Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Ο μονιμως Μεθυσμενος Αμεθυστος εχει ενταχθει στους εχθρους του Θεου και της Εκκλησιας Του. Γι αυτο και δεν αιφνιδιαζομαστε πλεον μαζι του αφου ενεταξε οικεια βουλησει και ο Γιαννης Πατρωζος αλλα και τα συρομενα φερεφωνα του στους ΡΥΠΑΡΟΥΣ της Ιερας Αποκαλυψεως. Και ΟΙ ΡΥΠΑΡΟΙ ΡΥΠΑΡΕΥΘΗΤΩΣΑΝ ΕΤΙ ΚΑΙ ΕΤΙ ΚΑΙ ΕΤΙ.....

Ο "Ἀμέθυστος" συνεχίζει την πολεμική του κατά του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου!
 
 Μόλις χθὲς δημοσιεύσαμε (ἐδῶ) ἀναίρεση ἀνακριβοῦς καὶ συκοφαντικοῦ σχολίου ποὺ δημοσίευσε ὁ «Ἀμέθυστος» γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμμένει στὴν ἁγιομαχία του κατὰ τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου· τὸν ἔχει χαρακτηρίσει «θλιβερὸ ἅγιο». Γράφαμε: «Ο ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟ ΣΤΟΥΔΙΤΗ ..."θλιβερό" άγιο!!!» καὶ δημοσιεύσαμε «ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΚΤΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ».
Σήμερα ὁ «Ἀμέθυστος» ἐπανέρχεται. Δημοσιεύει ἄρθρο τοῦ «συμμάχου» του ὀρθολογιστῆ κ. Ἰωάννη Καρδάση (ἐδῶ), πάλι κατὰ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, τὸ ὁποῖο εἶχε χρησιμοποιήσει πέρυσι (καὶ πάλι τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου), χαρακτηρίζοντας τὸν ἅγιο Θεόδωρο, ὡς «δευτέρας κατηγορίας ἅγιο»!!! «Ξέχασε» ὅμως νὰ …δημοσιεύσει καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ μελετητῆ τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη, τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, ἐνῶ τὴν γνώριζε, γιὰ νὰ μὴ ἀποκαλυφθοῦν οἱ ἁγιομαχικὲς τοποθετήσεις-διαθέσεις τοῦ κ. Καρδάση!
Δημοσιεύουμε τὴν περυσινὴ μας ἀνάρτηση (μὲ τὴν ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθυμίου), γιὰ νὰ καταλάβει ὁ ἀναγνώστης τὴν ἁγιομάχο ἐπιμονὴ τοῦ «Ἀμέθυστου»!
Εὔχομαι ὁ ἅγιος νὰ τὸν βοηθήσει νὰ κατανοήσει τὸ σφάλμα του.

Συνεχεια απο το προηγουμενο

Θα αναφερθώμε εν συνεχεία στα τμήματα αυτά των επιστολών του οσίου, τα οποία περιέχουν αυτές τις λεκτικές αβρότητες και ευρίσκονται κυρίως στις τέσσαρες επιστολές του οσίου προς τον Πάπα. Από τις αρχικές αναφορές και προσφωνήσεις δηλούται ότι οι δύο επιστολές, οι οποίες αφορούν την εικονομαχία, εγράφησαν μαζί με άλλους ηγουμένους οι οποίοι αναφέρονται στην προσφώνησι ονομαστικώς μετά των μονών στις οποίες προΐστατο έκαστος. Από τις άλλες δύο, οι οποίες αφορούν την μοιχειανική αίρεσι, την μία απέστειλε μαζί με τον όσιο Πλάτωνα και μόνο μία έχει αποστολέα τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη. Βεβαίως η σύνταξις των επιστολών και το όλο ύφος φαίνεται ότι είναι του οσίου. Αυτό δηλώνει, όπως και σε άλλο σημείο αναφέραμε, ότι τα πάντα ανετίθεντο σ’ αυτόν και όλα ετύγχανον της εγκρίσεως και ευλογίας του. Υπάρχουν και άλλες επιστολές τις οποίες συνέταξε και απέστειλε ο όσιος ως εκπρόσωπος των ηγουμένων και ομολογητών.
Από την πρώτη λοιπόν προς τον Πάπα Λέοντα επιστολή του οσίου, η οποία αναφέρεται στην μοιχειανική αίρεσι, αναφέρομε την αρχή δηλαδή τον πρόλογό της. «Επειδή», λέγει ο όσιος, «στον Μ. Πέτρο έδωσε ο Χριστός μετά από τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και το αξίωμα του αρχηγού της ποίμνης, προς τον Πέτρο δηλαδή στον διάδοχό του ο,τιδήποτε καινοτομείται στην καθολική Εκκλησία από εκείνους που λοξοδρομούν από την αλήθεια είναι ανάγκη να αναφέρεται. Αυτό λοιπόν αφού εδιδάχθημεν και εμείς οι ταπεινοί και ελάχιστοι από τους παλαιούς αγίους πατέρας, επειδή έγινε και τώρα κάποια καινοτομία στην ιδική μας Εκκλησία, εθεωρήσαμε αναγκαίο να την αναφέρωμε στον άγγελο της κορυφαίας σου μακαριότητος, προηγουμένως μεν δια μέσου του ευλαβεστάτου αρχιμανδρίτου, του αδελφού δηλαδή και συνοδοιπόρου μας Επιφανίου, τώρα δε δια μέσου της ταπεινής μας επιστολής».
Από τη δεύτερη επιστολή του οσίου προς τον Πάπα Λέοντα, η οποία και αυτή αναφέρεται στην μοιχειανική αίρεσι, αναφέρομε ένα τμήμα στο οποίο ο όσιος μετά την εισαγωγή εισέρχεται στο κυρίως θέμα το οποίο αφορά τα γεγονότα της μοιχειανικής αιρέσεως και λέγει ότι «έγινε Σύνοδος στην ιδική μας Εκκλησία, μακαριώτατε, με τη συμμετοχή όλου του λαού και στην οποία παρευρέθησαν και οι πολιτικοί άρχοντες. Η Σύνοδος αυτή έγινε με τον σκοπό της αθετήσεως του ευαγγελίου του Χριστού, από τον οποίο εσύ έλαβες τα κλειδιά, δια μέσου του πρωτοστάτου των αποστόλων Πέτρου και των διαδόχων του μέχρι αυτού του προκατόχου σου. Και όπως είναι αρμόδιο θα ανεχθή να ακούση με ακρίβεια τα γεγονότα η θεομίμητος επιείκειά σου. Θα αρχίσωμε λοιπόν από το νόμο και τους προφήτας. Λέγει λοιπόν εκεί μη μοιχεύσης, μη ψευδομαρτυρήσης, να μην προφέρης το όνομα του Κυρίου σου δια μάταια πράγματα. Και ο μεν Ιερεμίας λέγει ότι είναι άφρων και ασεβής αυτός ο οποίος κρατάει την μοιχαλίδα....».
Θα αναφέρωμε και ένα τμήμα από επιστολή του οσίου προς τον Πάπα της Ρώμης Πασχάλιο, η οποία αναφέρεται στην εικονομαχική αίρεσι. Στην εισαγωγή αναφέρει ότι ο λόγος δια τον οποίο οι πατέρες συντάσσουν την επιστολή είναι ότι η κεφαλή των δηλαδή ο Πατριάρχης είναι στην φυλακή λόγω της αιρέσεως και οι υπόλοιποι πατέρες είναι διεσκορπισμένοι εδώ και εκεί, σύμφωνα με τις αυτοκρατορικές εντολές. Εν συνεχεία λέγει τα εξής: «Άκουσέ μας, αποστολική κεφαλή, θεοπρόβλητε ποιμένα των προβάτων του Χριστού, εσύ ο οποίος κρατείς τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, εσύ ο οποίος είσαι η πέτρα της πίστεως, στην οποία πέτρα οικοδομήθηκε η καθολική Εκκλησία. Λύκοι άγριοι εισέβαλαν στην αυλή του Κυρίου και οι δυνάμεις του σκότους, όπως και παλαιότερα εκτύπησαν επάνω της. Τι σημαίνει αυτό; Διώκεται ο Χριστός μαζί με την μητέρα του και τους υπηρέτες του, εφ’ όσον η επίθεσις κατά της εικόνος είναι και διωγμός του πρωτοτύπου. Αποτέλεσμα αυτού του διωγμού είναι η εκθρόνισις του Πατριάρχου, οι εξορίες και περιορισμοί των Επισκόπων, των ιερέων και των μοναχών, φυλακίσεις και σιδερένια δεσμά, βασανιστήρια και τέλος θανατικές ποινές. Η σεπτή εικόνα του Σωτήρος Θεού, την οποία τρέμουν οι δαίμονες, εξυβρίσθη, εξευτελίσθη, όχι μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και σε κάθε χώρα και πόλι. Τα άγια θυσιαστήρια κατεστράφησαν, οι ναοί απώλεσαν την ευπρέπειά των, τα ιερά εβεβηλώθησαν, εχύθησαν και χύνονται καθημερινώς αίματα όσων υπερασπίζουν το ευαγγέλιο και γίνονται διωγμοί και εξορίες όσων έχουν απομείνει. Ως εκ τούτου εσιώπησε κάθε ευσεβές στόμα από τον φόβο του θανάτου και εκ του αντιθέτου άνοιξαν το στόμα των οι βλάσφημες γλώσσες και εκλονίσθη κάθε άνθρωπος ο οποίος είναι μικρόψυχος. Αλλοίμονο, λέγει η γραφή, ομοιάζομε ωσάν εκείνον ο οποίος συνάγει τα άχυρα κατά τον καιρό του θερισμού και ωσάν αυτόν ο οποίος μαζεύει άχρηστα σταφύλια τον καιρό του τρύγου, επειδή δεν υπάρχουν καλά».
Θα αναφέρωμε και ένα τελευταίο χωρίο από επιστολή του οσίου ως εκπροσώπου των ομολογητών πατέρων προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Τραυλό, το οποίο δύναται και αυτό να χαρακτηρισθή ως φιλοπαπικό. Σ’ αυτήν, αφού ευχαριστεί τον αυτοκράτορα δια την επάνοδό του εκ της εξορίας, αναφέρεται στα θέματα της εικονομαχίας. Δεν αποδέχεται δε διάλογο μετά των αιρετικών ως εναντιούμενο στην αποστολική παραγγελία. Εν συνεχεία αναφέρει ότι εάν κάτι από τα θέματα της πίστεως αμφισβητείται, ή δεν γίνεται πιστευτό στην μεγαλοφροσύνη του, να επιλυθή από τον Αρχιερέα με τρόπο ευσεβή. Επί πλέον δε επειδή η εξουσία του, λέγει, είναι θεοστήρικτος και έχει ζήλο δια την ευσέβεια, δια την ωφέλεια όλων, ας διατάξη να δοθή η διασάφησις του δόγματος από την παλαιά Ρώμη, πως δηλαδή άνωθεν και εξ αρχής εξεδόθη πατροπαράδοτα. Διότι αυτή, χριστομίμητε βασιλεύ, του λέγει είναι η πιο κορυφαία από τις Εκκλησίες του Θεού, την οποία ίδρυσε ο Πέτρος προς τον οποίον ο Κύριος είπε. Συ είσαι ο Πέτρος και σ’ αυτήν την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία και οι δυνάμεις του Άδη δεν θα την καταβάλλουν».
Από τα αναφερθέντα «φιλοπαπικά» δήθεν χωρία του οσίου αναφέρομε τα επίμαχα σημεία. Ο όσιος θεωρεί τον Πάπα διάδοχο του αποστόλου Πέτρου. Ο Πέτρος έλαβε από τον Χριστό τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, δηλαδή το δεσμείν και λύειν και συγχρόνως ηγητική θέσι μέσα στην Εκκλησία. Ο Πάπας ως διάδοχος του Πέτρου, έχει και αυτός τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, δηλαδή το δεσμείν και λύειν και ως εκ τούτου έχει μεγίστη ευθύνη να επεμβαίνη σε ο,τιδήποτε καινοτομείται στην Εκκλησία. Τέλος δε σε ο,τιδήποτε καινοτομείται, ή αμφισβητείται να ζητήται η διασάφησις από την πρωτόθρονη Εκκλησία της Ρώμης.
Δια να κατανοηθούν τα εν λόγω, «φιλοπαπικά» φαινόμενα εξωτερικώς, σημεία των επιστολών του οσίου πρέπει να προσπαθήσωμε να εισέλθωμε στο πνεύμα του, ώστε να διαφύγωμε τον όλεθρο, σύμφωνα με τον απόστολο, της του γράμματος απονεκρώσεως. Το πνεύμα του λοιπόν είναι ότι πρέπει να αναλάβουν πρωτοβουλίες ει δυνατόν και οι πέτρες, προκειμένου να βοηθήσουν να ανορθωθή μία Εκκλησία η οποία, σύμφωνα με την διδασκαλία του οσίου, έχει ναυαγήσει και ευρίσκεται δια της αιρέσεως ήδη καταποντισθείσα στο βυθό της απωλείας.
Τη θέσι του αυτή την εκφράζει πολύ εύγλωττα σε επιστολή του προς τον Λογοθέτη Παντολέοντα. Σ’ αυτήν, αφού τον επαινεί δια την παρρησία του και την βοήθεια την οποία προσέφερε δι’ αυτής στην Εκκλησία, συνεχίζει και αναφέρει ότι είναι εντολή του Θεού να μη σιωπούμε κατά την περίοδο την οποία κινδυνεύει η πίστις. Εν συνεχεία αναφέρει τα αγιογραφικά χωρία, τα οποία νομοθετούν την παρρησία εν καιρώ κινδυνευούσης πίστεως, και προσθέτει ότι, όταν κινδυνεύη η πίστις, δεν είναι δυνατόν εμείς να λέγωμε: ποιός είμαι εγώ ο οποίος θα ομιλήσω; Μήπως είμαι ιερεύς; όχι βεβαίως˙ μήπως άρχοντας η στρατιώτης η γεωργός; ούτε αυτό. Είμαι ένας πτωχός ο οποίος με δυσκολία εξασφαλίζω την καθημερινή μου τροφή. Δεν υπάρχει λοιπόν λόγος να φροντίσω εγώ δι’ αυτό το θέμα. Αλλοίμονο, επιλέγει ο όσιος, οι πέτρες θα πρέπει να ομιλήσουν δια την αποκατάστασι της ορθοδόξου πίστεως και συ μένεις σιωπηλός και αδιάφορος; Η αναίσθητη φύσις υπάκουσε στο Θεό και εσύ δεικνύεις αδιαφορία; Αυτό το οποίο δεν έχει ψυχή, ούτε θα δώση απολογία στο Θεό εφοβήθη κατά κάποιο τρόπο την εντολή και εσύ, ο οποίος θα απολογηθής στην κρίσι του Θεού ακόμη και δι’ ένα λόγο αργό, έστω και αν είσαι ζητιάνος, λέγεις με παραλογισμό, τι με ενδιαφέρει εμένα αυτό;
Αυτά, δέσποτά μου, λέγει ο Παύλος, τα ανέφερα δια τον εαυτό μου και τον Απολλώ προς χάριν ιδική σας, δια να μάθετε από εμάς να μην έχετε φρόνημα διαφορετικό από αυτό το οποίο είναι γραμμένο. Ώστε και αυτός ο πτωχός θα είναι αναπολόγητος κατά την ημέρα της κρίσεως, εάν δεν ομιλή με παρρησία όταν κινδυνεύη η πίστις, και θα κατακριθή και μόνο δι’ αυτό. Πολύ δε περισσότερο θα κατακριθούν οι έχοντες τα ανώτερα αξιώματα, μέχρι και αυτού του βασιλέως, η δε τιμωρία των θα είναι η ανώτερη όλων. Διότι λέγει η Γραφή ότι οι έχοντες αξιώματα θα κριθούν πολύ αυστηρότερα και ακόμη λέγει ότι η τιμωρία θα είναι μεγάλη σ’ αυτούς οι οποίοι ασκούν εξουσία˙
Σ’ αυτό το θαυμάσιο τμήμα από τις επιστολές του οσίου, φαίνεται καθαρά η όλη διδασκαλία και η ευθιξία του δια τα θέματα της πίστεως. Είναι ως εκ τούτου πολύ φυσικό, εφ’ όσον ζητά την επέμβασι και την παρρησία του τελευταίου χριστιανού και αυτών ακόμη των αναισθήτων λίθων, να ζητά δια την προστασία και αποκατάστασι της πίστεως την επέμβασι των υψηλά ισταμένων και δη του Πάπα. Το ίδιο πράττει ο όσιος όταν απευθύνεται σε επιστολές του σε διάφορα πρόσωπα, τα οποία εμφορούνται μεν από την ορθόδοξο πίστι, κατέχουν δε διάφορα αξιώματα. Ζητά δηλαδή από αυτούς να ομιλήσουν προς τον βασιλέα και να εξασκήσουν όσον δυνατόν την επιρροή των προς αυτόν δια την αποκατάστασι της ορθοδόξου πίστεως.
Απευθυνόμενος π.χ. προς τον Μάγιστρο Στέφανο, αφού τον επαινεί όπως συνηθίζει δια την ευσέβειά του, του λέγει να συγκινηθή από τις παρακλήσεις του και να απλώση το χέρι του και όσον δύναται να βοηθήση να σηκωθή η τοπική Εκκλησία η οποία δια της αιρέσεως ευρίσκετο σε πτώσι. Συνεχίζοντας τον παροτρύνει όση δύναμι έχει να την εξασκήση δια να ομιλήση προσωπικά στον αυτοκράτορα. Ο αγώνας αυτός, επιλέγει, είναι δια τον Χριστό, την Θεοτόκο και όλους τους αγίους.
Τα ίδια περίπου παρακαλεί σε επιστολή του η οποία απευθύνεται στον Λογοθέτη Ιωάννη. Και εδώ αφού περιγράφει το τέλος του εικονομάχου αυτοκράτορος Λέοντος του Ε΄, παρακαλεί τον Ιωάννη εκ της θέσεώς του να ομιλήση υπέρ της πίστεως, να ενημερώση τον νέο αυτοκράτορα, ώστε αυτός να αποκαταστήση την ευσέβεια δια να μην τιμωρηθή. Εν τέλει, επιλέγει, ότι χάριν της ανορθώσεως της πίστεως είναι ανάγκη να θυσιάση τον εαυτόν του, όπως έκανε μέχρι τώρα δια την σωτηρία του κράτους και του λαού.
Οι παρακλήσεις και παραινέσεις του οσίου προς διαφόρους αξιωματούχους δια να απευθυνθούν προς τον αυτοκράτορα υπέρ της ευσεβείας αναφέρονται και σε άλλες επιστολές του. Ως εκ τούτου γίνεται αντιληπτό ότι την επέμβασι του Πάπα σε μία τοπική Εκκλησία, η οποία έχει δια της αιρέσεως εκτροχιασθή, την εθεωρούσε φυσική, έστω και αν δεν την εζητούσε.
Είναι αστείο να θεωρήται επέμβασις του Πάπα ή κυριαρχία αυτού εφ’ όλης της Εκκλησίας, η προσπάθεια να ανασυρθή από τον βυθό της απωλείας μία αδελφή τοπική Εκκλησία, την στιγμή μάλιστα κατά την οποία ήτο ο μόνος, όπως αναφέραμε, ο οποίος ηδύνατο να το πράξη, δεδομένου ότι τα άλλα Πατριαρχεία ήσαν υπόδουλα στους Άραβες. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνουν και τα άλλα Πατριαρχεία, όταν έπεσε στην αίρεσι του «filioque» το Πατριαρχείο της Ρώμης. Έπρεπε να επέμβουν και με κάθε τρόπο να αποκαταστήσουν συνοδικώς την Ορθοδοξία. Επειδή όμως αυτό τότε δεν ήτο δυνατόν να γίνη, εξ αιτίας του ότι η Ρώμη ήτο τότε πανίσχυρη πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, ενώ τα άλλα Πατριαρχεία συμπεριλαμβανομένης και της Κων/πόλεως ευρίσκοντο σε κακή κατάστασι, προτίμησαν να αποκόψουν το σάπιο και νεκρό λόγω της αιρέσεως μέλος του σώματος του Χριστού, ούτως ώστε να μην υπάρχη δια της εκκλησιαστικής επικοινωνίας συμμετοχή στην αίρεσι.
Το ίδιο πρέπει να γίνη και στις ημέρες μας. Αντί δηλαδή να γίνωνται οι ατέρμονες θεολογικοί διάλογοι με τους αιρετικούς, οι οποίοι μόνον αυτούς βοηθούν στην αμετανοησία των, να γίνη μία Σύνοδος και να κληθούν και αυτοί προς απολογία. Εάν δεν μετανοήσουν να επικυρωθή εκ νέου η καθαίρεσίς των και να χειροτονηθούν άλλοι στις θέσεις των.
Αυτό έκαναν παλαιά οι Σύνοδοι όταν παραστρατούσαν κάποιοι Επίσκοποι η Πατριάρχες.
Σήμερα βεβαίως οι Επίσκοποι όχι μόνο δεν έχουν το σθένος να καλέσουν τους αιρετικούς σε απολογία, αλλά ούτε καν να τους ονομάσουν αιρετικούς. Με αυτό λοιπόν το πνεύμα το οποίο επικρατεί στις ημέρες μας, πως είναι δυνατόν να κατανοήσωμε τον άγ. Θεόδωρο τον Στουδίτη, ο οποίος εζήτησε την παρέμβασι του Πάπα και των άλλων Πατριαρχών, προκειμένου να βοηθήσουν συνοδικώς να αποκατασταθή η Ορθοδοξία στην Κων/πολι.
Όσον αφορά τις λεκτικές αβρότητες, τις οποίες χρησιμοποιεί ο όσιος απευθυνόμενος προς τον Πάπα, πρέπει να τονίσωμε ότι ο μόνος λόγος δια τον οποίο τις αναφέρει είναι, πέραν της αποδόσεως της τιμής, να τον αναγκάση να δραστηριοποιηθή και να κινηθή συνοδικώς υπέρ της αποκαταστάσεως της Ορθοδοξίας στην Κων/πολι.
Αυτό το συμπέρασμα συνάγεται αβίαστα αν αναλογισθούμε, όπως προαναφέραμε, ότι σε ανάλογες περιπτώσεις σφαλμάτων του Πάπα και μάλιστα σε θέματα όχι πίστεως αλλά ηθικής, ο όσιος ωμίλησε δι’ αυτόν με πολύ περιφρονητικά λόγια, ενώ αν ήτο φιλοπαπικός ή διακατείχετο από το σύνδρομο του παπικού πρωτείου (με την σημερινή διεστραμμένη του μορφή), ή ήτο εγκάθετος του Πάπα στην Κων/πολι, θα έπρεπε, αν είχε τέτοιες αντιλήψεις δι’ αυτόν, να συγκαλύψη το ατόπημά του και τρόπον τινα να τον δικαιολογήση.
Η βασική όμως αρχή η οποία διακατείχε τον όσιο ήτο να επαινή υπερβαλλόντως κάποιον, ο οποίος είχε ορθόδοξο φρόνημα και αγωνίζετο δια την πίστι, και να ψέγη πάλι υπερβαλλόντως κάποιον, ο οποίος έσφαλε στην πίστι ή ήτο δειλός στην υπεράσπισί της. Αυτό το έκανε χωρίς διάκρισι προσώπων, υψηλά ισταμένων και αξιωματούχων, δηλαδή από τον αυτοκράτορα, τον Πατριάρχη, τον Πάπα μέχρι και τον τελευταίο χριστιανό. Αυτή ακριβώς ήτο η μεγάλη αρετή του οσίου, ότι δηλαδή δεν προσωποληπτούσε, ούτε ήθελε «να τα έχη καλά», κατά το δη λεγόμενο, με τους μεγάλους χάριν ιδιοτελών σκοπών, όπως σήμερα αφελώς κατηγορείται.
Αρμόζει στο σημείο αυτό να αναφέρωμε κάποια παραδείγματα δια να κατανοήσωμε ότι ο όσιος δεν εθυσίαζε τις αρχές του χάριν των προσώπων, ούτε ποτέ εφάνη δειλός η διπλωμάτης. Κατ’ αρχάς, αν ήθελε να έχη πρόσβασι στα βασίλεια, ή να αποκομίση οιαδήποτε οφέλη από την εξουσία, ή να επεμβαίνη και να κινή τα νήματα, όπως κατηγορήθη από αφελείς περί τα θρησκευτικά και αγεύστους περί τα πνευματικά ιστορικούς, δεν θα έπρεπε να κινήση το θέμα της μοιχείας του αυτοκράτορος Κων/νου του ΣΤ΄, δεδομένου ότι ο μοιχικός γάμος έγινε με την εξαδέλφη του Θεοδότη.
Αν συνεκάλυπτε το θέμα και δια της σιωπής το αποδεχόταν και το επευλογούσε, θα εφαίνετο καλός στους στενούς του συγγενείς και, επί πλέον, θα είχε δια μέσου της Θεοδότης μία μόνιμη πρόσβασι στα βασίλεια και ακόμη την δια βίου ευμένεια του αυτοκράτορος.
Αν δεν συνεκάλυπτε επίσης την παρανομία εξ αρχής, τουλάχιστον έπρεπε να την συγκαλύψη εκ των υστέρων, όταν η Θεοδότη ήλθε στο μοναστήρι του οσίου με δώρα προς τον σκοπό αυτό αλλά την απέπεμψε κακήν κακώς.
Ο όσιος απεναντίας αφ’ ενός μεν δεν εδέχθη τα δώρα διότι δεν ενδιαφέρετο δια κοσμικά οφέλη, αλλά αφ’ ετέρου, χάριν της αληθείας και της ορθοδόξου πίστεως και Παραδόσεως, απεδέχθη τη διάλυσι (δια του πολέμου εναντίον αυτής της μοιχείας) και της ιδικής του μονής, η οποία ήτο το καύχημα της Κων/πόλεως.
Ο ασυμβίβαστος επίσης πόλεμος εναντίον των εικονομάχων αυτοκρατόρων, Πατριαρχών και Επισκόπων δεικνύει πάλι την προσήλωσί του στην ορθόδοξο Παράδοσι και το απροσωπόληπτο του χαρακτήρος του. Ουδέν έθετο υπεράνω της πίστεως, ούτε πρόσωπο, ούτε θεσμό.
Χαρακτηριστικό επίσης αυτής της αρετής του ήτο και η όλη στάσις του έναντι των αγίων Πατριαρχών Ταρασίου και Νικηφόρου. Όταν επρόκειτο δια θέματα τα οποία εκείνος έκρινε σοβαρά δια την πίστι και την Παράδοσι διίστατο από αυτούς ακολουθών την ακρίβεια, ενώ εκείνοι την οικονομία. Όταν πάλι επρόκειτο δια τους αγώνας της πίστεως ηνώνετο με αυτούς και όσους άλλους συνετάσσοντο με την ορθόδοξο παράταξι, χωρίς εμπάθεια και υστεροβουλία, ωσάν να μην υπήρχε κανένα πρόβλημα μεταξύ των. Είναι χαρακτηριστικό το πόσο επαινεί στις επιστολές του τον Πατριάρχη Νικηφόρο δια την ομολογία και εξορία του και με πόση ταπείνωσι ομιλεί στις επιστολές οι οποίες απευθύνονται προς αυτόν.
Από την άλλη πάλι πλευρά ο Αγ. Νικηφόρος, όπως αναφέρει ο βιογράφος του οσίου, ποτέ δεν εσταμάτησε να επαινή τον όσιο Θεόδωρο, ακόμη και τον καιρό της μεταξύ των διαστάσεως. Όταν δε πάλι απεκατεστάθη η μεταξύ των εκκλησιαστική επικοινωνία είχαν εκ νέου τέτοια φιλία και αγάπη, ώστε ο ένας να ευχαριστήται και να χαίρεται με την επικοινωνία του άλλου.
Να αναφέρωμε στο σημείο αυτό, ότι πάντοτε ο Αγ. Νικηφόρος ωμιλούσε προς όλους με θαυμασμό δια τον όσιο και σε όλες τις συνεστιάσεις των πατέρων τον τοποθετούσε να καθίση δίπλα του και να ευλογήσουν μαζί την τράπεζα.
Αναφερόμενοι επίσης στις λεκτικές αβρότητες του οσίου προς τον Πάπα, πρέπει να προσθέσωμε ότι λεκτικές αβρότητες υπάρχουν σε επιστολές του οσίου και σε άλλα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και μάλιστα κατέχοντα πολιτικά αξιώματα.
Σε επιστολή του π.χ. προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Τραυλό, την οποία απέστειλε ως εκπρόσωπος πάντων των ηγουμένων ομολογητών, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η βασιλεία του είναι θεόπεμπτος, η εξουσία του θεοπρόβλητος, δικαία, χαρμόσυνος, ευφρόσυνος, πολυπόθητος, ειρηνική, φιλοδίκαιη, χριστομίμητος, εξαίρετος, ισόρροπος των παλαιών μεγάλων βασιλέων κλπ. Μία τέτοια, αναφέρει, βασιλεία είναι δύσκολο κανείς να εύρη κατάλληλα λόγια να την εγκωμιάση. Παρακαλεί εν συνεχεία να αξιωθούν οι ομολογητές πατέρες της ιεράς θέας του, να ακούσουν την γλυκυτάτη φωνή του, η οποία βγαίνει από ένα θεόσοφο στόμα και γενικώς καταλήγει ευχόμενος αυτά τα οποία ακούουν με τα αυτιά των να τα ιδούν και με τα μάτια των και να ευφρανθούν πνευματικά οι πατέρες και, αποδιώκοντας την κατήφεια ως κάποιο πένθιμο ένδυμα, να ενδυθούν τη χαρά και την αγαλλίασι.
Είναι πολύ χαρακτηριστικά αυτά τα λόγια του οσίου προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Β΄ τον Τραυλό, τα οποία είναι καταφανέστατο ότι ελέχθησαν μόνο και μόνο δια να κινήσουν το νέο αυτοκράτορα υπέρ της ευσεβείας και είναι λεκτικές αβρότητες, οι οποίες έχουν περισσότερο θα λέγαμε ψυχολογικό σκοπό, να τονώσουν δηλαδή και να παροτρύνουν τον βασιλέα ώστε να κινηθή υπέρ της Ορθοδοξίας. Διότι εν τελευταία αναλύσει όλες αυτές οι αβρότητες απευθύνοντο εν γνώσει, κατ’ ουσίαν σε ένα αυτοκράτορα εικονομάχο μετριοπαθή, ο οποίος, αν μη τι άλλο, δεν είχε θεόστεπτο τη βασιλεία και θεοπρόβλητο την εξουσία, διότι αναρριχήθηκε στο θρόνο με σκευωρία και απάτη και μάλιστα φονεύοντας τον προηγούμενο αυτοκράτορα Λέοντα τον Ε΄ τον Αρμένιο, ούτε ήτο φιλοδίκαιος, διότι δεν επέτρεψε τελικά στους πατέρες να επανέλθουν στις μονές των, ούτε ακόμη η φωνή του ήτο ηδίστη, διότι ο Μιχαήλ ήτο ψευδός. Παρ’ όλα αυτά όμως κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα τολμούσε να κατηγορήση τον όσιο δια ψευδολογία ή κολακεία, την στιγμή κατά την οποία απευθύνεται σε ένα αυτοκράτορα έχοντας ως στόχο να τον βοηθήση να κινηθή υπέρ της ευσεβείας.
Στην περίπτωσι των λεκτικών αβροτήτων του οσίου προς τον Πάπα, έχομε και το δεδομένο ότι ο όσιος εγνώριζε εκ των προτέρων τις δογματικές θέσεις της Ρώμης δια το ζήτημα των ιερών εικόνων, τις οποίες ο Πάπας είχε καταθέσει εκτός των αλλων και δι’ αντιπροσώπου του στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Στο ζήτημα δε της μοιχειανικής αιρέσεως πάλι ο Πάπας υπεστήριζε τις θέσεις του οσίου, τον οποίο εγκωμίασε και παρωμοίασε με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Παρ’ όλα αυτά η Εκκλησία της Ρώμης πέραν μιας απλής λεκτικής αναγνωρίσεως των θέσεων του οσίου, δεν προσέφερε τίποτε ουσιαστικό και στις δύο αιρέσεις, όπως παρακαλούσε στις επιστολές του ο όσιος.
Πρέπει επίσης να ληφθή υπ’ όψιν ότι κατά την περίοδο αυτή όπου απεστάλησαν οι επιστολές, η Εκκλησία της Κων/πόλεως ευρίσκετο στην πτώσι της αιρέσεως, το οποίο σημαίνει ότι δεν ήτο καν Εκκλησία, αλλά αιρετική παρασυναγωγή και η κίνησις να απευθυνθή κάποιος σε μία τέτοια περίπτωσι σε μία άλλη Εκκλησία, η οποία διασώζει την ορθόδοξο πίστι και να αναφερθή με κάποιες λεκτικές αβρότητες πρέπει να θεωρηθή πολύ φυσικό. Εκτός όλων αυτών, ο όσιος πάντοτε ζητά συνοδική επέμβασι της Εκκλησίας της Ρώμης και όχι προσωπική του Πάπα, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν επίστευε σε κάποιο αλάθητο του Πάπα, ούτε ότι αυτός κατείχε κάποια υπερεξουσία την οποία εξασκούσε ως εκπρόσωπος του αποστόλου Πέτρου.
Είναι όμως αρμόδιο να εξετάσωμε και τις θέσεις του οσίου ως προς τον απόστολο Πέτρο δια να κατανοήσωμε καλύτερα και τι εφρόνει δια τον Πάπα. Διότι όπως προαναφέραμε όλο το παπικό οικοδόμημα με τη σημερινή του εξέλιξι και διαστροφή έχει δήθεν ως βάσι τον απόστολο Πέτρο.
Κατ’ αρχάς να ίδωμε τι επίστευε ο όσιος δια τα κλειδιά του αποστόλου Πέτρου. Αναφέρομε λοιπόν ένα τμήμα της ιε΄ από τις μικρές λεγόμενες κατηχήσεις του οσίου, η οποία επιγράφεται «δογματική περί τιμής και της προσκυνήσεως των αγίων εικόνων». Μετά λοιπόν από μία θαυμασία διδασκαλία δια τις εικόνες αναφερόμενος στην προσκύνησί των λέγει τα εξής:
«Έχω ακούσει ότι στη Ρώμη έχουν σε μεγάλη τιμή τα κλειδιά του κορυφαίου των αποστόλων, Πέτρου. Μολονότι ο Κύριος δεν έδωσε στον Πέτρο τα κλειδιά αισθητώς αλλά δια του λόγου, τα οποία είναι το δεσμείν και λύειν. Αυτοί όμως στη Ρώμη κατεσκεύασαν αργυρά κλειδιά και τα θέτουν εις προσκύνησι. Τόσο μεγάλη είναι η πίστις των. Εκεί λοιπόν ευρίσκεται τώρα η άρρηκτος πέτρα της πίστεως, η οποία εθεμελιώθη σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου. Εδώ (στην Κων/πολι), όπως φαίνεται, πλεονάζει η απιστία και η ανομία. Δια τούτο εγώ ο ταπεινός έχοντας άλγος και πόνο στην καρδιά μου και φοβούμενος το κρίμα της σιωπής, αναγκάζομαι να ομιλήσω με λόγια ολίγα και περιεκτικά. Διότι αν οι αιρετικοί δεν σταματούν δημοσίως και ιδιωτικώς, γραπτώς και προφορικώς να ομιλούν με βλάσφημα λόγια δια τον Χριστό, εμείς είναι σωστό, εφ’ όσον έχομε την αλήθεια, να καθόμαστε στους οίκους μας και να συζητούμε μεταξύ μας τα αρμόδια; Και πώς θα υποφέρωμε σ’ αυτήν την περίπτωσι την οργή του Κυρίου; Πώς πάλι θα μιμηθώμε τους αγίους πατέρας μας οι οποίοι, σε παρόμοιες περιστάσεις αιρέσεως, την σιωπή και τη δειλία την ωνόμασαν προδοσία της αληθείας;».
Αναφέραμε μεγαλύτερο από το αναγκαίο τμήμα της κατηχήσεως δια να ιδούμε το όλο πνεύμα του οσίου εν καιρώ αιρέσεως και τι εδίδασκε εν καιρώ αιρέσεως τους μοναχούς του. Αυτό λοιπόν το οποίο διδάσκει στην κατήχησί του είναι ότι τα κλειδιά τα οποία έδωσε ο Κύριος στον Πέτρο είναι το δεσμείν και λύειν. Επίσης αντιδιαστέλλει την Ορθοδοξία της Ρώμης αυτή την εποχή με την αίρεσι της Κων/πόλεως. Εκεί, αναφέρει, είναι η αρραγής πέτρα της πίστεως και εδώ η απιστία και ανομία. Αυτός είναι ο βασικός λόγος δια τον οποίο επαινεί και την Ρώμη και τον Πάπα.
Αν κατανοήσωμε την αγάπη του οσίου προς την Ορθοδοξία, τότε αυτομάτως λύονται και όλες οι ενστάσεις περί δήθεν φιλοπαπισμού του οσίου κλπ. Αν πάλι εκ του αντιθέτου θελήσωμε να προσκολληθούμε σε μία άχρωμη από πλευράς Ορθοδοξίας Ανατολή δια ν’ αποφύγωμε δήθεν την αιρετική Δύσι, όπως σήμερα πράττομε, τότε όντως είμαστε εκτός του πνεύματος του οσίου και της Ορθοδοξίας, διότι το πνεύμα του οσίου ήταν να προσκολλάται μόνον στην αλήθεια και στην ορθή πίστι, όπου τοπικά και αν αυτή ευρίσκεται. Για παράδειγμα αν σήμερα εζούσε ο όσιος στις ημέρες μας δεν θα απομακρυνόταν μόνον από την αιρετική Δύσι αλλά εξίσου και από την Οικουμενιστική Ανατολή.
Αν τέλος, τα αργυρά κλειδιά τα κατεσκεύασαν οι Πάπες με δόλιο τρόπο, δια να θεμελιώσουν δηλαδή το παπικό πρωτείο, αυτό δεν το γνωρίζομε. Ο όσιος όμως το εκλαμβάνει με αθώο τρόπο και το χρησιμοποιεί ως παράδειγμα ευλαβείας δια την εικονομαχική αίρεσι, η οποία υπήρχε στην Κων/πολι.
Αυτήν την εξουσία, του δεσμείν και λύειν, ο όσιος απερίφραστα διδάσκει ότι την έδωσε ο Χριστός και σε όλους τους αποστόλους. Σε επιστολή του λοιπόν προς τον μοναχό Ευπρεπιανό, αναφερόμενος στην μοιχειανική αίρεσι διδάσκει πως μεταφέρεται η χάρις της ιερωσύνης και το δεσμείν και λύειν εν συναρτήσει με την ορθόδοξο πίστι και Παράδοσι. Αναφέρει ότι αυτοί οι οποίοι παραβαίνουν τις ευαγγελικές εντολές δημοσίως και συνοδικώς δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον δια τους ιερούς κανόνες. Διδάσκει ότι οι ιεροί κανόνες είναι και αυτοί επισφραγισμένοι με το Αγ. Πνεύμα και εάν καταλυθούν είναι αδύνατος η σωτηρία μας. Δεν θα υπάρχουν πλέον η ιερωσύνη, η θυσία και όλα τα άλλα φάρμακα της σωτηρίας. Η κατάλυσις των ιερών κανόνων και των ευαγγελικών εντολών είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Διότι ο Χριστός, ο οποίος έδωσε τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών στον Πέτρο είπε συγχρόνως ότι, όποιον λύση και δέση θα γίνη αυτό και αυτό. Το ίδιο πράγμα εν συνεχεία είπε και προς όλους τους αποστόλους. «Λάβετε Πνεύμα άγιον. Σε όσους συγχωρήσετε τις αμαρτίες θα είναι συγχωρημένες, σε όσους δεν τις συγχωρήσετε θα είναι ασυγχώρητες». Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπο σ’ αυτούς και στους διαδόχους των διεβίβασε την εξουσία, εάν όμως πράττουν τα όμοια με αυτούς. Δι’ αυτόν τον λόγο ο Μ. Βασίλειος και οι ισότιμοι με αυτόν άγιοι έλαβον την ίδια εξουσία, διότι απεδέχθησαν πλήρως τους αποστολικούς κανόνες, όχι μόνο χωρίς να καινοτομήσουν αλλά και να αυξήσουν, εκεί όπου έπρεπε αυτούς.
Η διδασκαλία λοιπόν του οσίου είναι ότι όλοι οι απόστολοι είχαν την ίδια εξουσία του αποστόλου Πέτρου και όλοι οι διάδοχοί των, υπό την προϋπόθεσι ότι θα αποδέχοντο όλο το ευαγγέλιο και τους ιερούς κανόνες. Ως παράδειγμα αναφέρει τον Μ. Βασίλειο, τον προσφιλή του άγιο, και όλους τους ισότιμους με αυτόν αγίους, οι οποίοι όχι μόνο δεν εκαινοτόμησαν αλλά και επαύξησαν τους ιερούς κανόνες, υπό την έννοια ότι τους έκαναν αυστηρότερους εκεί όπου έπρεπε.
Άρα λοιπόν (σύμφωνα με τον όσιο) η καινοτομία, η πλάνη και η αίρεσις σημαίνει και στέρησι στους διαδόχους των αποστόλων της χάριτος του δεσμείν και λύειν. Αυτή τη στέρησι της χάριτος την είχαν όλοι οι αιρετικοί πριν την εποχή του οσίου, οι αιρετικοί της εποχής του και φυσικά οι μετέπειτα αιρετικοί Παπικοί, Προτεστάντες μέχρι των σημερινών Οικουμενιστών. Είναι δύσκολο να αναζητήση κάποιος διαυγέστερη διδασκαλία και προσηρμοσμένη πλήρως στην ιερά Παράδοσι. Το σημαντικό είναι ότι στη σκέψι του οσίου κυριαρχεί η πεποίθησις ότι δια να να είναι κάποιος διάδοχος των Αποστόλων πρέπει πρώτα να ταυτισθή και να αφομοιωθή με αυτούς κατά την πίστι και κατά δεύτερον και επόμενο ως απόρροια της πίστεως, την χειροτονία. Δι’ αυτόν τον λόγο τονίζει ότι θα έχουν κατά τη διαδοχή των την εξουσίαν του δεσμείν και λύειν «εάνπερ ωσαύτως πράξοιεν». Δηλαδή θέτει ως προϋπόθεσι του δεσμείν και λύειν την ορθόδοξο πίστι.
Το πλέον θαυμαστό είναι ότι στην περίπτωσι του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου την ξεκάθαρη και ασυμβίβαστη διδασκαλία, την πλήρως προσηρμοσμένη στην ιερά Παράδοσι την συναντούμε στην μελέτη οιουδήποτε κειμένου του.
Επιβάλλεται στο σημείο αυτό να ακούσωμε και τι διδάσκει ο όσιος δια το περιβόητο αξίωμα του αποστόλου Πέτρου, δια το οποίο κατακαυχώνται οι Παπικοί και το οποίο έχει άμεση συνάφεια και σχέσι με το υπό εξέτασι θέμα. Σε ομιλία του λοιπόν η οποία επιγράφεται «Εγκώμιον εις τον μέγαν Ιωάννην τον απόστολο και Ευαγγελιστή Χριστού», αναφερόμενος στην επιστήθιον πρόσπτωσι του Ιωάννου προς τον Χριστόν κατά τον μυστικό δείπνο, εγκωμιάζει αναλόγως τον επιστήθιο μαθητή και αναφέρει ότι εκείνα τα οποία ο Πέτρος δεν είχε το θάρρος να κάνη, ο Ιωάννης τα έκανε αυθόρμητα πρώτος και δι’ αυτού του τρόπου ο Πέτρος έδωσε στον εαυτόν του τη δεύτερη θέσι με την υπεροχή του Ιωάννου. Εξετάζοντας αυτές τις απόψεις, γίνεται κατανοητό στον καθένα πόση είναι η υπεροχή του Ιωάννη. Από εδώ νομίζω, συνεχίζει ο όσιος, ως από κάποια ζωήρρυτο πηγή άντλησε ο Ιωάννης τα θεϊκά νάματα και εκ τούτων εξήλθαν οι ποταμοί της θεολογίας. Στην ακροτελεύτεια παράγραφο του εγκωμίου αποκαλεί τον Ιωάννη μέγα του ευαγγελίου ήλιο, πηγή της θεολογίας, ανεξάντλητο, ακρότατο μεταξύ των αποστόλων, ίσο με τον Πέτρο (κατά λέξι ισόπετρο) και εν τέλει τον παρακαλεί δια να βοηθήση την χειμαζομένη εκ της αιρέσεως Εκκλησία της Κων/πόλεως. Αφού περιγράφει την κατάστασι του διωγμού με συντομία τον παρακαλεί να πάρη μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, διότι και οι τρεις ήσαν πάντοτε παρόντες σε όλα τα έργα του Χριστού και διεκρίνοντο από τους άλλους δια την μεγάλη πνευματικότητά των, να παρακαλέσουν τον Θεό ώστε να επανέλθη η Εκκλησία στην ωραιότητα της Ορθοδοξίας.
Στον εγκωμιαστικό επίσης λόγο του προς τον απόστολο Βαρθολομαίο ο όσιος αναφέρει τα εξής: «Ο Πέτρος διδάσκει τα έθνη, αλλά και ο Βαρθολομαίος κάνει ακριβώς το ίδιο. Τα πόδια του Πέτρου είναι ωραία διότι ευαγγελίζονται τα αγαθά, αλλά και του Βαρθολομαίου εξ ίσου διότι θεολογεί τα υψηλά. Ο Πέτρος κάνει μεγάλα θαύματα, αλλά και ο Βαρθολομαίος αθρόα. Ο Πέτρος σταυρώνεται ανάποδα, αλλά και ο Βαρθολομαίος πάσχει αντίστοιχα και αποκεφαλίζεται. Όσα πράττει ο Πέτρος, τόσα ενεργεί και ο Βαρθολομαίος. Σε όσα μυστήρια προχωρεί ο Πέτρος, εξ ίσου στα ίδια μυείται και ο Βαρθολομαίος. Εξ ίσου ανέρχεται με τον Πέτρο στο ύψος της θεολογίας, εξ ίσου γίνεται θεμέλιος της Εκκλησίας, εξ ίσου έλαβε και όλα τα άλλα χαρίσματα.
Από τους δύο αυτούς λόγους προς τον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο και τον απόστολο Βαρθολομαίο διακρίνομε ότι ο όσιος θεωρεί ίσους όλους τους αποστόλους και δεν αναγνωρίζει κανένα υπεροχικό αξίωμα στον Πέτρο. Η ένστασις την οποία θα επρόβαλε κάποιος ότι πρόκειται για λόγους εγκωμιαστικούς, οι οποίοι προφανώς εξεφωνήθησαν στις εορτές των συγκεκριμένων αποστόλων και ως εκ τούτου χαρακτηρίζονται από ανάλογη συναισθηματική φόρτισι και τάσι υπερβολής ως προς την εκθείασι των εορταζομένων αγίων δεν ευσταθεί, διότι ο όσιος αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από τη ζωή και το έργο των αποστόλων και δεν είναι δυνατόν να εξυψώνη έναν άγιο εις βάρος κάποιου άλλου, ούτε βεβαίως να ομιλή με πλαστά επιχειρήματα και άστοχες συγκρίσεις, διότι τότε δεν πείθει τους ακροατές του λόγου του Θεού, ούτε βεβαίως θεολογεί αλλά ομιλεί με κοσμικό πνεύμα. Οπωσδήποτε πάντως, αν διακατείχετο από το παπικό σύνδρομο, δεν θα εκθείαζε τους άλλους αποστόλους αλλά μάλλον τον Πέτρο.
Υπάρχει και μία επιστολή του οσίου προς τον μοναχό Υπάτιο, στην οποία πάλι ο όσιος αποκαλύπτει την διδασκαλία του όσον αφορά τη θέσι του Πέτρου. Σ’ αυτή τη μικρή επιστολή ο όσιος αναφέρει τα εξής: «Ποιός ήτο ανώτερος του Πέτρου και του Ιωάννου μεταξύ των αποστόλων; Και όμως ο Ιωάννης παραχωρεί τη θέσι του στον Πέτρο δια να διδάξη το λαό. Όταν επίσης ο Παύλος ομιλή ελεγκτικά ο Πέτρος υποχωρεί. Κατ’ αυτόν όμως τον τρόπο δεν προσπαθούσε κάποιος απόστολος να αρπάξη το πρωτείο από τους άλλους, αλλά όλοι προσπαθούσαν να πράξουν αυτό το οποίο ήτο αναγκαίο και αποσκοπούσαν στην ύπαρξι τάξεως στον αγώνα των. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και σεις», καταλήγει ο όσιος, «να γίνετε μιμητές των αγίων».
Είναι θαυμάσια και αποκαλυπτική η διδασκαλία του οσίου σ’ αυτό το σημείο και δια τον επιπρόσθετο λόγο ότι ομιλεί ακριβώς δια το πρωτείο. Οι απόστολοι, λέγει, δεν είχαν πρωτεία, ούτε ησχολούντο με αυτά. Δι’ αυτό, αναλόγως της ανάγκης του κηρύγματος ο ένας υπετάσσετο στον άλλον. Ως εκ τούτου είναι γεγονός ότι μόνο ένα πρωτείο γνωρίζει η Ορθοδοξία˙ το πρωτείο της αρετής της ταπεινώσεως, το οποίο κατείχαν οι Απόστολοι και το οποίο ελλείπει παντελώς τόσο από τον Πάπα όσο και από τους σημερινούς «Ορθοδόξους» Επισκόπους. Σημαντικό είναι το σημείο της αναφοράς του οσίου «αλλ’ ως αν το χρειώδες γίνοιτο και το τακτικόν αυτοίς εσκοπείτο», το οποίο καταδεικνύει την προτεραιότητα την οποία έδιδαν οι Απόστολοι στη διάδοσι του Ευαγγελίου σε σχέσι με εμάς σήμερα, που δίδουμε προτεραιότητα στα πρωτεία και στις εξωτερικές τιμές.
Το γεγονός τώρα ότι ο Πάπας ευρέθη να διεκδική το πρωτείο του Πέτρου και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης να κατηγορήται ως φιλοπαπικός είναι κατά τη γνώμη μας και τα δύο ένας αρρωστημένος παραλογισμός. Δι’ αυτό εξ’ αρχής του εν λόγω θέματος θέσαμε ως προϋπόθεσι όχι την παρουσίασι ενός η δύο τμημάτων από τους λόγους του οσίου, αλλά όλης της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας του, η οποία είναι άκρως αντιπαπική.
Θα αναφέρομε εν κατακλείδι ένα τμήμα από μία ακόμη κατήχησι του οσίου δια να καταδείξωμε πόσο αυτός εμισούσε και απεχθάνετο τα πρωτεία και τα εθεωρούσε έργα κοσμικά. Πρόκειται δια την πεντηκοστή ενάτη (ΝΘ΄) μεγάλη κατήχησι, της οποίας βασική διδασκαλία είναι η ταπείνωσις. Σ’ αυτήν μεταξύ των άλλων ο όσιος αναφέρει ότι, όταν έχωμε φιληδονία, ή αγαπούμε τα πάθη, ή επιθυμούμε να στηρίξωμε τα θελήματά μας, ή συν τοις άλλοις διεκδικούμε τα πρωτεία, ή φιλονικούμε δια μανδύας, ενδύματα, γραφεία κλπ. και ο,τιδήποτε άλλο, δεν είναι, καταλήγει ο όσιος, αυτό απόδειξις ότι είμεθα σαρκικοί; Δεν γίνεται τότε ο αγώνας μας με κοσμικά πρότυπα;
Δια τον όσιο λοιπόν, η διεκδίκησις των πρωτείων είναι μαζί με τα άλλα πάθη απόδειξις ότι είμεθα σαρκικοί και κοσμικοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου