Στο link https://katakomviki-ecclesia.blogspot.com/2026/07/1000_0625701760.html δημοσιεύτηκε ένα μικρό άρθρο με τίτλο: «Μόνοι τους παραδέχονται οτι είναι ψευδοαποτειχισμένοι. Περαιτέρω, καίτοι ακυρώνουν τα πιστεύω τους, καίτοι δικαιώνουν τους γοχ». Στις δημοσιευμένες στο άρθρο απόψεις του π.Θ.Ζ σημειώνουμε τα εξής:
Α. Από τη μία ο ο. π.Θ.Ζ λέει: «δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους», αλλά από την άλλη εύχεται «να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν» (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για «ίδρυση νέας εκκλησίας» (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την «υγιή μερίδα» της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά. Ωστόσο, στην πράξη, η διοικητική κατάληξη θα ήταν ακριβώς η ίδια: η δημιουργία μιας ξεχωριστής, μη κοινωνούσας συνόδου.
Β. Η περίπτωση του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης).
Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται. ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ; ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ή οι ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;
Γ. Πώς μπορεί να υφίσταται «Εκκλησία» χωρίς Επίσκοπο; Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία ο Επίσκοπος είναι η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας («όπου εμφανιστεί ο επίσκοπος, εκεί ας είναι και το πλήθος», Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Αν οι αποτειχισμένοι ιερείς δεν έχουν δικό τους επίσκοπο, για να χειροτονεί νέους ιερείς, η κίνησή τους είναι καταδικασμένη να σβήσει βιολογικά με τον θάνατο των σημερινών ιερέων. Συνεπώς, η θέση τους «είμαστε μέσα στην Εκκλησία, αλλά δεν κοινωνούμε με τους επισκόπους της» φαντάζει εκκλησιολογικά μετέωρη.
Δ. Η ΆΠΟΨΗ για το αν μια απλή διαμαρτυρία μπορεί να συγκινήσει ή να μεταστρέψει μια ιεραρχία που οι αποτειχισμένοι κατηγορούν για «οικουμενισμό, μασονία, σοδομισμό κ.λπ.» αγγίζει τα όρια του ρεαλισμού: Ιστορικά, καμία διοικούσα Εκκλησία δεν υποχώρησε ή δεν άλλαξε γραμμή, επειδή μια μικρή ομάδα ιερέων και λαϊκών σταμάτησε το μνημόσυνο. Αντίθετα, η επίσημη Εκκλησία συνήθως προχωρά σε καθαιρέσεις, περιθωριοποιώντας τους διαμαρτυρόμενους. Η αίρεση πρέπει να διαγνωστεί και να καταδικαστεί επίσημα από Σύνοδο.
Αν, κατά την οπτική των αποτειχισμένων, η ηγεσία της Εκκλησίας έχει εκπέσει τόσο βαθιά στην αίρεση και την ηθική απαξίωση, η ελπίδα ότι «θα μετανοήσουν, λόγω μιας διαμαρτυρίας», μοιάζει ουτοπική.
Η προσπάθεια του π. Θεοδώρου να ισορροπήσει στη μέση ("και αποτειχισμένοι, και χωρίς δικούς μας επισκόπους, και εντός της Εκκλησίας") στερείται πρακτικής βιωσιμότητας και ιστορικού προηγουμένου που να δικαιώνει την αποτελεσματικότητά της.
Ε. Μια αποτείχιση που παραμένει «μετέωρη» (χωρίς επίσκοπο) έχει ημερομηνία λήξης.
Από καθαρά πρακτική και δομική άποψη, η ένταξη στη Σύνοδο του Αρτεμίου (τη λεγόμενη «Διοίκηση εν Εξορία της Μητροπόλεως Ράσκας και Πριζρένης») θα ήταν η μόνη συνεπής διέξοδος για όποιον θέλει να παραμείνει αποτειχισμένος χωρίς να «επανέλθει» στο Πατριαρχείο, για τους εξής λόγους:
- Παρέχει επισκόπους για τη χειροτονία νέων ιερέων, εξασφαλίζοντας ότι τα μυστήρια θα συνεχιστούν και στις επόμενες γενιές.
- Τόσο οι Έλληνες αποτειχισμένοι όσο και οι Σέρβοι του Αρτεμίου ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία: την απόρριψη του Οικουμενισμού και των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης (2016).
- Δεν θα ήταν πλέον μεμονωμένες «νησίδες» ιερέων, αλλά μέλη μιας οργανωμένης εκκλησιαστικής δομής.
ΣΤ. Από την πλευρά των αποτειχισμένων η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Το σχίσμα το προκαλούν οι αιρετικοί επίσκοποι. Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες (όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης), όποιος κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» (δημόσια και επίσημα) θέτει τον εαυτό του εκτός Εκκλησίας, ακόμη κι αν διατηρεί τον θρόνο του. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου ρητά αναφέρει ότι όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο επισκόπου που κηρύττει δημόσια αίρεση προ της συνοδικής διαγνώσεως:
«όχι μόνο δεν υποβάλλονται στην κανονική ποινή... αλλά είναι άξιοι της τιμής που ταιριάζει στους Ορθοδόξους, διότι δεν κατέκριναν επίσκοπο, αλλά ψευδοεπίσκοπο και ψευδοδιδάσκαλο, και δεν διέσπασαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά πρόλαβαν να λυτρώσουν την Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις».
Οι επίσκοποι που αποδέχονται τον Οικουμενισμό, συμπροσεύχονται με αιρετικούς ή υπέγραψαν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης (2016) έχουν εκπέσει της πίστεως. Συνεπώς, αυτοί είναι που έκοψαν τον εαυτό τους από το Σώμα του Χριστού, άσχετα, αν κρατούν τα διοικητικά ηνία και τα κτίρια. Ο πιστός λαός και οι κληρικοί που αποτειχίζονται, απλώς, περιφρουρούν την Ορθοδοξία.
Ζ. Αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με όρους απόλυτης θεολογικής και πρακτικής συνέπειας, γίνεται σαφές ότι η μόνη ρεαλιστική και έντιμη διέξοδος για τους αποτειχισμένους είναι η πλήρης ένταξή τους στη Σύνοδο του Αρτεμίου και των διαδόχων του. Κάθε άλλη ενδιάμεση λύση αποτελεί απλώς μια παράταση της εκκλησιολογικής τους εκκρεμότητας. Αυτή η επιλογή της ένταξης, παρά το αναμφίβολα τεράστιο προσωπικό και κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται, προσφέρει τρία καθοριστικά πλεονεκτήματα που θεμελιώνουν τη βιωσιμότητα του αγώνα τους.
1. Εκκλησιολογική Πληρότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει ως ένα «ακέφαλο» σώμα πιστών και ιερέων, καθώς η παρουσία του Επισκόπου είναι οργανικό και αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής. Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο.
2. Η επιλογή αυτή βάζει τέλος στην εσωτερική αντίφαση που ταλανίζει την ελλαδική αποτείχιση. Αν κάποιος πιστεύει και κηρύττει πραγματικά ότι οι επίσκοποι της κρατούσας Εκκλησίας είναι «ψευδοεπίσκοποι» λόγω της αποδοχής του Οικουμενισμού, τότε οφείλει, με την ίδια ακριβώς λογική, να θεωρεί άκυρες, ανυπόστατες και στερημένες θείας χάριτος τις καθαιρέσεις που αυτοί επιβάλλουν. Η άρνηση κοινωνίας με τον Αρτέμιο, λόγω των «επίσημων» κυρώσεων εναντίον του, αποτελεί κραυγαλέα ασυνέπεια. Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια.
3. Αντί για μια άμορφη, απομονωμένη και γεωγραφικά διεσπαρμένη ομάδα ιερέων που μοιραία θα διολισθήσει στην ιδιώτευση, στην απογοήτευση ή, τελικά, στη σιωπηρή συνθηκολόγηση και την επιστροφή, η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές.
Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη.
π.Δ.Α
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου