Συνεχίζουμε την παρουσίαση της τέταρτης ενότητας της εργασίας του επισκόπου Κυρίλου για την Σύνοδο της Κρήτης που έχει τίτλο :Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ.
(ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
https://www.imdleo.gr/Synod/meta17/2017-07-03_Abydou-Synodos_Kritis.pdf
ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»
1. Το κείμενο εκκινεί από τη θεμελιώδη δογματική θέση ότι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω της φύσης, είναι αδύνατον να διασπαστεί ή να αλλοιωθεί. Στην παράγραφο 1 του συνοδικού κειμένου διακηρύσσεται απερίφραστα η ακλόνητη αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας ότι αποτελεί τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η ιστορική αποκοπή διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μια θλιβερή ιστορική εξέλιξη, η οποία όμως στερείται της δύναμης να πλήξει την ίδια την ενότητα της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να υφίσταται ως ο μοναδικός φορέας της καθολικής αλήθειας. Για να διατηρηθεί η καθολικότητα —δηλαδή η πληρότητα της πίστης που παραδόθηκε από τον Χριστό και τους Αποστόλους— απαιτείται απόλυτη πιστότητα στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, καθώς και η διαφύλαξη της αποστολικής διαδοχής και της πατερικής διδασκαλίας.
2. Η αποδοχή του όρου «Εκκλησία» για τις ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. Ρωμαιοκαθολικοί, Λουθηρανοί) γίνεται αποκλειστικά ως αναγνώριση της ιστορικής τους ονομασίας και όχι της δογματικής ή οντολογικής τους υπόστασης.
Το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι η ονομασία αυτή δεν συνεπάγεται την αναγνώριση μυστηρίων ή θείας χάριτος στις κοινότητες αυτές. Κατά την πατερική θεολογία (και τη ρήση του Νικολάου Καβάσιλα), η Εκκλησία «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται», πράγμα που σημαίνει ότι έγκυρα μυστήρια υφίστανται αναμφίβολα μόνο εντός της Ορθοδοξίας.
Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί μοντερνισμό της Συνόδου της Κρήτης. Οι Πατέρες της πρώτης και της δεύτερης χιλιετίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ταράσιος και ο Μάρκος ο Ευγενικός), καθώς και πλήθος συνοδικών εγγράφων των τελευταίων αιώνων (π.χ. οι απαντήσεις των Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848), χρησιμοποιούσαν με ευκολία τον όρο «Δυτική» ή «Ρωμαϊκή Εκκλησία», χωρίς ποτέ να ταυτίζουν το όνομα με την οντολογική πραγματικότητα.
3. Ορισμένοι ιεράρχες και θεολόγοι (όπως ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος και ο πρωτ. Πέτρος Heers) άσκησαν έντονη κριτική, ισχυριζόμενοι ότι η χρήση του όρου «ιστορική ονομασία» χωρίς οντολογικό αντίκρισμα εισάγει έναν επικίνδυνο «εκκλησιολογικό νομιναλισμό» (τη φιλοσοφική θεωρία ότι τα ονόματα είναι κενά νοήματος και δεν αντιστοιχούν σε υπαρκτά πράγματα).
Ο συντάκτης αντικρούει την κατηγορία αυτή, τονίζοντας ότι η γλώσσα της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι εκ φύσεως περιγραφική και συμβατική. Προκειμένου να αποδομήσει την κριτική, φέρνει ως παράδειγμα τη θεολογική έννοια του «κακού». Οι Άγιοι Πατέρες (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Μάξιμος Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός) ορίζουν το κακό ως «παρυπόσταση» και ως στέρηση (έλλειψη) του αγαθού, δηλαδή ως κάτι που δεν έχει αυτόνομη οντολογική υπόσταση. Παρ' όλα αυτά, η θεολογία χρησιμοποιεί τη λέξη «κακό» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποπίπτει σε «θεολογικό νομιναλισμό».
4. Τα Αυστηρά Κριτήρια Θεολογικού Διαλόγου (Παράγραφος 6)
Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης δεν χαρίζει εκκλησιαστικότητα, αλλά αντίθετα θέτει υπό αυστηρή αίρεση τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Για να αναγνωριστεί οντολογικά μια κοινότητα ως Εκκλησία, απαιτείται η πλήρης και αντικειμενική αποσαφήνιση τεσσάρων θεμελιωδών αξόνων με βάση την κοινή πίστη της πρώτης χιλιετίας. Ο πρώτος άξονας αφορά τα Μυστήρια, όπου απαιτείται επανεξέταση της έννοιας, του αριθμού και του τρόπου τέλεσης των μυστηρίων, με επίκεντρο τη Θεία Ευχαριστία, ενώ σημειώνεται ότι το συνοδικό κείμενο δεν αναγνωρίζει εκ των προτέρων κανένα μυστήριο, ούτε το βάπτισμα, στους ετεροδόξους. Ο δεύτερος άξονας είναι η Περί Χάριτος Διδασκαλία, η οποία εγείρει την απαίτηση για αποδοχή της ορθόδοξης διδασκαλίας περί ακτίστου χάριτος και της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με την περί «κτιστής χάριτος» θεωρία των Ρωμαιοκαθολικών. Ο τρίτος άξονας αφορά την Ιερωσύνη και περιλαμβάνει την εξέταση της δομής της σε σχέση με τη συνοδικότητα, το παπικό πρωτείο και την αυθεντία, καθώς και την απόρριψη σύγχρονων νεοτερισμών, όπως η χειροτονία των γυναικών. Ο τέταρτος άξονας είναι η Αποστολική Διαδοχή, όπου ζητείται η διευκρίνιση του αν απαιτείται απλή διαδοχή τάξεως ή διαδοχή πίστης, ή ορθότερα και τα δύο, για την αναγνώριση εγκυρότητας. Εάν υπάρξει πλήρης δογματική συμφωνία στα παραπάνω σημεία, οι ετερόδοξοι αυτομάτως παύουν να είναι ετερόδοξοι και καθίστανται ομόδοξοι, συνεπώς η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει την υφιστάμενη κατάστασή τους ως εκκλησιαστική.
5. Η ιστορική εξέλιξη και η διαδοχική αυστηροποίηση των προσυνοδικών κειμένων αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη ιεραρχία θέλησε να αποκλείσει κάθε χαλαρή ερμηνεία:
- Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 1986): Το αρχικό κείμενο ανέφερε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την «πραγματικήν ύπαρξιν» όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών.
- Ε΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 2015): Υπό τον φόβο παρερμηνειών, η λέξη «πραγματική» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «ιστορική» («αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν»), μετατοπίζοντας το βάρος από το οντολογικό επίπεδο στο καθαρά ιστορικό γεγονός της ύπαρξής τους.
- Αγία και Μεγάλη Σύνοδος (Κρήτη, 2016): Στο τελικό, επίσημα εγκριθέν κείμενο, η διατύπωση έγινε ακόμη πιο αυστηρή και περιοριστική: η Εκκλησία πλέον «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» των ετεροδόξων κοινοτήτων, αφαιρώντας ακόμη και τη λέξη «ύπαρξη» για να μην αφεθεί το παραμικρό θεολογικό παράθυρο παρεξήγησης.
6. Ο συντάκτης καταγγέλλει ορισμένους επικριτές (όπως τον π. Πέτρο Heers) για εσκεμμένη απομόνωση και διαστροφή των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο Πατριάρχης, σε ομιλία του το 2014, τόνισε ρητά ότι η Εκκλησία και η αλήθεια είναι Μία (ο Χριστός), χρησιμοποιώντας τον όρο «Εκκλησίες» για τη Δύση με τον ίδιο ακριβώς συμβατικό τρόπο που τον χρησιμοποιούσαν διαχρονικά οι Πατέρες.
Το κείμενο αναδεικνύει μια τεράστια θεολογική αντίφαση: Ενώ οι επικριτές κατηγορούν το κείμενο της Κρήτης ως «αιρετικό», την ίδια στιγμή αποσιωπούν το επίσημο εκκλησιολογικό κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας («Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων...»).
Το επίσημο ρωσικό κείμενο περιέχει εξαιρετικά «ανοιχτές» και προβληματικές —για τους παραδοσιακούς— θέσεις, καθώς αναφέρει επί λέξει ότι οι αποσχισθείσες κοινότητες «ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν ως στερημένες πλήρως της χάριτος του Θεού». Παρά τη διακοπή της κοινωνίας, «παραμένει κάποια μη πλήρης κοινωνία» ανάμεσα στους ετεροδόξους και την Ορθοδοξία. Η Ρωσική Εκκλησία «δεν ασκεί κρίση» για το αν έχει παραφθαρεί η εὐλογημένη ζωή στους ετεροδόξους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τελούν έγκυρα μυστήρια.
Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης είναι σαφώς πιο αυστηρό και δογματικά περιχαρακωμένο από το αντίστοιχο του Πατριαρχείου Μόσχας, καθώς στην Κρήτη αποκλείστηκε κάθε έννοια «μη πλήρους κοινωνίας» ή προκαταβολικής αναγνώρισης χάριτος και μυστηρίων εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
------------------------------------------------------------------------------------
Σχολιασμός της ενότητας
Το κείμενο είναι μια απολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016), και συγκεκριμένα του κειμένου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ως απολογία, επιχειρεί να αντικρούσει την κριτική ότι η Σύνοδος εισήγαγε καινοφανείς εκκλησιολογικές θέσεις.
Αʹ. Το κείμενο ξεκινά αποδεχόμενο ως αφετηρία τη διατύπωση της Συνόδου ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών. Η κριτική που ασκεί είναι εσωτερική: δεν αμφισβητεί την ορθότητα της ίδιας της διατυπώσεως, αλλά επιχειρεί να αποδείξει ότι αυτή δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση.
Η ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι: Γιατί αποδεχόμαστε εξαρχής ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να «αποδέχεται» οτιδήποτε σχετικά με τους ετερόδοξους; Η Εκκλησία δεν είναι δημοκρατικό σώμα που διαπραγματεύεται την ταυτότητά της. Η φράση «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» είναι ήδη υποχώρηση: υπονοεί ότι υπάρχει κάτι να αποδεχθείς, κάτι έξω από την Εκκλησία που έχει νόμιμη ύπαρξη και αξιώσεις. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «αποδέχονταν» ονομασίες αιρετικών· τους καθαιρούσαν, τους αναθεμάτιζαν, τους απέκλειαν από την κοινωνία. Όταν ο Άγιος Κύριλλος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, δεν «αποδέχθηκε την ιστορικήν ονομασίαν» της «Εκκλησίας» των Νεστοριανών. Τους αποκάλεσε αιρετικούς και τους απέκλεισε. Η γλώσσα της «αποδοχής» είναι γλώσσα συμβιβασμού, όχι γλώσσα της Αληθείας.
Βʹ. Ο συγγραφέας επιχειρεί να αντικρούσει την κατηγορία του νομιναλισμού ισχυριζόμενος ότι η Σύνοδος δεν πέφτει σε νομιναλισμό επειδή η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική υπόσταση. Αυτό το επιχείρημα είναι ευφυές, αλλά αυτοκαταστροφικό. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται» να ονομάζει κάποιους «Εκκλησία» χωρίς να τους αναγνωρίζει οντολογική υπόσταση, τότε τι σημαίνει ο όρος «Εκκλησία» όταν τον χρησιμοποιεί η ίδια η Σύνοδος για τον εαυτό της; Αν «Εκκλησία» μπορεί να είναι καθαρή ονομασία χωρίς οντολογική πραγματικότητα, τότε και η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να είναι απλώς «ιστορική ονομασία». Ο συγγραφέας παγιδεύεται σε έναν λογικό κύκλο: για να σώσει τη Σύνοδο από τον νομιναλισμό, υποστηρίζει ότι τα ονόματα δεν δηλώνουν πράγματα — αλλά αυτό ακριβώς είναι ο νομιναλισμός.
Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν γνωρίζει «ονομασία χωρίς ύπαρξη». Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, όχι ετικέτα. Όταν ο Χριστός είπε «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), δεν εννοούσε μια ονομασία που θα μπορούσε να αποδοθεί και σε άλλους. Η Εκκλησία είναι Μία, όχι επειδή έτσι την ονομάζουμε, αλλά επειδή είναι το Σώμα του Ενός Χριστού.
Γʹ. Ο συγγραφέας επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.
Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:
- Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
- Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.
Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.
Δʹ. Το κείμενο αφιερώνει μεγάλο μέρος στην ανάλυση της μεταβολής από «ιστορική ύπαρξις» (1986) σε «ιστορική ονομασία» (2016), παρουσιάζοντάς την ως ενίσχυση της ορθοδοξίας της διατυπώσεως. Αυτό είναι παραπλανητικό.
Η μεταβολή από «ύπαρξιν» σε «ονομασίαν» δεν είναι ενίσχυση, αλλά εξασθένηση — και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η «ύπαρξις», έστω και «ιστορική», υπονοεί κάτι πραγματικό. Η «ονομασία» είναι απλώς λέξη. Η Σύνοδος υποχώρησε από μια ήδη προβληματική διατύπωση σε μια ακόμη πιο ασαφή, για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Αυτό δεν είναι θεολογική πρόοδος, αλλά διπλωματική τακτική.
Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση. Αλλά αν δεν συνεπάγεται τίποτα οντολογικό, γιατί χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία»; Γιατί όχι «χριστιανικές ομάδες», «αιρετικές συναγωγές», «σχισματικά σώματα»; Η επιλογή του όρου «Εκκλησία» είναι ήδη θεολογική απόφαση, ό,τι και αν ισχυρίζεται ο συγγραφέας.
Εʹ. Το κείμενο αφιερώνει εκτενή ανάλυση στη σύγκριση του κειμένου της Κρήτης με το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας «Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων» (2000). Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει ότι το Πατριαρχείο Μόσχας είναι «χειρότερο» από τη Σύνοδο της Κρήτης, και άρα οι επικριτές της Συνόδου θα έπρεπε πρώτα να καταγγείλουν τη Μόσχα.
Αυτό το επιχείρημα είναι στρατηγικά αποπροσανατολιστικό:
Πρώτον, η κριτική στη Σύνοδο της Κρήτης δεν προϋποθέτει αποδοχή του Πατριαρχείου Μόσχας. Οι πιστοί Ορθόδοξοι καταγγέλλουν και τα δύο, όπου παρεκκλίνουν από την παράδοση. Το γεγονός ότι η Μόσχα αποδέχεται «χάριν εκτός Εκκλησίας» είναι εξίσου αιρετικό με ό,τι αποφάσισε η Κρήτη. Η σύγκριση «ποιος είναι χειρότερος» είναι ανόητη: και τα δύο είναι εκτός παραδόσεως.
Δεύτερον, ο συγγραφέας διαστρεβλώνει το κείμενο της Μόσχας. Το Πατριαρχείο Μόσχας, παρά τα προβλήματά του, διατηρεί τουλάχιστον τη διατύπωση ότι «η σωτηρία αποκτάται μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Η Σύνοδος της Κρήτης δεν τολμά καν αυτή τη σαφή διατύπωση. Αντίθετα, μιλά για «δυναμικήν μαρτυρίαν» και «διάλογον» χωρίς να οριοθετεί θεολογικά το πεδίο.
Τρίτον, ο συγγραφέας κατηγορεί τους επικριτές ότι «σιωπούν» έναντι της Μόσχας. Αυτό είναι ψευδές. Οι επικριτές της Συνόδου της Κρήτης (όπως ο π. Πέτρος Heers, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.λπ.) έχουν επανειλημμένα καταγγείλει και τις θέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας. Η επίκληση της Μόσχας είναι «red herring» — αποπροσανατολισμός από την ουσία.
ΣΤʹ. Το κείμενο αφιερώνει δυσανάλογο χώρο στην επίθεση κατά του π. Πέτρου Heers, κατηγορώντας τον για «διαστροφή» των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αυτή η τακτική είναι αδιάντροπη επίθεση.
Πρώτον, οι λόγοι του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως (2014) είναι δημόσια κείμενα. Ο καθένας μπορεί να τα διαβάσει. Ο Πατριάρχης μίλησε για «καταστάσεις και ομάδες ποικίλες» που «διεκδικούν αυθεντία και αλήθεια», και είπε ότι «αι κατά τόπους Εκκλησίαι οδηγήθησαν εις διάσπασιν». Αυτή η γλώσσα είναι ήδη προβληματική: αναγνωρίζει «Εκκλησίες» που «οδηγήθηκαν εις διάσπασιν», σαν η Μία Εκκλησία να διασπάστηκε σε πολλές. Αυτό είναι σχίσμα στην εκκλησιολογία, όχι απλώς ιστορική περιγραφή.
Δεύτερον, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο Πατριάρχης δεν μίλησε για «πολλαπλές μερικώς αληθινές Εκκλησίες». Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: ο Πατριάρχης μίλησε για «Εκκλησίες» στον πληθυντικό, για «κατά τόπους Εκκλησίες» που αποσχίστηκαν. Αν η Εκκλησία είναι Μία, πώς υπάρχουν «πολλές Εκκλησίες»; Αν η Αλήθεια είναι Μία, πώς «διεκδικούν» πολλές ομάδες την αλήθεια; Η γλώσσα του Πατριάρχη είναι γλώσσα πλουραλισμού, όχι γλώσσα της Μίας Αλήθειας.
Τρίτον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα συμπροσευχηθεί με αιρετικούς, έχει αναγνωρίσει «εκκλησιαστικά στοιχεία» σε μη Ορθοδόξους, και έχει προωθήσει την ιδέα της «διαιρεμένης Εκκλησίας». Αυτά δεν είναι «φαντασίες» του π. Heers, αλλά δημόσιες πράξεις και δηλώσεις.
Ζʹ. Το κείμενο επαναλαμβάνει ότι η Σύνοδος της Κρήτης δεν αναγνωρίζει «Intercommunio» και ότι η κοινωνία στη Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει κοινή πίστη. Αυτό ακούγεται ορθόδοξο, αλλά είναι αυτοαναιρούμενο. Αν η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει κοινωνία, γιατί αναγνωρίζει «Εκκλησίες»; Η Εκκλησία, κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται». Χωρίς μυστήρια, χωρίς κοινωνία, χωρίς Χριστό, τι είναι η «Εκκλησία»; Ένα κτίριο; Μια ΜΚΟ; Μια ιστορική μνήμη;
Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η Σύνοδος θέτει αυστηρά κριτήρια για μελλοντική αναγνώριση: μυστήρια, χάρις, ιερωσύνη, αποστολική διαδοχή. Αλλά αυτά τα κριτήρια είναι ήδη γνωστά — και οι ετερόδοξοι τα απορρίπτουν. Ο παπισμός αρνείται την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, ο προτεσταντισμός αρνείται την ιερωσύνη και τα μυστήρια. Τι ακριβώς «διαλόγου» χρειάζεται; Ο διάλογος με αιρετικούς δεν είναι θεολογική πράξη, αλλά πολιτική. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «διεξήγαγαν διαλόγους» με τους Αρειανούς για να «αποσαφηνίσουν» την Τριάδα. Τους καταδίκασαν.
Ηʹ. Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο του κειμένου είναι η αποδοχή της «Οικουμενικής Κινήσεως» ως αναπόφευκτου πλαισίου. Ο συγγραφέας μιλά για «την έναρξη της Οικουμενικής κινήσεως τον εικοστό αιώνα» σαν να πρόκειται για ιστορικό γεγονός που η Εκκλησία οφείλει να αποδεχθεί.
Η Οικουμενική Κίνηση δεν είναι εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά κοσμικό εγχείρημα. Γεννήθηκε από τον προτεσταντισμό, χρηματοδοτήθηκε από μασονικές στοές και πολιτικά κέντρα, και έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας «παγκόσμιας θρησκείας» χωρίς δόγματα. Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε αυτό το εγχείρημα είναι ήδη παρέκκλιση από την παράδοση.
Το κείμενο αναφέρεται με σεβασμό στα «κείμενα της Οικουμενικής Κινήσεως», στις «Προσυνοδικές Διασκέψεις», στα «εγκεκριμένα κείμενα». Αλλά ποιος ενέκρινε αυτά τα κείμενα; Ποιες Σύνοδοι; Ποιοι Άγιοι; Η Γʹ Προσυνοδική Διάσκεψη του 1986 δεν ήταν Σύνοδος, αλλά γραφειοκρατική συνάντηση. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν Οικουμενική Σύνοδος (δεν είχε κανονική σύγκληση, ούτε πλήρη συμμετοχή, ούτε ομοφωνία), και το κείμενο της δεν είναι δεσμευτικό για την Εκκλησία.
Θʹ. Το κείμενο καταλήγει με μια «έκκληση» προς το Πατριρχείο Μόσχας να αναγνωρίσει το κείμενο της Κρήτης «χωρίς περιστροφές και αστερίσκους», για να «διασωθεί το ήθος, η στοιχειώδης σοβαρότητα και εντιμότητα». Αυτή η γλώσσα είναι γλώσσα πολιτικής πίεσης, όχι θεολογικής αλήθειας.
Η Εκκλησία δεν «διασώζει το ήθος» συμβιβαζόμενη με τον κόσμο. Οι Άγιοι Μάρτυρες δεν «διαπραγματεύτηκαν» με τους ειδωλολάτρες για να διατηρήσουν την «εντιμότητα». Η Αλήθεια δεν χρειάζεται διπλωματία — χρειάζεται μάρτυρες.
πηγη.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ .
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου