Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Μία αξιόλογη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα «Η ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗ ΚΑΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ (ΜΕΡΟΣ -Γ)

 


ΜΕΡΟΣ -Γ (ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ)

 

Δ.Χ.

Κατά τήν γνώμην μου, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τήν διδασκαλίαν καί πρᾶξιν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἱεροί κανόνες πού ἀπαγορεύουν τήν εἰσπήδησιν Ἐπισκόπων εἰς ξένας δικαιοδοσίας (14ος Ἀποστολικός, 15ος τῆς Α' Οἰκ. Συνόδου κ.ἄ.), καθώς καί τήν συνύπαρξιν δύο Ἐπισκόπων εἰς τήν αὐτήν Ἐπισκοπήν (8ος τῆς Α' Οἰκ. Συνόδου, 16ος τῆς ΑΒʹ κ.ἄ.), πρέπει νά τηρῶνται ἀπαρασαλεύτως ὅταν ὑπάρχῃ εἰρήνη εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί τούς θρόνους κατέχουν Ὀρθόδοξοι Ἑπίσκοποι. Ὅταν, ὅμως, ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἤ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας, ὁλόκληρος ἡ διοικοῦσα ἱεραρχία εἶναι αἱρετική ἤ σχισματική, δηλαδή «ἀγέλη λύκων» μή φειδομένων τοῦ ποιμνίου (Πρ. 20:29-30), τότε οἱ «παραβιάσεις» τῶν ἐν λόγῳ Κανόνων πού στοχεύουν εἰς τήν ὠφέλειαν τῆς Ἐκκλησίας, ἐν προκειμένῳ εἰς τήν ἀντικατάστασιν τῆς αἱρετικῆς «ἱεραρχίας» ὑπό Ὀρθοδόξου τοιαύτης, πρέπει νά ἐπαινῶνται καί ὄχι νά κατακρίνωνται, ἐφόσον «ἐξ ἀνάγκης καὶ νὸμου μετάθεσις γίνεται» (Ἑβρ. 7:12)! Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι οἱ μή κεκριμένοι σχισματικοί/αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» πού κατέχουν τούς ἱστορικούς θρόνους εἶναι «κανονικοί» ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν! Διότι, πρῶτον, οἱ Οἰκ. Σύνοδοι καί οἱ ἱ. κανόνες πού αὐτές συνέταξαν τούς θεωροῦν «ψευδεπισκόπους», ἤτοι «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζ', Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, τ. Γʹ, σ. 873, καί ΙΕ' Κανών τῆς ΑΒʹ Συνόδου). Δεύτερον, κατά τόν Δοσίθεον Ἱεροσολύμων (Δωδεκάβιβλος, βιβλίον Ζ', Κεφ. Η', τ. 4, σ. 116), ἕνας αἱρετικός «πατριάρχης» «δέν εἶναι οὔτε Πατριάρχης, οὔτε Ἐπίσκοπος οὔτε κἄν μέρος τῆς Ἐκκλησίας», ὅπερ συνάδει μέ τήν ἐκκλησιολογίαν τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ: «Οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς ἀληθείας εἰσί καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες, οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας εἰσὶ» («Ἀναίρεσις Γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας», Ε.Π.Ε. 3). Τρίτον, ὁ αἱρετικός «ἐπίσκοπος» δέν ἔχει κἄν ἀποστολικήν διαδοχήν (Δογματική Χ. Ἀνδρούτσου, σ. 281-282)! Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές, βλ. «μύρια» παραδείγματα ἀπό τήν ἐκκλησιαστικήν Ἱστορίαν στό ἄρθρον μου μέ τίτλον ''«Ἀντιοικουμενισταί» εἰς τήν ὑπηρεσίαν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ! (Βελτιωμένη ἔκδοσις, Ἰούνιος 2026), https://orthodox-voice.blogspot.com/2026/06/2026.html#more .'' Οἱ ἱ. κανόνες ἔχουν θεσπισθῆ διά τήν εὐταξίαν τῆς Ἐκκλησίας καί διά τήν προστασίαν Της ἀπό ταραχοποιούς, σχισματικούς καί αἱρετικούς, καί ὄχι διά τήν προστασίαν τῶν αἱρετικῶν/σχισματικῶν ψευδεπισκόπων ἀπό τούς Ὀρθοδόξους, ὅπως τούς θέλει ἡ παροῦσα ἀνάρτησις! Ἀλλοίμονον νά θυσιάζεται ἡ Ὀρθοδοξία χάριν τῆς ἐν Διαβόλῳ ἑνότητος καί χάριν τῆς ἐπικρατήσεως τῆς αἱρέσεως καί τῆς ἀπωλείας ψυχῶν! Αὐτά τά ἔγραψεν ὁ αἱρετικός π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος καί τά ἀναπαράγουν οἱ σύγχρονοι ὁμόφρονές του (π. Θ. Ζήσης, π. Ε. Τρικαμηνᾶς, π. Εὐγένιος, π. Σάββας Λαυριώτης κ.ἄ.), προκειμένου νά πολεμήσουν τίς χειροτονίες τοῦ π.ἑ τό 1935. Ὁποία διαστροφή τῆς Ἀληθείας! Κρῖμα!

 

 

fdathanasiou

Η άποψη αυτή εκφράζει μια ορισμένη ζηλωτική προσέγγιση, η οποία όμως, όπως τεκμηριώνεται αναλυτικά στη μελέτη της πατερικής παράδοσης (consensus Patrum) και των Πρακτικών των Οικουμενικών Συνόδων, συγχέει την «κανονική αποτείχιση» με την εκκλησιολογική αναρχία και τη φραγκική θεωρία της «αυτομάτου καθαιρέσεως»:
Ισχυρίζεσθε ότι οι ακατάκριτοι/ακαθαίρετοι αιρετικοί επίσκοποι δεν έχουν ιερωσύνη ή αποστολική διαδοχή, και ότι η παραδοχή της κανονικότητάς τους αποτελεί «εκκλησιολογική αίρεση». Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ', Δ', Ε', ΣΤ', Ζ', Θ') διδάσκουν ότι οι ακατάκριτοι αιρετικοί διατηρούν ενυπόστατο ιερωσύνης και τελούν έγκυρα/υποστατά μυστήρια μέχρι τη στιγμή της συνοδικής τους καθαιρέσεως.
Η συνοδική καθαίρεση δεν συνιστά απλή «γνωστοποίηση» μιας ήδη χαμένης ιερωσύνης, αλλά ζώσα εκκλησιαστική πράξη αφαιρέσεως της Χάριτος της ιερωσύνης («τῆς κατὰ τὴν ἱερωσύνην χάριτος ἀφαιρεθείς»).
Συγκρίνετε τον ΙΕ κανόνα της ΑΒ Συνόδου, που αναφέρετε σε ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ με τα πρακτικά τη; Ζ Οικουμενικής η οποία καθαίρεσε αιρετικούς δηλ.τους έκρινε.Αυτό αποτελεί ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΛΜΑ.Εξ άλλου ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης χρησιμοποίησε τις έννοιες ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ και ΕΝ ΕΝΡΓΕΙΑ. Οι ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ είναι ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ και γίνονται ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ μετά τη καταδικαστική απόφαση ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.Μέχρι την καθαίρεσή τους διατηρούν τα δικαιώμτα του ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ Που ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΑΦΑΙΡΕΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ. Δεν τους ονομάζει ΨΕΥΔΟΙΕΡΕΙΣ αλλά μ΄νο ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΨΕΥΤΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥΣ.
Η θεωρία περί «αυτομάτου απωλείας της Χάριτος» αποτελεί δόγμα της παπικής/φραγκικής εκκλησιολογίας (διαμορφωμένο τον 13ο αιώνα) και έχει απορριφθεί ρητά από την Ορθόδοξη παράδοση και τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
Στον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου, ο όρος «ψευδεπίσκοπος» δεν σημαίνει ότι ο επίσκοπος έχασε αυτόματα την ιερωσύνη του προ καθαιρέσεως, αλλά εκφράζει τον ηθικό και δογματικό του εκπεσμό.
Υποστηρίζετε ότι σε καιρό αίρεσης οι κανόνες περί δικαιοδοσίας (14ος Αποστολικός, 8ος Α' Οικ., 16ος ΑΒ') μπορούν να «παραβιάζονται» αυθαίρετα για την αντικατάσταση της αιρετικής ιεραρχίας.
Ο 15ος Κανόνας θεσπίζει την αποτείχιση ως διακοπή μνημοσύνου και εκκλησιαστικής κοινωνίας από τον οικείο επίσκοπο προς προστασία από τον πνευματικό συμμολυσμό.
Η αποτείχιση δεν παρέχει το δικαίωμα σε μεμονωμένους κληρικούς ή ομάδες να αναγάγουν τον εαυτό τους σε Σύνοδο, να καθαιρούν επισκόπους, να καταργούν τα κανονικά όρια των επαρχιών ή να ιδρύουν παράλληλες δικαιοδοσίες.
Η εισπήδηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση παράλληλων θυσιαστηρίων και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς συνοδική εξουσιοδότηση συνιστούν «θρασύτητα, κανονικὴ παράβαση και παράνομη αντιποίηση των δικαιωμάτων της Οικουμενικής Συνόδου», μετατρέποντας την ορθόδοξη ένσταση σε αναρχία και παρασυναγωγή.
Η επίσημη διάγνωση, η δίκη, η καθαίρεση και η αντικατάσταση επισκόπων ανήκει αποκλειστικά και μόνο σε αρμόδια ζώσα Σύνοδο (consensus consiliorum).
Ο μολυσμός δεν συνίσταται στην «αυτόματη ακύρωση» των μυστηρίων, αλλά στη συμμετοχή στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετίζοντος επισκόπου διά της διαμνημονεύσεως ή της εκκλησιαστικής κοινωνίας («ἀρχὴ τῶν συγκοινωνούντων δοχείων»).
Όπως διδάσκει ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο αποτειχισμένος ιερέας οφείλει να τηρεί αυστηρά τα όριά του (όχι μνημόνευση, όχι συλλειτουργία, όχι κοινωνία σε αμετανόητους). Η υπέρβαση των ορίων αυτών προς αυθαίρετες «χειροτονίες» ή παράλληλες δικαιοδοσίες συνιστά εκτροπή «ἐν παρανομίᾳ καὶ ψεύδει τὸ καθόλου».

.Ο σκοπός των Ιερών Κανόνων είναι πράγματι σωτηριολογικός. Διασφαλίζουν την ακεραιότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας και προστατεύουν το ποίμνιο από την κακοδοξία και τον πνευματικό συμμολυσμό.
Οι Κανόνες δεν θεσπίστηκαν για να παρέχουν «ασυλία» στους ακατάκριτους αιρετικούς επισκόπους, αλλά για να διαφυλάξουν την εκκλησιαστική τάξη και να εμποδίσουν μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες να σφετερίζονται τη συνοδική εξουσία. Η αυθαίρετη κατάργηση των κανονικών ορίων και η υποκατάσταση των Συνόδων από αυτόκλητους «δικαστές» συνιστά κανονική παράβαση και αντιποίηση των δικαιωμάτων της Οικουμενικής Συνόδου.
Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787 μ.Χ.) και τη διδασκαλία των Πατέρων, το ζήτημα της αποδοχής των χειροτονιών που προέρχονταν από αιρετικούς (συγκεκριμένα από τους Εικονομάχους) εξετάστηκε διεξοδικά κατά την Πρώτη Πράξη της Συνόδου.
Η Σύνοδος καθόρισε τα εξής θεμελιώδη σημεία:
1. Αποδοχή των Χειροτονιών χωρίς Αναχειροτονία. Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος όρισε ότι οι χειροτονίες που τελέστηκαν από αιρετικούς επισκόπους —οι οποίοι δεν είχαν ακόμη καθηρηθεί συνοδικά— δεν αποδοκιμάζονται και δεν ακυρώνονται. Οι Εικονομάχοι επίσκοποι (όπως ο Βασίλειος Αγκύρας, ο Θεόδωρος Μύρων, ο Θεοδόσιος Αμορίου, ακόμη και ο έξαρχος της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας Γρηγόριος Νεοκαισαρείας), μόλις προσήλθαν με ειλικρινή μετάνοια και ανέγνωσαν λίβελλο αποκήρυξης της αίρεσης, έγιναν δεκτοί και αποκαταστάθηκαν στους θρόνους και στο ιερατικό τους αcontext/λειτούργημα («εἰς τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰς καθέδρας αὐτῶν» / «εἰς ἱερωσύνην»).
Οι Ιεροί Κανόνες δεν θεσπίστηκαν για να παρέχουν «ασυλία» στους αιρετικούς, αλλά για να διαφυλάξουν την εκκλησιαστική ευσχημοσύνη και να αποτρέψουν την αναρχία. Η θυσία της κανονικής ακρίβειας χάριν αυτόνομων πρωτοβουλιών δεν σώζει την Ορθοδοξία, αλλά την υπονομεύει, αντικαθιστώντας το consensus Patrum με την ατομική αυθαιρεσία. Η άποψή σας υποστηρίζει ότι οι Ιεροί Κανόνες δεν πρέπει να προστατεύουν τους «ψευδεπισκόπους» και ότι οι ακατάκριτοι αιρετικοί στερούνται αυτόματα την ιερωσύνη τους. Ωστόσο, η ταύτιση του πνευματικού μολυσμού με την αυτόματη ακυρότητα των μυστηρίων και την αυτοδίκαιη απώλεια της ιερωσύνης άνευ συνοδικής κρίσεως συμπίπτει με τη φραγκική/παπική θεωρία.
Όπως αποδεικνύεται από τα Πρακτικά των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, ο όρος «ψευδεπίσκοπος» στον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου εκφράζει τον ηθικό και δογματικό εκπεσμό του επισκόπου, και δεν συνεπάγεται την αυτόματη αφαίρεση της ιερωσύνης.
Η Γ' Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε ότι «ἐπαύσαμεν» (παύσαμε) τον Νεστόριο από την ιερωσύνη κατά την ημέρα της δίκης του, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ιερωσύνη αφαιρείται αποκλειστικά διά της συνοδικής καθαιρέσεως.
Ο πνευματικός μολυσμός από την εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτο αιρετικό σημαίνει συμμετοχή στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην κατάκριση του αιρετίζοντος, ενώ τα μυστήριά του παραμένουν εγκύρως ενυπόστατα μέχρι την καθαίρεση.
Η αμφισβήτηση των κανονικών ορίων χάριν των χειροτονιών του 1935 στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι «οι θρόνοι ήταν κενοί» και οι επίσκοποι «αυτόματα καθαιρεμένοι». Ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επαινεί τη διακοπή του μνημοσύνου και της κοινωνίας (αποτείχιση) προς προστασία από τον πνευματικό συμμολυσμό. Δεν παρέχει όμως το δικαίωμα σε μεμονωμένους κληρικούς να αναγάγουν τον εαυτό τους σε Σύνοδο, να προβαίνουν σε αυτόνομες χειροτονίες ή να ιδρύουν παράλληλες δικαιοδοσίες. Όταν μια ομάδα υποκαθιστά τη Σύνοδο και αυτοπροβάλλεται ως "η μόνη Εκκλησία", ιδιοποιείται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Οικουμενικής Συνόδου, διολισθαίνοντας σε προτεσταντικού τύπου αυτονομία, παρασυναγωγή και σχίσμα
Ο χαρακτηρισμός του αειμνήστου π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου ως «αιρετικού» —καθώς και η στοχοποίηση των σύγχρονων πατερικών θεολόγων αποτελεί αθεμελίωτη συκοφαντία. Παρά τις επιμέρους ερμηνευτικές διαφοροποιήσεις τους ως προς την υποχρεωτικότητα της αποτείχισης, οι θεολόγοι αυτοί υπερασπίζονται τη διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας: ότι η αποτείχιση είναι ομολογιακός προμαχώνας, ενώ η θεωρία περί «αυτομάτου καθαιρέσεως» καταλύει τη συνοδική υπόσταση της Ορθοδοξίας.

Η Εκκλησιολογική Σημασία: Το «Ενυπόστατο της Ιερωσύνης»
Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος επιβεβαίωσε ότι ο ακατάκριτος/ακαθαίρετος επίσκοπος, όσο δεν έχει δικαστεί και καθηρηθεί από αρμόδια Σύνοδο, διατηρεί το ενυπόστατο της ιερωσύνης του.
Η φράση «δέχεσθαι» στα Πρακτικά της Συνόδου δεν αφορά την επανάληψη ή «νομιμοποίηση» της χειροτονίας, αλλά την άδεια να συνεχίσουν να ιερουργούν («εἰς ἱερωσύνην») οι μετανοημένοι κληρικοί.
4. Προϋποθέσεις και Εξαιρέσεις
Όπως εξήγησε ο Άγιος Ταράσιος (ερμηνεύοντας τον Μέγα Βασίλειο), αν κάποιος Ορθόδοξος επιλέξει εν γνώσει του και χωρίς βία/ανάγκη να χειροτονηθεί από αιρετικούς ενώ υπάρχουν διαθέσιμοι Ορθόδοξοι επίσκοποι, τότε η ενέργειά του είναι αντικανονική και υποπίπτει σε καθαίρεση.
Όσοι ηγέτες της αιρέσεως παρέμειναν αμετανόητοι ή καταδικάστηκαν ονομαστικά, καθαιρέθηκαν και αναθεματίστηκαν, χάνοντας συνοδικά τη χάρη της ιερωσύνης
Όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι (Γ', Δ', Ε', ΣΤ', Ζ', Θ') δέχθηκαν ότι οι πρωταίτιοι των αιρέσεων κατείχαν πραγματική ιερωσύνη μέχρι τη στιγμή που η Σύνοδος εξέδωσε την καθαιρετική απόφαση:
Ο Νεστόριος είχε την ιερωσύνη και το αξίωμα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τις 22 Ιουνίου 431, όταν η Γ' Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε: «ἐπαύσαμεν αὐτὸν τῆς ἱερωσύνης».
Ο Διόσκορος Αλεξανδρειών κατείχε την ιερωσύνη μέχρι τις 13 Οκτωβρίου 451, όταν η Δ' Οικουμενική Σύνοδος του αφαιρέσε τη Χάρη της αρχιερωσύνης.
Οι Μονοθελήτες Πατριάρχες και οι Εικονομάχοι Επίσκοποι θεωρούνταν από τις Συνόδους ως έχοντες ἐνυπόστατο ιερωσύνη και χειροτονίες μέχρι τη συνοδική τους καθαίρεση ή τη μετανοητική αποκατάστασή τους.
Μετά την καθαίρεση, οι πρώην επίσκοποι απογυμνώνονται πλήρως από την ιερατική τάξη, αποκαλούνται από τις Συνόδους με το ψιλόν τους όνομα ως λαϊκοί και τυχόν μετέπειτα ιερουργίες τους λογίζονται ως μη γενόμενες.
Όπως ερμηνεύει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, οι Ιεροί Κανόνες δεν ενεργούν από μόνοι τους αυτομάτως, αλλά απαιτούν την κρίση και την πράξη της ζώσης Επισκοπικής Συνόδου. Το γεγονός ότι ο ακατάκριτος αιρετικός διατηρεί την ιερωσύνη του δεν σημαίνει ότι η κοινωνία μαζί του είναι ακίνδυνη. Η εκκλησιαστική κοινωνία με ακαθαίρετο αιρετικό επιφέρει πνευματικό συμμολυσμό, δηλαδή συμμετοχή στην ασέβεια και στην κατάκρισή του («ἀρχὴ τῶν συγκοινωνούντων δοχείων»), γι' αυτό και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει τη διακοπή του μνημοσύνου προς αυτοπροστασία των πιστών.
Το γεγονός ότι ο ακατάκριτος αιρετικός διατηρεί το «ενυπόστατο της ιερωσύνης» δεν σημαίνει ότι τα μυστήριά του αγιάζουν τους πιστούς. Όταν τελούνται μέσα στην αίρεση, λειτουργούν «προς κρίμα και κατάκριμα» για όσους κοινωνούν μαζί του «εν γνώσει».
Η εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτο αιρετικό επιφέρει πνευματικό συμμολυσμό (συμμετοχή στην ασέβεια και στην κατάκρισή του). Για τον λόγο αυτό, ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου επιβάλλει τη διακοπή του μνημοσύνου (αποτείχιση) προ συνοδικής διαγνώσεως, ώστε οι πιστοί να προστατευθούν από τον συμμολυσμό, χωρίς παράλληλα να θεωρούν αυθαίρετα τα μυστήρια ως «ανυπόστατα» προ της συνοδικής καθαιρέσεως.

ΑΝΩΝΥΜΟΣ : ΟΡΘΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ χαρακτηρίζεται ως συκοφαντία, η ανεδαφική και άλογη του επιθέτου "αιρετικός" για τον άγιο Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο που ήταν μεγάλος αντιαιρετικός κληρικός της Ορθόδοξης Εκκλησίας!
Η ρίψη του επιθέτου "αιρετικός" για τον άγιο Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο έγινε απο τον παλαιοημερολογίτη Δ. Χατζηνικολάου με τις παλαιοημερολογίτικες και άλλες πλάνες!

Ορθόδοξος Χριστιανός Περαστικός

 

Δ.Χ

Διάβασα μόνον τίς 7 πρῶτες γραμμές τοῦ 1ου σχολίου σας καί διεπίστωσα τήν παρερμηνείαν πού κάνετε τῶν πηγῶν πού ἐπικαλοῦμαι. Τά ὑπόλοιπα πού γράφετε ὑποθέτω ὅτι βασίζονται εἰς αὐτήν τήν διαστρέβλωσιν τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἄρα θά ἦτο περιττόν νά τά διαβάσω καί νάα τά σχολιάσω. Γράφετε, λοιπόν: «Ισχυρίζεσθε ότι οι ακατάκριτοι/ακαθαίρετοι αιρετικοί επίσκοποι δεν έχουν ιερωσύνη».
Λάθος! Δέν ἰσχυρίσθηκα κάτι τέτοιο! Τοὐναντίον, ἐπί δεκαετίες καταπολεμῶ αὐτήν τήν τοποθέτησιν καί τήν ὀνομάζω «Ματθαιϊστικήν αἵρεσιν»! Ἐπεκαλέσθηκα ἀποφάσεις τῆς Ζ' καί τῆς ΑΒ' Συνόδου, πού ΔΕΝ ὁμιλοῦν γιά «ἄκυρα μυστήρια», ἀλλά γιά «ψευδεπισκόπους» καί γιά «ἱερεῖς» πού λέγονται μέν ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν εἶναι, ἔτσι ὥστε νά καταδείξω ὅτι ἡ Ἐκκλησία ΔΕΝ δέχεται αἱρετικούς «ἐπισκόπους» καί «ἱερεῖς» ὡς κανονικούς! Εἶναι δυνάμει (ὄχι ὅμως καί ἐνεργείᾳ) αἱρετικοί! Τά μυστήρια πού τελοῦν εἶναι ἁγιαστικά μέν γιά τούς ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ κοινωνοῦντας μέ αὐτούς, χάριν τῆς σωτηρίας των, ἀλλ' ἀποβαίνουν εἰς κρῖμα καί κατάκριμα γιά τούς ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ κοινωνοῦντας, κατά τόν Ἀπ. Παῦλον, καθότι ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτούς εἶναι δόγμα πίστεως καί ἄρα ὑποχρεωτική. Καί πάλιν, τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶναι «ζηλωτισμός», ὅπως λέτε, ἀλλ' εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος διδασκαλία ἐπί τοῦ θέματος.

 

Fdathanasiou.

Κύριε Δ.Χ ξαναδιαβάστε τι γράψατε. "..Ὁ ἰσχυρισμός ὅτι οἱ μή κεκριμένοι σχισματικοί/αἱρετικοί «ἐπίσκοποι» πού κατέχουν τούς ἱστορικούς θρόνους εἶναι «κανονικοί» ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν! Διότι, πρῶτον, οἱ Οἰκ. Σύνοδοι καί οἱ ἱ. κανόνες πού αὐτές συνέταξαν τούς θεωροῦν «ψευδεπισκόπους», ἤτοι «ἱερεῖς μέν λεγόμενοι μή ὄντες δέ» (Ζʹ Οἰκ. Σύνοδος, Πρᾶξις Ζ', Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Ἔκδ. Καλύβης Τιμίου Προδρόμου Ἱερᾶς Σκήτης Ἁγίας Ἄννης, Ἅγιον Ὄρος, τ. Γʹ, σ. 873, καί ΙΕ' Κανών τῆς ΑΒʹ Συνόδου). " Δηλ.οι ακατάκριτοι αιρετικοί επίσκοποι ειναι μεν ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ οχι όμως ΨΕΥΔΟΙΕΡΕΙΣ.Χρησιμοποείτε πρακτικά Οικουμενικής Συνόδου που αφορούν κεκρυμένους αιρετικούς ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ και τον συνδυάζετε με τον ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ τησ ΑΒ ΣΥΝΌΔΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟΥΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ (ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥΣ).Αυτός συνδυασμός είναι και η διαφωνία μας.Επίσης δεν μας λέτε ΠΟΙΟΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΟΤΙ ΚΑΠΟΙΑ ΤΟΠΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Ή ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΚΚΛΗΙΕΣ βρίσκονται σε κατάσταση αίρεσης..

 

Δ.Χ

fdathanasiou

Γράφετε τα εξής: «Λοιπόν, γιά μίαν εἰσέτι φοράν, ἡ Ζ' Οἰκ. Σύνοδος, κατά τήν συζήτησιν, δηλαδή πρίν ἀκόμη ἀναθεματίσει τούς εἰκονομάχους κληρικούς, ἀπεφάνθη ὅτι αὐτοί λέγονται μέν ἱερεῖς, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν εἶναι, εἶναι δηλαδή ἐν δυνάμει αἱρετικοί. Μετά τόν ἀναθεματισμόν των (ὅσων δέν ἐδέχθησαν τίς νουθεσίες πού τούς ἔγιναν κατά τήν διάρκειαν τῆς Συνόδου καί παρέμειναν ἀμετανόητοι) καθίστανται ἐνεργείᾳ αἱρετικοί, δηλαδή ἀπογυμνωμένοι τοῦ ἱερατικοῦ ἀξιώματός των.» Δηλ.η Ζ Οικουμενικη αναγνώρισε πρωτα την ΑΙΡΕΣΗ, κήρυξε ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΑΙΡΕΣΕΩΣ και μετά προέβη στον αναθεματισμό των αμετανόητων. Η Γ' Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε για τον Νεστόριο «ἐπαύσαμεν αὐτὸν τῆς ἱερωσύνης», αποδεικνύοντας ότι η καθαίρεση συνιστά ζώσα πράξη παύσεως, απογύμνωσης και αφαιρέσεως της ιερωσύνης, και όχι αυτόματη έκπτωση που συμβαίνει μόλις κηρυχθεί η αίρεση
Η διαφωνία μας είναι ότι υιοθετείτε γνώμη ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται πλέον σε ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ) και την προσαρμόζετε στη εφαρμογή του ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται σε ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ).Η Ζ Οικουμενική απογυμνώνει τους αιρετικούς επισκόπους και από ΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ, πράγμα που ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ, ο οποίος τους αφαιρεί το ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙΝ. Το ιερατικό αξίωμα, που είναι το ΚΟΡΥΦΑΙΟ της Αρχιερωσύνης, δίνει στους ψευδεπισκόπους δικαιώματα και δεν αναστέλλει γι΄αυτους τους ιερούς κανόνες μέχρι την καθαίρεσή τους.ΜΟΝΟ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥΣ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ.
Η άποψη ότι το 1935 όλοι οι επίσκοποι της Εκκλησίας ήταν «αυτόματα σχισματικοί» και ότι η συγκρότηση παράλληλης Ιεραρχίας ήταν θεμιτή, ταυτίζει τον συμμολυσμό με την αυτόματη ακυρότητα των μυστηρίων. Αν γίνει δεκτή η θεωρία της αυτόματης ακυρότητας/απώλειας της ιερωσύνης, ο 15ος Κανόνας ακυρώνεται, καθώς το τμήμα που αποτειχίζεται αναγκάζεται να αυτοπροσδιοριστεί προτεσταντικά ως αυτόνομη «Εκκλησία». Σύμφωνα με το consensus Patrum, ο μολυσμός ορίζεται ως η πνευματική επιβάρυνση και συγκατάκριση των πιστών που κοινωνούν εν γνώσει με έναν ακατάκριτο αιρετικό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως, τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», καθιστώντας τον κοινωνούντα μέτοχο στην ασεβεία του αιρετικού. Η «μίανσις των μυστηρίων» δεν αφορά το ενυπόστατο της τελέσεώς τους, αλλά το σωτηριολογικό τους αποτέλεσμα στους πιστούς. Τα μυστήρια τελούνται πραγματικά, αλλά για όσους κοινωνούν εν γνώσει με την αίρεση λειτουργούν «προς κρίμα και κατάκριμα» αντί για αγιασμό. Για τον λόγο αυτό, ο 15ος Κανόνας της ΑΒ' Συνόδου θεσπίζει την αποτείχιση (διακοπή κοινωνίας και μνημοσύνου) προ της συνοδικής καθαιρέσεως, ώστε οι πιστοί να διαφυλαχθούν από τον μολυσμό, χωρίς παράλληλα να σφετερίζονται τη συνοδική εξουσία θεωρώντας τα μυστήρια αυτόματα ανυπόστατα.

Δημήτριος Χατζηνικολάου23 Σεπτεμβρίου 2026 στις 12:43 μ.μ.

Γράφετε τά ἑξῆς ἀνακριβῆ:
1. «Η διαφωνία μας είναι ότι υιοθετείτε γνώμη ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται πλέον σε ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ) και την προσαρμόζετε στη εφαρμογή του ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται σε ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ).Η Ζ Οικουμενική απογυμνώνει τους αιρετικούς επισκόπους και από ΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ, πράγμα που ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ, ο οποίος τους αφαιρεί το ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙΝ».
Ἀπάντησις: Ἡ Ζ' Οἰκ., κατά τίς ἐργασίες της, καταγιγνώσκει τήν αἵρεσιν καί νουθετεῖ τούς αἱρετικούς, τούς ὁποίους θεωρεῖ ὡς «λεγομένους μέν ἱερεῖς μή ὄντας δέ», δηλαδή μή κανονικούς, ὡς ἀνατροπεῖς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Εἰς αὐτό τό στάδιον, τούς θεωρεῖ δυνάμει αἱρετικούς, ὄχι ὅμως καί ἐνεργείᾳ, καθότι ἀναμένει τήν μετάνοιάν των. Τό ἴδιο ἀκριβῶς λέγει καί ὁ 15ος τῆς ΑΒ', ἐγώ δέν κάμνω καμμίαν ἀπολύτως «προσαρμογήν», ὅπως ἐσφαλμένως γράψατε. Ὅταν, ὅμως, στό τέλος τῆς Συνόδου παραμείνουν ἀμετανόητοι, ἡ Σύνοδος τούς καθαιρεῖ καί τούς ἀναθεματίζει. Τότε πλέον καθίστανται ἐνεργείᾳ αἱρετικοί καί δέν δύνανται νά τελοῦν ἔγκυρα μυστήρια. Αὐτό δέν τό κάμνει ὁ 15ος, διότι δέν μπορεῖ. Ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης εἰς τήν Ὑποσημείωσιν 2 εἰς τόν Γ' Ἀποστολικόν (σελ. 4-5 τοῦ Πηδαλίου), τά «καθαιρείσθω» καί «ἀφοριζέσθω» πού ὁρίζουν οἱ ἱ. Κανόνες δέν γίνονται αὐτομάτως, ἀλλά διά τήν ἐφαρμογήν των εἰς τήν πρᾶξιν χρειάζεται ἀπόφασις Συνόδου.
2. «Η άποψη ότι το 1935 όλοι οι επίσκοποι της Εκκλησίας ήταν «αυτόματα σχισματικοί» και ότι η συγκρότηση παράλληλης Ιεραρχίας ήταν θεμιτή, ταυτίζει τον συμμολυσμό με την αυτόματη ακυρότητα των μυστηρίων...»
Ἀπάντησις: Διά δευτέραν φοράν, τονίζω ὅτι ἐγώ ὄχι μόνον οὐδέποτε ἐξέφρασα τήν Ματθαιϊστικήν αὐτήν κακοδοξίαν, ἀλλά καί τήν κατακρίνω. Δέν ἐπανέρχομαι, διότι δέν δύναμαι νά γίνω σαφέστερος.

 

 

 

Fdathanasiou.

Δεν γράψατε ολόκληρη την άποψή μου η οποία είναι η εξής:"Δηλ.η Ζ Οικουμενικη αναγνώρισε πρώτα την ΑΙΡΕΣΗ, κήρυξε ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΑΙΡΕΣΕΩΣ και μετά προέβη στον αναθεματισμό των αμετανόητων. Η Γ' Οικουμενική Σύνοδος διακήρυξε για τον Νεστόριο «ἐπαύσαμεν αὐτὸν τῆς ἱερωσύνης», αποδεικνύοντας ότι η καθαίρεση συνιστά ζώσα πράξη παύσεως, απογύμνωσης και αφαιρέσεως της ιερωσύνης, και όχι αυτόματη έκπτωση που συμβαίνει μόλις κηρυχθεί η αίρεση
Η διαφωνία μας είναι ότι υιοθετείτε γνώμη ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται πλέον σε ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ) και την προσαρμόζετε στη εφαρμογή του ΙΕ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ (που αναφέρεται σε ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ).Η Ζ Οικουμενική απογυμνώνει τους αιρετικούς επισκόπους και από ΙΕΡΑΤΙΚΟ ΑΞΙΩΜΑ, πράγμα που ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ Ο ΙΕ ΚΑΝΟΝΑΣ, ο οποίος τους αφαιρεί το ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΝ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΕΙΝ. Το ιερατικό αξίωμα, που είναι το ΚΟΡΥΦΑΙΟ της Αρχιερωσύνης, δίνει στους ψευδεπισκόπους δικαιώματα και δεν αναστέλλει γι΄αυτους τους ιερούς κανόνες μέχρι την καθαίρεσή τους.ΜΟΝΟ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥΣ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου