Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

(ΣΤ)-ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ, ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975)

 


 

΄Ερευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

6- ΜΕΡΟΣ ΣΤ-

Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975)

1. Γενικό Πλαίσιο και Στόχοι της Συνέλευσης

Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ πραγματοποιήθηκε στο Ναϊρόμπι με θεματικό άξονα «Ο Χριστός ελευθερώνει και ενώνει», αποτελώντας τη συνέχιση του πνεύματος της Ουψάλας με στόχο τη θεολογική έρευνα της καθολικότητας και τη λήψη μέτρων για τις κοινωνικές ανάγκες, ενώ παράλληλα το αφρικανικό πλαίσιο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον δοκιμαζόμενο σύγχρονο άνθρωπο.

2. Αναπροσανατολισμός της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη»

Στο πλαίσιο των εργασιών πραγματοποιήθηκε η έναρξη νέων θεολογικών μελετών υπό τον τίτλο «Προς μια κοινή έκφραση της Αποστολικής Πίστης σήμερα», η οποία σηματοδότησε μια σαφή επιλογή στρατηγικής για μετάθεση του ενδιαφέροντος από τις παραδοσιακές δογματικές διαφωνίες σε μια συστηματική προσπάθεια σύνθεσης κοινών ομολογιακών διατυπώσεων.

3. Το Ζήτημα του Κοινού Εορτασμού του Πάσχα

Αφού πρώτα θυμήθηκαν πώς είχε εξεταστεί το θέμα το 1965 και το 1971, οι Ορθόδοξοι ξεκάθαρισαν στην Κοινή τους Δήλωση ότι το Πάσχα είναι ιερό και ότι θα αλλάξουν τον τρόπο υπολογισμού του μόνο αν συμφωνήσουν όλοι οι Ορθόδοξοι μαζί. Την ίδια στιγμή, η Συνέλευση είδε ότι οι υπόλοιποι Χριστιανοί και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχαν όλη την καλή διάθεση να βρεθεί λύση, κατάλαβε τους όρους που έβαζαν οι Ορθόδοξοι και γι' αυτό αποφάσισε να μην επιβάλει καμία συγκεκριμένη πρόταση.

4. Το Ψήφισμα για το Καθεστώς των Ιεροσολύμων

Με αφορμή τις έντονες φήμες περί ανατροπής του Status Quo και επιβολής συνδιοίκησης  με ηγετικό ρόλο του Βατικανού και εμπλοκή της αμερικανικής διπλωματίας, αναλήφθηκε πρωτοβουλία για τη σύνταξη προσχεδίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την υιοθέτηση ψηφίσματος σε συνεργασία με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το περιεχόμενο του οποίου πρόβαλε την απαίτηση για πλήρη σεβασμό του Status Quo και την κατηγορηματική απόρριψη κάθε μονομερούς εκπροσώπησης των χριστιανικών κοινοτήτων από μία μόνο Εκκλησιαστική Αρχή

Οι συμμετέχοντες

1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Αρχιερείς & Κληρικοί

  • Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων (Χατζής): Επικεφαλής της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Καθηγητής Θεολογίας, βασικός εισηγητής και εκπρόσωπος στην Επιτροπή «Πίστη και Τάξη».
  • Μητροπολίτης Τρανουπόλεως (μετέπειτα Ελβετίας) Δαμασκηνός (Παπανδρέου): Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambésy της Γενεύης.
  • Μητροπολίτης Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Εκπρόσωπος του Πατριαρχείου, καθηγητής Δογματικής.
  • Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης: Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη.

Λαϊκοί Σύμβουλοι & Θεολόγοι

  • Δρ. Κωνσταντίνος Πατέλος (Constantin Patelos): Ιστορικός, ακαδημαϊκός και στέλεχος της γραμματείας του ΠΣΕ.
  • Δρ. Γεώργιος Λεμόπουλος: Θεολόγος, επιστημονικός συνεργάτης και μετέπειτα στέλεχος της ηγεσίας του ΠΣΕ.

2. Εκκλησία της Ελλάδος

Αρχιερείς & Κληρικοί

  • Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος (Ψαριανός): Εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Πολύκαρπος (Βαγενάς): Συνοδικός εκπρόσωπος.
  • Επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος (Γιαννουλάτος): Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας, εκπρόσωπος στον Τομέα Παγκόσμιας Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού (CWME).

Ακαδημαϊκοί Καθηγητές & Θεολόγοι

  • Καθηγητής Νικόλαος Νησιώτης: Καθηγητής Φιλοσοφίας της Θεολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πρακτική Θεολογία/Λειτουργική).
  • Καθηγητής Μάρκος Σιώτης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών).
  • Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ειδικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας).
  • Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής Δογματικής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • -----------------------------------

 

Βιβλιογραφικές Παραπομπές και Πηγές

Για τη μελέτη της συμμετοχής του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975), οι κύριες επίσημες εκδόσεις, τα πρακτικά και η σχετική βιβλιογραφία είναι οι εξής:

1. Επίσημες Εκδόσεις του ΠΣΕ (Πρακτικά & Κείμενα)

  • Paton, David M. (επιμ.) (1976). Breaking Barriers: Nairobi 1975 – The Official Report of the Fifth Assembly of the World Council of Churches, Nairobi, 23 November–10 December 1975. London: SPCK / Grand Rapids: Wm. B. Eerdmans.

(Περιλαμβάνει τον πλήρη κατάλογο των συνέδρων, τις αποφάσεις των επιτροπών, τα ψηφίσματα για τα Ιεροσόλυμα και τις επίσημες δηλώσεις).

  • WCC Orthodox Task Force (1975). Orthodox Contributions to Nairobi: Papers Compiled and Presented by the Orthodox Task Force of the World Council of Churches. Geneva: World Council of Churches.
  • Bria, Ion & Patelos, Constantin G. (επιμ.) (1975). Orthodox Contributions to Nairobi. Geneva: World Council of Churches.

(Συλλογή των εισηγήσεων, των κοινών ορθόδοξων τοποθετήσεων και των προσχεδίων των δηλώσεων των Ορθοδόξων αντιπροσώπων).

  • Patelos, Constantin G. (επιμ.) (1978). The Orthodox Church in the Ecumenical Movement: Documents and Statements 1902–1975. Geneva: World Council of Churches.

2. Ελληνική Βιβλιογραφία & Μελέτες

  • Φειδάς, Βλάσιος Ι. (1998). Εκκλησιαστική Ιστορία (Τόμος Γ΄). Αθήνα.

(Αναφορά στη δομή των αντιπροσωπειών, τη θεολογική συμβολή των Ελλήνων ακαδημαϊκών και τις παρασκηνιακές διεργασίες των διορθόδοξων διασκέψεων).

  • Νησιώτης, Νικόλαος Α. (1977). «Το πνεύμα και τα αποτελέσματα της Ε΄ Γενικής Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. εν Ναϊρόμπι». Περιοδικό Θεολογία, τόμ. 48, Αθήνα.
  • Τσέτσης, Γεώργιος (Πρωτοπρεσβύτερος) (1988). Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Κατερίνη: Εκδόσεις Επέκταση.
  • Γιαννουλάτος, Αναστάσιος (Αρχιεπίσκοπος) (1989). «Η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία» στο Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού. Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

(Αναλύεται η ορθόδοξη θεώρηση για την κοινωνική μαρτυρία, όπως εκφράστηκε προσυνελευσιακά στο Ετσμιατζίν και παρουσιάστηκε στο Ναϊρόμπι).

  • Κωνσταντινίδης, Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Μύρων) (1976). «Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ και η Ορθόδοξος Θεολογία». Περιοδικό Εκκλησία, Αθήνα.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ -ΣΧΟΛΙΑ

Τα σημεία των αποφάσεων και του τελικού προσανατολισμού της Συνέλευσης που μπορούν να θεωρηθούν ότι ενισχύουν τον οικουμενισμό είναι κυρίως τα εξής:

  1. Στόχος η ορατή ενότητα των Εκκλησιών.
    Το Ναϊρόμπι διατύπωσε ως σκοπό του ΠΣΕ την πορεία των Εκκλησιών προς «ορατή ενότητα», σε μία πίστη και μία ευχαριστιακή κοινωνία, εκφραζόμενη στη λατρεία και στην κοινή ζωή εν Χριστώ.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα κρισιμότερα σημεία του Ναϊρόμπι για την ορθόδοξη  κριτική. Η Συνέλευση υιοθέτησε την έννοια της «conciliar fellowship», δηλαδή «συνοδικής κοινωνίας/συνοδικού fellowship».

Το κείμενο διατύπωνε το όραμα ως εξής:

 

«The one church is to be envisioned as a conciliar fellowship of local churches which are themselves truly united.»

Μετάφραση:

«Η μία Εκκλησία πρέπει να νοείται ως μία συνοδική κοινωνία τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες είναι οι ίδιες πραγματικά ενωμένες.»

 

Στη συνέχεια το κείμενο λέει ότι κάθε τοπική Εκκλησία, σε κοινωνία με τις άλλες:

  • κατέχει την πληρότητα της καθολικότητας,
  • ομολογεί την ίδια αποστολική πίστη,
  • αναγνωρίζει τις άλλες ως ανήκουσες στην ίδια Εκκλησία του Χριστού,
  • αναγνωρίζει τα μέλη και τις διακονίες των άλλων,
  • και συνδέεται μαζί τους μέσω κοινής ομολογίας και διακονίας.

Η επίσημη βιβλιογραφική παρουσίαση του ΠΣΕ χαρακτηρίζει το κείμενο ως μία από τις σημαντικότερες προσπάθειες του οικουμενικού κινήματος να ορίσει τη φαινόμενη/ορατή ενότητα της Εκκλησίας, με στόχο τη «conciliar fellowship

Εδώ βρίσκεται το βασικό ορθόδοξο πρόβλημα: Από μία αυστηρά Ορθόδοξη εκκλησιολογία μπορεί να τεθεί το ερώτημα:

Πώς είναι δυνατόν διαφορετικές ομολογίες, οι οποίες διαφωνούν σε δογματικά ζητήματα, να θεωρούνται ήδη “τοπικές Εκκλησίες” που ανήκουν στην ίδια Εκκλησία του Χριστού και αμοιβαίως αναγνωρίζουν τα μέλη και τις διακονίες τους;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κλασική Ορθόδοξη θέση  σύμφωνα με την  οποία η Εκκλησία είναι ήδη μία και η αναζήτηση της ενότητας αφορά την επιστροφή στην αληθινή εκκλησιαστική κοινωνία, όχι τη δημιουργία μιας νέας ομοσπονδιακής κοινωνίας διαφόρων εκκλησιολογικών σωμάτων.

  1. Κοινή μαρτυρία των Εκκλησιών.
    Προωθήθηκε η συνεργασία των Εκκλησιών ώστε να δίνουν κοινή χριστιανική μαρτυρία, τόσο τοπικά όσο και παγκόσμια. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της οικουμενικής πρακτικής του ΠΣΕ.
  2. Εντονότερη συνεργασία και κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών.
    Η Συνέλευση επιδίωξε στενότερες και πιο σταθερές σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών εκκλησιαστικών παραδόσεων, με σκοπό την υπέρβαση των διαιρέσεων. Το επίσημο ιστορικό του ΠΣΕ χαρακτηρίζει το Ναϊρόμπι σταθμό στην περαιτέρω αναζήτηση της ενότητας.
  3. Διάλογος και συνύπαρξη διαφορετικών ομολογιών.
    Η Συνέλευση προσπάθησε να διατηρήσει την ενότητα του ίδιου του ΠΣΕ παρά τις σοβαρές θεολογικές και πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των αντιπροσώπων. Η διαδικασία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αναζήτηση συναίνεσης και όχι στην επιβολή της άποψης της πλειοψηφίας.
  4. Σύνδεση της εκκλησιαστικής ενότητας με την παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα.
    Το Ναϊρόμπι διεύρυνε την οικουμενική προβληματική πέρα από τις καθαρά διαχριστιανικές σχέσεις, συνδέοντας την ενότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανάπτυξη, την καταπολέμηση του ρατσισμού και τις δομές αδικίας. Οι θεματικές ενότητες περιλάμβαναν «Αναζήτηση κοινότητας», «Εκπαίδευση για απελευθέρωση και κοινότητα», «Δομές αδικίας και αγώνες για απελευθέρωση» και «Ανθρώπινη ανάπτυξη».
  5. Συνεργασία με άλλους χριστιανικούς και οικουμενικούς οργανισμούς.
    Η διατύπωση που υιοθετήθηκε στο Ναϊρόμπι προέβλεπε τη διατήρηση σχέσεων με εθνικά και περιφερειακά συμβούλια Εκκλησιών, παγκόσμιους ομολογιακούς οργανισμούς και άλλες οικουμενικές οργανώσεις.
  6. Ενότητα ως μαρτυρία προς τον κόσμο.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει η ιδέα ότι η ενότητα των χριστιανών δεν αποτελεί απλώς οργανωτική συνεργασία, αλλά συνδέεται με την αποστολή τους «ώστε ο κόσμος να πιστεύει». Αυτή είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες οικουμενικές

ΣΧΟΛΙΑ.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ «ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ»

Το πλέον σοβαρό εκκλησιολογικό πρόβλημα του Ναϊρόμπι βρίσκεται στην αντίληψη περί «συνοδικής κοινωνίας» και στην αμοιβαία αναγνώριση των διαφόρων ομολογιακών κοινοτήτων ως ανηκουσών στην ίδια Εκκλησία του Χριστού. Εδώ δεν έχουμε πλέον απλώς μια έκκληση για αγάπη, ειρήνη, συνεργασία ή αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Χριστιανών. Πρόκειται για εκκλησιολογική αναγνώριση. Όταν διαφορετικές κοινότητες, οι οποίες δεν έχουν κοινή πίστη, δεν έχουν κοινή ευχαριστιακή κοινωνία, δεν έχουν κοινή ομολογία σε θεμελιώδη δογματικά ζητήματα και δεν βρίσκονται σε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία, αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις της ίδιας Εκκλησίας του Χριστού, τότε μεταβάλλεται ο ίδιος ο ορισμός της Εκκλησίας. Από Ορθόδοξη άποψη, η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μια ομοσπονδία ομολογιών που πρόκειται να συγκροτηθεί στο μέλλον ούτε ένα άθροισμα διαφορετικών χριστιανικών κοινοτήτων που αποκτούν εκκλησιαστική υπόσταση μέσω αμοιβαίας αναγνώρισης. Η Εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική και η ενότητά της δεν αποτελεί δημιούργημα διαλόγων, επιτροπών και διαπραγματεύσεων. Επομένως, η αντίληψη ότι διαφορετικές ομολογίες μπορούν να αναγνωρίζονται ως ήδη ανήκουσες στην ίδια Εκκλησία, ενώ παραμένουν χωρισμένες σε δογματικό και ευχαριστιακό επίπεδο, αποτελεί, από αυστηρά ορθόδοξη εκκλησιολογική σκοπιά, θεμελιώδη εκτροπή.

Η ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΝΙΩΝ

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης των διακονιών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αποδέχεται αδιακρίτως ότι κάθε ομολογιακή διακονία αποτελεί αυτομάτως ισότιμη έκφραση της αποστολικής Ιερωσύνης. Η Ιερωσύνη δεν είναι διοικητικό αξίωμα, κοινωνικός ρόλος ή λειτουργική υπηρεσία που μπορεί να αναγνωριστεί μέσω μιας διαχριστιανικής συμφωνίας. Είναι μυστήριο της Εκκλησίας και συνδέεται οργανικά με την αποστολική διαδοχή, την ορθή πίστη και την κανονική εκκλησιαστική κοινωνία. Επομένως, η αμοιβαία αναγνώριση διακονιών πριν από την αποκατάσταση της πλήρους δογματικής και μυστηριακής κοινωνίας δημιουργεί σοβαρή σύγχυση μεταξύ Εκκλησίας και ομολογίας, μεταξύ Μυστηρίου και εκκλησιαστικού αξιώματος και μεταξύ αποστολικής διαδοχής και απλής ιστορικής συνέχειας ενός θρησκευτικού οργανισμού.

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ

Η Ορθόδοξη ένσταση εδώ  είναι απόλυτη.H  Εκκλησία δεν χρειάζεται να «ενωθεί» με τον εαυτό της. Δεν υπάρχει μία αόρατη υπερκείμενη Εκκλησία, της οποίας τα διάφορα τμήματα πρέπει τώρα να συγκεντρωθούν σε μία νέα ορατή οργάνωση. Αυτό αντιστρέφει την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η Εκκλησία είναι ήδη MIA. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο χωρισμός από την Εκκλησία και η απομάκρυνση από την αποστολική πίστη. Συνεπώς, η πραγματική χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού δογμάτων ούτε προϊόν αμοιβαίας αναγνώρισης. Μπορεί να είναι μόνο επιστροφή στην αλήθεια της μίας Εκκλησίας και αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας πάνω στο θεμέλιο της κοινής αποστολικής πίστεως.

Η «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ Ο ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατεύθυνση που λαμβάνει το Ναϊρόμπι στο ζήτημα των άλλων θρησκειών. Η γλώσσα περί κοινής αναζήτησης ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών, πολιτισμών και ιδεολογιών δημιουργεί έναν νέο τρόπο θεώρησης της θρησκευτικής πραγματικότητας. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η αλήθεια του Χριστού αποτελεί απλώς ένα μέρος μιας ευρύτερης ανθρώπινης αναζήτησης της αλήθειας.

Ο Χριστός δεν είναι ένας από τους δρόμους προς τον Θεό. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο μόνος Σωτήρας του κόσμου. Η Εκκλησία δεν κηρύττει ότι η ανθρωπότητα αναζητά από κοινού διάφορες ισότιμες θρησκευτικές εκφράσεις του θείου. Κηρύττει ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε εν Χριστώ και ότι η σωτηρία βρίσκεται στον Χριστό και στην κοινωνία μαζί Του.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ

H  παρουσία εκπροσώπων διαφορετικών θρησκειών στη Συνέλευση και η αναζήτηση κοινότητας πέρα από τα θρησκευτικά όρια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως θεολογικά ουδέτερες πράξεις. Η συνάντηση με τον αλλόθρησκο ως άνθρωπο, η ειρηνική συνύπαρξη και η συνεργασία για κοινωνικά ζητήματα είναι ένα πράγμα. Η δημιουργία όμως μιας θρησκευτικά ουδέτερης «κοινότητας» στην οποία οι διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνομιλητές στην αναζήτηση της αλήθειας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος του συγκρητισμού. Όταν η μοναδικότητα της Αποκαλύψεως του Χριστού υποχωρεί μπροστά στην ιδέα μιας κοινής θρησκευτικής αναζήτησης, τότε η ιεραποστολή κινδυνεύει να μετατραπεί από κήρυγμα μετανοίας και προσκλήσεως στην Εκκλησία σε απλή ανταλλαγή θρησκευτικών εμπειριών και κοινωνική συνεργασία.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το γεγονός ότι στο Ναϊρόμπι υπήρχαν παράλληλα ισχυρές διατυπώσεις υπέρ της μοναδικότητας του Χριστού, δεν εξαλείφει την αντίφαση. Αντίθετα, αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών θεολογικών κατευθύνσεων αποκαλύπτει ακριβώς το πρόβλημα του οικουμενικού εγχειρήματος. Από τη μία πλευρά ομολογείται ο Χριστός ως μοναδικός Σωτήρας και από την άλλη καλλιεργείται μια εκκλησιολογία και μια διαθρησκειακή αντίληψη που μπορούν να οδηγήσουν σε σχετικοποίηση αυτής της μοναδικότητας.

Δεν αρκεί να υπάρχουν ορθόδοξες φράσεις μέσα σε ένα κείμενο. Το κρίσιμο είναι εάν ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα παραμένει συνεπές με αυτές τις φράσεις. Μια ομολογία της μοναδικότητας του Χριστού χάνει το εκκλησιολογικό της βάρος, όταν ταυτόχρονα αναγνωρίζονται ως ισότιμες εκκλησιαστικές πραγματικότητες κοινότητες που δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Στα κείμενα του Ναϊρόμπι γίνεται επίσης εμφανής η έντονη στροφή προς την κοινωνική απελευθέρωση, την καταπολέμηση της αδικίας, την αλλαγή των κοινωνικών δομών και την πολιτική χειραφέτηση. Η Εκκλησία ασφαλώς δεν αδιαφορεί για την κοινωνική αδικία. Ο Χριστιανός καλείται να αγαπά τον φτωχό, να υπερασπίζεται τον αδικημένο και να καταγγέλλει την αδικία. Όμως η Ορθόδοξη πίστη δεν επιτρέπει να μετατραπεί η κοινωνική απελευθέρωση σε υποκατάστατο της σωτηρίας. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο να απελευθερωθεί από καταπιεστικές κοινωνικές δομές. Χρειάζεται να απελευθερωθεί από την αμαρτία, από τα πάθη, από τον θάνατο και από τη φθορά και να ενωθεί με τον Θεό. Εάν η Εκκλησία αρχίσει να παρουσιάζει ως κεντρικό έργο της την αναμόρφωση των κοινωνικών δομών, ενώ η μετάνοια, η θέωση, η Ανάσταση και η αιώνια ζωή υποχωρούν στο περιθώριο, τότε έχει συντελεστεί ουσιαστική μετατόπιση του Ευαγγελίου.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της μεταπολεμικής οικουμενικής θεολογίας. Η γλώσσα της απελευθέρωσης μπορεί εύκολα να μετατραπεί από θεολογική γλώσσα σε πολιτική ιδεολογία. Όταν η αδικία ερμηνεύεται αποκλειστικά με όρους κοινωνικών δομών και η σωτηρία παρουσιάζεται κυρίως ως αλλαγή των δομών αυτών, η προσωπική αμαρτία και η ανάγκη μετανοίας υποβαθμίζονται. Ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αμαρτωλός που χρειάζεται τον Χριστό και αντιμετωπίζεται κυρίως ως θύμα κοινωνικών μηχανισμών. Έτσι η Εκκλησία κινδυνεύει να εγκαταλείψει το θεραπευτικό και σωτηριολογικό της έργο και να μετατραπεί σε πολιτικοκοινωνικό φορέα.

 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ασφαλώς μπορεί και πρέπει να καταγγέλλει την αδικία. Δεν μπορεί όμως να ταυτίσει την αποστολή της με κάποιο πολιτικό πρόγραμμα απελευθέρωσης. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να οικοδομήσει επί γης μια τέλεια κοινωνία μέσω πολιτικών μετασχηματισμών. Υπάρχει για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο εν Χριστώ, να τον εισάγει στη μυστηριακή ζωή, να τον οδηγεί στη μετάνοια, στην κάθαρση, στον φωτισμό και στη θέωση και να τον προετοιμάζει για τη Βασιλεία του Θεού. Κάθε κοινωνική δράση της Εκκλησίας πρέπει να πηγάζει από αυτή την πραγματικότητα και όχι να την αντικαθιστά.

Η ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Η δήλωση για την Ιερουσαλήμ δεν αποτελεί από μόνη της δογματική ομολογία περί ισοτιμίας των θρησκειών και δεν πρέπει να της αποδοθεί κάτι που δεν λέει. Ωστόσο, από αντιοικουμενιστική σκοπιά, είναι χαρακτηριστική της νέας διαθρησκειακής νοοτροπίας που αναπτύσσεται. Χριστιανοί, Ιουδαίοι και Μουσουλμάνοι παρουσιάζονται από κοινού ως θρησκευτικές κοινότητες με κοινό ενδιαφέρον για έναν ιερό τόπο. Η πολιτική συνεργασία και η προστασία των προσκυνητών μπορούν να δικαιολογηθούν χωρίς θεολογική εξίσωση. Όταν όμως η γλώσσα της κοινής θρησκευτικής ευθύνης μεταφέρεται από το πολιτικό επίπεδο στο θεολογικό, τότε δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχουν τρεις ισότιμες αποκαλύψεις του Θεού που απλώς συνυπάρχουν στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ και η Εκκλησία Του.

ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΪΡΟΜΠΙ

Το βαθύτερο πρόβλημα του Ναϊρόμπι δεν βρίσκεται σε μία μόνο φράση. Βρίσκεται στη συνολική μετατόπιση του οικουμενικού τρόπου σκέψεως. Η Εκκλησία αρχίζει να νοείται περισσότερο ως παγκόσμια κοινότητα διαλόγου και συνεργασίας και λιγότερο ως το συγκεκριμένο Σώμα του Χριστού, ενωμένο στην ίδια πίστη, στην ίδια Ευχαριστία, στα ίδια Μυστήρια και στην ίδια αποστολική παράδοση. Η ενότητα μετατρέπεται από καρπό της κοινής πίστεως σε στόχο οργανωτικής και διαλογικής διαδικασίας. Η ετερότητα των δογμάτων αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που μπορεί σταδιακά να ξεπεραστεί μέσω διαλόγου, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να επιμένει ότι η αλήθεια της πίστεως δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Από αυστηρά  Ορθόδοξη σκοπιά, το Ναϊρόμπι 1975 αποτελεί σημαντικό σταθμό στην πορεία κατά την οποία ο οικουμενισμός απομακρύνεται από την απλή αναζήτηση επαφής μεταξύ Χριστιανών και προχωρεί προς μια ευρύτερη εκκλησιολογική και διαθρησκειακή αντίληψη. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ενότητα παρουσιάζεται με τρόπο που μπορεί να επιτρέψει την αναγνώριση διαφορετικών ομολογιών ως ήδη ανηκουσών στην ίδια Εκκλησία, ενώ η διαθρησκειακή συνάντηση αποκτά αυξανόμενη θεολογική βαρύτητα. Από την Ορθόδοξη σκοπιά αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς σοβαρότατες επιφυλάξεις. Η Εκκλησία είναι μία. Η αλήθεια της πίστεως δεν είναι αντικείμενο συμβιβασμού. Η Ευχαριστιακή κοινωνία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη δογματική κοινωνία. Η αποστολική Ιερωσύνη δεν μπορεί να εξισωθεί με κάθε μορφή θρησκευτικής διακονίας. Ο Χριστός δεν είναι ένας από τους πολλούς δρόμους της ανθρωπότητας προς τον Θεό, αλλά ο μόνος Σωτήρας και η μόνη οδός προς τον Πατέρα. Η δε κοινωνική δικαιοσύνη, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αποτελεί το Ευαγγέλιο καθαυτό ούτε μπορεί να αντικαταστήσει τη μετάνοια, τη σταυρική θυσία του Χριστού, την Ανάσταση, τα Μυστήρια και την εν Χριστώ θέωση του ανθρώπου.

Επομένως, η Ορθόδοξη κριτική δεν χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές ή σε αυθαίρετους χαρακτηρισμούς. Αρκεί να θέσει το αποφασιστικό ερώτημα: εάν η Εκκλησία είναι μία, εάν η πίστη είναι μία, εάν η Ευχαριστία είναι μία και εάν η αποστολική παράδοση είναι μία, με ποιο δικαίωμα μπορούν διαφορετικές ομολογίες που δεν έχουν ακόμη κοινή πίστη και ευχαριστιακή κοινωνία να αναγνωρίζονται ως ισότιμα μέλη της ίδιας Εκκλησίας; Και εάν ο Χριστός είναι ο μοναδικός Σωτήρας του κόσμου, με ποιο θεολογικό δικαίωμα μπορεί η χριστιανική αποκάλυψη να εντάσσεται σε μια γενική ανθρώπινη αναζήτηση που περιλαμβάνει εξίσου τις άλλες θρησκείες; Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα που θέτει το Ναϊρόμπι στην Ορθόδοξη συνείδηση. Και από την αυστηρή Ορθόδοξη  σκοπιά, οι απαντήσεις του οικουμενικού εγχειρήματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές εκεί όπου θίγουν τη μοναδικότητα της Εκκλησίας, την αποκλειστικότητα της αληθούς πίστεως, την αναγκαιότητα της μυστηριακής κοινωνίας και τη μοναδικότητα του Χριστού ως Σωτήρος του κόσμου.

Σύγκριση του Ναϊρόμπι (1975) με την Σύνοδο της Κρήτης (2016)

Η σύγκριση της Ε΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Ναϊρόμπι το 1975 με την Σύνοδο στην Κρήτη το 2016 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ορθόδοξη σκοπιά. Δεν είναι ορθό να υποστηριχθεί απλώς ότι τα δύο γεγονότα ταυτίζονται. Υπάρχουν, όμως, σημαντικές ομοιότητες στη γλώσσα και στις θεματικές τους, ιδιαίτερα γύρω από τις έννοιες της συνοδικότητας, της κοινωνίας, του διαλόγου και της χριστιανικής ενότητας.

Το πιο χαρακτηριστικό σημείο του Ναϊρόμπι είναι η έννοια της «συνοδικής κοινωνίας». Το κείμενο μιλά για την «μία Εκκλησία» ως «συνοδική κοινωνία τοπικών Εκκλησιών» . Η λογική αυτή παρουσιάζει την ενότητα ως κοινωνία διαφόρων τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες, παρά τις ιστορικές, πολιτιστικές και γεωγραφικές διαφορές τους, καλούνται να ζουν και να μαρτυρούν από κοινού. Η έννοια αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο της οικουμενικής εκκλησιολογικής προβληματικής του ΠΣΕ.

Στην Κρήτη συναντούμε επίσης πολύ έντονη αναφορά στη συνοδικότητα. Το κείμενο για τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Οικουμενική Κίνηση υπογραμμίζει ότι «η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά του συνοδικού συστήματος». Επομένως, και στα δύο κείμενα η συνοδικότητα συνδέεται στενά με την ενότητα και την εκκλησιαστική ζωή. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Στο Ναϊρόμπι η συνοδική κοινωνία παρουσιάζεται ως τρόπος έκφρασης της ενότητας των χριστιανικών Εκκλησιών, ενώ στην Κρήτη η συνοδικότητα παρουσιάζεται πρωτίστως ως στοιχείο της ζωής της ήδη υπάρχουσας Ορθοδόξου Εκκλησίας και ως τρόπος διαφυλάξεως της ορθοδόξου πίστεως.

Η δεύτερη σημαντική ομοιότητα βρίσκεται στην έννοια του διαλόγου. Το Ναϊρόμπι θεωρεί την επικοινωνία, τη συνάντηση και τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών απαραίτητα στοιχεία για την υπέρβαση των διαιρέσεων. Η Κρήτη, αντίστοιχα, δηλώνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «καλλιεργεί τον διάλογον μετά των εξ αυτής διεστώτων» και θεωρεί αναγκαίο τον διαχριστιανικό θεολογικό διάλογο. Έτσι, και στα δύο πλαίσια ο διάλογος θεωρείται σημαντικό μέσο αντιμετώπισης των χριστιανικών διαιρέσεων.

Από ορθόδοξη όμως σκοπιά τίθεται αμέσως ένα ερώτημα: ποιος είναι ο σκοπός του διαλόγου; Εάν ο διάλογος γίνεται για να γνωρίσουν οι Χριστιανοί ο ένας τον άλλον, να καταθέσει η Ορθόδοξη Εκκλησία τη μαρτυρία της και να αναζητηθεί η αλήθεια, τότε μπορεί να θεωρηθεί θεμιτός. Εάν όμως ο διάλογος προϋποθέτει ότι όλες οι Ομολογίες αποτελούν ισότιμες Εκκλησίες που πρέπει απλώς να συγχωνευθούν σε μία νέα ενότητα, τότε η θέση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Από ορθόδοξη  σκοπιά, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι κατ’ ανάγκην η ύπαρξη διαλόγου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λέξη «Εκκλησία» χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι όλες οι χριστιανικές Ομολογίες έχουν την ίδια εκκλησιολογική θέση.».

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η θέση της Κρήτης για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Η Σύνοδος αναγνωρίζει τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση και τη συμβολή της στους θεολογικούς διαλόγους. Ταυτόχρονα, όμως, δηλώνει ότι το ΠΣΕ «δεν είναι και ουδέποτε επιτρέπεται να καταστή “υπέρ-Εκκλησία”». Αυτό αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από οποιαδήποτε αντίληψη θα έδινε στο ΠΣΕ εκκλησιαστική εξουσία πάνω από τις κατά τόπους Εκκλησίες.

Εδώ όμως διατυπώνεται η βασική  ένσταση: ακόμη και αν το ΠΣΕ δεν ονομάζεται “Εκκλησία”, είναι θεολογικά ορθό να συμμετέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε έναν οργανισμό όπου διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες συναντώνται μέσα σε ένα κοινό οικουμενικό πλαίσιο; Ο ορθόδοξος  θα απαντήσει ότι η συμμετοχή αυτή μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, διότι δημιουργεί την εικόνα μιας συλλογικής «κοινωνίας Εκκλησιών», ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τον εαυτό της ως τη Μία Εκκλησία.

Ένα ακόμη σημείο σύγκρισης είναι η κοινή χριστιανική μαρτυρία. Το Ναϊρόμπι συνδέει την ενότητα με την κοινή μαρτυρία των Χριστιανών στον κόσμο. Η Κρήτη, στο κείμενο «Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Σύγχρονο Κόσμο», τονίζει επίσης την ανάγκη η Εκκλησία να δίνει μαρτυρία για τον Χριστό και να αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας, όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία της δημιουργίας. Επομένως, υπάρχει σαφής συγγένεια ως προς την ιδέα ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να είναι απομονωμένη από τον κόσμο.

Ωστόσο, η ορθόδοξη  κριτική θα επισημάνει ότι η κοινή δράση των Χριστιανών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της δογματικής ενότητας. Η πραγματική εκκλησιαστική ενότητα, από την ορθόδοξη άποψη, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε κοινές κοινωνικές δράσεις, σε κοινές διακηρύξεις ή σε κοινή δράση για την ειρήνη. Προϋποθέτει κοινή πίστη, κοινή λατρευτική και μυστηριακή ζωή και αποδοχή της αποστολικής και πατερικής παραδόσεως.

Έτσι προκύπτει η βασική κριτική προς την Κρήτη: η Σύνοδος χρησιμοποιεί αρκετές έννοιες που έχουν αναπτυχθεί μέσα στην Οικουμενική Κίνηση — διάλογος, χριστιανική ενότητα, κοινή μαρτυρία, συμμετοχή στο ΠΣΕ και συνοδική κοινωνία — και γι’ αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να εισχωρήσει στην ορθόδοξη εκκλησιολογική σκέψη ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν πολλές Εκκλησίες που πρέπει να οδηγηθούν σε ενότητα.

Η  Κρήτη υιοθετεί ή χρησιμοποιεί μέρος της γλώσσας και του πλαισίου της Οικουμενικής Κίνησης, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει τα όρια της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί τον κίνδυνο εκκλησιολογικής σύγχυσης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου