Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΕΥΣΕΒΕΙΑ......"ΕΥΣΕΒΙΣΜΟΣ"

 ΑΗΘΗΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΘΕΟΛΟΓΙΑ" ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΩΝ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΠΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ "ΖΩΗ



Εύλογο προβληματισμό γεννά άρθρο στο τελευταίο τεύχος τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία (1/2026, σσ. 17-50), πραγματευόμενο τὸ ἱστορικό πλαίσιο τῆς ἱδρύσεως πρὸ 100 περίπου χρόνων τοῦ περιοδικοῦ. Ο συντάκτης του ἀντιδιαστέλλει στὸν προτεσταντικῆς ἐμπνεύσεως «εὐσεβισμὸ» τῶν χριστιανικῶν ὀργανώσεων τὴν ἵδρυση καὶ ἀποστολὴ τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία. Κατὰ τὴ γνώμη του, ὁ «εὐσεβισμὸς» ὑπῆρξε καρπὸς τῆς δράσεως τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὀργανώσεων τῆς περιόδου πρὸ τοῦ 1923. Ἄν καὶ ὁ συντάκτης τοῦ ἄρθρου προσπαθεῖ νὰ κρατήσει κάποιες ἰσορροπίες, ἀναγνωρίζοντας ὅτι «ἀσφαλῶς ἡ ἑλληνικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Εὐσεβισμοῦ δὲν ἦταν ἀμιγῶς προτεσταντική, καθὼς ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι “ὀρθοδοξοποιήθηκε”, προσαρμόσθηκε δηλαδὴ στὴ λατρευτικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», καθὼς καὶ ὅτι οἱ Ἀδελφότητες «ἔδωσαν ὤθηση στὴ νεοελληνικὴ θεολογικὴ παραγωγὴ καὶ στὴν κοινωνικὴ-φιλανθρωπικὴ δράση» (σ. 24), εἶναι ὅμως χρήσιμο νὰ σταθοῦμε στὸ θέμα τοῦ Εὐσεβισμοῦ.

Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια στὸ λῆμμα «Πιετισμός» (= Εὐσεβισμός, τόμ. 10, στ. 388) ἀναφέρει δεκατρία χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ Προτεσταντικοῦ Εὐσεβισμοῦ, ὁρισμένα ἐκ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται καὶ στὸ ἄρθρο τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία σὲ ὑποσημειώσεις. Αὐτὰ μποροῦν νὰ συνοψισθοῦν σὲ δύο βασικὲς ὁμάδες:

  • α) τὴν ἀπόρριψη καὶ τὴ μὴ ἐνασχόληση μὲ τὰ δογματικὰ ζητήματα, τὰ Μυστήρια καὶ τὴν ἐπίσημη Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας
  • β) τὴν ἐνασχόληση μόνο μὲ τὴν ἠθικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ γιὰ ἠθικὴ καθαρότητα, γιὰ φιλανθρωπία καὶ κοινωνικὴ δράση.

Σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ αὐτὴ τη δεύτερη ὁμάδα τῶν γνωρισμάτων τοῦ Εὐσεβισμοῦ, ὀφείλουμε νὰ μὴ λησμονοῦμε ὅτι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο: «Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τους λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ» (Ματθ. 7: 24). Ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι «εὐσεβισμὸς» καὶ παραθεώρηση τῆς θεολογικῆς ἔρευνας καὶ ἐργασίας· εἶναι ἐπιταγὴ τοῦ Κυρίου μας καὶ προϋπόθεση γιὰ τὸ ὀρθοδόξως θεολογεῖν (πρβ. Ἰωάννου Σιναΐτου: «Οὐκ ἀσφαλὲς μετ' ἐσθῆτος νήχεσθαι· οὐδὲ πάθος ἔχοντα, θεολογίας ἄπτεσθαι»).


Ἀλλὰ οὔτε ἡ πρώτη ὁμάδα γνωρισμάτων τοῦ Εὐσεβισμοῦ ἰσχύει γιὰ τὶς Ἀδελφότητες. Αὐτὲς ἀπὸ τὴν ἵδρυσή τους μὲ δημοσιεύματα, ἔντυπα καὶ βιβλία προέβαλλαν συνεχῶς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας, συχνὰ σὲ ἀντιπαράθεση μὲ αἱρετικὲς ὁμάδες. Μὲ ἄλλα δημοσιεύματα καὶ ἐκδόσεις ἀσχολήθηκαν μὲ τὴ θεολογία τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ δὲ τὸ ζήτημα τῆς Λατρείας, πέραν τῶν ἀναλύσεων καὶ μεταφράσεων τῶν θείων Λειτουργιῶν, ἐτόνισαν ἰδιαιτέρως τὴ συμμετὸχὴ τῶν πιστῶν στὴ Λατρεία καὶ κατ' ἐξοχὴν στὴ θεία Κοινωνία, ὥστε νὰ θεωροῦνται ὅτι συνέβαλαν καθοριστικῶς στὴ λειτουργικὴ ἀναγέννηση τῆς πατρίδος μας. Μάλιστα ὁ συντάκτης τοῦ ἀναφερομένου ἄρθρου περιπίπτει σὲ ἀντίφαση, ὅταν ἀφ' ἑνὸς χαρακτηρίζει τὸν Παναγιώτη Τρεμπέλα ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ Εὐσεβισμοῦ, ἀφ' ἑτέρου, τὴν ἴδια στιγμή, ἐκθεριάζει τὴ συμμετοχή του τὸ 1924 μὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ Θεολογία: «Ἡ συμμετοχὴ τοῦ Παναγιώτου Τρεμπέλα, ἡγετικῆς μορφῆς τοῦ εὐσεβιστικοῦ κινήματος, μὲ τὴν ἐμβληματικὴ μελέτη: “Ἡ τελετουργία τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατὰ τοὺς δύο πρώτους αἰῶνας” (σσ. 148, 255), εἶναι καθοριστική. Ἡ στροφὴ στὶς λειτουργικὲς πηγές τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ τὴν πλέον εὔστοχη ἀπάντηση στὸν Εὐσεβισμὸ τῆς ἐποχῆς, ὁ ὁποῖος συχνὰ παραμερίζει τὸ Μυστήριο χάριν μιᾶς ἀτομικῆς ἠθικῆς. Μέσω τῆς Θεολογίας, ἡ λατρεία ἐπανατοποθετεῖται στὸ κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας» (σ. 31).

Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἀδελφότητός μας, ἐξάλλου, σεπτὸς γέρων Εὐσέβιος Μαθόπουλος, στὰ πρώιμα δημοσιεύματά του χειρίσθηκε μὲ δεξιότητα καταπληκτικὴ λεπτὰ δογματικὰ ζητήματα. Γιὰ νὰ ἀποκρούσει τὴ δοξασία τοῦ Ἀποστόλου Μακράκη περὶ τοῦ «τρισυνθέτου» τοῦ ἀνθρώπου σὲ σειρὰ ὀκτὼ ἄρθρων στὸ ἑβδομαδιαῖο περιοδικὸ Ἀγάπη (φύλλα 48-55, 28 Νοεμβρίου 1893 ἕως 16'Ἰανουαρίου 1894), καταρρίπτει αὐτὴν τὴν κακόδοξη διδασκαλία ὑπὸ τὸ φῶς τῆς διακρίσεως τῆς οὐσίας καὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ. Πῶς τώρα χαρακτηρίζεται εὐσεβιστὴς ὁ π. Εὐσέβιος, ὅταν ἀσχολήθηκε καὶ μὲ τόσο σοβαρὰ καὶ βαθιὰ δογματικὰ ζητήματα;

Ὁ χῶρος τοῦ περιοδικοῦ μας δὲν ἐπαρκεῖ γιὰ ἐκτενέστερη ἀνάπτυξη. Ἄς ὑπενθυμίσουμε ὅμως, κλείνοντας, ὅτι ὁ ἰδιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Παπαδόπουλος ποὺ ἵδρυσε τὸ 1923 τὸ περιοδικὸ Θεολογία, μὲ σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὸ ἰδιο ἔτος (τέλη Δεκεμβρίου), ἐξέδωσε μὲν ἱστορικὴ ἀπόφαση: «Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος παμψηφεῖ ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ ... κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ θεολόγοι συντάκται καὶ συνεργάται τοῦ θρησκευτικοῦ περιοδικοῦ “Ζωὴ” εἶναι ἀθῶοι τῶν ἀποδοθεισῶν αὐτοῖς κατηγοριῶν καὶ ὅτι, ὑγιῶς περὶ τὴν πίστιν ἔχοντες, ὀρθοδόξως διδάσκουσι, θεωρεῖ δὲ αὐτοὺς ἀξίους ἐπαίνου καὶ ἐνισχύσεως ἐν τῷ ἔργῳ, ὁ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελοῦν νς τίμιοι τοῦ ἀμπελῶνος τοῦ Κυρίου ἐργάται» (βλ. περιοδικὸ Ἐκκλησία (1924) σ. 300 καὶ περιοδικὸ Ζωή (1924) σ. 18).

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου