Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

test

Ο ΑΜΕΘΥΣΤΟΣ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟ ΣΤΟΥΔΙΤΗ ..."θλιβερό" άγιο!!!

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΚΤΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ
Πρίν δυὸ μέρες στὸ ἱστολόγιο «Ἀμέθυστος» διαβάσαμε ἕνα σχόλιο συκοφαντικὸ γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη. Τὸ σχόλιο οἱ ἱστολόγοι ἐπεστράτευσαν γιὰ νὰ  κατατροπώσουν τὸν π. Ἰωάννη Διώτη, ὁ ὁποῖος τοὺς κατήγγειλε ὡς ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν «φόβο Θεού και εντροπή, αδίστακτους ανθρώπους που χαρακτηρίζουν τον άγιον Θεόδωρον Στουδίτην ως “θλιβερόν Άγιον”».
Ἐπισημάναμε κι ἐμεῖς παλαιότερα τὴν κατάντια τοῦ ἁγιομάχου πλέον «Ἀμέθυστου», ὁποῖος κατηγόρησε ὡς ἁγιομάχο τὸν κ. Σιαμάκη, ἐπειδὴ καταφέρθηκε κατὰ τοῦ (Γέροντος τότε καὶ ἐξ ὑστέρων ἁγιοκαταταχθέντος)  ἁγίου Παϊσίου καὶ τώρα αὐτός, ἀποκαλεῖ ἕναν ἤδη ἀναγνωρισμένο Ἅγιο ὡς θλιβερό! Ἡ ὕβρις κατὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἰσχύει μόνο στὴν μία περίπτωση, κατὰ τὸν «Ἀμέθυστο», κι ὄχι στὴν ἄλλη!
Τὸ ἀκόμα χειρότερο εἶναι ὅτι ὁ «Ἀμέθυστος» φέρεται πλέον καὶ ἀνέντιμα. Διότι δημοσιεύει ἕνα σχόλιο γιὰ νὰ στηρίξει τὶς θέσεις του, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀνακριβὲς καὶ ὄφειλε νὰ τὸ γνωρίζει, τὴν στιγμὴ ποὺ παρακολουθεῖ καὶ σχολιάζει ὅσα δημοσιεύουμε. Τὸ κείμενο-σχόλιο ποὺ δημοσιεύει ἐναντίον τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι δὲν εὐσταθεῖ ἀπὸ μελέτη ἐκτεταμένη του π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ, καὶ μάλιστα …δυὸ φορὲς ἀπὸ τὸ 2009! Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν ὁ «Ἀμέθυστος» νὰ διαβάσει Τρικαμηνᾶ;
Παρουσιάζουμε α) τὸ σχόλιο τοῦ «Ἀμέθυστου» καὶ β) τὴν ἀπόδειξη τῆς ἀνακρίβεια τοῦ περιεχομένου τοῦ σχολίου, ἀπὸ ἀπόσπασμα ἐκτεταμένης μελέτης τοῦ π. Εὐθυμίου.

Δὲν εὐελπιστοῦμε, βέβαια, ὅτι θὰ ἀλλάξουμε τὶς γνῶμες ὅσων τυφλώττουν μπροστὰ στὴν ἀλήθεια, συκοφαντοῦν πρόσωπα καὶ Ἁγίους ἐπανειλημμένως (καὶ παρὰ τὴν διαμαρτυρία μας γι’ αὐτὲς τὶς συκοφαντίες), ἀλλὰ τὸ δημοσιεύουμε πρὸς ἀποκατάσταση τῆς ἀλήθειας καὶ γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ὑπόψη τους τὴν συγκεκριμένη ἀπάντηση.
________________________________________________________________________________________________________________________________________________

Τ ΣΧΟΛΙΟ:
Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ (ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΟΙ Γ.Ο.Χ.» ΔΙΑΡΚΩΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ), ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΠΟΛΛΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ! ( ΜΕΤΑΝΟΗΣΕ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ). Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ, ΕΙΧΑΝ ΔΙΑΚΟΨΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΕΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΤΑΡΑΣΙΟΣ, ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ. ΤΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΤΩΝ ΣΤΟΥΔΙΤΩΝ, ΤΑ ΚΑΤΕΚΡΙΝΑΝ ΠΟΛΛΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ!!! ΟΙ ''ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ'' ΤΟΥ Μ. ΓΕΔΕΩΝ (σελ. 185) ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ: ''Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΕΞΗΝΕΓΚΕΝ ΑΝΑΘΕΜΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΟΥ ΜΟΝΑΧΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΣΧΙΣΑΝΤΩΝ, ΔΙΟΤΙ ΑΝΤΕΙΧΟΝΤΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΑΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΚΛΗΘΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΝΤΩΝ...''! Ο ΜΕΓΑΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΤΗ ''ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ'' ΤΟΥ, ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΣΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ''ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ'' ΚΑΙ ΤΟΝ ''ΑΓΙΩΤΑΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ'' ! (P.G. 108 σελ. 992Β). Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ, ΚΑΛΟΥΣΕ ΣΕ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΩΡΙΖΟΝΤΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΝΕΥ ΛΟΓΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ ΛΕΓΟΝΤΑΣ: ''ΟΥΚ ΑΚΙΝΔΥΝΩΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΟΜΕΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΗΜΩΝ ΜΗΤΡΟΣ''! (Les saints Stylites... σελ. 85). ΑΚΟΜΗ ΤΑ ΣΤΟΥΔΙΤΙΚΑ ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΚΑΤΕΚΡΙΝΕ ΚΑΙ Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ( ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, P.G. 116 σελ. 85Α - 88Β ) ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΙ: ΜΕΘΟΔΙΟΣ ( P.G. 99 σελ. 1853D) ΚΑΙ ΔΟΣΙΘΕΟΣ (ΔΩΔΕΚΑΒΙΒΛΟΣ τόμος ζ΄ κεφ. Δ΄).

________________________________________________________________________________________________________________________________________________
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΕΚΤΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ
ΣΤΟΝ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ συγγράψας τὸ σχόλιο!
 σκοπός μου μως, πως προανέφερα π. Βασίλειε, δέν εναι νά σχοληθ μέ τά σκόρπια παραδείγματα πού πικαλέσθηκες, πολλά πό τά ποα δυσκολεύτηκα νά τά ντοπίσω μέ βάσι τίς παραπομπές πού δωσες, λλά μέ βασικές θέσεις σου, μέ τίς ποες πιστεύω τι διαστρέφεις τήν ρθόδοξο διδασκαλία καί Παράδοσι καί μέ τήν γραμμή πού κολουθες ποφεύγοντας τεχνηέντως τήν διδασκαλία τν Γραφν καί τν γίων. Δι’ ατό ρχομαι νά σχολιάσω τά σα νέφερες σχετικά μέ τόν σιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη.
Πρέπει κατ’ ρχάς νά ναφέρωμε, πρίν καταπιασθομε μέ τό τμμα τς εσηγήσεως το π. Βασιλείου Παπαδάκη, τό ποο φοροσε τόν σιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, τι δέν θά σχοληθομε, χι μόνο μέ τά σκόρπια παραδείγματα, τά ποα προσπάθησε νά τά παρουσιάση ς δθεν ν καιρ αρέσεως ρθόδοξο Παράδοσι, λλά οτε κα μ σα πικαλέσθηκε, παίρνοντας στοιχεα πό τούς Παλαιοημερολογίτες,  σα φοροσαν θέσεις καί καταστάσεις τν Παλαιοημερολογιτν. Θεωρομε τι, δι’ ατά, εναι ρμόδιοι κενοι νά παντήσουν καί, ν πάσ περιπτώσει, μς δέν μς φορον. Μέ τήν δόλια καί πονηρή τοποθέτησί του νά τούς κατατάξη λους (Παλαιοημερολογίτες καί ποτειχισμένους) στούς Ζηλωτές, δημιούργησε μία σύγχυσι καί πιβάλλεται μες νά ξεχωρίσωμε ,τι ναφέρεται στούς ποτειχισμένους, στε σέ ατά νά παντομε, καθόσον σέ ναν πλό κροατή καί ναγνώστη τν στοσελίδων,  ποος προφανς δέν γνωρίζει νά κάνη ατή τή διάκρισι, δημιουργε τήν ντύπωσι τι, ατά τά ποα ναφέρει  π. Βασίλειος, φορον λους καί τσι, τά λάθη τν Παλαιοημερολιτν, τά φορτώνει στούς ποτειχισμένους.
Κατ’ ρχάς  π. Βασίλειος ρχεται σέ ξεία ντίθεσι μέ
τόν προηγούμενο εσηγητή, τόν  Μητροπολίτη Πειραις κ. Σεραφείμ, διότι ατός σχυρίσθηκε τι  σιος Θεόδωρος  Στουδίτης διέκοψε ντως τήν κκλησιαστική κοινωνία με τούς δύο Πατριάρχες, γιο Ταράσιο καί Νικηφόρο καί μάλιστα δύο φορές, ν  Μητροπολίτης Πειραις σχυρίσθηκε τι δέν διέκοψε τήν κκλησιαστική κοινωνία μέ τούς δύο Πατριάρχες, πλς μόνο ψυχράνθηκαν ο σχέσεις των σέ προσωπικό πίπεδο. πίσης ξεία ντίθεσι μεταξύ των παρατηρεται καί ες τό τι  π. Βασίλειος σχυρίστηκε τι ο ποσχίσεις ατές το σίου καταδικάσθηκαν Συνοδικς, ν  Μητροπολίτης Πειραις σχυρίσθηκε τι δέν καταδικάσθηκε  σιος πό καμμία γκεκριμμένη Σύνοδο.

νέφερε συγκεκριμένα  Πειραις, ντιγράφοντας κατά γράμμα τόν καθηγητή Β. Τσίγκο: « γιος Θεόδωρος  Στουδίτης δέν ταν σχισματικός  στω πρόσκαιρα σχισματικός πού ργότερα μετενόησε. Πρός πίρρωσι τν προαναφερθέντων θά πρέπει νά σημειωθ πώς δέν καταδικάσθηκε ς σχισματικός πό καμμία γκυρη Σύνοδο τς ποχς του» (σελ. 91 τς μελέτης το καθ. Β.  Τσίγκου).
 π. Βασίλειος στήν εσήγησί του νέφερε τά ξς: « γιος Θεόδωρος εναι βέβαια νας πό τούς μεγαλυτέρους μολογητές καθώς διέπρεψε στούς γνες κατά τς εκονομαχίας. Μόνο ο δύο νωτέρω πρόσκαιρες ποτειχίσεις του χουν καταδικαστε»καί λίγω νωτέρω νέφερε: «ο ποσχίσεις το γίου Θεοδώρου χουν καταδικαστε καί δέν θεωρονται πρότυπο πρός μίμησι πό τούς γίους Πατέρες».
 Μητροπολίτης Πειραις πάλι ντιγράφοντας τόν καθηγητή, νέφερε γιά τόν σιο τά ξς: «ποτελε ναντίρρητη πραγματικότητα καί μετακίνητη βεβαιότητα τι  κκλησιαστική παράδοση δέν θά τιμοσε σχισματικό πί τόσους αἰῶνες, ς γιο τς διαίρετης κκλησίας»· ν  π. Βασίλειος νέφερε τά ξς: «ρχικά καταδικάστηκαν (ο ποσχίσεις το σίου) τό 809 πό τήν Σύνοδο το γίου Νικηφόρου,  ποία ναθεμάτισε τούς Στουδίτες καί τούς μόφρονάς των»· κα  λίγο κατωτέρω: «Ο ποσχίσεις το σίου Θεοδώρου καταδικάστηκαν καί μετά τήν ναστήλωση τς ρθοδοξίας (842) πό τήν Σύνοδο το γίου Μεθοδίου Κων/πόλεως το μολογητο»· καί στή συνέχεια: «Μέ καταδικασμένα λοιπόν πό τήν κκλησία συγγράμματα προσπαθον ο ζηλωτές νά στηρίξουν τά σχίσματά των καί νά διαλύσουν τήν κκλησία το Χριστο».
 προκλητική καί σκανδαλώδης ατή ντίθεσις τν δύο εσηγητν ξεκιν πό τήν δια φετηρία καί χει τόν διο σκοπό. Δηλαδή  Μητροπολίτης, σχυριζόμενος τι  σιος Θεόδωρος  Στουδίτης δέν κανε σχίσμα, δέν διέκοψε τήν κκλησιαστική κοινωνία, δέν κατακρίθηκε κλπ., θέλει νά ντάξη τόν σιο στήν γραμμή καί πορεία τν ντιοικουμενιστν καί χαρτοπολεμιστν, ν  π. Βασίλειος, λέγοντας τά ντίθετα κριβς, θέλει νά παρουσιάση τόν σιο, ξ ατίας τν δύο ποτειχίσεών του, καθηρημένο, ναθεματισμένο μαζί μέ τά συγγράμματά του, κτός κκλησίας, δηλαδή λεεινό θέαμα πρός ποφυγή καί ποτροπιασμό μέ λλα λόγια ποστροφή καί φτύσιμο. Μέ ατόν τόν τρόπο θέλει νά ντάξη τά πρόβατα στό μαντρί το Οκουμενισμο, στό στόμα τν λύκων (αρετικν) καί βεβαίως στήν γραμμή καί πορεία τς Ν. ποχς, μέ τήν ποία συνοδοιπορε  Οκουμενισμός, μέ λα τά πακόλουθα. Δι’ ατό  σχυρίστηκε στήν εσήγησί του  (καί μάλιστα δύο φορές) τι δέν κηρύσσεται καμμία αρεσις, παρά μόνον χουν επωθε μερικές κακόδοξες κφράσεις κάποιων πισκόπων, πως γίνετο πάντοτε στήν στορία.
Συνεπς, σύμφωνα πάντοτε μέ τόν π. Βασίλειο Παπαδάκη,  Μητροπολίτης Πειραις προέβη στήν εσήγησί του, στηριζόμενος σέ καταδικασμένα καί ναθεματισμένα πό τήν κκλησία κείμενα, τό διο βεβαίως καί  καθηγητής Β. Τσίγκος στήν διδακτορική του μελέτη καί τό χειρότερο λων, ατά τά καταδικασμένα καί ναθεματισμένα (κατά τόν π. Βασίλειο) κείμενα το σίου, χουν καταγραφ στήν Φιλοκαλία τς ΕΠΕ (Φιλοκαλία τν Νηπτικν καί σκητικν τόμ. 18 Β), κε δηλαδή πού κδίδονται τά ραιότερα, θεολογικώτερα καί ρθοδοξότερα κείμενα, δίπλα στά κείμενα το γ. Μαξίμου το μολογητο, το γ. ωάννου τς Κλίμακος κλπ. Καί βεβαίως μερικά πό ατά τά «καταδικασθέντα» καί «ναθεματισμένα» κείμενα, πικαλονται ο πί Βέκκου σιομάρτυρες στήν μολογιακή τους πιστολή πρός τόν ατοκράτορα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο.
 νακάλυψις τέλος, το π. Βασιλείου περί καταδικασμένων καί ναθεματισμένων κειμένων, διέφυγε πό τήν γνσι τν καθηγητν τς θεολογικς σχολς πού νέκριναν παμψηφε  τήν ργασία ατή το κ. Β. Τσίγκου, διότι τοποθετε τά κείμενα τς Μοιχειανικς αρέσεως, μέ τά ποα ποκλειστικς σχολήθηκε στήν μελέτη του, ς τά κορυφαα πατερικά κείμενα τς κκλησίας, τά ποα συνοψίζουν  λόκληρη τήν ρθόδοξο διδασκαλία. Γράφει  καθηγητής συγκεκριμένα: «Στίς κατοντάδες συγγράμματά του, που δέν εναι περβολή άν ποστηρίξουμε τι ντικατοπτρίζεται σύνολη  διδασκαλία τν θεοφόρων Πατέρων...» (Πρόλογος, σελ. 7) καί στόν πίλογο: «Τό περιεχόμενο τς διδασκαλίας το ερο πατρός εναι  δια  δογματική διδασκαλία τς διαίρετης κκλησίας» (σελ. 366). λλά γιά τά καταδικασμένα, κατά τόν π. Βασίλειο, κείμενα το σίου θά ναφερθομε ργότερα, διότι, πως φαίνεται, πρέπει νά ξεκινήσωμε κατά τό δή λεγόμενο πό τό λφα–βτα, πειδή δείχνει θελημένα  θέλητα γνοια γιά βασικά θέματα, τά ποα φορον στόν σιο καί φυσικά στήν κκλησία καί στήν σύγχρονη αρεσι το Οκουμενισμο.
Κατ’ ρχάς,  π. Βασίλειος Παπαδάκης στήν εσήγησί του, ποκαλύπτει παχυλή γνοια το λόγου γιά τόν ποο ποτειχίσθηκε  σιος Θεόδωρος  Στουδίτης, καθ’ σον παναλαμβάνει συνεχς στήν εσήγησί του ς λόγο ποτειχίσεως τόν παράνομο γάμο το ατοκράτορος. Δέν πάρχει μως κάτι ψευδέστερον τούτου καί πιστεύω τι σκεμμένως τό ναφέρει ατό ς λόγο ποτειχίσεως το σίου, διά νά δυνηθ εκόλως κι νωδύνως νά ποδείξη τι δέν πρχε πρόβλημα αρέσεως καί ρα  ποτείχισίς του το παράνομος. ναφέρει συγκεκριμένα στήν εσήγησί του τά ξς: «Ο Ζηλωτές γιά νά δικαιολογήσουν τά σχίσματά τους, πενόησαν μία νύπαρκτη στήν κκλησιαστική στορία αρεσι, τήν αρεσι το μοιχειανισμο». 
 
Δέν εναι πινόησις, πάτερ, οτε τν Ζηλωτν, οτε το σίου Θεοδώρου το Στουδίτου  μοιχειανική αρεσις. Δέν χει κανείς δικαίωμα στήν κκλησία, οτε νά πινο, οτε νά μνηστεύη αρέσεις, πως κριβς πράττεις σύ. Ατό ποδεικνύει τι δέν ποδέχεσαι οτε τό Εαγγέλιο, οτε τήν διδασκαλία το γίου. κουσε λοιπόν, τήν διδασκαλία το σίου καί εναι δικαίωμά σου νά τήν ποδεχθς  νά τήν πορρίψης. Καί ν μέν τήν πορρίψης, πειδή δέν χεις νά ντιπαραβάλης τήν διδασκαλία τς γίας Γραφς  τν ερν Κανόνων  τν γίων Πατέρων χει καλς. ν μως τήν πορρίπτης ντιπαραβάλλοντας τά σκόρπια πρός ποφυγή παραδείγματα τς στορίας, τότε νομίζω τι  τρόπος καί  πορεία τήν ποία κολουθες εναι αρετική καί δέν διαφέρει σέ τίποτε πό ατή τν Οκουμενιστν, ο ποοι χουν λλο Εαγγέλιο, λλους Κανόνες, λλους Πατέρες καί φυσικά χουν καί τά σκόρπια σου παραδείγματα.
Σέ πιστολή του πρός τόν μοναχό θανάσιον  σιος ναφέρει τά ξς: «πειδ δ δι φωνς Κυρου, ποστλων τε κα προφητν, πρς τοτοις δ κα θεοφροις Πατράσιν ναποδδεικται, τι αρεσις χαλεπωττη· βλεπτω σου  σνεσις, κα ετινοσον λλου μογνωμονοντος σοι, πο προσκροειν μλλετε. Α γρ παρ' μν προτσεις περ το μ εναι αρεσιν, σγγνωτε οκ κ φωνς Κυρου, οδ κ στματος γου· προφητικς δ επεν, κ γς φωνοντων κα κ νμων λλοκτων, πληθος τε τς φβ νθρωπν πντα λγειν πιτρεπομνης» (Φατ. 48, 129,11- P.G. 99  1069C).
 σιος λοιπόν ,τι λεγε τό στήριζε, π. Βασίλειε, στούς λόγους το Κυρίου, τν γίων ποστόλων καί τν γίων Πατέρων καί χι στά διάφορα γεγονότα τς στορίας. Μέ βάσι λοιπόν ατήν τήν διδασκαλία πεδείκνυε τι  (μοιχοζευξία) ταν χαλεπωτάτη αρεσις καί δέν εναι πινόησις τν Ζηλωτν. Πρέπει λοιπόν κι σύ νά μς ναφέρης δευτερολογώντας, πο στηρίζεις τά συμπεράσματά σου, γιά νά καταλάβουμε κι μες, ν εναι ρθόδοξα  αρετικά, διότι μέχρι τώρα δέν κούσαμε κάτι νά καταγράψης πό τίς Γραφές καί τούς γίους.
Ατά ναφέρει καί  σιος στό τέλος μις πιστολς πρός τόν μοναχό Ναυκράτιο, φο το ξηγε λη τήν θεολογία καί τίς προϋποθέσεις το δευτέρου καί τρίτου γάμου: «Τατά μοι κατά τό δυνατόν ερηται καί λέλεκται,  πα καλέ. ε δε σοι τέρως δοκε τληθές  τινι λλμόνον κ γραφικς καί πατρικς καί κανονικς παραστάσεως, συνεπομένης τούτοις καί τς οκοθεν διανοηματικς πιδόσεως, καί μες γε ποδηγηθναι τοιμοι καί λλαμφθναι πρόθυμοι τς παρ’ λλων δδουχίας, νδεες φωτός πάρχοντες τι μάλιστα» (Φατ. 50, 151,120 - P.G.99, 1096).
Ο γιοι λοιπόν ταν τοιμοι νά διδαχθον καί θεωροσαν τούς αυτούς των «νδεες φωτός», λλά μόνον πό τίς Γραφές, τούς ερούς Κανόνες καί τούς γίους Πατέρες. Σήμερα  νεοεποχίτικη μέθοδος εναι νά τά φήσωμε λα ατά καί νά διδασκώμεθα πό τά πρός ποφυγή σκόρπια παραδείγματα τς στορίας καί νά εμεθα φρόνιμοι καί πειθαρχημένοι στούς αρετικούς Οκουμενιστές πισκόπους, μέ τήν δικαιολογία νά ποφύγωμε τό σχίσμα.
 θεολογία λοιπόν στήν ποία στηρίζετο  σιος, προκειμένου νά ποκαλέση «χαλεπωτάτη αρεσι» τήν συνοδική κατοχύρωσι τς μοιχοζευξίας ταν  ξς.  διος  Κύριος δίδαξε τι, ποιος χωρίσει τήν γυνακα του καί νυμφευθ λλη, διαπράττει μοιχεία (Ματθ. 5,32 –Μαρκ. 10,11-12). Τό διο δίδαξε καί διά το ποστόλου Παύλου στήν πρός Ρωμαίους πιστολή (Ρωμ. 7,2-3). ταν λοιπόν  ερεύς   πίσκοπος τελε ναν τέτοιο γάμο καί παρακαλε τόν Χριστό νά τόν ελογήση, φέρει τόν διο τόν Χριστό σέ ναντιολογία. πό τήν μία δηλαδή, ν’ παγορεύη κάτι καί νά διδάσκη τι ατό εναι μοιχεία, καί πό τήν λλη  διος νά τό ελογ καί νά τό ποδέχεται ς νόμιμο καί θεάρεστο.
 Σέ πιστολή του  σιος, πρός τόν μοναχό Συμεών, φο κάνει ατές τίς διευκρινίσεις, ναφέρει καί τήν δια τήν εχή το μυστηρίου το γάμου, μέ τήν ποία καλομε τόν διο τόν Χριστό νά τόν ελογήση: «Κα σκοπσωμεν, πτερ, παρακαλ, τ φοβερν κα κτοπον· χει γρ οτως· "Aτς, Δσποτα, ξαπστειλον τν χερα σου ξ γου κατοικητηρου σου κα ρμοσον τ δολ σου τν δολην σου. Σζευξον ατος ν μοφροσννωσον ατος ες σρκα μαν, ος εδκησας συναφθναι λλλοις. Τμιον τν γμον νδειξον, μαντον ατν τν κοτην διατρησον, κηλδωτον ατν τν συμβωσιν διαμεναι εδκησον". Οκ ρα φρικτν κα κουμενον, κα ννοομενον; πσον στν νταθα πολαβεν τν παροργισμν το γου Πνεματος ν τ τοιατ βλασφημίᾳ, συνοργισθνα τε τος γους γγλους ν τας τηλικαταις δυσφημαις;  πς ο παραυτκα, ς τν Δαθν καί βειρν, πλαβεν  γ χνασα τν φηγητν το ψεδους, κα δεικνντα τ σκτος φς, κα τν Χριστν ες ναντιολογαν περιπεσεν πειρμενον; Πντως γρ σα  ερες ποφανει, τατα κα Θες κυρον παγγλεται, κατ τν μγαν Διονσιον» (Φατ. 22, 58, 22 - P.G. 99,973).
Τώρα, τί κατά κατά τήν γνώμη σου, π. Βασίλειε, συμβαίνει;  Χριστός κάνει πακοή στόν ερέα  τόν πίσκοπο,  ποος τελε ναν τέτοιο γάμο,  σχύουν ο ντολές τίς ποες δωσε στήν γία Γραφή; Διότι, ν  κάθε πίσκοπος   κάθε Σύνοδος εχε δικαίωμα νά λλάζη κατά τό δοκον τίς ντολές το Εαγγελίου, τότε φυσικά  Σύνοδος θά το νώτερη πό τό Εαγγέλιον,  καί  διος  Χριστός ποτακτικός τς κάστοτε Συνόδου. ,τι δηλαδή κριβς κάνουν σήμερα ο αρετικοί Οκουμενιστές, ο ποοι χουν καταργήσει Συνοδικς καί λλάξει λες τίς ντολές καί τά ναθέματα τς γίας Γραφς πού φορον στίς σχέσεις τν ρθοδόξων μέ τούς αρετικούς.
 σιος μως, κατά πάντα σύμφωνος μέ τίς Γραφές καί τούς γίους, διδάσκει, τι ο ντολές το Θεο εναι μετάβλητες καί ναλλοίωτες καί αώνιες. Σέ πιστολή του πρός τόν μοναχό θανάσιο, κολουθώντας πιστότατα τήν διδασκαλία το Μ. Βασιλείου ναφέρει τά ξς: «τι δ μετβλητοι α ντολα το Εαγγελουκουε το μεγλου Βασιλείου βοντος· Τχα τονσα μου τν ψυχν, κα νηπτικωτραν πρς τ φεξς καταστσαι  Κριος βουλθη, ς μ προσχειν νθρποις, λλ δι τν εαγγελικν ντολν καταρτίζεσθαι. Α οτε καιρος, οτε περιστάσεσιν νθρωπίνων πραγμάτων συμμεταβλλονται, λλ' ατα διαμνουσιν· ς προχθησαν π το ψευδος κα μακαρου στματος, οτω διαιωνζουσαι. Ο δ δι' ναντας κηρξαντες τν μοιχοζευξαν οκονομαν σωτριον, τ λλο  τρεπτς τς ντολς το Θεο πεφναντο; π μν μεταβαλλομνας, π δ ο μεταβαλλομνας, λλ' νεργοσας τρπτως· καιρος δ τισι κα περιστσεσιν νθρωπναις, σπερ φασαν ατο περ τν κρατοντων, μεταβαλλομνας, κα μ ες νομαν λογιζομνας, λλ γρ κα τοσοτον σχν χοσας, ς κα τος μ προσιεμνους ατς, γουν τς παραβσεις τς, ς φασιν, οκονομας τν γων ναθεματισμνους παρ τ κκλησίᾳ εναι; Συνκται ον ντεθεν οδν τερον,  τ τν Θεν τρεπτν εναι κα λλοιωτν· μοιουμνου το λγοντος τ οκείῳ λγτ τε Εαγγλιον ἀόριστον πρς τε σωτηραν κα πλειαν» (Φατ. 48, 135, 167- P.G. 99,1077).  διδασκαλία ατή το Μ. Βασιλείου ερίσκεται σέ πιστολή του πρός τόν πίσκοπο Πατρόφιλο (P.G. 32, 921).
Ατή λοιπόν εναι  αρεσις τήν ποία  σιος πεκάλεσε μοιχειανική καί τήν ποία, ν κατανοοσες π. Βασίλειε, θά σουν σέ θέσι νά κατανοήσης καί τήν αρεσι το Οκουμενισμο (τήν ποία κατ’ πανάληψιν ρνήθηκες τι φίσταται).  Εναι δηλαδή  λλαγή καί λλοίωσις τν εαγγελικν ντολν, τίς ποες πό αώνιες, διαχρονικές καί μετάβλητες, τίς μεταλλάσσομε σέ προσωρινές καί μεταβλητές κατά τίς ρέξεις, τά πάθη, τίς διοτέλειες καί δεολογίες κάστου. Μέ τήν μετάλλαξι καί λλοίωσι τν ντολν, διδάσκει  σιος, μεταλλάσσεται καί  νομοθέτης, δηλαδή  Θεός γίνεται τρεπτός καί λλοιωτός καί τό Εαγγέλιον «όριστον πρός τε σωτηρίαν καί πώλειαν». Δηλαδή, ετε τσι πράξεις, ετε διαφορετικά, μπορες νά σωθς μέ τίς ελογίες, χι βεβαίως το Χριστολλά το πισκόπου καί τς Συνόδου.
Πρέπει λοιπόν νά μς παντήσης, π. Βασίλειε, δευτερολογώντας, ν ποδέχεσαι τήν διδασκαλία, ν χι το σίου Θεοδώρου το Στουδίτου, τήν ποία θεωρες ναθεματισμένη πό τς κκλησίας, τουλάχιστον τήν διδασκαλία το Μ. Βασιλείου. ν τήν ποδέχεσαι, πρέπει νά συμφωνήσης τι  δημοσία καί συνοδική θέτησις στω καί μις εαγγελικς ντολς ποτελε αρεσι, διότι εσάγει λλον νομοθέτη καί λλο Εαγγέλιο.
Καί μή θεωρήσεις τι  αρεσις γκειται ες τό νά διακηρύξουν ο αρετικοί τι ατήν τήν ντολή το Εαγγελίου δέν τήν ποδέχονται, λλά ες τό νά τήν θετήσουν στήν πρξι, ες τό νά παρουσιάσουν ς οκονομία τήν θέτησι τν ντολν καί ατή  οκονομία νά γίνη νόμος αώνιος, χωρίς μέτρο  φραγμό, ες τό νά δημιουργηθ μέ τήν θέτησι τν ντολν  θισμός καί  συνήθεια το λαο, σέ σημεο πού νά μήν προβληματίζεται κν μέ τήν φαύλη θέτησι τν εαγγελικν ντολν, λλά νά τή θεωρ ς  πράξι συνηθισμένη καί νόμιμη.
Ατό τό διδάσκει  σιος στήν δια πιστολή πρός τόν μοναχό θανάσιο ς ξς: «λλ' π τ προκεμενον  λγος. φης, μηδενς νισταμνου κα διδσκοντος το μοιχεειν κα λειν τούς νιρους, πς ελγως καλσομεν ατος αρετικος; Μοιχεειν ον κα λειν τος νιρους τ λγ ληθς, ο διδσκουσιν· πε μηδ τ θνη τ μ νμον χοντα μοιχεειν διδσκει· κα οδ μες γυμνς τοτο κφωνεν ατος ξεθμεθα·  τι τν μοιχοζευξαν κυρσαντες κα τ σν ατ κα δι' ατς τρας παραβσεις το Εαγγελου, σν τας τν θεων καννων λσεσιν, οκονομαν εναι σωτριον π' ναθματι· κα τοτο καθεκστην κδικοντες δι τν προλεχθντων ξοριν κα φυλακν, τ Εαγγλιον λελκασι κατ τν φωνν τν γων· κα δυνμει π πσης παραβσεως οκονομαν γνεσθαι ποτθενται· τς ναλλοιτους ντολς το Θεο λλοισαντες, κα τρεπτς ποδεικνοντες» (Φατ. 48,134,140 - P.G. 99,1076).  Δι’ ατό λέγομε τι ο Οκουμενιστές χουν λλο Εαγγέλιο, λλους Κανόνες καί λλους Πατέρες.
Θά λθωμε ν συνεχεί στό θέμα τν Συνόδων, ο ποες, πως νέφερε στήν εσήγησί του,  π. Βασίλειος κατεδίκασαν τά συγγράμματα το σίου.
Kατ’ ρχάς πρέπει νά γνωρίζωμε τι μία ρθόδοξος Σύνοδος δέν καταδικάζει ποτέ οτε τούς ρθοδόξους, οτε τά ρθόδοξα συγγράμματά των, λλά καταδικάζει αρετικούς καί αρετικά συγγράμματα. κόμη καί τά  συγγράμματα το Θεοδώρητου Κύρου, τά ποα καταδικάστηκαν πό τήν Ε΄ Οκουμενική Σύνοδο, καταδικάσθηκαν διότι ντεστρατεύοντο, στά δώδεκα κεφάλαια το γίου Κυρίλλου μέ τούς σάριθμους ναθεματισμούς, τά ποα νεκήρυττον Θεοτόκον τήν Παναγία καί κατεδίκαζον τίς αρέσεις τς ποχς του καί τά ποα  Θεοδώρητος παρερμήνευσε καί τά θεωροσε αρετικά. πίσης καταδικάζονται πό τίς ρθόδοξες Συνόδους σοι παρερμηνεύουν καί διαστρέφουν τήν ρθόδοξο διδασκαλία τν γίων: «Τος μή ρθς τά τν γίων διδασκάλων τς το Θεο κκλησίας θείας φωνάς κλαμβανομένοις, καί τά σαφς καί ριδήλως ν ατας διά τς το γίου Πνεύματος χάριτος ερημένα, παρερμηνεύειν τε  καί περιστρέφειν πειρωμένοις. νάθεμα (γ΄)». (Συνοδ. Ζ΄Οκουμ. –Τριώδιον (σελ. 147) καί  πίσης στό διο τό Συνοδικό τς Ζ΄ Οκουμενικς: «Πσι τος δυσσεβέσιν ατν λόγοις τε καί συγγράμμασιν. νάθεμα  (γ΄)» (σελ. 149).
Πρέπει ς κ τούτου νά μς ποδείξη  π. Βασίλειος, τί αρετικό κήρυξε  σιος Θεόδωρος  Στουδίτης, στε νά καταδικασθ καί μάλιστα, πως ναφέρει, πό δύο Συνόδους. Καί πί πλέον νά μς διευκρινίση, πς δύναται νά εναι κάποιος «νας πό τούς μεγαλυτέρους μολογητές», σύμφωνα μέ τά δια τά λόγια του, τήν στιγμή κατά τήν ποία δύο φορές πλανήθηκε, σύμφωνα μέ τίς ψιμες θεωρίες του, ξλθε τς κκλησίας, κανε σχίσματα, παρέσυρε καί πλθος λλο σ’ ατά κλπ. καί, τό κυριώτερο, συνέγραψε πλθος αρετικν  καί ναθεματισμένων συγγραμμάτων τά ποα φυσικό το νά πλανήσουν πολλούς καί νά τούς ξωκείλουν τς εθείας δο καί τέλος δέν μετενόησε, στε νά πιστρέψη στήν κκλησία καί νά μολογήση τό λάθος του· καί τό κόμη βασικώτερο,  νωσις καί συνδιαλλαγή μέ τούς δύο γίους Πατριάρχες Ταράσιο καί Νικηφόρο γινε μέ βάσι τήν θεολογία το σίου Θεοδώρου καί φο μολόγησαν ο δύο Πατριάρχες  τι καναν λάθος καί τι  λήθεια το μέ τό μέρος το σίου.
 Τά κείμενα τά ποα παρουσιάζουν ατήν τήν λήθεια εναι ρανισμένα πό τήν δεύτερη βιογραφία του, στήν ποία πό τήν πρώτη πάνοδο κ τς ξορίας του  βιογράφος του περιγράφει τά ξς: «Aτη ον  θεοφιλεσττη νθρωπος, (δηλαδή  Ερήνη) μα το πειλφθαι τ τς βασιλεας πηδλια, νακαλεται μν τς ξορας τν μγαν Θεδωρον, ποιε δ ατν νωθναι τ γιωττ πατριρχ Ταρασίῳ το ωσφ μετ τν κβολν Κωνσταντνου τς ερατικς πογυμνωθντος ξας· καλς πεπραχναι λγουσα κα θεαρστως τος μφοτρους· τν μν, ς τν εαγγελικν δογμτων μχρις αματος κα ποινν ναφανντα συνστορα, κα δι τοτου τος μεταγενεστροις τν καθαρν πραγματευσμενον τν ψυχν σωτηραν· τν δς οκονομσαντα συμφερντως, κα το οστροντος νακτος τν κακτροπον κμοχλεσαντα γνμην, τ χερω τν πρ ατο βεβασιλευκτων παπειλοντος ποισειν ες τν το Χριστο κκλησαν, ε τν κατ νον ποπσοιεν· τατα δ κα  θεος Ταρσιος βεβαωσε, συναφθες τ καθ' μς Πατρς νεγρψατο ατς οτος  θλητς το Σωτρος Θεδωρος· ος κα μες στοιχσωμεν, κα μηδτερον μρος κακσωμεν, λλ' κατρους ποδεχμενοι, τας εαγγελικας φωνας πειθαρχεν εστι μ παραιτησμεθα· τ γρ οκονομικς γινμενα ο νμος· λλ' οδ πντα τ ψεκτον κκτηνται· πε κα Παλος κονμησε περιτεμν τν Τιμθεον, κα οκ ες νμου τξιν τοτ γε κεκρτηκεν· ατς γρ κα τατην ντρεψεν, διωλγιον κβον· Ε περιτομν κηρσσω, τ τι δικομαι;» (P.G. 99, 256D).
Kαί λίγο κατωτέρω  βιογράφος ναφέρει τά ξς: «πεί τι γε μή καλς ες τοτο τάξεως λθε τά τς κκλησιαστικς διοικήσεως πί τν μερν τουτωνί τον δυον βασιλέων, καί ατοί σαφς δεισαν ο θεόληπτοι πατριάρχαι· οδ γρ ν καλς δεδρακναι τν μγαν λεγεν Θεδωρον κ Θεσσαλονκης πανελθντα  τς ρθοδοξας πρμος Ταρσιος, ε μ ατν δει τν ληθ τρβον το εαγγελου πλανς δεοντα· οδ' α πλιν πεδχετο ατν  τς νκης πνυμος εροθτης, κα ς θλητν ληθεας τος πανοις κατστεφεν, ε μ ρθοτομοντα διεγνκει τν λγον τς πστεως. Πρς δ τος ερημνοις κα τοτο θετον, τι ε οκ εχεν καστος ατν μ ε πεποιηκναι τ δξασθαι ες ερωσνης τιμν τν μοιχοζεκτην δι βασιλικν φβον, οκ ν μετ θνατον τν νκτων, κα τν παρ Θεο ες ατος γεγονυαν το ερο Θεοδρου παρ πδας κδκησιν, το χορο τν ερων τν τολμηταν χριζον» (P.G. 99, 268D).
Kαί κατά τήν δεύτερη πάνοδο πό τήν ξορία  βιογράφος ναφέρει τά ξς: «στις Μιχαήλ Χριστιανικώτατος πάρχων καί πιστός ν Κυρίνακαλεται τς ξορίας εθύς τούς περί τόν μέγαν Θεόδωρον∙ νεσθαι δέ κελεύει καί τούς κατά τά μοναστήρια πό φρουράν ντας ατο μαθητάς∙ καί γίνεται πρέσβυς χριστομίμητος καί μεσίτης τν διεστώτων, σύν τ πάπ τς πρεσβυτέρας Ρώμης∙ καί συνελαύνουσιν μφω,  μέν δι’ πιστολν παραινετικν,  δέ δι’ ατοπροσώπου συνομιλίας καί παρακλήσεως, τόν τε γιώτατον πατριάρχην καί τόν θεσπέσιον Πατέρα μν ες μονοίας πρεπωδεστάτην συνάφειαν∙ τόν δέ μοιχοζευξίαν τετολμηκότα τς λειτουργείας πείρξαντες κατά τήν μπροσθεν π’ ατ γεγονυαν κρίσιν το οιδίμου καί μεγάλου Ταρασίου.  Καί οτω πάλιν Χριστο το γαθο Θεο μν χάριτι καί φιλανθρωπί, γίνεται σταθερά γαλήνη ν τ ατο γιωτάτ καί καθολικ κκλησίκ μέσου τν σκανδάλων φανισθέντων» (P.G.99, 272D).
Σέ πιστολή του πίσης πρός τόν μοναχό Συμεών  σιος περιγράφει τήν πρώτη πάνοδο καί νωσι μέ τόν Πατριάρχη Ταράσιο: «Τατ στι, Πτερ γιε, τ φοβοντα κα συστλλοντα μν τν καρδαν. Κα δι τατα πρς τ μ κοινωνσαι ατ τε κα τ προηγησαμν πατριρχπν μετεδδου τ μοιχεσαντι· πε­κλεσθημεν, γ ν  καθζ τπ γομενς τε κα ο λοιπο σν τ ρχιεπισκπ ν τ Θεσσαλονκ περορισθντες. λλ'  Θες πλιν πισυνγαγεν μς εχας σου. Κα οδ’ οτως ς τυχεν νθημεν τ πατριρχ, ε μ μολγησε καλς μς πεποιηκναιἘάν ον οδ' τε  μοιχεα ν, κα  τν καννων παρβασις, οχ πεστλημεν δυνμει Θεο· πς ον ρτι τε εσεβοσ στιν  βασιλεα, νεκεν νς πρεσβυτρου καθρημνου ποσταλησμεθα, κα προδσομεν τν λθειαν, κινδυνεοντες κατ ψυχν; οδαμς. λλ πντα μν φορητ μχρι θαντου,  μετασχεν τς κενου κοινωνας, κα τν κεν συλλειτουργοντων, ως ν πασ τς ερουργας σπερ π το προτρου· καπερ ντως χαλεπωτρου το δευτρου» (Φατ. 22, 61,111, P.G.99, 977).
  π. Βασίλειος στήν εσήγησί του νέφερε τά ξς: «ρχικά καταδικάσθηκαν τό 809 πό τήν Σύνοδο το γίου Νικηφόρου,  ποία ναθεμάτισε τούς Στουδίτες καί τούς μόφρονές τους, πού εχαν ποσχισθε “πό τήν γία κκλησία”», ν  βιογράφος το σίου ναφέρει τά ξς: «οδ’ α πάλιν πεδέχετο ατόν  τς νίκης πώνυμος εροθέτης (δηλ.  γιος Νικηφόρος) καί ς θλητήν ληθείας τος παίνοις κατέστεφεν, ε μή ρθοτομοντα διεγνώκει τόν λόγον τς πίστεως» (P.G. 99, 269A).
δ διαψεύδεται  π. Βασίλειος πανηγυρικά, διότι  βιογράφος το σίου ναφέρει τι  γιος Νικηφόρος δέχθη τόν σιο «ς θλητήν ληθείας» καί «τος παίνοις κατέστεφε», πειδή «ρθοτομοντα διεγνώκει τόν λόγον τς πίστεως».
λλωστε εναι γνωστό τος πσι τι, άν σχυε  ναθεματισμός καί  καθαίρεσις το σίου πό τήν Σύνοδο το 809, πρεπε νά γίνη ποκατάστασις το σίου πό λλη Σύνοδο, φο βεβαίως  γιος μετανοοσε καί προσήρχετο ες ατήν νά ζητήση λεος.  σιος μως πέστρεφε πό τίς ξορίες θριαμβευτικά θά λέγαμε, τιμώμενος πό λους ς θλητής τς πίστεως καί βεβαίως τιμτο καί πό τούς δίους δύο Πατριάρχες ναλόγως.
κουσε, π. Βασίλειε, πς τιμτο  σιος πό λη τήν οκουμένη, μηδέ ξαιρουμένου καί το Πάπα τς Ρώμης, καί ταν κόμη ταν ξόριστος στή Θεσσαλονίκη: «κ δέ τούτου φόβος πιπίπτει καθ’ λην μικρο τήν πό τν ωμαίων ρχήν πί τούς τά τοιατα πράσσοντας∙ καί γίνεται τος κολασταίνουσι κημός  τν εσεβν διωγμός, καί ναστέλλεται ταύτ τοι  το κακο τοδε φορά, το μή πρόσω προβαίνειν∙ τά γάρ νεπίπληκτα τν παθν ρπει μέν εί πρός τό ασχιον ς χις καταδράττεται δέ καρδίας καί νο, καί ες λισθον γει παντελ τόν λόντα∙ περ να μή γένηται, ν τος προειρημένοις θλητας  χάρις το παναγίου κλάμψασα Πνεύματος, λεγξεν ναφανδόν τς παρανομίας τό ργον... καί οτω μλλον  μέγας Θεόδωρος διαβοητότερος καθίσταται, μιμητής το Προδρόμου δεικνύμενος, καί λιο το Θεσβίτου, ο μόνον ν τος περιοίκοις, λλά καί πανταχο τς οκουμένης· ν γάρ τ Θεσσαλονικέων τόν παντα χρόνον τς Κωνσταντίνου βασιλείας περιφρουρούμενος πόλει, ες τάς ξωτάτω χώρας τά τν δίων κατορθωμάτων πέπεμπε  προτερήματα. Γεγράφηκε  δέ καί τ πάπ τς πρεσβυτέρας ώμης δι’ οκείων ατο μαθητν δλα τατα καταστησάμενος∙ καί πεδέχθη παρ’ ατο μεγάλως, ς μή ποστειλάμενος ναγγελαι τά φίλα Θε παρ’ ο καί ντίγραφα δέξατο καταγεραίροντα ατο τήν πέρ το καλο νστασίν τε καί θλησιν, ς ξισουμένην τ το θείου Προδρόμου ξιοπρεπς παῤῥησί» (P.G. 99,256Β).
Δύνασαι, π. Βασίλειε, νά σκεφθς ναν καθηρημένο, ναθεματισμένο καί σχισματικό νά τόν τιμ λη  οκουμένη ς θλητή τς πίστεως, κόμη καί στήν ξορία του καί, ταν πιστρέφει πό τίς ξορίες, νά μολογον λοι ατήν τήν λήθεια καί, πί πλέον, νά γίνεται τόσο ξακουστός παντο, ες τρόπον στε νά συγκεντρωθον γύρω του περίπου χίλιοι μοναχοί.
Γράφει  βιογράφος του μετά τήν πάνοδο πό τήν πρώτη ξορία: «διαφημίζεται δέ κατά τό μλλον τι  το Σακκουδίωνος προσηγορία, καί Θεόδωρος ν τος πάντων μεγαλύνετο στόμασιν∙ καί τό ργον ατο τς διά Θεόν περορίας ες πσαν διατρέχει τήν π’ ορανόν∙ καί διδάσκει πάντας μο τοις εαγγελικος πεσθαι παραγγέλμασιν, τόν μέν νδρα μις εναι γυναικός κύριον, το θείου Λόγου θεσπίσαντος∙ σαύτως δέ καί τήν γυνακα, νός νδρός σύνοικον∙ καί τατα ννόμως, λλ’ ο νόθ τινί καί μοιχικ συνοικεσί∙ πορνεία γάρ καί τά σαρκός πάθη κατακιβδηλεύει μέν τόν νθρωπον, τς πρός Θεόν συναφείας προδήλως ξίστησιν∙ κ δέ τούτου πολλοί τς μεγαλωνύμου πόλεως οκήτορες, καί μέντοι καί τν ξωτέρων πολιχνν καί στυγειτόνων νδρες, ο μόνον τν μετέρων, λλά καί τς πό τν ξωθεν ρμωμένων παιδείας πισημότατοι, πρός τόν μέγαν τοτον συνεῤῥύησαν παιδοτρίβην, μοναχικς φιλοσοφίας ν πείρ γενέσθαι προθέμενοι» (P.G. 99, 257C).
λλά θά πρέπει νά περιγράψωμε καί τί εδους Σύνοδος το ατή το 809,  ποία τόν κατεδίκασε, στε νά κατανοήση  κάθε καλοπροαίρετος ναγνώστης, ποες Σύνοδοι καταδικάζουν τούς νθισταμένους ες τήν αρεσιν.  Σέ πιστολή του πρός τόν γούμενο καί τούς μοναχούς τς μονς το γίου Σάββα,  σιος περιγράφει τήν συγκρότησι τς Συνόδου καί κάποιες ποφάσεις της.  πιστολή ατή πό λάθος προφανς χει καταχωρηθ στίς πιστολές τς εκονομαχικς αρέσεως καί μάλιστα  Πατρολογία το Μigne δημοσιεύει μόνον τήν ρχή της: «οτω τοδε (το οκονόμου ωσήφ) κατ θεο πεπραχτος, πρτερν τε κα στερον ως θαντου συνδιαιτουμνου τος μοιχωμνοις κα μεταδιδοντος τν θεων δρων, ε κα ερχθη π το προηγησαμνου μετ τν διρρηξιν τς μοιχικς βασιλεας, τ νν γνεται π το νου προδρου μετ κα πεντεκαδεκα εραρχν κ οπς το κρατοντος; εσκρνεται πλιν ερουργεν ν ατ τ καθολικ κκλησίᾳ.
Κα πειδ οκ γκατλιπε Κριος τοσοτον τν καθ᾿ μς γενεν, στε πντας κλναι γνυ τ Βαλ, λλ' ερεθνα τινας ς κα π' ατς τς μοιχεας πρτερον κα ατκα ρειδομνους τος το θεο νμοις, γνωσθντων τοτων τ δ παραιτουμν τν κοινωναν μφοτρων κροτεται κ προστγματος βασιλικο καθολικ σνοδος. Κα δ πρ τς συνδου φρουρσαντες κα περιστοιχσαντες στρατιωτικν τγμα τος μ συνανομεν ατος νελομνους στσιν π το συνεδρου τς παρανομας, ναθεματζουσιν ο μοιχοΐστορες, ατοφρονοσιν, περορζουσιν, εργουσιν σφαλς λλον ξ λλου, ος μν κα σιδηροδεσμους θμενοι, νους δ κα τ ξλ τον ποδον συνεραντες.
Τατ στι τ δραματουργματα τς ναφυεσης μοιχειανικς αρσεως,  πατρες. Δεδογματκασιν ον π τν βασιλων μ κρατεν μηδ ρχειν τος θεους νμους, πταν ο βολωνται, λλ τν σν ατος παρανομαν κα λσιν τν το Κυρου ντολν οκονομαν προσαγορεεσθαιθεν οδ μιμεσθαι θεμιτν τος ν τ παροσ γενε τινα τν μχρις αματος ναντον βασιλων παρρησιασμνων πρ θεων νμων φασ· κα δι τοτο τν Πρδρομον μν μ δι τν πρς ρδην λεγμν εναι πρδρομον φασαν, κατασμικρνοντες τν κορωνδα τς ρετς το γου, επω δ κα παρωθομενοι ατν ς οκ ναγκααν, τν δ Χρυσστομον κα φωστρα το κσμου κα φανερς επεν τλμησαν κα λγουσιν ο καλς πεποιηκναι πρ το τς χρας γρο ξορισθντα, λγξαντα τν Εδοξαν κντεθεν ταρξαντα τν κκλησαν. κστ τν εραρχν πρς τ δοκον ατ ν τος παρεμππτουσι σφλμασιν, λλ' οχ ς  κανν πντως διαγορεει, πρττειν ξφηναν, κν καθαρεσις πρκειται, κα τοτο οκονομαν νομζοντες· μηδ γρ γχωρον στι φυλττεσθαι τος καννας φησν παντας» (Φατ. 555, 851, 42).
 Σύνοδος λοιπόν το 809 γινε καθ’ ποβολή καί πίταξι τς πολιτικς ξουσίας, πρχε ξαναγκασμός καί πλήρης στέρησις τς λευθερίας, σέ σημεο πού, ν κάποιος εχε ντίθετο γνώμη, νά θεωρται νοχος καί πόδικος, νά ναθεματίζεται καί νά παραδίδεται στούς στρατιτες διά φυλάκισι καί ξορία.
Ο ποφάσεις δέ τς Συνόδου ριζαν, τι γιά τούς βασιλες δέν σχύουν ο νόμοι το Θεο, «δεδογματίκασιν ον πί τν βασιλέων μή κρατεν μηδέ ρχειν τούς θείους νόμους πόταν ο βούλονται»· τήν διάλυσι τν ντολν το Θεο καί το Εαγγελίου τήν νόμασαν οκονομία, τι δέν πρέπει νά μιμούμεθα ατούς, ο ποοι σήμερα ντιστέκονται στίς παρανομίες τν βασιλέων, περασπιζόμενοι τούς θείους νόμους· τι  Πρόδρομος ωάννης σφαλε, πειδή λεγξε τόν ρώδη καί δι’ ατό δέν εναι Πρόδρομος καί, βεβαίως, τι  Χρυσόστομος γιος καί φωστρας τς οκουμένης κακς πραξε πού λεγξε τήν Εδοξία γιά τόν γρό τς χήρας καί κατ’ ατόν τόν τρόπο τάραξε τήν κκλησία. πεφάνθησαν τέλος τι ο πίσκοποι καί εράρχες δύνανται κατά τό δοκον νά ντιμετωπίζουν τά διάφορα σφάλματα καί χι σύμφωνα μέ τούς ερούς Κανόνες, στω καί άν πρόκειται κόμη καί γιά καθαιρετικά μαρτήματα τά ποα τά κλαμβάνουν καί ατά ς οκονομία.
Μία τέτοια Σύνοδος ντως, π. Βασίλειε, θά πρεπε νά καθαιρέση καί νά ναθεματίση τόν σιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί, βεβαίως, μία τέτοια Σύνοδος εναι ρεστή σήμερα καί ναγνωρισμένη πό σένα καί τούς Οκουμενιστές, διότι παρέχει πλήρη συδοσία στήν θρησκευτική καί πολιτική ξουσία καί, σφαλς, προάγει τήν αρεσι το Οκουμενισμο καί ποκλείει κάθε ντίστασι κ μέρους τν ρθοδόξων.
Τέτοιες Σύνοδοι καθήρησαν τόν Χρυσορρήμονα γιο, τόν Μ. θανάσιο, τόν γιο Μάξιμο καί  γιο Παλο τούς μολογητές, τόν γιο Φλαβιανό καί πλείστους λλους. Τέτοια συνέδρια κατεδίκασαν τόν Κύριο πί ρχιερέων ννα καί Καϊάφα. Σύμφωνα λοιπόν μέ τίς θεωρίες σου, προκειμένου νά δεχθομε ατές τίς Συνόδους, πρέπει νά λλάξουμε τά λόγια το γίου Μαξίμου το μολογητο, τά ποα, πως προαναφέραμε, καταγράφει  γιος Νικόδημος  γιορείτης στά προλεγόμενα τς Α’ Οκουμενικς καί νά επομε: «Τάς γενομένας Συνόδους  “σεβής” πίστις κυρο». Τό σίγουρο βεβαίως εναι τι  γιος Νικηφόρος πουσίαζε πό ατήν τήν Σύνοδο, διότι δέν θά  το τιμητικό δι’ ατόν νά προεδρεύη μις τέτοιας αρετικς καί ληστρικς Συνόδου, καί κ τν στέρων νά κθειάζη τόν σιο γιά τήν παρρησία καί τήν κρίβεια στά θέματα τς πίστεως καί τήν ρθόδοξο στάσι του.
Δεδομένης τῆς εὐκαιρίας καί προκειμένου νά ἀποδείξωμε ὅτι, ἀπό αὐτά πού μελετᾶ ὁ π. Βασίλειος Παπαδάκης, βγάζει πάντοτε τά συμπεράσματα πού τόν ἐξυπηρετοῦν, ἀναφέρομε ἕνα τμῆμα τῆς εἰσηγήσεώς του καί κατόπιν θά τό σχολιάσωμε:
«ρχικά καταδικάσθηκαν (τά σχίσματα τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου) τό 809 πό τήν Σύνοδο το γίου Νικηφόρου,  ποία ναθεμάτισε τούς Στουδίτες καί τούς μόφρονές τους, πού εχαν ποσχισθε “πό τήν γία κκλησία”. Πρέπει νά τονισθε τι κείνη τήν ποχή  κκλησία τς Κωνσταντινουπόλεως κοσμετο πό μεγάλους Πατέρες, ο ποοι –παρά τό τι γωνίσθηκαν κατά τν Εκονομάχων– ν τούτοις δέν συμμετεχαν στά σχίσματα το γίου Θεοδώρου, καί πομένως βρίσκονταν στό πλευρό το γίου Νικηφόρου. ναφέρουμε νδεικτικά τούς γίους Μιχαήλ Συννάδων, Θεοφύλακτο Νικομηδείας, Εθύμιο Σάρδεων καί τούς γουμένους γίους Θεοφάνη τς Σιγγριανς, Μακάριο τς Πελεκητς, λαρίωνα τν Δαλμάτων. λοι ο νωτέρω γιοι Πατέρες ποκαλονται βριστικά πό τούς ζηλωτές “αρετικοί”, “μοιχειανοί”, “μοιχοκυρωταί”, “θηρία”, ν οδέποτε πρξαν αρετικοί».
Κατ’ ἀρχάς πῶς διεπίστωσες, π. Βασίλειε, ὅτι αὐτοί οἱ ὅσιοι Πατέρες «δέν συμμετεῖχαν στά σχίσματα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου καί ἑπομένως βρίσκονταν στό πλευρό τοῦ ἁγίου Νικηφόρου»;  Μήπως τό εἶδες κάπου γραμμένο καί λησμόνησες νά μᾶς παρουσιάσης τήν παραπομπή, ὅπως ἔκανες στά σκόρπια παραδείγματα πού ἀνέφερες; Καί, ἄν ὄντως αὐτοί οἱ Πατέρες δέν ἦταν μέ τό μέρος τοῦ ὁσίου, σημαίνει ὅτι ἦταν στό πλευρό τοῦ ἁγίου Νικηφόρου; Δέν ὑπάρχει ἡ περίπτωσις νά εἶχαν τηρήσει καί μία οὐδέτερη στάσι; Μήπως ὁ ὅσιος ἀγωνιζόταν γιά κάτι παράνομο καί ἀντίθετο στήν Ἁγία Γραφή καί ἀποφαίνεσαι μετά βεβαιότητος ὅτι, οἱ ὅσιοι αὐτοί Πατέρες ἦσαν ἐναντίον τῆς παρανομίας καί, ἄρα, στό πλευρό τοῦ ἁγίου Νικηφόρου; Ἤ μήπως πρέπει, ἐλλείψει πληροφοριῶν, νά ὑποθέσουμε ὅτι οἱ ὅσιοι αὐτοί Πατέρες ἦσαν στό πλευρό τοῦ ὁσίου, ὡς ἀκριβεῖς καί αὐτοί φύλακες τῶν πατρικῶν Παραδόσεων;
Ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου γράφει ἐν προκειμένῳ τά ἑξῆς, ἀναφερόμενος στήν δευτέρα ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου: «οὕτως οὖν πείθει (ὁ αὐτοκράτωρ) ἄκοντα πάντῃ καί μή βουλόμενον κατά νοῦν τόν τῆς νίκης ἐπώνυμον πατριάρχην πρός τό δέξασθαι συλλειτουργόν τόν ἀνίερον. Καί γίνεται πάλιν διαφωνία καί γνωμῶν σύγχυσις καί προσώπων διαίρεσις ἔν τε τοῖς ἱεράρχαις καί τοῖς μονάζουσιν, τῶν μέν μή προσκροῦσαι τῷ ἄνακτι ἕνεκα τούτου καλῶς ἔχειν ὑπονοούντων, τῶν δέ περί τόν μέγαν Θεόδωρον ἀντιφασκόντων, ὡς οὐ δίκαιόν ἐστι τήν ἐξενεχθεῖσαν πρός τοῦ θεσπεσίου Ταρασίου ἐπί τῷ Ἰωσήφ κρίσιν ἀνατραπῆναι, ἐπί λυσιτελείᾳ τοῦ παντός τηνικάδε γεγενημένην» (P.G. 99, 265 D).
Γιά τήν πρώτη δέ ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου ὁ βιογράφος του ἀναφέρει: «Ἀλλ' οἷον καί ὅσον κατόρθωμα τῇ οἰκουμένῃ πάσῃ ὁ τοῦ θεοφόρου Πατρός ἡμῶν ἐκτετέλεκεν ἄεθλος, ἔξεστιν εὐθύς συνιδεῖν· οἱ γάρ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς κατά Χερσῶνα καί Βόσπορον παροικίας ἐπίσκοποι καί πρεσβύτεροι, πρός δέ καί τῶν μοναστῶν οἱ θεοειδέστεροι, τήν τοῦ θείου Πατρός ἡμῶν ἐπακούσαντες πρᾶξιν, καί συνηγοροῦσαν εὑρηκότες τοῖς θείοις Εὐαγγελίοις, ζηλοῦσιν ἐν καλῷ τήν αὐτοῦ παῤῥησίαν· ὡς πληροῦσθαι κἀνθάδε τό, Ὁ ζῆλος ὑμῶν ἠρέθισε τούς πλείονας εἰς τό ἀγαθόν· καί παραυτά μέν ἀπρόσδεκτα τίθενται τά προσφερόμενα δῶρα τῶν τά αὐτά τῷ νεωτέρῳ Κωνσταντίνῳ πραξαμένων ταῖς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαις· ἀφορίζουσι δ' αὐτούς καί τῶν σεπτῶν καί ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων· λέγουσι καί αὐτοί συνῳδά τῷ ἱερόφρονι Θεοδώρῳ πρός τούς φαυλίσαντας τήν Χριστιανικωτάτην παράδοσιν· Οὐκ ἔξεστιν ὑμῖν ἔχειν γυναῖκας παρά τούς τεθέντας Χριστόθεν νόμους· τέλος ἀπελαύνονται καί αὐτοί τῶν ἰδίων ἐκκλησιῶν καί κατασκηνώσεων· καί τἄλλα δέ πάσχουσιν, ὅσα τοῖς δρῶσίν ἐστιν καταθύμια· θυμοῦ στρατηγοῦντος μάλιστα τοῦ δεινοῦ ὁπλίτου καί χειρός βιαίας» (P.G. 99, 253D).
Μήπως λοιπόν, π. Βασίλειε, δύνασαι νά μᾶς κατονομάσης, ποῖοι Ἐπίσκοποι καί Ἱεράρχες ἦσαν αὐτοί πού ἀποτειχίστηκαν καί ποῖοι ἦσαν οἱ θεοειδέστεροι μοναχοί πού ἀκολούθησαν τόν ὅσιο στήν ἀποτείχισι, μέ βάσι τά ὑπάρχοντα κείμενα καί ὄχι τήν καλπάζουσα διάθεσί σου νά τούς ἐντειχίσης  καί συστρατεύσης ὅλους  αὐτούς πού ἀνέφερες παρά τῷ πλευρῷ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου; Ἀλλά καί ἐάν, τέλον πάντων, οἱ Πατέρες αὐτοί, τούς ὁποίους ἀνέφερες, δέν ἐξορίστηκαν διά τήν μοιχειανική αἵρεσι, αὐτό σημαίνει ὅτι ἦσαν παρά τό πλευρό τοῦ ἁγίου Νικηφόρου;
Ἄκουσε, π. Βασίλειε, τί ἀποκαλύπτει ὁ ὅσιος σέ ἐπιστολή του πρός τόν ἡγούμενο Θεόφιλο καί κατανόησε ὅτι μέ τήν φαντασία μποροῦμε νά οἰκοδομήσωμε πύργους καί νά κατατάξωμε τούς ἀνθρώπους ὅπως μᾶς βολεύει: «Πείθομαι γάρ καί τήν σήν ὁσιότητα ποθεῖν τήν ἡμετέραν ἀναξιότητα καί ἀκλινῆ διαμένειν τῆς ὀρθοδόξου καί θεαρέστου ἐνστάσεως ἐξ ὧν τε πρότερον καί ὕστερον ὑπέδειξεν ἑαυτήν θεῷ τε καί ἀνθρώποις, ὡς συναιρεῖσθαι  ἡμῖν τοῖς ταπεινοῖς καί τόν ὑπέρ εὐσεβείας διωγμόν, κἄν οὐκ ἠβουλήθησαν οἱ κρατοῦντες φειδοῖ τοῦ μή πολλούς ἐξορίζειν καί καθείργειν καί ὡς ἄν δόξωσιν ἐντεῦθεν πείθειν τόν κόσμον εἰς ἡμᾶς μόνους περιίστασθαι τήν πρός αὐτούς διαφοράν καί μή εἶναι ἄλλους τούς ἐνισταμένους˙ οἵ τοσοῦτοι τῷ πλήθει ἐν τῇ ὑπ’ αὐτούς ἐξουσίᾳ, κἄν φόβῳ εἴτε καί οἰκονομίᾳ ὑποκρύπτωσιν ἑαυτούς, ὡς ἔστιν ἀκούειν τοῦ θείου Δαυίδ κράζοντος, ἐξαριθμήσομαι αὐτούς, καί ὑπέρ ἄμμον πληθυνθήσονται» (Φατ. 39, 112,9).
Ἐδῶ ἀναφέρει ὁ ὅσιος ὅτι, σκεπτόμενοι μέ δολιότητα οἱ ἐξουσιαστές, δέν ἠθέλησαν νά ἐξορίσουν πολλούς ἀποτειχισμένους, γιά νά πείσουν τόν λαό ὅτι τό πρόβλημα περιεστρέφετο μόνο στούς μοναχούς τοῦ Στουδίου καί ὅτι δέν ὑπῆρχαν ἄλλοι ἐνιστάμενοι. Οἱ ἐνιστάμενοι ὅμως ἦσαν τόσοι πολλοί, ἔστω καί ἄν κάποιοι ἀπό φόβο ἤ κατ’ οἰκονομίαν δέν ἤθελαν νά φανοῦν, ὥστε νά ὁμοιάζουν κατά τόν Δαυϊδ μέ τήν ἄμμο τῆς θαλάσσης. Περιμένουμε ὅμως, δευτερολογώντας, νά μᾶς καταθέσης στοιχεῖα γιά τό πῶς ἔκανες αὐτόν τόν διαχωρισμό.
Στό τέλος αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῆς εἰσηγήσεώς σου, μετά τήν ἀπαρίθμησι τῶν Πατέρων, πού κατά τήν γνώμη καί φαντασία σου ἦσαν παρά τῷ πλευρῷ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου, ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Ὅλοι οἱ ἀνωτέρω ἅγιοι Πατέρες ἀποκαλοῦνται ὑβριστικά ἀπό τούς Ζηλωτές “αἱρετικοί”, “μοιχειανοί”, “μοιχοκυρωταί”, “θηρία”, ἐνῶ οὐδέποτε ὑπῆρξαν αἱρετικοί».
   Στήν λέξι λοιπόν «θηρία» ἔχεις στήν ὑποσημείωσι ὡς πηγή ἕνα δικό μου κείμενο. Ἐξεπλάγην, λοιπόν, γιά τό πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀποκαλῶ τούς Ἁγίους θηρία καί ἀνεζήτησα τό κείμενό μου αὐτό καί τό ἐμελέτησα ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος. Τήν λέξι λοιπόν «θηρία» τήν ἀναφέρω εἰς τό ἑξῆς σημεῖο: «πως λοιπόν καταλαβαίνει κανείς  σιος δωσε μέσα στή Σύνοδο μάχη μέ θηρία, τά ποα σαν συγχρόνως καί ρομπότ κατευθυνόμενα καί εχαν λάβει πό πρίν τίς ποφάσεις, πως κριβς γίνεται καί σήμερα στά λεγόμενα κκλησιαστικά δικαστήρια. πό ατόν μως τόν ναθεματισμό το γίου,  ποος δι’ ατόν το τίτλος τιμς, μέχρι ατά πού φλυαρον  πρώην παλαιοημερολογίτης σχολιαστής καί  π. Βασίλειος Παπαδάκης, τι δηλαδή  σιος ναθεματίσθηκε πό πολλούς γίους τς ποχς του, πάρχει χάος μέγα, μλλον τελεία διαστροφή τς ληθείας καί παραπλάνησις τν φελν καί βολεμένων. Στό σημεο ατό, ν χρειασθ, μπορ νά πανέλθω μέ πολύ περισσότερα στοιχεα».
Ὅπως λοιπόν καταλαβαίνει καί ὁ πλεόν ἀδαής, π. Βασίλειε, τήν λέξι «θηρία» τήν ἀνέφερα δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο μέσα στή Σύνοδο, καί δι’ αὐτούς πού τήν περιεστοίχιζαν μέ τά ξίφη, καί δι’ αὐτούς πού τήν κατηύθυναν διά νά πάρη τέτοιες ἀποφάσεις, καί ὄχι γιά τούς Ἁγίους πού ἐσύ, σύμφωνα μέ τά σχέδιά σου προσάρμοσες τήν ἔκφρασι αὐτή. Πιό πάνω ἀπό αὐτήν τήν ἔκφρασι ἔδιδα μία ἄλλη περιγραφή τῆς Συνόδου τοῦ 809, ἀπό ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τόν μοναχό Ἀθανάσιο: «Μία κόμη περιγραφή γιά τό πς λειτούργησε  Σύνοδος μς κάνει  σιος σέ πιστολή του πρός τόν μοναχό θανάσιο:«πέρ τίνος  δι’ ρχόντων παράστασις μν ν τ πολυανθρώπ συνόδ, συγκαθεζομένων καί τριν τν μεγίστων ξιωμάτων; πέρ τίνος γώ  ταπεινός κεσε βριζόμενος, καί κυκλόθεν περιστοιχιζόμενος; καί κούων· Οκ οδας τί φλυαρες, τί λαλες. Βοντός μου· Πίπτει  Πρόδρομος· λύεται τό Εαγγέλιον· οκ στιν οκονομία κκείνων τό πιλέγειν πολύ, τι οκονομία· καί οτως ο γιοι κονόμησαν, καί  ν γίοις προηγησάμενος. δε μάρτυρες τι πέτρεψε τήν μοιχοζευξίαν· κν οκ λεγον ατήν οτως, λλά καί τό επεν, μοιχοζεύκτην, διεπρίοντο τούς δόντας το οονεί οφσαιπέρ τίνος τό νάθεμα τος μή δεχομένοις τάς οκονομίας τν γίων διαβοήτως νακραχθέν· καί γώ σύν τ Πατρί μου καί Καλογήρ π' ρχοντικς χειρός φορισθείς κ μέσου·  δέ ρχιεπίσκοπος ναπολειφθείς· καί διότι μόνον λειτούργησεν π' μο παρακληθείς ες τά Στουδίου, ς κοινός πρεσβύτερος καθαιρεθείς κατ' ατούς; Τόν γάρ π' ατο Χριστο καθαιρεθέντα καί τν θείων κανόνων μοιχοζεύκτην θώωσαν· νένοχον ποφηνάμενοι κατά πάντα καί συνιερουργόν ατος ντα καί πρότερον. Τόν δέ καθαίρετον κ κανόνων, καθαιρέσει πέβαλον· ργ τόν λόγον ατν βεβαιούμενοι ς ξουσίαν χειν τούς εράρχας, κατά τό ατος δοκον, κεχρσθαι τος κανόσιν. περ νεργοσιν ες τό εί...» (Φατ. 48,132,90).
Ἐλησμόνησες ἐδῶ, π. Βασίλειε, νά ἀναφέρης στήν εἰσήγησί σου ὅτι δέν ἀπεκάλεσα αὐτούς τούς Ἁγίους μόνο θηρία, ἀλλά καί ρομπότ κατευθυνόμενα. Αὐτό ὅμως προφανῶς τό παρέλειψες, διότι θά ἀπεκαλύπτετο ἡ ἀπάτη καί διαστροφή πού κάνεις στά κείμενα, μέ σκοπό νά βγάλης τά συμπεράσματα πού ἐπιθυμεῖς. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἄν σέ βαθμολογοῦσε κανείς στήν διαστρέβλωσι καί παρερμηνεία τῶν κειμένων, θά ἔπαιρνες ἀσφαλῶς ἄριστα, ἐφ’ ὅσον κατώρθωσες νά μᾶς παρουσιάσης, ἐμᾶς πού σεβόμεθα τούς Ἁγίους, σέ σημεῖο πού ὅ,τι λέγομε νά τό στηρίζουμε εἰς τήν διδασκαλία των, ὅτι τούς ὑβρίζομε καί τούς ἀποκαλοῦμε θηρία, ἐνῶ ἐσεῖς πού ἔχετε γράψει τήν διδασκαλία των στά παλαιότερα τῶν ὑποδημάτων σας, ἐσεῖς πού γιά νά στηρίξετε τίς θεωρίες σας ἀνιχνεύετε τά πρός ἀποφυγή παραδείγματα τῆς ἱστορίας, ἐσεῖς πού οὔτε στήν Ἁγία Γραφή θέλετε νά στηριχθῆτε γιά τήν νεοεποχίτικες θεωρίες σας, ἐσεῖς ὑποτίθεται ὅτι σέβεσθε τούς Ἁγίους, ἐνῶ ἐμεῖς τούς ὑβρίζομε. Ἄς κρίνουν οἱ ἀναγνῶστες τά κείμενα ἑκάστης πλευρᾶς καί ἄς ἀποκομίσει ἕκαστος τά συμπεράσματά του.
Ἀμέσως κατωτέρω μετά τήν ἀνάλυσι τοῦ χαρακτηρισμοῦ  «θηρία», προκειμένου νά μήν μᾶς διαφύγη τῆς προσοχῆς καί μέ σκοπό νά ἀποκαλύψωμε ὅσο τό δυνατόν τίς βαθύτερες, κατά τήν γνώμη μας, προθέσεις σου ἀναφέρεις τά ἑξῆς: «Ο ζηλωτές δηλαδή, γιά νά δικαιολογήσουν τά σχίσματά τους, Σεβασμιώτατε, πινόησαν μία νύπαρκτη στήν κκλησιαστική στορία αρεση, τήν αρεση το μοιχειανισμο, στόν γώνα κατά τς ποίας στηρίζουν τόν δικό τους γώνα».
Ὥστε λοιπόν, π. Βασίλειε, ἡ μοιχειανική αἵρεσις εἶναι ἐπινόησις τῶν Ζηλωτῶν γιά νά δικαιολογήσουν τά σχίσματά των! Εἰλικρινά πρώτη φορά συναντῶ τέτοια διαστροφή, ἡ ὁποία ἀκυρώνει μέ μία μονοκονδυλιά, τόσους ἀγῶνες, ἐξορίες, διωγμούς καί μαρτύρια Ἁγίων Πατέρων, ἐπειδή αὐτό ἐξυπηρετεῖ σήμερα τά σχέδια καί τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί νά σκεφθῆ κανείς ὅτι σᾶς ἐκάλεσε ὁ Ἀντιοικουμενιστής Ἐπίσκοπος Πειραιῶς γιά νά εἰσηγηθῆτε γιά ἕνα σοβαρώτατο θέμα πού ἀφορᾶ στήν καταπολέμησι τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μετά λύπης μου λοιπόν διαπιστώνω, μετά τά ὅσα ἔχω ἐπισημάνει, ὅτι  δέν θά μποροῦσε νά εὕρη μεγαλύτερο ὑπερασπιστή αὐτῆς τῆς παναιρέσεως τήν ὁποία ὑποτίθεται ὅτι καταπολεμᾶ.
Στό τέλος τῆς εἰσηγήσεώς σου ἀναφέρεις τά ἑξῆς γιά τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ: « διδασκαλία καί τό παράδειγμα τν γίων Πατέρων πού ναφέραμε μς καθοδηγε στό νά εμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί στό ζήτημα τς διακοπς τς κοινωνίας μέ τούς κκλησιαστικς προϊσταμένους μας, καί μάλιστα σήμερα πού δέν κηρύσσεται πίσημα κάποια αρεση, καμία αρεση».
Δέν κηρύσσεται λοιπόν σήμερα καμμία αἵρεσις, μολονότι οἱ Ἀντιοικουμενιστές γράφουν κατ’ ἐπανάληψι ὅτι κηρύσσεται αἵρεσις, οἱ δέ ὑπεύθυνοι τοῦ γραφείου ἐπί τῶν Αἱρέσεων τῆς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἔχουν καθορίσει καί τήν πορεία της, τήν ἐξέλιξί της, τό σημεῖο πού σήμερα εὑρίσκεται καί τόν τελικό σκοπό της, ἁπλῶς περιμένουν ἀφελῶς νά καταδικασθῆ ἡ αἵρεσις αὐτή πού κηρύσσεται γυμνῇ τῇ κεφαλῇ πρῶτα Συνοδικά, προκειμένου ν’ ἀποτειχισθοῦν.
Καί λίγο πρίν ἀναφερθῆ ὁ π. Βασίλειος Παπαδάκης στήν ἀποτείχισι τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἐπεσήμανε τά ἑξῆς: «Ο ζηλωτές βέβαια χουν παράλληλα ποστηρίξει καί τήν κακόδοξη θεωρία τι  διακοπή τς κκλησιαστικς κοινωνίας πιτρέπεται κόμη καί γιά μή δογματικούς λόγους. Ελογες ατίες γιά σχίσματα θεωρονται κόμη καί ο οκονομικές δικίες τν πισκόπων,  μετριοπαθής στάση τν πισκόπων στό θέμα τν διαζυγίων, ο θετήσεις κάποιων Παραδόσεων τς κκλησίας, πως τό κκλησιαστικό μερολόγιο, ο νηστεες καί  μοιομόρφη τέλεση τς λατρείας».
Αὐτά ὅλα βεβαίως, ἔτσι τά κρίνει ὁ π. Βασίλειος, ἐπειδή τήν τέχνη τῆς διαστροφῆς τῶν κειμένων τήν ἀνήγαγε σέ ἐπιστήμη. Διότι ἡ κακόδοξη θεωρία, κατά τήν ἔκφρασί του, δέν εἶναι διδασκαλία τῶν Ζηλωτῶν, ἀλλά τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τοῦ 31ου Ἀποστολικοῦ Κανόνος. Ἐπίσης τήν ἀκύρωσι καί ἐκθεμελίωσι τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν περί τοῦ ἑνός καί νομίμου γάμου ἀπό τούς σημερινούς Ἐπισκόπους τήν ὠνόμασε «μετριοπαθῆ στάσι τῶν Ἐπισκόπων στό θέμα τῶν διαζυγίων». Δηλαδή ὁ Κύριος ἐδίδαξε ὅτι αὐτή ἡ πρᾶξις εἶναι μοιχεία, ἐνῶ οἱ Ἐπίσκοποι λέγουν ὅτι δέν εἶναι μοιχεία, ἀλλά νόμιμος γάμος, καί ἐπιβάλλουν στόν Χριστό τροπόν τινά νά ἔλθη νά τόν εὐλογήση, θέλει δέν θέλει, ἐπειδή τό θέλουν αὐτοί.
Ὅλα αὐτά τά σημεῖα ἀπό τήν εἰσήγησι τοῦ π. Βασιλείου τά ἀναφέραμε συνοπτικά διά νά καταδείξωμε τόν τρόπο σκέψεως καί πορείας τοῦ ἐν λόγῳ καθηγουμένου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὄντως ἰσοπεδωτικός. Ὁ π. Βασίλειος δηλαδή, κατ’ οὐσίαν, δέν δέχεται τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων, ὅτι ἡ δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις μιᾶς Εὐαγγελικῆς ἐντολῆς ἀποτελεῖ αἵρεσι, ἀνατροπή ὁλοκλήρου τοῦ Εὐαγγελίου, σύστασι καί ἀποδοχή ἄλλου Εὐαγγελίου, ἀθέτησι καί βλασφημία κατά τοῦ ἰδίου τοῦ Νομοθέτου, δηλαδή τοῦ Θεοῦ καί ἀποδοχή ἄλλου Νομοθέτου, προδρόμου τοῦ Ἀντιχρίστου. Δι’ αὐτό τήν μοιχειανική αἵρεσι τήν ἀπεκάλεσε «ἀνύπαρκτη στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί ἐπινόησι τῶν Ζηλωτῶν», δι’ αὐτό εἰσηγήθηκε ὅτι «σήμερα δέν κηρύσσεται ἐπίσημα κάποια αἵρεσις, καμμία αἵρεσις», δι’ αὐτό τέλος πάντων τήν ἀκύρωσι τῶν ἐντολῶν τοῦ νομίμου γάμου σήμερα ἀπό τούς Ἐπισκόπους τήν ἐβάπτισε «μετριοπαθῆ στάσι τῶν Ἐπισκόπων στό θέμα τῶν διαζυγίων».
Πρέπει στό σημεῖο αὐτό νά δώσωμε κάποιες ἁπλές ἐξηγήσεις διά τούς καλοπροαίρετους ἀδελφούς, ὥστε νά κατανοηθῆ καί ὁ ἀγῶνας τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐναντίον τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως, καί ἡ διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων διά τό ἀναλλοίωτο καί αἰώνιο τῶν Εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί, βεβαίως, νά γίνη κατανοητή ἡ διαστροφή τήν ὁποία ἐπιχειρεῖ ὁ π. Βασίλειος Παπαδάκης, σέ σημεῖο ἰσοπεδώσεως τῶν πάντων, τό ὁποῖο θά ἠδυνάμεθα νά ἀποκαλέσωμε ὡς ἕναν προηγμένο Οἰκουμενισμό, ὡς ἕναν Οἰκουμενισμό τοῦ μέλλοντος.
Στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία ὁ Κύριος διδάσκει π.χ. μακάριοι οἱ πτωχοί, μακάριοι οἱ κλαίοντες, μακάριοι οἱ πραεῖς, μακάριοι οἱ ἐλεήμονες κλπ. Ἄν σήμερα οἱ Ἐπίσκοποι ἀποφάσιζαν Συνοδικῶς ὅτι δέν εἶναι μακάριοι οἱ πτωχοί, ἀλλά οἱ πλούσιοι, οὔτε οἱ κλαίοντες ἀλλά οἱ γελῶντες, οὔτε οἱ πραεῖς, ἀλλά οἱ ὀργίλοι καί ταραχοποιοί, οὔτε οἱ ἐλεήμονες, ἀλλά οἱ ἀνελεήμονες, πῶς θά ἐχαρακτηρίζαμε αὐτή τήν Σύνοδο, ἡ ὁποία θά ἐτολμοῦσε νά ἀθετήση ἔστω καί μία εὐαγγελική ἐντολή; Ἀσφαλῶς θά τήν ἐχαρακτηρίζαμε ὡς αἱρετική καί ἀποστάτρια τοῦ Εὐαγγελίου ληστρική καί παράνομη.
Ἄν τώρα αὐτό, ἡ ἐν λόγῳ Σύνοδος, δέν τό ἔπραττε μέ τά λόγια ἀλλά μέ τά ἔργα, διότι μέ τά λόγια κανείς δέν ἐτόλμησε νά ἀλλάξη κάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο, οὔτε κἄν αὐτοί οἱ Προτεστάντες, οἱ ὁποῖοι παντρεύουν τούς ὁμοφυλόφιλους καί τούς κάνουν κι Ἐπισκόπους, ἄν διά τῶν ἔργων λοιπόν ἀθετοῦσαν τίς εὐαγγελικές ἐντολές καί ἔλεγαν π.χ. ὅτι Συνοδικῶς ἀποφασίζομε ὅτι οἱ Παπικοί δέν εἶναι ἀναθεματισμένοι και ἄς λέγει ὁ Θεός διά τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὅτι εἶναι, ἄν Συνοδικῶς ἀπεφάσιζαν οἱ Ἐπίσκοποι νά ἐνταχθοῦν στό Π.Σ.Ε., ἐνῶ ὁ Θεός ἀπαγορεύει κάθε ἐκκλησιαστική ἀνάμειξι καί ἐπικοινωνία μέ αἱρετικούς, ἀλλοπίστους κλπ., ἄν Συνοδικῶς ἀπεφάσιζαν τίς συμπροσευχές, τίς κοινές δηλώσεις μέ τούς αἱρετικούς, τίς ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίσεις κλπ., ἐνῶ ὁ Θεός τά ἀπαγορεύει ὅλα αὐτά μέσα στήν Ἁγία Γραφή, ἄν τέλος πάντων Συνοδικῶς ἀπεφάσιζαν τίς μοιχεῖες νά τίς ὀνομάσουν νομίμους γάμους καί νά προσκαλοῦν τόν Θεό νά τούς εὐλογήση, ἐνῶ Αὐτός ὅλα αὐτά τά ἀπαγορεύει, πῶς θά ἐχαρακτηρίζαμε αὐτή τή Σύνοδο, ἡ ὁποία στήν πράξι πετάει στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων τό Εὐαγγέλιο;
Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἀγωνίσθηκε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, διά νά μήν ἀλλοιωθῆ ἔστω καί μία εὐαγγελική ἐντολή στήν πράξι. Διότι διδάσκει, ἐάν ἀλλάξη ἔστω καί μία εὐαγγελική ἐντολή, ἀποδεχόμεθα ἄλλο Εὐαγγέλιο καί κάνωμε ἀλλοιωτό καί τρεπτό τόν ἴδιο τόν Θεό, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται πότε νά λέγη ἔτσι καί πότε ἀλλιῶς, τό δέ Εὐαγγέλιο ἀόριστο πρός ἐφαρμογή γιά τή σωτηρία μας, δηλαδή ἀσαφές, πρᾶγμα πού σημαίνει, πώς ὅ,τι καί ἄν πράξης, σώζεσαι.
 Δι’ αὐτό δέν δύναται ὁ π. Βασίλειος νά ἀποδεχθῆ τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου Θεοδώρου του Στουδίτου· προσπαθεῖ νά τήν βαπτίση ὡς καταδικασμένη καί ἀναθεματισμένη  καί νά καταδείξη ὅτι ὁ ὅσιος διέπρεψε μόνον γιά τούς ἀγῶνες του κατά τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου