Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 1-5)

 




I. Ἡ Ἐκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος

1. Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).

2. Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς τό Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οὕτως, αἰσθάνεται μείζονα τήν εὐθύνην αὐτῆς ὄχι μόνον διά τήν αὐθεντικήν βίωσιν τῆς ἐμπειρίας αὐτῆς ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλά καί διά τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας πρός πάντας τούς ἀνθρώπους.

3. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.

4. Δέν νοεῖται ἁγιότης τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, «ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία» (Ἐφεσ. α’, 23). Ἡ ἁγιότης πηγάζει ἀπό τόν μόνον Ἅγιον. Εἶναι μετοχή τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ «κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων», ὡς διακηρύσσεται εἰς τήν ἐκφώνησιν τοῦ ἱερέως κατά τήν θείαν Λειτουργίαν: «Τά Ἅγια τοῖς ἁγίοις» καί εἰς τήν ἀπάντησιν τῶν πιστῶν «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν». Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας τονίζει ὅτι ὁ Χριστός, «ἅγιος πάλιν ὑπάρχων κατὰ φύσιν, ὡς Θεός, (…) ἁγιάζεται δι’ ἡμᾶς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι (…). Ἔδρα δὲ τοῦτο (ὁ Χριστός) δι’ ἡμᾶς, οὐ δι’ ἑαυτόν, ἵνα ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ δή, πρώτῳ δεξαμένου τοῦ πράγματος (= ἁγιασμοῦ) τὴν ἀρχήν, εἰς ἅπαν οὕτω τὸ γένος ἡ τοῦ ἁγιάζεσθαι λοιπὸν διαβαίνοι χάρις» (Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ’. PG 74, 548).

Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τό «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διά τῆς ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τήν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες γάρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καί τό κοινόν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτόν ἀναβιοῖ πρόσωπον» (Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην ΕὐαγγέλιονΙΑ’. PG 73, 157-161), διό καί εἶναι ἡ μόνη πηγή τοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἁγιότης εἶναι μετοχή τοῦ ἀνθρώπου τόσον εἰς τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί εἰς τά ἱερά αὐτῆς μυστήρια, μέ ἐπίκεντρον τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἥτις ἐστί «θυσία ζῶσα, ἁγία, εὐάρεστος τῷ Θεῷ» (Ρωμ. ιβ’, 1). «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ρωμ. η’, 35-37). Οἱ ἅγιοι ἐνσαρκώνουν τήν ἐσχατολογικήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀέναον δοξολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἐπιγείου καί τοῦ ἐπουρανίου θρόνου «τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης» (Ψαλμ. κγ’, 7), εἰκονίζοντες τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

5. Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων. Ἡ ἀρχή τῆς αὐτοκεφαλίας δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῇ εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικότητος καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμεν λοιπόν ὅτι ἡ δημιουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Διασπορᾷ, ἀπαρτιζομένων ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐκ τῶν ὁρισθεισῶν περιοχῶν ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων ἐπισκόπων, οἵτινες ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον, ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως αὐτῶν, ἡ δέ συνεπής λειτουργία αὐτῶν ἐγγυᾶται τόν σεβασμόν τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.

 

 

1. Η χρήση του όρου «Εκκλησία» για τους ετεροδόξους

Στο κείμενο (παρ. 2) η Ορθόδοξη Εκκλησία ορίζεται ως η «αυθεντική συνέχεια της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Όμως το κείμενο αποφεύγει να ονομάσει ρητά τις άλλες χριστιανικές ομολογίες ως «αιρετικές». Η  αποφυγή του όρου «αίρεση» και η σιωπηρή αποδοχή άλλων χριστιανικών κοινοτήτων στο πλαίσιο του παγκόσμιου διαλόγου «νομιμοποιεί» τις ετερόδοξες ομάδες. Στην ορθόδοξη παράδοση, «Εκκλησία» είναι μόνο το Σώμα του Χριστού εντός της Ορθοδοξίας. Οποιαδήποτε άλλη χρήση του όρου  είναι «οικουμενιστικός συμβιβασμός».

2. Η «Μαρτυρία» έναντι του «Κηρύγματος Μετανοίας» (Παράγραφος 2)

Το κείμενο αναφέρει: «...αισθάνεται μείζονα την ευθύνην αυτής... διά την αξιόπιστον μαρτυρίαν της αληθείας προς πάντας τους ανθρώπους».

Ο όρος «μαρτυρία» είναι οικουμενιστικός όρος. Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι απλώς η «μαρτυρία της αλήθειας» δίπλα σε άλλες «μαρτυρίες», αλλά το κήρυγμα μετανοίας. Το  κείμενο μετατρέπει την Εκκλησία από «Κιβωτό Σωτηρίας» σε έναν «συνομιλητή» που αναζητά κοινούς τόπους με τους ετεροδόξους.

3. Η «Οικουμενική Διάσταση» της συνοδικότητας (Παράγραφος 5)

Η παράγραφος αυτή μιλά για την ανάγκη κανονικής οργάνωσης στη Διασπορά και τη συνοδικότητα.

Η  έμφαση στις «Επισκοπικές Συνελεύσεις» στη Διασπορά αποτελεί προθάλαμο για μια «ομοσπονδιακή» αντίληψη της Εκκλησίας. Η  δομή αυτή, εντός του σύγχρονου οικουμενιστικού πλαισίου, τείνει να εξισώσει την ορθόδοξη παρουσία στη Διασπορά με άλλες ομολογιακές παρουσίες, χάνοντας τον χαρακτήρα της «μοναδικής αλήθειας».

4. Η «Ανοικτή» Εκκλησιολογία

Το κείμενο περιγράφει την Εκκλησία ως «θεανθρώπινη κοινωνία» (παρ. 1) και «προφητική φωνή στον κόσμο» (παρ. 1). Ενώ η περιγραφή είναι θεολογικά ορθή, το κείμενο «αποσυνδέει» την εκκλησιολογία από τα αυστηρά όρια της πίστεως. Ο  «οικουμενιστικός χαρακτήρας» του κειμένου έγκειται στο ότι παρουσιάζει την Εκκλησία ως μια κοινωνία που «απλώνεται» και «εμπλουτίζεται», χωρίς να τονίζει επαρκώς ότι η ένταξη σε αυτήν προϋποθέτει την απόρριψη κάθε πλάνης (αιρετικής διδασκαλίας).

5. Η σιωπή για την «αποτείχιση»

Το κείμενο προβάλλει μια εικόνα ενότητας και συνοδικότητας (παρ. 3).

Αυτή η «ιδανική» εικόνα της συνοδικότητας είναι οικουμενιστική, αγνοεί την ανάγκη των πιστών να προβαίνουν σε διακοπή μνημοσύνου (αποτείχιση) όταν οι ποιμένες τους συμμετέχουν σε οικουμενιστικές συμπροσευχές. Το κείμενο  προωθεί μια «υπακοή στη διοίκηση» που υπερτερεί της «υπακοής στην αλήθεια της πίστεως».

Συνοψίζοντας:

Το κείμενο αυτό «οικουμενίζει» επειδή:

  1. Αποφεύγει τη σαφήνεια: Δεν αποκαλεί τις αιρέσεις με το όνομά τους.
  2. Χρησιμοποιεί ορολογία του ΠΣΕ: Όροι όπως «μαρτυρία», «κοινωνία», «διάλογος» ερμηνεύονται από τους επικριτές ως όροι που στοχεύουν στην «ομολογιακή συμφιλίωση» και όχι στην «επιστροφή στην Αλήθεια».
  3. Υποβαθμίζει την αλήθεια: Η έμφαση στην ενότητα θυσιάζει τη δογματική ακρίβεια που απαιτεί η Παράδοση των Αγίων Πατέρων (π.χ. Μάρκος ο Ευγενικός).

 ΠΗΓΗ.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

2 σχόλια:

  1. Επειδή γνωρίζω άριστα την Ελληνική, δόξα τω Θεώ, μήπως είναι "λίγο" τραβηγμένη η κριτική σας; Πιανεστε από τα μαλλιά νομίζω για να την χαρακτηρίσετε ως οικουμενιστικη αιρετική και άξια αποτειχισεως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπορειτε ελευθερα να διατυπωσετε τις αντιρρησεις σας.Δεν διεκδικουμε το ΑΛΑΘΗΤΟ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου