![]() |
ΜΕΡΟΣ
-Β
Θεολογικές Ενστάσεις και Επιχειρήματα
των Αρχιερέων που δεν υπέγραψαν το Κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας
προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»
Από τις επίσημες γραπτές δηλώσεις και παρεμβάσεις
των αρχιερέων που αρνήθηκαν να υπογράψουν το κείμενο, εστιάζοντας κυρίως στον
Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο και τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιερόθεο. προκύπτει
ότι οι διαφωνίες τους δεν ήταν απλώς τυπικές, αλλά άγγιζαν θεμελιώδη ζητήματα
της ορθόδοξης δογματικής και εκκλησιολογίας.
1. Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος (Εκκλησία της Κύπρου)
Ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος κατέθεσε επίσημη γραπτή
παρέμβαση προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου ήδη από τις 11
Φεβρουαρίου 2016, στην οποία ανέπτυξε λεπτομερώς τις δογματικές και
εκκλησιολογικές του ενστάσεις:
- Το
Αδιαίρετο της Εκκλησιαστικής Ενότητας: Ο Λεμεσού Αθανάσιος
τονίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική
Εκκλησία» ουδέποτε απώλεσε την ενότητά της. Επομένως, ο όρος «αποκατάσταση
της ενότητας των Χριστιανών» (άρθρο 5) είναι δογματικά εσφαλμένος. Η
Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να επανεύρει την ενότητά της, διότι αυτή υπάρχει
πάντοτε στο σώμα της.
- Αιρέσεις
και Σχίσματα αντί για «Εκκλησίες»: Υποστηρίζει ότι η απόδοση του
τίτλου «Εκκλησία» σε αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες είναι παντελώς
λανθασμένη. «Δεν υπάρχουν άλλες Εκκλησίες, αλλά μόνον αιρέσεις και
σχίσματα, εάν θέλωμε να ακριβολογούμεν στους ορισμούς μας».
- Ο
Σκοπός των Θεολογικών Διαλόγων: Διαφωνεί με τη διατύπωση ότι
σκοπός των διαλόγων είναι «η τελική αποκατάσταση της εν τή ορθή πίστει και
τή αγάπη ενότητας» (άρθρο 12), καθώς αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι και οι
Ορθόδοξοι αναζητούν την ορθή πίστη, ωσάν να την έχουν απωλέσει. Η μόνη
οδός ένωσης είναι η εν μετανοία επιστροφή των ετεροδόξων στην Ορθόδοξη
Εκκλησία.
- Απόρριψη
της «Θεωρίας των Κλάδων» : Εκφράζει έντονη αντίθεση προς το
Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), διότι εκεί η Ορθόδοξη Εκκλησία
αντιμετωπίζεται απλώς ως «μία εκ των Εκκλησιών», γεγονός που ευνοεί τον
συγκρητισμό.
- Κατάργηση
της Προσωπικής Ψήφου των Επισκόπων: Καυτηριάζει το γεγονός ότι
στη Σύνοδο εφαρμόστηκε το σύστημα «Μία Εκκλησία, Μία Ψήφος», το οποίο
στερεί από τους επισκόπους το δικαίωμα της ατομικής ψήφου, καθιστώντας
τους «διακοσμητικά στοιχεία» και ανατρέποντας την παραδοσιακή συνοδική
τάξη της Ορθοδοξίας.
2. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος
(Εκκλησία της Ελλάδος)
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος εξήγησε τη στάση του με
εκτενή δήλωση αμέσως μετά τη λήξη της Συνόδου (1 Ιουλίου 2016), εστιάζοντας στις
εκκλησιολογικές παρεκκλίσεις και στις διαδικαστικές πιέσεις:
- Αθέτηση
της Απόφασης της Ιεραρχίας της Ελλάδος: Η Ιεραρχία της Εκκλησίας
της Ελλάδος (Μάιος 2016) είχε αποφασίσει ομόφωνα να προτείνει τη
φράση: «γνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν άλλων Χριστιανικών
Ομολογιών και Κοινοτήτων». Κατά τη διάρκεια της Συνόδου, λόγω
αδιεξόδου, η ελληνική αντιπροσωπεία υπαναχώρησε και δέχτηκε τη
διατύπωση: «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων
Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος διαφώνησε
ριζικά με αυτή την αλλαγή, θεωρώντας τη θεολογικά απαράδεκτη.
- Έλλειψη
Ώριμης Εκκλησιολογικής Βάσης: Το κείμενο χαρακτηρίζεται ως
«διπλωματικό» και στερούμενο αυστηρής θεολογικής βάσης. Προήλθε από τη
βιαστική συνένωση δύο διαφορετικών κειμένων και διορθωνόταν μέχρι την
τελευταία στιγμή, ακόμα και στις μεταφράσεις του, δείχνοντας ότι δεν ήταν
ώριμο για έκδοση.
- Προτεραιότητα
στον Ορισμό της Εκκλησίας: Ο Μητροπολίτης υποστήριξε ότι η
Σύνοδος έπρεπε πρώτα να συζητήσει και να ορίσει «τι είναι Εκκλησία και
ποια είναι τα μέλη της» και στη συνέχεια να καθορίσει τη σχέση της με τους
ετερόδοξους, αντί να εισάγει ασαφείς όρους.
- Καταγγελία
για Ψυχολογικές και Λεκτικές Πιέσεις: Αποκάλυψε ότι δέχθηκε
«σοβαρή πίεση και υβριστική αντιμετώπιση από Ιεράρχες» κατά τη διάρκεια
των συνεδριάσεων λόγω της σταθερής του στάσης, πράγμα που αντετίθετο στην
ελευθερία και τη νηφαλιότητα που πρέπει να διέπει μια Σύνοδο.
Με τον όρο «διπλωματικό κείμενο», ο Μητροπολίτης
Ναυπάκτου Ιερόθεος περιέγραψε ένα κείμενο το οποίο συντάχθηκε με τέτοιο τρόπο
ώστε να συμβιβάζει αντίθετες πλευρές, στερούμενο όμως δογματικής καθαρότητας
και αυστηρής θεολογικής θεμελίωσης.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, ο
Μητροπολίτης εννοούσε τα εξής:
- Δυνατότητα
πολλαπλών και αντιφατικών ερμηνειών: Το κείμενο χαρακτηρίζεται
από ασάφεια, με αποτέλεσμα «ο καθένας να μπορεί να το
χρησιμοποιήσει κατά τις προτιμήσεις του». Δεν έδινε ξεκάθαρες
απαντήσεις, αλλά επέτρεπε σε διαφορετικές θεολογικές τάσεις να το
ερμηνεύουν κατά το δοκούν.
- Έλλειψη
αυστηρής εκκλησιολογικής βάσης: Ο Μητροπολίτης υποστήριξε ότι το
κείμενο απέτυχε να ορίσει με σαφήνεια τι είναι Εκκλησία και ποια
είναι τα μέλη της. Αντί να ξεκαθαρίσει πρώτα αυτό το θεμελιώδες ζήτημα
και έπειτα να καθορίσει τη θέση των ετεροδόξων, το κείμενο προχώρησε σε
ορολογίες χωρίς ώριμη θεολογική συζήτηση.
- Πρόχειρη
συνένωση και διαρκείς διορθώσεις: Το έγγραφο προήλθε από τη συνένωση
δύο διαφορετικών κειμένων. Δεν ήταν ώριμο για έκδοση από μια Αγία και
Μεγάλη Σύνοδο, καθώς διορθωνόταν και επεξεργαζόταν μέχρι την
τελευταία στιγμή πριν από την υπογραφή του, ακόμη και στις μεταφράσεις
του στις ξένες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ρωσικά).
- Επιλεκτική ενσωμάτωση προτάσεων: Οι θεολογικές διορθώσεις που πρότειναν οι διάφορες Εκκλησίες δεν πέρασαν όλες στο τελικό κείμενο. Ο Μητροπολίτης Περγάμου (ως σύμβουλος) λειτουργούσε ως ο τελικός αξιολογητής που είτε απέρριπτε, είτε διόρθωνε, είτε υιοθετούσε τις προτάσεις, με αποτέλεσμα το κείμενο να εκφράζει περισσότερο τις διπλωματικές ισορροπίες της Κωνσταντινούπολης παρά την καθολική συναίνεση
- Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου θεώρησε ότι αν υπέγραφε ένα τέτοιο «διπλωματικό» κείμενο, θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα ο ίδιος είχε συγγράψει επί δεκαετίες βασιζόμενος στους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτή η δήλωση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου αποκαλύπτει τη βαθιά υπαρξιακή και επιστημονική σύγκρουση που βίωσε κατά τη διάρκεια της Συνόδου ανάμεσα στη διπλωματική σκοπιμότητα της στιγμής και στο δια βίου θεολογικό του έργο.
Ο Μητροπολίτης
Ιερόθεος, όντας ένας από τους πιο πολυγραφότατους και αναγνωρισμένους
σύγχρονους Ορθόδοξους θεολόγους, έχει αφιερώσει δεκαετίες στη συγγραφή
συγγραμμάτων που βασίζονται αυστηρά στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων (όπως του
Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Μεγάλου Βασιλείου κ.ά.).
Όταν
αναφέρεται σε αυτή την «αντίθεση», εννοεί τρία πολύ συγκεκριμένα πράγματα:
1. Η
Εκκλησιολογική Συνέπεια (Τι είναι Εκκλησία)
Στα έργα του,
ο Μητροπολίτης ακολουθεί την κλασική πατερική γραμμή ότι η Εκκλησία είναι Μία,
έχοντας συγκεκριμένα δογματικά και μυστηριακά όρια. Το κείμενο της Κρήτης,
ωστόσο, αποδέχθηκε την «ιστορική ονομασία» των ετεροδόξων ως «Εκκλησιών». Ο
ίδιος υποστήριξε στη Σύνοδο ότι δεν μπορείς να καθορίσεις τη σχέση σου με
τους ετερόδοξους αν δεν έχεις ορίσει πρώτα δογματικά τι είναι Εκκλησία και ποια
είναι τα μέλη της. Το να υπογράψει ένα κείμενο που παρέκαμπτε αυτόν τον
θεμελιώδη ορισμό χάριν μιας διπλωματικής διατύπωσης θα ακύρωνε όλη την
επιστημονική του αξιοπιστία.
2. Η Άρνηση
του «Θεολογικού Μινιμαλισμού»
Το κείμενο των
«Σχέσεων» επετράπη να είναι «διπλωματικό», επιτρέποντας πολλαπλές και ασαφείς
ερμηνείες ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός. Για τον Ναυπάκτου Ιερόθεο, η
πατερική θεολογία χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και όχι από
διπλωματικές ασάφειες. Η υπογραφή ενός εγγράφου που «διορθωνόταν και
επεξεργαζόταν μέχρι την τελευταία στιγμή πριν την υπογραφή του» (ακόμη και στις
μεταφράσεις του) αποτελούσε για τον ίδιο έκπτωση από την πατερική σοβαρότητα.
3. Η Αθέτηση
των Συνοδικών Αποφάσεων της Ελλάδος
Ως μέλος της
αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος, είχε μεταβεί στην Κρήτη με ρητή
εντολή να υποστηρίξει την ομόφωνη απόφαση της Ιεραρχίας του Μαΐου 2016 (η οποία
απέφευγε τη χρήση του όρου «Εκκλησία» για τους ετεροδόξους). Η ξαφνική
υπαναχώρηση της ελληνικής αντιπροσωπείας υπό το βάρος των αδιεξόδων θεωρήθηκε
από τον ίδιο ως αθέτηση της συνοδικής δημοκρατίας της δικής του
Εκκλησίας.
Συνεπώς, η
άρνηση υπογραφής του δεν ήταν μια απλή αντίδραση της στιγμής, αλλά μια
συνειδητή πράξη προστασίας της θεολογικής του ταυτότητας: αν υπέγραφε, θα
ερχόταν σε κατάσταση δογματικής ασυνέπειας με τον ίδιο του τον εαυτό και
με την πατερική παράδοση την οποία υπερασπιζόταν στα βιβλία του επί δεκαετίες.
|
Η προσωπική στάση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου και το παράδοξο της
συμπερίληψης του ονόματός του στο τελικό έγγραφο αναδεικνύουν μια έντονη
διαφορά ανάμεσα στην τεχνική/διπλωματική εικόνα που θέλησε να
παρουσιάσει η Σύνοδος και στην πραγματική θεολογική αποδοχή των
κειμένων της. Με βάση τα στοιχεία των πηγών και τις επίσημες σελίδες των υπογραφών, η
κατάσταση αυτή αναλύεται ως εξής: 1. Το Τυπογραφικό Παράδοξο και η Σύγχυση στο Ποίμνιο Στο επίσημο έγγραφο των υπογραφών (συγκεκριμένα στη σελίδα 18), το όνομα «†
ὁ Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος» εμφανίζεται κανονικά τυπωμένο από
τη Γραμματεία της Συνόδου, αλλά η γραμμή της υπογραφής δίπλα του είναι
εντελώς κενή.
2. Η Αποκάλυψη της Εσωτερικής Διάστασης στην Αντιπροσωπεία Η άρνηση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου να υπογράψει έφερε στο φως της
δημοσιότητας το γεγονός ότι η ελληνική αντιπροσωπεία δεν είχε ενιαία
θεολογική γραμμή στην Κρήτη, παρά τις προσπάθειες να παρουσιαστεί το
αντίθετο:
3. Πώς επηρέασε τη μετέπειτα Αποδοχή
των Αποφάσεων; Η στάση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου επηρέασε καθοριστικά το κλίμα της
αποδοχής με τους εξής τρόπους:
Συνολικά, η στάση του Μητροπολίτη Ναυπάκτου κατέδειξε ότι η υπογραφή του
Προκαθήμενου (Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου) δεν σήμαινε απαραίτητα και τη
θεολογική συμφωνία των επισκόπων που τον συνόδευαν, μετατρέποντας τη
μετέπειτα αποδοχή των αποφάσεων της Κρήτης σε μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και
ανοιχτή διαδικασία εντός της Εκκλησίας της Ελλάδος. |
--------------------------------------------------------------------------------
3.
Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος (Εκκλησία της Κύπρου)
Ο Μητροπολίτης
Μόρφου Νεόφυτος συντάχθηκε με τις θεολογικές ενστάσεις των υπολοίπων,
εστιάζοντας στα εξής σημεία:
- Ηθελημένη Θεολογική Ασάφεια: Χαρακτήρισε το κείμενο ως προϊόν
«ηθελημένης θεολογικής ασάφειας», η οποία σχεδιάστηκε σκόπιμα για να
γεφυρώσει αγεφύρωτες εκκλησιολογικές διαφορές και να ικανοποιήσει την
οικουμενιστική ατζέντα.
- Δογματική Συνέπεια: Δήλωσε ότι η υπογραφή ενός τέτοιου
κειμένου θα αποτελούσε άρνηση της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων (όπως του
Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς κ.ά.) σχετικά με τα
όρια της Εκκλησίας και την πλάνη των ετεροδόξων.
--------------------------------------------------------------------------------
Συμπέρασμα &
Κοινά Θέματα των Διαφωνιών
Οι θεολογικές
ενστάσεις των αρχιερέων που δεν υπέγραψαν περιστρέφονται γύρω από τρεις
κεντρικούς άξονες:
- Δογματική Ακρίβεια (Ορολογία): Η άρνηση χρήσης του όρου «Εκκλησία»
για οποιαδήποτε άλλη κοινότητα εκτός της Ορθοδόξου.
- Εκκλησιολογία της Επιστροφής: Η θέση ότι η ενότητα αποκαθίσταται
μόνο μέσω της μετάνοιας και της επιστροφής των ετεροδόξων στην Ορθοδοξία,
και όχι μέσω οριζόντιων θεολογικών συμβιβασμών.
- Συνοδική Ισοτιμία: Η ένσταση κατά της κατάργησης της
προσωπικής ψήφου των επισκόπων στη Σύνοδο, η οποία θεωρήθηκε ξένη προς την
ορθόδοξη παράδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου