία,
οι επίσκοποι ασκούν τη λειτουργία τους ως μάρτυρες της κοινωνίας στην
αποστολική πίστη και στη μυστηριακή ζωή, όχι μόνο απέναντι σε εκείνον που
χειροτονείται, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία της οποίας θα γίνει επίσκοπος.
Εκείνο που έχει σημασία για την ενσωμάτωση του νέου εκλεγμένου στην
επισκοπική κοινωνία είναι ότι αυτή επιτελείται από τον δοξασμένο Κύριο εν τη
δυνάμει του Αγίου Πνεύματος κατά τη στιγμή της επιθέσεως των χειρών. Ας
εξετάσουμε τώρα τη χειροτονία υπό τη μυστηριακή της πλευρά. Τα προβλήματα που
εγείρονται από τον τρόπο εκλογής θα μελετηθούν αργότερα. (28) Ως δώρο
του Πνεύματος, η επισκοπική χειροτονία προσδίδει σε εκείνον που τη λαμβάνει
την πληρότητα της ιεροσύνης. Η συλλειτουργία των επισκόπων κατά τη διάρκεια
της χειροτονίας εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας και την ταυτότητά της με
την αποστολική κοινότητα. Επιθέτουν τα χέρια και επικαλούνται το Άγιο Πνεύμα
επί του χειροτονούμενου, ως οι μόνοι αρμόδιοι να του απονέμουν την επισκοπική
διακονία. Το πράττουν ωστόσο εντός της προσευχής της κοινότητας. (29) Με τη
χειροτονία ο επίσκοπος λαμβάνει όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να
εκπληρώσει το έργο του. Η Επιτροπή θα συζητήσει στη συνέχεια τις κανονικές
προϋποθέσεις άσκησης των καθηκόντων του και την εγκατάσταση του επισκόπου
στην τοπική Εκκλησία. (30) Το
απονεμηθέν δώρο καθιερώνει τον χειροτονούμενο στην υπηρεσία της Εκκλησίας με
τρόπο οριστικό. Αυτό αποτελεί σημείο της παραδοσιακής διδασκαλίας, τόσο στην
Ανατολή όσο και στη Δύση, το οποίο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, σε
περίπτωση πειθαρχικών κυρώσεων εναντίον ενός επισκόπου, οι οποίες
ακολουθούνται από κανονική αποκατάσταση, δεν τελείται νέα χειροτονία. Σχετικά
με αυτό, όπως και επί των άλλων ουσιωδών σημείων που αφορούν τη χειροτονία,
οι Εκκλησίες μας έχουν κοινή διδασκαλία και πράξη, έστω κι αν, αναφορικά με
ορισμένες κανονικές και πειθαρχικές απαιτήσεις, όπως η αγαμία, οι χρήσεις
ενδέχεται να διαφέρουν για ποιμαντικούς και πνευματικούς λόγους. |
Το κείμενο περιορίζει
την αποστολική διαδοχή σε μια τυπική ή εξωτερική θεώρηση. Ωστόσο, κατά την
ορθόδοξη πατερική παράδοση (όπως μαρτυρεί ο Άγιος Κυπριανός), η διαδοχή είναι
αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την ορθή πίστη, με συνέπεια οι αιρετικοί να στερούνται
εγκύρων μυστηρίων.
- Αποσιώπηση
των Δογματικών Διαφορών: (§6-7, §55) Το
κείμενο παρασιωπά κρίσιμες αιρετικές καινοτομίες της Δύσης (όπως το Filioque
και το παπικό αλάθητο), παρουσιάζοντάς αυτές παραπλανητικά ως «κοινή
παράδοση».
- «Συμβολική»
και Ευρεία Εκκλησιολογία: (§22, §36) Αφήνει
να εννοηθεί ότι η Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία εκτείνονται και πέρα από
τα κανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποβαθμίζοντας την τοπική
Ορθόδοξη κοινότητα.
- Το
Παπικό Πρωτείο ως «Διαπραγματεύσιμο Θέμα»:
(§55) Η αντιμετώπιση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως απλής «σοβαρής
απόκλισης προς συζήτηση» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την πατερική
καταδίκη του παπικού πρωτείου ως ρίζας του Σχίσματος και αίρεσης.
- Έλλειψη
Ομολογιακής Καταδίκης της Αίρεσης: Η απουσία
αναφοράς στις ιστορικές παπικές πλάνες και στα τραύματα του παρελθόντος
ερμηνεύεται ως τακτική συγκάλυψης χάριν μιας ψευδεπίγραφης «οικουμενικής
ενότητας».
- Η
Θεολογία των «Δύο Πνευμόνων»: Το κείμενο
κατηγορείται ότι προωθεί μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία Ανατολή και
Δύση θεωρούνται απλώς δύο διαφορετικοί κλάδοι της ίδιας Εκκλησίας.
- Νομιμοποίηση
της Αντικανονικής Ευχαριστιακής Κοινωνίας:
(§34-36) Η έμμεση αποδοχή ότι οι παπικοί τελούν «αληθώς» τη Θεία
Λειτουργία οδηγεί –κατά τους επικριτές– σε επικίνδυνα ανοίγματα προς την
εκκλησιαστική συμπροσευχή και κοινωνία με αιρετικούς.
|
(34) Επειδή στη
Θεία Λειτουργία η Εκκλησία εκδηλώνεται στην πληρότητά της, έτσι και στην
προεδρία της Θείας Λειτουργίας ο ρόλος του επισκόπου και του πρεσβυτέρου
αναδύεται στο πλήρες φως του. (35) Πράγματι,
κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας οι πιστοί προσφέρουν εαυτούς, μαζί με
τον Χριστό, ως βασίλειο ιεράτευμα. Το πράττουν χάρη στην ενέργεια της
διακονίας η οποία καθιστά παρών εν μέσει αυτών τον Χριστό αυτοπροσώπως, ο
οποίος τους κηρύττει τον Λόγο και κάνει ώστε ο άρτος και το ποτήριο, δια της
δυνάμεως του Πνεύματος, να γίνουν το σώμα και το αίμα Του, ενσωματώνοντάς
τους σ' Αυτόν και χαρίζοντάς τους τη ζωή Του. Επιπλέον, η προσευχή και η
προσφορά του λαού, ενσωματωμένου στον Χριστό, ανακεφαλαιώνονται κατά κάποιον
τρόπο στην προσευχή ευχαριστίας του επισκόπου και στην προσφορά των δώρων από
αυτόν. (36) Η Θεία
Λειτουργία πραγματοποιεί ούτως την ενότητα της χριστιανικής κοινότητας.
Εκδηλώνει επίσης την ένωση όλων των Εκκλησιών που την τελούν εν αληθεία και,
έτι περισσότερο, δια μέσου των αιώνων, την ενότητα όλων των Εκκλησιών με την
αποστολική κοινότητα από τις απαρχές έως σήμερα. Εν Πνεύματι, πέρα από την
ιστορία, η Λειτουργία φτάνει στη μεγάλη σύναξη των αποστόλων, των μαρτύρων
και των μαρτύρων όλων των εποχών, συναθροισμένων γύρω από το Αρνίο. Έτσι η
Θεία Λειτουργία, η κεντρική πράξη της επισκοπικής διακονίας, επικαιροποιεί
τον μέλλοντα κόσμο: την Εκκλησία συναθροισμένη εν κοινωνία, η οποία
προσφέρεται στον Πατέρα, διά του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι. |
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Όταν ένα κείμενο διαλόγου ξεκινάει λέγοντας «Οι
Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν...» ή «Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει...»,
αυτό σημαίνει ότι η επίσημη Μικτή Επιτροπή (στην οποία συμμετέχουν επίσημοι
εκπρόσωποι και από τις δύο πλευρές) καταγράφει μια κοινή ομολογία πίστης
σε αυτό το συγκεκριμένο θεμελιώδες ζήτημα.
Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι που συμμετέχουν δεν μιλούν
απλώς ως ιδιώτες, αλλά ως απεσταλμένοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών τους. Συνεπώς,
όταν συνυπογράφουν ότι «οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν», αναγνωρίζουν ότι και
οι δύο πλευρές διατηρούν αυτή τη θεμελιώδη πίστη στον Χριστό και στη δομή της
διακονίας.
Το κείμενο ομολογεί ότι, πέρα από τις ιστορικές
διαιρέσεις, υπάρχει μια κοινή βάση (η πατερική και βιβλική παράδοση της αρχαίας
Εκκλησίας) την οποία και οι δύο πλευρές επικαλούνται και διαφυλάττουν σε μεγάλο
βαθμό στον πυρήνα τους.
Αν διαβάσει κανείς το κείμενο με καθαρά λογική και
θεολογική συνέπεια, η απάντηση είναι ναι, υπάρχει έμμεση (αλλά σαφής) αποδοχή
ότι η άλλη πλευρά (ΠΑΠΙΚΟΙ) διαθέτει
πραγματική ιεροσύνη, αποστολική διαδοχή και κατά συνέπεια μυστήρια. Ο λόγος που
συμβαίνει αυτό είναι απλός: Δεν μπορείς να συνυπογράφεις ότι η άλλη πλευρά
«επιβεβαιώνει» και «μοιράζεται» την ίδια αποστολική διαδοχή και την ίδια
ιεροσύνη που καθιστά παρούσα την ιεροσύνη του Χριστού, και ταυτόχρονα να λες
ότι δεν έχει έγκυρα μυστήρια, διότι αυτό θα ήταν θεολογικά αντιφατικό. Αυτός
είναι ακριβώς και ο λόγος για τον οποίο τέτοια κείμενα των επίσημων θεολογικών
διαλόγων προκαλούν συχνά έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ορθόδοξης
Εκκλησίας, είτε από μοναστήρια και συνδέσμους θεολόγων είτε από τοπικές
Συνόδους.
Η επίσημη θέση της Επιτροπής προχωράει ακριβώς σε
αυτή την έμμεση αναγνώριση, βλέποντας τον Ρωμαιοκαθολικισμό όχι ως μια
«αιρετική ομάδα χωρίς θεία χάρη», αλλά ως μια Εκκλησία με την οποία υπάρχει
κοινή ρίζα, αποστολική διαδοχή και ουσιαστικά μυστήρια, παρά τα υφιστάμενα
δογματικά σχίσματα. Αυτά τα κείμενα ανοίγουν τον δρόμο —έμμεσα αλλά σταθερά—
για την πλήρη αναγνώριση της παπικής ιεραρχίας και των μυστηρίων της, κάτι που
προσκρούει στην αυστηρή κανονική παράδοση πολλών αιώνων. Επομένως το κείμενο αυτό, διά της πλαγίας και
θεολογικής οδού, υπερβαίνει την παλαιότερη απόλυτη άρνηση και αναγνωρίζει την
ύπαρξη αποστολικής διαδοχής και μυστηριακής ζωής στους Ρωμαιοκαθολικούς, γι'
αυτόν ακριβώς τον λόγο αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα και αμφιλεγόμενα
έγγραφα στη σύγχρονη οικουμενική κίνηση.
Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ
ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ
Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε
ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο
Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την
κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της
Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων,
συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή
παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση
της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα
από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και
αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας.
Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται
από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η
σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει
στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto
εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη
αυτοσυνειδησία.

ΘΕΕ και ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΥπάρχει, όντως, αυτή η συμμετοχή του μεγάλου (κατά τα’ άλλα) πατρολόγου π. Θ. Ζήση;
Συμμετείχε, όντως, ως λαϊκός σε μια τέτοια ΠΡΟΔΟΣΙΑ ; ! ; ! ; !
Υπήρξε ποτέ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΟΚΗΡΥΞΗ αυτής της συμμετοχής, έστω και εκ των υστέρων, όταν δηλ. βγήκε στην αποτείχιση; Δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι τέτοιο.
Ευτυχώς, που, επειδή άλλαξε γραμμή στην αποτείχιση, δεν τον εμπιστεύομαι, πλέον. Μετά δε, και από την εμπλοκή του, παρασκηνιακά, στο θέμα του Τυχικού και αφού «μάζεψε» κοντά του την πιο προβληματική περίπτωση του κύπριου κληρικού, έχασα κάθε ιδέα. Πώς γίνεται να δέχεται να συλλειτουργεί με κληρικό, ο οποίος έχει χειροτονία ΜΕΤΑ ΤΟ 2016! ; !
Τι ζούμε, Θεέ μου!!!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ. (!!!!!!)
ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΗΡΗ ΑΓΝΟΙΑ ΣΟΒΑΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ που προηγήθηκαν της συνόδου της Κρήτης και απορώ γιατί κανείς δεν τα βγάζει στην επιφάνεια.