Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Ο μονιμως Μεθυσμενος Αμεθυστος εχει ενταχθει στους εχθρους του Θεου και της Εκκλησιας Του. Γι αυτο και δεν αιφνιδιαζομαστε πλεον μαζι του αφου ενεταξε οικεια βουλησει και ο Γιαννης Πατρωζος αλλα και τα συρομενα φερεφωνα του στους ΡΥΠΑΡΟΥΣ της Ιερας Αποκαλυψεως. Και ΟΙ ΡΥΠΑΡΟΙ ΡΥΠΑΡΕΥΘΗΤΩΣΑΝ ΕΤΙ ΚΑΙ ΕΤΙ ΚΑΙ ΕΤΙ.....

Ο "Ἀμέθυστος" συνεχίζει την πολεμική του κατά του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου!

Μόλις χθὲς δημοσιεύσαμε (ἐδῶ) ἀναίρεση ἀνακριβοῦς καὶ συκοφαντικοῦ σχολίου ποὺ δημοσίευσε ὁ «Ἀμέθυστος» γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμμένει στὴν ἁγιομαχία του κατὰ τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου· τὸν ἔχει χαρακτηρίσει «θλιβερὸ ἅγιο». Γράφαμε: «Ο ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟ ΣΤΟΥΔΙΤΗ ..."θλιβερό" άγιο!!!» καὶ δημοσιεύσαμε «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΚΤΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ».
Σήμερα ὁ «Ἀμέθυστος» ἐπανέρχεται. Δημοσιεύει ἄρθρο τοῦ «συμμάχου» του ὀρθολογιστῆ κ. Ἰωάννη Καρδάση (ἐδῶ), πάλι κατὰ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, τὸ ὁποῖο εἶχε χρησιμοποιήσει πέρυσι (καὶ πάλι τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου), χαρακτηρίζοντας τὸν ἅγιο Θεόδωρο, ὡς «δευτέρας κατηγορίας ἅγιο»!!! «Ξέχασε» ὅμως νὰ …δημοσιεύσει καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ μελετητῆ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη, τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ἐνῶ τὴν γνώριζε, γιὰ νὰ μὴ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἁγιομαχικὲς τοποθετήσεις-διαθέσεις τοῦ κ. Καρδάση!
Δημοσιεύουμε τὴν περυσινὴ μας ἀνάρτηση (μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθυμίου), γιὰ νὰ καταλάβει ὁ ἀναγνώστης τὴν ἁγιομάχο ἐπιμονὴ τοῦ «Ἀμέθυστου»!
Εὔχομαι ὁ ἅγιος νὰ τὸν βοηθήσει νὰ κατανοήσει τὸ σφάλμα του.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014


Νὰ λοιπόν, ποὺ ὁ «Ἀμέθυστος», ποὺ δὲν ἀνέχεται μύγα στο σπαθί του γιὰ τὸν Γέροντα Παΐσιο ἢ τοὺς Ἁγίους ποὺ ἐπιλέγει ὡς τοὺς καλούς, μὲ τὴν «ἀλάθητη» ὡς παπίζουσα, δυτικότροπη, ἀδέκαστη καὶ πε-«φωτισμένη» σκέψη του, χωρίζει τοὺς Ἁγίους σὲ κατηγορίες καί, ὑπο-τιμώντας ἐξαιρέτως τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ποὺ σήμερα ἑορτάζει, τὸν καταχωρεῖ στὸ δική του ἐμπνεύσεως Ἁγιολόγιο ὡς Δευτέρας κατηγορίας Ἅγιο! Στηρίζεται σὺν τοῖς ἄλλοις γιὰ νὰ καταδείξει τοὺς «δεύτερης» ἐπιλογῆς Ἁγίους, καὶ στὸν ὀρθολογιστὴ σχολιογράφο τοῦ ἱστολογίου «Ἀποτείχιση», τὸν Ἰωάννη Καρδάση, ὁ ὁποῖος σκοπὸ ἔχει νὰ ἀποπροσανατολίζει καὶ νὰ κρημνίζει στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν προσωπικότητες καὶ πρακτικὲς Ἁγίων!!!
Δημοσιεύουμε τὸ σχόλιο τοῦ «Ἀμέθυστου», τὴν παραπομπὴ γιὰ τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Ἰωάννη Καρδάση καὶ ἕνα παλαιοτερο ἄρθρο τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτυχῶς ἀπαντοῦσε στὶς κατηγορίες τοῦ Καρδάση κατὰ τοῦ ἁγίου Θεοδωρου Στουδίτη, ὅτι τάχα ἦταν παπόφιλος Ἅγιος!
ΣΧΟΛΙΟ Αμέθυστου: Η αποτυχία τών Στουδίτων καλύφθηκε, ευτυχώς γιά τήν πίστη μας, μέ τήν ανάδυση τού Αγίου Ορους. Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΑΓΙΟΣ. Σήμερα χρησιμοποιείται γιά νά καλύψει τήν μεγαλομανία διαφόρων. Ενα ασφαλές κριτήριο ορθοδοξίας είναι καί τούτο. Ο πιστός τού Κυρίου Αγιος δέν μπορεί νά χρησιμοποιηθεί γιά σκοπούς αλλότριους τής πίστεως. Καί είναι γνωστό ότι ο Ζηζιούλας παρόλες τίς προσπάθειες, δέν μπορεί νά υποτάξει στήν μωρία του, τόν Αγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο.
Αμέθυστος   http://amethystosbooks.blogspot.gr/2014/11/blog-post_802.html



Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ
ΩΣ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ
το π. Εθυμίου Τρικαμην
Πηγή: "Ἀποτείχιση" http://apotixisi.blogspot.gr/2009/05/1.html
Τις τελευταίες μέρες διεξήχθη ένας διάλογος μεταξύ ενός μέλους του Ο.Θ.Σ (σ.σ. εννοεῖ τον Ι.Κ.) και του μαρτυρικού αρχιμανδρίτου πατρός Ευθύμιου Τρικαμηνά, περί του μεγάλου αγωνιστού της Ορθοδοξίας Αγίου Θεόδωρου του Στουδίτου (759-826 ).

Κρίνουμε σκόπιμο να δημοσιοποιήσουμε αυτόν τον χρήσιμο διάλογο γιά ενημέρωσι των επισκεπτών αυτού του blog, αλλά και γιά συμμετοχή τους στο διάλογο.

Πέραν των όσων θα αναφερθούν στη συνέχεια από τους διαλεγομένους, περί της θέσης του αγίου έναντι της Ρώμης, ως λέγει ο Π. Χρήστου, "τα πέντε πατριαρχεία ονομάζει πεντακόρυφον κράτος της Ορθοδοξίας", ακριβώς εις την επιστολήν, ένθα ομιλεί και περί της αναφοράς του κράτους της Οικουμενικής Συνόδου εις τον πάπαν. (επ. 2,129, P.G. 99,1417).

Το πρώτο κείμενο του αρχιμ. Ευθυμίου Τρικαμηνά που καταχωρούμε σήμερα, είναι λίγο μεγάλο σε έκτασι, αλλά αξίζει τον κόπο να το μελετήσετε, θα ωφεληθήτε πολύ.



Η εποχή μας θα ηδύνατο να χαρακτηρισθή ως η εποχή της διαστροφής των πάντων. Η εποχή δηλαδή κατά την οποία αμφισβητούνται και διαστρέφονται και αυτά τα ηλίου φαεινότερα, τα βοώντα από μόνα των, τα μη δεχόμενα άλλη ερμηνεία. Είναι κυρίως η εποχή κατά την οποία αφήνομε να διαιωνίζωνται και να παγιώνωνται οι σύγχρονες παρεκτροπές και παραβάσεις και ασχολούμεθα με την δήθεν διόρθωσι των παλαιών, η προσέγγισις των οποίων γίνεται με καθαρά προτεσταντικό και δυτικό πνεύμα. Συνήθως γινόμεθα αποδέκτες και αναμεταδίδομε όσα οι ορθολογιστές θεολογούντες παράγουν, οι οποίοι και αυτοί στηρίζονται σε μελέτες αιρετικών και εχθρών της Ορθοδοξίας. Οι διερευνήσεις και διορθώσεις των συγχρόνων ορθολογιστών στρέφονται και σε πάγιες θέσεις της Εκκλησίας, οι οποίες αφορούν συγκεκριμένους αιρετικούς η αγίους. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο παρουσιάζουν την Εκκλησία ως σφάλλουσα και τους εαυτούς των ως διορθωτάς των σφαλμάτων της. Και λέγοντας Εκκλησία εννοούμε την διαχρονική πίστι και συνείδησι δια τα εν λόγω θέματα.

Μία τέτοια εσφαλμένη αντίληψις διαδίδεται στις ημέρες μας και δια τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Οι κατηγορίες οι οποίες του αποδίδονται από τους συγχρόνους είναι κυρίως η αυστηρότης του και η αποτείχισίς του δια τον παράνομο γάμο του αυτοκράτορος και το ότι ήτο φιλοπαπικός και υποστηρικτής του παπικού πρωτείου. Δια μεν την αυστηρότητά του στο θέμα της ευλογίας υπό της Εκκλησίας της μοιχείας του αυτοκράτορος, εμείς ειδικά στις ημέρες μας, δεν δυνάμεθα να κατανοήσωμε την ακρίβεια του οσίου, εφ’ όσον δια των διαζυγίων διαλύομε τους νομίμους γάμους και δια των δευτέρων και τρίτων γάμων επιβραβεύομε η στεφανώνομε τη μοιχεία. Δια δε τα φιλοπαπικά του αισθήματα είναι ίσως η μεγαλύτερη διαστροφή και αδικία στο πρόσωπό του. Δια να ιδούμε δε τα πραγματικά του αισθήματα και τις θέσεις του στο θέμα του Παπισμού και του πρωτείου του Πάπα είναι ανάγκη να παρουσιάσωμε όλα τα σχετικά κείμενα, εις τρόπον ώστε να εξαχθούν αβίαστα τα συμπεράσματά μας και να τοποθετηθούν τα πράγματα στη θέσι των.

Είναι αλήθεια ότι αν απομονώσουμε ορισμένα τμήματα από τις επιστολές του οσίου και τα συρράψωμε μεταξύ των θα εξάγομε το συμπέρασμα ότι ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ήτο φιλοπαπικός και υποστηρικτής του παπικού πρωτείου. Διότι όντως υπάρχουν κάποια τμήματα των επιστολών του, τα οποία μεμονωμένως αναγιγνωσκόμενα δημιουργούν αυτή την εντύπωσι στον αναγνώστη.

Η μελέτη όμως των θέσεων ενός προσώπου, και δη εκκλησιαστικού, δεν πρέπει να γίνεται κατ’ αυτόν τον αιρετικό τρόπο, αλλά πρέπει να λαμβάνωνται υπ’ όψιν η όλη θεολογική του τοποθέτησις και διδασκαλία και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψε αυτά τα οποία εμείς κρίνομε ως φιλοπαπικά, καθώς επίσης ο σκοπός για τον οποίο εγράφησαν.

Εξετάζοντας λοιπόν υπό αυτάς τας προϋποθέσεις τα δήθεν φιλοπαπικά χωρία του οσίου αναφέρομε εισαγωγικά ότι η όλη θεολογική του τοποθέτησις και διδασκαλία είναι άκρως αντιπαπική, σε σημείο μάλιστα κατά το οποίο μετά βεβαιότητος αβίαστα ισχυριζόμεθα, ότι δεν υπάρχει αντιπαπικώτερος άγιος από τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.

Ο λόγος είναι απλούστατος και έγκειται εις ότι δεν υπάρχει άλλος άγιος ο οποίος να επολέμησε τόσο πολύ τις υπερβάσεις και παρεκτροπές της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, οι οποίες επικεντρώνονται σήμερα με απόλυτο μορφή στο πρόσωπο του Πάπα. Πώς άλλωστε είναι δυνατόν ο όσιος να είναι υποστηρικτής του παπικού πρωτείου με τη σημερινή του εξέλιξι και διαστροφή, την στιγμή κατά την οποία αποστασιοποιήθηκε και διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία από αγίους Πατριάρχες και ομολογητές, όταν αυτοί ηθέλησαν να αντιμετωπίσουν συγκαταβατικά και με κάποια υποχωρητικότητα την παρανομία του αυτοκράτορος; Και πως αυτός ο οποίος διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία και μνημόνευσι από τον ιδικό του Πατριάρχη, όταν το έκρινε εκκλησιαστικώς αναγκαίο και θεολογικώς ορθό, δεν θα το έκανε δια τον Πάπα και οποιονδήποτε άλλο Πατριάρχη, όταν αυτοί διέστρεφον την ορθόδοξο πίστι και Παράδοσι;

Πως επιπλέον αυτός, ο οποίος ήτο υπέρμαχος της ακριβείας και υπερασπιστής των πατρώων θεσμών, θα ανεχόταν έναν υπερφίαλο Πάπα να νομοθετή αυθαιρέτως, να εισάγη στο σύμβολο της Πίστεως το «filioque» η να θεωρή τον εαυτό του αλάθητο και κυρίαρχο όλης της Εκκλησίας την στιγμή κατά την οποία αντέστη μέχρις αίματος για έναν παράνομο γάμο θεσμοθετημένο και ευλογημένο από την Εκκλησία;

Η όλη διδασκαλία του οσίου είναι ότι οιαδήποτε παρεκτροπή από την αποστολική πίστι και Παράδοσι είναι αίρεσι, η οποία συνεπάγεται χωρισμό από την Εκκλησία και την σωτηρία, ο δε Πάπας δεν άλλαξε μία μόνο διδασκαλία από την αποστολική πίστι και Παράδοσι, αλλά δεν άφησε τίποτε το οποίο να μην το αλλάξη και να μην το διαστρέψη. Πως λοιπόν είναι δυνατόν να υπάρξη έστω και υποψία φιλοπαπισμού σ’ αυτόν;

Εκείνο όμως το οποίο θα πλήξη καίρια, όπως θα αναφέρομε κατωτέρω, την καρδιά του Παπισμού με τη σημερινή του διαστροφή είναι η διδασκαλία του οσίου όσον αφορά τον Απόστολο Πέτρο. Διότι όπως είναι γνωστό τοις πάσι το όλο οικοδόμημα του σημερινού Παπισμού έχει ως βάσι και κρηπίδα τον Απόστολο Πέτρο.

Αν λοιπόν ο όσιος δεν εξεχώριζε τον Πέτρο από τους άλλους Αποστόλους και μάλιστα τους πλέον αφανείς και τελευταίους, αλλά τον εξίσωνε με αυτούς, πως θα εξεχώριζε τον Πάπα από τους άλλους Πατριάρχες και θα απέδιδε σ’ αυτόν κυριαρχικά δικαιώματα εφ’ όλης της Εκκλησίας; Υπό αυτήν λοιπόν την έννοια της διδασκαλίας δηλαδή του οσίου, κάποια άλλη σημασία έχουν τα φιλοπαπικά χωρία που υπάρχουν.

Kατά την δεύτερη προϋπόθεσι βάσει της οποίας πρέπει να κρίνωμε τα πράγματα, εκ των συνθηκών δηλαδή κάτω από τις οποίες εγράφησαν, αναφέρομε ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραφε τα εν λόγω φιλοπαπικά κρινόμενα χωρία ήσαν οι εξής:

Τα τρία Πατριαρχεία, δηλαδή της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων και της Αλεξανδρείας διετέλουν κάτω από την κυριαρχία των Αράβων, της Κων/πόλεως δε ευρίσκετο στην πτώσι της αιρέσεως και μόνο της Ρώμης ήτο ελεύθερο και είχε τη δύναμι να υψώση τη φωνή και να συμμετάσχη ενεργά με λόγια και έργα στην καταπολέμησί της. Το γεγονός ότι ο όσιος δεν έχει απαιτήσεις επεμβάσεως από τα άλλα Πατριαρχεία, λόγω της δεινής καταστάσεών των εξ αιτίας της αιχμαλωσίας, φαίνεται από ανάλογες επιστολές του προς αυτά.

Εις επιστολή του προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας, αφού ο ίδιος περιγράφει όλη την εκκλησιαστική κατάστασι και τους διωγμούς λόγω της εικονομαχίας στην Κων/πολι, επιλέγει στο τέλος της επιστολής τα εξής: «Δι’ όλους αυτούς τους λόγους των διωγμών εμείς οι ανάξιοι παρακαλούμε με δύναμι την αγία σου ψυχή, σαν εκπρόσωποι όλων όσων αγωνίζονται υπέρ της αληθείας, να δείξη συμπάθεια και βοήθεια. Και αν δεν είναι δυνατόν να βοηθήσης διαφορετικά, αλλά με την βοήθεια των προσευχών θα μας δώσης μεγάλη βοήθεια στις ανάγκες μας, επειδή έχεις την ευμένεια του Θεού».

Τα ίδια αναφέρει και προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας. Και από αυτόν δηλαδή ζητεί τις προσευχές του επειδή δεν δύναται να βοηθήση διαφορετικά, προφανώς λόγω των κατακτητών. Τα ίδια περίπου αναφέρει και προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Εις το τέλος της επιστολής του τον παρακαλεί δια της προσευχής του να ξυπνήση τον Κύριον ο οποίος κατ’ οικονομία φαίνεται σα να κοιμάται διότι δια της αιρέσεως, λέγει, καταστρεφόμεθα. «Εάν όμως», συνεχίζει «δύνασαι και με διαφορετικό τρόπο να μας δώσης δηλαδή κάποιο φάρμακο σε βοήθεια ώστε να ιατρευθούμε, σαν επιστήμων σπεύσε να το κάνης. Διότι είμεθα μέλη ιδικά σου, επειδή όλοι οι πιστοί είμεθα σώμα Χριστού και μέλη τοποθετημένα σε κάποιο μέρος του σώματος.»

Χαρακτηριστικό στην παρούσα αναφορά του οσίου είναι ότι αναφέρει τους ορθοδόξους ομολογητάς της Κων/πόλεως ως μέλη του σώματος του Πατριάρχου Ιεροσολύμων, το οποίο αναφέρει και στην αλληλογραφία του με τον Πάπα της Ρώμης, χωρίς αυτό να σημαίνη τίποτα περισσότερο, όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος αναφέρει, από το ότι είμεθα όλη μέλη του σώματος του Χριστού.

Μία τέλος αναφορά δια την κατάστασι των τριών Πατριαρχείων της Ανατολής μας δίδει πάλι ο όσιος σε επιστολές του προς την Λαύρα του Αγ. Σάββα. Αφού πάλι περιγράφει τον διωγμό στην Κων/πολι, παρακαλεί τους πατέρας να συμμετέχουν στην θλίψι του διωγμού και να προτείνουν χείρα βοηθείας ως φιλάδελφοι. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι από τους ιδικούς των βαρβάρους που ταλαιπωρούνται αυτοί έχουν χειρότερους, εννοώντας φυσικά τους εικονομάχους. Γίναμε, λέγει, εκκλησιαστικά δια της αιρέσεως ως Σόδομα και Γόμορρα. Τελικώς παρακαλεί δια την των προσευχών βοήθεια διότι εισακούεται από τον Θεό ως δικαία.

Έχοντας λοιπόν ως δεδομένο ότι το μόνο ελεύθερο Πατριαρχείο, στο οποίο απευθύνθηκε δια βοήθεια ο όσιος ήτο της Ρώμης, η αναφορά του προς τον Πάπα είναι έτι περισσότερο ικετευτική και η βοήθεια που ζητά πλέον ουσιαστική. Υπήρχε άλλωστε το δεδομένο ότι και παλαιότεροι μεγάλοι πατέρες προσέφυγαν, λόγω της υπάρξεως της αιρέσεως στην Ανατολή, στην ορθόδοξο Ρώμη και ο Πάπας βοήθησε τότε Συνοδικώς την αποκατάστασι της Ορθοδοξίας.

Και στην παρούσα κατάστασι η Ρώμη ήτο αμέτοχος της αιρέσεως κάι προσέτι της αυτοκρατορικής επιρροής, η οποία υπεράσπιζε την αίρεσι και ως εκ τούτου, ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης απευθύνεται προς τον Πάπα, ως το μόνο από ανθρωπίνης πλευράς, ο οποίος κατά το δη λεγόμενο μπορεί να βάλη τα πράγματα στη θέσι των. Η δύναμις άλλωστε του πρωτόθρονου Πατριαρχείου ήτο δεδομένη και η κατάστασις της Κων/πόλεως λόγω της αιρέσεως και των διωγμών οικτρά.

Ως εκ τούτου ουδείς ευρέθη, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζομε πατέρων προ του σχίσματος, να κατηγορήση τον μεγάλο όσιο και ομολογητή δια φιλοπαπικά αισθήματα και λατινικές αποκλίσεις. Μετά το σχίσμα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα ολισθήματα και οι αιρετικές αποκλίσεις της Ρώμης διαδέχοντο η μία την άλλη, με πρώτο και κύριο την εξουσιαστική κυριαρχία του Πάπα εφ’ όλης της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου, οι Παπικοί πρώτοι προέβαλον την προσφυγή του οσίου στον Πάπα ως δείγμα και απόδειξι υποτελείας και εξαρτήσεως, όπως προέβαλον και την προσφυγή του Μ. Αθανασίου και του αγ. Παύλου του ομολογητού και άλλων οι οποίοι σε ανάλογες περιπτώσεις προσέφυγον δια βοήθεια προς τον Πάπα και μάλιστα προσωπικώς.

Και εκ των Ορθοδόξων όμως είδον μερικοί μετά το σχίσμα με καχυποψία την προσφυγή του οσίου στην ορθόδοξο Ρώμη, τα δε λόγια του, τα οποία του υπενθύμιζον την ευθύνη του ως διαδόχου του απ. Πέτρου και πρωτοθρόνου Πατριάρχου, τα οποία ίσως έχουν κάποια υπερβολή, τα έκριναν ως αποδεικτικά δια το ότι ο όσιος εστερνίζετο τις παπικές πλάνες και δη τις περί πρωτείου εξουσίας του Πάπα εφ’ όλης της Εκκλησίας.

Ο όσιος όμως όχι μόνο δεν είχε τέτοιες ιδέες και αντιλήψεις, αλλά απεναντίας επολέμει με πάθος κάθε πλάνη και μάλιστα όταν αυτή προήρχετο από την θρησκευτική και την πολιτική εξουσία. Απόδειξις του ισχυρισμού μας είναι ότι ο όσιος, ούτε μεταξύ των αποστόλων διέκρινε τον πρώτο και τον δεύτερο, αλλά τους είχε όλους ίσους, όπως θα αποδείξομε εν συνεχεία.

Οι λεκτικές λοιπόν προσφωνήσεις και διατυπώσεις εις ουδέν άλλο απέβλεπον ει μη μόνο εις το να βοηθήσουν τον Πάπα να κινηθή συνοδικώς και να καταδικάση την αίρεσι. Η διδασκαλία άλλωστε του οσίου ήτο ότι όλοι μολύνονται από την αίρεσι και οι έχοντες δηλαδή φρόνημα υγιές εκ της εκκλησιαστικής επικοινωνίας και μνημονεύσεως.

Αυτή είναι ξεκάθαρη διδασκαλία του οσίου, συνοψίζεται δε λακωνικώτατα σε επιστολή του στον μάγιστρο Στέφανο. Εκεί αναφερόμενος στην ανάγκη της καταπολεμήσεως της αιρέσεως και της επικρατήσεως της Ορθοδοξίας λέγει ότι ευεργετούμε τους εαυτούς μας, όταν φροντίζωμε δια την διόρθωσι των κοινών· επειδή είμεθα και εμείς μέσα στην ασθένεια της αιρέσεως, έστω και αν δεν έχωμε αιρετικά φρονήματα. Διότι μολυνόμεθα από την εκκλησιαστική επικοινωνία με τους αιρετικούς.

Ούτως λοιπόν εχόντων των πραγμάτων μία συνοδική καταδίκη εκ μέρους της Δύσεως, θα απήλασσε, αφ’ ενός μεν αυτούς της ευθύνης λόγω της εκκλησιαστικής επικοινωνίας, θα έδιδε δε, αφ’ ετέρου, και στους ομολογητάς Ορθοδόξους της Κων/πόλεως δύναμι και ερείσματα δια τον περαιτέρω αγώνα και, ακόμη, θα συνέβαλε τα μέγιστα στην τελική καταδίκη της αιρέσεως. Αυτά ήταν ασφαλώς τα κίνητρα τα οποία ώθησαν τον όσιο να απευθυνθή προς όλα τα Πατριαρχεία και ιδιαίτερα στον Πάπα της Ρώμης και μάλιστα να τον προτρέπη προς βοήθεια των Ορθοδόξων ομολογητών.

Πέραν των όσων προανεφέρθησαν, μεγάλη σημασία έχει στο υπό εξέτασι θέμα, ο τρόπος αντιμετωπίσεως και επικοινωνίας εκ μέρους του οσίου με τον Πάπα της Ρώμης. Εδώ έχουμε να αναφέρωμε ότι είναι ο ίδιος και απαράλλακτος με τον τρόπο επικοινωνίας με τους άλλους Πατριάρχας. Στον κάθε ένα ο όσιος αναφέρει, ως κίνητρο δια την βοήθεια την οποία επιζητεί, κάτι το οποίο έχει σχέσι με τη θέσι του και τον θρόνο τον οποίο κατέχει.

Στην επιστολή του προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων π.χ., στην αρχή κάνει θαυμασία αναφορά των αγίων τόπων στους οποίους ευρίσκεται ο θρόνος του. Αναφέρει λοιπόν ότι προσκυνεί νοερώς τα πόδια του, τα οποία πατούν εκεί όπου εβάδισεν ο Θεός, τον τόπο του Κρανίου, τον Πανάγιο τάφο, την Βηθλεέμ, το όρος Θαβώρ κλπ. Αναφέρει εν συνεχεία την Γεθσημανή στην οποία λέγει συγκεκριμένα ότι ευρίσκεται ο τάφος της Παναγίας, (το οποίο όμως είναι γνωστό οι Παπικοί σήμερα δεν το αποδέχονται, αλλά φλυαρούν περί άλλου τάφου δήθεν της Παναγίας στην Έφεσο). Μεγάλη σημασία έχει η συνέχεια του λόγου την οποία ακολουθούμε ερμηνευτικώς κατά λέξι διότι έχει μεγάλη βαρύτητα στην παρούσα υπόθεσι. «Ω πόσο μεγάλων λέγει συγκεκριμένα και φρικτών προσκυνημάτων έχει σαν δικαιοδοσία της η μακαρία και κορυφαία σου Επισκοπή. Εσύ είσαι ουσιαστικά ο πρώτος από τους Πατριάρχας, έστω κι αν είσαι πέμπτος και τελευταίος στην τάξι των Πατριαρχών. Διότι εκεί όπου ο Επίσκοπος των ψυχών μας και μέγας Αρχιερεύς εγεννήθη και ετέλεσε όλα τα θεουργικά έργα του και ακόμη έπαθε κατά το ανθρώπινο και ετάφη και ανέστη και έζησε μετά την ανάστασι και ανελήφθη, είναι ολοφάνερο ότι εκεί σ’ αυτόν τον τόπο υπάρχει και το υπέρτατο Επισκοπικό αξίωμα».

Είναι πολύ σημαντική η αναφορά αυτή του οσίου προς τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι είναι ο πρώτος των Πατριαρχών, έστω και αν είναι πέμπτος κατά την τάξι και ότι έχει το υπέρτατο επισκοπικό αξίωμα λόγω των αγίων τόπων. Αυτό βεβαίως ουδόλως σημαίνει ότι ο όσιος καταργεί την τάξι των Πατριαρχών, αλλά οι λεκτικές αυτές προσφωνήσεις αποσκοπούν στην απόδοσι τιμής και στην ενεργοποίησι των προσώπων υπέρ της Ορθοδοξίας. Έτσι θα πρέπει να εκληφθούν και τα λόγια και οι λεκτικές αβρότητες προς τον Πάπα της Ρώμης.

Είναι γεγονός ότι στην περίπτωσι αποστασιοποιήσεως εκ της αληθείας και της Ορθοδοξίας, ο όσιος ήτο αυστηρώτατος και σκληρότατος και ως προς τις λεκτικές του διατυπώσεις προς πάσαν κατεύθυνσι και φυσικά και προς τον Πάπα της Ρώμης. Αυτό το διαπιστώνομε από επιστολές πάλι του οσίου. Σε επιστολή του π.χ. προς τον Πάπα της Ρώμης Πασχάλιο τον επαινεί και τον εξυψώνει στη θέσι του τύπου και του τόπου του Χριστού δια πολλών λεκτικών αβροτήτων, διότι ο Πάπας Πασχάλιος δεν εδέχθη ουδόλως σε ακρόασι τους αντιπροσώπους των εικονομάχων, αλλά τους απεδίωξε, μολονότι αυτοί κατείχον τον Οικουμενικό θρόνο και είχον προσέτι και τις αυτοκρατορικές καλύψεις και διαβεβαιώσεις, ενώ απεναντίας τους απεσταλμένους των ομολογητών Ορθοδόξων, μολονότι ήσαν ταπεινοί, ταλαιπωρημένοι και δεδιωγμένοι, τους εδέχθη φιλοφρόνως, άκουσε την ανάγνωσι των γραμμάτων των και συνάμα έδειξε ότι συμπάσχει με αυτούς και συμμετέχει στη θλίψι των, ως οικεία μέλη του σώματος του Χριστού.

Είναι λοιπόν πρόδηλον ότι οι επόμενοι εγκωμιαστικοί λόγοι του οσίου προς τον Πάπα, τον οποίο ο όσιος ονομάζει αθόλωτο και ακαπήλευτο πηγή της Ορθοδοξίας, εύδιο λιμένα της όλης Εκκλησίας, θεόλευκτο πόλι του φυγαδευτηρίου της σωτηρίας κλπ. είναι αποτέλεσμα της ορθοδόξου και ομολογιακής στάσεως του Πάπα Πασχαλίου, της εκδιώξεως δηλαδή εκ μέρους του των απεσταλμένων των εικονομάχων και του αυτοκράτορος και της συντάξεώς του μετά των απεσταλμένων των δεδιωγμένων ομολογητών Ορθοδόξων.

Αυτός ο ισχυρισμός μας είναι βάσιμος και αποδεικνύεται εναργέστατα από ανάλογα περιφρονητικά λόγια του οσίου προς τον Πάπα, όταν αυτός δεν έλαβε την δέουσα θέσι όσον αφορά τα έκδηλα και φανερά αμαρτήματα του ιερέως. Φαίνεται από τα γραφόμενα, στην επιστολή του οσίου προς τον μοναχό Βασίλειο, ότι ο Πάπας ερωτήθηκε δια την θέσι την οποία πρέπει να πάρωμε όσον αφορά τα φανερά και έκδηλα αμαρτήματα ενός ιερέως. Ο Πάπας λοιπόν απάντησε ότι δεν πρέπει να ενδιαφερώμεθα δι’ αυτά και προφανώς να μην μας επηρεάσουν αυτά ως προς την στάσι μας έναντι αυτού του ιερέως.

Ο όσιος αυτό το εθεώρησε μεγάλο παράπτωμα του Πάπα και λέγει προς τον μοναχό Βασίλειο ότι «ως προς τον Πάπα τι μας ενδιαφέρει αν πράττη και ενεργή κατ’ αυτόν η κατ’ εκείνο τον τρόπο; Αυτός, συνεχίζει, πιάστηκε κατά την παροιμία στα ιδικά του πτερά. Διότι δια της αναφοράς του ότι δεν πρέπει να φροντίζωμε δια τα φανερά αμαρτήματα του ιερέως, δεν εξευτέλισε τον οιονδήποτε ιερέα, αλλά τον Χριστό την κεφαλή της Εκκλησίας. Όλα αυτά δε τα οποία είπε είναι τόσο βρωμερά, ώστε δεν δυνάμεθα να τα ακούσωμε δίχως εντροπή. Εάν δε έτσι έχουν τα πράγματα και όντως τα ανέφερε, αλοίμονο στην Ιεραρχία». «Εμείς όμως», καταλήγει ο όσιος, «οφείλομε να ομιλούμε με σύνεσι δια τις εκκλησιαστικές κεφαλές και να μην εκφραζώμεθα με τόση σφοδρότητα». Προφανώς ο μοναχός Βασίλειος δια το ίδιο θέμα είχε ομιλήσει δια τον Πάπα με σκληρότερα λόγια από αυτά του οσίου.

Εφ’ όσον λοιπόν μία απλή αναφορά του Πάπα, αντίθετη στην ορθόδοξο Παράδοσι ήταν ικανή να κάνη τον όσιο να εκφρασθή με τόση περιφρόνησι δι’ αυτόν, πως είναι δυνατόν να θεωρείται ως φιλοπαπικός, όταν τον επαινεί δι’ ορθόδοξες θέσεις του και πως θα θεωρήσομε ότι τα εγκώμια και οι λεκτικές αβρότητες είχαν σκοπό υποτελείας και αναγνωρίσεως του Παπικού πρωτείου με τη σημερινή διαστροφή του και όχι αποδώσεως τιμής στη θέσι του και παρακινήσεώς του σε γενναία στάσι υπέρ της Ορθοδοξίας; Διότι αν ο όσιος είχε φιλοπαπικές θέσεις και ήτο εγκάθετος του Πάπα και υπεστήριζε τις παπικές φιλοδοξίες, θα έπρεπε να παραβλέψη το λεκτικό αυτό ολίσθημα του Πάπα η να προσπαθήση τέλος πάντων να τον δικαιολογήση. Αυτό όμως το σημείο είναι μία φανερή απόδειξις ότι ο όσιος εστηλίτευε κάθε παράβασι και διαστροφή της ευαγγελικής διδασκαλίας και Παραδόσεως από όπου και αν προήρχετο. Επιπλέον δε ομιλούμε δια μία εποχή κατά την οποία η Ρώμη ήτο ορθόδοξος και ειδικά στο φλέγον τότε θέμα της εικονομαχίας καθώς επίσης και της μοιχειανικής αιρέσεως είχε τηρήσει άψογο στάσι.

Δια να δείξωμε δε την διαυγεστάτη διδασκαλία του οσίου ότι δηλαδή ουδείς έχει δικαίωμα να νομοθετή αντίθετα από την ευαγγελική διδασκαλία και την αποστολική Παράδοσι, ούτε Πατριάρχες, ούτε Πάπας, ούτε Σύνοδος, αναφέρομε ένα τμήμα θαυμάσιο από επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Τραυλό. Εις αυτό μετά την εισαγωγή και την αίτησι της κατά πρόσωπο ακροάσεως αναφέρεται στην ορθόδοξο πίστι η οποία είχε διασαλευθή από την αίρεσι της εικονομαχίας. «Το θέμα της πίστεως» αναφέρει, «δεν είναι κάτι ανθρώπινο το οποίο έχει δικαίωμα κάποιος να εξουσιάζη και να καπηλεύεται, είτε εμείς, είτε ο Πατριάρχης. Αν ήταν κάτι ανθρώπινο», συνεχίζει «δεν θα έπρεπε να κάνωμε μικρή υποχώρησι και συγκατάβασι, αλλά μεγάλη, σύμφωνα με την ευαγγελική εντολή. Ο λόγος όμως της ορθοδόξου πίστεως αναφέρεται στον Θεό του οποίου όλοι είμεθα δούλοι και ως εκ τούτου όχι μόνο ο οιοσδήποτε όσο μεγάλος και αν είναι δεν έχει δικαίωμα να μετακινήση το παραμικρό και ελάχιστο, αλλά ούτε και αυτός ο απόστολος Πέτρος και ο Παύλος, ούτε ακόμη κάποιος από τους αγγέλους. Διότι», καταλήγει, «αν από την ορθόδοξο πίστι μετακινηθή και το παραμικρό ανατρέπεται και αθετείται το παν».

Η υποθετική αναφορά, και εδώ, του οσίου στους κορυφαίους αποστόλους, δια να καταδείξη το αδύνατο της παραμικράς αλλαγής στην ορθόδοξο πίστι, αποδεικνύει ότι πολύ περισσότερο δεν θα εσυγχώρει ούτε θα εδικαιολόγει την ελαχίστη παρεκτροπή και στον Πάπα. Είναι λοιπόν φανερό ότι όταν αναφέρεται στις επιστολές του προς αυτόν πιστεύει ότι έχει ορθόδοξο πίστι και ως εκ τούτου δύναται εκ της θέσεώς του να βοηθήση και την χειμαζομένη εκ της αιρέσεως Εκκλησία της Κων/πόλεως.

Τέλος αναφορικά με τον τρόπο εκφράσεως και αναφοράς του οσίου προς τον Πάπα πρέπει να αναφέρωμε ότι, αφ’ ενός μεν είναι ο ίδιος και απαράλλακτος με τους άλλους Πατριάρχες, αφ’ ετέρου δε ότι θεωρεί την ορθόδοξο πίστι και Παράδοσι δεδομένη και δεν την θέτει υπό την κρίσι του.

Δι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αφού περιγράφει κάθε φορά τις υπάρχουσες αιρέσεις, την μοιχειανική δηλαδή και της εικονομαχίας, καθώς επίσης και τους διωγμούς των Ορθοδόξων και, εκ του αντιθέτου, αντιδιαστέλλει την ορθόδοξο διδασκαλία και Παράδοσι, ζητεί την βοήθεια του Πάπα υπέρ της Ορθοδοξίας, χωρίς να του δίδη το δικαίωμα να εκφέρη την γνώμη του, όπως δηλαδή θα εδίδετο το δικαίωμα αποφάσεως σε κάποιο κριτή δύο ενισταμένων παρατάξεων. Αυτό σημαίνει ότι ο όσιος την άπαξ παραδοθείσα πίστι δεν την έθετε υπό την κρίσι ουδενός, αλλά απλώς την κατέθετε σε αντιδιαστολή προς την αίρεσι και ζητούσε από τους Ορθοδόξους την υπεράσπισί της. Αυτή η θέσις του οσίου είναι σημαντικωτάτη και φαίνεται καθαρώτατα από την αλληλογραφία του προς τον Πάπα και τους άλλους Πατριάρχας.

Δια να καταδείξωμε αυτήν την ορθοδοξότατη θέσι του οσίου αναφέρομε ένα μεγάλο τμήμα από την πρώτη του επιστολή προς τον Πάπα Λέοντα, η οποία μάλιστα αναφέρεται στην μοιχειανική αίρεσι. Μετά την εισαγωγή εισέρχεται στο θέμα της μοιχειανικής αιρέσεως. Συγκροτήθηκε, λέγει στην Κων/πολι μία Σύνοδος, όπως αναφέρει ο προφήτης Ιερεμίας, αληθινά παρανόμων και ένα συνέδριο μοιχών. Αυτό δηλαδή το οποίο εκεί ειπώθηκε για την ειδωλολατρική εκπόρνευσι, το ίδιο ακριβώς έγινε και εδώ με την επικύρωσι της στέψεως των μοιχών. Διότι και στις δύο περιπτώσεις αθετήθη ο ίδιος ο Κύριος, εκείνοι μεν δια της νομικής παραβάσεως, αυτοί δε δια της ευαγγελικής. Και μάλιστα δεν εστάθησαν μέχρι αυτού του σημείου, στη δημιουργία απλώς μίας παρασυναγωγής, σύμφωνα με τον Μ. Βασίλειο, με την προηγούμενη συνέλευσι με την οποία απεδέχθησαν τον μοιχοζεύκτη και συνιερούργησαν μαζί του, αλλά θέλοντας να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους το όνομα της τελείας αιρέσεως, με δεύτερη δημόσια Σύνοδο απεφάσισαν να υποβληθούν στην ποινή του αναθέματος, όσοι δεν συμφωνούν με την παράνομη κακοδοξία των, δηλαδή ανεθεμάτισαν όλη την καθολική Εκκλησία. Αυτούς τους οποίους ευρέθησαν στην Σύνοδο και υπερασπίζοντο την ευσέβεια άλλους μεν τους εξώρισαν κάπου μακρυά, άλλους δε τους εφυλάκισαν, επαναφέροντας πάλι εδώ τον συνηθισμένο διωγμό. Η δικαιοσύνη δε, δι’ αυτούς, συνίστατο στην επικράτησι του πονηρού δόγματος. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο δογματίζουν ως οικονομία την μοιχοζευξία. Διορίζουν ότι οι νόμοι του Θεού δεν ισχύουν δια τους βασιλείς. Αυτούς οι οποίοι αντεστάθησαν μέχρις αίματος χάριν της αληθείας και της δικαιοσύνης, όπως τον Πρόδρομο και τον Χρυσόστομο, απαγορεύουν να τους μιμούμεθα. Ισχυρίζονται ακόμη ότι κάθε Επίσκοπος έχει εξουσία απεριόριστη και όχι αυτή την οποία του δίδουν οι Ιεροί Κανόνες.


«Δι’ αυτόν τον λόγο», συνεχίζει ο όσιος, «όταν συμβή κάποιος ιερωμένος να υποπέση κρυφά η φανερά σε παράπτωμα όπου οι ιεροί κανόνες επιβάλλουν την καθαίρεσι, με την εξουσία του Επισκόπου παραμένει ακαθαίρετος. Και απόδειξι αυτών τα οποία λέγω είναι ο μοιχοζεύκτης Ιωσήφ, ο οποίος αν και υπέπεσε σε διαφόρους καθαιρετικούς κανόνες, συλλειτουργεί με αυτούς δημόσια. Αυτούς τους οποίους παρανομούν, θεωρώντας ότι τηρούν οικονομία, όλους τους ονομάζει αγίους δι’ αυτό το οποίο πράττουν. Αυτούς πάλι οι οποίοι δεν αποδέχονται αυτές τις παρανομίες τους αναθεματίζουν ως αποξενωμένους από το Θεό. Απόδειξις και στο σημείο αυτό του λόγου είναι ο διωγμός. Τι λοιπόν, ω μακάριε» λέγει ο όσιος απευθυνόμενος προς τον Πάπα, «θα ηδυνάμεθα να ειπούμε δι’ όλα αυτά, παρά το αποστολικό χωρίο το οποίο λέγει πολλοί αντίχριστοι ενεφανίσθησαν, εφ’ όσον δεν εξουσιάζονται όλοι οι άνθρωποι από τους νόμους του Θεού και τους ιερούς κανόνες.

Αφού λοιπόν αναφέραμε με κάθε ειλικρίνεια όλα αυτά τα γεγονότα, απευθύνομε στη Χριστομίμητο μακαριότητά σου αυτή τη φωνή, την οποία είπε ο κορυφαίος Πέτρος μετά των άλλων αποστόλων προς τον Χριστό, όταν εμαίνετο η τρικυμία στη θάλασσα. Σώσε μας αρχιποιμένα της Εκκλησίας, διότι καταστρεφόμεθα. Μιμήσου τον Χριστό και άπλωσε το χέρι σου στην ιδική μας Εκκλησία, όπως εκείνος στον Πέτρο. Αυτός μεν άρχιζε να βυθίζεται στη θάλασσα, εσύ όμως στην ήδη καταποντισθείσα στο βάθος της αιρέσεως Εκκλησία μας. Επέδειξε ζήλο, όπως ακριβώς ο συνώνυμός σου Πάπας Λέων, ο οποίος όταν ενεφανίσθη η αίρεσις του Ευτυχούς, εξηγέρθη με λεόντειο πνεύμα, όπως όλοι γνωρίζουν, με τις δογματικές αυτού επιστολές. Έτσι και εσύ, τολμώ να πω, επειδή φέρεις το ίδιο όνομα βροντοφώναξε θεϊκά, μάλλον δε ως βροντή να διακηρύττης τα αρμόδια στην παρούσα κακοδοξία. Διότι αν αυτοί, αποδίδοντες την αυθεντίαν στους εαυτούς των, δεν εφοβήθησαν να συγκαλέσουν αιρετική Σύνοδο, αν και δεν είχαν το δικαίωμα να συγκαλέσουν και ορθόδοξο Σύνοδο χωρίς να λάβη γνώσι και η ιδική σας τοπική Εκκλησία, όπως απαιτεί η ανέκαθεν συνήθεια, ως εκ τούτου φαίνεται πόσο αναγκαίο και εύλογο είναι με τη μεσολάβησι της ιδικής σου πρωτευούσης θέσεως να συγκροτηθή νόμιμη Σύνοδος, ούτως ώστε το ορθόδοξο δόγμα να πολεμήση το αιρετικό. Επιπλέον δε να μην αναθεματίζεσαι εσύ ο οποίος έχεις την κορυφαία θέσι και όλοι οι Ορθόδοξοι από τους νέους κενοφώνους. Ούτε ακόμη τη μοιχοσύνοδο αυτή να την χρησιμοποιούν ως ορμητήριο παρανομίας, όσοι επιθυμούν να διολισθαίνουν εύκολα προς την αμαρτία».

Άξιον παρατηρήσεως στο εν λόγω κείμενο του οσίου είναι αφ’ ενός μεν ότι οι παρανομίες και οι αυθαιρεσίες των Επισκόπων, όπως ανάγλυφα παρουσιάζονται, είναι αρχαίο κακό, και μία θα λέγαμε μόνιμη πληγή στο σώμα της Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε ότι την Εκκλησία της Κων/πόλεως, εφ’ όσον υπέπεσε δημοσίως και συνοδικώς στην αίρεσι, την εθεωρούσε καταποντισθείσα ήδη και νεκρά. Αυτός άλλωστε είναι και ο ουσιαστικός λόγος της αποτειχίσεώς του από αυτήν, και επί πλέον ο λόγος δια τον οποίο παρακαλεί τον Πάπα Λέοντα να επέμβη δραστήρια προς διάσωσί της.

Θα ήτο αστείο να θεωρηθή η προσφυγή του στον Πάπα ως δείγμα υποτελείας και εξαρτήσεως η αναγνωρίσεως οιουδήποτε πρωτείου, την στιγμή κατά την οποία σε μία τοπική Εκκλησία υπάρχει αίρεσις, δηλαδή πνευματικός θάνατος. Σ’ αυτήν την περίπτωσι κάθε επέμβασις από άλλη τοπική Εκκλησία θεωρείται νόμιμη και επιβεβλημένη, διότι ως μέλη του ιδίου σώματος συμπάσχομε και συνοδυνώμεθα και συννοσούμε εξ αιτίας της ασθενείας ενός μέλους.

Επί πλέον δε, παρ’ όλη την αθλία κατάστασι της αιρέσεως και του διωγμού στην Κων/πολι, ο όσιος δεν ζητεί από τον Πάπα να επέμβη αυθαιρέτως και προσωπικώς, αλλά συνοδικώς, δηλαδή με νόμιμο και εκκλησιαστικό τρόπο να καταδικασθή η αίρεσις και να αποκατασταθή η Ορθοδοξία. Εκείνο τέλος το οποίο πρέπει πάλι να τονισθή ως λίαν σημαντικό και δια τους ιδικούς μας καιρούς είναι ότι η άπαξ παραδοθείσα πίστις δεν τίθεται υπό την κρίσι ουδενός, απλώς κατατίθεται, αντιδιαστέλλεται από την αίρεσι και ζητείται η σύνταξις με αυτή και η υπεράσπισίς της.

Αυτός ο τρόπος αναφοράς υπάρχει από τον όσιο σε όλες τις επιστολές του και φυσικά και σ’ αυτές προς τον Πάπα. Είναι σημαντικό ότι στην αναφορά του ο όσιος διδάσκει τον Πάπα αναλύοντας αγιογραφικώς και πατερικώς την ορθόδοξο πίστι και Παράδοσι και μάλιστα αυτό το κάνει με παρρησία και απευθυνόμενος σε ένα Πάπα ορθόδοξο. Πόσο αλήθεια θα έπρεπε να μας προβληματίση αυτό στις ημέρες μας, όπου ενώ ο Πάπας έχει αναδειχθή ως ο μεγαλύτερος αιρετικός όλων των εποχών και ο δεινότερος εχθρός της Ορθοδοξίας, εμείς τον λιβανίζομε και τον αντιμετωπίζομε ως αθώα περιστερά και άκακο αρνί.
συνεχιζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου