(ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)
Το πλήρες κείμενο του εγγράφου «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου» (Relations of the Orthodox Church with the Rest of
the Christian World) είναι
διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου:
holycouncil.org/rest-of-christian-world
|
6. Κατά την
οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή.
Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη
ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών
και Ομολογιών, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να
στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας
αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας
παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής
διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη τόσον δια θεολογικούς,
όσον και δια ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον μετά των λοιπών
χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την συμμετοχήν
γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη
πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της
εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής,
με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την
ενότητα |
Σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Οικουμενιστική
θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα "Ιστορική ονομασία των
Εκκλησιών"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_08.html
γράψαμε τα εξής: Ο συγγραφέας (επίσκοπος Κύριλλος Κατερέλλος) επικαλείται
πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ
Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η
επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.
Πρώτον,
η χρήση του
όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες
της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν
εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο
παραμέτρους που σήμερα έχουν
καταρρεύσει:
- Η
«Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία
με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι
παρούσα πραγματικότητα.
- Οι
Πατέρες της Βʹ
Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.
Δεύτερον,
ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική
Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού
(Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη
Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της
Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου,
σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Τρίτον,
ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε
τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό
και τις χιλιάδες
σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο
Μάρκο τον Ευγενικό για να
δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών»
είναι ιεροσυλία.
Στη συνέχεια θα επεκτείνουμε την κριτική της
παραγράφου 6 σε σχέση με άλλες παραγράφους του ίδιου κειμένου (που ο επίσκοπος
αποκρύπτει επιμελώς να παρουσιάσει) ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ
ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ,
προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει «ΙΣΤΟΡΙΚΗ
ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ».
Οι αποφάσεις του Π.Σ.Ε. που αποδέχθηκε η
Σύνοδος
1. Η Δήλωση του Τορόντο (1950)
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 19): «Αι Ορθόδοξοι
Εκκλησίαι, αι όντες μέλη του Π.Σ.Ε., θεωρούν ως απαράβατον όρον της
συμμετοχής αυτών εις το Π.Σ.Ε. τον θεμελιώδη όρον του Συντάγματος αυτού, καθ'
ον μέλη αυτού δύνανται να είναι μόνον οι πιστεύοντες εις τον Κύριον Ιησούν
Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα κατά τας Γραφάς, και ομολογούντες την Τριάδα,
Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, κατά το Σύμβολον της
Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Είναι βαθεία αυτών πεποίθησις ότι αι
εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), τιτλοφορουμένης
"Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών",
είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον συμμετοχήν εις το Συμβούλιον.» |
Τι διδάσκει η Δήλωση του Τορόντο:
- Αναγνωρίζει
ως «Εκκλησίας» τα μέλη του Π.Σ.Ε. (περισσότερα από 345 ομολογίες, εκ των
οποίων οι περισσότρες προτεσταντικές).
- Διδάσκει
την θεωρία των «ατελών Εκκλησιών» ,
καθ' ην έκαστον μέλος του Π.Σ.Ε. «έχει στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».
- Διδάσκει
την έννοιαν της «ενότητος εν ποικιλία» , ήτις αρνείται την δογματικήν
ενότητα.
- Διακρίνει
μεταξύ «Εκκλησίας» (της Ορθοδόξου Εκκλησίας) και «Εκκλησιών» (των
αιρετικών), αφαιρούσα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
- Ομολογεί
ότι «οι εκκλησίαι αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της
εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της
ίδιας του της εκκλησίας» (§ 2) — δηλαδή υπάρχει «Εκκλησία του Χριστού»
υπέρ τας εκκλησίας-μέλη του Π.Σ.Ε.!
- Αναγνωρίζει
«εκκλησιαστικήν υπόστασιν» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
- Αποδέχεται
το βάπτισμα των αιρετικών ως έγκυρο.
Η κριτική:
Η Σύνοδος αποδέχεται τη Δήλωση του Τορόντο ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Τι λέει
αυτή η Δήλωση; Ότι το Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών) δεν είναι μια
«υπερ-Εκκλησία», αλλά και ότι καμία Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάξει
τη δική της εκκλησιολογία (τη διδασκαλία της για την Εκκλησία).
Όμως, η ίδια Δήλωση αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» όλα
τα μέλη του Π.Σ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των προτεσταντικών ομολογιών που
δεν έχουν ιεροσύνη, δεν έχουν μυστήρια και δεν έχουν αποστολική διαδοχή.
Η Σύνοδος της Κρήτης, με το να αποδεχτεί αυτή τη
Δήλωση, έβαλε και επίσημα την «εκκλησιολογία των ατελών Εκκλησιών» μέσα στη
διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
2. Το Κείμενον Λίμα (BEM – Baptism, Eucharist and Ministry, 1982)
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 21): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία επιθυμεί να στηρίξη το έργον της Επιτροπής "Πίστις και
Τάξις" και παρακολουθεί με ιδιαιτέραν προσοχήν την θεολογικήν αυτής
συμβολήν μέχρι σήμερον. Εκτιμά θετικώς τα υπ' αυτής εκδοθέντα θεολογικά
κείμενα, τα οποία επεξεργάσθησαν με την σημαντικήν συμμετοχήν Ορθοδόξων
θεολόγων και αποτελούν επαινετόν βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την
προσέγγισιν των Εκκλησιών. Παρ' όλα ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί
επιφυλάξεις επί κεφαλαιωδών ζητημάτων της πίστεως και της τάξεως, διότι αι μη
Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι απεκλίνησαν από την αληθινήν πίστιν της
Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.» |
Τι διδάσκει το Κείμενον Λίμα (BEM):
α) Περί Βαπτίσματος (§ 6, 13, 15):
- «Το
κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει,
αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος... Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την
ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής
εργασίας» (§ 6).
- «Το
βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να
αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως
"επαναβαπτισμός"... αι Εκκλησίαι... θα απέχουν πάσης πρακτικής η
οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων
Εκκλησιών» (§ 13).
- «Αι
Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το
βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού... Η
αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον
και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ.
Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν
κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (§ 15).
β) Περί Ευχαριστίας (§ 19, 21):
- «Εάν
μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας
Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ' αυτών και εις τους λειτουργούς των το
δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν ή να προΐστανται αυτής, η
καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (§ 19).
- «Έχομεν
τεθή υπό συνεχή κρίσιν... ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις
αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (§ 21).
γ) Περί Ιερωσύνης (§ 53, 54):
- «Διά
να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι
διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι
Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να
αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης,
το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην»
(§ 53).
- «Ορισμέναι
Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας.
Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ό,τι αφορά εις την αμοιβαίαν
αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα
πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (§ 54).
Η κριτική: Εδώ
η Σύνοδος αποδέχεται θετικά το Κείμενο της Λίμα (BEM – Βάπτισμα, Ευχαριστία και
Ιεροσύνη, 1982), το οποίο:
- Διδάσκει
την αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και
αιρετικούς.
- Προωθεί
την κοινή Θεία Κοινωνία (Ευχαριστία) ανάμεσα σε διάφορες «Εκκλησίες».
- Καταδικάζει
την «ομολογιακή εμμονή» (την επιμονή δηλαδή στην ορθόδοξη ομολογία πίστης)
ως εμπόδιο για την ενότητα.
- Αναγνωρίζει
«αποστολικό περιεχόμενο» στην ιεροσύνη αιρετικών που δεν έχουν αποστολική
διαδοχή.
- Θεωρεί
τη χειροτονία γυναικών ως ένα ζήτημα που δεν αποτελεί «εμπόδιο
αποφασιστικού χαρακτήρα».
Η φράση «επαινετό βήμα στην Οικουμενική Κίνηση»
σημαίνει ότι η Σύνοδος θεωρεί το κείμενο BEM ως θετική εξέλιξη και όχι ως
αίρεση. Οι «επιφυλάξεις» που επικαλείται είναι χωρίς ουσία, επειδή στην
πραγματικότητα η αποδοχή είναι πλήρης.
3. Η Συνταγματική Βάσις του Π.Σ.Ε.
|
«Έν των
κυριωτέρων σωμάτων εν τη ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως είναι το
Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Ορισμέναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ήσαν
μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Συμβουλίου και ύστερον, πάσαι αι τοπικαί
Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη. Το Π.Σ.Ε. είναι διαρθρωμένον
διαχριστιανικόν σώμα, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει πάσας τας μη
Ορθοδόξους χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας.» |
Η απόφαση της Συνόδου (§ 16):
Η κριτική:
Η Σύνοδος αναγνωρίζει το Π.Σ.Ε. ως «διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα» και
αποδέχεται την συμμετοχή Ορθοδόξων Εκκλησιών σε αυτό. Η φράσις «πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι
Εκκλησίαι εγένοντο μέλη» αποτελεί δικαιολόγηση της συμμετοχής, άνευ ελέγχου των θεολογικών
προϋποθέσεων. Η αποχώρηση των Εκκλησιών Γεωργίας (1997) και Βουλγαρίας (1998)
αναφέρεται ως «ιδία γνώμη» αυτών, ενώ αύτη εκφράζει την ορθόδοξη συνείδηση.
4. Η Εκκλησιολογία της «Ενότητος εν
Ποικιλία»
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 4): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία, ήτις αδιαλείπτως προσεύχεται "υπέρ της ενώσεως πάντων",
αεί καλλιέργησε τον διάλογον μετά των απ' αυτής αλλοτριωθέντων, των μακράν
και εγγύς. Εν ιδιαιτέρα, έπαιξε πρωταγωνιστικόν ρόλον εις την σύγχρονον
αναζήτησιν οδών και μέσων διά την αποκατάστασιν της ενότητος των πιστευόντων
εις τον Χριστόν, και συμμετείχεν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν εξ αρχής, και
συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν και περαιτέρω ανάπτυξιν αυτής.» |
Η κριτική:
Η Σύνοδος αποδέχεται την Οικουμενική Κίνηση ως θετική εξέλιξη και δικαιολογεί
τη συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτήν. Η φράση «συνέβαλε στη διαμόρφωση και την
παραπέρα ανάπτυξή της» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαμόρφωσε και προώθησε
τον Οικουμενισμό, και όχι ότι απλώς συμμετέχει σε αυτόν.
5. Η Αμοιβαία Αναγνώριση
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 20): «Αι προοπτικαί
διεξαγωγής θεολογικών διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λοιπού
χριστιανικού κόσμου καθορίζονται αεί επί της βάσεως των κανονικών αρχών της
Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη καθιερωμένης
Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κανών 7ος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανών
95ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).» |
Η κριτική:
Παρά την επίκληση των Κανόνων, η Σύνοδος δεν τους εφαρμόζει. Ο 7ος Κανόνας της
Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης ορίζουν ότι τα μυστήρια των
αιρετικών είναι άκυρα και ότι όσοι προσέρχονται στην Ορθοδοξία πρέπει να
αναβαπτίζονται. Η Σύνοδος, αντίθετα, διδάσκει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση»,
πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει το ζήτημα ανοιχτό.
6. Η Εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για
την Ορθόδοξην Συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 17): «Η Ορθόδοξος
Εκκλησία επιχαίρει διότι εγκρίθη η εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την
Ορθόδοξην συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.» |
Τι προέβλεπεν η Εισήγησις:
- Ομολογιακή
κοινή προσευχή
- Διομολογιακή κοινή προσευχή
Η κριτική: Αυτές οι πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες προς την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την κανονική τάξη (45ος Κανόνας των Αποστόλων, 10ος Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, 32ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας). Η Σύνοδος «χαίρεται» για την έγκριση προτάσεων οι οποίες καταργούν τους ιερούς Κανόνες.
7. Η αποδοχή των κειμενων της επιτροπής «ΠΙΣΤΙΣ
ΚΑΙ ΤΑΞΙΣ»
|
Η απόφαση της
Συνόδου: Η
Σύνοδος δεν την καταδίκασεν, αλλά απεδέχθη την γενικήν «θεολογικήν προσφοράν»
της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (§ 21). |
Η Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» είναι ο θεολογικός
βραχίονας του ΠΣΕ. Στόχος της είναι η αναζήτηση της δογματικής ενότητας μεταξύ
των χριστιανικών ομολογιών. Οι Ορθόδοξοι συμμετέχουν ενεργά σε αυτήν από την
ίδρυσή της, προσπαθώντας να καταθέσουν την ορθόδοξη μαρτυρία.
Η Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order)
του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών έχει εκδώσει δεκάδες κείμενα (γνωστά στη
θεολογική βιβλιογραφία ως Faith and Order Papers).
Ωστόσο, στην ιστορία του θεολογικού διαλόγου,
υπάρχουν τέσσερα (4) κείμενα-σταθμοί που θεωρούνται τα πιο σημαντικά,
καθώς καθόρισαν την πορεία της Οικουμενικής Κίνησης και αποτέλεσαν το
αντικείμενο της κριτικής και των συζητήσεων στις Ορθόδοξες Εκκλησίες:
1. Το Κείμενο του Λίμα (1982) –
"Βάπτισμα, Ευχαριστία, Λειτούργημα" (BEM)
- Τίτλος: Baptism, Eucharist and Ministry (BEM).
- Τι
είναι: Το πιο διάσημο, πολυδιαβασμένο και
επιδραστικό κείμενο της Επιτροπής. Χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια
θεολογικών συζητήσεων για να ολοκληρωθεί.
- Περιεχόμενο:
Προσπαθεί να βρει συγκλίσεις στα τρία βασικά μυστήρια που χωρίζουν τις
Εκκλησίες:
- Βάπτισμα:
Προτείνει την αμοιβαία αναγνώριση του βαπτίσματος (βαπτισματική
θεολογία).
- Ευχαριστία:
Αναλύει τη Θεία Κοινωνία ως αναμνηστική θυσία, επίκληση του Αγίου
Πνεύματος και σημείο ενότητας.
- Λειτούργημα
(Ιεροσύνη): Προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα
μεταξύ της τριμερούς ιεροσύνης (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) που
έχουν οι Ορθόδοξοι/Καθολικοί και των δομών των Προτεσταντών.
2. "Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό
όραμα" (2013)
- Τίτλος: The Church: Towards a Common Vision.
- Τι
είναι: Το δεύτερο μεγάλο κείμενο
«σύγκλισης» (convergence text) στην ιστορία της Επιτροπής μετά το Λίμα.
- Περιεχόμενο:
Είναι ένα καθαρά εκκλησιολογικό κείμενο. Προσπαθεί να απαντήσει στο
ερώτημα: «Τι είναι η Εκκλησία και ποια είναι η αποστολή της στον
κόσμο;». Εξετάζει τη φύση της Εκκλησίας ως "Κοινωνίας"
(Communion), την αυθεντία, το Συνοδικό σύστημα και τη σχέση τοπικής και
παγκόσμιας Εκκλησίας. Αυτό είναι το κείμενο που βρίσκεται πιο κοντά στη
«συμπεριληπτική» εκκλησιολογία που αναφέρατε, καθώς αναζητά τρόπους ώστε
οι Εκκλησίες να αναγνωρίσουν η μία στην άλλη στοιχεία της αληθινής
Εκκλησίας.
3. "Εξομολογούμενοι την Κοινή
Πίστη" (1991)
- Τίτλος: Confessing the One Faith.
- Τι
είναι: Μια εκτενής θεολογική μελέτη και
επεξήγηση του Συμβόλου της Πίστεως (Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως).
- Περιεχόμενο:
Στόχος του κειμένου ήταν να αναλύσει την κοινή πίστη των πρώτων
χριστιανικών αιώνων, όπως αυτή διατυπώθηκε στο «Πιστεύω», και να δει αν οι
σημερινές διαιρεμένες Εκκλησίες μπορούν να αναγνωρίσουν η μία στην άλλη
αυτή την ίδια αρχαία πίστη, παρά τις ιστορικές τους διαφοροποιήσεις (π.χ.
το ζήτημα του Filioque).
4. "Η Εκκλησία του Ιησού
Χριστού" ή "Κείμενο του Τορόντο" (1950 / Σπουδαίο υπόβαθρο)
- Τίτλος: The Church, the Churches and the World Council of Churches
(Toronto Declaration).
- Τι
είναι: Αν και τεχνικά είναι δήλωση της
Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ (με τεράστια συμβολή της Πίστεως και Τάξεως),
είναι το καταστατικό κείμενο που επέτρεψε στους Ορθοδόξους να
συμμετέχουν.
- Περιεχόμενο:
Ξεκαθαρίζει ρητά ότι η συμμετοχή στο ΠΣΕ δεν σημαίνει ότι μια
Εκκλησία σχετικοποιεί την εκκλησιολογία της, ούτε αναγκάζεται να
αναγνωρίσει τις άλλες ομολογίες ως "Εκκλησίες" με την πλήρη
έννοια του όρου.
Άλλες Σημαντικές Θεματικές Μελέτες της
Επιτροπής:
Πέρα από τα μεγάλα κείμενα, η Επιτροπή εργάζεται
πάνω σε συγκεκριμένα προγράμματα, βγάζοντας ενδιάμεσα κείμενα μελέτης :
- Γραφή,
Παράδοση και παραδόσεις ( 1963): Ένα εξαιρετικά
σημαντικό κείμενο από τη Διάσκεψη του Μόντρεαλ, που προσπάθησε να
ξεπεράσει τη διαμάχη μεταξύ του Προτεσταντικού "Sola Scriptura"
(Μόνο η Αγία Γραφή) και της Ορθόδοξης/Καθολικής Ιεράς Παραδόσεως.
- Ηθικό
Διάκριση στις Εκκλησίες : Πιο πρόσφατο
πεδίο μελέτης που εξετάζει γιατί οι Εκκλησίες, ενώ συμφωνούν συχνά στη
θεολογία, διαφωνούν ριζικά σε σύγχρονα ηθικά, κοινωνικά και βιοηθικά
ζητήματα.
Όταν η Σύνοδος της Κρήτης το 2016 αναφέρθηκε στη
γενική «θεολογική προσφορά» της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις», είχε κατά
νου όλη αυτή την τεράστια παραγωγή κειμένων, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια,
αλλά διατηρώντας τις ορθόδοξες επιφυλάξεις για τα σημεία όπου οι διατυπώσεις
γίνονται υπερβολικά "συμπεριληπτικές" ή προτεσταντικές.
Τα κείμενα της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (όπως το
περίφημο κείμενο του Λίμα για το Βάπτισμα, την Ευχαριστία και το Υπουργικό
Λειτούργημα) τείνουν συχνά να υιοθετούν μια «συμπεριληπτική» εκκλησιολογία.
Αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει εκκλησιαστικότητα ή μια αόρατη ενότητα σε όλες
τις διαιρεμένες ομολογίες.
Η παράγραφος
21 της Συνόδου της Κρήτης, παρόλο που μιλά μόνο για «θεολογική προσφορά», νομιμοποίησε
πλαγίως μια αλλοίωση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η Σύνοδος, αντί να καταδικάσει τις πλάνες του
δυτικού χριστιανισμού, προτίμησε τη διπλωματική ασάφεια για να κρατήσει τις
ισορροπίες με το Φανάρι και το ΠΣΕ, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δογματική
σχετικοποίηση.
8. Η Εκκλησιολογία του Π.Σ.Ε. ως όλον
|
Η απόφαση της
Συνόδου (§ 16-18): Η Σύνοδος απεδέχθη την βασικήν προϋπόθεσιν του Π.Σ.Ε., ότι
δηλαδή υπάρχουν πολλαί «Εκκλησίαι» εντός της μιάς «Εκκλησίας του Χριστού»,
και ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μία εξ αυτών, ουχί η μόνη και πλήρης
Εκκλησία. |
Η Σύνοδος της
Κρήτης, με τον τρόπο που διατύπωσε το κείμενο, εισήγαγε μια νέα θεωρία, ξένη
προς την Ορθοδοξία: τη θεωρία ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι διαιρεμένη σε
«τέλεια» και «ατελή» τμήματα.
- Τι
λέει αυτή η (προτεσταντικής προέλευσης) θεωρία:
Ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι μία μεγάλη, νοητή «ομπρέλα». Κάτω από
αυτή την ομπρέλα, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την πλήρη και τέλεια αλήθεια
(είναι η «τέλεια» Εκκλησία), αλλά και οι υπόλοιποι χριστιανοί
(Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες) κατέχουν ένα μέρος της αλήθειας, οπότε
είναι «ατελείς» ή «ελλιπείς» Εκκλησίες.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν
δέχεται βαθμούς «ελλιπούς» ή «ατελούς» Εκκλησίας. Για τους πατέρες της
Εκκλησίας, η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, και το Σώμα του Χριστού δεν
μπορεί να είναι κομματιασμένο, ούτε ατελές.
Ή είσαι μέσα στην Εκκλησία (επειδή έχεις την ορθή
πίστη και τα μυστήρια) ή είσαι εκτός Εκκλησίας (λόγω αίρεσης ή σχίσματος). Δεν
υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση «ατελούς Εκκλησίας». Αν αποδεχτούμε ότι υπάρχουν
«ατελείς Εκκλησίες», τότε παραδεχόμαστε ότι η Μία Εκκλησία έχει διασπαστεί,
πράγμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύμβολο της Πίστεως.
2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «μέλος» του
Π.Σ.Ε. δίπλα σε 300+ Προτεσταντικές Ομολογίες
Το Π.Σ.Ε. αποτελείται από περισσότερες από 300
χριστιανικές ομάδες, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι προτεσταντικές
ομολογίες (πολλές από τις οποίες έχουν τεράστιες δογματικές διαφορές μεταξύ
τους, χειροτονούν γυναίκες ή έχουν πολύ φιλελεύθερες θεολογικές απόψεις). Η Σύνοδος της Κρήτης, επικυρώνοντας τη συμμετοχή
της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε., αποδέχεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι απλώς ένα
από τα πολλά μέλη (αριθμητικά και θεσμικά) αυτής της ένωσης. Μέσα στο
Π.Σ.Ε., όλα τα μέλη θεωρούνται «ίσα». Αυτή η «ισοτιμία» παγιδεύει την Ορθοδοξία: Αν
η Ορθοδοξία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (η μοναδική
αληθινή), δεν μπορεί να κάθεται στο ίδιο τραπέζι ως «ίσο μέλος» με εκατοντάδες
ανθρώπινα χριστιανικά δημιουργήματα (τις προτεσταντικές ομολογίες) που
δημιουργήθηκαν τους τελευταίους αιώνες. Με το να συμμετέχει ως «ίσο κομμάτι» σε
ένα παζλ εκατοντάδων ομολογιών, η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει την εντύπωση στον
κόσμο ότι αποδέχεται τον χριστιανικό κατακερματισμό ως κάτι φυσιολογικό και ότι
ψάχνει και η ίδια να βρει την αλήθεια μαζί με τους υπόλοιπους, αντί να τους
καλεί να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία.
Η εκκλησιολογική κριτική της παραγράφου
6
Α.Η παράγραφος ξεκινά με μια ανακριβή και
παραπλανητική διατύπωση: «Κατά την οντολογική φύση της Εκκλησίας, η ενότητά της
είναι αδύνατον να διαταραχθεί». Εδώ η Σύνοδος επιχειρεί να κρύψει την ουσία της
εκκλησιολογικής αποστασίας πίσω από μια αληθινή, αλλά ανεφάρμοστη γενικότητα.
Ναι, η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδύνατον να διαταραχθεί — αλλά αυτή η
ενότητα είναι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι μια φανταστική «ενότητα»
που θα περιλαμβάνει τους αιρετικούς! Η Σύνοδος, με το ευφυολόγημα αυτό, ετοιμάζει
το έδαφος για να δεχθεί ως «Εκκλησίες» τους αιρετικούς, χωρίς να τολμήσει να το
πει ξεκάθαρα.
Β. Η ιστορική ονομασία ισούται με
ιστορική Εκκλησία;
Η κρισιμότατη φράση αναφέρει: «η Ορθόδοξος Εκκλησία
αποδέχεται την ιστορική ονομασία των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ' αυτής
άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Αυτό είναι το κεντρικό
δόγμα της νέας αίρεσης του Οικουμενισμού. Η Σύνοδος δεν λέει «αιρέσεις», δεν
λέει «σχίσματα», δεν λέει «αποστασίες» — λέει «Εκκλησίες»! Και όχι μόνο
«Εκκλησίες», αλλά και «Ομολογίες»! Δηλαδή, η Σύνοδος αναγνωρίζει εκκλησιαστική
υπόσταση σε οντότητες οι οποίες: δεν έχουν ορθόδοξη πίστη, δεν έχουν έγκυρα μυστήρια
(κατά την πατερική παράδοση), δεν έχουν αποστολική διαδοχή και βρίσκονται εκτός
της κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η δικαιολογία «ιστορική ονομασία» είναι γελοία. Κατά
την ιστορική ονομασία, οι Νεστοριανοί λέγονται «Εκκλησία», οι Μονοφυσίτες
λέγονται «Εκκλησία», οι Παπικοί λέγονται «Εκκλησία», οι Προτεστάντες λέγονται
«Εκκλησίες». Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι Εκκλησίες! Οι Πατέρες των
Οικουμενικών Συνόδων δεν αποδέχθηκαν ποτέ την «ιστορική ονομασία» ως κριτήριο
εκκλησιολογικής ταυτότητας. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας δεν αποδέχθηκε τους
Νεστοριανούς ως «Εκκλησία» επειδή «ιστορικώς» ονομάζονταν έτσι. Ο Άγιος Μάρκος ο
Ευγενικός δεν αποδέχθηκε τους Λατίνους ως «Εκκλησία» επειδή «ιστορικώς»
υπήρχαν.
Η Σύνοδος της Κρήτης, με αυτή τη φράση, αθετεί την
εκκλησιολογία των Αγίων Πατέρων και υιοθετεί την παπική «εκκλησιολογία των
στοιχείων», η οποία ύστερα εξελίχθηκε στην παπική «εκκλησιολογία της υπόστασης»
της Βατικανής Β' Συνόδου.
Γ. Η Σύνοδος ζητά
«ταχύτερη και αντικειμενικότερη αποσαφήνιση» του «όλου εκκλησιολογικού θέματος»
και «ιδιαιτέρως της γενικότερης παρ' αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων,
χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής». Αυτό είναι το κλειδί της
προδοσίας. Η Σύνοδος δεν λέει «οι αιρέσεις δεν έχουν μυστήρια, δεν έχουν χάρη,
δεν έχουν ιερωσύνη, δεν έχουν αποστολική διαδοχή». Αντιθέτως, λέγει ότι
χρειάζεται «αποσαφήνιση»! Δηλαδή, το ζήτημα είναι «ανοιχτό»! Αλλά το ζήτημα δεν
είναι «ανοιχτό» — είναι κλεισμένο από τους αιώνες! Οι Πατέρες το έκλεισαν:
- Οι
Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων (π.χ. ο 7ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής
και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης) ορίζουν την ακυρότητα των μυστηρίων των
αιρετικών.
- Οι
Άγιοι Πατέρες (Γρηγόριος ο Θεολόγος, Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο
Χρυσόστομος, Μάρκος ο Ευγενικός, Γρηγόριος Παλαμάς) διακήρυξαν ότι εκτός
της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει χάρη, δεν
υπάρχει σωτηρία.
- Οι
Τοπικές Σύνοδοι (Κωνσταντινουπόλεως 1484, Ιεροσολύμων 1672,
Κωνσταντινουπόλεως 1755 — Εγκύκλιος προς τους εν Ουκρανία) ανανέωσαν την
καταδίκη των αιρετικών και την ακυρότητα των μυστηρίων τους.
Η Σύνοδος της Κρήτης, λοιπόν, ανοίγει πύλη προς τη
«βαπτισματική θεολογία», σύμφωνα με την οποία οι αιρετικοί «έχουν βάπτισμα»
(ακόμα κι αν είναι εκτός Εκκλησίας!) και κατ' επέκταση «στοιχεία» της
Εκκλησίας. Αυτή η θεωρία είναι ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση και αποτελεί τη
βάση του Οικουμενισμού.
Δ. Η Σύνοδος δηλώνει ότι η
Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «εύνους και θετικώς διατεθειμένη» προς θεολογικό
διάλογο και προς τη συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση, «εν τη πεποιθήσει ότι
διά του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας».
Αυτό είναι ψεύδος και απάτη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται τον
«οικουμενικό διάλογο» για να δώσει «μαρτυρία». Η μαρτυρία της είναι η Ορθόδοξη
πίστη, η οποία δίνεται με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, με την ομολογία της
αλήθειας, με την ασκητική ζωή, με το μαρτύριο αίματος — όχι με τη συζήτηση σε
συνέδρια με τους αιρετικούς! Οι Άγιοι Απόστολοι δεν συμμετείχαν στην
«Οικουμενική Κίνηση» των Σαδδουκαίων και Φαρισαίων. Οι Άγιοι Πατέρες δεν
συνδιαλέχθηκαν με τους Αρειανούς «για να δώσουν μαρτυρία» — τους αναθεμάτισαν!
Η Σύνοδος χρησιμοποιεί τη «μαρτυρία» ως πρόσχημα για
να δικαιολογήσει τη συγκατάβαση προς τον Οικουμενισμό. Αλλά η αληθινή μαρτυρία
είναι η ομολογία της αλήθειας, όχι η συμβίωση με το ψεύδος.
Ε. Η Σύνοδος μιλά για
«προλείανση της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». Ποια «ενότητα»; Η
Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ήδη ενωμένη — είναι η μία, αγία, καθολική και
αποστολική Εκκλησία. Η «ενότητα» την οποία επιδιώκει η Σύνοδος δεν είναι η
ενότητα της αλήθειας, αλλά η ενότητα της σύγχυσης, η ενότητα της αποστασίας, η
ενότητα που οδηγεί στην Πανθρησκεία.
Η Σύνοδος της Κρήτης, μαζί με τη Δήλωση του Τορόντο
(1950), αποτελεί το θεολογικό υπόβαθρο για όσα ακολούθησαν: την αναγνώρισιν της
αυτοκεφαλίας των Ουκρανικών σχισματικών (2018-2019), τη συμπροσευχή με
αιρετικούς, τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας σε ετεροδόξους και τη συμμετοχή σε
διαθρησκειακά συνέδρια.
ΣΤ.Η παράγραφος 6, όπως και όλο το έγγραφο «Οι
Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου», αποτελεί
θεολογική αποστασία από την εκκλησιολογία των Αγίων Πατέρων, κανονική παραβίαση
των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, εισαγωγή ξένης θεολογίας (βαπτισματική
θεωρία, εκκλησιολογία των «ατελών Εκκλησιών») και προετοιμασία του εδάφους για
την πραγματοποίηση της Πανθρησκείας.
Είναι η καρδιά της νέας αίρεσης: η αναγνώριση των
αιρετικών ως «Εκκλησιών» και η προετοιμασία για την αποδοχή των μυστηρίων τους.
Αυτό είναι το «νέο δόγμα» του Οικουμενισμού, το οποίο η Σύνοδος της Κρήτης
ένταξε στην επίσημη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας .
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ΜΙΑ, ΑΓΙΑ ,ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ. Εκτός Αυτής δεν υπάρχει Εκκλησία, δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει
σωτηρία. Η Σύνοδος της Κρήτης, με την παράγραφο 6, αρνείται αυτή την αλήθεια
και ανοίγει την πύλη της αποστασίας.
Πηγή.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΚΕΙ)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου