Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Mία απαραίτητη διευκρίνηση για την φράση "«πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα»

 πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Παρατηρείται σήμερα  η ευρεία και συχνά ανεύθυνη χρήση της φράσης «πάσι τοις αιρετικοίς ανάθεμα» σε άρθρα, σχόλια και αναρτήσεις στο διαδίκτυο, κυρίως σε  αντι‑οικουμενιστικά κείμενα. Ωστόσο, αυτή η φράση δεν είναι μια τυχαία ή απλή δογματική ενυπόγραφη κουβέντα, αλλά δομικό στοιχείο ενός θεσμικού λειτουργικού και συνοδικού κειμένου της Εκκλησίας του Συνοδικού της Ορθοδοξίας το οποίο έχει ιστορική προέλευση, θεολογικό πλαίσιο και λειτουργική χρήση.

Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας είναι ένα συνοδικό κείμενο που αναπτύχθηκε από την Εκκλησία και το οποίο διαβάζεται κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, την Α’ Κυριακή των Νηστειών, στο τέλος της ακολουθίας.

Στη λειτουργική του μορφή, το Συνοδικό περιλαμβάνει σειρά αναθεμάτων κατά των ιστορικών αιρέσεων που καταδικάστηκαν από τις Οικουμενικές και τοπικές Συνόδους, καθώς και κατά όσων διέστρεψαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας κατά την πάροδο του χρόνου. Η πλήρης διατύπωση που χρησιμοποίησε η Εκκλησία για το ανάθεμα είναι:

«…και τους άλλους πάντας αιρετικούς, τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αγίων τεσσάρων Συνόδων, και τους τα όμοια των προειρημένων αιρετικών φρονούντας ή φρονούντας… ο τοιούτος ανάθεμα έστω…»

 

 

Το κείμενο αυτό αφορά αυτό ακριβώς που ονομάζουμε «ανάθεμα»: θεσμική αποκήρυξη από την Εκκλησία των αιρέσεων που έχουν κριθεί από Συνόδους ως αντίθετες στην ορθόδοξη πίστη.

Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται ακριβώς στη θεολογική διάκριση που κάνει η Εκκλησία μεταξύ:

  • κεκριμένων αιρετικών, δηλαδή προσώπων ή διδασκαλιών που καταδικάστηκαν με επίσημη απόφαση Οικουμενικής ή τοπικής Συνόδου (π.χ. Άρειος, Νεστόριος, Μονοθελητές κ.ά.),
  • και μη κεκριμένων αιρετικών που μπορεί να περιλαμβάνουν πλανεμένους, διαφωνούντες ή όσους έχουν δογματικές παρεκκλίσεις χωρίς όμως να έχει εκδοθεί απόφαση Συνόδου εναντίον τους.

Η Εκκλησία, σύμφωνα με την πατερική και συνοδική παράδοση, δεν εκφωνεί ανάθεμα εις βάρος των μη κεκριμένων αιρετικών εκτός της επίσημης επιλογής της Συνόδου, αλλά προσεύχεται υπέρ αυτών για μετάνοια. Αντιθέτως, το ανάθεμα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για όσους έχουν ήδη κριθεί αιρετικοί από Συνόδους ή έχουν σαφή και μακρόχρονη αίρεση που έχει καταδικαστεί από εκκλησιαστικό θεσμό.

Ιστορικά, η χρήση του Συνοδικού και των αναθεμάτων συνδέεται με την επαναφορά της Ορθοδοξίας κατά την εικονομαχική κρίση. Το κείμενό του συγκροτήθηκε αρχικά μετά τη νίκη επί της εικονομαχίας το 843 μ.Χ., όταν επανήλθε η επίσημη λατρεία των εικόνων και επιβεβαιώθηκε η διδασκαλία της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου· από τότε αποτελεί ετήσιο σύμβολο ομολογίας της πίστεως και απόρριψης της αίρεσης.

Ο συνοδικός χαρακτήρας αυτών των αναθεμάτων τονίζεται στο γεγονός ότι στο κείμενο του Συνοδικού αναφέρονται αιρεσίες καταδικασμένες από Συνόδους ή από πατερικές και συνοδικές αποφάσεις, και όχι κατάλογος προσώπων ή δογμάτων που τυχαία θεωρούνται πλανεμένα από μεμονωμένους πιστούς. Ο συνοδικός θεσμός και η σωφροσύνη της Εκκλησίας επιβάλλουν ότι τέτοιες καταδίκες πρέπει να έχουν κανονική βάση και ιστορική συνέχεια, όπως έχει γίνει σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες καθόρισαν τα δογματικά όρια της πίστεως έναντι αιρέσεων.

Λειτουργικά, η εκφώνηση του αναθέματος εντάσσεται στην ακολουθία της Κυριακής της Ορθοδοξίας με συγκεκριμένο τρόπο και ιεραρχική τάξη, όπου ο επίσκοπος ή η Σύνοδος εκφωνεί το ανάθεμα και ο λαός συμφωνεί με «αμήν» ή ψαλμωδία, συμμετέχοντας έτσι στη συνοδική απόφαση της Εκκλησίας. Το Συνοδικό αυτό δεν διαβάζεται στο σύνολό του στις περισσότερες εκκλησίες, αλλά μόνο τα μέρη που αφορούν την ομολογία πίστεως και τα αναθέματα, γεγονός που αναδεικνύει περισσότερο τον λειτουργικό και ποιμαντικό του χαρακτήρα παρά μια απλή ιστορική καταγραφή.

Συνοψίζοντας, η φράση «πᾶσι τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα» πρέπει να γίνεται κατανοητή μέσα στο θεολογικό, συνοδικό και λειτουργικό πλαίσιο της Εκκλησίας, όπου:

  1. Αντιστοιχεί σε θεσμική ομολογία και αποκήρυξη αιρέσεων που έχουν κριθεί από Συνόδους και όχι σε γενική κατάρα κατά ατόμων.
  2. Εντάσσεται στη λειτουργική πράξη του Συνοδικού της Ορθοδοξίας και όχι σε καθημερινές ιδιωτικές κρίσεις.
  3. Εκφωνείται από την Εκκλησία στο σύνολό της μέσω του επισκόπου ή Ορθοδόξου Συνόδου και με τη συναίνεση του λαού.

Η ιστορική και θεολογική θέση του αναθέματος στηρίζεται στην παράδοση της Εκκλησίας να διαφυλάσσει την αλήθεια της πίστεως και να αναγνωρίζει επίσημα την απόρριψη αιρέσεων που έχουν κριθεί ως πλανημένες από το σώμα των Πατέρων και των Συνόδων.

(Στα προηγούμενα η λέξη «Εκκλησία» αναφέρεται στη συνοδική εξουσία (τον θεσμό των ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ  Επισκόπων), η οποία έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει και να αποφασίζει για την αποκοπή ενός μέλους από το πνευματικό σώμα. Αν δεν υπάρχει Ορθόδοξη Σύνοδος ΔΕΝ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΖΟΥΜΕ ΑΛΛΑ ΕΦΑΡΜΟΖΟΥΜΕ ΤΟΝ 15-ΑΒ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΝΟΝΑ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου