Η επιστροφή των Ανατολικών στην
Κωνσταντινούπολη. Τα αποφασισθέντα στην τελευταία σύνοδο και όσα συνέβησαν
μέχρι την κοίμηση του εν αγίοις Πατρός ημών Μάρκου, Αρχιεπισκόπου Εφέσου του
Ευγενικού.
Όταν έγιναν αυτά, ο αυτοκράτορας Ιωάννης ζήτησε από
τον Πάπα το σιτηρέσιο (επίδομα συντήρησης) που οφειλόταν στους Έλληνες από
πέντε μηνών, μάταια όμως, διότι αυτό δινόταν με δυσκολία σε όσους αναχωρούσαν
από εκεί, και μάλιστα την ίδια μέρα της αναχώρησής τους: «έτσι ώστε και οι
υπηρέτες των Αρχιερέων που έφευγαν», λέει ο Συρόπουλος, «οι περισσότεροι
κρατώντας τα άλογα από το χαλινάρι, έπαιρναν το σιτηρέσιο των κυρίων τους και
αμέσως, ανεβαίνοντας στα άλογα, έφευγαν καλπάζοντας».
Τέλος, αναχώρησε από τη Φλωρεντία και ο αυτοκράτορας
μαζί με τους εναπομείναντες Έλληνες και έφτασε στη Βενετία στις 6 Σεπτεμβρίου
του έτους 1439, έχοντας μαζί του και τον ιερό Μάρκο Εφέσου, τον οποίο, αφού
κράτησε κοντά του για να τον προφυλάξει από ενδεχόμενη λατινική επιβουλή, τον
έσωσε στη Βενετία. Στη συνέχεια, αφού τον επιβίβασε στο ίδιο πλοίο για ασφάλεια
και ανάπαυση, τον μετέφερε πίσω στην Κωνσταντινούπολη [103]. Πριν από την άφιξη
του αυτοκράτορα στη Βενετία, είχε φτάσει εκεί και ο μητροπολίτης Σταυρουπόλεως
Ησαΐας, ο οποίος είχε διαφύγει κρυφά από τη Φλωρεντία για να μην υπογράψει τον
όρο (της ένωσης), τον οποίο είχε προφυλάξει από κάθε τυχόν κακοποίηση από τους
Λατίνους ο αδελφός του αυτοκράτορα, Δημήτριος.
Σχετικά με την επιστροφή του Βασιλιά και των συνοδών
του, ο Πάπας συμφώνησε με τους Βενετούς εμπόρους να τους επιβιβάσουν σε τέσσερα
πλοία, εκ των οποίων τα δύο ήταν γεμάτα εμπορεύματα, για να τους μεταφέρουν
στην Κωνσταντινούπολη, ενώ στη Φλωρεντία ο Πάπας είχε υποσχεθεί εγγράφως στον
Βασιλιά ότι θα έδινε δεκαπέντε πλοία για την επιστροφή και είκοσι πολεμικά για
τη φύλαξη της Κωνσταντινούπολης με δικά του έξοδα. «Αυτός που υποσχέθηκε να μας
μεταφέρει με ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη με πολλές τιμές, μας ταπείνωσε»,
λέει ο ιστορικός Συρόπουλος, «και είχαμε τέτοια άνεση και ευρυχωρία στα φορτηγά
πλοία, όση έχουν τα ανδράποδα (σκλάβοι) που μεταφέρονται από τον Καφά ή το
Ασπρόκαστρο με πλοία, είτε είναι Τσερκέζοι είτε Σκύθες». Επιβιβασθέντες σε αυτά
τα πλοία (στα οποία αντί για Βενετούς ναύτες είχαν μπει υποχείριοι Βούλγαροι,
χωρίς καμία ναυτική γνώση), απέπλευσαν από τη Βενετία στις 19 Οκτωβρίου του
1439, έχοντας παραμείνει δύο ολόκληρα χρόνια στην Ιταλία. Έφτασαν στην
Κωνσταντινούπολη μετά από μεγάλους κινδύνους και πολλές ταλαιπωρίες την 1η
Φεβρουαρίου, όλοι οι δικοί μας, εκτός από τον Πατριάρχη Ιωσήφ και τον
Μητροπολίτη Σάρδεων, οι οποίοι πέθαναν, ο πρώτος στη Φλωρεντία και ο δεύτερος
στη Φερράρα, καθώς και τον Νικαίας Βησσαρίωνα, ο οποίος, ως αμοιβή για την
προδοσία του, προήχθη σε Καρδινάλιο και έλαβε από τον Πάπα Ευγένιο τον τίτλο
του Επίτιμου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως [104].
Κατά την άφιξη του αυτοκράτορα Ιωάννη στην
Κωνσταντινούπολη, ο λαός έσπευσε να προϋπαντήσει τον Ιερό Μάρκο περισσότερο από
τον αυτοκράτορα, διότι η φήμη είχε διαδώσει τους καλλίνικους (ένδοξους) αγώνες
του υπέρ της Ορθοδοξίας. Και άλλοι τον αποκαλούσαν αδιάσειστο στύλο της
Εκκλησίας, άλλοι Αθανάσιο, άλλοι Κύριλλο, και άλλοι τέλος νέο Ιωάννη Θεολόγο,
του οποίου κληρονόμησε τον ιερότατο θρόνο, δηλαδή την Έφεσο. Ο αυτοκράτορας,
μόλις μπήκε στα ανάκτορα, έμαθε τον θάνατο της συζύγου του Μαρίας της Καντακουζηνής,
που είχε συμβεί πριν από κάποιο διάστημα, καθώς και τον θάνατο της συζύγου του
αδελφού του Δημητρίου, γεγονός που του προκάλεσε μεγάλη λύπη.
Οι Αρχιερείς, όπως λέει ο Δούκας, αμέσως μόλις
αποβιβάστηκαν από τις τριήρεις, καθώς οι δικοί μας (οι πολίτες) κατά το σύνηθες
τους χαιρετούσαν ρωτώντας: «Πώς τα δικά σας; Πετύχαμε άραγε τη νίκη;», εκείνοι
απαντούσαν: «Πουλήσαμε την πίστη μας, ανταλλάξαμε την ευσεβή πίστη με την
ασέβεια, προδώσαμε την καθαρή θυσία και γίναμε Αζυμίτες (Λατινόφρονες)». Αν
κάποιος τους ρωτούσε, «γιατί υπογράψατε;», έλεγαν, «φοβούμενοι τους Φράγκους».
Και πάλι, όταν τους ρωτούσαν αν οι Φράγκοι τους βασάνισαν, αν τους μαστίγωσαν,
αν τους έβαλαν στη φυλακή, απαντούσαν, «Όχι», προσθέτοντας: «Αυτό το δεξί χέρι
υπέγραψε, ας κοπεί· αυτή η γλώσσα ομολόγησε, ας ξεριζωθεί»· δεν είχαν τίποτα
άλλο να πουν, αποδεικνύοντας έτσι μια πολύ γρήγορη μετάνοια, άξια πολλών
επαίνων.
Πέρασαν τρεις μήνες από την επιστροφή στην
Κωνσταντινούπολη και ούτε το όνομα του Πάπα μνημονευόταν, ούτε ο όρος της
ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας αναγνώστηκε στις Εκκλησίες· διότι ο αυτοκράτορας,
όντας βυθισμένος στη λύπη εξαιτίας του θανάτου της συζύγου του, καθόλου δεν
φρόντιζε για τα εκκλησιαστικά πράγματα. Όσοι δε στην Κωνσταντινούπολη
αποστρέφονταν την ένωση, έπαυσαν να μνημονεύουν και το όνομα του αυτοκράτορα.
Αυτό ανάγκασε τον αυτοκράτορα να προχωρήσει στην εκλογή Πατριάρχη. Και αρχικά
μεν παρακαλούσε και πίεζε τον Ιερό Μάρκο μέσω κάποιων αρχόντων να δεχθεί την
Πατριαρχεία· επειδή όμως εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, ορίστηκε να συνέλθουν
οι αρχιερείς και να εκλέξουν Πατριάρχη. Όταν συνήλθαν οι αρχιερείς για τον
σκοπό αυτό στον Ναό των Αγίων Αποστόλων, ήρθε και ο Ηρακλείας Αντώνιος και τους
είπε:
«Εγώ δεν ήρθα εδώ για να ψηφίσω, αλλά για να πω αυτό
που θέλω σε εσάς. Λέγω λοιπόν ότι εγώ, στα όσα έγιναν στη Φλωρεντία, ούτε με τη
γνώμη μου συμφώνησα μαζί σας που δεχθήκατε την ένωση, όπως και εσείς γνωρίζετε,
ούτε δέχθηκα το γεγονός ως ορθό, ούτε από προαίρεση συνεφώνησα· διότι αν και
–δεν ξέρω πώς– υπέγραψα στον όρο παρά τη θέλησή μου, εντούτοις θεωρώ τα όσα
έγιναν εκεί αντίθετα προς την παράδοση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ξένα
προς την Εκκλησία μας· και από τότε, χτυπώντας με τα κεντριά της συνείδησης,
υπέφερα και, ως πιεζόμενος από φορτίο μέγιστο, δυσφορούσα και ζητούσα πώς θα
μπορούσα να το αποτινάξω. Τώρα λοιπόν ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε να σας δω
συγκεντρωμένους και να πω όσα ήθελα και ενώπιόν σας να αποτινάξω το βάρος.
Επομένως λέγω ότι απορρίπτω και αποστρέφομαι, μάλλον δε ούτε καν δέχθηκα την
ένωση και τον όρο, και αποστρέφομαι τα όσα περιλαμβάνονται σε αυτόν ως ασύμφωνα
και αντίθετα προς την αρχαία παράδοση της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας. Παρέχω
δε τον εαυτό μου στην Εκκλησία υπεύθυνο, επειδή υπέγραψα εκεί όπου δεν
επιτρεπόταν» .
Επειδή όμως οι αρχιερείς ήθελαν να τον ψηφίσουν
Πατριάρχη, έλεγε: «Αφήστε με παρακαλώ, διότι δεν θα γίνω· εσείς δέχεστε την
ένωση, εγώ όμως δεν τη δέχομαι· πώς λοιπόν είναι δυνατόν να γίνω Πατριάρχης,
αφού δεν δέχομαι την ένωση;». Επειδή δε, παρά τις επανειλημμένες παρακλήσεις,
άκουγαν τα ίδια από αυτόν, εξέλεξαν τον Τραπεζούντος Δωρόθεο, τον Κυζίκου
Μητροφάνη και τον προηγούμενο της Μονής Βατοπαιδίου Γεννάδιο. Μετά την εκλογή,
ο αυτοκράτορας έστειλε προς τον Τραπεζούντος τον Δισύπατο, για να τον δοκιμάσουν
αν δέχεται την ένωση. Επειδή όμως εκείνοι του είπαν ότι, αν δεχθεί την ένωση, ο
αυτοκράτορας θα τον κάνει Πατριάρχη, απάντησε: «Ούτε την ένωση δέχομαι, ούτε
την πατριαρχεία αποδέχομαι». Από τον Τραπεζούντος μετέβησαν στον Κυζίκου
Μητροφάνη και τον ρώτησαν αν δέχεται την ένωση, εκείνος δε απάντησε: «Επειδή
εμείς κάναμε την ένωση, οφείλουμε εμείς προ πάντων να τη δεχόμαστε και ήδη τη
δεχόμαστε». Έδωσε δε σε αυτούς έγγραφη την ομολογία του, την οποία πήγαν στον
Βασιλιά. Κατόπιν αυτού, ο Κυζίκου κλήθηκε, ετοιμάστηκε και, αφού ανέβηκε στα
ανάκτορα, προτάθηκε από τον Βασιλιά για Πατριάρχης στις 4 Μαΐου του έτους 1440,
ημέρα κατά την οποία εορταζόταν η παραμονή της Αναλήψεως.
Καθώς πήγαινε από τα ανάκτορα προς το Πατριαρχείο,
άλλοι μεν αρνούνταν την ευλογία του, άλλοι δε και έφευγαν. Όταν δε λειτούργησε
την ημέρα της Πεντηκοστής, ούτε ο Ιερός Μάρκος, ούτε ο Τραπεζούντος, ούτε ο
Ηρακλείας συλλειτούργησαν μαζί του. Αλλά και άλλοι από τους αρχιερείς δεν
ήθελαν να συλλειτουργήσουν, όμως ο αυτοκράτορας, μαθαίνοντας αυτό, τους κάλεσε
και με πολλούς λόγους τους έπεισε και συλλειτούργησαν. Ο μέγας Χαρτοφύλακας
Μιχαήλ Βαλσαμών και ο μέγας Εκκλησιάρχης Σίλβεστρος Συρόπουλος, αν και κολακεύτηκαν
και πιέστηκαν από τον Πατριάρχη, τους άρχοντες και τον ίδιο τον Βασιλιά, δεν
κοινώνησαν με τον παράνομο Πατριάρχη, αλλά παραιτήθηκαν από το αξίωμά τους και
απομακρύνθηκαν από αυτόν· έλεγαν δε οι άρχοντες στον Χαρτοφύλακα και τον
Εκκλησιάρχη, ότι «ούτε εμείς λέμε ότι έγιναν καλώς τα όσα στη Φλωρεντία, όμως
για λόγους οικονομίας και για το συμφέρον της πατρίδας ας μείνει ο όρος
ανενεργός και απλώς δεχθείτε το μνημόσυνο του Πάπα, το οποίο είναι λόγος ψιλός
(τυπικό ζήτημα)». Εκείνοι δε αντέτειναν θεολογικά: «ότι πολύ σημαντικό είναι το
θέμα του μνημοσύνου, διότι μνημονεύονται στην Εκκλησία όσοι είναι ορθόδοξοι και
κοινωνοί της ίδιας Εκκλησίας, ενώ οι ακοινώνητοι ούτε μνημονεύονται, διότι δεν
έχει κανείς από τους ιερωμένους άδεια να εύχεται στην Εκκλησία γι' αυτούς· ο δε
Πάπας είναι ακοινώνητος· πώς λοιπόν θα μνημονευθεί ο ακοινώνητος μαζί με τους
κοινωνικούς;».
Στο όρος της νήσου Ίμβρου, που αποκαλείται
Μονοβύζου, μόναζε ένας ιερομόναχος ονόματι Θεοφάνης, προσφιλής στον Ιερό Μάρκο
Εφέσου. Αυτός έγραψε προς τον Αυτοκράτορα Ιωάννη τον Παλαιολόγο κατά της
ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας: «Προς Θεού, τελειώνοντας τον λόγο, ας διορθώσει τα
κακώς γενόμενα, επειδή θα σχισθεί από εμάς και το Άγιον Όρος και τα Πατριαρχεία
μόλις μάθουν τα κακώς γενόμενα, αλλά και καθένας που θέλει να είναι ορθόδοξος» . Και έγραψε και άλλο σύγγραμμα με τον τίτλο ΣΥΝΤΑΓΜΑ, στο οποίο διαπραγματεύτηκε
για την εκπόρευση του αγίου Πνεύματος και περί αζύμων. Αυτά τα δύο συγγράμματα
έστειλε ο Θεοφάνης προς τον Ιερό Μάρκο Εφέσου στην Κωνσταντινούπολη, για να τα
παραδώσει στον βασιλιά, αλλά ο Ιερός Μάρκος έγραψε προς τον Θεοφάνη την
ακόλουθη επιστολή.
«Τιμιώτατε μεταξύ των ιερομονάχων και εμοί εν Χριστώ
ποθεινότατε και αιδεσιμώτατε πάτερ και αδελφέ, παρακαλώ τον Θεό να υγιαίνεις
και σωματικά, με τις άγιες ευχές του οποίου υγιαίνω και εγώ, με το έλεος του
Θεού, μέτρια στο σώμα. Λαμβάνοντας το γράμμα της αγιωσύνης σου, ένιωσα όχι
μικρή παρηγοριά για τα δυσάρεστα γεγονότα που μας βρήκαν· διότι αυτοί που
τιμήθηκαν και υψώθηκαν πάνω από την αξία τους από την Εκκλησία του Θεού, την
ατίμασαν και την κατέστησαν άχρηστη, αναμειγνύοντάς την με εκείνους που είναι εδώ
και πολλούς χρόνους αποκομμένοι, σεσηπότες (διεφθαρμένοι) και υπόλογοι σε
μυριάδες αναθέματα, και σπιλώνοντας την άσπιλη νύμφη του Χριστού μέσω της
κοινωνίας μαζί τους.
Διότι, σαν να μην αρκούσαν τα προηγούμενα για να
επικυρώσουν την καινοτομία που προήλθε από αυτούς, εξέλεξαν για τον εαυτό τους
προστάτη, μάλλον δε μισθωτό και όχι ποιμένα, λύκο και όχι νομέα, τον οποίο
μπορούν να άγουν και να φέρουν κατά βούληση, και μέσω του οποίου νομίζουν ότι
θα εγκαταστήσουν το πονηρό δόγμα των Λατίνων στις ψυχές όλων. Ίσως μάλιστα
κινήσουν και διωγμό κατά εκείνων που φοβούνται τον Κύριο, επειδή με κανέναν
τρόπο δεν δέχονται την κοινωνία μαζί τους.
Ενώ βρισκόμασταν σε αυτή την κατάσταση, μας
επιδόθηκε το γράμμα της αγιωσύνης σου, το οποίο προσέφερε πολλή παρηγοριά με
την ειλικρίνεια της διάθεσης, το καθαρό και δόλιο του φρονήματος και την
κοινωνία της ορθής δόξας, διεγείροντας την καταπεπτωκυία ψυχή μας. Ο αγώνας
όμως δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στα έργα, και δεν είναι καιρός για ρητά και
αποδείξεις (διότι πώς είναι δυνατόν, με κριτές τόσο διεφθαρμένους;). Αλλά
χρειάζεται εκείνοι που αγαπούν τον Θεό να παραταχθούν με γενναία έργα και να
είναι έτοιμοι να υποστούν κάθε κίνδυνο υπέρ της ευσέβειας και για να μη
μολυνθούν από την κοινωνία των ασεβών.
Γι' αυτό, δεν θεώρησα ότι είναι συμφέρον ούτε
ασφαλές να επιδώσω το ΣΥΝΤΑΓΜΑ της αγιωσύνης σου στον κρατούντα (τον
αυτοκράτορα), αφού δεν θα μπορούσε να συντελέσει σε τίποτα άλλο στον παρόντα
καιρό, παρά μόνο στο να προκαλέσει χλευασμό και εμπαιγμό από τους "άσοφους
σοφούς" και από εκείνους που παρασύρονται άκριτα από το άτακτο και
σκοτεινό πνεύμα. Διότι τώρα εκπληρώθηκε το γραμμένο για τις αμαρτίες μας:
"Θα δώσω νεανίσκους να είναι άρχοντές τους, και εμπαικτές θα κυριεύσουν
αυτούς". Ας είναι όμως ο μόνος παντοδύναμος που θα διορθώσει την Εκκλησία
Του και θα κατευνάσει την παρούσα θύελλα, παρακαλούμενος από τις δικές σου
ευχές, οι οποίες είθε να είναι μαζί μας.
Ο Εφέσου και πάσης Ασίας Μάρκος».
Σημείωση: Το χωρίο που παραθέτει ο
Μάρκος («Δώσω νεανίσκους...») προέρχεται από το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα (3:4).
Την ίδια ημέρα της Πεντηκοστής, ο Ιερός Μάρκος
δραπέτευσε και πήγε στην Προύσα και από εκεί στην Έφεσο, για να μην αναγκαστεί
από τον αυτοκράτορα να συλλειτουργήσει με τον λατινόφρονα Πατριάρχη· ομοίως και
ο Ηρακλείας, αν και γέροντας, αναχώρησε πεζός και σώθηκε στο Τουρουλό.
Επειδή λοιπόν η Ανατολική Εκκλησία διαταράχθηκε
σφόδρα εξαιτίας της κακίστης ψευδοσυνόδου που έγινε στη Φλωρεντία και της
βίαιης ψευδοένωσης, το ίδιο έτος συγκροτήθηκε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα από τους
Ανατολικούς Πατριάρχες: τον Αλεξανδρείας Φιλόθεο, τον Αντιοχείας Δωρόθεο και
τον Ιεροσολύμων Ιωακείμ, παρουσία και του Καισαρείας Καππαδοκίας Αρσενίου και
άλλων κληρικών. Η σύνοδος αυτή αναθεμάτισε τη σύνοδο της Φλωρεντίας, καθαίρεσε
τον λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη και παρέδωσε γράμμα στον
Καισαρείας Αρσένιο, με την εντολή να κηρύξει παντού την ευσέβεια [108]. Έγραψαν
επίσης προς τον Αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, ελέγχοντάς τον για τη
σύνοδο της Φλωρεντίας και παρακαλώντας τον να μετανοήσει, απειλώντας ότι σε
αντίθετη περίπτωση θα του επιβάλουν επιτίμια .
Τα ίδια έγιναν και στη Ρωσία. Διότι, μόλις ο
Ισίδωρος μετά την επιστροφή του θέλησε να διδάξει τον λατινισμό, ο Μέγας
Κνιάζης (ηγεμόνας), εξοργισμένος, συγκάλεσε όλους τους ιεράρχες της Ρωσικής
Εκκλησίας, οι οποίοι συνήλθαν και αναθεμάτισαν το συνέδριο της Φλωρεντίας και
την ένωση που έγινε εκεί. Ο Ισίδωρος τότε φυλακίστηκε, αλλά κατάφερε να
δραπετεύσει και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου έγινε Καρδινάλιος Πολωνίας και εκεί
πέθανε. Το ίδιο έπραξαν και τα διάφορα άλλα ορθόδοξα έθνη, όπως ο Βασιλιάς της
Τραπεζούντας, οι κάτοικοι της Μολδοβλαχίας, όσοι βρίσκονταν γύρω από την Ιβηρία
και άλλοι .
Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνης, αφού
αποκηρύχθηκε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες, όχι μόνο δεν μετανόησε, αλλά
αντίθετα προσπαθούσε με κάθε θυσία να πείσει τον αυτοκράτορα να φροντίσει για
τη διόρθωση των κακώς εχόντων στην Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας, πεισθείς από τα
λόγια του, κάλεσε πολλούς κληρικούς και τους δήλωσε ότι μέσα σε δεκαπέντε
ημέρες έπρεπε να τεθεί τέρμα στην έκρυθμη κατάσταση. Έστειλε δε στρατιώτες για
να φέρουν τους αρχιερείς Μεσημβρίας και Αγχιάλου. Πριν όμως λήξει η προθεσμία,
πέθανε ο Πατριάρχης, μετά από μια άδοξη πατριαρχεία τριών ετών και τριών μηνών.
Τον διαδέχθηκε στον Πατριαρχικό θρόνο ο γνωστός Πρωτοσύγκελος Γρηγόριος, ο
αποκαλούμενος Μαμμάς, ο οποίος όμως, αφού καθαιρέθηκε από την τελευταία σύνοδο
στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάστηκε να φύγει στη Ρώμη, όπως θα αναφερθεί
παρακάτω.
Επειδή δε οι αρχιερείς και οι ηγούμενοι στην
Κωνσταντινούπολη ερωτήθηκαν από τον βασιλιά Ιωάννη για ποιον λόγο δεν
αποδέχονται τα συνοδικώς γενόμενα στη Φλωρεντία, έδωσαν έγγραφη απολογία που
έχει ως εξής :
«Με θάρρος αναφέρουμε στη κραταιά και αγία βασιλεία
σου, δέσποτά μας βασιλεύ. Χθες δώσαμε τις απαντήσεις μας στους ενδοξότατους
άρχοντες με πρόχειρο κείμενο, ώστε να τα μεταφέρουν στο θείο κράτος σου. Επειδή
όμως το θείο κράτος σου διέταξε να προσθέσουμε και τις υπογραφές μας στις
απαντήσεις, συνήλθαμε με ωριμότερη σκέψη και ησυχία και συντάξαμε την παρούσα
αναφορά, στην οποία θέτουμε τα ονόματά μας, χωρίς να γνωρίζουμε τον σκοπό της
αγίας βασιλείας σου, κάνοντας όμως αυτό που διατάχθηκε, εὐπειθώς και με απλή και ακέραιη
καρδιά. Για όσα απαντάμε και αναφέρουμε, δεν δυσκολευόμαστε να τα βεβαιώσουμε
και με υπογραφές, αφού αυτά που εκφράζουμε είναι πράγματι η ομολογία της
διανοίας μας, είτε με υπογραφές είτε χωρίς.
Αναφέρουμε λοιπόν ότι, ενώ έπρεπε αφού ερωτηθήκαμε
πολλές φορές και απαντήσαμε να μην ενοχλούμαστε πλέον με τις ίδιες ερωτήσεις
για τα ίδια θέματα –και ενώ έπρεπε να έχουμε την ησυχία μας και να πρεσβεύουμε
σιωπηλά την αλήθεια, αρκούμενοι στην απάντηση που δίνουμε με τα έργα μας–
επειδή όμως γνωρίζουμε ότι η σιωπή μας είναι επικίνδυνη για τους απλούστερους
(οι οποίοι είναι φυσικό να σκανδαλίζονται από την ταραχή που συνέβη στην
Εκκλησία), και συγχρόνως οφείλουμε να δίνουμε λόγο για την πίστη που έχουμε,
σύμφωνα με την αποστολική φωνή, και προπάντων να ικανοποιούμε το θείο κράτος
σου σε όλα τα πρέποντα, γι' αυτό κοπιάζουμε και χαιρόμαστε που απαντάμε στα όσα
ερωτόμαστε.
Την ειρήνη της Εκκλησίας τη θεωρούμε τόσο σημαντική
και επιθυμούμε τόσο πολύ να δούμε την Εκκλησία μας να ειρηνεύει ξανά, ώστε για
χάρη της ειρήνης της ανεχόμαστε πολλές δυσκολίες. Δεν θεωρούμε ότι κάνουμε κάτι
σπουδαίο, αφού είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε και τις ψυχές μας, όταν ο καιρός
και η ανάγκη το καλέσει· αυτό όμως που κάνουμε με έργα, το διακηρύττουμε και με
λόγια με τη χάρη του Θεού. Δεν μας διαφεύγει πόσο μεγάλο καλό είναι η ειρήνη σε
όλα τα πράγματα· γνωρίζοντας όμως ότι η ειρήνη στα πνευματικά αγαθά είναι
ανώτερη και τιμιότερη, καίγόμαστε πολύ περισσότερο από τον πόθο γι' αυτήν. Αν
φαίνεται ότι εναντιωνόμαστε στο καλό της ειρήνης, συμβαίνει το αντίθετο: όλη
μας η ένταση είναι για χάρη της αληθινής ειρήνης, ελπίζοντας στον Κυβερνήτη της
ειρήνης ότι δεν θα παραβλέψει την Εκκλησία Του που σχίζεται τόσο δεινά, αλλά θα
συνάξει όλους σε ένα αληθινό φρόνημα. Και για να γίνει τέτοια ειρήνη,
αποφεύγουμε την ειρήνη στην οποία τώρα μας καλούν.
Σχετικά με την ένστασή μας, ότι δηλαδή δεν αποβλέπει
στη διαίρεση των Εκκλησιών του Χριστού, αλλά στην ελπίδα της αληθινής και
γνήσιας ειρήνης και στη σύσταση της αλήθειας, παραιτούμαστε από το να
παρουσιάσουμε τα πολλά έργα και λόγια που έχουμε για να το αποδείξουμε· αρκεί
που ο Θεός από πάνω μαρτυρεί στις συνειδήσεις μας. Επειδή όμως το θείο κράτος
σου ζητά να μάθει ποια είναι εκείνα που μας σκανδαλίζουν και μας απομακρύνουν
από τον όρο της συνόδου της Φλωρεντίας, αυτά θα ήταν για άλλη ώρα να εξεταστούν
και να καταμετρηθούν. Θα πούμε ένα πράγμα τώρα, εν συντομία: Απορρίπτουμε τις
άλλες διαφορές μας με τους Λατίνους, οι οποίες δεν είναι καθόλου λίγες. Στον
όρο εκείνο λοιπόν γράφεται ότι θεμιτά και εύλογα προσετέθη το «εκ του Υιού» στο
σύμβολο της πίστεως. Αυτό όμως δεν είναι αληθές, και όσοι υπογράψαμε,
υπογράψαμε παρασυρμένοι· διότι δεν μπορούμε να κάνουμε το αθέμιτο θεμιτό, όσο
σκοπεύουμε να τηρούμε τους νόμους που έχουν τεθεί. Εμείς συγκεντρωθήκαμε εκεί
κρίνοντας σύμφωνα με τους νόμους.
Ακόμη, γράφεται ότι στο «δι' Υιού» η πρόθεση «δια»
σημαίνει κατά τους Γραικούς ότι ο Υιός είναι η αιτία της εκπορεύσεως του Αγίου
Πνεύματος. Αυτό δεν είναι αληθές, διότι κατά τους Γραικούς, ο Υιός δεν είναι
αιτία του Αγίου Πνεύματος, ούτε η πρόθεση «δια» το δηλώνει. Κανένας από τους
διδασκάλους των Γραικών δεν λέει ότι ο Υιός είναι αιτία του Αγίου Πνεύματος,
ούτε ότι στο «δι' Υιού» σημαίνεται αιτία· αντιθέτως μάλιστα λένε ότι ο Υιός δεν
είναι αιτία και ότι μόνος ο Πατέρας είναι αιτία του Πνεύματος. Δεν μας επιτρεπόταν
ούτε επιτρέπεται να λέμε όσα δεν λένε οι διδάσκαλοί μας, ούτε πρέπει να
πειθόμαστε σε άλλον αν λέει κάτι διαφορετικό από εκείνο που λένε οι διδάσκαλοι.
Επίσης οι Λατίνοι λένε ότι ο Υιός είναι αρχή του
Αγίου Πνεύματος, εμείς όμως αυτό δεν το δεχόμαστε, γιατί πιστεύουμε ότι μία
αρχή του Υιού και του Πνεύματος είναι μόνο ο Πατέρας, χωρίς να περιλαμβάνουμε
καμία άλλη θεία υπόσταση σε αυτή την ιδιότητα της αρχής. Λένε ακόμη ότι το
Πνεύμα υφίσταται ή έχει την ύπαρξη από τον Υιό. Εμείς ακούμε τους διδασκάλους
μας να λένε ότι υφίσταται από τον Πατέρα, ότι δεν έχει την ύπαρξη από τον Υιό,
αλλά ότι προέρχεται από τον Πατέρα «δι' Υιού» λόγω της ενότητας της θείας ουσίας,
και ότι χορηγείται στην κτίση φυσικά και ουσιωδώς μέσω του Χριστού (δηλαδή του
Υιού του Θεού), και όχι κατά μετοχή.
Για τους λόγους αυτούς λέμε ότι, όσο διαμένει
εκείνος ο όρος –ο οποίος ελέγχει την παραπλάνησή μας, μας καθιστά υπεύθυνους
ενώπιον του Θεού και δεσμεύει την Ανατολική Εκκλησία με ξένη και άγνωστη
διδασκαλία πίστεως– εμείς δεν θα έχουμε καμία ένωση με τους Λατίνους. Και αν
κάποιος θέλει να θεωρεί κύρια την ομολογία που δώσαμε λόγω της παραπλάνησής μας
και να την αποδέχεται, αυτόν ούτε τον υπολογίζουμε, ούτε τον ρωτάμε ποτέ, καθώς
διαφυλάττει δόγματα ξένα και αλλότρια προς την Εκκλησία μας. Αυτό το λέμε όλοι κοινά,
όσοι υπογράψαμε και όσοι δεν υπογράψαμε, επειδή το ζητά από εμάς το θείο κράτος
σου.
Και για το ποιος θα ήταν ο αληθινός τρόπος για μια
πραγματική και βέβαιη ειρήνη, και πώς θα λύνονταν τα σκάνδαλα προς δόξαν Θεού,
αναφέρουμε ότι αν συγκροτηθεί εδώ πάλι σύνοδος με ελευθερία, θα μπορούσε να
θεραπευτεί ό,τι έλειπε από εκείνη τη σύνοδο. Αυτό άλλωστε έχει γίνει πολλές
φορές στο παρελθόν στην Εκκλησία. Εφόσον οι Λατίνοι τόλμησαν να συμπληρώσουν το
σύμβολο (το οποίο σύμφωνα με αυτούς είχε έλλειψη) προσθέτοντας εκείνη τη φράση,
τι εμποδίζει τώρα να γίνει μια Οικουμενική Σύνοδος εδώ, για να διορθωθεί
ευπρεπώς το ελλιπές και ενοχλητικό της προηγούμενης συνόδου; Ότι είναι εύκολο
να συνέλθει σύνοδος, αν μόνο το θελήσουν οι Λατίνοι, και να μην κρατιούνται από
την πρόχειρη ομολογία μας σαν από σωσίβιο, αυτό θα το αποδείξουμε αν αρχίσουμε
λόγο περί αυτού, και είναι σε όλους φανερό ότι το πράγμα είναι εύκολο. Μία μόνο
δυσκολία θα υπάρξει: η έλλειψη βούλησης. Ποιος αγνοεί ότι υπάρχει ανάγκη να
γίνει αυτό; Είναι φανερό ότι οι αγιώτατοι Πατριάρχες φρονούν και γράφουν για
την ένωση όπως όλοι όσοι ανήκουν στην Ανατολική Εκκλησία.
Αν όμως θελήσουμε να λύσουμε τα σκάνδαλα χωρίς
τέτοια σύνοδο, κανένας δεν θα μας προσέξει πλέον, ούτε θα λάμψει το καλό της
ειρήνης σε όλα τα γένη που έχουμε μπροστά μας. Γι' αυτό, όσοι οφείλουν να
φροντίζουν για την εκκλησιαστική ειρήνη κανονικώς, ας συγκροτήσουν σύνοδο, που
είναι δυνατόν να γίνει εδώ μέσω λεγάτου. Εκείνη η σύνοδος είτε θα ανατρέψει
είτε θα βεβαιώσει τα γενόμενα και, με τη βοήθεια του Θεού, θα προνοήσει τέλεια
για την ειρήνη των Εκκλησιών. Εμείς δεν απορρίπτουμε το συμπέρασμα που έγινε
από άλλους, αλλά αρνούμαστε εκείνο το οποίο εμείς συμπεράναμε εσφαλμένα. Όσοι
από εμάς δεν συμμετείχαν σε εκείνο το συμπέρασμα, αποστασιοποιούμαστε πολύ
δικαιότερο, διότι και εκείνοι που το έκαναν, τώρα το αρνούνται.
Επειδή έγινε λόγος και περί «οικονομίας», αναφέρουμε
και γι' αυτό ότι η οικονομία ανήκει στην Εκκλησία, όταν είναι σύμφωνη, χωρίς
στάσεις, και όταν έχει την ισχύ και την ελευθερία της, όχι ενός, ή δύο, ή τριών
ή τεσσάρων προσώπων, αλλά των Αρχιερέων, όπως είπε ο ιερός Ευλόγιος
Αλεξανδρείας: «Αν κάποιοι από εμάς δεχτούν οικονομία χωρίς η Εκκλησία να
επιστρέψει στην ελευθερία της, αυτοί δεν κάνουν οικονομία, αλλά μετατίθενται
προς τη λατινική εκκλησία και δόξα· ο ορθός λόγος της οικονομίας μεταχειρίζεται
τότε το δόγμα της ευσέβειας, χωρίς να παραβλάπτεται τίποτα».
Επομένως, εάν ο άγιος Πατριάρχης μας διαβεβαιώσει
ότι έχει την ίδια πίστη με εμάς, και μας διαβεβαιώσει έτσι όπως εμείς ζητάμε
για να ικανοποιηθεί η συνείδησή μας, τότε θα συνέλθουμε και θα συσκεφθούμε και
για την οικονομία. Και ό,τι αποφασίσουμε κοινά κατά Θεόν, θα το γράψουμε προς
τους αγιωτάτους Πατριάρχες. Αν εκείνοι συμφωνήσουν με τη γνώμη που θα φανερωθεί
τότε, θα γίνει· διότι εμείς δεν μπορούμε να διαφωνήσουμε με κανέναν από τους
αγιωτάτους Πατριάρχες εκείνους, ούτε να πράξουμε κάτι χωρίς τη γνώμη τους. Αυτά
με θάρρος αναφέρουμε στην αγία Βασιλεία σου και εξαιτίας του ορισμού σου
υπογράφουμε».
(Ακολουθούν οι υπογραφές των Μητροπολιτών Μακαρίου
Νικομηδείας, Ιγνατίου Τυρνόβου, Δαμιανού Μολδοβλαχίας, Θεογνώστου Πέργης,
Ακακίου Δέρκου, του Χαρτοφύλακα Μιχαήλ Βαλσαμώνα, του Εκκλησιάρχη Σίλβεστρου
Συρόπουλου, των ηγουμένων Θεοδότου Στουδίτη, Ιωσήφ Κοσμιδίου, Γεροντίου
Παντοκράτορος, Κυρίλλου της Περιβλέπτου, του Γερμανού Μεγάλου Βασιλείου και
άλλων κληρικών).
Όταν ο Πάπας έμαθε ότι οι Έλληνες δεν αποδέχονται
την ένωση και ότι καταδίκασαν συνοδικώς τη σύνοδο της Φλωρεντίας, έστειλε
πρεσβευτές στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσουν με τους Έλληνες. Αυτοί όμως,
μην έχοντας επιτύχει τίποτε ευτυχώς, παρά μόνο την πρόκληση μικρών φιλονικιών,
επέστρεψαν άπρακτοι στα μέρη τους.
Κατά την πατριαρχία του Γρηγορίου, ο αυτοκράτορας
Ιωάννης, βλέποντας την ολοκληρωτική ήττα των χριστιανικών όπλων και την ανώφελη
αντίσταση του αδελφού του Κωνσταντίνου, και βλέποντας να διαψεύδονται όλες οι
ελπίδες του για βοήθεια σύμφωνα με όσα είχαν συμφωνηθεί πριν από την ένωση,
καταλήφθηκε από σφοδρή ασθένεια. Μετανιωμένος για τις πράξεις του και
αναπολώντας πικρά τις νουθεσίες του γέροντα πατέρα του Μανουήλ, πέθανε στις 31
Οκτωβρίου του έτους 1449, σε ηλικία 57 ετών, μετά από βασιλεία είκοσι τριών ετών . Οι πρόκριτοι της Κωνσταντινούπολης έστειλαν στην Πελοπόννησο τον Αλέξιο
Φιλανθρωπηνό και τον Μανουήλ Ίαγρο, και έστεψαν μέσω αυτών ως Βασιλιά της
Κωνσταντινούπολης τον Κωνσταντίνο, ο οποίος ονομαζόταν «Δράκων» λόγω της
γενναιότητάς του, και ο οποίος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Μαρτίου του
έτους 1450.
Την εποχή εκείνη, ο Ιερός Μάρκος, που διέμενε στην Έφεσο, προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει στη διόρθωση των κακώς εχόντων στην Εκκλησία. Μόλις έλαβε την πρόσκληση, ο Ιερός Μάρκος αναχώρησε βιαστικά και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκε Πατριάρχη τον Γρηγόριο. Επιθυμώντας να αποκαταστήσει τη συνοχή, προέτρεψε τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο να προχωρήσει στη σύγκληση Συνόδου, διότι μόνο έτσι θα ήταν δυνατόν να παύσει τελείως ο σάλος της Εκκλησίας που προκάλεσε η ψευδοένωση του συνεδρίου της Φλωρεντίας. Έτσι, με πρόσκληση του βασιλιά, συγκροτήθηκε Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, στον μεγάλο Ναό της Αγίας Σοφίας, παρουσία και των τριών Πατριαρχών της Ανατολής –του Αλεξανδρείας Φιλοθέου, του Αντιοχείας Δωροθέου και του Θεοφάνους Ιεροσολύμων– καθώς και πολλών Μητροπολιτών, διδασκάλων και πλήθους άλλων. Όσοι αποτελούσαν τη σύνοδο αυτή, της οποίας το έργο ήταν η αναθεώρηση και η μελέτη των γεγονότων της Φλωρεντίας, συνήλθαν σε τέσσερις συνελεύσεις.
Στην πρώτη συνεδρία κάλεσαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο,
μέσω του οικονόμου Μιχαήλ και του μεγάλου ρήτορα Θεοδώρου, για να απολογηθεί
για όσα είπε και έπραξε υπέρ των Λατίνων. Επειδή όμως, παρόλο που κλήθηκε δύο
φορές, αρνήθηκε να προσέλθει, καθαιρέθηκε και στη θέση του χειροτονήθηκε ο
ορθόδοξος Αθανάσιος. Έγινε επίσης συζήτηση για την εκπόρευση του Αγίου
Πνεύματος μεταξύ του Λεονάρδου Φράτορος (τον οποίο είχε στείλει ο λατινόφρων
Πατριάρχης Γρηγόριος ως αντιπρόσωπό του) και του μεγάλου ρήτορα Θεοδώρου. Ο Γρηγόριος,
μαθαίνοντας τα γεγονότα, δραπέτευσε από την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στη
Ρώμη, όπου και πέθανε .
Στη δεύτερη συνεδρία, έγινε αναφορά από τον Ιερό
Μάρκο, τον Γεμιστό, τον Αμηρούτζη και τον Σχολάριο για τα όσα διαπράχθηκαν στη
Φλωρεντία, και ζήτησαν συγγνώμη όσοι είχαν υπογράψει τον εκεί όρο. Στη συνέχεια
αποκήρυξαν τη σύνοδο της Φλωρεντίας, ονομάζοντάς την ψευδοσύλλογο, απατηλή,
κοσμική και βίαιη. Οι δε Πατριάρχες κήρυξαν άκυρη την εξουσιοδότησή τους (το
επιτροπικό), λέγοντας: «Επειδή η σύνοδος εκείνη έλαβε τέλος με πανουργίες,
απάτες και εξαναγκασμούς, και χωρίς εξέταση της αλήθειας, και παρά τη δική μας
βούληση, το επιτροπικό ας παραμείνει άκυρο· ας ακυρωθεί και η σύνοδος εκείνη ως
τολμηρή και αντίθετη προς τις Άγιες Οικουμενικές Συνόδους».
Στην τρίτη συνεδρία εξετάστηκε ξανά το ζήτημα της
εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος καθώς και τα υπόλοιπα που είχαν αποφασιστεί.
Στην τέταρτη και τελευταία συνεδρία, εξετάστηκαν
εκείνοι που παρουσιάστηκαν στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, για να διαπιστωθεί αν
μίλησαν και για τις υπόλοιπες καινοτομίες και διαφορές. Η Σύνοδος, λαμβάνοντας
υπόψη όσα ελέχθησαν, ακύρωσε όλα όσα έγιναν στη Φλωρεντία. Στο τέλος της
συνεδρίας συντάχθηκε η ακόλουθη απόφαση, η οποία υπογράφηκε από τους
Πατριάρχες, τους Αρχιερείς και τους λοιπούς:
«Όλοι ομολογούμε ότι η προσθήκη στο Σύμβολο είναι
περιττή, επειδή το Σύμβολο των επτά Συνόδων δεν χρειάζεται διόρθωση και δεν
είναι ελλιπές για τη σωτηρία. Το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και όχι εκ
του Υιού· και μόνη αιτία της ύπαρξης του Υιού και του Πνεύματος είναι ο
Πατέρας. Ο Πάπας, όταν είναι ορθόδοξος, συγκροτεί μαζί με τους τέσσερις
Πατριάρχες Οικουμενική Σύνοδο, και ίσως υπερέχει των άλλων σε τάξη και αξίωμα,
ως υποκειμένων στους νόμους της Εκκλησίας, αλλά μόνο η Οικουμενική Σύνοδος
νομοθετεί, και όχι ο Πάπας ως μονάρχης. Οι άγιοι βλέπουν τον Θεό, αλλά όχι
τελείως πριν από την κρίση, ούτε οι άγιοι έχουν την τέλεια ποινή πριν από την
κρίση· η λύτρωση γίνεται στον Άδη και όχι σε καθαρτήριο πυρ έξω από τον Άδη. Η
κατ' ουσίαν μεταβολή των μυστηρίων γίνεται από την Τριάδα και τα λόγια του
Κυρίου μετά τις ευχές του ιερέως, ο οποίος ενεργεί ως όργανο για την
ιεροπραξία» .
Έτσι λοιπόν, μέσω των αποφάσεων αυτής της Ιεράς
Συνόδου, τέθηκε τέρμα στα σκάνδαλα και κατέπαυσε η θύελλα που προκάλεσαν στις
Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολής τα γενόμενα στη ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας.
Και είναι βέβαια αληθές ότι οι Λατίνοι συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να την
αποκαλούν και να την αναγνωρίζουν ως Οικουμενική. Όμως, για να καταρριφθεί
αυτός ο ισχυρισμός τους, αρκεί η ανάγνωση οποιουδήποτε βιβλίου εξιστορεί τα
γεγονότα εκείνης της συνόδου. Διότι όσα αποφασίστηκαν εκεί ήταν προϊόν μυρίων
εκβιασμών και απειλών, η ανάγνωση των οποίων προκαλεί φρίκη και τόση αηδία,
ώστε πολύ εύλογα ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος, γράφοντας στη σελίδα 34-35
του Συνταγματίου του σχετικά με την ιστορία του Συρόπουλου, σημειώνει μεταξύ
άλλων τα εξής: «το βιβλίο (του Συρόπουλου) είναι προς το παρόν ανέκδοτο,
υπάρχουν όμως πολλά αντίγραφά του μεταξύ των δικών μας, και αν κάποιος Λατίνος
το διαβάσει, θα ντραπεί (το γνωρίζω καλά) να αποκαλέσει εκείνο το συνάθροισμα
της Φλωρεντίας Οικουμενική Σύνοδο».
Μετά το πέρας της συνόδου, ο Ιερός Μάρκος ανέλαβε
πάλι με μεγάλο ζήλο τον αγώνα υπέρ της Ορθοδοξίας, φροντίζοντας να ενώσει όσους
είχαν διχαστεί από τη ψευδοσύνοδο της Φλωρεντίας. Για τον σκοπό αυτό, άρχισε να
παρηγορεί και να ενθαρρύνει εκείνους που θρηνούσαν επειδή είχαν υπογράψει τον
όρο της συνόδου από εξαπάτηση, προτρέποντάς τους σε ειλικρινή μετάνοια,
συμβουλεύοντας δε τους υπόλοιπους να συμπεριφέρονται με αδελφική αγάπη και
πραότητα προς τους μετανοούντες. Πραγματικά, χάρη στους ακάματους κόπους του,
οι πλανηθέντες επέστρεψαν στην Ορθοδοξία, οι πεσόντες ανορθώθηκαν, τα διεστώτα
ενώθηκαν και η ειρήνη, που είχε εκδιωχθεί από την Εκκλησία προ πολλού,
αποκαταστάθηκε.
Τέλος, ο Ιερός Μάρκος ασθένησε ελαφρά και, βλέποντας
ότι φεύγει από τη ζωή, κάλεσε με επιστολή τον Γεώργιο Σχολάριο και τον
παρακάλεσε να φροντίζει για το μέλλον για το εκκλησιαστικό δόγμα κατά των
Λατίνων, και να πολεμά γενναία υπέρ της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας του
Χριστού, όπως πολεμούσε και εκείνος ενάντια στη ψυχοφθόρα ένωση που είχε μόλις
γίνει. Αφού έγραψε αυτά και άλλα πολλά, στο τέλος τον παρακάλεσε ως εξής:
«Για όσα λέει, ας μου απαντήσει, ώστε να έχω πλήρη
πληροφορία φεύγοντας από την παρούσα ζωή, και να μην πεθάνω με λύπη, έχοντας
απελπιστεί για τη διόρθωση της Εκκλησίας. Ω σπλάχνα! Ω ψυχή όντως θεία και
αποστολική! Ω μέριμνα, κατά τον Παύλο, για όλες τις Εκκλησίες!».
Ο Γεννάδιος, δεχόμενος με προθυμία τις προτροπές του
Ιερού Μάρκου, απάντησε με βαθύτατη μετριοφροσύνη και ευλάβεια προς αυτόν με
επιστολή, ο επίλογος της οποίας έχει ως εξής:
«Αν όμως, κατά τα κρίματα που μόνο ο Θεός γνωρίζει,
αποδημήσεις από εδώ προς τον τόπο της αναπαύσεως που ετοίμασες για τον εαυτό
σου –ίσως και για τη δική μας αναξιότητα, εκεί όπου εσύ είσαι άξιος– σε
διαβεβαιώνω, λέγω ενώπιον του Θεού και των Αγίων Αγγέλων που παρίστανται
αοράτως τώρα σε εμάς, και των πολλών και αξιόλογων ανδρών που παρευρίσκονται
εδώ, ότι εγώ ο ίδιος θα είμαι στη θέση σου, και αντί του στόματός σου, όσα εσύ
αγωνίστηκες και παρέδωσες, θα τα αποδέχομαι και εγώ, θα τα υποστηρίζω και θα τα
διδάσκω σε όλους, χωρίς να παραβώ τίποτε απολύτως από αυτά, αλλά θα αγωνίζομαι
μέχρι των εσχάτων κινδύνων, του αίματος και του θανάτου. Και αν ακόμη η δική
μου εμπειρία και δύναμη σε τέτοια θέματα είναι πολύ μικρή, εντούτοις πείθομαι
ότι η δική σου μεγάλη αγιωσύνη θα αναπληρώσει τα δικά μου ελλείμματα, όντας
παρών σε εμάς εδώ με την τελειότητα που σε χαρακτηρίζει, και με τις
παρρησιασμένες προσευχές σου προς τον Θεό».
Έτσι, ο Ιερός Μάρκος, αφού κάλεσε τους επιφανείς
άνδρες της Εκκλησίας και της πολιτείας, παρέδωσε μπροστά τους στον Γεννάδιο
Σχολάριο την ηγεσία, ξεκινώντας τον λόγο του ως εξής: «Τώρα που εγώ αποχωρώ από
αυτόν τον κόσμο, και δεν βλέπω κανέναν άλλον που να μπορεί, όπως θα έπρεπε, να
αναπληρώσει εμένα στην Εκκλησία, στην πίστη και στα δόγματα της Ορθοδοξίας, γι'
αυτό ζητώ από αυτόν (τον Γεννάδιο), όταν τον καλέσει ο Κύριος –ή μάλλον όταν
τον κατεπείγει– να αποκαλύψει τον σπινθήρα της ευσέβειας που είναι κρυμμένος
μέσα του και να συμμαχήσει με την Εκκλησία και τα υγιή δόγματα, ώστε ό,τι δεν
μπόρεσα εγώ να επιτελέσω, να το κατορθώσει εκείνος με τη συμμαχία του Θεού·
διότι μπορεί να το πράξει αυτό, με τη χάρη του Θεού, λόγω της φυσικής του
φρόνησης και της δύναμης του λόγου του... Αναθέτω, λοιπόν, σε αυτόν αυτόν τον
αγώνα, για να γίνει στη θέση μου ο πρόμαχος της Εκκλησίας, ο δάσκαλος της
υγιούς διδασκαλίας και ο καθοδηγητής στα ορθά δόγματα της αλήθειας, έχοντας
εμπιστοσύνη στη συμμαχία του Θεού».
Όταν έφτασε η ώρα του θανάτου του, παρέδωσε στον
Πλάστη την αγία του ψυχή, διδάσκοντας στους παρευρισκόμενους τα καθήκοντά τους
προς τον Θεό, όπως έκανε πάντοτε σε όλη του τη ζωή. Ο θάνατός του συνέβη στις
23 Ιουνίου . Η κηδεία του υπήρξε πάνδημη, καθώς τον συνόδευε όλος ο κλήρος
και ο λαός, και το ιερό του λείψανο ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή των Μαγγάνων
(όπου είχε λάβει και το μοναχικό σχήμα). Από τότε, με συνοδική απόφαση της 19ης
Ιανουαρίου, όπως βεβαιώνει ο Ιεροσολύμων Νεκτάριος , τελούνταν κάθε χρόνο
εορτή προς τιμήν της μνήμης του .
Τέτοιο υπήρξε το τέλος του Ιερού Μάρκου Ευγενικού,
του δεινού πρόμαχου της Ορθοδοξίας, του καλού ποιμένα της Εκκλησίας της Εφέσου,
του λαμπρού φωτιστή που έλαμπε στο νοητό στερέωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Πραγματικά, η Εκκλησία και το Γένος οφείλουν μεγάλη ευγνωμοσύνη στον περίφανό
ιεράρχη της Εφέσου, διότι αυτός μόνος, μέσω των αληθινά υπεράνθρωπων αγώνων
του, κατόρθωσε να περισώσει και την Ορθοδοξία και το Γένος, όπως το επιβεβαίωσε
και ο Πάπας Ευγένιος, ο οποίος, όταν έμαθε ότι ο Μάρκος αρνήθηκε να υπογράψει
τον όρο της συνόδου, αναφώνησε: «Λοιπόν, δεν κάναμε τίποτα».
Δικαίως, λοιπόν, η Εκκλησία τον κατέταξε στη χορεία
των Ιερών Πατέρων της, τιμώντας τη μνήμη του εξίσου με τη μνήμη του Μεγάλου και
Ιερού Φωτίου, του οποίου τους αγώνες τόσο επάξια ολοκλήρωσε ο ιεράρχης που ήταν
αληθινά Ευγενικός στην ψυχή και το φρόνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου