Το σημάδι με τον σκύλο
Την επομένη συγκεντρώθηκαν πάλι με εντολή του
βασιλιά. Ρωτηθέντες όλοι, και κληρικοί και άρχοντες, δέχτηκαν την ένωση με τους
Λατίνους. Μετά από αυτό σηκώθηκαν σύμφωνα με τη συνήθεια, για να πει και ο
Βασιλιάς τη γνώμη του.
Θεωρούμε άξιο να προσθέσουμε εδώ εν παρόδω εκείνο το
αξιοσημείωτο συμβάν που διηγείται ο φιλαληθέστατος ιστορικός Συρόπουλος: Όταν ο
Βασιλιάς μιλούσε για την θεοκατάλυτη ένωση, ένας κυνηγετικός σκύλος, που
συνήθιζε να ακολουθεί τον Βασιλιά και να κοιμάται πάνω στο χρυσό προσκεφάλι που
ήταν μπροστά από τον θρόνο του βασιλιά και χρησίμευε ως υποπόδιο, κοιμόταν και
τότε πάνω στο προσκεφάλι, σιωπηλός όπως και άλλοτε.
Αρχίζοντας όμως ο Βασιλιάς να μιλάει, αμέσως άρχισε
ο σκύλος να κλαψουρίζει. Πολλοί προσπάθησαν αμέσως να τον εμποδίσουν και να τον
σιγάσουν, και ιδίως οι βασιλικοί ακόλουθοι που στέκονταν κοντά, αλλά μάταια.
Δοκίμασαν με φωνές και με ράβδους, αλλά πάλι δεν σιώπησε. Το σκυλάκι κλαψούριζε
αδιάκοπα και έπλεκε κυνική τραγωδία, και θρηνητικά συνόδευε τα βασιλικά
διατάγματα. Φαινόταν σαν να κρατούσε τον ίδιο ρυθμό με τη φωνή του ομιλητή, και
με την κυνική μουσική έκανε τον ρυθμό του.
Όπως οι μουσικοί με τις λεπτές φωνές των παιδιών
λαμπρύνουν τις καλλιφωνίες των δασκάλων και τις κάνουν πιο μελωδικές, έτσι και
ο σκύλος εκείνος αμυδρά τραγουδούσε και λιγυρά γάβγιζε και κυνικά τραγωδούσε
και μελούργησε στον ομιλητή. Ή μάλλον, για να πούμε καλύτερα, κλαψούριζε,
ολόλυζε και δεν σταμάτησε πριν σιωπήσει και αυτός που εξέφραζε τη γνώμη του.
Αυτό κάποιοι το σημείωσαν ως αποτρόπαιο οιωνό.
Εξηγούσαν το πράγμα δεχόμενοι ότι έγινε με θεία βούληση, για να ελεγχθούν οι
λογικοί άνθρωποι μέσω του αλόγου ζώου, όπως είχε γίνει και άλλοτε με την όνο
του Βαλαάμ.
Μετά την ομιλία του ο βασιλιάς παρήγγειλε στους
υπηρέτες του να του καταγγείλουν όποιον άκουγαν στο εξής να εκφράζεται κατά της
ένωσης, για να προχωρήσει στην αυστηρή του τιμωρία.
Οι νέες απαιτήσεις του Πάπα
Χαίροντας για την απόφαση των Ανατολικών, ο βασιλιάς
έσπευσε να την αναγγείλει στον Πάπα, προσθέτοντας ότι αφού έγινε δεκτό αυτό το
δόγμα, έμενε μόνο να γραφεί ο όρος όπως γινόταν σε όλες τις Οικουμενικές
Συνόδους και να υπογραφεί και από τους δύο, μετά από ό,τι έπρεπε να εορταστεί
το ευφρόσυνο γεγονός με κοινή ιεροτελεστία σε κάποιον ναό της Φλωρεντίας.
Ο Πάπας, ακούγοντας με ευχαρίστηση όλα αυτά, είπε
ότι δεν αρκούσε η λύση αυτού του ζητήματος, αλλά οι Ανατολικοί έπρεπε να
δεχτούν και τις άλλες αιτήσεις της Δυτικής Εκκλησίας, και μετά να γραφεί και να
υπογραφεί ο όρος.
Δηλαδή ζητούσαν οι δικοί μας να δεχτούν:
- Τη
χρήση των αζύμων αντί του άρτου κατά την ιερή λειτουργία
- Την
ύπαρξη του Καθαρτηρίου Πυρός
- Την
υπεροχή του Πάπα
- Την
αφαίρεση από την ιερά λειτουργία της επίκλησης, δηλαδή της δέησης του
ιερέα με την οποία η Ανατολική Εκκλησία πιστεύει ότι τελείται η μετουσίωση
των προκειμένων αγίων δώρων, ενώ οι Δυτικοί πιστεύουν ότι αυτή τελείται
κατά την απαγγελία των λόγων του Κυρίου «Λάβετε φάγετε» κλπ.
Αυτό έβαλε σε πολλή ανησυχία τους δικούς μας, που
δεν ήθελαν να αλλάξουν τη θεία λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του
Μεγάλου Βασιλείου, στις οποίες περιέχεται η επίκληση. Ιδίως εξόργισε τον
Πατριάρχη και τον βασιλιά, που αναγκάστηκε να απευθυνθεί πάλι στον Άγιο Μάρκο
και να τον παρακαλέσει να γράψει για αυτό το ζήτημα σε απάντηση των Λατίνων.
Αυτό ο Άγιος Μάρκος το έκανε πρόθυμα, υποδεικνύοντας
με λόγο γραμμένο από αυτόν ότι έτσι παρέδωσαν οι άγιοι δάσκαλοι της Εκκλησίας
να τελούνται τα θεία δώρα, όπως τα αγιάζουν οι ιερείς της Ανατολικής Εκκλησίας.
Ο λόγος του Αγίου Μάρκου για την
επίκληση
Τον λόγο του Αγίου Μάρκου Εφέσου, ότι όχι μόνο από
τη φωνή των δεσποτικών λόγων αγιάζονται τα δώρα, αλλά και από την ευχή του
ιερέα, αντιγράφοντας από το χειρόγραφο τόμο της Απαλλαγής που βρίσκεται στο
Άγιο Όρος στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Σκήτης της Αγίας Άννης, παραθέτω εδώ έχοντας
ως εξής:
Η κριτική του Αγίου Μάρκου στη λατινική
λειτουργία
Το πρόβλημα με τα άζυμα
«Ο ιερέας των Λατίνων, όταν λειτουργεί, θυμάται μεν
διηγηματικά τα δεσποτικά λόγια, ότι ο ίδιος πρόσταξε «λάβετε φάγετε και πίετε
όλοι· και τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Αλλά δεν ιερουργεί τίποτα.
Μάλλον νομίζει ότι η ίδια η διήγηση αυτή των λόγων αρκεί για τον αγιασμό, και
ότι η ιερουργία είναι επαρκής.
Έπειτα παίρνει τον άζυμο άρτο εκείνον, όχι καλυμμένο
όπως πρέπει, αλλά από όπου τύχει, τον υψώνει, σπάει ένα μέρος και το βάζει στο
ποτήρι, το υπόλοιπο το βάζει στο στόμα του. Και αφού πιει όλο το ποτήρι,
προτρέπει τους συλλειτουργούντες του διακόνους να τον ασπαστούν, χωρίς να
μεταδώσει τίποτα σε κανέναν. Αυτός που καυχιέται για το «λάβετε φάγετε όλοι,
και πίετε εξ αυτού όλοι».
Αυτά δεν δείχνουν προφανώς την αντίθεση, και προς
τις παραδεδομένες εκθέσεις και εξηγήσεις, και προς τα δεσποτικά ρήματα, και
προς τις ίδιες τις φωνές τους; Και μετά τολμούν να μας κατηγορούν και να
περιεργάζονται και να ερμηνεύουν τα δικά μας, που είναι τόσο σύμφωνα με τους
αγίους;»
Η διδασκαλία του Χρυσοστόμου
«Αλλά ο Χρυσόστομος λέει ότι ο δεσποτικός λόγος,
αφού ειπωθεί μια φορά, εργάζεται την τελειωμένη θυσία. «Αφού ειπωθεί μια φορά»,
λέει, όχι τώρα που λέγεται από τον ιερέα, αλλά αφού ειπωθεί μια φορά από τον
Σωτήρα, βάζει πάντα την τελειωτική δύναμη στα παρακείμενα. Δεν τα τελειοποιεί
ήδη με ενέργεια. Αυτό γιατί το εργάζεται η επίφοιτηση του Αγίου Πνεύματος, μέσω
της ευχής του ιερέα. Και είναι φανερό από όσα ο ίδιος ο χρυσούς τη γλώσσα, όπως
είπαμε και πριν, λέει μετά τα δεσποτικά λόγια: «Κατάπεμψον, λέει, το Πνεύμα σου
το Άγιον και ποίησον τον μεν άρτον τούτον, τίμιον σώμα του Χριστού σου, το δε
εν τω ποτηρίω τούτω, τίμιον αίμα του Χριστού σου. Μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω
Αγίω».
Το τελικό συμπέρασμα
«Αν αυτά δεν πείθουν αυτούς που είναι φιλόνικοι, θα
ήταν δίκαιο να ελεηθούν για τη διπλή άγνοιά τους και την εις βάθος πώρωσή τους.
Εμείς γιατί ακολουθούμε τους ιερούς Αποστόλους και διδασκάλους κατά τις
παραδόσεις που μας παρέδωσαν, τις ιερές θεουργίες υμνούμε, και μετά έτσι
προχωρούμε στην ιερουργία, μέσω της ευχής και της ευλογίας και της του θείου
Πνεύματος επίφοιτησης».
Η απελπισία του Βασιλιά
Οι Λατίνοι έκαναν τόσες πολλές και συνεχείς
επιθέσεις και ενστάσεις προς τον Βασιλιά, ώστε αυτός αγανακτισμένος φώναξε μια
μέρα: «Βλέπω ανθρώπους απειθείς και φιλονικούντες πάντα για να επιβάλουν το
θέλημά τους, αγωνιζόμενους να αναιρέσουν ό,τι προλάβει να πει άλλος. Ώστε αν
κάποιος από μας πει ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός μας, αυτοί θα
φιλονικήσουν και με κάθε τρόπο θα σπουδάσουν να το αναιρέσουν, ισχυριζόμενοι
ότι ο Χριστός δεν είναι ο αληθινός Θεός μας».
Ιδού τι μαρτυρία έκανε ο απελπισμένος βασιλιάς για
τους αγαπημένους του Λατίνους, άκων επιβεβαιώνοντας άριστα τον λόγο του Αγίου
Βασιλείου: «ότι ούτε ξέρουν την αλήθεια, ούτε να μάθουν ανέχονται».
Ο θάνατος του Πατριάρχη Ιωσήφ
Ενώ αυτά είχαν έτσι, ενώ ο Πατριάρχης Ιωσήφ, γέρων
εβδομηντούτης, σε όλα πειθόμενος στον Βασιλιά και από αυτόν και από τον Νικαία
προτρεπόμενος, σκεφτόταν να υπογράψει στον λατινισμό, όπως ιστορεί ο
Συρόπουλος, κόπρος βγήκε από το στόμα του καθώς έτρωγε. Πέθανε αιφνιδίως στις
10 Ιουνίου 1439 και άφησε την ψυχή του, και σαν άλλος Άρειος αντεστραμμένως
διαρράγηκε πριν τελειώσει η σύνοδος.
Θάφτηκε στο Ναό της Αγίας Μαρίας της Νέας (Santa
Maria Novella), όπου και μέχρι σήμερα δείχνεται ο τάφος του στο ιερό βήμα. Πάνω
από τον τάφο στον τοίχο διασώζεται η εικόνα του, στην οποία παριστάνεται
ντυμένος με αρχιερατική στολή.
Η τελική πίεση και η υπογραφή του όρου
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Ιωσήφ, ο βασιλιάς
μόνος απομεινάς διαπραγματευόταν να γραφεί ο όρος και να τελεστεί η ένωση,
έχοντας για το σκοπό αυτό συμβούλους και συνεργούς τον Ισίδωρο της Ρωσσίας, τον
Βησσαρίωνα της Νικαίας και τον μέγα πρωτοσύγκελο Γρηγόριο, οι οποίοι τον ώθησαν
τεχνηέντως προς παραδοχή πολλών που δεν δεχόταν.
Προσερχόμενοι και οι Καρδινάλιοι στον Βασιλιά
ζητούσαν διορθώσεις, ή μάλλον για να πούμε καλύτερα, διαστρεβλώσεις των ορθών
δογμάτων της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Τα ζητήματα για τα οποία γινόταν
συζήτηση ήταν τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ και η αρχή του πάπα. Ο βασιλιάς
αγωνιζόταν να τους αποφύγει.
«Και εξετάσαμε τα ζητήματα αυτά των Λατίνων», λέει
ένας από αυτούς τους αρνησίθρησκους, «και βρήκαμε όλα δίκαια και καλά, και
αναγκάσαμε τον βασιλιά πολύ, εμείς όλα τα δεχόμαστε, είπαμε, και ας γίνει τέλος
του πράγματος, αλλά αυτός δεν ήθελε».
Αυτά τα ζητήματα των Λατίνων, όπως υπάρχουν στον όρο, δεν συζητήθηκαν ούτε εξετάστηκαν από τη σύνοδο των Ελλήνων, αλλά μόνο από τους αρνησίθρησκους Βησσαρίωνα της Νικαίας, Ισίδωρο της Ρωσσίας και Δωρόθεο της Μυτιλήνης.
Ο Αυτοκράτωρ μετά τον θάνατο του Πατριάρχου πολλές
φορές αντέστη στους Λατίνους και στους λατινόφρονες, γιατί όλη η ευθύνη έπεφτε
πάνω του. Αλλά τελικά υπέκυψε ο άθλιος, σκεφτόμενος ότι δεν ήταν δυνατόν αλλιώς
ούτε να ζήσουν στην Ιταλία (αφού ο Πάπας άρχισε πάλι να τους καθυστερεί το
σιτηρέσιο), ούτε να φύγουν από εκεί, γιατί βρίσκονταν σε απόλυτο περιορισμό.
Γι' αυτό έστειλε τον Ισίδωρο της Ρωσσίας (το όργανο
της θεοστυγούς ένωσης) να ρωτήσει τι βοήθεια ήθελε ο μακαριώτατος πατέρας να
παράσχει στους Χριστιανούς. Σε αυτή την ερώτηση του βασιλιά απάντησε ο Πάπας
μέσω τριών Καρδιναλίων τα εξής:
- Να
δώσει έξοδα και καράβια για την επιστροφή
- Τριακοσίους
στρατιώτες, να στέκονται σε φυλακή της πόλης με έξοδα του Πάπα
- Δύο
καράβια να την παρακολουθούν
- Το
προσκύνημα της Ιερουσαλήμ να γίνει στην πόλη, όπως οι γαλιάτζαι που
πηγαίνουν σε προσκύνημα στον ζωοδόχο τάφο
- Να
δώσει είκοσι οπλισμένα καράβια με αρόδες για έξι μήνες, ή δέκα καράβια για
έναν χρόνο
- Όταν χρειάζεται φωσάτον από ξηράς, να σπουδάσει ενώπιον του Χριστού να έρθουν τα γένη των χριστιανών σε συμμαχία του.
- ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου