ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ
Ο
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ!
Υπολογίζω και σέβοµαι τις κάποιες επιφυλάξεις των αγνών
αναγνωστών και τις προσµετρώ, διότι και εγώ αρκετές φορές είχα επιφυλάξεις για
ακούσµατα για πρωτοβουλίες ιδιότυπες, προσγειωνόµουνα όµως µετά από ενδελεχή
έρευνα.
Τον αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο δεν τον συνάντησα ποτέ, ποτέ µα
ποτέ! Ότι δηµοσιεύµατα έπεφταν στα χέρια µου τα ταξινοµούσα όχι ειδικά, αλλά
όπως συµβαίνει για πολλούς και για πολλά θέµατα και όχι µόνο εκκλησιαστικά.
Ήταν ηµέρα 27 Μαρτίου 2024 και ώρα περί την 11η
πρωινή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και στην άλλη άκρη του τηλεφώνου ήταν κάποιος
π. Χαράλαµπος από το ιδιαίτερο γραφείο – όπως είπε – του Μακ. Αρχιεπισκόπου
Αλβανίας κ. Αναστασίου, θα ήθελε να σας µιλήσει, µου είπε. Είναι γεγονός πως
αιφνιδιάστηκα. Για την τηλεφωνική και µοναδική αυτή επικοινωνία περιγράφω στην εφηµερίδα “ΑΓΩΝΑΣ” φ.
334 Μαρτ.-Απρ. 2025, σελ. 19-20.
Η συζήτηση
κράτησε περίπου τα 50 λεπτά. Σε µια ερώτησή µου – ίσως αφελή, ίσως άκριτη –
του είπα ότι σας κατηγορούν, Μακαριώτατε ως “Οικουµενιστή”, για λίγο
σταµάτησε η φωνή του άλλαξε –. Πέρασαν δύο χρόνια και προσπαθώ να αναπλάσω
στην οθόνη του λογισµού µου τη δραµατική στιγµή του Αναστασίου. Αγαπητέ µου
– µου λέει – παρακαλώ τον Κύριό Μας να µε προστατεύει απ’ αυτή την
πλάνη. Εγώ είµαι “Οικουµενικός”, και αυτό προσεύχοµαι σε κάθε Θεία
Λειτουργία. «Έτι προσφέροµεν την λειτουργίαν ταύτην υπέρ της
Οικουµένης…».
Εκείνη τη
στιγµή πάγωσα, διότι ένιωσα σαν αγκάθι να κέντρισα την ευαίσθητη απλοϊκή ψυχή
του. Η αλλαγή της φωνής του µε
συντάραξε, ωσάν χτύπηµα στην καρδιά µου, αισθάνθηκα ένα σφίξιµο στο στήθος και
κύλησαν κάποια δάκρυα από τις κόγχες µου. Θεέ µου, είπα! Τι του ΕΙΠΑ!!!
Βυθίζω τα µάτια, στιγµές, στιγµές και τις σκέψεις µου στους
Ζήσηδες και ιδιαίτερα συλλογίζοµαι τον π. Θεόδωρο Ζήση µέσα σ’ ένα
Οικουµενιστικό φορέα παρέα µε άλλους, αυτούς που για χρόνια δίδασκαν στο
Πανεπιστήµιο την Ιερά Επιστήµη της Θεολογίας, όπως ο βιογράφος του µας τα
περιγράφει πως όλοι οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής Θεσ/νίκης, δίδασκαν
οικουµενισµό!. και πως ο π. Θεόδωρος
ανατράφηκε µέσα σ’ αυτό το οικουµενιστικό περιβάλλον. Ο δάσκαλός του δε
καθηγητής Παν. Χρήστου του παραχώρησε την έδρα του και όλα τα αξιώµατα που είχε
από το Πατριαρχείο, ήταν – κατά τον Παν. Τελεβάντο – “Μέγας
οικουµενιστής, ο οποίος µάλιστα γαλούχησε τους συνεργάτες και τους φοιτητές
του”, ήταν δε και ένας επικίνδυνος µασόνος στην κορυφή µάλιστα
της βαθµίδας.
Συνεχίζει ο βιογράφος του π. Άγγελος: “Ουδείς άλλος
καθηγητής καθοδηγούσε τόσους πτυχιούχους, όσους ο π. Θεόδωρος στη σύνταξη
διπλωµατικών εργασιών και διδακτορικών διατριβών. Θα εκπλαγούν όλοι, αν κάποτε
δηµοσιευθεί ο σχετικός κατάλογος… Στη Θεολογική Σχολή Θες/νίκης ήταν από τους
πιο προβεβληµένους και αγαπητούς καθηγητές…”.
Αν ήταν τόσο προβεβληµένος και αγαπητός, κ. βιογράφε, και δεν
ήταν πολυπρόσωπος, τώρα όλες αυτές οι εκατοντάδες που πέρασαν από τη διδασκαλία
του και σήµερα διαπρέπουν ως καθηγητές, δάσκαλοι, πανεπιστηµιακοί,
µητροπολίτες, ιεροκήρυκες, ιερείς, κατηχητές… θάπρεπε να είναι µαζί του, βλέπετε
κανέναν! Ακόµα και η οµάδα της “Οµολογίας Πίστεως” δε θέλει να τον
συναντήσει!
ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ ΠΛΑΪ-ΠΛΑΪ & ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ
Λυπάµαι και ζητώ την κατανόησή σας, διότι θέλω να καταθέσω
κάποια από τα γεγονότα, ώστε µαζί να ψηλαφήσουµε και να ελέγξουµε και ο καθένας
ας αξιολογήσει τις δύο προσωπικότητες, του π. & καθηγητή Θεολογίας Θεοδώρου
Ζήση και του Αρχιεπ. & καθηγητή Θεολογίας Αναστασίου Γιαννουλάτου. Θα σας
παρακαλέσω µην παρανοήσετε τη σύγκριση και ούτε θέλω να ξύσω πληγές, τις οποίες
ο πατήρ Θεόδωρος άνοιξε και µάλιστα από
πύλη κλειδωµένη. Επειδή οι πληγές που ανοίγονται, δεν αντιµετωπίζονται µε το
προσπέρασµα και ούτε κλείνουν µε περιφρόνηση, αλλά “ο τρώσας και ιάσεται”.
Αυτό δε συνέβη όµως και συνεχίζεται µε ύπουλο τρόπο και πιο σκληρό, γι’ αυτό
έλαβα το βάρος να υψώσω τα δύο αναστήµατα πλάι-πλάι και εσείς να τα
αξιολογήσετε.
Ο απόστολος Παύλος µε έµφαση µας φωνάζει για το απαράβατο
χρέος της καρδιάς και της γλώσσας που πρέπει να κοσµεί τον κάθε χριστιανό: «Το
λοιπόν, αδελφοί, όσα εστίν αληθή, όσα σεµνά, όσα δίκαια, όσα αγνά, όσα
προσφιλή, όσα εύφηµα, ει τις αρετή και ει τις έπαινος, ταύτα λογίζεσθε» (Φιλιπ.
4, 8). (Τώρα αδελφοί µου σας απευθύνω την προτροπή, το περιεχόµενο του νου,
οι λογισµοί να κινούν όσα είναι αγαθά, δίκαια, σεµνά, αµόλυντα, αγνά, προσφιλή
προς το Θεό, να µεταδίδονται σαν µηνύµατα πεντακάθαρα, αµόλυντα στο άρµα της
σκέψεως, αυτά να προσέχετε και να τα εφαρµόζετε).
Για την καθαρότητα του γλωσσαρίου ο θείος απόστολος Παύλος,
ολοκληρώνει τη Θεολογική του διαλεκτική: «Πας λόγος σαπρός εκ του
στόµατος υµών µη εκπορεύεσθω, αλλ’ ει τις αγαθός προς οικοδοµήν της χρείας, ίνα
δω χάριν τοις ακούουσι» (Εφεσ. 4, 29). (Λόγος βρωµερός να µη βγαίνει
από το στόµα σας, στα χείλη σας να υπάρχουν µονάχα λόγια αγαθά, κατάλληλα να
δώσουν χάρη και χαρά στους ανθρώπους που σας πλησιάζουν και προσπαθούν µε το
αυτί τους να σας ακούσουν).
Πρώτον: Ο π. Θεόδωρος Ζήσης από τα φοιτητικά του
χρόνια, αφού διέκοψε τα της Νοµικής, ακολούθησε τη θεολογική επιστήµη και
κόλλησε στον κοσµήτορα καθηγητή του Πανεπιστηµίου Θες/νίκης και Πατρολόγο
Παναγιώτη Χρήστου.
Ο κοσµήτορας και µετά πρύτανης Παν. Χρήστου ήταν ένας
φιλόδοξος, µπλεγµένος στα µασονικά δίκτυα, στα Οικουµενικά Πατριαρχικά
πλοκάµια του Οικουµενισµού, δίπλα στον πατριάρχη Αθηναγόρα, Δηµήτριο…
Διευθυντής του Πατριαρχικού Ιδρύµατος Πατερικών Μελετών (1966-1989). Διετέλεσε
δύο φορές υπουργός υπό την υπηρεσιακή κυβέρνηση Ι. Παρασκευοπούλου. Κατάθεσε ως
µάρτυρας υπέρ της δικτατορίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων,
στο Στρασβούργο δικαιολόγησε την επιβολή της δικτατορίας, πως αν δεν συνέβαινε “η
Ελλάδα θα γύριζε πίσω στο σιδηρούν παραπέτασµα”. Η δικτατορία στον
ανασχηµατισµό που έκανε το Δεκέµβριο, για να τον επιβραβεύσει, τον πρόσθεσε στη
νέα σύνθεση στην κυβέρνηση ως υπουργό Παιδείας. Μόλις το άκουσε ο Αρχιεπίσκοπος
Ιερώνυµος Α΄ (Κοτσώνης), είπε στο δικτάτορα Παπαδόπουλο: “… εάν ο κ.
Χρήστου ήρχετο εις το Υπουργείο Παιδείας ως Υπουργός… αν αυτός ωρκίζετο ως
Υπουργός, την ιδίαν στιγµήν εγώ θα υπέβαλα την παραίτησίν µου…” (ΤΟ
ΔΡΑΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ, σελ. 80).
Η µασονία µετά από αυτό καραδοκούσε και δούλευε υπόγεια. Ενώ
για το Πατριαρχείο ήταν εµπόδιο ο Ιερώνυµος στα σχέδιά τους, -όπως αναφέραµε
πιο πάνω- µε τον Αθηναγόρα να δηλώνει ότι η Ορθοδοξία, “µένει στο
περιθώριο εξ αιτίας των απόψεων του Αρχιεπισκόπου”. Μέσα ενηµέρωσης,
Δικαστικοί, πρώην βουλευτές, υπουργοί κ.ά. περίµεναν την κατάλληλη στιγµή, να
τον γκρεµίσουν, διότι είχε παραπέµψει στη Δικαιοσύνη 160 υποθέσεις µε
καταπατήσεις και οικειοποιήσεις κτηµάτων, φιλέτα της Εκκλησίας παράνοµα.
Την παλαιά ζύµη της “Πρεσβυτέρας Εκκλησίας”
έπιασε φόβος και τρόµος από τις εκκαθαρίσεις των διεφθαρµένων κληρικών που
ξεπερνούσαν τους 300 και προχωρούσε.
Όλοι αυτοί δηµιούργησαν έναν άτυπο “συνασπισµό”, για
να αλλάξουν την αναδιοργανωτική πορεία που ξεκίνησε στη διοίκηση της Εκκλησίας
και να διώξουν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυµο.
Μέσα σ’ αυτό το κλίµα ανδρώθηκε ο π. Θεόδωρος Ζήσης µέσα στο
Πανεπιστήµιο υπό του Μασόνου Οικουµενιστή φιλόδοξο πολιτικό Παν. Χρήστου και σε
τέτοιο πατριαρχικό περιβάλλον ανατράφηκε και ως καλός µαθητής, τον διόρισαν
συντάκτη και γραµµατέα του ιδρύµατος και περιοδικού “Κληρονοµία” (1968-1970),
ερευνητή του Κέντρου Βυζαντινών ερευνών (1970-1974) κ.ά.
Ως φοιτητής και ως καθηγητής µετά µας περιγράφει ο βιογράφος
του π. Άγγελος, ότι:
«Στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου φοίτησε την
περίοδο 1961-65, όλοι οι καθηγητές του ήταν οικουµενιστές. Δεν υπήρχε ούτε ένας
αντιοικουµενιστής καθηγητής. Και µάλιστα περιέργως στη Θεολογική Σχολή είχε
εισαχθεί το µάθηµα της Οικουµενικής Κινήσεως, «Ιστορία
δογµάτων και Οικουµενική Κίνησις», το οποίο διδάσκονταν ενθουσιωδώς από τον
αρµόδιο καθηγητή, και όλοι οι καθηγητές µε ενθουσιασµό προέβαλαν την «µεγάλη προφητική µορφή» του Πατριάρχου
Αθηναγόρου και όλους τους µεγάλους οικουµενιστές. Ο π. Θεόδωρος, λοιπόν,
ανατράφηκε µέσα σ’ αυτό το πατριαρχικό κλίµα και το οικουµενιστικό περιβάλλον…
» … Υπάρχουν πατριαρχικά επαινετικά έγγραφα, τα οποία
καθιστούν φανερό και γνωστό ότι ο π. Θεόδωρος ήταν του Πατριαρχείου και
ανατράφηκε µέσα στο κλίµα αυτό. Ο καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου, διευθυντής του
Πατριαρχικού Ιδρύµατος Πατερικών Μελετών και διδάσκαλος του π. Θεοδώρου, του
οποίου ο π. Θεόδωρος υπήρξε στενός συνεργάτης στο πανεπιστήµιο…
» … Όλες, λοιπόν, οι συζητήσεις ήταν ενθουσιώδεις υπέρ
αυτής της «µεγάλης προφητικής µορφής» του Πατριάρχου Αθηναγόρου. Όταν
συναντήθηκαν ο µέγας οικουµενιστής Πατριάρχης Αθηναγόρας µε τον αιρεσιάρχη Πάπα
Παύλο Στ΄ στα Ιεροσόλυµα το 1964, έλεγαν οι τότε οικουµενιστές καθηγητές του π.
Θεοδώρου: «Είδατε πώς εξαφάνισε ο
Αθηναγόρας τον Πάπα; Σαν τον Μωυσή. Με την µακριά του γενειάδα και µε την
αγκαλιά του και µε το παράστηµά του τον εξαφάνισε τον Πάπα». Δεν
ακουγόταν, λοιπόν, την περίοδο εκείνη των σπουδών και των πρώτων ετών της
πανεπιστηµιακής καριέρας του π. Θεοδώρου λόγος κριτικός εναντίον του Πατριάρχου
Αθηναγόρου και εναντίον του Οικουµενισµού…».
Και ο ίδιος µας αποκαλύπτεται!
«… Στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης ήταν από τους πιο
προβεβληµένους, συγκροτηµένους και αγαπητούς καθηγητές. Ουδείς άλλος καθηγητής
καθοδήγησε τόσους άλλους πτυχιούχους όσους ο π. Θεόδωρος στη σύνταξη
διπλωµατικών εργασιών και διδακτορικών διατριβών. Θα εκπλαγούν όλοι, αν κάποτε
δηµοσιευθεί ο σχετικός κατάλογος. Εµπιστεύονταν όλοι την κρίση του και την
αγάπη του στους νέους ανθρώπους. Αναλογικά οι περισσότεροι σήµερα καθηγητές στη
Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και αρκετοί στην Αθήνα είναι διδάκτορες του π. Θεοδώρου…».
Όλες αυτές οι εκατοντάδες φοιτητές “γαλουχήθηκαν”
µε τα νάµατα του Οικουµενισµού, διέπρεψαν ή διαπρέπουν στα σχολεία ως
δάσκαλοι, καθηγητές. Πανεπιστηµιακοί
καθηγητές ή διδάκτορες άλλοι ως Αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, ιερείς, κατηχητές.
Απ’ αυτούς πολλαπλασιάστηκαν σε χιλιάδες, µη µας πείτε ότι είχαν όλοι καθαρό
φρόνηµα Ορθοδοξίας; Γιατί η Οικουµενιστική διδασκαλία δε γεννά Ορθοδοξία, όπως
το κατσίκι δε γεννά Βούβαλο!
Το έτερο, εσείς ένας οµολογητής Ορθοδοξίας πως γίνεται να σας
είχε στα δεξιά του ένας µεγάλος µασόνος και µέγας οικουµενιστής, αφού είναι
γνωστό στους πάντες, πως οι µασόνοι δίνουν φρικτούς όρκους και δεν µπορούν να
τους παραβούν:
«υπόσχοµαι (λέει ο όρκος) επισήµως να
διάγω ως αληθής και πιστός εταίρος, να υπακούω εις τα σηµεία και τας διαταγάς…
Οµνύω επισήµως να τηρήσω πάντα ταύτα, άνευ υπεκφυγής, δισταγµού ή υστεροβουλίας
τινός, επί τη ελαχίστη ποινή είπαµε ήθελον παραβή του όρκου µου, να µου ανοιχθή
το στήθος…» (όρκος από το βιβλίο “Η ΜΑΣΟΝΙΑ ΑΠΟ…” του
Αβερ./Σερ.). Και πώς ένας µασόνος παραχώρησε πανεπιστηµιακή του έδρα σε έναν “Ορθόδοξο
Οµολογητή” και αγνόησε τους φρικτούς τους όρκους;
Αυτό που δε θα µπορέσετε, π. Θεόδωρε, να το υπερπηδήσετε
είναι το ότι µόλις µπήκατε στο υπουργείο µε υπουργό τον δάσκαλό σας Παν.
Χρήστου, διαλύσατε όλες τις
νοµοθετηµένες επιτροπές, τις οποίες δηµιούργησε η πατερική µορφή του Ιερώνυµου Α΄, όπως τη “Δογµατικών &
κανονικής τάξεως’’ που συµµετείχαν εκτός των Αρχιερέων, κορυφαίοι
πανεπιστηµιακοί Θεολόγοι καθηγητές (Καρµίρης, Ράµµος, Μουρατίδης,
Χριστοδουλόπουλος, Φραγκίστας, Καλογήρου), ένα από τα κυρίαρχα θέµατα
ήταν η Μασονία και τι πρέπει να γίνει! Και ο προθάλαµος αυτής το Ρόταρυ και
Προσκοπισµός.
Τη Γραµµατεία των ΄΄Διορθοδόξων Σχέσεων΄΄ µε
υπεύθυνο τον έµπειρο Θεολόγο κ. Νέλλαν “Η Εκκλησία έναντι του
Οικουµενισµού”.
Την ΄΄Εκκλησιαστική Παιδεία΄’, που µε το υπ’ αριθ.
876/15-5-1971 Ν.Δ. µετά από 150 χρόνια η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση ήρθε
στο φυσικό της χώρο στην Εκκλησία. Γιατί µε χριστιανική εκπαίδευση δεν θα
αλλοιώνονταν η Ορθοδοξη πίστη του
Υπάρχουν και άλλα ακόµα, αλλά αυτά ήταν τα βασικότερα, και
επαναφέρατε την προτέρα κατάσταση την Εκκλησία πίσω στη βρωµιά και τη διαφθορά.
Μια και ο λόγος για βρωµιά και διαφθορά µήπως θυµάστε τι
έγινε µε τον Δεσπότη Κορίνθου λίγες ηµέρες, µόλις καταλάβατε το υπουργείο;
Επειδή πέρασε πάνω από µισός αιώνας (53 χρόνια) και µάλλον το
λησµονήσατε γι’ αυτό θα σας ανακατέψω λίγο τη δική σας µνήµη αλλά και για τον
ιστορικό του µέλλοντος.
Ήταν µια επιχείρηση – ειρηνική βέβαια – η οποία έγινε στην Ιερά Μονή του οσίου Παταπίου στο
Λουτράκι, -εδώ κατέφθασαν, για να οργανώσουν και να εξοντώσουν ό,τι καλό είχε
δηµιουργηθεί- η θεσσαλονικιώτικη οµάδα του υπουργείου, κάποια µέλη του
δικτατορικού καθεστώτος, ρασοφόροι – δεσποτάδες, ιεροπαπάδες υπό την υψηλή
εποπτεία του οικοδεσπότη Κορίνθου Παντελεήµονα Καρανικόλα, γνωστό ως συνωµότη
σε όλη την περίοδο αναδιοργάνωσης της Εκκλησίας υπό του αρχιεπισκόπου Ιερωνύµου
Α΄.
Ο Κορίνθου
παρουσιάζονταν ως ο δυνατός εκκλησιαστικός παράγων, έδειχνε ότι µανουβράριζε
κατά την θέλησή του, όλο το συνοδικό σύστηµα. Εδώ ήταν που καταστρώθηκε όλο το
σατανικό σχέδιο της εξόντωσης πρώτα, των αντιµασονικών επισκόπων για να
έχουν και την µασονική βοήθεια. Δεύτερον, των αντιοικουµενιστών, για να
έχουν την υποστήριξη και του Πατριαρχείου. Τρίτον την εκκαθάριση
σιγά-σιγά όλων των εκλεγµένων επισκόπων από την Αριστίνδην Σύνοδον. Τέταρτον,
να σβήσουν κάθε τι που να θυµίζει Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυµο Α΄ (Κοτσώνη), ακόµα και
τα βιβλία του περί των εκατό τίτλων, τα φόρτωσαν σε τρίκυκλο να τα πετάξουν στη
χωµατερή, ευτυχώς ο µεταφορέας τα ξεφόρτωσε σε παλαιοπωλείο και πήρε και κάποιο
πουρµπουάρ. Εκεί βρέθηκα για κάποια δουλειά και αγόρασα κάτι σπάνια που φέρνουν
και την σφραγίδα της Ιεράς Συνόδου (ούτε αυτή δεν αφαίρεσαν!), και δεν
είναι µόνον αυτά…!
Θα δανειστώ λίγο την υποµονή σας για να γνωρίσετε, γιατί
έγιναν στην Κόρινθο και ποια σχέση είχε ο δεσπότης Κορίνθου Παντελεήµων.
Όποιος τον παρατηρούσες αντίκριζες µια ηγεµονική παρουσία,
βάδιζε αγέρωχα, είχε ένα υπεροχικό και υποβλητικό στυλ, καθήλωνε τον άνθρωπο µε
τις θεατρικές κινήσεις του, σε κολάκευε να τον προσκυνήσεις. Πίσω από αυτά ήταν
ένας ραδιούργος, άνδρας των σκοτεινών υπηρεσιών, µε επίπλαστη γλώσσα ευγένειας,
χειρίζονταν µε δολιότητα τον µηχανισµό της διπλωµατίας, διαλέγονταν µε
ανθρώπους πλούτου και εξουσίας, είχε συναναστροφές µε άθεους και καιροσκόπους,
δηµιουργούσε φιλικές σχέσεις µε ανθρώπους εκτός της αυλής της Εκκλησίας και στα
δώµατά του στάβλιζε η “συνείσακτος” (Εφηµ. ‘’ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ΄’’)
Λούλα, τα θλιβερά περιστατικά είναι σωρός. Έφθασε σε τέτοιο σηµείο ξεπεσµού,
ώστε να αφορίσει µετά από σαράντα (40) χρόνια συνεργασία και
αρχιερατεία, το προσωπικό που εργάζονταν στο επισκοπείο, ο λόγος! γιατί
αρνήθηκαν να πάνε µάρτυρες στο δικαστήριο, ώστε εν γνώσει του να ψευδορκίσουν
υπέρ του για τις οικονοµικές απάτες που έκανε και όχι µόνο. Για την ιστορία, µια µικρή – πικρή γεύση από τον αφορισµό:
«Δια πάντα εν τοις Γραφείοις της Ιεράς Μητροπόλεως
Κορίνθου, έξωθεν ή έσω εργαζόµενον ή συνηµµένον υπηρεσιακώς ή φιλικώς προς
αυτήν Κληρικόν ή Λαϊκόν…
» … ώστε Ούτος ή Ούτοι να ώσιν ΑΦΟΡΙΣΜΕΝΟΙ και ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΟΙ
παρά της Αγίας και Οµοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος του ενός Θεού ηµών και
κατηραµένοι και ασυγχώρητοι και µετά θάνατον Άλυωτοι και εν τω νυν Αιώνι και εν
τω Μέλλοντι και τυµπανιαίοι και Αφοριστικώς και Αναθεµατικώς υπόδικοι και η
µερίς αυτών µετά του Προδότου Ιούδα…».
Είχε ως Δόγµα ο Κορίνθου και το εφάρµοζε στη µητρόπολή του
και τώρα -επί Σεραφείµ, Ιωαννίδη, Χρήστου…- το υπέβαλε και έγινε “κανόνας”
πλέον, για την εκλογή δεσποτάδων: «Δεν µας ενδιαφέρει το ήθος. Μας
ενδιαφέρει να είναι δικός µας».
Ω! Θεέ µου!
Σ’ αυτή τη συναγωγή ακούστηκαν κουβέντες φοβερές, τούτο µόνο
θα αντλήσω από το αρχείο της φρίκης. Ο Κορίνθου δεν τήρησε ούτε τα προσχήµατα,
ήταν τέτοια η εχθρότητα και το µίσος εναντίον του αρχιεπισκόπου Ιερωνύµου που
εκστόµισε: “Θα πουλήσω δύο διαµερίσµατα (από δεκαριά που είχε) να
εξαφανίσω τον Ιερώνυµο”. Ο λόγος;
Επειδή ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος Α΄ µε το 487 Β. Διάταγµα
έγκλεισε την “Ιερατική Σχολή Κορίνθου” που ήταν αποδεδειγµένα
σφηκοφωλιά διαφθοράς και ανωµαλίας. Επιστολές γονέων που έστειλαν τα παιδιά
τους να αφιερωθούν στο ιερό θυσιαστήριο και γύρισαν ψυχικά και σωµατικά πίσω
τραυµατισµένα, ήταν κραυγή πόνου και οδύνη. Αυτά για τον Αρχιεπίσκοπο
Ιερώνυµο ήταν αδιανόητα και δεν µπορούσε να τα αντέξει.
Το τι έβγαζε η Σχολή Κορίνθου µε το “Ιερό Τάγµα”
Παντελεήµονα Φωστίνη το οµολογούν τα νούµερα. Η Θεσσαλία από τις πέντε
µητροπόλεις, οι τέσσερις δεσποτάδες αναλαµβάνοντας ο Ιερώνυµος Α΄ λόγω το ‘’άγιο’’ παρελθόν και
φοβούµενοι το διασυρµό παραιτήθηκαν για λόγους υγείας (!). Η
Θεσσαλονίκη που είχε την τιµητική να έχει Παντελεήµονα Α΄ (Παπαγεωργίου)
και Παντελεήµονα Β΄ (Χρυσαφάκη) βγαλµένοι µέσα από τον σωλήνα του “Ιερού
Τάγµατος” Φωστίνη-Καρανικόλα στους οποίους ο πατήρ Ζήσης τους εκθείαζε. Ενώ
για το αηδόνι της Μακεδονίας, τον π. Λεωνίδα που πέθανε αγνός, αγωνιζόµενος και
άφραγκος,. Πενήντα χρόνια έχει πάθει µουγκαλαλιά..
Επί πλέον ο Κορίνθου ήταν ο συνδετικός κρίκος µεταξύ του
αρχιγραµµατέα της Ι. Συνόδου Χριστόδουλου Παρασκευαΐδη (µετά
µητροπολίτη Βόλου και στη συνέχεια αρχιεπίσκοπο) και του Ιωαννίνων
Σεραφείµ, έφθασαν σε τέτοιο σηµείο κατάπτωσης ώστε ο Αρχιγραµµατέας άφησε τα
πρακτικά ανυπόγραφα της Συνόδου της Ιεραρχίας και που κρυφά διοχέτευσαν την
είδηση, ώστε στο Σ.τ.Ε. που προσέφυγαν ακυρώθηκε η Συγκληθείσα Ιεραρχία µε όλες
τις αποφάσεις της. Αηδιασµένος ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος παραιτήθηκε!
Θα κάνω µια µικρή παράκαµψη για ένα γεγονός που δεν
υπάρχει στην Εκκλησιαστική Ιστορία.
Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος µετά την παραίτησή του στις 15
Δεκεµβρίου 1973 αποσύρθηκε και ζούσε ως ερηµίτης στο πατρικό πολύ µικρό σπίτι
έξω από το χωριό Υστέρια της Τήνου. Με την παραίτησή του δίπλωσε τα αρχιερατικά
του άµφια, έβγαλε τα διακριτικά του και ιερουργούσε πλέον κανονικά ως ένας
απλός ιερέας µε το επιτραχήλιο του ιερέα σε δύο χωριά. Τον δε µισθό του κάθε
µήνα τον τακτοποιούσε σε σακουλάκια και τα ταχυδροµούσε σε ανθρώπους µε
προβλήµατα σ’ όλη την Ελλάδα.
Προς τα δυσµάς του βίου και πριν τον εγκαταλείψουν οι
δυνάµεις του, πήρε το µπαστουνάκι και το καλογερικό σκούφο χωρίς διακριτικά,
πήρε το δρόµο, ούτε µε λιµουζίνες και οδηγούς και παρατρεχάµενους αλλά µε της
συγκοινωνίες της γραµµής. Και άρχισε να επισκέπτεται όλους τους αδελφούς
επισκόπους που κατά τον χρόνο της αρχιεπισκοπικής του διοίκησης τον είχαν
πολεµήσει και πικράνει, χωρίς να θυµάται όµως τα περασµένα και δίχως να τους
διατυπώσει κάποιο παράπονο, αλλά αδελφός προς αδελφό να ζητήσει συγγνώµη.
Επιθυµία του ήταν να µην αφήσει καµιά πόρτα πολέµιού του που
να µην τη χτυπήσει. Έτσι ένα απόγευµα βρέθηκε και στην Κόρινθο. Ο Κορίνθου
χοροστατούσε σε εορτάζοντα ναό, η παρουσία του Ιερωνύµου ως απλός καλόγηρος τον
ξάφνιασε! Κατέβηκε από το Δεσποτικό Θρόνο, του κρέµασε τα διάσηµά του, του
φόρεσε τον µανδύα του, του ενεχείρησε την ράβδο του και τον ανέβασε στο θρόνο
να συνεχίσει αυτός την χοροστασία. Τα
υπόλοιπα….;
Αυτόν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυµο πολεµήσατε και τον πολεµάτε
ακόµα “οµολογητές” πατήρ Θεόδωρε Ζήση και Σια.
Ο Σεραφείµ µόλις
ανέλαβε την αρχιεπισκοπία τον πρώτο δεσπότη που έφτιαξε ήταν ο Χριστόδουλος
Παρασκευαίδης (Αρχιγραµµατέας της Ι.Συνόδου) για την ΄΄µεγάλη΄΄ προσφορά,
που τους έδινε τα Συνοδικά και άλλα απόρρητα. Αφού πρώτα ο
Σεραφείµ αποκεφάλισε τον κανονικό και νόµιµο µητροπολίτη Ηλία. Για το αληθές
και την ιστορία γράφτηκε τότε η εξής στιχοµυθία. Σε ένστασή του δεσπότη Σύρου στην πρόταση Σεραφείµ, για να
γίνει ο Χριστόδουλος Δηµητριάδος, ο
Σεραφείµ τον απάντησε: “Αυτόν δεν θα κάνουµε δεσπότη ρε βλάκα που µας έλεγε
όλα τα µυστικά!”.
Πατήρ Θεόδωρε, η
οργή σας που εκφράζεστε σήµερα για τα συµβαίνοντα στο χώρο της Εκκλησίας δεν
συµβιβάζονται µε την αλήθεια, διότι άλλα ποιήσατε, όταν ήσασταν µέσα στο
Υπουργείο, στις συντάξεις Συντακτικών Πράξεων, στα Οικουµενιστικά µαγειρεία,
στα Πατριαρχικά “σχέδια αποφάσεων”. Αν µετανιώνατε δεν θα
προδίδατε την “Οµολογία Πίστεως”. Θα διαχωρίζατε κάθε σχέση από το διεφθαρµένο
καθεστώς και ούτε θα συκοφαντούσατε ανθρώπους που αφιέρωσαν την ζωή τους και
την ύπαρξή των στο ευαγγελισµό ψυχών.
Όταν σας βλέπω και σας ακούω, στο νου µου ξεπηδάει εκείνος ο
ελικοπτεράς ο Μπάµπης Αναγνωστόπουλος που στα Γλυκά Νερά, αφού σκότωσε την
γυναίκα του και το σκύλο, παρ’ ότι ήταν πολύ φιλόζωος, µετά “θρηνούσε”
και “αναθεµάτιζε” τους… “δολοφόνους”.
Για σήµερα σταµατώ εδώ, για τον π. Θεόδωρο Ζήση. Θα επανέλθω
αν δεν χρειαστεί για το έργο και τις παραλήψεις του πρώτου άνδρα
πανεπιστηµιακού θεολόγου. Είµαι βέβαιος, ότι θα το αναλάβει εξ ολοκλήρου
υπεύθυνα και θα το ολοκληρώσει ο ιστορικός της επόµενης ή της µεθεπόµενης δική
µας σειράς, όπου θα αναδιφήσει όλες τις πτυχές χωρίς προκαταλήψεις και
συµβιβασµούς και να παρουσιάσει την πραγµατική εικόνα του ανδρός.
Δεύτερον: Ο
Αναστάσιος – Τάσος – Γιαννουλάτος «πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας µητρός
αυτού» (Λουκ. 1, 15), µε προσευχή εγεννήθη, µε προσευχή ανδρώθηκε,
µε προσευχή σπούδασε, δεν αναζητούσε τα µάταια, δεν διαπραγµατεύονταν τα
κοσµικά, έσκαβε το Θεό λόγο και αντλούσε χρυσάφι, ήταν ένας µαθητής αγιότητας,
ένα θυµιατήρι δοξολογίας του Θεού, αναπαύονταν κάτω από επιτραχήλιο
πνευµατικού. Από τα φοιτητικά χρόνια συνδέθηκε µε µεγάλες πνευµατικές µορφές
που είναι σήµερα άγιοι της Εκκλησίας µας. Πρώτος ήταν ο π. Ηλίας
Μαστρογιαννόπουλος, µια σπάνια εκκλησιαστική προσωπικότητα που εκοιµήθη την
1η Φεβ. 2020. Το 1962 αποσύρθηκε για µερικούς µήνες στο νησί της
Πάτµου. Εδώ στο σπήλιο του µαθητού της αγάπης αγίου Ιωάννου του Θεολόγου
βρίσκονταν µε τις ώρες προσευχόµενος από την πνευµατική καθοδήγηση του σοφού
Γέροντα Αµφιλόχιου Μακρή (άγιου της Εκκλησίας) αναζητώντας απαντήσεις τι
δρόµο να ακολουθήσει. Το δρόµο της Ιεραποστολής προς την Αφρική ή να µείνει ως
πανεπιστηµιακός δάσκαλος στην Ελλάδα. Και ο τρίτος πνευµατικός καθοδηγητής του
ήταν ο π. Πορφύριος (και αυτός άγιος της Εκκλησίας) µέχρι την κοίµησή
του.
Μετά από συζητήσεις µε τον π. Αµφιλόχιο η απόφασης πάρθηκε,
να πορευθεί προς την Αφρική για αλίευση ψυχών κοντά στον αληθινό Θεό. Είχε ως
προτροπή τους λόγους του Κυρίου «και ιδού εγώ µεθ’ υµών είµι πάσας τας
ηµέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. 28, 20) (Θα είµαι
µαζί σας βοηθός και παραστάτης σας όλας τας ηµέρας µέχρι το τέλος του κόσµου).
Παραµέρισε την τήβεννο, άφησε την πανεπιστηµιακή του έδρα,
δεν υπολόγισε την δόξα και την καλοπέραση, πήρε το µπαστούνι, προσευχόµενος και
πορευόµενος σε άγνωστα µονοπάτια, µέσα σε ζούγκλες, δάση, βουνά και λαγκάδια,
περιοχές που τις εσκίαζε η φοβέρα, µέσα από φωτιές και καταιγίδες, από
αρρώστιες και θάνατοι. Ήρθαν στιγµές – όπως ιστορούσε – που µε αγωνία
ζητούσε βοήθεια, αλλά από πουθενά δεν έβλεπε αχτίδα. Αναµείχθηκε µε εξουσίες,
αντιστάθηκε σε εκκλησιαστικά κατεστηµένα, αναµετρήθηκε µε καθεστώτα.
Υπακούγοντας την προσταγή του Χριστού: «Πορευθέντες µαθητώσατε πάντα τα
έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύµατος» (Ματθ. 28, 19) (Πηγαίνετε να κάνετε χριστιανούς, όλα
τα έθνη και να τους βαπτίζετε στο όνοµα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύµατος).
Αρκετές φορές δοκιµάστηκε από διάφορες αρρώστιες και την
θανατηφόρα ελονοσία που τρεις φορές προσεβλήθη και έφθασε στο θάνατο,
αναφέρουµε σε ένα µόνο περιστατικό:
“Ήµουν στην Αντίς Αµπέµπα της Αιθιοπίας, ο πυρετός 40,
ζάλη, αίσθηση ότι ήµουν στις παρυφές του τέλους της ζωής… αναπνέοντας µε
δυσκολία. Εξαντληµένος πρόλαβα να ψιθυρίσω µια σύντοµη προσευχή, που την
θυµάµαι ακόµα τώρα: «Θεέ µου, µπορείς να έχεις πολλά παράπονα από µένα, αλλά
γνωρίζεις ότι προσπάθησα να Σε αγαπήσω». Αποκοιµήθηκα, το πρωί ήµουν µια χαρά”
(Αναστάσιος πορευόµενος, σελ. 86-7).
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος όπου περπάτησε, η γη από ξεραΐλα
µεταβάλλονταν σε εύφορη πεδιάδα.
Η ΞΕΡΑΪΛΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΝ ΣΕ ΕΥΦΟΡΗ ΓΗ
Το 1980 το
Πατριαρχείο Αλεξανδρείας βρίσκονταν σε µεγάλη αναταραχή, το είχε πληγώσει το
σχήµα υπό του επισκόπου Γαδούλα και είχε αποσπάσει την πλειοψηφία του λαού. Ο
Πατριάρχης Νικόλαος 6ος µέσα στη φουρτούνα που τον πλησίασε
απειλητικώς, κατέφθασε στην Ελλάδα και ζήτησε τη βοήθεια του Αναστασίου (Γιαννουλάτου).
«Σας αγαπούν – του είπε – και σας έχουν
εµπιστοσύνη οι αφρικανοί… Βοήθησέ µε! Βοήθησέ µε…».
Ο Αναστάσιος έφθασε τα Χριστούγεννα του 1981 και πήγε στην
περιοχή που χειµάζονταν από διενέξεις µεταξύ των ολίγων Ορθοδόξων Χριστιανών
που διαβιούσαν εδώ. Πρώτα τους ένωσε ως µια Εκκλησία (κλήρος και λαός)
και παράλληλα ξεκίνησε το ιεραποστολικό έργο.
Ο προηγούµενος επίσκοπος Ιερόθεος της µητρόπολης
Ειρηνουπόλεως που είχε υπό την πνευµατική διακονία τις χώρες Ανατολικής Αφρικής
(Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), είχε περιγράψει µε δραµατικούς
τόνους την κατάσταση:
«Κατά τη διάρκεια της θητείας µου ως Τοποτηρητής της Ιεράς
Μητρόπολης Ειρηνουπόλεως… δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας απλός
τίτλος. Δεν υπάρχει κανένα σηµάδι ζωής… διότι οι υπάρχοντες ιερείς είναι αδαείς
και σχεδόν αναλφάβητοι, ανίκανοι να διδάξουν τους πιστούς… η παρουσία µιας
Ορθόδοξης Ιεραποστολής δεν ωφελεί… Αποδείξαµε ότι είµαστε άχρηστοι εδώ στην
Κένυα… σε σύντοµο χρονικό διάστηµα, µπορεί να εξαφανιστεί εντελώς… αν
συγκρίνουµε τη στρατηγική µας µε αυτήν άλλων χριστιανικών οµολογιών, θα
ανακαλύψουµε ότι είµαστε 500 χρόνια πίσω!».
Αφού έκανε µια σύντοµη επιτόπια έρευνα στις περιοχές που
εντόπισε τα κατά τόπους προβλήµατα, ξεκίνησε από την εγκαταλελειµµένη την προ
δεκαετίας (1972) µισοτελειωµένη Πατριαρχική Σχολή “Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
Μακάριος Γ΄”. Σε µερικά κτίρια δεν υπήρχαν ούτε στέγες, ενώ οι
τοίχοι και τα δάπεδα είχαν διαβρωθεί. Με συνδροµή της Αποστολικής Διακονίας και
της εκκλησίας της Κύπρου έγιναν κάποιες αποκαταστάσεις. Νερό στην περιοχή δεν
υπήρχε. Τα χρήµατα από τους µισθούς του ως Γενικός Διευθυντής της Απ.
Διακονίας, ο αρχιεπ. Σεραφείµ αρνούνταν να τα χορηγήσει εκβιάζοντας να
εγκαταλείψει τη Διεύθυνση της Αποστολικής Διακονίας, για να τακτοποιήσει
άνθρωπο δικό του. Τα είσπραξε όµως µετά
από δικαστική δικαίωση και δεν τα κράτησε, αλλά τα διέθεσε εξ ολοκλήρου
κτυπώντας γεώτρηση 138 µέτρων και ω του θαύµατος έβγαλε άφθονο νερό. Εδώ
η περιοχή από ξεραΐλα έγινε “Κήπος της Εδέµ”, γιατί ξεδίψασε όλη
την περιοχή και για το κτήµα των 90
στρεµµάτων πέριξ της Σχολής, το οποίο το κράτος το πήρε λόγω της εγκατάλειψης
του, αναγκάστηκε να δώσει σκληρό δικαστικό αγώνα, για να το επανακτήσει. Εδώ φύτεψε
περί τα 300 δένδρα και έδωσε µία φυσική ανάσα. Το βασικότερο είναι ότι το κτήµα
αυτό έγινε ο τροφοδότης από κηπευτικά, όσπρια, φρούτα, όχι µόνο της
ιεραποστολής αλλά σε µεγάλο βαθµό στην ευρύτερη περιοχή.
Όταν έφθασε στην Ουγκάντα, δεν υπήρχε ναός, για να
λειτουργήσει. Ο µοναδικός που υπήρχε ήταν των Αγίων Αναργύρων, τον οποίον είχε
ανεγείρει η οικογένεια Μοννά, αλλά ανήκε στο σχισµατικό επίσκοπο Νειλουπόλεως
Χριστόφορο.
Όταν έφυγε µετά από οκτώ (8) χρόνια, επιστρατευόµενος
από το Οικουµενικό Πατριαρχείο, για να αναλάβει και επανδρώσει την ανύπαρκτη
εκκλησία της Αλβανίας, το τι άφησε σ’ αυτή την άγνωστη ορθόδοξη Εκκλησία
Αφρικανικής Ηπείρου, είναι συγκλονιστικό. Όταν τα µελετάς, τα θεωρείς
απίστευτα, τα ερευνάς και ζαλίζεσαι, συλλογίζεσαι και ο νους σου χάνεται πώς
κατόρθωσε µέσα από φοβερές δυσχέρειες, κινδύνους και δοκιµασίες, θλίψεις και
αρρώστιες, συνθήκες τραγικές, οικονοµικά ανύπαρκτα να φτιάξει ένα τέτοιο έργο
τεχνικό και επάνω σε αυτό να κουµπώσει το πνευµατικό µε την ανθρώπινη λογική,
είναι ασύλληπτο.
Συνοπτικά και εν
συντοµία:
Τη δεκαετία πριν πάει ο π. Αναστάσιος η αρχιεπισκοπή
Ειρηνουπόλεως είχε τρεις χειροτονίες ιερέων. Η οκταετία Αναστασίου µέχρι να
φύγει για Αλβανία, είχε πραγµατοποιήσει 79 χειροτονίες Ιερέων, 11 διακόνων
και 40 σπουδαστές, επί πλέον χειροθέτησε 42 αναγνώστες, όλοι µε µόρφωση και
πνευµατική κατάρτιση, αφού αποφοίτησαν από την “Πατριαρχική Σχολή
Μακαρίου Γ΄ Κύπρου”, την οποία ανακατασκεύασε, την επάνδρωσε µε
διδακτικό προσωπικό, µε οικοτροφείο για φοιτητές και προσωπικό, µε βιβλιοθήκες…
Έκτισε 30 πέτρινους ναούς, επιδιόρθωσε άλλους 25,
έστησε δε πρόχειρους για τις ανάγκες περί τους 40. Ίδρυσε 12 νηπιαγωγεία,
5 δηµοτικά σχολεία, 7 αγροτικές κλινικές και πολλά µικρά
ιεραποστολικά κέντρα, συνολικά 28. Επίσης ανήγειρε ένα Κέντρο Νεότητος
στο Καµπατίνι. Διοικητικό Κέντρο στην Ισαµάρα. Ενοριακό Κέντρο στο Λουνγκούρι
και Εκκλησιαστικό Λύκειο στο Ναϊρόµπι. Για την υγεία, βοήθησε να λειτουργήσει
ορθόδοξος κλινική, ο “Τίµιος Σταυρός” στην Καµπάλα υπό τη διεύθυνση του
Ουγκαντού ιατρού Δηµ. Μπουµπάλη. Βλέποντας την αγωνιώδη προσπάθεια του
Αναστασίου, προθυµοποιήθηκαν, να βοηθήσουν διάφορες οργανώσεις και ιδιώτες,
έτσι άρχισαν να φθάνουν φάρµακα και πολλά άλλα ιατρικά σκευάσµατα. Το 1986
έφθασε στην κλινική ένα σύγχρονο ακτινολογικό µηχάνηµα αξίας πολλών
εκατοµµυρίων, ένα ασθενοφόρο αυτοκίνητο και επιπλέον λειτουργούσαν άλλα τέσσερα
(4) αγροτικά ιατρεία σε επαρχίας της Ουγκάντας.
Ένα µικρό ενδεικτικό σηµάδι. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της
Τανζανίας ήταν ανύπαρκτη και αναπτύχθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια της
παρουσίας Αναστασίου (1985-1990), ιδρύθηκε σχεδόν από αρχή, στην περιοχή
Λαϊκίπια ανήγειρε τέσσερις (4) ναούς και οργάνωσε 5 ενορίες και 15
Ορθόδοξους πυρήνες, στη Δυτ. Τανζανία, κατασκεύασε 5 ναούς, 6 ενορίες
και 21 πυρήνες. Μόνο εδώ βάπτισε περί τους 9.000 ανθρώπους.
Με µεγάλη προσπάθεια αγόρασε οικόπεδα σε διάφορα µέρη της
επισκοπής του για ανέγερση ναών και άλλων κτισµάτων, συγχρόνως άρχισε να κάνει
καταγραφή και συγκεντρώσεις τίτλων κυριότητος από οικόπεδα που κατά καιρούς
είχαν δοθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στην Κένυα εκτός των δύο αγροτικών ιατρείων που
λειτουργούσαν, τον Απρίλιο του 1988 έγιναν τα εγκαίνια της Ορθοδόξου κλινικής
στο Chavogere Δυτ. Κένυας που κτίσθηκε µε έξοδα Ελληνοαµερικανών. Επίσης
δωρίσθηκε από κάποιους ένα ασθενοφόρο.
Στην περιοχή της Δυτ. Κένυας από τον Ιούνιο του 1989 άρχισε
να λειτουργεί ακόµα ένα ορθόδοξο αγροτικό ιατρείο.
Στην Τανζανία ανήγειρε τρία Ορθόδοξα αγροτικά ιατρεία και ένα
που άφησε στο τελευταίο στάδιο κατασκευής, όταν αναχώρησε για την Αλβανία.
Υπολογίζονται κατά µέτριους υπολογισµούς ότι στην οκταετή
διακονία του στην Αφρική, µεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία περί τις 90-100.000
αθέους, αλλοθρήσκους, ετεροδόξους (καθολικούς, προτεστάντες και από άλλα
δόγµατα).
Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ
Κατά την περίοδο στην Αλβανία (15/7/1991-25/1/2025)
το έργο του εδώ ξεπερνά κάθε ανθρώπινη φαντασία. Όταν πάτησε το πόδι του σε
Αλβανικό έδαφος, δεν βρήκε ΤΙΠΟΤΑ!
“Κρανίου τόπος”, περί τους 1600 ναούς υπήρχαν
πρίν το καθεστώς και τους βρήκε
γκρεµισµένους, κατεστραµµένους ή κάποιους µεταλλαγµένους σε χρήση όπως,
κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια, αποθήκες, µηχανουργεία, µουσεία… δεν είχε
παραµείνει τίποτα όρθιο, µέσα σ’ αυτόν τον ορυµαγδό ζούσαν ακόµα περί τα δέκα
έξι γεροντάκια παπάδες και δύο διάκοι, άρρωστοι και πάµπτωχοι, από τους 440 που
υπήρχαν πριν το καθεστώς και µόνο δύο µπόρεσαν να τον υποδεχθούν στο
αεροδρόµιο.
Για µήνες είχε ως γραφείο και κατοικία ένα µικρό παλαιό
οίκηµα στο χώρο της Ελληνικής Πρεσβείας. Μετά από ένα χρόνο νοίκιασαν ένα µικρό
ισόγειο σπίτι, χωρίς τους στοιχειώδεις
χώρους υγιεινής, χωρίς θέρµανση µε ένα µαγκάλι, το ρεύµα να κόβεται συνεχώς και
οι Σιγκουρίνι (µυστική
αστυνοµία) να σηµειώνουν ποιος έµπαινε και ποιος έβγαινε και να καταγράφουν
κάθε συνοµιλία, όπως την εποχή Χότζα.
Δηµοσιογράφος της εφηµερίδας “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” που
επισκέφθηκε την Αλβανία, για να κάνει ρεπορτάζ για την “εκδηµοκρατισµένη
Αλβανία”, είπε να συναντήσει και τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, και µας
περιγράφει µε πολύ γλαφυρό τρόπο, τί συνάντησε:
«Ανεβαίνοντας από την πλατεία Σκεντέρµπετι τη λεωφόρο
Ρούγκα ε Ντούρεσιτ, η οποία οδηγεί στο Δυρράχιο, στα δεξιά ήταν και παραµένει ο
χώρος των πρεσβειών και αριστερά, λίγο πιο πάνω, η Αρχιεπισκοπή. Δεν είχε
περάσει πολύς καιρός από την εγκατάστασή του στην Αλβανία και σε µία από τις
δηµοσιογραφικές µας αποστολές µας δέχθηκε στο «αρχιεπισκοπικό
µέγαρο». Νιώσαµε σοκ, όταν µπήκαµε στο κτίριο, για να τον συναντήσουµε.
Έµενε κυριολεκτικά σε ένα ερείπιο. Ήταν µια παλιά εκκλησία, η οποία είχε
µετατραπεί από το καθεστώς σε κλειστό γυµναστήριο. Εκεί ο Αναστάσιος είχε
στήσει το στρατόπεδό του. Αυτή ήταν η Αρχιεπισκοπή!
» Μας δέχτηκε σ’ ένα δωµατιάκι, τα τζάµια στα παράθυρα
ήταν σπασµένα και καλύπτονταν από χαρτόνια. Ένας παλιός καναπές, µια υποτυπώδης
βιβλιοθήκη µε λίγα εκκλησιαστικά βιβλία, µια εικόνα του Χριστού, ένα µαγκάλι,
για να ζεσταίνει τον χώρο και κάποια µισοσβησµένα κεριά.
» Έχουµε δύο έως τρεις ώρες το εικοσιτετράωρο ηλεκτρικό
ρεύµα και δεν υπάρχει καλοριφέρ. “Ας είναι καλά το µαγκάλι”, µου είπε, και στην
επισήµανσή µου για τον κίνδυνο των αναθυµιάσεων, απάντησε χαµογελώντας:
» “Δεν βαριέσαι, όσο αντέξει το φιτίλι από το καντήλι
µου”.
Μιλήσαµε τότε πολύ και για πολλά.
» Το ταξίδι που ξεκινήσαµε, είναι µακρύ και δύσκολο. Η
δικτατορία του Χότζα δεν άφησε τίποτα όρθιο. Πρέπει να ξεκινήσουµε από την
αρχή. Η καχυποψία του καθεστώτος είναι µεγάλο εµπόδιο στην προσπάθειά µας. “Μας
αντιπαλεύουν σκληρά οι ισλαµιστές, αλλά και κάποιοι κύκλοι του Βατικανού. Θα
παλέψουµε και µε τη βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρουµε” µου είπε (“Τα
πρώτα βήµατα στην Εκκλησία της Αλβανίας”, Στ. Τζίµας).
ΤΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Με την κοίµησή του (25-1-2025) άφησε τη µεγαλύτερη
ιεραποστολική παρακαταθήκη που άφησε άνθρωπος από την ίδρυση της Εκκλησίας σε
ευαγγελισµό ψυχών, σε κοινωνικές υποδοµές, κτιριακές εγκαταστάσεις, πνευµατική
εκπαίδευση, οργανωτική δοµή, συγγραφικό έργο µε θρησκείες που για πρώτη φορά
αναφέρονται µε ίδια βιώµατα. Αυτά µόνο για τα τριάντα τρία ( 33) χρόνια (1991-2024)
στην Εκκλησία της Αλβανίας. Εάν προσθέσουµε και της Αφρικής, τότε
πολλαπλασιάζονται.
Το έργο του στην Αλβανία µε κάποια µικρή περιγραφή το
αναφέρουµε στον “ΑΓΩΝΑ” φ. 333-4, Απρίλιος 2025 από σελ. 14-24, σήµερα
θα αναφερθώ και πάλι, αλλά περιληπτικά:
Εκκλησία:
Ίδρυσε έξι Μητροπόλεις µε δικές τους σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις (γραφεία,
κατοικίες του µητροπολίτη και προσωπικού) και µητροπολιτικούς ναούς. Μόνο η
αρχιεπισκοπή που βρίσκεται στο κέντρο στα Τίρανα καταλαµβάνει έκταση πάνω των
10 στρεµµάτων. Ο καθεδρικός και το Συνοδικό καλύπτουν τα 5 στρέµµατα, στον
υπόλοιπο χώρο, υπάρχουν βιβλιοπωλείο, βαφτιστήρι ενηλίκων, βιβλιοθήκη,
εστιατόριο, παρεκκλήσιο, Εκκλησιαστικό Μουσείο. Στο υπόγειο
δηµιουργήθηκε Πολιτιστικό Κέντρο 850 θέσεων και πάρκινγκ
αυτοκινήτων. Έχτισε από θεµέλια πάνω από 160 ναούς, ανακατασκεύασε περί τους
170, αναστήλωσε 67 πολιτιστικά µνηµεία, ανήγειρε 75 κτίσµατα
που λειτουργούν ως µητροπολιτικά, επισκοπικά, ενοριακά γραφεία, ξενώνες,
εργαστήρια, εστίες νεότητας, επίσης κατασκεύασε άλλα 500 ακόµα κτίρια
για διάφορες χρήσεις.
Χειροτόνησε πάνω από 300 ιερείς µε µόρφωση και παιδεία
(οι 160 είναι θεολογικών σπουδών), συγκρότησε πάνω από 460
Ορθόδοξες ενορίες. Ανακατασκεύασε από ερείπια έξι (6) Μοναστήρια.
Στον κοινωνικό τοµέα:
Έργα οδοποιίας, από βελτιώσεις µέχρι κατασκευή από αρχής ολόκληρα χιλιόµετρα,
αρδευτικά έργα που έδωσαν ανάπτυξη µε αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Προέδρου Απόδηµου Ελληνισµού- του
ελληνοαµερικανού Άντριου Άθενς- µε µία αντιπροσωπεία που επισκέφθηκαν
τον αρχιεπίσκοπο στα Τίρανα µετά από περιοδεία στα µέρη της Βορείου Ηπείρου και
είδαν το έργο που επιτελούνταν, είπε στον αρχιεπίσκοπο: Εµείς σε τι µπορούµε να
βοηθήσουµε; Η απάντηση του αρχιεπισκόπου: “Μια µπουλντόζα θέλουµε”, όλοι
χαµογέλασαν µε το άκουσµα. Αµέσως τους εξήγησε: “Έχουµε πολλούς
κατεστραµµένους δρόµους εδώ. Πρέπει να γίνουν έργα οδοποιίας και υδροδοτήσεως”
και σε λίγες ηµέρες έφθασε µια µεγάλη (ένα θωρηκτό) µπουλντόζα µε
πρόσθετα ειδικά εξαρτήµατα.
Κατασκεύασε υδραγωγείο, πραγµατοποίησε ένα τεράστιο δίκτυο
υδρευτικό µε χιλιόµετρα σωληνώσεις και µεγάλες υψοµετρικές διαφορές. Μόνο από
το χωριό Γκρόκι στη Δρόβιανη οι σωληνώσεις υπερβαίνουν τα επτά χιλιόµετρα. Μια
κεντρική γραµµή που έδωσε νερό περί τα οκτώ (8) χωριά – και 5 υδραγωγεία
– ήταν αρκετά χιλιόµετρα. Σε αρκετά χωριά δηµιούργησε παιδικές χαρές,
κατασκεύασε γέφυρες, να συνδεθούν χωριά και διαµόρφωσε ή έφτιαξε από αρχής σε
χωριά πλατείες. Ηλεκτροδότησε αρκετές περιοχές και µετά την κατασκευή των τριών
υδροηλεκτρικών σταθµών παραγωγής ρεύµατος, πρόσθεσε αυτό το πολύτιµο αγαθό,
συµβάλλοντας συγχρόνως κατά πολύ στην ανάπτυξη της Αλβανίας.
Διακονία Αγάπης:
Ίδρυσε Ορφανοτροφεία, Οικοτροφεία, Γηροκοµεία, οίκους τυφλών και κωφαλάλων,
φιλανθρωπικά ιδρύµατα, “Πνοή Αγάπης”, “Σπίτια Ελπίδος”, “Διακονία
Αγάπης”, κατασκηνώσεις και το πρώτο χριστιανικό ραδιοφωνικό σταθµό στην
Αλβανία. Από το 2005 προσφέρονταν γεύµατα αγάπης όλη την εβδοµάδα σε απόρους σε
πολλές πόλεις. Μόνο στα Τίρανα ξεπερνούσαν τις 300 µερίδες.
Εκπαίδευση:
Ίδρυσε 21 νηπιαγωγεία σε διάφορα µέρη της Αλβανίας, δεκάδες είναι τα δηµοτικά,
γυµνάσια, λύκεια προσφέροντας υλικό-τεχνική βοήθεια ή επιδιορθώνοντας τα ίδια ή
ανεγείροντας από την αρχή και αποτελούν κόσµηµα για την Αλβανία, όπως: Το
αλβανο-αµερικανικό Εκπαιδευτήριο “Πρωταγωνιστές” µέσα στα Τίρανα µε
νηπιαγωγείο, δηµοτικό, γυµνάσιο, λύκειο. Τα δύο συγκροτήµατα αλβανο-ελληνικά
9τάξια σχολεία. Τη Θεολογική Ακαδηµία, δύο Εκκλησιαστικά Λύκεια, Σχολή
Βυζαντινής Σχολής, Λύκεια στο Αργυρόκαστρο και Δυρράχιο και Τεχνικό Λύκειο
στους Αγίους Σαράντα. Το πρώτο Ινστιτούτο Επαγγελµατικής Κατάρτισης (ΙΕΚ)
στην Αλβανία µε έξι (6) τµήµατα, Κέντρο Εκµάθησης της Ελληνικής Γλώσσας, για να
µη χάσουν τα ελληνόπουλα την Ελληνική γλώσσα και το αποκορύφωµα ήταν που
κατόρθωσε να πάρει άδεια µε απόφαση Υπουργικού Συµβουλίου το 2010 για ίδρυση
ιδιωτικού Πανεπιστηµίου που λειτουργεί
υπό την επωνυµία “Λόγος” και στο πυρήνα του ως αρχή είχε οκτώ σχολές και
περί τα είκοσι τµήµατα. Επί πλέον χορήγησε 33.400 ετήσιες υποτροφίες σε µαθητές
γυµνασίου και λυκείου και σε φοιτητές νέους και νέες διαφόρων κοινωνικών
στρωµάτων. Όλα σχεδόν αυτά τα εκπαιδευτικά ιδρύµατα στεγάζονται σε ιδιόκτητα
συγκροτήµατα της Εκκλησίας.
Υγεία:
Φθάνοντας στα Τίρανα το 1991 και βλέποντας την άθλια κατάσταση στην υγεία
ζήτησε βοήθεια, τότε άρχισαν να καταφθάνουν από την Ελλάδα και άλλα µέρη
µεγάλες ποσότητες σε φάρµακα και εφόδια, τα οποία χορήγησε στα νοσοκοµεία και
ιατρεία.
Το 1995 δηµιούργησε το πρώτο Ορθόδοξο Πολυϊατρείο στα
Τίρανα, στελεχωµένο από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και καθηµερινά περνούσαν
πολλές δεκάδες ασθενείς. Η αναγκαιότητα αυτή (το να περνούν τόσοι ασθενείς
καθηµερινά) τον παρότρυνε να προχωρήσει στη δηµιουργία του ιατρικό
Αλβανικού καυχήµατος, το Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο “Ευαγγελισµός”. Ένα
εξαώροφο κτίριο µε τις πιο σύγχρονες προδιαγραφές διέθετε 24 ειδικότητες µε αντίστοιχα
εργαστήρια εξοπλισµένα µε τα τελευταίου τύπου ιατρικά µηχανήµατα, µε ένα άριστο
ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Έως τα τέλη 2024 εξυπηρέτησε πάνω από 2,5
εκατοµµύρια άτοµα ανεξάρτητα θρησκευτικών πεποιθήσεων. Από το Νοέµβριο του
2011 σε νεόδµητο κτίριο λειτούργησε Οφθαλµολογικό και Ωτορινολαρυγγολογικό
Κέντρο εξοπλισµένο µε τα πια σύγχρονα µηχανήµατα ιατρικής τεχνολογίας. Επί
πλέον ίδρυσε τέσσερα πολυϊατρεία σε µεγάλες πόλεις και δεκάδες Κέντρα Υγείας.
Σε αγροτικές περιοχές, ανήγειρε από την αρχή ή ανακατασκεύασε υπάρχοντα και τα
εξόπλισε µε ιατρικό εξοπλισµό και µηχανήµατα. Ένα από τα φωτεινά σηµεία του
αρχιεπισκόπου Αναστασίου ήταν το 1999 µε τον πόλεµο στο Κοσσυφοπέδιο. 33.000
Κοσσοβάροι διαφόρων θρησκευτικών πεποιθήσεων – βέβαια το 90% ήταν
Μουσουλµάνοι – κυνηγηµένοι από τον εµφύλιο έφθαναν στην “αδελφή”
Αλβανία. Η Αλβανική κυβέρνηση προσβλέποντας µε σκοπιµότητα εφεύρει την
εύκολη λύση. Αποφάσισε να τους εγκαταστήσει στις περιοχές µε πληθυσµό ελληνικό,
της ήταν η µεγάλη ευκαιρία, ώστε να αλλοιώσει τη σύνθεσή τους.
Ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος βλέποντας τί έρχεται, µπήκε
µπροστά, στάθηκε στα σύνορα Κοσσόβου – Αλβανίας, ζήτησε επείγουσα βοήθεια και
χωρίς χρονοτριβή οργάνωσε µε ταχύτητα εξπρές ένα τεράστιο ανθρωπιστικό
πρόγραµµα ύψους άνω των δέκα (10) εκατοµµυρίων δολαρίων. Η ανταπόκριση
σε αυτή του την προσπάθεια υπήρξε µεγάλη από εκκλησίες και από το Παγκόσµιο
Συµβούλιο Εκκλησιών.
Έστησε δύο τεράστιους καταυλισµούς µε καθηµερινή τροφοδοσία,
στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής, περίθαλψης – οργάνωσε ιατρείο µε όλες τις
ειδικότητες ιατρών ακόµα και µαιευτήριο – παρέµεινε και ο ίδιος για αρκετό
χρονικό διάστηµα στους χώρους, πρώτον να τους κατασιγάσει µε λόγους
ενισχυτικούς και µε την καλοσύνη και δεύτερο να παρακολουθεί αν γίνεται σωστή
διαχείριση και αν οι διανοµές δεµάτων τροφίµων και αναγκαίων ειδών έφθαναν σε
κείνους που φιλοξενούνταν και σ΄αυτούς που ήταν εκτός του καταυλισµού.
Η µεγάλη τοµή που ξάφνιασε τότε πολλούς και κατακρίθηκε µε
σκληρότητα, ήταν που διέθεσε 300.000 δολάρια για ένα Ορθόδοξο ναό και
ένα τζαµί. Αυτό το εγχείρηµα αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ έξυπνη κίνηση, διότι εδώ
στήθηκε ένα από τα µεγαλύτερα βαπτιστήρια, στην αρχή βαπτίζονταν δεκάδες
µουσουλµάνοι και σιγά-σιγά πολλαπλασιάζονταν, εδώ κατάλαβαν οι µουσουλµάνοι ότι
µε την αγάπη, τη συµπαράσταση που τους έδειξε η Ορθόδοξη Εκκλησία και µε το
τζαµί που τους έφτιαξε για τις θρησκευτικές τους ανάγκες, κατάλαβαν ότι δεν
είναι οι Ορθόδοξοι, όπως τους προπαγάνδιζαν οι Μουλάδες και οι Μουφτήδες, αλλά
εδώ βίωναν την αληθινή θρησκεία και έτσι άρχισαν σιγά-σιγά να µεταστρέφονται
και αρκετοί να βαπτίζονται. Το χώρο αυτό
µετά την κρίση και αφού επέστρεψαν στις εστίες τους, ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος
τον µετέτρεψε σε κατασκήνωση. Εδώ κάθε χρόνο συγκεντρώνονται και κατασκηνώνουν
εκατοντάδες νέοι και νέες, χριστιανοί και Μουσουλµάνοι, συνεχίζεται ως ένα
σηµείο αναφοράς Ορθοδοξίας και συνεχίζουν οι βαπτίσεις. Ο ανυπόστατος εκείνος
ψόγος που είχε διατυπωθεί σε βάρος του αρχιεπισκόπου Αναστασίου από κάποιους “υπερ-Ορθοδόξους”,
κατέπεσε, όταν είδαν τα αποτελέσµατα, γιατί πρώτον κρατήθηκε ο ελληνισµός
αλώβητος και δεύτερον έχουµε πλήθος από µουσουλµάνους που ασπάζονται την
Ορθοδοξία.
Ο χώρος που τόσο κατηγορήθηκε και ο Αναστάσιος διαβάλθηκε,
έγινε “αφθαρσίας πηγή, αγιασµού δώρον, νοσηµάτων αλεξητήριον, αµαρτηµάτων
λυτήριον”.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Δύσκολες στιγµές:
Η Αλβανία από την πτώση του Κοµµουνιστικού καθεστώτος πέρασε δύσκολες
φάσεις, αυτές αντανακλούσαν και στην υπό
ανασυγκρότηση Ορθόδοξη Εκκλησία. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις. Στο παρόν θα
αναφερθώ µόνο µιας χρονικής περιόδου, όπου ο αρχιεπίσκοπος στάθηκε ως “ποιµήν
ποιµένων και πατήρ πατέρων”.
Το 1997 ξέσπασε εξέγερση, ένας τύπος εµφυλίου πολέµου
εξ αιτίας της κατάρρευσης του τραπεζιτικού συστήµατος από το λεγόµενο σκάνδαλο
των “Πυραµίδων” που χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις οικονοµίες τους.
Τότε αγανακτισµένοι-απελπισµένοι βγήκαν στους δρόµους, µπήκαν στις αποθήκες του
στρατού, πήραν τα όπλα και άρχισαν τις λεηλασίες, ακόµα και η Ορθόδοξος
Εκκλησία δεν εξαιρέθηκε, µπήκαν στους ναούς, άρπαξαν ότι έβρισκαν ακόµα και
οικοδοµικά υλικά. Σε σπίτια ιερέων που είχαν κάποιες δωρεές για τη συνέχιση
οικοδοµικών εργασιών και άλλων αναγκών. Μέσα σ’ αυτή την αναµπουµπούλα βγήκε
µπροστά και πάλι ο Αναστάσιος που απηύθυνε λόγο “ικεσίας” στον
επαναστατηµένο λαό… “Στις δύσκολες αυτές ώρες που περνά ο τόπος δύο λόγια
απλά: Όχι άλλο αίµα, όχι στην σύρραξη, όχι στα όπλα, όχι µίσος στην καρδιά…”,
και δε σταµάτησε εδώ, αλλά έκανε έκκληση για βοήθεια. Το αποτέλεσµα ήταν
θεαµατικό, συγκεντρώθηκαν τεράστιες ποσότητες και άρχισαν τη διανοµή, 12.000
δέµατα, έγιναν σε µεγάλες συσκευασίες και 20.000 δέµατα σε µικρότερες, σε άτοµα
ή οικογένειες σε περιοχές που δοκιµάσθηκαν από τις ταραχές ή έχασαν το υστέρηµά
τους.
Οι ταραχές που έφεραν την αναστάτωση, ανάγκασαν χιλιάδες
Αλβανούς, για να ξεφύγουν από τη φτώχεια και το πολιτικό χάος, να καταφεύγουν
εκτός από την Ελλάδα που ήταν το πιο προσφιλές καταφύγιό τους και προς την
Ιταλία µέσω θάλασσας. Η Ιταλία προσπαθούσε όµως να τους αποτρέψει. Ένα πλοιάριο
υπερφορτωµένο µε απελπισµένους, στην προσπάθεια να αποφύγει την παρεµπόδισή του
από την Ιταλική ακτοφυλακή στα στενά του Οτράντο εµβολίστηκε και µε το άµα
βυθίστηκε, µε αποτέλεσµα να πνιγούν περί τα 60 γυναικόπαιδα. Ο αρχιεπίσκοπος
βγήκε από τους πρώτους µπροστά και συγκλονισµένος δήλωσε: “… όποιος
περιφρονεί τους απροστάτευτους, περιφρονεί τον ίδιο τον εσταυρωµένο Χριστό…”.
Στη συνέχεια, την Κυριακή 30 Μαρτίου 1997 στο µητροπολιτικό ναό των Τιράνων
τέλεσε επιµνηµόσυνη δέηση για τα θύµατα. Το ίδιο έκανε και στον Αυλώνα από όπου
ξεκίνησε το πλοιάριο και επιπλέον την ίδια ηµέρα επισκέφθηκε µια-µια τις
οικογένειες των θυµάτων και ανέλαβε την συντήρησή τους για όσο θα το απαιτούσε
η κατάσταση. Δεν κοίταξε φυλή, γλώσσα, θρησκεία. Έβλεπε τους ανθρώπους σαν
εικόνα Θεού
ΤΟ
ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Συγγραφικό έργο: Εδώ αρκετές στιγµές σταµατούσα και
απορούσα, πώς η πορεία, η δυναµική του σκέψη, η ακούραστη διαδροµή του, η
κατάρτιση σχεδίων, οι ποικίλες εµπειρίες, η ανησυχία του για την πορεία της
Εκκλησίας, οι καινούριες οδοιπορίες και προπάντων η πολεµική που δέχονταν, δεν
τον επηρέαζαν στο συγγραφικό έργο και στο ιεραποστολικό βηµατισµό;
Ανήσυχο πνεύµα καθώς ήταν, η καρδιά του ήταν προσαρµοσµένη
στο χτύπο της Ιεραποστολής όλο το εικοσιτετράωρο. Αυτό που πάσχιζε, ήταν να
απλωθεί η Ευαγγελική εντολή “µαθητεύσατε πάντα τα έθνη…” σε όλο
τον κόσµο. Ένας καλός δέκτης και ποµπός ήταν ο “γραπτός λόγος”,
τον οποίο καλλιέργησε, γι’ αυτό και κυκλοφόρησε δεκάδες βιβλία, τα δε έσοδα όλα
πήγαιναν στην ιεραποστολή:
α) Είκοσι συγγράµµατα µε Θρησκειολογικές Έρευνες και
Ιεραποστολικά Δοκίµια, όλα πολυσέλιδα φθάνοντας και πάνω από 500 σελίδες και
να πωληθούν πάνω από 180.000 αντίτυπα.
β) Δέκα τρία “εποικοδοµητικά, Απολογισµοί κλπ”
και εδώ είναι πολυσέλιδα ξεπερνώντας τις τριακόσιες (300) σελίδες
το κάθε βιβλίο.
γ) Υπάρχουν πάνω από διακόσια (200) άρθρα
και µελετήµατα σε διάφορα ελληνικά και ξένα περιοδικά και εφηµερίδες.
δ) Δεν αναφέρουµε σε προλόγους βιβλίων και σε άρθρα
στα εκδιδόµενα από τον ίδιο περιοδικά του, ή σε άρθρα και µελέτες στο υπό τη
διεύθυνσή του περιοδικό της Αποστολικής Διακονίας “πάντα τα έθνη”, ή στο
περιοδικό και την εφηµερίδα που εκδίδει και κυκλοφορεί η εκκλησία της Αλβανίας.
Αυτά έβλεπα και προχωρούσα! Το ιεραποστολικό έργο και τα παθήµατα;
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, βαθιά πιστός και “εν
επιγνώσει” διάκονος Ιησού Χριστού, µόχθησε µε αφοσίωση στην Ιεραποστολική
αποστολή, υπακούοντας στην εντολή του Χριστού “πορευθέντες µαθητεύσατε
πάντα τα έθνη…” (Ματθ. 28, 19) και άνοιξε τη φωτεινότερη σελίδα
στην Εκκλησιαστική Ιστορία. Αυτό όµως ο διάβολος µε το ασκέρι έµπαιναν µπροστά,
για να τον εµποδίσουν. Οι ταλαιπωρίες, τα δεινά, οι αρρώστιες, ακόµα και από
ψευδαδέλφους, δεν τον πτοούσαν. Έπεφτε, σηκωνόταν και συνέχιζε.
Επιγραµµατικά αναφέροµαι σε τούτα µόνο. Στην Αφρική
ευρισκόµενος, τρεις φορές προσεβλήθηκε από Ελονοσία, σε µια δυσκολία οι γιατροί
σήκωσαν τα χέρια, ο ίδιος προσευχόµενος µε έναν πυρετό 40, είπα τούτα τα
τελευταία-αισθάνθηκα ότι τελείωνα- « Θεέ µου, µπορεί να έχεις πολλά
παράπονα από εµένα, αλλά προσπάθησα να σε αγαπήσω», και “ω του
θαύµατος” όταν ξύπνησε, ήταν ωσάν να µην είχε συµβεί τίποτα.
Στην Καµπάλα της Ουγκάντας το µικρό παλαιό λεωφορείο που
ταξίδευε, τρακάρισε, ήταν η στιγµή που ο Αναστάσιος έβγαλε τα γυαλιά, να τα
καθαρίσει. Το σπάσιµο του παρµπρίζ σκέπασε το πρόσωπό του από θραύσµατα.
Προσπάθησε να ανοίξει τα µάτια, ήταν αδύνατον, πολλά κοµµάτια είχαν εισδύσει,
είπα – λέει – τυφλώθηκα. Στο νοσοκοµείο που πήγα – ήταν νωρίς το
βράδυ – γιατρός δεν υπήρχε, πόνοι φρικτοί, νερό να πλυθώ δεν υπήρχε και ο
διάκος του προσπαθούσε να βγάλει κάποια θραύσµατα, αλλά! Τότε απεγνωσµένα αναζητήσαµε µε το διάκονο το Χριστόφορο Μαγκίµπι που είχε
σπουδάσει µε υποτροφία της Αποστολικής Διακονίας οφθαλµίατρος, τον βρήκαν και
µέσα στα µεσάνυχτα καθάρισε, όσα µπορούσε, είχαν όµως πληγωθεί τα κερατοειδή.
Ανακουφίσθηκε όµως από τον πόνο, την Κυριακή 19 Αυγούστου λειτούργησε στο ναό
Αγ. Αναστασίου στη Ριρούτα µε µεγάλη συµµετοχή του κόσµου και την εποµένη ήρθε
στην Αθήνα για θεραπεία.
Είχε επιθέσεις από µάγους και γκουρού, δεν πτοήθηκε, επειδή
στη σκέψη του πάντα κυριαρχούσε το ότι ήρθε να µεταφέρει το µήνυµα και την
ελπίδα της Αναστάσεως, ήρθε να τους µάθει να γιορτάζουν την Ανάσταση, µέσα στο
µυστήριο της Εκκλησίας, ήρθε να µπολιάσει τους ανθρώπους µε την αλήθεια και να
γνωρίσουν τον πραγµατικό Θεό και Λυτρωτή του κόσµου.
Ενώ βρίσκονταν περιοδεία στην Κένυα, ήρθε άλλο απρόσµενο στην
υγεία. Η αποκόλληση αµφιβληστροειδούς στο δεξί του µάτι, οι γιατροί του
συνέστησαν για εγχείρηση στην Ελλάδα. Ήρθε, η εγχείρηση πραγµατοποιήθηκε µε
επιτυχία. Τον προειδοποίησαν όµως ότι τα φάρµακα που έπαιρνε για την ελονοσία
έχουν σοβαρές επιπτώσεις στα µάτια. Με το που βελτιώθηκε η υγεία, επανήλθε στο
ιερό καθήκον “εφ’ ω ετάχθη” στην Ιεραποστολική του αποστολή.
Παραµονή των Θεοφανίων (5/1/1989) τον έπιασε
ένας απότοµος βήχας, απύθµενος ασθµατικός, µε πόνους και εξάντληση και βρέθηκε
στο νοσοκοµείο του Ναϊρόµπι, η δε ιατρική διάγνωση “άσθµα”, σοβαρή
αναπνευστική λοίµωξη. Οι γιατροί ανησύχησαν, µε δύσκολες συνθήκες έφθασε στην
Ελλάδα. Με την αποθεραπεία βρέθηκε πάλι στην Αφρική.
Αυτά είναι µερικά από τα παθήµατα στην Αφρικανική
Ιεραποστολή.
Ο ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΤΗΝ
ΑΛΒΑΝΙΑ
Ήταν 3η
Ιανουαρίου του 1991, όταν ο Οικουµενικός Πατριάρχης Δηµήτριος καλεί τον
Επίσκοπο Αναστάσιο, να εγκαταλείψει την Αφρική και να αναλάβει την Ορθόδοξη
Εκκλησία (κατ’ όνοµα Εκκλησία) της Αλβανίας.
Με το άκουσµα, οι Αλβανικές αρχές για Έλληνα αρχιεπίσκοπο
στην εκκλησία της Αλβανίας, “επαναστάτησαν”. Ο πρόεδρος Ραµίζ
Αλία, δήλωσε αυστηρά προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας κ. Μητσοτάκη: “Το
Φανάρι δεν έχει καµία δουλειά εδώ…”, στην αµερικανική παρέµβαση
γερουσιαστή και συµπρόεδρο της επιτροπής του Ελσίνκι DennisDeConcini, του είπε
εκνευρισµένος: “Η αποστολή Πατριαρχικού Εξάρχου στην Αλβανία αποτελεί
κατάφωρη ανάµειξη στα εσωτερικά της χώρας, πράγµα το οποίο η Αλβανία δεν
πρόκειται να επιτρέψει…”. Ο Αλβανικός τύπος σφυροκοπούσε την
Πατριαρχική ενέργεια: “Τα φαντάσµατα του Φαναρίου”, τον αποκαλούσαν.
Ο επίσκοπος Αναστάσιος βρίσκονταν από τις πρώτες ηµέρες του
Ιανουαρίου 1991 στην Αθήνα. Τελικά µετά από µαραθώνιες διαπραγµατεύσεις η
Αλβανική κυβέρνηση δέχθηκε να θεωρήσει το διαβατήριο του Αναστασίου µόνο όµως
για ένα µήνα παραµονής. Ήταν 16 Ιουλίου 1991, όταν επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο
για προορισµό την Αλβανία. Τη “µεγάλη” συνοδεία του την αποτελούσαν! Ο
καθηγητής Ιατρικής Γεώρ. Παπαζάχος και ο Αρβανίτης π. Γεώργ. Λεονάρδος. Στο
αεροδρόµιο των Τιράνων τους περίµεναν µε µικρή οµάδα από 20 περίπου άτοµα
λαϊκών και δύο γέροντες ιερείς χωρίς ράσα ή άλλο διακριτικό. Κατευθύνθηκαν στο
“Μητροπολιτικό Ναό” του Ευαγγελισµού που τον είχαν µετατρέψει σε
γυµναστήριο, εδώ απ’ έξω στάθηκαν, ζήτησε από το σεβάσµιο Θεολόγο Δηµ.
Μπεντούλη να του πει στα αλβανικά το “Χριστός Ανέστη”. Παρακάλεσε τους
παρισταµένους να πάρουν ένα κερί, άναψε πρώτος το δικό του και µε συγκίνηση
φώναξε πολύ δυνατά, ώστε να ακουστεί παντού, βουνά και λαγκάδια – πόλεις και
χωριά «Krishti u Ngjall!», “Χριστός Ανέστη”, ήταν οι πρώτες
λέξεις που πρόφερε στα Αλβανικά και ήταν και το ξεκίνηµα της επανίδρυσης και
ανοικοδόµησης της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας.
Από την εποµένη ξεκίνησε τις περιοδείες σε πόλεις και χωριά
µε ένα αυτοκίνητο Πεζώ, περίπου εικοσαετίας, µε δρόµους κατεστραµµένους και σε
πολλά σηµεία το αυτοκίνητο δεν προχωρούσε και αναγκάζονταν να διανύσουν µε τα
πόδια ή πάνω σε γαϊδουράκια κάποια χιλιόµετρα σε χωµατόδροµους να φθάσουν στον
προορισµό τους. Τις Λειτουργίες τις τελούσε κάτω από δένδρα, µέσα σε
ερειπωµένους ναούς που υπάρχουν µόνο τοίχοι και αυτοί µισογκρεµισµένοι. Η πρώτη
χειροτονία διακόνου που έκανε, ήταν στην Κορυτσά, η Λειτουργία έγινε στην άκρη
της πλατείας, γιατί ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής είχε µετατραπεί σε µουσείο.
Για µήνες προσπαθούσε να συναντηθεί µε τον Πρόεδρο της
Αλβανίας Σαλί Μπερίσα, αλλά δεν έπαιρνε καµιά απάντηση. Κάποιοι φίλοι Αλβανοί
από την καθηγητική τους ιδιότητα τον συµβούλευαν: «Θα είναι φοβερό λάθος
να παραµείνετε στην Αλβανία, θα είστε σε συνεχή διωγµό και δεν θα πετύχετε
τίποτα».
Στις 24 Ιουνίου 1992 το Πατριαρχείο ανακοινώνει µε
συγχαρητήριο τηλεγράφηµα ότι τον εγκαθιστά ως Αρχιεπίσκοπο από έξαρχο µετά από
ψηφοφορία, επιπλέον τον ενηµερώνουν ότι έχουν εκλέξει και τρεις Έλληνες
Αρχιµανδρίτες για τις ανάλογες µητροπόλεις και αυτοί θα αποτελούν τη νέα Ιερά
Σύνοδο.
Η Αλβανική κυβέρνηση επαναστάτησε, ο Αναστάσιος βρέθηκε “κρεµασµένος”.
Στις 5 Ιουλίου 1992 ήρθε αντιπροσωπεία του Οικουµενικού
Πατριαρχείου από δύο αρχιερείς και έναν ιερέα αλβανικής καταγωγής να
συναντήσουν τον Αλβανό Πρόεδρο. Η απάντηση του Προέδρου Μπερίσα ήταν
κατηγορηµατική. Θα δεχθεί µόνο ως έξαρχος να πάρει θέση του αρχιεπισκόπου ο
Αναστάσιος, επειδή έδειξε καλά σηµάδια στον ένα χρόνο, αλλά συγκρότηση Ιεράς
Συνόδου και µάλιστα από Έλληνες επισκόπους επ’ ουδενί λόγο, δεν µπορούν να
γίνουν δεκτοί.
Στις 12 Ιουλίου ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος στέλνει στο
Πατριαρχείο το “Μέγα Μήνυµα”, και αµέσως ορίστηκε η ενθρόνιση να
γίνει στις 2 Αυγούστου 1992 (Που να γίνει, ο µητροπολιτικός ναός ερειπωµένος που µόλις
τον άδειασαν από µουσείο για να πραγµατοποιηθεί η ενθρόνιση, ως θρόνο
τοποθέτησαν µια καρέκλα κάπως µεγάλη ωσάν πολυθρόνα!). Το αλβανικό
στοιχείο για χρόνια το είχαν επιµελώς “µαθητεύσει” για τους “κακούς”
Έλληνες. Τώρα ένα σύνθηµα κυριαρχούσε στον αλβανικό κόσµο “να φύγει ο
Έλληνας αρχιεπίσκοπος”. Μετά την ενθρόνιση µπούκαραν στο ναό µια οµάδα µε
επικεφαλής δύο µουσουλµάνους βουλευτές προσπαθώντας να δηµιουργήσουν πρόβληµα,
ώστε να αναγκάσουν την κυβέρνησή τους να διώξει το µόλις ενθρονισθέντα
αρχιεπίσκοπο.
Ο Αναστάσιος µας περιγράφει: “Ο ανήφορος άρχισε από την
πρώτη στιγµή. Ήταν ολοφάνερο ότι δεν επρόκειτο να ανέλθω σε κάποιο θρόνο, αλλά
σε ένα πρωτόγνωρο σκαµνί που έτριζε”.
Στην Ελλάδα µάθαιναν τα γεγονότα, σχολίαζαν µε προβληµατισµό,
γνωστοί και άγνωστοι, φίλοι και µη, τι συµβαίνει έλεγαν: “Τον έριξαν τον
άνθρωπο στο λάκκο των λεόντων”. “Τον καταδίκασαν σε ισόβια στην πιο φτωχή και
προβληµατική γειτονιά των Βαλκανίων”.
Η κυβέρνηση παρακολουθούσε µε προσοχή το θέµα και σε
συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ εκείνες τις ηµέρες ο υπουργός Αµύνης Ι. Βαρβιτσιώτης είπε
στον Πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη: «Στην Αλβανία έπρεπε να πάει ένας µάγκας και
στέλνουµε έναν άγιο σοφό άνθρωπο». Ο Μητσοτάκης του απάντησε: «Δεν έχεις
δίκαιο Γιάννη. Ο πιο µεγάλος µάγκας είναι ο άγιος και ο σοφός» (“Ο
Αναστάσιος πορευόµενος”, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 146).
Ο αρχιεπίσκοπος τέθηκε υπό στενή παρακολούθηση για να
εντοπίσουν κάτι, ώστε να έχουν λόγους εκδίωξης. Στο Κοινοβούλιο δύο φορές
επιχείρησαν να φέρουν νόµο αποποµπής του “Έλληνα Αρχιεπισκόπου”. Εδώ
πραγµατώνεται µε τον πιο κατηγορηµατικό τρόπο η προτροπή του Αποστόλου Παύλου:
«ει ο Θεός υπέρ ηµών, τις καθ’ ηµών;» (Ρωµ. 8, 31) (εάν ο Θεός
είναι µε ηµάς, προστάτης µας και υπερασπιστής µας, ποίος θα είναι εναντίον µας;
κανείς, οποιοσδήποτε και αν θελήσει να µας βλάψει) (Ερµ. Π. Τρεµπέλα).
Το γεγονός αυτό µαθεύτηκε, τότε συσπειρώθηκαν ως µια γροθιά
Αλβανοί, Έλληνες, Βλάχοι, Σλάβοι κ.ά., και µέσα σε ελάχιστο χρόνο ξεκινώντας
από την Κορυτσά, µαζεύτηκαν πάνω από 80.000 υπογραφές, ζητώντας να
παραµείνει ο αρχιεπίσκοπος στην Αλβανία, η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε και
πιεσµένη, αναγκάστηκε, να µαταιώσει την απόφαση που είχε προγραµµατίσει.
Απόπειρες εκβιασµών, απειλών και τροµοκρατικών ενεργειών ήταν
ένα τακτικό φαινόµενο, ιδιαίτερα γίνονταν εντονότερο, όταν οι σχέσεις µεταξύ
Ελλάδος και Αλβανίας οξύνονταν.
Τότε πέριξ της οικίας του που ήταν και η υποτυπώδης
αρχιεπισκοπή, τα βράδια γίνονταν “πόλεµος”, η αστυνοµία που τον
παρακολουθούσε όλο το εικοσιτετράωρο, δεν έβλεπε ούτε άκουγε τίποτα που
βροντούσαν τα καλάσνικοφ. Το πρωί οι ιερείς µάζευαν τους κάλυκες από τους
δρόµους και τις σφαίρες από τους τοίχους.
Ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος µας περιγράφει για κάποια
περιστατικά:
«… ο εξαιρετικός οδηγός µου, ο Τάκιο Κοµπούζη – ο
Θεός να τον αναπαύει – που οδηγούσε το αυτοκίνητό µου τις πρώτες
δεκαετίες στους κακοτράχαλους δρόµους της Αλβανίας, µου εµπιστεύθηκε, στο τέλος
της ζωής του, ότι κάποτε τον είχαν πλησιάσει και του είχαν προσφέρει ένα µεγάλο
ποσό, για να µε αφήσει σε ερηµικό τόπο ή να προκαλέσει κάποιο αυτοκινητιστικό
δυστύχηµα. Ακόµη είναι γνωστό ότι στη µεγάλη αναστάτωση του 1997 πολλές σφαίρες
σηµάδεψαν το γραφείο µου και τη σοφίτα, όπου µένω» (“Αναστάσιος
πορευόµενος”, σελ. 161).
Κάποιοι γνωστοί, φίλοι του πρότειναν να πάρει µέτρα
προστασίας ακόµα και µε security, κάποιοι φίλοι από την Αγγλία που
ανησυχούσαν γι’ αυτά που πληροφορούνταν για τη σωµατική ακεραιότητα του
Αναστασίου, χωρίς να τον ρωτήσουν του αγόρασαν ένα τεθωρακισµένο αυτοκίνητο και
του το έστειλαν. Όχι µόνο δεν το αποδέχθηκε, ούτε το πλησίασε. Αφού τους
ευχαρίστησε τους τόνισε: “Ο αρχιεπίσκοπος µε φρουρούς και τεθωρακισµένα
αυτοκίνητα θα υποδαυλίζει την καχυποψία για την αποστολή του”. Σύντοµα –τους
είπε – φροντίσαµε να πουληθεί και τα χρήµατα συµπλήρωσαν έργα ανακούφισης
των πασχόντων.
Από τις πρώτες ηµέρες έτρεχε από το ένα µέρος στο άλλο, όπου
βρίσκονταν, όπου σταµατούσε, όπου λειτουργούσε, φώναζε δυνατά “Χριστός
Ανέστη! Αδελφοί, µπορεί οι κρατούντες να αρνήθηκαν τον Χριστό, να τον πολέµησαν
και να τον σταύρωσαν. Εκείνος, όµως, δεν µας αρνήθηκε, δεν µας άφησε ούτε θα
µας αφήσει. Υπάρχει ελπίδα… Επιστροφή, λοιπόν στον Χριστό”, και
επαναλάµβανε: “Ο Θεός είναι µαζί µας” και “Κι εµείς µε τον Θεό” και
επισφράγιζε µε τον ψαλµό “Τις Θεός µέγας ως ο Θεός ηµών” (Ψαλ.
76, 14).
Στα µέσα Νοεµβρίου 1994 έστησε το Εκκλησιαστικό τυπογραφείο,
κυκλοφόρησε την εφηµερίδα µε τίτλο “Ανάσταση” και άρχισαν να τυπώνουν
φυλλάδια, έντυπα, περιοδικά πνευµατικού περιεχοµένου, λειτουργικά που δεν
υπήρχαν, και για τα κατηχητικά που άρχισαν να τα επανδρώνουν από Ελλάδα
κατηχητές.
Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΓΑΛΗ
ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Προέκυψαν όµως γεγονότα που επηρέασαν σε µεγάλο βαθµό και τον
αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, χωρίς ο ίδιος να
έχει γνώση ή ανάµειξη σε όλα αυτά αλλά του χρέωναν ενέργειες και του
καταλόγιζαν ευθύνες που είχε άγνοια και
αυτό το έκαναν, για να δικαιολογήσουν την εκδίωξή του.
Η µεγάλη ευκαιρία που την ετοίµαζαν για καιρό, τους ήρθε
έτοιµη στο πιάτο. Την παραµονή, του Γενεθλίου του Τιµίου Προδρόµου ο
αρχιεπίσκοπος βρίσκονταν στο Αργυρόκαστρο φιλοξενούµενος στο σπίτι του
αρχιµανδρίτη Χρυσόστοµου Μαϋδώνη, για να λειτουργήσει την εποµένη.
Η αστυνοµία το βράδυ, αξίωσε από τον π. Χρυσόστοµο να
εγκαταλείψει την Αλβανία µε το πρόσχηµα ότι στερούνταν άδεια παραµονής. Ο ίδιος
αρνήθηκε και το σπίτι περικυκλώθηκε από ισχυρές αστυνοµικές δυνάµεις. Το
Ελληνικό Προξενείο παρενέβη, διότι ο Χρ. Μαϋδώνης ήταν Έλληνας πολίτης. Οι
ολονύκτιες διαπραγµατεύσεις δεν κατέληξαν πουθενά. Οι ορθόδοξοι του
Αργυροκάστρου το πρωί που αντί Θείας Λειτουργίας που περίµεναν, πληροφορήθηκαν
ότι ο αρχιεπίσκοπος ήταν εγκλωβισµένος στο σπίτι του π. Χρυσ. Μαϋδώνη, άρχισαν να
χτυπούν τις καµπάνες, εκατοντάδες κατέφθασαν προς υποστήριξη. Το κλίµα
φορτίστηκε εσκεµµένα και προµελετηµένα,
διότι οι αλβανικές αρχές περιέφεραν στην πόλη χωρίς λόγο ένα νεκρό
στρατιώτη που την προηγούµενη µέρα σκοτώθηκε στο κέντρο νεοσύλλεκτων στο χωριό
Επισκοπή και άλλοι δύο είχαν τραυµατιστεί.
Το γεγονός αυτό, το φόρτωσαν σε παραστρατιωτικούς Έλληνες
µειονοτικούς και πίσω κρύβονταν ιερείς
και ο αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος.
Μια πέτρα που πετάχτηκε από κάποιον -από ποιόν;- και
βρήκε στο πρόσωπο αστυνοµικό, ήταν η αιτία, να ανάψει το φυτίλι. Οι αστυνοµικοί
τότε άρχισαν να απωθούν όλους, όσους ήταν κοντά στο σπίτι, προσπαθώντας να
συλλάβουν τον Αρχιµανδρίτη και όσοι ήταν µέσα, βρήκαν ευκαιρία να ενοχοποιήσουν
τώρα και τον Αρχιεπίσκοπο. Το τι ακολούθησε δεν περιγράφεται. Το Συµβούλιο της “Οµόνοιας”
καταδίκασε τις πράξεις βίας, την απέλαση του Αρχιµανδρίτη και θεώρησαν
προσβλητική τη µεταχείριση στον Αρχιεπίσκοπο, που µετά το σπάσιµο της πόρτας,
την αρπαγή του ίδιου, και του π. Χρυσόστοµου. Τον αρχιεπίσκοπο λίγο πιο πέρα
τον άφησαν και άρχισε να περιπλανιέται µόνος, κυνηγηµένος και σε απόγνωση στα
σοκάκια της πόλης.
Το σύνθηµα δόθηκε ευθύς αµέσως και άρχισαν οι εθνικιστές
Αλβανοί να φωνάζουν, να γράφουν, να διαδίδουν και να απαιτούν, να φύγει ο “Δούρειος
Ίππος” από την Αλβανία.
Η Ελληνική Κυβέρνηση αντέδρασε µε µια επιχείρηση σκούπα του
αλβανικού στοιχείου, χωρίς προειδοποίηση. Άρχισε την απέλαση όλων των Αλβανών
µεταναστών από την Ελλάδα. Σε µια εβδοµάδα φορτώθηκαν και επέστρεψαν 20.981
άτοµα και συνεχίζονταν οι συλλήψεις και οι επιστροφές.
Ο αρχιεπίσκοπος βλέποντας την κατάσταση που πάει να
δηµιουργηθεί στις 6 Ιουλίου βρέθηκε στην Αθήνα, συναντήθηκε µε τον πρωθυπουργό
κ. Μητσοτάκη, µε άλλους κυβερνητικούς παράγοντες και ζήτησε να σταµατήσουν οι
απελάσεις και να βρούνε λύσεις στα θέµατα µε διάλογο. Επισκέφθηκε και τους
διευθυντές των µεγάλων εφηµερίδων και τους παρακάλεσε να µην υποδαυλίζουν τη
φωτιά µε σκληρά δηµοσιεύµατα.
Η παρέµβαση του αρχιεπισκόπου ήταν σωτήρια και ενώ άρχισε να
οµαλοποιείται η κατάσταση, στις 10 Απριλίου έρχεται και άλλη κρίση. Στο
συνοριακό φυλάκιο της Άνω Επισκοπής γίνεται µια περίεργη επίθεση από
µασκοφόρους και σκοτώνεται ένας Αλβανός στρατιώτης. Ο Αλβανικός Τύπος εµµέσως
στράφηκε και πάλι στον αρχιεπίσκοπο ως
τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από ενέργειες µε σκοπό την αποσταθεροποίηση της
χώρας. Ο Αναστάσιος µε δύο βαρυσήµαντες δηλώσεις στα Μέσα Ενηµέρωσης καταδίκασε
τις τροµοκρατικές πράξεις. «… Κανείς δεν έχει το δικαίωµα να αφήσει µία
οµάδα αγνώστων µασκοφόρων να ναρκοθετούν στο σκοτάδι της νύχτας τους
ειλικρινείς αγώνες που καταβάλλονται για την ανάπτυξη της φιλίας και της
αλληλεγγύης των λαών». Αυτό είχε κάποια θετική επίδραση. Αλλά οι
προκλήσεις δε σταµάτησαν.
Μετά από ένα δεκαπενθήµερο έχουµε άλλη χωρίς λόγο πρόκληση. Ο
Αρχιεπίσκοπος ζήτησε άδεια από τις αρχές για την περιφορά του Επιταφίου τη
Μεγάλη Παρασκευή (29 Απρ. 1994) στους γύρω δρόµους, όπως γίνονταν
κατά την τάξη της Εκκλησίας.
Οι αλβανικές αρχές, κατηγορηµατικά του αρνήθηκαν. Από νωρίς
έζωσαν το χώρο πέριξ του µητροπολιτικού ναού από αστυνοµικούς οπλισµένους µε τα
δάκτυλα στη σκανδάλη, πιστεύοντας ότι θα αποτρέψουν από φόβο τον κόσµο να
παρευρεθούν στην ακολουθία. Η εντολή στους αστυνοµικούς ήταν ρητή. Αν τολµήσουν
να κάνουν περιφορά, να χτυπήσουν!
Το αποτέλεσµα όµως τους γύρισε µπούµερανγκ. Ο κόσµος που
πληροφορήθηκε την απαγόρευση εναντιώθηκε και αυτοί που πιθανόν είχαν σκοπό να
µην παραβρεθούν, έτρεξαν να συµµετάσχουν. Δε γέµισε ασφυκτικά µόνο ο
µητροπολιτικός ναός και το προαύλιο, αλλά και όλοι οι γύρω δρόµοι. Ο
αρχιεπίσκοπος στο δεσποτικό κρατώντας τη φυλλάδα µε την ακολουθία συνέψαλλε µε
τους ιεροψάλτες και το λαό τα εγκώµια του επιταφίου. Η γραµµατεία της Ελληνικής
Πρεσβείας, πήγαινε, γύριζε µε µηνύµατα που λάµβανε από το υπουργείο Εξωτερικών.
Όλα έδειχναν ότι η Αλβανική κυβέρνηση είναι αποφασισµένη, να χτυπήσει αν
επιχειρήσουν έξοδο.
Οι στιγµές κρίσιµες, ο αρχιεπίσκοπος προς το τέλος των
εγκωµίων κλείνει τη φυλλάδα, κοιτάζει στο στολισµένο επιτάφιο, στυλώνει το
βλέµµα στο σταυρό που είναι φορτωµένος µε ακάνθινα στεφάνια, “µου φάνηκε
–είπε ο ίδιος– πως έσταζαν αίµα”. Έριξε µια φευγαλέα µατιά στους
παραβρισκόµενους, αγωνιώδεις πιστούς, έσκυψε το κεφάλι, δίπλα του ήταν ένας
φίλος και γνώριµός του (Χρ. Φαϊλάνδης), δεν είπε τίποτα. Άξαφνα
σαν κάτι να τον κέντρισε, πήρε την απόφασή του! Με δυνατή φωνή, ως “οι
σάλπιγγες της Ιεριχούς” σάλπισε: “Αδελφοί µου, σήµερα κηδεύουµε τον Υιό
του Θεού…! Πάµε…, ακολουθήστε µε!”. Βγήκε πρώτος και τον ακολούθησε ο λαός
και όλοι µαζί ψάλλοντας, τράβηξαν προς τη λεωφόρο Καβάγια, κάνοντας κανονικά
όλη την προγραµµατισµένη περιστροφή. Οι αστυνοµικοί πάγωσαν και δεν τόλµησε
κανείς να αντιδράσει ή να χρησιµοποιήσει το όπλο. Ήταν µια Νίκη.
Η κυβέρνηση Μπερίσα παρά τις αποτυχηµένες προσπάθειες δε
σταµάτησε να επιβουλεύεται µεθόδους πώς θα εκθέσουν τον αρχιεπίσκοπο, για να
τον διώξει.
Μετά τρεις περίπου µήνες (Αύγουστος 1994) άρχισε η “δίκη”
µε τα πέντε στελέχη της µειονοτικής οργάνωσης “Οµόνοια” ότι δήθεν
είχαν ανάµιξη στα γεγονότα της Επισκοπής για το θάνατο του Αλβανού στρατιώτη.
Το κατηγορητήριο αλλάχτηκε τρεις φορές, διότι δεν µπορούσαν να στοιχειοθετήσουν
κατηγορία και τελικά τους παρέπεµψαν µε την “κατηγορία” περί
κατασκοπείας. Το σχέδιό τους ήταν πώς να εξουθενώσουν την ελληνική µειονότητα
και µαζί τους να παρασύρουν και τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο.
Η απόφαση του Δικαστηρίου τους χάλασε τα σχέδιά τους.
Δεν πρόλαβε να τελειώσουν µε το κυνηγητό, τις κατηγορίες και
τα δικαστήρια και στις αρχές Σεπτεµβρίου ο αρχιεπίσκοπος πληροφορείται ότι στην
πόλη Μπεράτι (νοτιοκεντρικά της Αλβανίας) και στη γύρω περιοχή,
έπεσε η φοβερά επιδηµία χολέρας. Οι άνθρωποι που προβλήθηκαν, είναι σε θαλάµους
ωσάν εγκαταλελειµµένοι, διότι οι γιατροί δεν µπορούν να βοηθήσουν, αφού δεν
είχαν ούτε τα απαραίτητα φάρµακα. Τους έλειπε το πιο απλό και στοιχειώδες ‘’φάρµακο’’
που ήταν το χλώριο, για να απολυµάνουν τις δεξαµενές νερού από όπου ξεκίνησε η
επιδηµία.
Ο αρχιεπίσκοπος δεν µπορούσε να µείνει απαθής σ’ αυτή την
τραγωδία, κινητοποιήθηκε αµέσως, ζήτησε ιατρική βοήθεια από την Ελλάδα. Δεν
άργησε να έρθει και εκατοντάδες συµπολίτες προσέτρεξαν σε βοήθεια αγοράζοντας
τα κατάλληλα φάρµακα και µεγάλη ποσότητα χλωρίου για συνεχείς απολυµάνσεις και
ένα ακτινολογικό µηχάνηµα τελευταίου τύπου για τις ανάγκες του Νοσοκοµείου, επί
πλέον προθυµοποιήθηκαν και γιατροί, να βοηθήσουν σε παροχή βοήθειας στους
ασθενείς.
Το καραβάνι µε µπροστάρη τον αρχιεπίσκοπο ξεκίνησε στις 25
Σεπτεµβρίου 1994 από τα Τίρανα, φθάνοντας όµως στην είσοδο της πόλης, βρέθηκαν
σε µια απρόσµενη κατάσταση. Κατά πλάτος της εισόδου η αστυνοµία είχε παρατάξει
εκτός από αστυνοµικούς, κλούβες αλλά και ερπυστριοφόρα οχήµατα και δεν τους
επέτρεπαν να πλησιάσουν (δικαιολογία; Να µην επιτρέψουν την είσοδό
τους καθώς σε δύο µήνες αναµένονταν η εκδίωξη του Αναστασίου µέσω του σχεδίου
του νέου συντάγµατος – από το βιβλίο “Αναστάσιος
πορευόµενος”). Ο Αρχιεπίσκοπος τους εξήγησε για ποιο λόγο προσέρχονται,
και τους “απείλησε” ότι δε θα φύγουν από εδώ µέχρι που να τους επιτραπεί
να πραγµατοποιήσουν την ιερά αποστολή που ξεκίνησαν. Τελικά µε… δυσκολία
τους άφησαν.
Στις σκάλες του νοσοκοµείου όλο το ιατρικό και νοσηλευτικό
προσωπικό µε επικεφαλής το διευθυντή τους Μιλτιάδη Βεβέτσικα τους υποδέχθηκαν
ως ΣΩΤΗΡΕΣ, τα δε φάρµακα τα δέχθηκαν ως ΘΕΪΚΟ ΔΩΡΟ.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος παρά την αυστηρή απαγόρευση,
επισκέφθηκε όλους τους θαλάµους µε τους βαρύτερα ασθενείς, στέκονταν µαζί τους
αρκετά και δεόµενος σιωπηλά. Ήταν οι θάλαµοι που, ούτε οι νοσοκόµοι από φόβο,
δεν πλησίαζαν, να δώσουν φάρµακα ή να προσφέρουν άλλες υπηρεσίες για το “φόβο
των Ιουδαίων”. Ο ίδιος δήλωσε αργότερα, ότι “αυτό ήταν µια αξέχαστη
εµπειρία”.
Ο Μπερίσα και η κυβέρνησή του παρά ταύτα δεν το έβαλαν κάτω,
παρότι επί ένα χρόνο παντού έχασαν από έναν Αναστάσιο που πάλευε µόνος του. Εδώ
έχει πλήρη εφαρµογή του κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια: “Εάν ο Θεός µεθ’ ηµών,
ουδείς καθ’ ηµών”.
Ο Μπερίσα πίστεψε ότι τώρα ήρθε για το τέλος του “Δούρειου
Ίππου” της Αλβανίας και να τελειώσει οριστικά µε τον αρχιεπίσκοπο
Αναστάσιο. Αφού στις 7 Νοεµβρίου 1994 ο Αλβανικός λαός θα ψηφίσει το νέο
Σύνταγµα της χώρας, που µέσα σ’ αυτό πρόσθεσε το άρθρο 7 και η παράγραφος 4 που
φωτογράφιζε καθαρά το διωγµό του Έλληνα Αρχιεπισκόπου – όπως τον
αποκαλούσαν και επί λέξει, τον ενσωµάτωσε: «Οι αρχηγοί των µεγάλων
θρησκευτικών κοινοτήτων πρέπει να είναι Αλβανοί υπήκοοι γεννηµένοι στην Αλβανία
και µε µόνιµη διαµονή σε αυτήν τα τελευταία είκοσι χρόνια».
Έγιναν µεγάλες προσπάθειες από το εσωτερικό αλλά και το
εξωτερικό από ισχυρά κέντρα να διαγράψει αυτή την παράγραφο του άρθρου 7. Αλλά
ο Μπερίσα ήταν ανένδοτος, µέχρι που, µερικές ηµέρες πριν το Δηµοψήφισµα σε
συνέντευξή του στα Μέσα Ενηµέρωσης, το είπε καθαρά:
«Το νέο Σύνταγµα θα τεθεί σε ισχύ την εποµένη ηµέρα από
την έγκρισή του. Ο Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος θα πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα.
Εγώ προσωπικώς εκτιµώ το έργο που έχει κάνει αλλά…».
Όσο πλησίαζε η ηµέρα του δηµοψηφίσµατος, οι ώρες για τον
Αναστάσιο γίνονταν όλο και δύσκολες, άρχισε να τακτοποιεί τα του γραφείου, τη
δική του βαλίτσα µε τα ελάχιστα υπάρχοντά του. οι νύχτες ήταν εφιαλτικές, οι
δρόµοι γέµιζαν από συνθήµατα. “Να εξαφανιστεί ο Δούρειος Ίππος”, “Έξω
από τη χώρα ο µαύρος κόρακας” κ.ά., γνωστοί, άγνωστοι µέσα από αυτοκίνητα
τις νύχτες γάζωναν µε καλάσνικοφ το Αρχιεπισκοπείο που ήταν και η κατοικία του
Αναστασίου.
Αρκετοί ξένοι διπλωµάτες παρακολουθώντας τα βάρβαρα φαινόµενα
ανησύχησαν για τη ζωή του αρχιεπισκόπου. Η Αµερικανική Πρεσβεία του διεµήνυσε
την προπαραµονή του δηµοψηφίσµατος να αποφύγει να κοιµηθεί στην αρχιεπισκοπή, διότι υπάρχει σχέδιο
δολοφονίας του αµέσως µετά δηµοψήφισµα. Μετά από πίεση δέχθηκε ανήµερα το βράδυ
να βρίσκεται στο σπίτι του Έλληνα πρέσβη Χρήστου Τσαλίκη.
Το αποτέλεσµα ήταν ανθρώπινα προδιαγεγραµµένο, διότι οι
Ορθόδοξοι αποτελούσαν το ένα πέµπτο του Αλβανικού πληθυσµού. Η απογραφή που
έγινε από τους Ιταλούς το ’40 έδειχνε: Καθολικοί 11%, Ορθόδοξοι
µόλις ξεπερνούσε το 20% και το υπόλοιπο ήταν Μουσουλµάνοι και Μπεκτασίδες
σε ποσοστό κοντά στο 69%.
Την εποµένη του δηµοψηφίσµατος (Τρίτη 8 Νοεµβρίου)
ακούστηκε ως βροντή η φωνή που έσεισε το σύστηµα. “Όπου Θεός
βούλεται, νικάται φύσεως τάξις” και κοκάλωσε τους Αλβανούς κυβερνώντας και
προβληµάτισε τους πάντες από το θαυµαστό (θαύµα) αποτέλεσµα.
Ποιο…;;; ΙΔΟΥ! Η συµµετοχή του κόσµου ήταν πρωτοφανής,
που δεν είχε συµβεί σε εκλογές δηµοκρατικής χώρας. Ψήφισε το 84,4% του
πληθυσµού και το ΟΧΙ στο δηµοψήφισµα ήταν 56,38% και έκαψε την
αλβανική ηγεσία. Και το 43,62% ήταν ΝΑΙ, η αλαζονική τιµωρία
τους.
Ο Θεός έδειξε µε τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, ότι δεν πρέπει να
σταµατήσει η πορεία που χάραξε για την Ανάσταση µε τον Αναστάσιο η αγία
Εκκλησία του.
Σταµατώ εδώ στα 3 πρώτα χρόνια, µε το ιεραποστολικό έργο και
µερικά από τα παθήµατα του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Είναι τόσα πολλά και για
τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια ως Αρχιεπίσκοπος στην Αλβανία που θα χρειαστούν να
γράφουµε χρόνια σε συνέχειες στην εφηµερίδα, ή σε βιβλία τόµοι ολόκληροι.
Στο επόµενο:
Α) ΠΟΙΑ…! η διαφορά
Αναστασίου & Ζήση ‘’µεταξύ ηµών και υµών χάσµα µέγα’’ (Λουκ.16,26)
.Και Β) Είναι αιρετικός ο Αναστάσιος κατα την οµολογία Ζήσηδων;
Εφ. Αγώνας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου