Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Καλλίστου Βλαστού ….. Όσα έγιναν από αυτόν στη ψευδοσύνοδο της Φερράρας- Φλωρεντίας (ΣΤ)

 


Η άφιξη στη Φλωρεντία

Στις 10 Ιανουαρίου ο Πάπας έφυγε από το παλάτι του με μεγάλη φαντασμαγορία. Φορούσε τη μίτρα του και πολυτελή μανδύα, ενώ πολλές λαμπάδες φώτιζαν γύρω του. Ο Μαρκήσιος της πόλης κρατούσε τα χαλινά του αλόγου του πεζός. Καρδινάλιοι και επίσκοποι τον ακολούθησαν με τα άλογά τους, ενώ μεγάλο πλήθος στρατού προπορευόταν και ακολουθούσε. Με αυτή την τάξη ο Πάπας βγήκε από τα τείχη της Φερράρας και πήγε στη Μονή του Αγίου Αντωνίου, όπου έμεινε. Την 17η του μηνός ξεκίνησε το ταξίδι για τη Φλωρεντία.

Στις 13 Φεβρουαρίου έφτασε ο Αυτοκράτορας με λαμπρή υποδοχή. Οι άρχοντες πήγαν πεζοί ως τις πύλες της πόλης να τον υποδεχτούν. Ήρθαν όλοι οι Καρδινάλιοι, ο χορός των ευγενών ανδρών και γυναικών. Η πόλη σείστηκε από την πομπή, τα όργανα και τους ήχους των σαλπίγγων. Την επόμενη μέρα τον κάλεσαν σε επίσημο σπίτι να δει θέατρα στο ιπποδρόμιο.

Τρεις μέρες αργότερα, οι Αρχιερείς με τον Πατριάρχη έφτασαν κρυφά τη νύχτα στη Φλωρεντία και έμειναν έξω από την πόλη σε μοναστήρι και πανδοχεία. Την επομένη βγήκαν δύο Καρδινάλιοι, αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι (περίπου τριάντα) μαζί με άλλο πολύ κόσμο να υποδεχτούν τον Πατριάρχη. Ο Πατριάρχης πήγε ανάμεσα σε Καρδινάλιους με μεγάλη τιμή, και όλοι ακολούθησαν ως το σπίτι που του είχε ετοιμαστεί. Οι Αρχιερείς πήγε ο καθένας όπου του είχε ετοιμαστεί.

Η ζωή του Πάπα στη Φλωρεντία δεν άλλαξε καθόλου, ώσπου τελικά πέτυχε τον δόλιο σκοπό του που από καιρό μελετούσε και κυνηγούσε.

 

Οι συζητήσεις αρχίζουν

Μετά την άφιξη στη Φλωρεντία και αφού ξεκουράστηκαν για λίγο, συγκεντρώθηκαν στο Παλάτι του Πάπα στις 26 Φεβρουαρίου, Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας των νηστειών, και άρχισαν τις συζητήσεις. Πλέον δεν συζητούσαν αν ήταν σωστή ή λάθος η προσθήκη στο Άγιο Σύμβολο, αλλά το ίδιο το δόγμα που πολύ καιρό πριν οι παπικοί με πολύ ζήλο ζητούσαν: αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή όχι.

Οι Λατίνοι, που είχαν ηττηθεί φανερά στο θέμα της προσθήκης και είχαν καταστεί αναπολόγητοι και αυτοκατάκριτοι από την ανάγνωση των όρων των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων (που όριζαν το αμετάβλητο του Ιερού Συμβόλου και καταδίκαζαν με βαρύτατο αναθεματισμό όποιον τολμούσε να προσθέσει έστω και ένα ιώτα), δυσανασχετούσαν βαριά για την ήττα τους. Πολλοί δυτικοί το είχαν παραδεχτεί. Αγωνίστηκαν λοιπόν με μεγάλο ζήλο να υπερισχύσουν τουλάχιστον στον αγώνα για την αλήθεια του δόγματος. Για το σκοπό αυτό δίστασαν να κάνουν παρερμηνείες πολλών χωρίων της Αγίας Γραφής, και να παρουσιάσουν πολλά χωρία δυτικών πατέρων στρεβλωμένα και πλαστογραφημένα, για να αποδείξουν ότι και στην αρχαιότητα πολλοί πατέρες της Δύσης έτσι δίδασκαν.

Στις επτά συνεδρίες που έγιναν στο παλάτι του Πάπα, όπου συζητήθηκε αυτό το θέμα, ο Άγιος Μάρκος, ο διαπρεπής ιεράρχης της Εφέσου, του οποίου η γνώμη είχε μεγάλο κύρος (γιατί ήταν ορισμένος τοποτηρητής των Πατριαρχών της Ανατολής), ανέπτυξε τόσο μεγάλο ζήλο και με τόση δύναμη αγωνίστηκε, που φαινόταν μόνος του να ελέγχει τις παρεξηγήσεις των Δυτικών και να υπερασπίζεται κραταιά τα δόγματα της Ορθόδοξης πίστης. Όπως γράφει και ο σοφός Σχολάριος: «υπεράσπιζε της Πατρίας δόξης εν μέσοις Λατίνοις μόνος, εμάς γαρ τοις οφείλουσι συμμαχείν αντί τοιούτων φεύ! πολεμίοις εκέχρητο».

Ο Αυτοκράτορας, βλέποντας τους αγώνες του Αγίου Μάρκου και του Αντωνίου του Ηρακλείας, που απαντώντας έβαζαν σε δύσκολη θέση τους Λατίνους (οι οποίοι δεν μπορούσαν να απαντήσουν στα λεγόμενά τους), άφησε τις συζητήσεις και άρχισε να σκέφτεται τρόπο για να επιτευχθεί η ποθητή ένωση.

 

Τα μυστικά συμβούλια και οι πιέσεις

Αφού σταμάτησαν οι συζητήσεις, οι Λατίνοι παρουσίασαν τα χωρία εκείνων των Αγίων πατέρων που δεχόταν και οι δύο Εκκλησίες, τα οποία έλεγαν δήθεν ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό. Κατόπιν είπαν στους δικούς μας: «Απαντήστε σε αυτά», και αμέσως έφυγαν στα σπίτια τους περιμένοντας την απολογία τους.

Ο Βασιλιάς είπε αρχικά ότι έπρεπε να συντάξουν την ζητηθείσα απολογία, αλλά αυτό το βάρος το ανέθεσε πάλι στον μεγάλο αυτόν δάσκαλο (τον Άγιο Μάρκο). Εκείνος όμως απάντησε στον Βασιλιά: «Βλέπω ότι τέτοιες συζητήσεις δεν θα έχουν ποτέ τέλος, ούτε θα μας φέρουν κανένα καλό. Γι' αυτό δεν θέλω να λέω μάταια και να μάχομαι επί ματαίω. Αφού και γι' αυτό πήρα άδεια από την Αγία σου Βασιλεία να πω όσα είπα στην τελευταία ομιλία και να σταματήσω. Αν λοιπόν διατάζεις, ας δώσει κάποιος άλλος την απολογία».

Αλλά ποιος ήταν ικανός και άξιός του να πάρει τη θέση του; Ο Αυτοκράτωρ, που όλο κι όλο κοιτούσε προς την ένωση και όχι προς τη διάσταση και το χωρισμό, σκέφτηκε ότι αν ανάγκαζε τον Άγιο Μάρκο να κάνει την απάντηση, αυτός θα έγραφε όπως ήξερε και θα απαντούσε ότι τα χωρία εκείνα η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία δεν τα δέχεται ως ψευδεπίγραφα και διεφθαρμένα. Άλλαξε γνώμη και γι' αυτό δεν επέτρεψε πλέον καμία συζήτηση. Έψαχνε μόνο τρόπο ένωσης, και γι' αυτό άρχισαν να συγκροτούνται μυστικά συμβούλια κάθε μέρα.

Αυτά τα συμβούλια γίνονταν στο κελί του Πατριάρχη. Σε αυτά με κάθε τρόπο ζητούσαν από τον Αυτοκράτορα και τους γύρω του λατινόφρονες τρόπο ένωσης. Σε αυτές τις ιδιωτικές συναντήσεις σημαντικό ρόλο έπαιζαν ο Ισίδωρος της Ρωσσίας, ο Βησσαρίων της Νικαίας (που αργότερα έγιναν Καρδινάλιοι), και ο πνευματικός του βασιλιά Γρηγόριος, που είχε προαχθεί σε πρωτοσύγκελο για να δίνεται μεγαλύτερο κύρος στα λόγια του. Με αυτούς λοιπόν συμβουλευόμενος για να βρει τρόπους ένωσης, τους αγαπούσε και τους τίμα και τους αξίωνε κάθε ευμένειας και αποδοχής.

Ενώ αυτοί που έλεγαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ενωθούμε αλλιώς παρά μόνο αν αφαιρούνταν η προσθήκη από το Ιερό Σύμβολο, ονειδίζονταν, περιφρονούνταν και υβρίζονταν ως απειθείς και μη συνεργαζόμενοι στους ενωτικούς τρόπους, μηδέ το καλό αγαπώντες που θα γινόταν μετά την ένωση από τον Πάπα στο γένος κατά τη γνώμη τους.

Σε μια συγκέντρωση όλων με βασιλική εντολή, ο Βασιλιάς μίλησε λέγοντας τελικά ότι στο εξής, αν κάποιος ήθελε να αντισταθεί στον τρόπο της ένωσης, θα τιμωρούνταν αυστηρά για την απείθειά του.

 

Οι συνεδρίες και οι επιθέσεις κατά του Αγίου Μάρκου

Αμέσως μετά το τέλος αυτής της αυστηρής ομιλίας του, ο Αυτοκράτωρ ρώτησε τους παρόντες αν έκριναν καλό να γίνει η ένωση με τους Λατίνους στη βάση ενός χωρίου του Αγίου Μαξίμου στην επιστολή προς τον Μαρίνο, στην οποία περίπτωση και οι Δυτικοί θα το δέχονταν. Σε αυτή την ερώτηση έσπευσαν αμέσως να απαντήσουν ο Βησσαρίων της Νικαίας, ο Ισίδωρος της Ρωσσίας και ο πρωτοσύγκελος Γρηγόριος, δηλώνοντας ότι το θεωρούσαν καλό και πολύ συμφέρον, και προσπαθούσαν να πείσουν και τους υπόλοιπους γι' αυτό.

Τότε όμως αντέστη πάλι ο Άγιος Μάρκος λέγοντας ότι αυτό δεν ήταν καθόλου ορθό, γιατί οι Δυτικοί θα συνέχιζαν να δοξάζουν αργότερα το αντίθετο και να μένουν στην πλάνη τους που και στην Εκκλησία δίδασκαν. «Εμείς», είπε ο Άγιος Μάρκος, «δεν εκκλίναμε καθόλου από την αρχαία διδασκαλία ούτε καινοτομήσαμε, αλλά κρατάμε αλώβητα όσα μας παρέδωσαν οι πατέρες. Αν λοιπόν οι Δυτικοί επιθυμούν να ενωθούν μαζί μας, οφείλουν να ομολογήσουν σαφώς και άνευ περιστροφών την πίστη τους στα δόγματα της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, και να αποκηρύξουν όλες τις καινοτομίες τους, και ιδίως να αφαιρέσουν από το Ιερό Σύμβολο την προσθήκη. Μόνο έτσι θα ήταν δυνατή μια ακίνδυνη ένωση».

Η παρρησία του Αγίου Μάρκου ερέθισε τόσο τους λατινόφρονες γύρω από τον Αυτοκράτορα, που επιτέθηκαν με τόση δριμύτητα στον Άγιο Μάρκο, ώστε ο Ηρακλείας αναγκάστηκε να τους επιτιμήσει ως λαλούντες λίαν εμπαθώς. Ο Νικαίας όμως από αυτή την παρατήρηση οργίστηκε ακόμα περισσότερο και τον ύβρισε με χυδαιότατες ύβρεις, που εξέφερε υπό την προστασία του Αυτοκράτορα που επέβαλε σιγή στον Ηρακλείας, για να πτοηθούν όλοι με αυτόν τον τρόπο και να επιτευχθεί η ένωση με τις απειλές.

Σε άλλη συνεδρία, θέλοντας ο Γεμιστός να πει κάτι υπέρ του Αγίου Μάρκου, περιγελάστηκε τόσο αναιδώς από τον Τραπεζούντιο Αμηρούτζη, ώστε σιώπησε. Αυτοί οι αυθάδεις γίνονταν κάθε μέρα αυθαδέστεροι, γιατί ούτε ο Αυτοκράτωρ ούτε ο Πατριάρχης τους επέπληξε για τον αναιδή τρόπο τους.

Σε άλλη συνέλευση ο Νικαίας διάβασε κάποια χωρία του Αγίου Κυρίλλου και Επιφανίου, αφαιρώντας τις αρχές από μερικά και περικόπτοντας τα τέλη από άλλα, θέλοντας με αυτά να αποδείξει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό. Μίλησε και ο Βασιλιάς λέγοντας: «Εμείς Άγιοι Πατέρες, ήρθαμε όπως δήποτε στη Φραγκιά. Κι εγώ δεν ξεκίνησα πρώτος μόνος αυτή την υπόθεση, αλλά θυμηθείτε ότι ο πατέρας μου ο Βασιλιάς από τότε που ήταν στο Εξάμιλιο έστειλε τον ευδαίμονα Ιωάννη εκείνον στην Ιταλία και ξεκίνησε αυτό το έργο. Ξέρετε καλά τον πατέρα μου και τη γνώση και την πράξη του. Ήταν όχι μόνο άριστος φιλόσοφος, αλλά και των δογμάτων της Εκκλησίας λεπτότατος εξηγητής. Είχε δε συνήγορο τον Πατριάρχη εκείνον Ευθύμιο, τον όντως ενάρετο και θεολόγο ακρότατο. Τόσοι και τόσοι μεγάλοι υπάρχοντες, δεν σκέφτηκαν μόνο την επιχείρηση αυτού του έργου αλλά και ξεκίνησαν και ήθελαν να το τελειώσουν. Ο καιρός όμως εμπόδισε αυτό. Το έργο έφτασε και σε μας, γιατί έστειλαν τριήρεις και εξόδους, και το ζήτησαν με πολλή ορμή. Αυτά ξέροντας εγώ και ο Πατριάρχης, σας συγκεντρώσαμε όλους και ήρθαμε ως εδώ. Ο καιρός περνάει και δεν κάναμε τίποτα. Θυμηθείτε λοιπόν τον οίκο μας, πως κινδυνεύει ανάμεσα στους ασεβείς, και αν συμβεί κάτι, οίμοι πόσο δεινό! Έχω ότι ο διωγμός θα είναι πολύ χειρότερος από αυτόν επί Διοκλητιανού και Μαξιμιανού. Γι' αυτό οφείλουμε να αφήσουμε τις συζητήσεις και τις φιλονεικίες και να βρούμε κάποιο μέσο και να προχωρήσουμε σε αυτό».

Με αυτά που είπε ο Βασιλιάς λύθηκε η συγκέντρωση, που έγινε στο κελί του Πατριάρχη.

 

Η 24η συνεδρία και η απομάκρυνση των αντιφρονούντων

Στις 21 Μαρτίου, ημέρα Σάββατο, συγκεντρώθηκαν στο παλάτι του Πάπα οι δικοί μας (αυτή ήταν η 24η συνεδρία στη Φλωρεντία), χωρίς τον Άγιο Μάρκο και τον Αντώνιο του Ηρακλείας, κατ' εντολή του Βασιλιά, γιατί ο Βασιλιάς κυνηγούσε την εύρεση τρόπου ένωσης και όχι τη συνέχιση των συζητήσεων και φιλονεικιών.

Ο Πάπας και οι γύρω του, βλέποντας τη μεγάλη βραδύτητα, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε εκβιαστικά μέτρα κατά των Ανατολικών. Γι' αυτό έκοψαν πάλι το σιτηρέσιο που τους χορηγούνταν κατά τις συμφωνίες, για να αναγκαστούν με τη βία της πείνας και των στερήσεων να σπεύσουν στη λύση του ζητήματος της ένωσης.

Η εφαρμογή αυτού του μέτρου έφερε σε μεγίστη απορία ιδίως τους ακόλουθους του βασιλιά, που αναγκάστηκαν να πουλήσουν ακόμα και τα όπλα τους για να βρουν τα προς το ζην. Από την παράταση αυτής της κατάστασης, οργισμένοι τελικά πήγαν στον μεγάλο πρωτοσύγκελο Γρηγόριο, που ήξεραν καλά ότι είχε στενότερες σχέσεις με τον βασιλιά και μπορούσε να μιλήσει μπροστά του με θάρρος. Τον παρακάλεσαν θερμότατα να μεσιτεύσει στον βασιλιά να διατάξει να τους καταβληθούν τα οφειλόμενα, αφού είχαν περιέλθει σε εσχάτη ένδεια.

Αυτός, αφού παρακάλεσε επανειλημμένα τον Βασιλιά και δεν μπόρεσε να κατορθώσει τίποτα, θέλοντας και να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις, είπε σε αυτούς που τον παρακαλούσαν ότι υπεύθυνοι για αυτή τη συμφορά ήταν ο Άγιος Μάρκος και ο μέγας Σακελλάριος, γιατί αντιστεκόμενοι στην πραγματοποίηση της ένωσης γίνονταν αφορμή να παρατείνεται η διαμονή στη Φλωρεντία, και ίσως θα καθιστούσε αδύνατη και την επιστροφή στα ίδια. Γι' αυτό και τους παρέπεμψε σε εκείνους. Ακούγοντας αυτά τα λόγια εκείνοι με πολύ οργή έσπευσαν να συναντήσουν τον Άγιο Μάρκο και τον Σακελλάριο, και αναμφίβολα θα τους κακοποιούσαν, αν δεν απουσίαζαν κατά θεία πρόνοια εκείνη την ώρα.

 


Η πίεση συνεχίζεται

Πέρασαν πολλές μέρες που δεν έγινε τίποτα, γιατί ούτε στα χωρία που υπέβαλαν οι Λατίνοι δόθηκε καμία απάντηση, ούτε κάποιο μέσο για ένωση κατορθώθηκε να βρεθεί. Ο Βασιλιάς, δυσχεραίνοντας για τη βραδύτητα, συνέχιζε να προτρέπει τους δικούς μας να βρουν μέσο συμβιβασμού, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα έφευγαν χωρίς να τύχουν της προσδοκώμενης βοήθειας, σε βάρος του έθνους. Το ίδιο επανέλαβε συνεχώς και ο Ισίδωρος της Ρωσσίας, προσθέτοντας όμως ότι δεν ήταν δυνατόν να φύγουμε άπρακτοι ελλείψει μέσων: «Το να φύγουμε άπρακτοι είναι εύκολο», έλεγε, «αλλά το πώς και πού και πότε θα φύγουμε δεν το ξέρω».

Οι επαναλαμβανόμενες αυτές προτροπές ανάγκασαν τελικά κάποια μέρα τον Μονεμβασίας να τους ρωτήσει αν νόμιζαν ότι έπρεπε, μόνο για να εξασφαλίσουν τη δαπάνη της επιστροφής του Πάπα, να προδώσουν την πάτριο πίστη, προσθέτοντας ότι αυτός προτιμούσε να πεθάνει παρά να λατινίσει.

Σε άλλη συνεδρία και ο ίδιος ο Πάπας Ευγένιος, δείχνοντάς τους ότι δεν θα κέρδιζαν τίποτα από τη διαίρεση, δήλωσε ρητά ότι η επιστροφή στα ίδια ήταν αδύνατη χωρίς την ένωση. Αν γινόταν αυτή, και αυτός και όλοι οι ηγεμόνες της Δύσης θα τους παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή κατά των εχθρών στην Ανατολή.

Ο Βασιλιάς, που λίγο ένοιαζε για τα δογματικά ζητήματα, ζητούσε όπως και άλλοτε ο πρόπαππος του Μιχαήλ την ένωση με οποιονδήποτε τρόπο. Οι δικοί μας όμως, μη μπορώντας να δεχτούν την ένωση πριν την αφαίρεση της προσθήκης από το Ιερό Σύμβολο, κατανοώντας ότι αυτό ήταν αδύνατο (γιατί οι Λατίνοι δήλωναν ρητά ότι αφού έγινε η προσθήκη, ήταν πλέον αδύνατο να αφαιρεθεί), πήγαν στον Βασιλιά και με θερμά δάκρυα τον παρακάλεσαν να βρει τρόπο επιστροφής στα ίδια.

Μαθαίνοντας αυτό ο Πάπας, ταράχτηκε πολύ, και θέλοντας να προλάβει την πραγματοποίηση τέτοιας απόφασης, έστειλε μια μέρα, καθώς με εντολή του Αυτοκράτορα ήταν συγκεντρωμένοι οι Ανατολικοί παρ' αυτώ, Καρδινάλιους και Επισκόπους. Αυτοί μίλησαν πάνω από δύο ώρες, εκφράζοντας πολλές και αυστηρές κατηγορίες κατά των δικών μας, ελέγχοντάς τους για αχαριστία και απαριθμώντας για να πιστοποιήσουν τα λόγια τους τις θυσίες που είχε κάνει ο Πάπας γι' αυτούς: το ταξίδι που έγινε με δικά του έξοδα και τη διατροφή τους για δύο χρόνια. Τελικά δήλωσαν ότι ήταν ανάγκη ή να δεχτούν τα χωρία που τους είχαν υποβληθεί και έτσι να ενωθούν με τους Λατίνους, ή σε περίπτωση αμφιβολίας να παραμείνουν και να συνεχίσουν τις συζητήσεις μέχρι να πειστούν για την αλήθεια των δογμάτων της Δυτικής Εκκλησίας και έτσι να ολοκληρωθεί η ένωση. Αυτά έλεγαν για να δείξουν στους δικούς μας ότι η επιστροφή ήταν αδύνατη χωρίς την ένωση. Αυτό είχαν γράψει και στους δικούς μας κάποιοι φιλικά διακείμενοι από την Άγκυνα, ενημερώνοντάς τους ότι ήταν εκεί σε περιορισμό.

 

Ο Πατριάρχης υποκρίνεται την ασθένεια

Ο Πατριάρχης, πεισμένος από τον βασιλιά που έλεγε ότι μεγάλο καλό θα προερχόταν από την ένωση, και επιθυμώντας και ο ίδιος να δοθεί τέλος στο ζήτημα, υποκρινόταν την ασθένεια. Ο Βασιλιάς ξόδευε τον χρόνο του σε κυνήγια και διασκεδάσεις. Κι αυτά ενώ οι υπόλοιποι Ανατολικοί υφίσταντο τα πάνδεινα πεινώντας, για να αναγκαστούν με τη βία να δεχτούν την ένωση.

Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και κάποιοι από τους Ανατολικούς ήθελαν την ένωση και προέτρεπαν ιδίως γι' αυτόν τον Αυτοκράτορα, αλλά δεν μπορούσαν να κατορθώσουν τίποτα αφού δεν μπορούσαν να πείσουν και τους άλλους και ιδίως τον αδαμάντινο χαρακτήρα Άγιο Μάρκο, το παράδειγμα του οποίου ενθάρρυνε στον αγώνα όχι λίγους και πολλούς άλλους για κάποιο καιρό.

Μυστικά λοιπόν για το σκοπό αυτό άρχισαν να συγκροτούνται πολύ συχνά συμβούλια από τον βασιλιά, τον Πατριάρχη και τους ομοφρονούντες τους. Ο Πατριάρχης επαινούσε την ειρήνη, και περιγράφοντας τα αγαθά της ένωσης άρχισε να προτρέπει τους υπόλοιπους να κάνουν υποχωρήσεις και συγκαταβάσεις, αλλά μάταια, γιατί οι ακούσαντες κατεξανέστησαν και με αγανάκτηση δήλωσαν ότι καμία συγκατάβαση δεν επιτρεπόταν στα της πίστης. Μάταια προσπάθησε ο Πατριάρχης να τους πείσει ότι ήταν επιτρεπτό να κάνουν υποχωρήσεις, αφού τα αποτελέσματα θα ήταν τόσο ευεργετικά για το κινδυνεύον γένος.

 

Η έκθεση πίστεως των Λατίνων

Ενώ οι δικοί μας ασχολούνταν με τη συζήτηση αυτών των ζητημάτων, οι Δυτικοί έστειλαν στον βασιλιά μια έκθεση πίστεως, στην οποία δήλωναν σαφώς τα δικά τους δόγματα, και ενημέρωσαν τους δικούς μας ότι αμέσως θα επερχόταν η ένωση, αρκεί και αυτοί να δεχτούν και να ομολογήσουν όσα έλεγε αυτή.

Το περιεχόμενο αυτής της ομολογίας, λόγω της ασθένειας του Βασιλιά, έγινε γνωστό μόνο μετά από κάποιες μέρες. Προκάλεσε όμως μεγάλη θύελλα και κορύφωσε την αγανάκτηση όλων των Ορθοδόξων η διαδιδομένη φήμη ότι ο βασιλιάς σκεφτόταν να καλέσει όλους να εκφράσουν γραπτά τη γνώμη τους για αυτό το ζήτημα.

Η αγανάκτησή τους εκδηλώθηκε όταν, αφού διαβάστηκε η έκθεση σε συνεδρία που συγκροτήθηκε με εντολή του βασιλιά, ρωτήθηκαν αν την αποδέχονταν. Γιατί εκτός από τον Βησσαρίωνα της Νικαίας, τον Ισίδωρο της Ρωσσίας, τον Δοσίθεο της Μυτιλήνης και τον μεγάλο πρωτοσύγκελο Γρηγόριο, όλοι οι υπόλοιποι, με πολύ θόρυβο και ταραχή, δήλωσαν ότι ήταν αδύνατο να δεχτούν όσα έλεγε, αφού ήταν εντελώς αντίθετα στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.

Οι προαναφερθέντες λατινόφρονες δήλωσαν ότι μπορούσαν να κάνουν μικρές διορθώσεις, οι υπόλοιποι όμως απέρριψαν και αυτή την πρόταση, δηλώνοντας ότι δεν ήταν δυνατό να διορθωθεί αυτή που ήταν εξαρχής αδιόρθωτη.

Αυτή η επιμονή ανάγκασε τότε τελικά τον Βησσαρίωνα και τον Ισίδωρο να βγάλουν τη μάσκα και να προχωρήσουν στο μέσον φανερά ως συνήγοροι των κακοδοξιών των Δυτικών. Άρχισαν λοιπόν να αγωνίζονται να αποδείξουν ότι δεν είχε τίποτα μεμπτό αυτή η ομολογία, γιατί και τα δύο μέρη ήταν απόλυτα σύμφωνα, αφού το «διά του Υιού» ήταν εντελώς ταυτόν με το «εκ του Υιού». Γιατί και οι Δυτικοί λέγοντας ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού, και οι Ανατολικοί δοξάζοντας ότι αυτό εκπορεύεται εκ του Πατρός διά του Υιού, το ίδιο πίστευαν και δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ τους, γιατί η έννοια και των δύο ήταν η ίδια, εκφρασμένη με διαφορετικό τρόπο: οι μεν εκφράζοντας αυτήν διά της «διά», οι δε διά της «εκ» προθέσεως.

 

Οι συζητήσεις για τις προθέσεις «εκ» και «διά»

Από αυτή την ομιλία άρχισε δεινός αγώνας, όχι πια των Ανατολικών προς τους Δυτικούς, αλλά των Ανατολικών προς αλλήλους διιστάμενων. Και είναι αλήθεια ότι όλοι οι μη λατινόφρονες από τους δικούς μας δεν δέχτηκαν αυτή την ομολογία, αλλά ο Άγιος Μάρκος είχε το ψυχικό σθένος να παλέψει μόνος κατά όλων, αντιτιθέμενος και στην επιθυμία του Βασιλιά, που έσπευδε με κάθε θυσία προς την ένωση για να λάβει την ελπιζόμενη βοήθεια. Μόνος αυτός ανέλαβε τον αγώνα και με τη σθεναρή εύγλωττη και γεμάτη ακαταγώνιστα επιχειρήματα ομιλία του επέδειξε ότι πολύ διαφορετική ήταν η έννοια των προθέσεων «εκ» και «διά», αντιτιθέμενος στους προλαλήσαντες Βησσαρίωνα, Ισίδωρο και Γρηγόριο που προσπαθούσαν να αποδείξουν την ταυτότητα της εννοίας των δύο προθέσεων.

Ενώ η συνεδρία συνεχιζόταν, ο Πατριάρχης ασθενών αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ο βασιλιάς, ξαπλωμένος, παρακολουθούσε το έργο επισκοπώντας τα λεγόμενα από τους ρήτορες και προσπαθώντας να κατανοήσει τις διαθέσεις των ακουόντων. Η συζήτηση για αυτό το ζήτημα πήρε ευρύτατες διαστάσεις και διακόπηκε μόνο γύρω το μεσημέρι, για να μπορέσουν να γευματίσουν οι παρόντες. Αποφασίστηκε όμως οι εργασίες να επαναληφθούν αμέσως μετά το γεύμα.

Στην επανάληψη των εργασιών παρέστησαν και οι γραμματείς που είχαν κληθεί από τον Πατριάρχη, για να καταπολεμήσουν κι αυτοί όσα έλεγε ο Άγιος Μάρκος υπέρ της αλήθειας. Αυτό φάνηκε από το γεγονός ότι στην επανάληψη των συζητήσεων για το ίδιο ζήτημα, πήραν ενεργότατο μέρος κατά του Αγίου Εφέσου και πολλοί άλλοι, ιδίως όμως ξεχώρισε ο προαναφερθείς Αμηρούτζης, δάσκαλος και φιλόσοφος όχι ευκαταφρόνητος, που εξάντλησε όλες τις γνώσεις του για να υποστηρίξει τον Βησσαρίωνα και τον Ισίδωρο και τους υπόλοιπους λατινόφρονες γύρω τους.

Όλοι αυτοί συνασπισμένοι σε πυκνή φάλαγγα με πολλή οργή διεξήγαγαν τον αγώνα κατά του Αγίου Μάρκου. Αυτός όμως δεν δειλίασε καθόλου, ούτε ταράχθηκε ή μικροψύχησε. Αντίθετα, αναθέτοντας όλες τις ελπίδες του στον Θεό και αντλώντας θάρρος από την πεποίθηση ότι η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να καταπνιγεί μέχρι τέλους, και προφυλασσόμενος από τη δύναμη του Πνεύματος, διεξήγαγε τον αγώνα με τόση δύναμη, ώστε πολλές φορές κατορθώνοντας να επικαλείται και τις μαρτυρίες γραφικών χωρίων και διάφορων πατέρων καθώς και τους όρους των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, καθιστούσε αναπολόγητους τους αντιπάλους.

Ο Άγιος Μάρκος τότε θυμήθηκε και το χωρίο του Αγίου Μαξίμου, για το οποίο είπαμε και παραπάνω, την παραδοχή του οποίου όμως απέρριψε ο λατινόφρων Βησσαρίων με το επιχείρημα ότι η επιστολή δεν σωζόταν πλήρης.

 

Το χωρίο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού

Ο Άγιος Μάρκος τότε διάβασε ένα χωρίο του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, που η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει ως ανακεφαλαίωση των θεολόγων, και η Αγία Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος κήρυξε κοινό διδάσκαλο, στο οποίο σαφώς και συντόμως δείχνεται η διαφορά της εννοίας των προθέσεων «εκ» και «διά», έχοντας ως εξής: «ουχ ως εξ αυτού αλλ' ως δι' αυτού εκπορευόμενον, μόνος γαρ αίτιος ο Πατήρ».

Αυτό το χωρίο το ερμήνευσε με θαυμάσια ομιλία, στην οποία σαφέστατα και αναμφισβήτητα αποδείχθηκε η διαφορά των προθέσεων. Ο Βησσαρίων τότε, μη μπορώντας να αναιρέσει τα λεχθέντα, απέρριψε αυτό το χωρίο λέγοντας ότι δεν είχε καμία σημασία η μαρτυρία ενός, και κάλεσε τον Άγιο Μάρκο να παρουσιάσει και άλλων μαρτυρίες.

Τότε ο Ηρακλείας, στραφείς προς τον βασιλιά, είπε: «Εμείς ακούμε και καταλαβαίνουμε τις διαθέσεις των λεγόντων, και ας γνωμοδοτήσουμε όταν χρειαστεί».

Οι συζητήσεις, διεξαγόμενες με πολλή σφοδρότητα, παρατάθηκαν ως το βράδυ, οπότε διαλύθηκε η συνεδρία, αποφασισθέντος να επαναληφθούν οι συζητήσεις την επόμενη μέρα.

Σε αυτή τη συνεδρία έγιναν πάλι μακριές συζητήσεις, με τις οποίες ο μεν Νικαίας και οι γύρω του προσπαθούσαν να πείσουν τον Άγιο Μάρκο να αλλάξει γνώμη ή να τον αναγκάσουν να απέχει από τις συζητήσεις ελλείψει επιχειρημάτων, αυτός δε πάλι σθεναρότερα αγωνίζονταν, παρουσιάζοντας πολλά χωρία από τα συγγράμματα των πατέρων της Εκκλησίας για να κυρώσει τα δικά του επιχειρήματα.

Τότε διάβασε και ένα χωρίο του Γρηγορίου Νύσσης, στο οποίο αποδεικνυόταν ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας για την έκφραση της ίδιας εννοίας χρησιμοποιούσαν τις προθέσεις «διά» και «μετά», ως εξής: «Πατήρ μεν άναρχος και αγέννητος, και αεί Πατήρ νοείται· εξ αυτού δε κατά το προσεχές αδιστάκτως ο μονογενής Υιός τω Πατρί συνεπινοείται δι' αυτού και μετ' αυτόν...».

Και αυτό όμως το χωρίο δήλωσε ο Νικαίας ότι δεν δεχόταν, αν δεν προσαχθούν και άλλα με την ίδια έννοια.

 

Η πίεση του Βασιλιά και τα πλαστογραφημένα χωρία

Οι φιλονεικίες και οι συζητήσεις έτσι παρατείνονταν επί μακρόν χωρίς αποτέλεσμα. Βλέποντας αυτό ο Βασιλιάς, τους υπενθύμισε ότι ήταν επάγγελμα να συντάξουν την απάντηση στην έκθεση πίστεως που είχαν στείλει οι Λατίνοι και που αυτοί περίμεναν με ανυπομονησία, και συνεπώς έπρεπε πρώτα να ασχοληθούν με αυτό, αναβάλλοντας για αργότερα τη συνέχεια των συζητήσεών τους.

Μετά από αυτά τα λόγια του βασιλιά, σηκώθηκε ο Ισίδωρος της Ρωσσίας και ρώτησε τους παρόντες αν θα δέχονταν χωρία διαφόρων Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, που συμφωνώντας με τις γνώμες των Δυτικών θα μπορούσαν να διευκολύνουν τον συμβιβασμό και την ένωση. Αυτούς τους λόγους με χαρά άκουσε ο βασιλιάς και αμέσως κάλεσε τον Ισίδωρο να τα παρουσιάσει.

Τότε σηκώθηκε αυτός και άρχισε να διαβάζει διάφορα χωρία στρεβλωμένα, πλαστογραφημένα και κολοβωμένα με κάθε τρόπο, από ένα τετράδιο που είχε ετοιμάσει ο Ιωάννης ο Βέκκος. Αυτός είχε λατινοφρονήσει επί του λατινόφρονος Βασιλιά Μιχαήλ του Παλαιολόγου και είχε ανεβεί από αυτόν στον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά τον θάνατο του Μιχαήλ, μεγάλη σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη τον καθαίρεσε, και εξορισμένος πέθανε άσχημα στην εξορία. Από αυτό το τετράδιο διάβασε κάποια χωρία ο Ισίδωρος, καυχώμενος ότι ήταν γεμάτο από παρόμοια χωρία.

Ο Βασιλιάς, ευχαριστημένος, είπε στους δικούς μας να συντάξουν ομολογία πίστεως στη βάση των σπουδαιότερων από αυτά, για να τη στείλουν στους Δυτικούς. Αυτό και έγινε, αλλά η ομολογία που στάλθηκε δεν άρεσε στους Λατίνους, που έστειλαν υπόμνημα στους δικούς μας ζητώντας εξηγήσεις σε δώδεκα κεφάλαια, και γράφοντας ότι οι δικοί μας όφειλαν ή να απαντήσουν σε αυτά ή να δεχτούν την ομολογία που είχε σταλεί σε αυτούς.

Ο βασιλιάς και οι γύρω του, μαθαίνοντας αυτή την απάντηση των Λατίνων, εξεπλάγησαν πολύ και για πολλές μέρες κράτησαν μυστική αυτή την απάντηση, σκεπτόμενοι για την εύρεση τρόπου να διευθετηθεί το ζήτημα.

Εν τω μεταξύ τέθηκε πάλι σε ενέργεια κατά των Ανατολικών η βία, και για τέσσερις μήνες ήδη στερούνταν το σιτηρέσιο. Όχι μόνο δεν έπαιρναν υπόψη τις παρακλήσεις τους, αλλά ούτε απάντησης τους άξιωναν, παρόλο που σχεδόν επαιτούσαν τα προς το ζην.

Τέλος, μόνο όταν πείστηκαν ότι τα πράγματα είχαν φτάσει στο αδιέξοδο και ότι κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα, αποφάσισαν να τους χορηγήσουν σιτηρέσιο δύο μηνών αντί του καθυστερημένου ποσού των τεσσάρων μηνών. Ο επίσκοπος Κορώνης Χριστόφορος, παίρνοντας αυτά τα χρήματα με πόνο ψυχής, είπε: «Ας δοθεί και αυτό το έλεος του Πάπα σαν να ριχνόταν στη θάλασσα». Απαίτησε μάλιστα να μη δοθεί τίποτα στον Εφέσου, γιατί αυτός έτρωγε σαν ο Ιούδας τον άρτο του Πάπα εχθρικά και εναντίως αυτώ διακείμενος, και γι' αυτό έπρεπε να του δοθεί μόνο σχοινί για να κρεμαστεί.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου