Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (I)

 

 


Η υπογραφή του όρου και οι αρνητές

Και έτσι αποφασίστηκε να γραφεί και να υπογραφεί ο όρος. Ο Άγιος Μάρκος, λέει ο Συρόπουλος, καθόταν σιωπών και πονών για τα γινόμενα.

Αφού πέρασαν τέσσερις μέρες από τον θάνατο του Πατριάρχη, ο αδελφός του βασιλιά Δημήτριος ο Δεσπότης αναχώρησε από τη Φλωρεντία για να μην υπογράψει τον όρο, και πήγε στη Βενετία έχοντας μαζί του τους δύο σοφότατους δασκάλους Γεώργιο τον Σχολάριο (τον μετέπειτα Γεννάδιο) και τον Γεμιστό.

Του όρου συνταχθέντος από κάποιο Λατίνο Μοναχό Αμβρόσιο, στις 5 Ιουλίου συγκεντρώθηκαν όλοι για να τον υπογράψουν.

Υπέγραψαν πράγματι από τους Έλληνες δεκαοκτώ αρχιερείς και ένδεκα κληρικοί, στα βάθη της καρδιάς στενάζοντες και δακρύοντες οι περισσότεροι, όπως λέει ο συνυπογράψας Συρόπουλος.

Αρνήθηκαν να υπογράψουν:

  • Ο έξαρχος της συνόδου και τοποτηρητής των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, Άγιος Μάρκος Μητροπολίτης Εφέσου
  • Ο Ησαΐας του Σταυρουπόλεως, που πριν την υπογραφή του όρου αναχώρησε κρυφά από τη Φλωρεντία και πήγε στη Βενετία για να μην υπογράψει τον όρο
  • Ο επίσκοπος της Ιβηρίας: Εμφάνισε πρώτα στους αρχιερείς γράμμα του Πατριάρχη Αντιοχείας που του εντολλόταν να μην κάνει καμία προσθήκη ή αφαίρεση μέχρι και ένα ιώτα ή μια κεραία. Μετά γυμνώθηκε και προσποιήθηκε τον τρελό, έκανε τον σαλό, και με αυτό το σχήμα απατήσας τους θυρωρούς, έφυγε.
  • Ένας από τους κοσμικούς άρχοντες της Ιβηρίας που ήταν παρών: Ο Πάπας τον κολάκευε και του έλεγε ότι η καθέδρα του ήταν μεγαλειότερη από κάθε αρχή. Αυτός απάντησε θεοσόφως: «Αυτά είχε αυτός ο θρόνος πριν καινοτομήσει. Και αν θέλεις, τέτοιος να πιστεύεσαι από τους Ιβηρες, οφείλεις να αφαιρέσεις την προσθήκη και όλες τις καινοτομίες, και τότε θα γίνεις άξια προσκυνητός». Ο Πάπας έμεινε άφωνος

Δεν υπέγραψε τον όρο και ο αδελφός του Αγίου Μάρκου, Ιωάννης ο Ευγενικός, Διάκονος και Αρχειοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας, που έγραψε και λόγο κατά αυτού του βλάσφημου λιβέλλου. Τέλος, ούτε το όνομα του Λακεδαιμονίας υπάρχει στις υπογραφές του όρου.

Οι τελευταίοι υπογράφοντες και η μαρτυρία του Συρόπουλου

Ο Αντώνιος του Ηρακλείας, ο Σωφρόνιος της Αγχιάλου, ο Δοσίθεος της Μονεμβασίας και ο επίσκοπος Τραπεζούντος, οι οποίοι πριν είχαν δείξει τόσο ζήλο και στις συζητήσεις δεν είχαν δεχτεί το «εκ του Υιού», μετά όμως, εκόντες άκοντες βιασθέντες, υπέγραψαν οι δυστυχείς τον όρο.

Ο Βασιλιάς, που προηγουμένως είχε απαγορεύσει στους Εκκλησιαστικούς άρχοντες, μεταξύ των οποίων ήταν και ο δικός μας ιστορικός Συρόπουλος, να μετέχουν των συζητήσεων, γιατί είχαν ήσυχη τη συνείδησή τους ως χωρίς αγώνες κατορθώσαντες να μείνουν στα πάτρια, έσπευσε τότε να διατάξει αυτούς να υπογράψουν τον όρο.

Αυτοί εξεπλάγησαν, ταράχθηκαν για το παράδοξο της προσταγής, και θερμά παρακάλεσαν αυτόν να μην υπογράψουν. Δεν απάντησε ο Βασιλιάς σε αυτούς, αλλά: «Ανάγκη είναι να υπογράψετε και εσείς αύριο».

Γι' αυτό έκλιναν και αυτοί. Όπως λέει ο Συρόπουλος: «Ώς ούν είδον, λέγει, την βίαν και το απαραίτητον, και ότι εναπελείφθην μόνος, και από της εμής ενστάσεως τη μεν εκκλησία ουδεμία βοήθεια προσγίνεται, εμοί δε βλάβη ανθρωπίνως επακολουθήσει, είπον και εγώ εξ ανάγκης έπομαι τοις πολλοίς, ίνα εκπληρώσω τον ορισμόν και το θέλημα του βασιλέως, και ίνα μη δόξω, ότι ουδέν αγαπώ, ουδέ εφίεμαι της συστάσεως και της αυξήσεως της πατρίδος και την ωφέλειαν των χριστιανών, και τα άλλα όσα αριθμούσιν υπέρ της πόλεως, διαμαρτυρόμενος και νυν, ότι ούτε τη γνώμη, ούτε τη προαιρέσει μου δοξάζω το γεγονός ως υγιά δόξαν της Εκκλησίας ημών. Οίδε γαρ ο Θεός την διάθεσιν της ψυχής μου, ότι ου στέργω τούτο, ουδ' εκουσίως υπογράφω». Και έτσι υπογράψαμε.


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα δείχνει την εξαναγκασμένη υπογραφή του όρου από τους τελευταίους αντιφρονούντες, με τον Συρόπουλο να διασώζει τη μαρτυρία του για την εσωτερική τους αντίθεση παρά την εξωτερική συμμόρφωση. Η φράση «εκόντες άκοντες» (εκούσια άκοντες/με το ζόρι) αποδίδει την καταναγκασμένη φύση της υπογραφής τους.

Η υπογραφή του όρου και η αποχώρηση του Αγίου Μάρκου

«Και εμείς λέμε, οι δειλοί, εθελοακουσίως, οίμοι! Όπως ξέρεις Χριστέ βασιλιά».

Σε εκείνη τη συγκέντρωση όπου όλοι έμεναν άφωνοι και εμβρόντητοι, παρακαθόταν και ο Άγιος Μάρκος, ο Έξαρχος της Συνόδου, «πονών και σιωπών», όπως ιστορεί ο αυτόπτης Συρόπουλος.

Τον προκείμενο Όρο όλοι, αρχίζοντας από τον Βασιλιά, με τρεμούμενο χέρι υπέγραψαν. Αυτό έδειχνε ότι πανηγυρικά αρνήθηκαν την Ορθοδοξία.

Ενώ προς τον Άγιο Μάρκο, σαν να ντρέπονταν, οι υπογράψαντες έστρεψαν δειλό το βλέμμα. Αυτός σηκώθηκε, βγήκε από τη συγκέντρωση, φωνάζοντας εκείνο το περιλάλητο: «Δεν υπογράφω, ούτε αν γίνει και τίποτα άλλο».

Και από εκείνη την ώρα άρχισε και ζωντανά και με επιστολές να κηρύττει προς τους Έλληνες παντού τα αντίθετα από όσα κήρυττε ο Βησσαρίων. Δηλαδή να μην υποτάξουν με κανέναν τρόπο τον αυχένα στον παπισμό, γιατί αυτό ως άμεσο αποτέλεσμα φέρει την αθέτηση της πατρώας ευσέβειας, και ως έμμεσο, την παντελή εξόντωση του Γένους.

Μια τέτοια εγκύκλιο επιστολή του Αγίου Μάρκου προς το Ορθόδοξο πλήρωμα, αντιγράψαντες από χειρόγραφο, παραθέτουμε εδώ.


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα περιγράφει τη δραματική στιγμή της υπογραφής του όρου της ένωσης (5 Ιουλίου 1439), όπου ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός αρνήθηκε να υπογράψει και άρχισε τον αγώνα του κατά της ένωσης. Η φράση «οχ πογράψω, οδ᾿ ε τι κα γένηται» («Δεν υπογράφω, ούτε αν γίνει και τίποτα άλλο») έμεινε ιστορική ως σύμβολο της αντίστασης στην παπική προσπάθεια υποταγής.

Η εμπειρία του Αγίου Μάρκου από τη Σύνοδο

Οι πρώτες δυσκολίες

«Φτάνοντας εδώ, αμέσως δοκιμάσαμε άλλη συμπεριφορά από αυτήν που ελπίζαμε. Ωστόσο, επειδή μας το διέταξαν, μείναμε και υπομείναμε μεγάλη προθεσμία για να συγκεντρωθούμε και να συστήσουμε τη σύνοδο. Τελείωσε η προθεσμία, και μετά πέρασαν πολλές μέρες, και μόλις συγκεντρωθήκαμε στον ίδιο χώρο Έλληνες και Λατίνοι.

Πρώτα συζητήσαμε για την προσθήκη στο Σύμβολο, χωρίζοντας το ζήτημα σε δύο: πρώτον, ότι δεν έπρεπε να προστεθεί, και δεύτερον, ότι αυτό που προστέθηκε δεν είναι ευσεβές. Και αφού με προέτρεψαν να αρχίσω το θέμα, πρώτα στα προοίμια προσπάθησα να τους αναφέρω την αιτία του σχίσματος και της διαίρεσης, και να τους κατηγορήσω για το άφιλο και υπερόπτικο, ενώ εκείνοι απολογούνταν και μας κατηγορούσαν, και δικαίωναν τους εαυτούς τους, όπως συνήθιζαν».


Η ανάγνωση των όρων των Συνόδων

«Έπειτα στις επόμενες συνελεύσεις, παρουσιάζοντας τις πράξεις των ιερών συνόδων, διάβασα από αυτές τους όρους, με τους οποίους οι θείοι Πατέρες απαγορεύουν την αλλαγή του συμβόλου μέχρι λέξης και συλλαβής, και εκφωνούν φρικώδεις αρές κατά όσων τολμήσουν ποτέ αυτό».


Η σοφιστική αντίρρηση των Λατίνων

«Οι δε Λατίνοι Επίσκοποι, και ιδίως ο Σαβίνης Καρδινάλιος Ιουλιανός, μου έλεγαν σοφιστικά ότι δεν είναι προσθήκη η φωνή «εκ του Υιού» που τέθηκε στο ιερό Σύμβολο, αλλά ανάπτυξη και σαφήνεια.

Αλλά εγώ σε αυτά με αναντίρρητους συλλογισμούς παρέστησα την αναγκαιότητα των λόγων μου, και ότι ήταν αδύνατο να ερμηνευτούν αλλιώς οι όροι, παρά όπως εγώ τους εξηγούσα και τους ελάμβανα».


Η αποκάλυψη των πραγματικών προθέσεων

«Όταν όμως είδαμε τους Λατίνους να παραγυμνώνουν σαφώς ήδη τα πράγματα στις προς εμάς συζητήσεις, ότι δηλαδή δεν έχουν σκοπό την αλήθεια, ούτε αυτήν την επιδιώκουν με σπουδή, και είχαν αναγκαίο έργο να διαλύουν τις συνελεύσεις, για να λένε μετά ότι λύνουν όλα όσα λέγαμε εμείς· από εκεί πια σταματήσαμε το λέγειν και τους παρακαλούσαμε, αφού δεν λένε τίποτα ικανό, να επιστρέψουν στην καλή εκείνη συμφωνία που είχαμε πριν και μεταξύ μας, και με τους Πατέρες μας, όταν λέγαμε πάντα το ίδιο και δεν υπήρχε σχίσμα μεταξύ μας. Αλλά σπέρναμε σε πέτρες».


Η στροφή στο δόγμα

«Εκείνοι γιατί πιεζόμενοι από τους ελέγχους, χωρίς να δέχονται καμία διόρθωση, μας παρακαλούσαν να περάσουμε στην εξέταση του δόγματος, σαν να είχαν ήδη ειπωθεί αρκετά για την προσθήκη, νομίζοντας ότι μέσω εκείνων θα σκιάσουν το τόλμημα του συμβόλου, ενώ φαινόταν ότι η δόξα είναι υγιής.

Αλλά οι δικοί μας δεν ανέχονταν, και ήταν αμετάθετοι προς την εξέταση της δόξας, αν δεν διορθωνόταν πρώτα η προσθήκη. Και αν όλοι οι δικοί μας έμεναν σε αυτή την ένσταση, και διαλυόμασταν από εκεί καλά κάνοντας, ούτε θα είχαν παραπειστεί από άλλους ότι είναι απρεπές να φύγουμε χωρίς να πούμε τίποτα για το δόγμα, και δεν θα είχαν δεχτεί τη μετάβαση από την προσθήκη στη δόξα, και από τη Φερράρα στη Φλωρεντία».


Οι συζητήσεις στη Φλωρεντία

«Φτάνοντας εκεί, αρχίσαμε τις συζητήσεις για το δόγμα, με τους Λατίνους να παρουσιάζουν ρητά, τα μεν από απόκρυφα και άγνωστα βιβλία, τα δε από νοθευμένα και διεφθαρμένα, στα οποία ισχυρίζονταν ότι στηρίζεται η δόξα τους.

Πάλι λοιπόν εγώ πλεκόμενος μαζί τους, και ελέγχοντας το άτοπο της δόξας, και παρουσιάζοντας προφανώς ότι τα βιβλία είναι νοθευμένα, δεν κατόρθωνα τίποτα σε πειθώ, παρά μόνο να σπαταλώ τον καιρό μάταια. Αλλά επειδή οι Λατίνοι επέμεναν, εκτείνω και πάλι μεγάλο λόγο, στον οποίο με αναντίρρητες μαρτυρίες παρέστησα την αλήθεια του δόγματός μας, ότι εκ μόνου του Πατρός, όχι δε και εκ του Υιού, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται».

Η παρουσίαση των μαρτυριών από τον Άγιο Μάρκο

«Αρχίζοντας από τους Ευαγγελικούς λόγους, κατεβαίνοντας μέσω των Αποστόλων και των διαδόχων τους μέχρι και την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, εξεργαζόμενος κατά μέρος κάθε ένα από τα ρητά, και συλλογιζόμενος και συμπεραίνοντας για κάθε ένα, ότι παντού απαγορεύεται το καινούργιο δόγμα των Λατίνων, με αυτά κατέλυσα την ομιλία μου προς αυτούς, βεβαιώνοντας ότι είτε δεν θα ξανασυναντηθώ μαζί τους, είτε εγώ θα σιωπήσω».


Η σοφιστική τακτική των Λατίνων

«Αλλά εκείνοι καλούσαν τους δικούς μας, εκόντες άκοντες, να απαντήσουν στα ειπωμένα. Και έχοντας κάνει αυτό, χωρίς εμένα παρόντα, δύο συνεχείς συνελεύσεις ξόδεψαν μόνοι λέγοντας, χωρίς κανέναν να απολογείται.

Στη δεύτερη συνέλευση, διαστρέβλωσαν μάλλον παρά αναστρέψαν τα παρ' εμοί ειπωμένα, και παρουσίασαν χρήσεις εναντίες, όπως νόμιζαν, των δικών μας διδασκάλων.

Επειδή όμως εγώ είχα σιωπήσει, κανένας πια από τους δικούς μας δεν τόλμησε να αντιταχθεί. Οι μεν άρχοντες έκριναν ότι έπρεπε να είναι έτσι, οι δε υπόλοιποι όλοι δίσταζαν τον αγώνα και φοβόνταν μην πέσουν σε έριδες και ταραχές. Εκείνοι, θεωρώντας τη σιωπή μας ως λάφυρο, καλούσαν σαν φυγάδες τους δικούς μας σε μάχη. Και αφού εμείς δεν υπακούαμε καθόλου, επευφημούνταν ως νικητές και ως έχοντες την αλήθεια με το μέρος τους».


Η αρχή της οικονομίας και συγκατάβασης

«Από εκεί αρχίζει τα λόγια της οικονομίας και συγκατάβασης, και κάποιος από τους δικούς μας προσπάθησε να πει ότι είναι καλό να ασπαστούμε την ειρήνη, και να αποδείξουμε ότι οι Άγιοι συμφωνούν μεταξύ τους, για να μη φαίνονται οι Δυτικοί να αντιφθέγγονται στους Ανατολικούς.

Ήδη δε και κάποιος άρχισε να φιλοσοφεί περί της «διά», που βρισκόταν στους δικούς μας διδασκάλους, ως ταυτόν με την «εκ», που μπορεί να δίνει και την αιτία στον Υιό.

Έτσι σιγά-σιγά ο λατινισμός εξερράγη, και άρχισαν να διαπραγματεύονται τον τρόπο της ένωσης, και να περιεργάζονται κάποια ρητά, με τα οποία θα ενώνονταν, που κατείχαν μέση χώρα και μπορούσαν να ληφθούν και με τους δύο τρόπους, σαν κάποιος κόθορνος. Αυτό γιατί τους φάνηκε ότι συνέβαλλε πολύ στην επινόησή τους, αφού μέσω αυτών οι δικοί μας θα προσαγόνταν πιο εύκολα, και οι αντίθετοι ελπίζονταν να τα παραδεχτούν χωρίς εξέταση».


Το γραμμάτιον και η αποδοχή του

«Και αφού συνέταξαν κάποιο γραμμάτιον, που περιείχε τέτοια πράγματα, αλλά παρουσίαζε καθαρά τη δόξα τους, το έστειλαν σε αυτούς, σαν να θα έκαναν με αυτό την ένωση. Σε αυτούς όμως δεν φαινόταν ανεκτό να δεχτούν το γραμμάτιον χωρίς εξέταση, αλλά τους προκαλούσαν είτε να απολογηθούν και να δώσουν λύσεις για τις αμφισβητούμενες φωνές στο γράμμα, είτε να δεχτούν το δικό τους.

Εκείνο ήταν πλήρης συμφωνία για το δόγμα μεταξύ Λατίνων και Ελλήνων, και ομολογία ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Πολύς χρόνος τριβόταν σε αυτά, και οι δικοί μας δυσχέραιναν την αναβολή και αγανάκτουσαν για την πείνα. Γιατί και αυτό τους είχε επινοηθεί, να μη δίνουν σε κανέναν τα συμφωνημένα έξοδα, για να αναγκαστούν σιγά-σιγά να υποκύψουν».


Η τελική επιβολή του λατινισμού

«Τι χρειάζεται να λέω πολλά; Δεν σταμάτησαν να κινούν κάθε πέτρα, οι προδότες της δικής τους σωτηρίας και ευσέβειας, μέχρι που κατόρθωσαν, συγκεντρώνοντας τη σύνοδο, να εκρήξουν τον λατινισμό στο φανερό, με Βασιλιά και Πατριάρχη προεδρεύοντες!

Γιατί παρουσιάζοντας τα ρητά που νόμιζαν ότι συνηγορούν στους Λατίνους, από τους δικούς τους διδασκάλους και από τον μεγάλο Κύριλλο, αφού πρώτα αγωνίστηκαν εναντίον μου, και μετά επιπηδώντας ιταμά με σοφίσματα ο ένας μετά τον άλλον, έτσι ρώτησαν τη σύνοδο: «Ποια γνώμη έχετε για εκείνα τα ρητά, και αν κάνετε και τον Υιό αίτιο του Πνεύματος».

Για τα ρητά μεν, είπαν ότι δεν αμφιβάλλουν, αν είναι γνήσια των διδασκάλων, πιστεύοντας από την επιστολή του θείου Μαξίμου, την αιτία όμως του Πνεύματος να δίνουν στον Υιό απαγόρευσαν οι περισσότεροι. Αλλά οι τολμηροί στην ασέβεια, και όσοι τους ακολούθησαν, υπαχθέντες από λαμπρές υποσχέσεις, με γυμνή τη κεφαλή απεφήναντο τον Υιό αίτιο του Πνεύματος, κάτι που ούτε στα ρητά των Λατίνων βρίσκεται πουθενά φανερά κείμενο.

Με αυτούς και ο Πατριάρχης συμφώνησε, προδιαφθαρμένος ήδη και ο ίδιος, και μαζί διψώντας την απαλλαγή από εκεί, γιατί η υγεία του ρέπε προς θάνατο».


Η τελική στάση του Αγίου Μάρκου

«Εγώ, έχοντας τη δική μου γνώμη και ομολογία της πίστης γραμμένη (γιατί έτσι είχε διαταχθεί πριν, να δώσει ο καθένας γραπτά τη γνώμη του), όταν είδα αυτούς πλέον με πάθος ορμημένους προς την ένωση, και αυτούς που πριν ήταν μαζί μου, τώρα να έχουν πέσει εκεί, μη θυμόμενοι ούτε τα γραπτά τους, απέσχον και εγώ τη γραφή, για να μην τους ερεθίσω σε οργή και εκθέσω τον εαυτό μου σε προφανή κίνδυνο.

Με το στόμα όμως δήλωσα τη γνώμη μου, ότι δεν μπορούν αλλιώς να συμφωνήσουν τα ρητά των Δυτικών και Ανατολικών Πατέρων, παρά μόνο κατά την εξήγηση της επιστολής του σεπτού Μαξίμου, να πούμε τον Υιό αίτιο του Πνεύματος, προσσημειώνοντας μαζί και για την προσθήκη ότι ούτε αυτήν συγχωρώ στους Λατίνους, αφού δεν έγινε καλά ούτε ευλόγως κατά τους ειπωμένους λόγους.

Από εκεί εκείνοι έκαναν το δικό τους, και κοίταξαν τη σύνθεση του όρου και τα υπόλοιπα της ένωσης. Εγώ, χωρισμένος από αυτούς από τότε και ασχολούμενος με τον εαυτό μου, για να διατελώ συνδεδεμένος με τους αγίους μου πατέρες και διδασκάλους, καθιστώ φανερή σε όλους τη γνώμη μου με αυτή μου τη γραφή, ότι δεν παρέδεχτηκα την ένωση που έγινε, μη στέργοντας ούτε να κληθώ γραικολατίνος ούτε λατινόφρων».


Σημείωση: Αυτό το απόσπασμα  αποτελεί την ιστορική μαρτυρία του ίδιου του Αγίου Μάρκου Ευγενικού για τα γεγονότα της Συνόδου, όπου περιγράφει την πορεία από την αρχική άρνηση της προσθήκης μέχρι την τελική επιβολή του λατινισμού, και τη δική του αρνηση να υπογράψει τον όρο της ένωσης.

Η επιστολή του Αγίου Μάρκου προς τους Ορθοδόξους

Αυτά έγραφε προς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς της Ανατολής ο Άγιος Μάρκος, παραμένοντας πιστός λάτρης της καθολικής εν Χριστώ διδασκαλίας. Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας.


Η υπογραφή του όρου από τον Πάπα

Αφού υπέγραψαν όλοι οι Ανατολικοί με τρεμούμενο χέρι τον άθεσμο Όρο της ψευδοένωσης των Εκκλησιών, ο Βασιλιάς τον έστειλε με πολλούς από τους Αρχιερείς και εκκλησιαστικούς άρχοντες στον Πάπα Ευγένιο για να υπογράψει και αυτός.

Παίρνοντας τον όρο στα χέρια του ο Πάπας Ευγένιος (λέει ο Συρόπουλος, που ήταν παρών και ο ίδιος), και βλέποντας τις υπογραφές μας στον όρο, και γνωρίζοντας πόση ισχύ είχε η υπογραφή του Αγίου Μάρκου Εφέσου, ρώτησε, όταν υπέγραφε τον όρο, αν υπέγραψε ο Εφέσου. Ακούγοντας ότι δεν υπέγραψε, είπε: «Λοιπόν δεν κάναμε τίποτα».


Η ανάγνωση του ψευδώνυμου όρου

Αφού λοιπόν κακώς ολοκλήρωσαν την κακή ένωση, στις 6 Ιουλίου, με όλους τους Λατίνους και Έλληνες να πομπεύουν στο Ναό (Σάντα Μαρία λιμπεράτα), αναγνώστηκε ο ψευδώνυμος όρος. Στα λατινικά από τον Καρδινάλιο Ιουλιανό, και στα ελληνικά από τον Νικαία Βησσαρίωνα, έχοντας αυτούσιες λέξεις ως εξής:


Ο Όρος της Συνόδου της Φλωρεντίας

Όρος της Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου που έγινε στη Φλωρεντία

«Ευγένιος, δούλος των δούλων του Θεού, για αιώνια μνήμη του πράγματος, με τη συναίνεση των υπογεγραμμένων και του ποθεινότερου γιου μας Ιωάννη Παλαιολόγου, του περιφανούς βασιλιά των Ρωμαίων, και των τοποτηρητών των σεβασμίων αδελφών μας, των Πατριαρχών και των υπολοίπων που εκπροσωπούν την Ανατολική Εκκλησία.

Ας ευφραίνονται οι ουρανοί και ας αγαλλιάζεται η γη. Γιατί αφαιρέθηκε το μεσότοιχο που χώριζε τη Δυτική και Ανατολική Εκκλησία, επανήλθε δε η ειρήνη και η ομόνοια του ακρογωνιαίου εκείνου λίθου Χριστού, που έκανε τα δύο ένα, του αγάπης και ειρήνης και με ισχυρό δεσμό ζευγνύοντος και συσφίγγοντος και συνέχοντος με στοργή αιώνιας ενότητας. Και μετά τη μακρά εκείνη της αθυμίας ομίχλη και τη μαύρη και άχαρη αχλύ από τη χρόνια διάσταση, έλαμψε σε όλους η γαληνιώσα ακτίνα της ποθεινότερης ένωσης. Ας ευφραίνεται η μητέρα Εκκλησία, βλέποντας τα παιδιά της που ως τώρα στασίαζαν μεταξύ τους, να επιστρέφουν σε ενότητα και ειρήνη. Και αυτή που πριν έκλαιε πικρότατα για το χωρισμό τους, από τη θαυμαστή τους τώρα ομονοία, με ανέκφραστη χαρά ας ευχαριστήσει τον παντοδύναμο Θεό. Ας ευφραίνονται όλοι οι πιστοί παντού της οικουμένης, και αυτοί που καλούνται με το όνομα του Χριστού, ας αγαλλιάζονται με τη μητέρα καθολική Εκκλησία. Γιατί ιδού οι Δυτικοί και Ανατολικοί πατέρες, μετά τον μακρότατο χρόνο της διαφωνίας και διάστασης, παραβαλλόμενοι σε κάθε κίνδυνο στη γη και τη θάλασσα, και υπερβαίνοντας κάθε κόπο για αυτή την ιερά και Οικουμενική Σύνοδο, με την έφεση της ιεράς ένωσης και για να ανακτήσουν την παλιά αγάπη, χαρούμενοι συνήλθαν πρόθυμοι, και δεν απέτυχαν του σκοπού. Γιατί μετά από πολύ και επίπονη έρευνα, τέλος με τη φιλανθρωπία του Παναγίου Πνεύματος, πέτυχαν την ευκταιοτάτη και αγιωτάτη ένωση».


Το δόγμα της εκπορεύσεως

«Ποιος λοιπόν μπορεί να ευχαριστήσει αξίως τις ευεργεσίες του Θεού; Ποιος δεν θα εκπλαγεί μπροστά στον πλούτο των θείων οικτιρμών; Ποιο σιδερένιο στήθος δεν θα μαλακώσει το μέγεθος της θείας ευσπλαγχνίας, που είναι τόσο μεγάλη; Πράγματι θεία είναι αυτά τα έργα, όχι ευρήματα ανθρώπινης αδυναμίας, και γι' αυτά με ιδιαίτερη ευλάβεια αποδεκτά, και με θείους ύμνους προβιβαστέα. Σε σένα οι αίνοι, σε σένα η δόξα, σε σένα πρέπει η ευχαριστία, Χριστέ πηγή οικτιρμών, που χάρισες τόσο μεγάλο αγαθό στη νύμφη σου την καθολική Εκκλησία, και στη γενεά μας έδειξες τα θαύματα της ευσπλαγχνίας σου, για να διηγούνται όλοι τα θαυμάσιά σου.

Τόσο μεγάλο και θείο δώρο μας έδωσε ο Θεός, και με τα μάτια είδαμε, που πολλοί πριν από μας επιθύμησαν να δουν και δεν μπόρεσαν. Γιατί συνελθόντες Λατίνοι και Έλληνες στην ίδια την ιερά και Αγία Οικουμενική σύνοδο, με μεγάλη σπουδή ασχολήθηκαν μεταξύ τους, ώστε μεταξύ των άλλων και το άρθρο εκείνο περί της θείας εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, με πολλή επιμέλεια και συνεχή συζήτηση να εξεταστεί.

Παρουσιασθεισών δε μαρτυριών από την θεία Γραφή και πλείστων ρήσεων των αγίων διδασκάλων Ανατολικών και Δυτικών, των μεν λεγόντων εκ του Πατρός και Υιού, των δε εκ Πατρός δι' Υιού το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι, και στην ίδια έννοια αποβλεπόντων όλων με διαφόρους λέξεις, οι μεν Έλληνες διϊσχυρίσαντο ότι αυτό που λένε, το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός εκπορεύεσθαι, δεν το προφέρουν με αυτή τη διάνοια ώστε να αποκλείουν τον Υιό. Αλλά επειδή, λένε, σ' αυτούς φαινόταν ότι οι Λατίνοι διαβεβαίωναν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και Υιού ως από δύο αρχών και δύο πνεύσεων εκπορεύεται, γι' αυτό κράτησαν το να λένε το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεσθαι εκ του Πατρός και του Υιού.

Οι δε Λατίνοι διαβεβαίωσαν ότι δεν λένε με αυτή τη διάνοια το Πνεύμα το Άγιον εκ Πατρός και Υιού εκπορεύεσθαι, ώστε να αποκλείουν τον Πατέρα του να είναι πηγή ως αρχή της όλης δυότητος, του Υιού δηλαδή και του Αγίου Πνεύματος, ή ότι εκ του Υιού εκπορεύεται το Πνεύμα το Άγιον, ο Υιός δεν έχει από τον Πατέρα, ή ότι θέτουν δύο αρχές ή δύο πνεύσεις, αλλά για να δηλώσουν ότι είναι μία μόνη αρχή και μοναδική προβολή του Αγίου Πνεύματος, όπως μέχρι τώρα διϊσχυρίσαντο.

Επειδή δε από όλα αυτά συνάγεται μία και η αυτή της αλήθειας έννοια, τέλος στην παρακάτω αγία και θεοφιλή, με την ίδια διάνοια και τον ίδιο νου συμφώνησαν, και συνήνεσαν ομοθυμαδόν ένωση».


Τα δόγματα της ένωσης

«Στο όνομα λοιπόν της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, αυτής της ιεράς και Οικουμενικής που ονομάζεται εν Φλωρεντία συνόδου, ορίζουμε, να αυτή η της πίστεως αλήθεια πιστευθεί και αποδεχθεί από όλους τους Χριστιανούς, και έτσι όλοι ομολογούν ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός και του Υιού αιδίως είναι, και την εαυτού ουσία και το υπαρκτικό αυτού είναι έχειν του Πατρός άμα και του Υιού, και εξ αμφοτέρων αιδίως ως από μιας αρχής και μοναδικής προβολής εκπορεύεται.

Διασαφούντες ότι, αυτό που οι άγιοι διδάσκαλοι και πατέρες, εκ του Πατρός διά του Υιού εκπορεύεσθαι λέγουσι το Πνεύμα το Άγιον, σε αυτή φέρει την έννοια, ώστε διά τούτο να δηλούται και τον Υιό να είναι κατά μεν τους Έλληνες αίτιον, κατά δε τους Λατίνους αρχήν της Αγίου Πνεύματος υπάρξεως, όπως και τον Πατέρα. Και επειδή όλα όσα είναι του Πατρός, αυτός ο Πατήρ στον μονογενή αυτού Υιό στο γεννάν έδωσε, πλην του είναι Πατήρα, τούτο αυτό ότι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Υιού εκπορεύεται, αυτός ο Υιός παρά του Πατρός αιδίως και γεγέννηται.

Έτι ορίζομεν την των ρημάτων εκείνων ανάπτυξιν την, και εκ του Υιού, χάριν του την αλήθεια σαφηνισθήναι, ανάγκης τότε επικειμένης, θεμιτώς τε και ευλόγως εν τω συμβόλω προστεθήναι».


Τα άζυμα και η λειτουργία

«Έτι, εν αζύμω ή ενζύμω άρτω σιτίνω το του Χριστού σώμα τελείσθαι αήθως, τους τε ιερείς εν θατέρω, αυτό το σώμα του Κυρίου οφείλει τελεί, έκαστος δηλαδή κατά την της ιδίας Εκκλησίας, είτε Δυτικής είτε Ανατολικής, συνήθειαν».


Το καθαρτήριο πυρ

«Έτι, εάν οι αληθώς μετανοήσαντες αποθάνωσιν εν τη του Θεού αγάπη, πριν τους αξίους της μετανοίας καρπούς ικανοποιήσει περί των ημαρτημένων ομού και ημελημένων, τας τούτων ψυχάς καθαρτικαίς τιμωρίαις καθαίρεσθαι μετά θάνατον, ώστε δε αποκουφίζεσθαι αυτάς των τοιούτων τιμωριών, λυσιτελείν αυταίς των ζώντων πιστών επικουρίας, δηλονότι τας ιεράς θυσίας και ευχάς, και ελεημοσύνας και τάλλα της ευσεβείας έργα, άτινα παρά των πιστών υπέρ άλλων πιστών είωθε γίνεσθαι, κατά τα της εκκλησίας διατάγματα.

Εκείνων δε τας ψυχάς, οίτινες μετά το βαπτισθήναι ουδεμιά όλως της αμαρτίας κηλίδι υπέπεσον, και έτι τας μετά το επελκύσασθαι της αμαρτίας κηλίδα, είτε εν τοις αυτών σώμασιν, είτε μετά το τα σώματα αποδύσασθαι, ως προείρηται, καθαρθείσας, εις Ουρανόν ευθύς προλαμβάνεσθαι και καθαρώς θεωρείν αυτόν τον ένα και τρισυπόστατον Θεόν, καθώς εστίν, έτερον μέν τοι ετέρου τελειότερον κατά την των βεβιωμένων αξίαν. Τας δε ψυχάς των εν θανασίμω αμαρτία τη κατ' ενέργειαν, ή και εν μόνη προπατορική αποβιούντων, ευθέως καταβαίνειν εις Άδην, τιμωρίαις όμως ανίσοις τιμωρηθησομένας».


Η αρχή του Πάπα

«Έτι ορίζομεν την Αγίαν Αποστολικήν καθέδραν, εις τον Ρωμαϊκόν αρχιερέα διάδοχον είναι του μακαρίου Πέτρου του κορυφαίου των Αποστόλων και αληθή τοποτηρητήν του Χριστού και πάσης της Εκκλησίας κεφαλήν και πάντων των Χριστιανών πατέρα τε και διδάσκαλον υπάρχειν, και αυτώ εν τω μακαρίω Πέτρω του ποιμαίνειν και διιθύνειν και κυβερνάν την καθολικήν Εκκλησίαν υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πλήρη εξουσίαν παραδεδόσθαι καθ' όν τρόπον και εν τοις πρακτικοίς των Οικουμενικών συνόδων και εν τοις ιεροίς κανόσι διαλαμβάνεται.

Ανανεούντες έτι και την εν τοις κανόσι παραδεδομένην τάξιν των λοιπών σεβασμίων Πατριαρχών, ώστε τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην δεύτερον είναι μετά τον αγιώτατον Πάπαν της Ρώμης, τρίτον δε τον της Αλεξανδρείας, τέταρτον δε τον της Αντιοχείας και πέμπτον τον των Ιεροσολύμων, σωζομένων δηλαδή των προνομίων απάντων και των δικαίων αυτών».


Η ημερομηνία υπογραφής

«Εδόθη εν τη Φλωρεντία έτει χιλιοστώ τετρακοσιοστώ τριακοστώ εννάτω, Ιουλίου έκτη».


Σημείωση: Αυτός είναι ο πλήρης κείμενος του Όρου της Συνόδου της Φλωρεντίας (Laetentur Coeli), που υπογράφηκε στις 6 Ιουλίου 1439. Ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός αρνήθηκε να τον υπογράψει, όπως και άλλοι Ορθόδοξοι, και συνέχισε τον αγώνα του κατά της ένωσης μέχρι το τέλος της ζωής του.

1. Η απαίτηση του Πάπα

Μετά την υπογραφή της συμφωνίας για την ένωση των Εκκλησιών, ο Πάπας ζήτησε από τον Αυτοκράτορα (Ιωάννη Η' Παλαιολόγο) να του παραδώσει τον Άγιο Μάρκο για να δικαστεί. Η αιτία ήταν ότι ο Μάρκος ούτε πείστηκε από τις αποφάσεις της Συνόδου, ούτε δέχτηκε να υπογράψει τον «Όρο» (το επίσημο έγγραφο της ένωσης).

2. Η αρχική άρνηση του Αυτοκράτορα

Στην αρχή, ο Αυτοκράτορας αρνήθηκε το αίτημα. Μάλιστα, με θεία φώτιση, απάντησε στον Πάπα: «Ο Μάρκος της Εφέσου είναι δικός μας Αρχιερέας και ό,τι αφορά την περίπτωσή του ανήκει στη δική μας δικαιοδοσία».

3. Η κλήση σε απολογία



Όταν όμως ο Πάας επέμεινε και ζήτησε ξανά να του στείλουν τον Άγιο, ο Αυτοκράτορας κάλεσε τον Μάρκο και του είπε: «Επειδή ο Πάπας σε ζήτησε επίμονα, πήγαινε κοντά του χωρίς φόβο και απολογήσου ελεύθερα, χωρίς να κρύψεις τίποτα από τις θέσεις σου».

4. Η συνάντηση στο παλάτι

Ο Άγιος Μάρκος έφτασε στο παλάτι του Πάπα. Εκεί βρήκε τον Πάπα καθισμένο σε έναν πανύψηλο και επιβλητικό θρόνο, γεμάτο σοβαρότητα, περιτριγυρισμένο από Καρδιναλίους και τους σημαντικότερους αρχιεπισκόπους της Δύσης.

5. Η πνευματική αξιοπρέπεια του Μάρκου

Ο Πάπας είχε σκοπό να αφήσει τον Μάρκο να στέκεται όρθιος, σαν να ήταν κατηγορούμενος σε δίκη. Ο Άγιος όμως κατάλαβε την πρόθεσή του και, έχοντας εμπιστοσύνη στο δίκιο του, ισχυρίστηκε ότι είναι άρρωστος και δεν μπορεί να σταθεί όρθιος (αναγκάζοντας έτσι το πρωτόκολλο να του δώσει κάθισμα).

6. Η πίεση για υπογραφή

Αφού κάθισε ο Μάρκος, ο Πάπας άρχισε να τον προτρέπει και να τον πιέζει να αποδεχτεί την ένωση των Εκκλησιών και να βάλει την υπογραφή του στο επίσημο κείμενο.

1. Οι απειλές του Πάπα

Ο Πάπας απείλησε τον Άγιο Μάρκο ότι, αν δεν υπακούσει, θα τον καθαιρέσει από το αξίωμά του και θα τον αφορίσει ως αιρετικό. Του είπε μάλιστα πως αυτό είχε συμβεί σε όλους όσους στο παρελθόν εναντιώθηκαν στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.

2. Η απολογία του Αγίου Μάρκου

Ο Άγιος Μάρκος απάντησε με θάρρος στις κατηγορίες. Σχετικά με την απειλή της καταδίκης του, είπε:

«Οι Σύνοδοι καταδίκαζαν εκείνους που δεν υπάκουαν στην Εκκλησία, αλλά υποστήριζαν και κήρυτταν δικές τους, αντίθετες ιδέες. Εγώ όμως δεν κηρύττω δικές μου απόψεις, ούτε εισάγω καινοτομίες. Παραμένω πιστός στην καθαρή διδασκαλία που παρέλαβε η Εκκλησία από τον Χριστό και την οποία κατείχε και η Ρωμαϊκή Εκκλησία πριν από το Σχίσμα. Αφού λοιπόν η πίστη μου είναι η ίδια που εσείς οι ίδιοι επαινέσατε πολλές φορές σε αυτή τη Σύνοδο, πώς μπορείτε να με καταδικάσετε ως αιρετικό; Πρέπει πρώτα να καταδικάσετε την ίδια την πίστη που ομολογώ. Αν όμως αυτή η πίστη είναι ορθόδοξη, τότε γιατί είμαι άξιος καταδίκης;»

Μετά από αυτά τα λόγια, ο Πάπας τον άφησε ελεύθερο και ο Άγιος επέστρεψε στο κατάλυμά του χωρίς να δικαστεί.

3. Το «θαύμα» της διάσωσης

Οι οπαδοί του Αγίου Μάρκου θεώρησαν τη διάσωσή του θαύμα της Θείας Πρόνοιας. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι ο Πάπας, ενώ είχε στα χέρια του τον μεγαλύτερο εχθρό του Παπισμού —τον άνθρωπο που ακύρωνε με τη στάση του όλη την προσπάθεια για την Ένωση— δεν τον τιμώρησε με θάνατο, όπως όλοι περίμεναν. Εκείνη την εποχή, οι Πάπες συνήθιζαν να εξοντώνουν τους «αιρετικούς» με το σπαθί, την αγχόνη ή τη φωτιά.

4. Η πίεση για την εκλογή νέου Πατριάρχη

Δύο μέρες αργότερα, ο Πάπας Ευγένιος ζήτησε επίμονα από τον Αυτοκράτορα να εκλέξουν τον νέο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως εκεί στη Φλωρεντία. Μάλιστα, πρότεινε για τη θέση έναν Λατίνο που είχε τον τίτλο του Πατριάρχη μόνο κατ' όνομα.

5. Ο διπλωματικός ελιγμός του Αυτοκράτορα

Ο Αυτοκράτορας, για να αποφύγει αυτή την παγίδα (και τον κίνδυνο να εκλεγεί κάποιος φιλοπαπικός όπως ο Ισίδωρος της Ρωσίας), επέτρεψε κρυφά σε πολλούς κορυφαίους Αρχιερείς (όπως τους Ηρακλείας, Κυζίκου, Τραπεζούντος κ.ά.) και σε 50 κληρικούς να φύγουν για τη Βενετία.

Όταν ο Πάπας ζήτησε ξανά την εκλογή Πατριάρχη, ο Αυτοκράτορας απάντησε με δικαιολογία:

«Δεν μπορώ να εκλέξω Πατριάρχη εδώ, γιατί οι σημαντικότεροι και γηραιότεροι αρχιερείς δεν άντεξαν άλλο την ταλαιπωρία και έφυγαν ήδη για τη Βενετία. Χωρίς την παρουσία όλων των αρχιερέων, η εκλογή δεν είναι έγκυρη».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου