Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Β)

 

 


ΜΕΡΟΣ Β-

-----------------------------------------------------------------------------

Η αποστολή της Εκκλησίας και η «πολιτιστική ταυτότητα» (§6)

 

6Τό ποστολικόν ργον καί ξαγγελία το Εαγγελίου, γνωστή ς εραποστολή, νήκουν ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη» (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν. Ες τήν προσπάθειαν ατήν φείλουν νά συμμετέχουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν ες τήν κανονικήν τάξιν.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν.»

Σχολια: Το Ευαγγέλιο δεν «διαπραγματεύεται» με την πολιτιστική ταυτότητα, αλλά μεταμορφώνει τον πολιτισμό. Ο όρος «σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα» θεωρείται εισαγωγή συγκρητιστικής λογικής. Η  αποστολή δεν είναι «διακοινωνιακή συνάντηση», αλλά κήρυξη μετανοίας. Η διατύπωση αποδυναμώνει το ιεραποστολικό αίσθημα, παρουσιάζοντας την Ορθοδοξία ως έναν από τους «πολιτισμούς» που συνυπάρχουν.


Η Οικογένεια: σιωπή επί του ζητήματος του γάμου (§7)

7.  ρθόδοξος κκλησία θεωρε τήν κατάλυτον γαπητικήν νωσιν νδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... ες Χριστόν καί ες τήν κκλησίαν», (φεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ξ ατο οκογένειαν, ποία ποτελε τήν μόνην γγύησιν τς γεννήσεως καί τς νατροφς τν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τς θείας Οκονομίας, «κκλησίαν μικράν» (ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τήν πρός φεσίους πιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα ες ατήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.

σύγχρονος κρίσις το γάμου καί τς οκογενείας εναι πότοκος τς κρίσεως τς λευθερίας ς εθύνης, τς συρρικνώσεως ατς ες εδαιμονιστικήν ατοπραγμάτωσιν, τς ταυτίσεώς της μέ τομικήν αταρέσκειαν, ατάρκειαν καί ατονομίαν, καί τς πωλείας το μυστηριακο χαρακτρος τς νώσεως νδρός καί γυναικός, ς καί τς λήθης το θυσιαστικο θους τς γάπης. σύγχρονος κκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ μιγς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροσα ατόν ς μίαν πλν μορφήν σχέσεως, μεταξύ λων τν λλων, α ποαι δικαιονται ξ σου θεσμικς κατοχυρώσεως.

γάμος εναι κκλησιοτραφές ργαστήριον ζως ν γάπ καί νυπέρβλητος δωρεά τς χάριτος το Θεο. «ψηλή χείρ» το «συνδέτου» Θεο «οράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ρμόζουσα» μετά το Χριστο καί μετ’ λλήλων. Ο στέφανοι, ο ποοι τοποθετονται πί τς κεφαλς το νυμφίου καί τς νύμφης κατά τήν τέλεσιν το μυστηρίου, παραπέμπουν ες τήν διάστασιν τς θυσίας καί τς πλήρους φιερώσεως ες τόν Θεόν καί ες λλήλους, ναφέρονται δέ πίσης καί ες τήν ζωήν τς Βασιλείας το Θεο, ποκαλύπτοντες τήν σχατολογικήν ναφοράν το μυστηρίου τς γάπης.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ .Αν και το κείμενο ορθώς υπερασπίζεται τον αδιάλυτο γάμο, αποφεύγει να κατονομάσει τις σύγχρονες μορφές αλλοίωσής του (σύμφωνο συμβίωσης, γάμοι ομοφυλοφίλων, μονογονεϊκές οικογένειες). Η   σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σύνοδος απέφυγε συνειδητά να προκαλέσει τη «δυτική» κοινή γνώμη. Αυτό ερμηνεύεται ως προσαρμογή στην πολιτική ορθότητα, ασυμβίβαστη με τον προφητικό λόγο των Πατέρων.


4. Η παγκοσμιοποίηση και η «συναλληλία» με το κοσμικό κράτος (§16)

16 κκλησία δέν ναμιγνύεται ες τήν πολιτικήν, ν τ στεν σημασί το ρου, λλ’ μως μαρτυρία ατς εναι οσιαστικς πολιτική, ς μέριμνα διά τόν νθρωπον καί τήν πνευματικήν λευθερίαν του.  λόγος τς κκλησίας πρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείν ες τό διηνεκς μία φειλετική παρέμβασις πρ το νθρώπου. Α κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου ες τό νέον πλαίσιον τν διεθνν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ’, 21). συναλληλία ατη δέον πως διασώζ τήν διοπροσωπίαν κκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζ τήν ελικριν συνεργασίαν ατν π’ φελεί τς προστασίας τς μοναδικς ξίας το νθρώπου καί τν ντεθεν πορρεόντων δικαιωμάτων ατο, ς καί τς κοινωνικς δικαιοσύνης.

Τά δικαιώματα το νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς ς πάντησις ες τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί νατροπάς καί διά τήν προστασίαν τς λευθερίας το τόμου. προσέγγισις τν δικαιωμάτων το νθρώπου πό τς ρθοδόξου κκλησίας πικεντρώνεται ες τόν κίνδυνον κπτώσεως το τομικο δικαιώματος ες τομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη κτροπή λειτουργε ες βάρος το κοινοτικο περιεχομένου τς λευθερίας, δηγε ες τήν αθαίρετον μετατροπήν τν δικαιωμάτων ες εδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί ες τήν ναγωγήν τς πισφαλος ταυτίσεως τς λευθερίας μέ τήν συδοσίαν το τόμου ες «οκουμενικήν ξίαν», ποία ποσκάπτει τά θεμέλια τν κοινωνικν ξιν, τς οκογενείας, τς θρησκείας, το θνους καί πειλε θεμελιώδεις θικάς ξίας.

ρθόδοξος λοιπόν κατανόησις το νθρώπου ντιτίθεται τόσον ες τήν λαζονικήν ποθέωσιν το τόμου καί τν δικαιωμάτων του, σον καί ες τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν το νθρωπίνου προσώπου ες τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί πικοινωνιακάς δομάς. παράδοσις τς ρθοδοξίας εναι νεξάντλητος πηγή ζωτικν ληθειν διά τόν νθρωπον. Οδείς τίμησε τόν νθρωπον καί μερίμνησε δι’ ατόν τόσον, σον Θεάνθρωπος Χριστός καί κκλησία Του. Θεμελιδες νθρώπινον δικαίωμα εναι προστασία τς ρχς τς θρησκευτικς λευθερίας πό πάσας τάς προοπτικάς ατς, τοι τς λευθερίας τς συνειδήσεως, τς πίστεως, τς λατρείας καί λων τν τομικν καί συλλογικν κφράσεων θρησκευτικς λευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί το δικαιώματος κάστου πιστο νά τελ κωλύτως πό οανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τς λευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τς θρησκείας καί τν προϋποθέσεων λειτουργίας τν θρησκευτικν κοινοτήτων.

 

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«Α
κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου...»
και η επίκληση: «
πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ', 21).

ΣΧΟΛΙΟ: Η έννοια της συναλληλίας δεν απορρίπτεται συλλήβδην από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως νεωτερισμός, αλλά αντιθέτως αποτελεί ιστορικά το παραδοσιακό βυζαντινό πρότυπο αρμονικής συνεργασίας και ισוτιμίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, λειτουργώντας ως τα δύο χέρια ενός σώματος. Ωστόσο, η κριτική απέναντι στον όρο εντοπίζεται κυρίως σε δύο επίπεδα. Ως προς την ιστορική συγκυρία, επισημαίνεται ότι η συναλληλία γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αυτοκράτορας ήταν ορθόδοξος και η Εκκλησία ταυτιζόταν με τα όρια ενός χριστιανικού κράτους, καθιστώντας την εφαρμογή της αδύνατη ή παρεξηγήσιμη στη σύγχρονη πολυεθνοτική και κοσμική πραγματικότητα. Παράλληλα, αποφεύγονται εκδοχές της που εκφυλίζονται σε κρατισμό ή σε υποταγή της Εκκλησίας στις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία και την εσχατολογική της ταυτότητα, αποφεύγοντας συμβιβαστικά σχήματα συνύπαρξης με έναν αθρήσκο ή πολυθεϊστικό κόσμο που θαρρετά αναιρούν την πνευματική της αυτονομία.

 Η περίφημη ρήση του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21) αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους βιβλικούς στίχους στη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η σύγχρονη προσέγγιση επικαλείται το χωρίο για να νομιμοποιήσει έναν εκ των πραγμάτων διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εστιάζοντας στη διακριτότητα των σφαιρών όπου ο Καίσαρας εκπροσωπεί την κοσμική διοίκηση και ο Θεός την πνευματική ζωή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, τίθενται τα απαραίτητα όρια ώστε η πολιτεία να μην παρεμβαίνει στα θρησκευτικά ζητήματα και η Εκκλησία να μην ασκεί κοσμική εξουσία.

Αντιθέτως, η πατερική παράδοση ερμηνεύει το ίδιο χωρίο όχι ως ένδειξη διαχωρισμού, αλλά ως την απόλυτη υποταγή όλων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας, στον Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν δύο παράλληλες και ισότιμες εξουσίες, καθώς θεωρούν ότι εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ακόμη και ο Καίσαρας και τα υλικά αγαθά του ανήκουν τελικά σε Εκείνον. Η πολιτική εξουσία γίνεται αποδεκτή μόνο στο μέτρο που δεν αντιστρατεύεται τον θείο νόμο, και όταν ο κοσμικός άρχοντας απαιτεί εκείνο που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, η υπακοή παύει. Έτσι, η πατερική γραμματεία υποτάσσει την πολιτική σφαίρα κάτω από την ηθική και πνευματική εποπτεία της βασιλείας του Θεού, αρνούμενη την αυτονομία ενός κράτους που δρα εντελώς ανεξάρτητα από τις θείες εντολές.

Επιπλέον, η αποδοχή της «θρησκευτικής ελευθερίας» ως «θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος» εισάγει φιλελεύθερη ανθρωπολογία στη θέση της ορθοδόξου: το δικαίωμα στην πλάνη δεν είναι δώρο Θεού, αλλά ανθρώπινη επινόηση.

Τα «δικαιώματα του ανθρώπου» ως εκκοσμίκευση (§16)

Προβληματικό απόσπασμα:
«Τά δικαιώματα το
νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς...» και η προσοχή στην «κτροπή» τους σε ατομοκεντρισμό.

Σχολια: Αν και το κείμενο επιχειρεί να «ορθοδοξοποιήσει» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται δανεικό από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και όχι από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να μιλάει γλώσσα «δικαιωμάτων», αλλά γλώσσα αληθείας και σωτηρίας. Η υιοθέτηση της «δικαιωματικής» γλώσσας είναι ήδη υποχώρηση στη λογική της εκκοσμίκευσης που υποτίθεται ότι καταγγέλλεται.


Ο «διαθρησκειακός διάλογος» (§17) — Ίσως το κρισιμότερο σημείο

17. Βιομεν σήμερον ξαρσιν νοσηρν φαινομένων βίας ν νόματι το Θεο. Α κρήξεις φονταμενταλισμο ες τούς κόλπους τν θρησκειν κινδυνεύουν νά δηγήσουν ες τήν πικράτησιν τς πόψεως τι φονταμενταλισμός νήκει ες τήν οσίαν το θρησκευτικο φαινομένου. λήθεια μως εναι τι  φονταμενταλισμός, ς «ζλος ο κατ’ πίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ποτελε κφρασιν νοσηρς θρησκευτικότητος. ληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον το σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον ατόν εναι αστηρότερος κριτής το ποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμο. ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς. κκλησία γωνίζεται διά νά καταστήσ ασθητοτέραν τήν «νωθεν ερήνην» πί τς γς. ληθινή ερήνη δέν πιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τν πλων, λλά μόνον διά μέσου τς γάπης, τις «ο ζητε τά αυτς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό λαιον τς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιται διά νά παλύν καί νά θεραπεύ τάς παλαιάς πληγάς τν λλων καί χι νά ναρριπίζ νέας στίας μίσους.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς.»

Σχολιασμός: Αυτό είναι το πλέον αναθεματισμένο σημείο από αντιοικουμενιστές. Ο όρος «διαθρησκειακός διάλογος» συνδέεται άμεσα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις συναντήσεις της  Ασσίζης. Η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει «διαθρησκειακό διάλογο» ως αξία, αλλά κήρυγμα μετανοίας προς τους αλλόθρησκους.

Η φράση «μοιβαία μπιστοσύνη» μεταξύ Ορθοδοξίας και, π.χ., Ισλάμ ή Βουδισμού, θεωρείται θεολογικά ασύστατη: η αλήθεια δεν «διαλέγεται» με την πλάνη ως ίση προς ίση. Η ειρήνη «διά μέσου τς γάπης» ερμηνεύεται εδώ ως αγάπη χωρίς κήρυγμα αληθείας, δηλαδή ως συγκρητιστική ουδετερότητα.


7. Η «διαχριστιανική» συνάντηση και η μαρτυρία «διά του διαλόγου» (§20) — Το επίκεντρο της κριτικής

20.  κκλησία πιδεικνύει εαισθησίαν ναντι κείνων, ο ποοι διέκοψαν τήν μετ’ ατς κοινωνίαν καί νδιαφέρεται δι’ σους δέν κατανοον τήν φωνήν της. ν τ συνειδήσει ατς τι ποτελε τήν ζσαν παρουσίαν το Χριστο ν τ κόσμ, μετατρέπει ες συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οκονομίαν δι’ λων τν ες τήν διάθεσιν ατς μέσων, διά τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς ληθείας, ν τ  κριβεί τς ποστολικς πίστεως. πό τό πνεμα ατό τς κατανοήσεως το χρέους μαρτυρίας καί προσφορς,  ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, διαιτέρως δέ ες κενον μέ τούς τεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου το διαλόγου ατο, λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν ρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τς παραδόσεως ατς. πίσης γνωρίζει τι ρθόδοξος κκλησία οδέποτε πεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν τήν μφισβήτησιν τς δογματικς παραδόσεως καί το εαγγελικο θους της. Ο διαχριστιανικοί διάλογοι λειτούργησαν ς εκαιρία διά τήν ρθοδοξίαν, διά νά ναδείξ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τν Πατέρων καί διά νά δώσ τήν ξιόπιστον μαρτυρίαν τς γνησίας παραδόσεως τς μις, γίας, καθολικς καί ποστολικς κκλησίας. Ο πό τς ρθοδόξου κκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οδέποτε σήμαιναν, οτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οονδήποτε συμβιβασμόν ες ζητήματα πίστεως. Ο διάλογοι ατοί εναι μαρτυρία περί τς ρθοδοξίας, δραζομένη πί το εαγγελικο μηνύματος «ρχου καί δε» (ωάν. α’, 46), τι « Θεός γάπη στίν» (Α’ ωάν. δ’, 8)

 

Προβληματικά αποσπάσματα:

  • « ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, διαιτέρως δέ ες κενον μέ τούς τεροδόξους χριστιανούς.»
  • «Διά μέσου το διαλόγου ατο, λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν ρθοδοξίαν...»
  • «Ο διαχριστιανικοί διάλογοι λειτούργησαν ς εκαιρία διά τήν ρθοδοξίαν...»

Σχολιασμός

α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται διαλόγους για να αποδείξει ποια είναι. Ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η αλήθεια της ζείται μέσα στα Μυστήριά της και δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

β) Ο όρος «τερόδοξοι χριστιανοί» είναι ήδη υποχώρηση: οι αιρετικοί δεν είναι «λλο δόξα» αλλά αποσχισμένοι από την Αλήθεια. Η κοινή χρήση του όρου «χριστιανοί» για τους παπικούς και προτεστάντες αποτελεί εκκλησιολογική σύγχυση.

γ) Η φράση «οδέποτε σήμαιναν... οονδήποτε συμβιβασμόν» ερμηνεύεται ως άλλοθι.Αν οι διάλογοι δεν οδηγούν σε συμβιβασμό, γιατί γίνονται; Γιατί η Ορθοδοξία συμμετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών; Η απλή διακήρυξη «δεν συμβιβαζόμαστε» δεν ακυρώνει την ουσία της κοινής προσευχής και της κοινής μαρτυρίας που αναπτύσσεται στους διαλόγους.

δ) Το «ρχου καί δε» (Ιωάν. α', 46) χρησιμοποιείται εδώ ως πρόσκληση σε «βίωμα», ενώ στην πραγματικότητα ο Χριστός καλεί σε πίστη και υπακοή, όχι σε διαθρησκειακή συνάντηση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου