Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Α)

 



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Εισαγωγικά
Η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη» χωρίς να είναι Οικουμενική. Στην παράδοση, «Μεγάλη Σύνοδος» σημαίνει Οικουμενική Σύνοδος (όπως η Α΄-Ζ΄). Μια σύνοδος που συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απουσία 4 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα για όλη την Ορθοδοξία, δεν δικαιούται να αυτοχαρακτηρίζεται «Μεγάλη». Αυτό συνιστά νομιμοποίηση εκ του μη όντος: η Σύνοδος επιχειρεί να αυτοθεσμοθετηθεί ως «Μεγάλη», επιβάλλοντας de facto ένα νέο είδος συνοδικότητας που δεν είναι ούτε Τοπική ούτε Οικουμενική .

Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στη βασική στατιστική σύνθεση της «Συνόδου» (στην Κρήτη) έχουμε τα εξής δεδομένα.

  • Συμμετέχουσες Εκκλησίες: 10 από τις 14 Τοπικές Εκκλησίες (ποσοστό 71%)
  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Χριστιανών: Ποσοστό σχεδόν 30%.
  • Συμμετέχοντες Ορθόδοξοι Επίσκοποι: 162 συμμετείχαν από τους 350 που είχαν προσκληθεί (46%)
  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Επισκόπων: 162 επί συνόλου 850 παγκοσμίως (19%)
  • Συνολικός Αριθμός Ψηφισάντων Επισκόπων: 10 από τους 162 παριστάμενους επισκόπους (6%), ή 10 από τους 850 επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1.1%).

Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω με τις αληθινά «άγιες και Μεγάλες Συνόδους» της Εκκλησίας, οι οποίες αναγνωρίστηκαν κατόπιν ως «Οικουμενικές», υπάρχει τεράστια διαφορά, ιδιαίτερα όσον αφορά τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν οι ἱεράρχες των πρώτων αιώνων ως προς τις μετακινήσεις τους και την επικοινωνία. Παραδείγματος χάριν, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος είχε 325 θεοφόρους Πατέρες, η Δ’ Οικουμενική 630 Πατέρες και η Ζ’ 350 Πατέρες – όλοι αυτοί συμμετείχαν με δικαίωμα ψήφου.

Στα κείμενα που σχολιάζουμε διατηρούμε ακριβώς τους τίτλους, την γλώσσα και τον πολυτονισμό   των και επίσημων κειμένων.Σε πλαίσιο δημοσιεύουμε τα επίσημα άρθρα των κειμένων

---------------------------------------------------------------------------------

Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η ταύτιση Εκκλησίας — Θείας Ευχαριστίας (§1, §2, επίλογος)

1.      Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).

2.      Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 -----------------------------------------------------------

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιοῖ τό ὅλον μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν αὐτῆς, μέ ἐπίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσφέρει εἰς ἡμᾶς οὐχί τροφήν ἐπίκηρον καί φθαρτήν, ἀλλ’ αὐτό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σῶμα, «τόν οὐράνιον Ἄρτον», «ὅς ἐστί φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός φεσίους, Κ’. PG 5, 756).  θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας το κκλησιαστικο σώματος, καθώς καί τήν αὐθεντικήν βεβαίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διακηρύττει καί ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος: «Ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη (= διδασκαλία) τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» (Κατά αρέσεων Δ’, 18. PG 7, 1028).

 

 

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

§1: «πρόγευσις καί βίωσις τν σχάτων ν τ θεί Εχαριστί»

§2: « ρρηκτος σχέσις... το μυστηρίου τς κκλησίας πρός τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας»

· Επίλογος: « θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Εδώ διακρίνεται σαφώς η επιρροή του Ιωάννη Ζηζιούλα και της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας». Η Εκκλησία δεν «προέρχεται» από την Ευχαριστία, ούτε η Ευχαριστία είναι ο «σώτατος πυρήνας» της συνοδικότητας. Κατά τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι το Σώμα Χριστού που συγκροτείται από την ενσάρκωση, το βάπτισμα και την πίστη — και εντός αυτού του Σώματος τελείται η Ευχαριστία. Η ταύτιση Εκκλησίας = Ευχαριστίας αντιστρέφει τη σχέση: η Ευχαριστία είναι μέσον κοινωνίας με το Σώμα, όχι η ουσία της Εκκλησίας.

Αυτή η εκκλησιολογία αποδυναμώνει την Εκκλησία ως θεσμό σωτηρίας (νοσούντες, αμαρτωλοί, μετανοούντες) και την μετατρέπει σε «χώρο κοινωνίας προσώπων». Επιπλέον, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία διευκολύνει την κοινή προσευχή με αιρετικούς: αν η Εκκλησία «είναι» η Ευχαριστία, τότε όποιος «ευχαριστεί» συγκροτεί εκκλησία — πρόκειται για κρυφό οικουμενισμό.

Η «σχεσιακή»  εκκλησιολογία (§1)

Το προβληματικό απόσπασμα:
«
μία, γία, καθολική καί ποστολική κκλησία εναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος»

Σχολιασμός:
Ο όρος «κοινωνία»  εδώ δεν χρησιμοποιείται πατερικά, αλλά μεταπατερικά. Οι Πατέρες ομιλούν για Σ
μα Χριστο, Ποίμνιο, Μητέρα, Πόλη Θεού — όχι για «κοινωνία προσώπων». Η «κοινωνιακή» εκκλησιολογία είναι δανεική από την Β Βατικάνειο Σύνοδο  και από τον προτεσταντισμό.

Το πρόβλημα είναι ότι η «κοινωνία» είναι ασαφής έννοια: μπορεί να περιλάβει και τους αιρετικούς «εν μετρία κοινωνία». Η εκκλησιολογία του Σώματος είναι σαφής: είσαι μέλος ή αποκεκομμένος. Εδώ εντοπίζεται η  προσπάθεια να αντικατασταθεί η σωματική/ιεραρχική εκκλησιολογία με μια σχεσιακή, που διευκολύνει τους διαλόγους και τις «μερικές κοινωνίες» με τους αιρετικούς.

-----------------------------------------------------------------------------------------

Η σιωπή για το παπικό πρωτείο και τον Ουνιτισμό

3.      Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ κκλησία τν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Παρότι η Σύνοδος καταδικάζει τη Σύνοδο Φλωρεντίας (§3), δεν κατονομάζει το παπικό filioque, το πρωτείο εξουσίας , και τον σύγχρονο Ουνιτισμό ως ενεργές αιρέσεις. Η αναφορά στην «
ποκήρυξιν τς νωτικς συνόδου τς Φλωρεντίας» παραμένει ιστορική, όχι προφητική.
Μια «Μεγάλη Σύνοδος» που δεν τολμά να πει ότι «ο Πάπας δεν είναι επίσκοπος Ρώμης αλλά αιρετικός», και ότι «οι Ουνίτες δεν είναι Εκκλησία αλλά όργανο αφομοιώσεως», δεν είναι Σύνοδος αλλά συνέδριο διπλωματών. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία: εξυπηρετεί τους διαλόγους με το Βατικανό (§20). Η εκκλησιολογία της Συνόδου είναι, de facto, διπλωματική και όχι αναθεματική, ασυμβίβαστη με το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων.

Η «συνεταιριστική» εκκλησιολογία των «14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών» (§5)

5. Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων. Ἡ ἀρχή τῆς αὐτοκεφαλίας δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῇ εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικότητος καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμεν λοιπόν ὅτι  δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ, ἀπαρτιζομένων ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐκ τῶν ὁρισθεισῶν περιοχῶν ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων ἐπισκόπων, οἵτινες ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον, ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως αὐτῶν, ἡ δέ συνεπής λειτουργία αὐτῶν ἐγγυᾶται τόν σεβασμόν τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.

 

Το προβληματικό απόσπασμα:
« ρθόδοξος Καθολική κκλησία ποτελεται κ δεκατεσσάρων κατά τόπους Ατοκεφάλων κκλησιν, πανορθοδόξως νεγνωρισμένων.»

Σχολιασμός
Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη εκκλησιολογική παραχάραξη του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποτελείται από 14 Εκκλησίες. Είναι μία Εκκλησία, η οποία εκφράζεται τοπικά μέσα σε 14 (ή όσες άλλες) αυτοδιοίκητες διοικητικές μονάδες. Η διατύπωση «ποτελεται κ» εισάγει μοντέλο συνομοσπονδίας , όπου η «Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία» είναι το άθροισμα των μερών, αντί για το αντίστροφο: οι τοπικές Εκκλησίες είναι μέλη (μέλη του σώματος) της μίας και μόνης Εκκλησίας.

Αυτό είναι δανεικό από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία της Κολλεγιότητας της Β Βατικάνειας Συνόδου  σύμφωνα με την οποία  η «Εκκλησία» είναι κοινωνία «Εκκλησιών». Η ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ως διοικητικές επαρχίες, όχι ως συστατικά μέρη της μίας Εκκλησίας.

. Η υποβάθμιση της συνοδικής ιεραρχίας και η «δημοκρατική» συνοδικότητα (§3, §5)

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

  • §3: « κκλησία ατή καθ’ ατήν εναι Σύνοδος πό το Χριστο συνεστημένη καί πό το γίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ποστολικόν «δοξε τ γί Πνεύματι καί μν »»
  • §5: « δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ... ποτελε ν θετικόν βμα»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:
Η φράση «
κκλησία... εναι Σύνοδος» είναι θεολογικά ατελής. Η Εκκλησία έχει Συνόδους, δεν είναι Σύνοδος. Η Σύνοδος είναι εργαλείο διακυβέρνησης, όχι ουσία της Εκκλησίας. Αυτή η διατύπωση εκλαϊκεύει την εκκλησιολογία, μετατρέποντάς την σε «συνέλευση» ή «δημοκρατικό σώμα» — κάτι που θυμίζει προτεσταντικές συνελεύσεις.

Παράλληλα, η αναφορά στις "Επισκοπικές Συνελεύσεις στη Διασπορά" καθιερώνει στην πράξη το καθεστώς των πολλαπλών δικαιοδοσιών, καταστρατηγώντας τον 28ό κανόνα της Χαλκηδόνας. Έτσι, δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο για την αποδοχή σχισματικών ομάδων —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ουκρανία— υπό το κάλυμμα μιας στρεβλής αντίληψης περί "συνοδικότητας"

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου