Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φεράρας- Φλωρεντίας (Ε)

 


 

ΜΕΡΟΣ Ε-

Έναρξη των Προπαρασκευαστικών Συζητήσεων

«Μετά το πέρας των ημερών του Πάσχα, οι Λατίνοι ζήτησαν να προχωρήσουν σε συνεδριάσεις με τους Έλληνες, ώστε να εξετάσουν τις δογματικές διαφορές. Οι Έλληνες, όμως, έφεραν αντιρρήσεις, θεωρώντας ότι ήταν άδικο να συζητούν για δόγματα χωρίς να είναι παρόντες οι αρχιερείς που είχαν συγκεντρωθεί στη Σύνοδο της Βασιλείας. Τελικά, δέχτηκαν να συναντώνται ιδιαιτέρως σε έναν ναό για να εξετάσουν τη θεωρία περί καθαρτηρίου πυρός καθώς και κάποιες άλλες διαφορές.

Αφού αυτό έγινε δεκτό, αποφασίστηκε να συνεδριάζουν τρεις φορές την εβδομάδα στον ναό του Αγίου Ανδρέου, με επιτροπές και από τις δύο πλευρές για τη συζήτηση των εν λόγω θεμάτων. Ως συμμετέχοντες από την πλευρά των Ανατολικών ορίστηκαν: ο Αρχιεπίσκοπος Εφέσου Μάρκος, οι Μητροπολίτες Μονεμβασίας, Νικαίας, Λακεδαιμονίας και Αγχιάλου, ο Μέγας Χαρτοφύλακας, ο Μέγας Εκκλησιάρχης, οι ηγούμενοι των μονών Παντοκράτορος και Καλέως, καθώς και ο ιερομόναχος Μωυσής. Από αυτούς, ο Αυτοκράτορας διέταξε να συζητούν με τους Λατίνους μόνο ο Άγιος Μάρκος και ο Νικαίας...

Έτσι, οι επιμέρους συνελεύσεις άρχισαν στις 4 Ιουνίου, για να μην κάθονται οι Ανατολικοί άπραγοι και να μην καταναλώνουν τα φλωρία του Πάπα χωρίς να εργάζονται, μέχρι να καταφθάσουν οι Λατίνοι επίσκοποι που είχαν κληθεί με τις επιστολές του Πάπα. Διότι, ως γνωστόν, είχε συμφωνηθεί ο Βασιλιάς να λαμβάνει κάθε μήνα 30 φλωρία, ο Πατριάρχης 25, ο αδελφός του Βασιλιά 20, οι συνοδοί του Βασιλιά και του Πατριάρχη από 5, και οι υπηρέτες από 3, ως αντίτιμο για τη διατροφή τους.»

Το Δογματικό Ζήτημα του Καθαρτηρίου Πυρός

«Στην πρώτη συνεδρία αποφασίστηκε να συζητηθούν τα περί του καθαρτηρίου πυρός (purgatorium), την ύπαρξη του οποίου οι Ανατολικοί αρνούνταν κατηγορηματικά. [...] Η Δυτική Εκκλησία δοξάζει ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τόποι στους οποίους μεταβαίνουν οι ψυχές μετά τον θάνατο: Ο Παράδεισος ή η Βασιλεία των Ουρανών, ο Άδης ή η αιώνια κόλαση και το καθαρτήριο πυρ, την ύπαρξη του οποίου ανέκαθεν απέρριπτε, απορρίπτει και θα απορρίπτει και στο μέλλον —ορθώς πράττοντας— η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. [...] Σε αυτό συνίσταται ο μύθος περί καθαρτηρίου πυρός, τον οποίο επινόησαν οι Δυτικοί χάριν αργυρολογίας και πλουτισμού, τον οποίο όμως αργότερα θέλησαν να επιβάλουν ως δόγμα στην Εκκλησία.»

Η Εσωτερική Ρήξη της Ελληνικής Αποστολής

«Από την αρχή των συζητήσεων φάνηκε αμέσως αφενός η πολυμάθεια, η σοφία, το σθένος του χαρακτήρα και ο ζήλος του Ιερού Μάρκου για τα πατροπαράδοτα, ο οποίος δικαίωσε έτσι τις προσδοκίες και τις ελπίδες που στήριζαν σε αυτόν οι της Ανατολικής Εκκλησίας. Αφετέρου φάνηκε η μικροψυχία και τα ταπεινά κίνητρα από τα οποία δυστυχώς οδηγούνταν πολλοί άλλοι, οι οποίοι, ενώ όφειλαν να είναι συναγωνιστές του, ενάντια σε κάθε προσδοκία μετατράπηκαν σε εχθρούς. [...] Ο Βασιλιάς διέταξε τους δικούς μας να συντάξουν απάντηση σε όσα είχαν γραφτεί από εκείνους. Επειδή όμως ο Αυτοκράτορας, λέγοντας αυτά, φαινόταν να απευθύνεται μάλλον στον Ιερό Μάρκο, οργίστηκε ο Νικαίας για αυτή την προτίμηση και έκτοτε άρχισε να τον βλέπει με καχυποψία. [...] Η ρήξη εκδηλώθηκε έμπρακτα και φανερά σε μια συνεδρία, όπου ενώ ο Βασιλιάς θέλησε να εμποδίσει τον Νικαίας να πάρει τον λόγο την ώρα που ο Ιερός Μάρκος ανέπτυσσε τις δοξασίες της Εκκλησίας μας προς τους Λατίνους, εκείνος οργισμένος σηκώθηκε και, περιφρονώντας τη διαταγή του Βασιλιά, είπε ότι ήταν εντελώς ελεύθερος να εκφράσει την προσωπική του γνώμη για το θέμα που συζητούνταν.»

Η Πορεία των Συζητήσεων και οι Δυτικοί Αντίπαλοι

«Στις συζητήσεις που διεξάγονταν προφορικά, ο Ιερός Μάρκος, παίρνοντας τον λόγο, απαντούσε εκτενώς, διαλύοντας τις απορίες των Δυτικών και αντικρούοντας με σθένος τα επιχειρήματά τους. [...] Οι Λατίνοι, μη αρκούμενοι στις προφορικές συζητήσεις, θέλησαν να αναπτύξουν τις απόψεις τους και εγγράφως. [...] Περιελθών σε αδιέξοδο κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης για το καθαρτήριο πυρ και μην έχοντας τι να απαντήσει στα λεχθέντα, επιχείρησε να εκτρέψει τη συζήτηση σε εντελώς σοφιστικά ζητήματα, προτείνοντας προς επίλυση, μεταξύ άλλων, τις εξής απορίες: πώς ίπτανται οι άγγελοι; από ποια ύλη θα άναβε το άσβεστο πυρ της Κόλασης; Αυτές οι ανόητες, γελοίες και ασεβείς ερωτήσεις, που παρεμβάλλονταν εντελώς άκαιρα και αταίριαστα στη συζήτηση του κύριου θέματος, εξόργισαν τόσο πολύ τους παρόντες από την πλευρά των Ορθοδόξων, ώστε ένας συγκλητικός, ο Ιάγαρις το όνομα, στρεφόμενος προς τον Ιωάννη την ώρα που απηύθυνε την τελευταία του ερώτηση για τη φωτιά της αιώνιας Κόλασης, είπε με αγανάκτηση: "Θα το μάθει αυτό ο ερωτών, όταν βρεθεί εκεί".»

Η Αδιαφορία του Αυτοκράτορα και η Επίσημη Έναρξη

«Ο ασύνετος αυτοκράτορας, έχοντας διαμηνύσει στον άρχοντα της Φεράρας να μην επιτρέψει σε κανέναν Έλληνα να βγει από την πόλη χωρίς να παρουσιάσει σε αυτόν βασιλική άδεια, έφυγε από την πόλη και έμενε σε ένα μοναστήρι που απείχε από αυτήν περίπου έξι μίλια. Εκεί, ασχολούμενος με διασκεδάσεις και κυνήγι, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τις εκκλησιαστικές υποθέσεις. [...] Μόλις λοιπόν, μετά από πολλές πιέσεις του Πατριάρχη και του Πάπα, ήρθε ο αυτοκράτορας στη Φεράρα, αφήνοντας για λίγο το κυνήγι, συσκέφθηκαν και όρισαν ως ημέρα έναρξης των εργασιών της Συνόδου την 6η Οκτωβρίου.

Επέλεξαν δε, για να συμμετέχουν στις συζητήσεις της Συνόδου, οι μεν Έλληνες τον ιερό Μάρκο Εφέσου, τον Ισίδωρο Ρωσίας, τον Βησσαρίωνα Νικαίας, τον Γεώργιο Γεμιστό, τον Μέγα Χαρτοφύλακα Μιχαήλ Βαλσαμώνα, τον Μέγα Εκκλησιάρχη Συρόπουλο και, αφού αυτός παραιτήθηκε, τον Μέγα Σκευοφύλακα Θεόδωρο Ξανθόπουλο...»

Ο τόπος των συνελεύσεων και η στάση των Λατίνων

 «Οι συνελεύσεις λοιπόν ξεκίνησαν την ορισμένη ημέρα, όχι στον Ναό της επισκοπής, όπου έγινε η ανακήρυξη της Συνόδου, όπως ήταν το σύνηθες, διότι όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι συγκεντρώνονταν σε ιερούς ναούς, αλλά στο παλάτι του Πάπα: "Είναι ασύμβατο και ανάρμοστο", έλεγαν οι Καρδινάλιοι, "για τη μεγαλειότητα και την υπεροχή του Πάπα να πηγαίνει στην επισκοπή και να διέρχεται μέσα από πλήθη ανθρώπων, συνοδευόμενος από τέσσερις ή πέντε Καρδιναλίους και λίγους Επισκόπους". Εκεί λοιπόν που έγινε η συνέλευση, δεν ήρθαν ούτε τοποτηρητές των ηγεμόνων της Ευρώπης, ούτε παρουσιάστηκαν οι Καρδινάλιοι και οι αρχιερείς που συνεδρίαζαν στη Βασιλεία, οι οποίοι μάλιστα είχαν καθαιρέσει τον Πάπα Ευγένιο ως επίορκο, σχισματικό, σιμωνιακό και αιρετικό.»

Η έναρξη των συζητήσεων και οι θέσεις του Μάρκου

 «Στην πρώτη συνέλευση αγόρευσαν ο Νικαίας Βησσαρίων και ο Ρόδου Ανδρέας, ο ένας στα ελληνικά και ο άλλος στα λατινικά, πλέκοντας εγκώμια για τον Πάπα, τον Αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη και τη σύνοδο. Στις επόμενες συνελεύσεις, επειδή το θέμα της συζήτησης ήταν η προσθήκη στο άγιο Σύμβολο της Πίστεως, πρώτος ο ιερός Μάρκος πήρε τον λόγο και είπε τα εξής: "Πρώτον, ότι είναι πολύ αναγκαία η ειρήνη που μας άφησε ο Δεσπότης μας Χριστός· δεύτερον, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία παραμέλησε την αγάπη και διαλύθηκε η ειρήνη· τρίτον, ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία, ανακαλώντας τώρα την αγάπη που είχε παραμεληθεί τότε, έσπευσε να έλθουμε εδώ και να εξετάσουμε τις διαφορές μεταξύ μας· τέταρτον, ότι είναι αδύνατον να αποκατασταθεί η ειρήνη αν δεν λυθεί η αιτία του σχίσματος· και πέμπτον, να διαβαστούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων, ώστε να φανεί ότι εμείς είμαστε σύμφωνοι με τους Πατέρες εκείνων των συνόδων και ότι η παρούσα σύνοδος ακολουθεί εκείνες". Αυτά είπε ο Άγιος Μάρκος Εφέσου με αναλυτικό και λογικό τρόπο.»

Η προσπάθεια των Λατίνων να αποφύγουν τους όρους

 «Οι Λατίνοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην αναγνωστούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων, διότι η ανάγνωσή τους θα ήλεγχε την προσθήκη που είχαν κάνει στο Άγιο Σύμβολο. [...] "Και τι θα κερδίζατε", έλεγαν προς αυτούς, "αν κηρυττόταν το ανάθεμα εναντίον ημών των Οικουμενικών συνόδων;". [...] Οι δικοί μας, βλέποντας ότι το ζήτημα του θεόσοφου Μάρκου θα συντελούσε τα μέγιστα στην ταπείνωση της λατινικής έπαρσης και αυθάδειας, αντέδρασαν και οι ίδιοι συμμεριζόμενοι τη γνώμη του, δηλώνοντας προκειμένου να τους αναγκάσουν σε υποχώρηση, ότι αν δεν αναγιγνώσκονταν πρώτα οι όροι σε κοινή συνεδρία στο παλάτι του Πάπα, ήταν αδύνατον να γίνει άλλη συνέλευση. [...] Βλέποντας οι Λατίνοι την πολλή επιμονή των δικών μας, υπέκυψαν άκοντες, δεχόμενοι να γίνει δημόσια, σε επήκοο του πλήθους, η ανάγνωσή τους. Αλλά όμως, για να δείξουν πόσο αυτό ήταν λυπηρό και πικρό για αυτούς, επινόησαν τα εξής: Πρώτον βρήκαν τρόπο να μην είναι εκεί όλο εκείνο το πλήθος που προηγουμένως συγκεντρωνόταν. Δεύτερον, το Άγιο Ευαγγέλιο, το οποίο στις άλλες συνελεύσεις βρισκόταν στο μέσο ανοιχτό, τότε βρέθηκε κλειστό. Τρίτον, οι λαμπάδες ήταν σβηστές και όχι αναμμένες όπως πρότερα· και τέταρτον, τα αγάλματα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου δεν είχαν αφεθεί όρθια στο ιερό, όπως πάντοτε, αλλά ήταν ξαπλωμένα.»

Η επίδραση του Μάρκου και η εσωτερική υπονόμευση

 «Και είναι αλήθεια ότι και μόνο η απλή ανάγνωση των όρων αρκούσε για να ανατρέψει όλες τις καινοτομίες των Λατίνων. Αλλά ο Ιερός Μάρκος δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό [...] Τόση ήταν η εντύπωση από τα λόγια του Ιερού Μάρκου, ώστε και πολλοί από τους έγκριτους Λατίνους μοναχούς [...] αναγκάστηκαν να ομολογήσουν [...] ότι οι Έλληνες πίστευαν και δογμάτιζαν πολύ πιο ορθά από τους Λατίνους [...] Ο Νικαίας Βησσαρίων, μετά την εκφώνηση κάποιου λόγου που είχε συνταχθεί από τον Σχολάριο, καθόλου δεν αναμειγνύονταν στις συζητήσεις, δελεασμένος από τις υποσχέσεις του Πάπα [...] Ο δε προαναφερθείς Γρηγόριος, που ήταν μάλλον σατανικός παρά πνευματικός, και κάποιος δάσκαλος Αμηρούτζης, λιώνοντας από φθόνο προς τον ιερό Μάρκο [...] ειρωνεύονταν κρυφά και χλεύαζαν όσα έλεγε εκείνος.»

Η εξαθλίωση και ο λόγος του Μάρκου (8 Δεκεμβρίου)

 «Όταν συνέβαιναν αυτά, προσθέτει ο Συρόπουλος, οι δικοί μας στερούνταν τα αναγκαία· διότι έπρεπε πρώτα να συγκατανεύσουν σε ό,τι ήθελαν οι Λατῖνοι, και τότε να δοθεί το σιτηρέσιο [...] Στη 15η συνέλευση, η οποία έγινε στις 8 Δεκεμβρίου και ήταν η τελευταία των συνελεύσεων στη Φεράρα, λαμβάνοντας τον λόγο με εντολή του Βασιλιά ο ιερός Μάρκος είπε τα ακόλουθα:

«Εγώ, που μεγάλωσα με τη βοήθεια του Θεού και με ευσεβή διδάγματα, και ακολουθώ σε όλα την Αγία Καθολική Εκκλησία, πιστεύω και ομολογώ τον Θεό Πατέρα ως τον μόνο που δεν έχει αρχή και δεν προέρχεται από κάποιον άλλο, πηγή και αιτία του Υιού και του Πνεύματος.

Γιατί ο Υιός γεννήθηκε από Αυτόν και το Πνεύμα εκπορεύεται από Αυτόν, χωρίς να συμβάλλει τίποτα ο Υιός στην εκπόρευση, όπως ούτε το Πνεύμα συμβάλλει στη γέννηση, σύμφωνα με το ότι οι πρόοδοι είναι ταυτόχρονες και αλληλένδετες, όπως διδάσκουν οι θεολόγοι Πατέρες. Γι' αυτό και το Άγιο Πνεύμα λέγεται ότι εκπορεύεται δι' Υιού, δηλαδή μαζί με τον Υιό, και όπως ο Υιός, έστω και αν όχι γεννητώς όπως Εκείνος.

Ο δε Υιός δεν λέγεται ότι γεννιέται διά του Πνεύματος, γιατί σχετικό είναι το όνομα του Υιού, για να μη φανεί ότι είναι υιός του Πνεύματος. Από εδώ και Πνεύμα Υιού λέγεται για το κατά φύση οικείο, και το δι' αυτού φυσιολογικά να δίνεται στους ανθρώπους. Ο δε Υιός του Πατρός λέγεται, του δε Πνεύματος Υιός δεν λέγεται σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Νύσσης.

Αν δε το «δι' Υιού» εκπορεύεσθαι δήλωνε την αιτία, όπως λένε οι νέοι θεολόγοι, και όχι το δι' αυτού να λάμπει και να δίνεται, και εντελώς το να προέρχεται μαζί και να συνοδεύει σύμφωνα με τον θεόπνευστο Δαμασκηνό, δεν θα αφαιρούσαν οι θεολόγοι όλοι ρητά από τον Υιό την αιτία:

Ο μεν Διονύσιος λέγοντας «μόνη πηγή δηλαδή αιτία της υπερουσίου θεότητας ο Πατήρ», και με αυτό διακρίνεται από τον Υιό και το Πνεύμα. Ο δε Αθανάσιος «μόνος αγέννητος και μόνος πηγή θεότητας ο Πατήρ», δηλαδή μόνος αιτία καθώς και μόνος χωρίς αιτία. Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος «όλα όσα ο Πατήρ του Υιού πλην της αιτίας». Ο δε Μάξιμος ότι και οι Ρωμαίοι τον Υιό δεν κάνουν αιτία του Πνεύματος. Ο δε Δαμασκηνός και αλλού «όσα αρμόζει πηγή, αιτία, γεννήτορι, στον Πατέρα μόνο να αποδίδονται», δεν θα ο πιο θεολογικός αυτός Δαμασκηνός θέτοντας τη ΔΙΑ επί του Υιού, απαγόρευε την ΕΚ,

Στο μεν όγδοο των θεολογικών λέγοντας «εκ του Υιού το Πνεύμα δεν λέμε, Πνεύμα δε Υιού ονομάζουμε και δι' Υιού να φαίνεται σε μας ομολογούμε». Στο δε 13ο πάλι ο ίδιος «Πνεύμα Υιού όχι ως από αυτόν, αλλά ως δι' αυτού εκ του Πατρός εκπορευόμενον, μόνος γαρ αίτιος ο Πατήρ». Και στην προς Ιορδάνην επιστολή προς το τέλος «Πνεύμα υποστατικό εκπόρευμα και πρόβλημα, δι' Υιού δέ, και όχι εξ Υιού, ως Πνεύμα στόματος Θεού Λόγου εξαγγελτικόν». Και στον εις την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου λόγο «Πνεύμα Άγιον του Θεού και Πατρός, ως από αυτού εκπορευόμενον, όπερ και του Υιού λέγεται, ως δι' αυτού φανερούμενον και τη κτίσει μεταδιδόμενον. Αλλ' όχι από αυτόν έχον την ύπαρξιν».

Δηλαδή όπου μεσιτεία αιτιώδη δηλώνει η ΔΙΑ και το άμεσο αίτιο, όπως θέλουν οι Λατίνοι, πάντως ισοδυναμεί τότε με την ΕΚ, και η μία της άλλης παίρνει τη χρήση. Όπως το «απέκτησα άνθρωπο διά του Θεού» ταυτόν με το «εκ του Θεού», και «ο άνδρας διά γυναικός», δηλαδή εκ γυναικός.

Όπου λοιπόν η ΕΚ απαγορεύτηκε, φανερό ότι και η αιτία αυτή συναπαγορεύτηκε. Λείπεται άρα το «εκ του Πατρός δι' Υιού εκπορεύεσθαι» το Πνεύμα το Άγιον έτσι να λέγεται σύμφωνα με τον τρόπο της συμπυκνωμένης θεολογίας, ως εκ Πατρός εκπορευόμενον, δι' ου φανερούσθαι, ή γνωρίζεσθαι, ή εκλάμπειν, ή να δίνεται να νοείται. Αυτό γιατί λέει ο μέγας Βασίλειος ότι το γνωριστικό σημείο της κατά την υπόσταση ιδιότητας είναι το να γνωρίζεται μαζί με τον Υιό και όχι άλλη κάποια προς τον Πατέρα, ή το να υφίσταται από αυτόν. Αυτό άρα και το διά του Υιού θέλει, το να γνωρίζεται μαζί του, και όχι άλλη κάποια προς τον Πατέρα, ή το να υφίσταται από αυτόν. Άρα όχι εκ του Υιού υφέστηκεν, ούτε το είναι έχει το Πνεύμα το Άγιον. Όπως δι' Υιού τα πάντα έγιναν λέγεται. Αλλ' εκείνο μεν λέγεται της ΔΙΑ κειμένης αντί της ΕΚ, αυτό δε καθόλου όχι.

Ούτε αν βρει κανείς πουθενά κείμενο έτσι χωρίς του Πατρός αλλά εκ Πατρός δι' Υιού λέγεται. Αυτό δε την αιτία δεν δίνει εξ ανάγκης στον Υιό. Γι' αυτό και το εξ Υιού και παντελώς δεν βρέθηκε και καθαρά απαγορεύτηκε.

Τις δε των Δυτικών διδασκάλων φωνές, που την αιτία στον Υιό δίνουν, ούτε γνωρίζω, ούτε παραδέχομαι, συμπεραίνοντας ότι είναι διεφθαρμένες και πλασματικές διά τε πολλών άλλων και διά του προχθές προσφερθέντος από αυτούς βιβλίου της Οικουμενικής έβδομης συνόδου τον όρο έχοντος μετά της στο σύμβολο προσθήκης, όπερ διαβασθέν όσην αυτών ντροπή έχυσε, ξέρουν οι τότε παρόντες.

Αλλ' ούτε αν αντίθετα στις Οικουμενικές συνόδους και τα κοινά αυτών δόγματα, ούτε αν εντελώς ασύμφωνα με τους Ανατολικούς διδασκάλους έγραψαν οι πατέρες εκείνοι, ούτε και στον εαυτό τους ασυνεπή, όπως διά άλλων πολλών εκείνων των λόγων αποδεικνύεται.

Γι' αυτό τέτοιες επικίνδυνες φωνές περί της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως αθετώ και συμφωνών με τον άγιο Δαμασκηνό, εκ του Υιού το Πνεύμα δεν λέω, κι όποιος άλλος το λέει. Ούτε λέω τον Υιό αιτία, ούτε προβολέα, για να μην υπάρχει δεύτερος αιτίας στην τριάδα, κι από εδώ δύο αίτιοι και δύο αρχές γνωριστούν. Ούτε γιατί ουσιώδες εδώ το αίτιο κοινό και στα τρία πρόσωπα υπάρχει, και γι' αυτό τις δύο αρχές πουθενά με κανέναν τρόπο οι Λατίνοι δεν θα αποφύγουν όσο τον Υιό λένε αρχή του Πνεύματος. Η δε αρχή προσωπική υπάρχει και διακρίνει τα πρόσωπα.

Κατά πάντα λοιπόν ακολουθών τις άγιες και Οικουμενικές επτά συνόδους και αυτούς που σε αυτές έλαμψαν θεοσόφους πατέρες: «Πιστεύω εις ένα Θεόν Πατέρα παντοκράτορα...» Και λέγεται όλο αυτό το ιερό της πρώτης συνόδου και της δεύτερης εκτεθέν, από δε των υπολοίπων και επικυρωθέν, όλη ψυχή δεχόμενος και φυλάττων, αποδέχομαι και ασπάζομαι μαζί με τις ειπωμένες επτά συνόδους, και την μετ' αυτούς συγκροτηθείσα επί του ευσεβούς Βασιλείου βασιλέως Ρωμαίων και του Αγιωτάτου Πατριάρχου Φωτίου, την Οικουμενική ογδόη ονομασθείσα, που και των τοποτηρητών παρόντων Ιωάννη του μακαρίου Πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης, Παύλου και Ευγενίου των Επισκόπων και Πέτρου Πρεσβυτέρου και Καρδινάλιου, επικύρωσε μεν και ανακήρυξε την έβδομη Οικουμενική Σύνοδο και να συντάσσεται με τις πριν από αυτήν όρισε.

Αποκατέστησε δε στον οικείο θρόνο τον Αγιώτατο Φώτιο, καταδίκασε δε και αναθεμάτισε, όπως και οι πριν από αυτήν Οικουμενικές Σύνοδοι, αυτούς που τολμούν προσθήκη τινά να καινοτομούν ή αφαίρεση: «Αν κάποιος γαρ, λέει, παρά αυτό το ιερό σύμβολο τολμήσει άλλο να συντάξει, ή να προσθέσει ή να αφαιρέσει και όρο να ονομάσει αποτολμήσει, κατάδικος και κάθε χριστιανικής πολιτείας απόβλητος».

Τα ίδια και ο Πάπας Ιωάννης προς τον Άγιο Φώτιο γράφοντας λέει πιο εκτεταμένα και πιο καθαρά περί της στο σύμβολο αυτής προσθήκης. Αυτή η σύνοδος και κανόνες εξέθεσε αυτούς που σε όλα τα κανονικά βιβλία βρίσκονται.

Σύμφωνα με τους όρους λοιπόν αυτής και των πριν από αυτήν συνόδων, το ιερό της πίστεως σύμβολο ακίνητο πρέπει να φυλάγεται κρίνω, όπως εκδόθηκε και όσους απορρίπτουν συναπορρίπτοντας, ποτέ σε κοινωνία δεν θα δεχτώ, αυτούς που τολμήσαντες στο σύμβολο την καινοτομία να προσθέσουν περί της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, όσο επιμένουν σε τέτοια καινοτομία.

Γιατί αυτός που κοινωνεί με τον ακοινώνητο και ο ίδιος ακοινώνητος ας είναι. Και ο θείος Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το «Αν κάποιος σας ευαγγελίζεται παρ' ο παραλάβετε, ανάθεμα»· δεν είπε, λέει, αν αντίθετα καταγγέλλουν, ή το όλο ανατρέπουν, αλλά, κι αν μικρό τι ευαγγελίζονται, παρ' ο παραλάβετε, κι αν το τυχόν παρακινήσουν, ανάθεμα ας είναι.

Και ο ίδιος πάλι· πρέπει να οικονομούμε εκεί που δεν πρέπει να παρανομούμε. Και ο μέγας Βασίλειος στους ασκητικούς· φανερή έκπτωση πίστεως και υπερηφάνειας κατηγορία, το να αθετεί κανείς κάτι από τα γραμμένα ή να εισάγει κάτι από τα μη γραμμένα, του Κυρίου μας Ιησού που είπε «τα δικά μου πρόβατα της φωνής μου ακούν». Και πριν από αυτό που είπε «σε ξένο όμως δεν θα ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν από αυτόν, γιατί δεν ξέρουν τη φωνή των ξένων». Και στην προς μοναχούς επιστολή· αυτοί που την υγιή πίστη προσποιούνται να ομολογούν, κοινωνούν δε με τους αιρετικούς, τέτοιους, αν μετά την παραγγελία δεν απομακρυνθούν, όχι μόνο ακοινώνητους να έχεις, αλλά ούτε αδελφούς να ονομάζεις.

Και πριν από αυτόν ο Θεοφόρος Ιγνάτιος στην προς τον θείο Πολύκαρπο Σμύρνης επιστολή· κάθε αυτός που λέει, λέει, παρά τα διατεταγμένα, κι αξιόπιστος είναι, κι αν νηστεύει, κι αν σημεία κάνει, κι αν προφητεύει, λύκος ας φαίνεται σε σου σε προβιά προβάτου, προβάτων καταστροφή κατεργαζόμενος.

Και τι πρέπει να λέμε πολλά; Όλοι οι της Εκκλησίας δάσκαλοι, όλες οι σύνοδοι, όλες οι θείες γραφές να φεύγουν τους αιρετικούς συμβουλεύουν, και της αυτών κοινωνίας να απέχουν.

Αυτών λοιπόν εγώ όλων καταφρονήσας, θα ακολουθήσω αυτούς που με πρόσχημα πλασματικής ειρήνης να ενωθούμε διατάζουν, αυτούς που το θείο σύμβολο πλαστογράφησαν, και τον Υιό εισάγουν δεύτερη αιτία του Αγίου Πνεύματος;

Γιατί τα υπόλοιπα των ατοπημάτων από εδώ και στο εξής, που και μόνο ένα ήταν αρκετό να μας χωρίσει από αυτούς, μη πάθω αυτό ποτέ, καλέ μου παράκλητε, μηδ' έτσι εγώ του εαυτού μου και των καθηκόντων λογισμών πέσω. Της δε δικής σου διδασκαλίας και των από σου εμπνευσμένων μακαρίων ανδρών κρατούμενος, να προστεθώ στους δικούς μου πατέρες, αυτό αν μη και τίποτα άλλο από εδώ παίρνοντας την ευσέβεια.»

 

 

 Ο επίλογος του Αγίου Μάρκου

Το ίδιο, επίλογος του λόγου που είπε στη Σύνοδο, συμπεριλαμβάνοντας όλο το ορθόδοξο φρόνημα, μετά τον οποίο σιώπησε.

«Αυτό το Σύμβολο σας ζητούμε, φίλοι, την καλή παρακαταθήκη των Πατέρων μας, που συγκεντρώθηκαν στη βασιλίδα πόλη μας. Επιστρέψτε το λοιπόν, όπως το παραλάβατε από μας. Αν κάποιος σας εμπιστεύτηκε παρακαταθήκη, δεν θα την παρέδιδες όπως την παρέλαβες; Επιστρέψτε λοιπόν και το Σύμβολο των Πατέρων, όπως το πήρατε. Δεν δέχεται προσθήκη, δεν δέχεται μείωση. Κλείστηκε από αυτούς και σφραγίστηκε, και αποπέμπουν όσους τολμούν να το καινοτομήσουν, και υποβάλλουν σε ευθύνες όσους κάνουν άλλο παρά αυτό. Σας φαίνεται μικρή η γενόμενη προσθήκη της λέξης, και λίγος ο λόγος γι' αυτήν; Άρα και αν αφαιρεθεί, μικρό θα βλάψει ή τίποτα, μάλλον δε θα ωφελήσει τα μέγιστα· γιατί θα ενώσει όλους τους Χριστιανούς. Αλλά μεγάλο το γεγονός και πολύς ο λόγος γι' αυτό; Άρα ούτε κι εμείς αμαρτάνουμε κάνοντας πολύν τον λόγο γι' αυτό. Αν για κάποια οικονομία προστέθηκε; Για οικονομία ας αφαιρεθεί πάλι, για να κερδίσετε αδελφούς που σπαράζονται και την αγάπη έτσι πολύτιμη θεωρούν. Σας παρακαλούμε λοιπόν, πατέρες και αδελφοί και κύριοι τιμιώτατοι, όπως και πριν σας παρακαλέσαμε, για τα σπλάγχνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που μας αγάπησε ανάξιους όντας και αμαρτωλούς και απεγνωσμένους, και έβαλε την ψυχή Του υπέρ ημών, ας επιστρέψουμε στην καλή συμφωνία που είχαμε προς εμάς τους ίδιους και τους Αγίους Πατέρες που είχαμε πριν, όταν όλοι λέγαμε το ίδιο και δεν υπήρχε σχίσμα μεταξύ μας· ας αναγνωριστούμε αδελφικά· ας ντραπούμε τους κοινούς Πατέρες μας· ας τιμήσουμε τους όρους τους· ας φοβηθούμε τις απειλές τους· ας φυλάξουμε τις παραδόσεις· για να ομοθυμαδόν με ένα στόμα και μια καρδιά δοξάσουμε το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

 

Επίλογος και η έκκληση για επιστροφή

 «Ο επίλογος του λόγου του ίδιου, τον οποίο είπε στη Σύνοδο συμπεριλαμβάνοντας όλο το ορθόδοξο φρόνημα [...] "Αυτό το Σύμβολο ζητάμε από εσάς, φίλοι μου, την καλή παρακαταθήκη των Πατέρων μας [...] Αποδώστε το λοιπόν, καθώς το παραλάβατε από εμάς [...] Δεν δέχεται προσθήκη, δεν δέχεται μείωση [...] Παρακαλούμε λοιπόν εσάς, πατέρες και αδελφοί και κύριοι τιμιότατοι [...] ας επανέλθουμε στην καλή συμφωνία [...] ώστε με ομοψυχία, με ένα στόμα και μια καρδιά, να δοξάσουμε το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν".»

Η πίεση των Λατίνων για αλλαγή της θεματολογίας

« «Επειδή όμως οι Λατίνοι έβλεπαν ότι τα όσα είχε πει ο Άγιος Μάρκος ήταν αναντίρρητα, ζήτησαν από τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τις συζητήσεις σχετικά με την προσθήκη [στο Σύμβολο της Πίστεως] και να συζητήσουν για το δόγμα, δηλαδή αν είναι αληθές ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού. Μετά από λίγες ημέρες, ο Βασιλιάς πήγε στον Πατριάρχη και, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους υπόλοιπους κληρικούς, είπε ότι οι Λατίνοι ζητούν να σταματήσουν οι συζητήσεις για την προσθήκη και να συζητήσουν για το δόγμα. Οι αρχιερείς και οι κληρικοί απάντησαν: "Οι Λατίνοι, βλέποντας ότι το κεφάλαιο αυτό είναι ισχυρό υπέρ ημών και μην έχοντας κατάλληλα επιχειρήματα γι' αυτό, επιδιώκουν να μας απομακρύνουν από αυτό, εξυπηρετώντας το δικό τους συμφέρον. Οφείλουμε, λοιπόν, και εμείς να προασπίσουμε το δικό μας συμφέρον και να μην παραιτηθούμε από τη θέση ισχύος μας" ([83]).»

Η στάση του Πατριάρχη και η διαφωνία του Βησσαρίωνα

«Και ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να πείσει τους αρχιερείς να εγκαταλείψουν τις συζητήσεις για την προσθήκη και να συζητήσουν για το δόγμα, συμβουλεύοντας τους άλλους είτε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω τρίτων, προσπαθώντας να τους ελκύσει στη δική του άποψη. Ο Πατριάρχης, όμως, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους υπόλοιπους κληρικούς, είπε: "Εγώ γνωρίζω ότι οι δικοί μας είπαν πολλά και ισχυρά επιχειρήματα σχετικά με την προσθήκη, σχεδόν αναντίρρητα, και απέδειξαν ότι δεν επιτρεπόταν να προστεθεί κάτι στο Σύμβολο της Πίστεως. Όσα όμως είπαν οι Λατίνοι είναι σαθρά και ανίσχυρα. Γι' αυτό μου φαίνεται ορθό να σταματήσουμε εδώ και να δηλώσουμε στον Πάπα ότι οι δικοί μας απέδειξαν, μέσα από πολλές συνοδικές πράξεις και ρήσεις των Αγίων Πατέρων, ότι δεν επιτρεπόταν να προσθέσετε στο Σύμβολο· γι' αυτό ζητούμε να αποβληθεί η προσθήκη. Πέρα από αυτό, δεν θα προχωρήσουμε περαιτέρω· και αφού αποβληθεί η προσθήκη, θα προχωρήσουμε και στην εξέταση του δόγματος, αν το επιθυμείτε. Αν όμως δεν αποβάλετε εσείς την προσθήκη, εμείς δεν θα συζητήσουμε για κανένα άλλο θέμα, αλλά θα αναχωρήσουμε για την πατρίδα μας" ([84]). Όλοι συμφώνησαν με τη γνώμη του Πατριάρχη, εκτός από τον Βησσαρίωνα της Νικαίας, ο οποίος έλεγε ότι έπρεπε να γίνουν οι διαλέξεις για το δόγμα, διότι σε αυτό το ζήτημα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά και καλά επιχειρήματα, και ότι δεν έπρεπε να φοβούνται τους Λατίνους»

Η επιβολή της θέλησης του Αυτοκράτορα

«Πέρασαν μερικές ημέρες και ο Βασιλιάς προσπαθούσε να παρασύρει τους αρχιερείς και τους κληρικούς, θέλοντας και μη, ώστε να προχωρήσουν στις συζητήσεις για το δόγμα. Αφού τους προσκάλεσε λοιπόν, εκφώνησε μακροσκελή λόγο και κατάφερε να τους πείσει να προχωρήσουν στις συζητήσεις για το δόγμα. Μετά τις αγορεύσεις εκείνων που συμφώνησαν μαζί του, του Νικαίας και του Ρωσσίας, διέταξε να εκφράσει ο καθένας τη γνώμη του. Τότε, πρώτος ο Πατριάρχης διατύπωσε τη γνώμη του, η οποία είχε ως εξής:

"Βλέπω ότι οι Λατίνοι είναι άνθρωποι φιλονεικούντες, κενοδόξοι και αμετάπειστοι· το κεφάλαιο αυτό περί της προσθήκης είναι ισχυρό υπέρ ημών και οι δικοί μας είπαν πολλούς, καλούς και γενναίους λόγους γι’ αυτό· οι Λατίνοι όμως δεν ντρέπονται από τα λόγια των δικών μας, ούτε θέλουν να πεισθούν από την αλήθεια. Τι ελπίζουμε λοιπόν να βρούμε από αυτούς αν μεταβούμε σε άλλο κεφάλαιο; Γι’ αυτό δεν μου φαίνεται ακόμη καλό να εγκαταλείψουμε το ισχυρό αυτό επιχείρημα υπέρ ημών, όπως είναι τα επιχειρήματα για την προσθήκη, και να μεταβούμε στο θέμα του δόγματος" ([85]).

Αλλά, εκτός από τον Πατριάρχη, τον Μεγάλο Εκκλησιάρχη Σίλβεστρο Συρόπουλο, τον Μεγάλο Χαρτοφύλακα Μιχαήλ Βαλσαμώνα και τον Πρωτοδίκη Γεώργιο, όλοι οι υπόλοιποι αρχιερείς και κληρικοί, οι οποίοι προηγουμένως συμφωνούσαν με τη γνώμη του Πατριάρχη, όπως αναφέραμε ανωτέρω, αργότερα ενέδωσαν και δέχτηκαν να προχωρήσουν στις συζητήσεις για το δόγμα.

 

Η κρυφή συμφωνία για τη μεταφορά στη Φλωρεντία

«Ενώ συνέβαιναν αυτά, οι αρχιερείς έμαθαν ότι ο αυτοκράτορας συνδιαλεγόταν κρυφά με τον Πάπα, προκειμένου να μεταφέρουν τη Σύνοδο από τη Φερράρα στη Φλωρεντία. Όταν ο Ηρακλείας ρώτησε τον αυτοκράτορα αν αυτό είναι αληθές, ο αυτοκράτορας απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα γι' αυτό. Σκόπευε να προχωρήσει σε αυτή την κίνηση επειδή κάποιοι κληρικοί, πιεζόμενοι από την έλλειψη πόρων και υποφέροντας από διάφορες ταλαιπωρίες, είχαν καταφέρει να αναχωρήσουν για την Κωνσταντινούπολη. Μαθαίνοντας λοιπόν ο αυτοκράτορας την κρυφή φυγή τους, και φοβούμενος αφενός μήπως ακολουθήσουν το παράδειγμά τους και πολλοί άλλοι, και αφετέρου θέλοντας να στριμώξει ακόμη περισσότερο εκείνους που τον εμπόδιζαν να εκπληρώσει τους σκοπούς που είχε θέσει, αποφάσισε τη μεταφορά της Συνόδου.

Μετά από μερικές ημέρες, με εντολή του Βασιλιά, κλήθηκαν στο σπίτι του Πατριάρχη όλοι οι αρχιερείς και οι κληρικοί. Όταν έφτασε ο αυτοκράτορας, πήρε τον λόγο και τους είπε ότι ο Πάπας στερείται χρημάτων και ότι τον ενημέρωσε πως συμφώνησε με τους Φλωρεντινούς να του δανείσουν χρήματα· ζητά λοιπόν να μεταβούμε και εμείς μαζί του στη Φλωρεντία. Οι αρχιερείς, δυσαρεστημένοι, απάντησαν στα εξής: "Γιατί να πάμε εκεί; Τι μπορούν να κάνουν οι Λατίνοι στη Φλωρεντία που δεν μπορούν να κάνουν εδώ; Τι δεν είπαμε εδώ, ώστε να χρειαστεί να το πούμε εκεί; Υπάρχει ελπίδα να αποβάλουν την προσθήκη από το Σύμβολο; Ή μήπως θέλουν να μας πείσουν να τη δεχτούμε στο δικό μας Σύμβολο; Αυτά είναι αδύνατα και για τις δύο πλευρές· γι' αυτό δεν πρέπει να πάμε αλλού".

Ο Πάπας όμως, απειλώντας τους κατά κάποιον τρόπο, τους έλεγε: "Να γνωρίζετε καλά ότι δεν έχω να σας δώσω τίποτα στη Φερράρα, επειδή από όσα ελπίζαμε τίποτα δεν ευοδώνεται. Οι Φλωρεντινοί λοιπόν μας δανείζουν σαράντα χιλιάδες χρυσά νομίσματα, για να μεταφέρουμε εκεί τη Σύνοδο. Ακολουθήστε με, λοιπόν, να πάμε στη Φλωρεντία και υπόσχομαι να δώσω για τη βοήθεια της Κωνσταντινούπολης δώδεκα χιλιάδες χρυσά νομίσματα και δύο τριήρεις· σε εσάς δε, όσα χρυσά σας χρωστώ (χρωστούσε μισθούς πέντε μηνών) και στο εξής [υπόσχομαι] να λαμβάνετε αδιάκοπα κάθε μήνα το καθορισμένο ποσό σας".

Μετά από αυτά, ο Βασιλιάς τους είπε ότι δεν μπορούμε να ζητήσουμε έξοδα και τριήρεις από αυτούς, αν δεν τους ακολουθήσουμε· πού αλλού θα βρεθούν τα έξοδα και τα απαραίτητα αναλώσιμα; "Δώστε τη γνώμη σας για τα προκείμενα: ή να πάρουμε αυτή τη δόση από τον Πάπα και να πάμε στη Φλωρεντία, ή να τον αρνηθούμε και να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας· σκεφτείτε όμως πώς θα φύγουμε και αν θα έχουμε έξοδα και αν θα έχει βοήθεια η Κωνσταντινούπολη"

 

Επικύρωση και έναρξη της Συνόδου στη Φλωρεντία

«Ακούγοντας αυτά οι δικοί μας ταράχτηκαν, όπως ήταν φυσικό, και μάλιστα επειδή ούτε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους επιτρεπόταν, ούτε είχαν κάποια ελπίδα να βελτιώσουν την άθλια θέση τους όσο παρέμεναν στη Φερράρα. Παράλληλα, φοβούνταν μήπως, μεταβαίνοντας στη Φλωρεντία, βρουν και εκεί τα ίδια εμπόδια και στενοχώριες, γι’ αυτό και ζητούσαν τη γνώμη του Βασιλιά τους για το τι έπρεπε να πράξουν. Αλλά και ο αυτοκράτορας, έχοντας σχεδόν την ίδια γνώμη με τον Πάπα, δεν φάνηκε χρήσιμος σε αυτούς, διότι δικαιολογούμενος έλεγε πως και ο ίδιος υποκύπτει στην ανάγκη· πρώτον, επειδή λείπουν τα απαραίτητα για την επιστροφή και, δεύτερον, επειδή έτσι θα χαθεί κάθε ελπίδα βοήθειας για το Γένος και την Κωνσταντινούπολη που κινδυνεύει.

Και έτσι επικύρωσαν τη μεταφορά της Συνόδου από τη Φερράρα στη Φλωρεντία, από την οποία και ονομάστηκε "Φλωρεντινή Σύνοδος" εκείνο το αποστατικό και αντίχριστο συνέδριο. Μετά την απόφαση αυτή, τους δόθηκε το σιτηρέσιο, όχι όμως όλο το καθυστερούμενο ποσό, αλλά μόνο τεσσάρων μηνών. Ιδού με ποιους τρόπους προχωρούσε εκείνο το μιαρό συνέδριο. Οι Λατίνοι ζήτησαν επιπλέον η μεταφορά να επικυρωθεί με συνοδικό όρο που θα αναγιγνωσκόταν στον Ναό της Επισκοπής· συνέταξαν λοιπόν ένα έγγραφο και, αφού συγκεντρώθηκαν όλοι στον Ναό της Επισκοπής στις 16 Ιανουαρίου του έτους 1439, το ανέγνωσαν από τον άμβωνα, ο μεν Δωρόθεος Μυτιλήνης στα ελληνικά, ο δε Αρχιεπίσκοπος Γραδένσης στα λατινικά, το οποίο είχε ως εξής:

«Ευγένιος, Επίσκοπος, δούλος των δούλων του Θεού, εις διηνεκή μνήμην.

Σύνοδος Οικουμενική συνήλθε στη Φερράρα και σκοπεύαμε να την ολοκληρώσουμε εκεί. Επειδή όμως επιδημία θανάτου τη μαστίζει, και μάλιστα εν καιρώ χειμώνα, φοβούμενοι μήπως επικρατήσει και την άνοιξη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες μας, μεταθέτουμε τη Σύνοδο αυτή από τη Φερράρα στη Φλωρεντία, πόλη ελεύθερη και ειρηνική, με ευχάριστο κλίμα και υγιεινή».

Αφού οι αρχιερείς ανέγνωσαν αυτά, η Σύνοδος της Φερράρας λύθηκε για να μεταφερθεί στη Φλωρεντία, όχι διότι η Φερράρα μαστιζόταν από επιδημία θανάτου, όπως ψευδώς ισχυριζόταν ο Πάπας –καθώς η επιδημία είχε σταματήσει, όπως λέει ο Συρόπουλος, δύο μήνες πριν από τη μετάθεση– αλλά για να αναγκάσουν τους Έλληνες, μέσω στερήσεων και ταλαιπωριών, να δεχθούν την ένωση, όπως άλλωστε απέδειξαν τα γεγονότα που ακολούθησαν.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολύμηνου αγώνα στη Φερράρα, ο Ιερός Μάρκος, όπως συνάγεται από τα προεκτεθέντα, αναδείχθηκε ακαταγώνιστος υπέρμαχος του ορθοδόξου δόγματος, αντιπαρατιθέμενος με κάθε θεολογική ακρίβεια και ακαταμάχητα στους Λατίνους και στον Καρδινάλιο Ιουλιανό, ο οποίος έπαιρνε τον λόγο συχνότερα από τους υπόλοιπους.

Οι Λατίνοι Επίσκοποι, οι οποίοι προσήλθαν στη Σύνοδο αυτή με σκοπό την εξαπάτηση και την εξαγορά συνειδήσεων, αν και ομολογούσαν στην αρχή του λόγου τους ότι θα μιλήσουν με βάση τη Γραφή και τους Πατέρες, κατέφευγαν στη συνέχεια, λόγω αδυναμίας και έλλειψης επιχειρημάτων, σε σχολαστικές μικρολογίες, μη διστάζοντας να επικαλούνται ενίοτε τις μεταφράσεις που οι ίδιοι είχαν εισαγάγει και σκοπίμως αλλοιώσει. Διέκοπταν τις συζητήσεις όταν έβλεπαν τις ίδιες τους τις πεποιθήσεις να κλονίζονται και ανέβαλλαν τις συνεδριάσεις για μεγάλο διάστημα, ώστε να χρησιμοποιήσουν δόλια μέσα. Ακόμα και η διανομή των χρημάτων χρησίμευε στα χέρια του Πάπα ως όπλο για τη διαφθορά των συνειδήσεων, διότι η καταβολή των συμφωνηθέντων καθυστερούσε συχνά τόσο πολύ, ώστε πολλοί από τους δικούς μας Επισκόπους και λαϊκούς, έχοντας περιέλθει σε έσχατη ένδεια, αναγκάζονταν να πουλούν τα έπιπλα και τα ενδύματά τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν με το αντίτιμο τα απαραίτητα για την επιβίωσή τους.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου