ΣΤ-ΤΟ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ
Έρευνα:
πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Το Κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) επιχείρησε να
επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, θεμελιώνοντας μια νέα
οικουμενιστική προσέγγιση ενότητας στηριγμένη στην αποδοχή της υφιστάμενης
εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Αυτή η προοπτική πυροδότησε τη σφοδρή αντίδραση
της αντι-οικουμενιστικής πτέρυγας, καθώς η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους το
απέρριψε κατηγορηματικά με ιστορική ανακοίνωση, ενώ σημαντικές Αυτοκέφαλες
Εκκλησίες, όπως της Ελλάδος και της Γεωργίας, αρνήθηκαν να το επικυρώσουν
συνοδικά. Το αδιέξοδο αυτό οδήγησε σε ναυάγιο με την ατυχή έκβαση της Η΄
Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Emmitsburg της
Βαλτιμόρης των ΗΠΑ (9–19 Ιουλίου 2000). Καίτοι ο διάλογος βρισκόταν επί μία
εξαετία σε τελματώδη κατάσταση, με την επανέναρξή του στο Βελιγράδι το 2006
εισήλθε σε μια νέα φάση.
Η συνάντηση του Βελιγραδίου (2006) (Θ συνέλευση
Μικτής Θεολογικής Επιτροπής)
Η Θ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής
Επιτροπής πραγματοποιήθηκε από τις 18 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2006 στο Βελιγράδι
της Σερβίας, αποτελούμενη συνολικά από 60 μέλη (30 Ορθόδοξα και 30
Ρωμαιοκαθολικά). Τις εργασίες διεύθυναν ως συμπρόεδροι ο Καρδινάλιος Walter
Kasper και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), με γραμματείς τον
Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο και τον π. Ελευθέριο Fortino. Στη συνάντηση
συμμετείχαν αντιπρόεδροι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία
Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας,
καθώς και από τις Εκκλησίες Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας,
Τσεχίας-Σλοβακίας και Φινλανδίας (απουσίαζε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας), ενώ από
τη ρωμαιοκαθολική πλευρά απουσίασαν δύο μέλη.
Μετά την παρουσίαση του προηγούμενου έργου της
Επιτροπής (1980-2000), στο επίκεντρο τέθηκε η συζήτηση του κειμένου που είχε
καταρτιστεί στη Μόσχα το 1990 με τίτλο «Εκκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες
της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Συνοδικότητα και αυθεντία στην Εκκλησία».
Το κείμενο αυτό εξέταζε τη συνοδικότητα και την αυθεντία σε τρία επίπεδα
(τοπικό, επαρχιακό, παγκόσμιο) ως συνέχεια των κειμένων του Μονάχου (1982), του
Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988). Αν και κατά τη συνάντηση δεν κατέστη
δυνατό να εγκριθεί ένα τελικό, κοινώς αποδεκτό κείμενο, η γόνιμη ζύμωση και οι
παρατηρήσεις που κατατέθηκαν οδήγησαν στη σύσταση μικτής επιτροπής για την
αναθεώρησή του. Η διαδικασία αυτή έθεσε τις βάσεις ώστε το κείμενο να
παρουσιαστεί αρτιότερο και να τύχει κοινής αποδοχής στην επόμενη Γενική
Συνέλευση του 2007.
Η συνάντηση της Ραβέννας (2007)
Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής
Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας από τις 8 έως τις 14
Οκτωβρίου 2007. Το κεντρικό θέμα της συνάντησης αυτής ήταν η συζήτηση του
αναθεωρημένου κειμένου που είχε προκύψει από τις παρατηρήσεις και τα σχόλια
πάνω στο αρχικό κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της προηγούμενης
συνάντησης στο Βελιγράδι το 2006.
Κατά την πρώτη ημέρα της συνάντησης, όταν η
διορθόδοξη επιτροπή συνεδρίασε χωριστά για να συντονίσει το έργο της, προέκυψε
σοβαρή εσωτερική κρίση. Οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας αποχώρησαν
διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, την
οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ανακηρύξει «αυτόνομη», αλλά η Μόσχα δεν
την αναγνώριζε ως τέτοια. Παρά
την απουσία της ρωσικής αντιπροσωπείας, οι εργασίες και οι συζητήσεις
συνεχίστηκαν κανονικά. Το αποτέλεσμα ήταν η ομόφωνη έγκριση ενός κοινού
κειμένου με τίτλο: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής
φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία»
(γνωστό ως «Κείμενο της Ραβέννας»). Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο πριν την
Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το
κείμενο αυτό αποτελεί εκκλησιολογική συνέχεια των προηγούμενων κοινών κειμένων
του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988)
Οι
συμμετέχοντες
|
Από το
Οικουμενικό Πατριαρχείο
Από την
Εκκλησία της Ελλάδος
|
ΤΑ
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΑΡΘΡΟ
39
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Αντίθετα προς
τας τοπικάς και περιφερειακάς συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί
θεσμόν, ού οποίου η συχνότης δύναται να καθορισθή υπό των κανόνων· είναι
μάλλον ένα γεγονός, ένας καιρός εμπνευόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, το
οποίον οδηγεί την Εκκλησίαν, ώστε να γεννήση εν αυτή τους θεσμούς, ούς αύτη
χρήζει και οι οποίοι ανταποκρίνονται εις την φύσιν αυτής. Αύτη η αρμονία
μεταξύ της Εκκλησίας και των συνόδων είναι τοσούτω βαθεία, ώστε, ακόμη και
μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον κατέστησεν αδύνατην την σύγκλησιν
Οικουμενικών Συνόδων κατά την αυστηράν έννοιαν του όρου, αμφότεραι αι
Εκκλησίαι συνέχισαν να συγκαλώσι συνόδους ότε ανέκυπτον σοβαροί κίνδυνοι. Αι
σύνοδοι αύται συνήγαγον τους επισκόπους των τοπικών Εκκλησιών εις κοινωνίαν
μετά του Θρόνου της Ρώμης ή, καθώς εννοείται διαφορετικώς, μετά του Θρόνου
της Κωνσταντινουπόλεως, αντιστοίχως. Εν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μερικαί
εκ τούτων των συνόδων, αι οποίαι συνεκλήθησαν εν τη Δύσει, εθεωρήθησαν ως
οικουμενικαί. Η κατάστασις αύτη, η οποία υπεχρέωσεν αμφοτέρας τας πλευράς της
Χριστιανοσύνης να συγκαλώσι συνόδους ιδίας εκάστης, ευνόησεν τας διχονοίας
αίτινες συνετέλεσαν εις την αλληλοαπομάκρυνσιν. Αι μέθοδοι, αίτινες θα
επιτρέψουν την αποκατάστασιν της οικουμενικής συναίνεσεως, οφείλουν να
αναζητηθώσι.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι
εξισώνει τις συνόδους που συγκλήθηκαν από τη Ρώμη μετά το σχίσμα με τις
Οικουμενικές Συνόδους της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Οι συνόδοι της Ρώμης μετά το
1054 δεν ήταν οικουμενικές διότι οι Ορθόδοξοι δεν συμμετείχαν σε αυτές και οι
αποφάσεις τους περιείχαν αιρέσεις όπως το Φιλιόκβε και την παπική αλάθητο. Το
κείμενο παρουσιάζει το σχίσμα σαν να ήταν ένα απλό διοικητικό πρόβλημα και όχι ως
αποκοπή από την αλήθεια της πίστεως. Η φράση ότι και οι δύο πλευρές συνέχισαν
να συγκαλούν συνόδους υπονοεί ότι και οι δύο είχαν εξίσου νόμιμο δικαίωμα, ενώ
στην πραγματικότητα οι συνόδοι της Ρώμης ήταν τοπικές συνόδοι αιρετικών που δεν
είχαν καμία σχέση με την οικουμενικότητα. Αυτή η εξίσωση ανοίγει τον δρόμο για
να αναγνωριστούν οι παπικές συνόδοι ως έγκυρες, πράγμα που θα σήμαινε αποδοχή
των αιρέσεων.
ΑΡΘΡΟ
40
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Κατά
την πρώτην χιλιετίαν, η οικουμενική κοινωνία των Εκκλησιών εν τη συνήθει ροή
των πραγμάτων διετηρείτο διά των αδελφικών σχέσεων μεταξύ των επισκόπων. Αι
σχέσεις αύται, μεταξύ των επισκόπων αυτών, μεταξύ των επισκόπων και των
αντιστοίχων πρώτων αυτών, και επίσης μεταξύ των πρώτων αυτών κατά τον κανονικόν
τάξιν, τον μαρτυρούμενον υπό της αρχαίας Εκκλησίας, ετρέφοντο και εστερεούντο
την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Η ιστορία καταγράφει τας διαβουλεύσεις,
επιστολάς και εφέσεις προς τας μεγάλας έδρας, ιδίως προς την έδραν της Ρώμης,
αίτινες εκφράζουν ζωηρώς την αλληλεγγύην, την οποίαν δημιουργεί η κοινωνία.
Κανονικαί διατάξεις, όπως η συμπερίληψις των ονομάτων των επισκόπων των
κυριωτέρων έδρων εις τα δίπτυχα και η κοινοποίησις της ομολογίας της πίστεως
προς τους άλλους πατριάρχας επί τη ευκαιρία των εκλογών, αποτελούν
συγκεκριμένας εκφράσεις της κοινωνίας.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει την
επικοινωνία με τη Ρώμη σαν να ήταν κάτι το καθοριστικό για την ενότητα της
Εκκλησίας, ενώ στην πραγματικότητα η Ρώμη ήταν μία από τις πέντε έδρες και όχι
η κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η αναφορά στα δίπτυχα και στις επιστολές
παρουσιάζεται σαν απόδειξη ειδικής σχέσης, ενώ αυτές οι πρακτικές ήταν απλές
εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης μεταξύ ίσων και όχι υποταγής. Το κείμενο αποσιωπά
ότι οι Ορθόδοξοι πατριάρχες δεν αναγνώριζαν καμία δικαιοδοσία του Πάπα πάνω
τους και ότι η επικοινωνία γινόταν μεταξύ ισότιμων αδελφών. Η επιλεκτική χρήση
της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να παρουσιαστεί η Ρώμη ως κέντρο ενότητας,
κάτι που δεν ισχύει.
ΑΡΘΡΟ
41
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Αμφότεραι αι πλευραί συμφωνούσιν ότι ούτος
ο κανονικός τάξις ανεγνωρίζετο υπό πάντων εν τη εποχή της αδιαιρέτου
Εκκλησίας. Περαιτέρω, συμφωνούσιν ότι η Ρώμη, ως η Εκκλησία η οποία
προεδρεύει εν τη αγάπη κατά την φράσιν του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, κατείχε
την πρώτην θέσιν εν τω τάξει, και ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήτο ο πρώτος μεταξύ
των πατριαρχών. Διαφωνούσιν όμως ως προς την ερμηνείαν των ιστορικών
τεκμηρίων εκ της εποχής ταύτης αναφορικώς προς τα προνόμια του επισκόπου
Ρώμης ως πρώτου, ζήτημα το οποίον εννοείτο ήδη διαφορετικώς εν τη πρώτη
χιλιετία.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι το σοβαρότερο και
πιο επικίνδυνο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι
συμφώνησαν ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών αποτελεί
τεράστια υποχώρηση. Στην Ορθόδοξη παράδοση το πρωτείο της Ρώμης ήταν πρωτείο
τιμής και όχι δικαιοδοσίας. Ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας όταν έλεγε ότι η Ρώμη
προεδρεύει εν αγάπη δεν εννοούσε καμία εξουσία επί των άλλων, αλλά απλώς
εξύμνησε την αγάπη της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι
υπήρχε κάποιο είδος πρωτείου που δεν έχει διευκρινιστεί, και έτσι ανοίγει τον
δρόμο για να ερμηνευθεί αργότερα ως παπική κυριαρχία. Η φράση ότι υπήρχαν
διαφορετικές ερμηνείες ήδη από την πρώτη χιλιετία υπονοεί ότι και οι δύο
ερμηνείες είχαν ισότιμη νομιμότητα, ενώ στην πραγματικότητα η ορθόδοξη ερμηνεία
ήταν η μόνη ορθή και η παπική ερμηνεία ήταν η αρχή της αποστασίας. Η αποδοχή
αυτού του άρθρου σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά παραδέχεται κάποιο είδος
πρωτείου του Πάπα, πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα στη συγχώνευση.
ΑΡΘΡΟ
42
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Η συνοδικότης
εν τω οικουμενικώ επιπέδω, ασκουμένη εν ταις οικουμενικαίς συνόδοις,
συνεπάγεται ενεργόν ρόλον του επισκόπου Ρώμης, ως πρώτου των επισκόπων των
μεγάλων έδρων, εν τη συναινέσει των συναχθέντων επισκόπων. Αν και ο επίσκοπος
Ρώμης δεν συνεκάλεσε τας οικουμενικάς συνόδους των πρώτων αιώνων και ουδέποτε
προεδρεύσεν αυτών προσωπικώς, ούτως όμως ενεπλάκη στενώς εις την διαδικασίαν
λήψεως αποφάσεων υπό των συνόδων.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι
παρουσιάζει τον επίσκοπο Ρώμης να έχει ενεργό ρόλο στις Οικουμενικές Συνόδους,
ενώ στην πραγματικότητα ο Πάπας δεν συγκάλεσε τις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους,
ούτε προήδρευσε σε αυτές. Οι Αυτοκράτορες συνεκάλεσαν τις συνόδους και οι
Πατριάρχες προήδρευαν. Η συμμετοχή της Ρώμης ήταν μέσω των λεγάτων της και όχι
μέσω του ίδιου του Πάπα. Το κείμενο παρουσιάζει μια παραποιημένη εικόνα της
ιστορίας για να δικαιολογήσει τον παπικό ρόλο. Η φράση ότι «ενεπλάκη στενώς στη
διαδικασία λήψεως αποφάσεων» είναι αόριστη και μπορεί να ερμηνευθεί ως δικαίωμα
μονομερούς απόρριψης ή εγκρίσεως, κάτι που δεν υπήρχε στην πρώτη χιλιετία. Αυτή
η παραποίηση της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να νομιμοποιηθεί η παπική
παρέμβαση στις αποφάσεις της Εκκλησίας.
ΑΡΘΡΟ
43
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το
πρωτείον και η συνοδικότης είναι αλληλένδετα. Διά τούτο το πρωτείον εν τω
διαφόρω επιπέδω της ζωής της Εκκλησίας, τοπικώ, περιφερειακώ και οικουμενικώ,
οφείλει πάντοτε να εξετάζεται εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, και η
συνοδικότης ομοίως εν τω πλαισίω του πρωτείου. Ως προς το πρωτείον εν τω
διαφόρω επιπέδω, επιθυμούμεν να διακηρύξωμεν τα ακόλουθα σημεία: Πρώτον, το
πρωτείον εν πάσι τοις επιπέδοις αποτελεί πρακτικήν εδραιωμένην εις την
κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας. Δεύτερον, ενώ το γεγονός του πρωτείου εν
τω οικουμενικώ επιπέδω γίνεται αποδεκτόν υπό Ανατολής και Δύσεως, υπάρχουν
διαφοραί κατανοήσεως αναφορικώς προς τον τρόπον καθόν ασκείται, και επίσης
αναφορικώς προς τας εκ των Γραφών και θεολογικάς βάσεις αυτού.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι
θεωρεί το πρωτείο και τη συνοδικότητα ως αλληλένδετα σε όλα τα επίπεδα,
συμπεριλαμβανομένου του οικουμενικού. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται κάποιο
πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο, δηλαδή κάποιος που θα είναι πάνω από όλους τους
επισκόπους. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει κανένα πρόσωπο πάνω από την
Οικουμενική Σύνοδο. Η ανώτατη εξουσία ανήκει στη Σύνοδο και όχι σε κάποιον
πρώτο. Η παραδοχή ότι υπάρχει πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο ανοίγει τον δρόμο
για να γίνει ο Πάπας κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Επίσης η φράση ότι υπάρχουν
διαφορές κατανόησης ως προς τον τρόπο άσκησης σημαίνει ότι το κείμενο αφήνει
ανοιχτό το ενδεχόμενο να ασκηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί τις παπικές
αξιώσεις. Αυτό είναι απαράδεκτο διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να δεχθεί
καμία μορφή παπικής κυριαρχίας.
ΑΡΘΡΟ
44
|
ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Εν τη ιστορία
της Ανατολής και της Δύσεως, τουλάχιστον μέχρι του ενάτου αιώνος,
αναγνωρίζετο σειρά προνομίων, πάντοτε εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, κατά
τας συνθήκας των καιρών, διά τον πρώτον ή την κεφαλήν εν εκάστω των
καθιερωμένων εκκλησιαστικών επιπέδων: τοπικώς, διά τον επίσκοπον ως πρώτον
της επισκοπής του προς τους πρεσβυτέρους και τον λαόν· περιφερειακώς, διά τον
πρώτον εκάστης μητροπόλεως προς τους επισκόπους της επαρχίας αυτού, και διά
τον πρώτον εκάστου των πέντε πατριαρχών, προς τους μητροπολίτας εκάστης
περιφερείας· και οικουμενικώς, διά τον επίσκοπον Ρώμης ως πρώτον μεταξύ των
πατριαρχών. Αύτη η διάκρισις των επιπέδων δεν μειοί την μυστηριακήν ισότητα
εκάστου επισκόπου ή την καθολικότητα εκάστης τοπικής Εκκλησίας.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει μια αναλογία
μεταξύ του επισκόπου που είναι πρώτος στην επισκοπή του, του μητροπολίτη που
είναι πρώτος στην επαρχία του, του πατριάρχη που είναι πρώτος στο πατριαρχείο
του, και του Πάπα που είναι πρώτος σε οικουμενικό επίπεδο. Αυτή η αναλογία
είναι παραπλανητική διότι εξισώνει πράγματα που δεν είναι ίδια. Ο επίσκοπος
στην επισκοπή του έχει πλήρη εξουσία, ο μητροπολίτης στην επαρχία του έχει
συγκεκριμένα καθήκοντα, ο πατριάρχης στο πατριαρχείο του έχει κανονική δικαιοδοσία,
αλλά κανένας από αυτούς δεν είναι κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η εξίσωση αυτών
των επιπέδων με τον Πάπα σε οικουμενικό επίπεδο σημαίνει ότι ο Πάπας θα πρέπει
να έχει ανάλογη εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που συνιστά παπική
κυριαρχία. Η φράση ότι δεν μειώνεται η μυστηριακή ισότητα των επισκόπων είναι
απλώς ένα καλλωπιστικό επίθεμα για να καλύψει την ουσία, η οποία είναι η
αναγνώριση παπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας.
ΑΡΘΡΟ
45
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Εναπολείπεται
να μελετηθή εις βάθος το ζήτημα του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία
πασών των Εκκλησιών. Τίς είναι η ειδική λειτουργία του επισκόπου της πρώτης
έδρας εν μια εκκλησιολογία της κοινωνίας και υπό το πρίσμα των όσων είπομεν
περί συνοδικότητος και εξουσίας εν τω παρόντι κειμένω; Πώς οφείλει να νοηθή
και να βιωθή η διδασκαλία της πρώτης και δευτέρας Βατικανείου Συνόδου περί
του οικουμενικού πρωτείου υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης
χιλιετίας; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον διάλογον ημών και διά τας
ελπίδας ημών να αποκαταστήσωμεν την πλήρη κοινωνίαν μεταξύ ημών.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι
θέτει ως θέμα μελλοντικής συζήτησης τον ρόλο του Πάπα σε μια εκκλησιολογία
κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι το κείμενο της Ραβέννας δεν απέρριψε το
παπικό πρωτείο, αλλά το άφησε ανοιχτό για μελλοντική αποδοχή. Η αναφορά στις
Βατικάνειες Συνόδους είναι επικίνδυνη διότι αυτές οι συνόδοι καθόρισαν το
παπικό πρωτείο ως δικαιοδοσία και την παπική αλάθητο, οι οποίες είναι αιρέσεις.
Το να συζητείται πώς θα ενσωματωθούν οι αποφάσεις αυτών των συνόδων στην
εκκλησιαστική ζωή σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά είναι διατεθειμένη να
συζητήσει την αποδοχή αιρετικών αποφάσεων. Η φράση περί αποκατάστασης της
πλήρους κοινωνίας υπονοεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι πλήρης χωρίς τη
Ρώμη, κάτι που αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία
είναι η πλήρης και ακέραιη Εκκλησία του Χριστού και δεν χρειάζεται καμία
προσθήκη.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Τα Ορθόδοξα
μέλη ησθάνθησαν σημαντικόν να τονίσωσιν ότι η χρήσις των όρων και εκφράσεων η
Εκκλησία, η ανά τον κόσμον Εκκλησία, η αδιαίρετος Εκκλησία και το Σώμα
Χριστού εν τω παρόντι εγγράφω και εν παρομοίοις εγγράφοις εκπονηθείσιν υπό
της Μικτής Επιτροπής κατ ουδένα τρόπον δεν υπονομεύει την αυτοαντίληψιν της
Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας,
περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολον της Πίστεως της Νικαίας. Εκ Καθολικής
επόψεως ισχύει η αυτή αυτοεπίγνωσις: η μία, αγία, καθολική και αποστολική
Εκκλησία υφίσταται εν τη Καθολική Εκκλησία, κατά το Lumen Gentium 8· τούτο
δεν αποκλείει την αναγνώρισιν ότι στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι
παρόντα εκτός της Καθολικής κοινωνίας.» |
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Αυτή η υποσημείωση είναι ίσως το πιο
επικίνδυνο σημείο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι
δέχθηκαν να υπογράψουν ένα κείμενο όπου οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού
χρησιμοποιούνται και για τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα σημαίνει ότι δεν
διαφύλαξαν την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η φράση ότι η χρήση αυτών των όρων δεν
υπονομεύει την αυτοαντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι απλώς μια δικαιολογία
για να καλυφθεί η υποχώρηση. Στην πραγματικότητα, όταν το κείμενο μιλά για την
Εκκλησία στον ενικό και αναφέρεται και στις δύο πλευρές, δημιουργεί την
εντύπωση ότι και οι δύο είναι Εκκλησίες με την πλήρη έννοια του όρου. Η αναφορά
στο Lumen Gentium 8, το οποίο διδάσκει ότι η αληθινή Εκκλησία υφίσταται μόνο
στη ρωμαιοκαθολική κοινωνία, ενώ αναγνωρίζει κάποια στοιχεία έξω από αυτήν,
είναι αιρετική διδασκαλία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους Ορθοδόξους.
Η υποσημείωση αυτή στην ουσία αποδέχεται ότι υπάρχουν δύο τρόποι να ομιλεί
κανείς για την Εκκλησία, ο ορθόδοξος και ο παπικός, και ότι και οι δύο είναι
έγκυροι, πράγμα που συνιστά σύγχυση και αποδοχή της πλάνης.
ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου της Ραβέννας
αποτελούν σοβαρούς κινδύνους για την Ορθόδοξη πίστη διότι ανοίγουν τον δρόμο
για την αναγνώριση παπικού πρωτείου, για την αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής
κοινότητας ως Εκκλησίας, για την παραποίηση της ιστορίας των Οικουμενικών
Συνόδων και για την προώθηση μιας ψευδούς ενότητας που δεν βασίζεται στην
αλήθεια. Το κείμενο δεν αναφέρεται στις αιρέσεις των Ρωμαιοκαθολικών, δεν ζητά
την αποκήρυξή τους και παρουσιάζει τον διάλογο ως μέσο ένωσης χωρίς να
διευκρινίζει ότι η ένωση προϋποθέτει την επιστροφή στην ορθή πίστη. Γι αυτό το
κείμενο πρέπει να απορριφθεί από κάθε ορθόδοξο χριστιανό που θέλει να
παραμείνει πιστός στην αγία παράδοση των αποστόλων και των πατέρων.
ΤΟ
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ
ΚΡΗΤΗΣ
Η εκκλησιαστική παράδοση αντιμετωπίζει τους
διαλόγους όχι ως διπλωματικές συνομιλίες, αλλά ως ομολογιακή μαρτυρία.
Επομένως, επιτρέπονται και ενθαρρύνονται αποκλειστικά χωρίς δογματικές
εκπτώσεις και με απώτερο στόχο την επιστροφή των ετεροδόξων στην πατρική
κληρονομιά της Μίας Εκκλησίας.
Η Σύνοδος της Κρήτης που έγινε τον Ιούνιο του 2016
σχετίζεται άμεσα με το κείμενο της Ραβέννας του 2007 διότι συνέχισε και
ενίσχυσε την ίδια οικουμενιστική γραμμή που άνοιξε το κείμενο της Ραβέννας. Το
κείμενο της Ραβέννας είχε θέσει ως ανοιχτό ζήτημα το πρωτείο του επισκόπου
Ρώμης και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει κάποιο είδος πρωτείου σε
οικουμενικό επίπεδο, ενώ η Σύνοδος της Κρήτης μέσα από τα κείμενά της για τις
σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο υιοθέτησε παρόμοια λογική αναγνώρισης
των ετεροδόξων ως εκκλησιών με ιστορική ύπαρξη, κάτι που θυμίζει την
υποσημείωση της Ραβέννας όπου οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχθηκαν να
χρησιμοποιούνται οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού και για τη ρωμαιοκαθολική
κοινότητα. Επίσης λίγους μήνες μετά τη Σύνοδο της Κρήτης, τον Σεπτέμβριο του
2016, η Μικτή Διεθνής Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου ενέκρινε στο Κιέτι της
Ιταλίας νέο κείμενο με τίτλο «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία:
στην πορεία προς κοινή κατανόηση, στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας», το
οποίο αποτελεί άμεση συνέχεια του κειμένου της Ραβέννας και ασχολείται με το
ίδιο θέμα του πρωτείου σε σχέση με τη συνοδικότητα. Η Σύνοδος της Κρήτης
προετοίμασε το έδαφος για αυτή τη συνέχεια, αφού στα κείμενά της δεν απέρριψε
την οικουμενιστική κατεύθυνση της Ραβέννας αλλά την ενσωμάτωσε στην πανορθόδοξη
συζήτηση. Αυτή η σύνδεση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από το Πατριαρχείο
Μόσχας και άλλες Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο ή αρνήθηκαν να την
αναγνωρίσουν, μεταξύ άλλων και διότι θεώρησαν ότι η Σύνοδος της Κρήτης
υιοθέτησε την προβληματική γραμμή της Ραβέννας ως προς το πρωτείο και τις
σχέσεις με τους αιρετικούς. Συνοπτικά η Σύνοδος της Κρήτης λειτούργησε ως
γέφυρα που μετέφερε την οικουμενιστική θεολογία της Ραβέννας στο επίπεδο της
πανορθόδοξης συνοδικής έκφρασης και άνοιξε τον δρόμο για περαιτέρω υποχωρήσεις
στο θέμα του παπικού πρωτείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου